ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2430/2022
ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
εναντίον
1. DIMEVTH ENTERPRISES LIMITED
2. Δ.Μ.
Κατηγορούμενων
Ημερομηνία: 20/01/2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Παφίτη
Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Π. Σιαηλή
Κατηγορούμενος 2 παρών
Π Ο Ι Ν Η
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι στην υπό κρίση υπόθεση, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε συνολικά 31 κατηγορίες που τους προσάχθηκαν από τον Έφορο Φορολογίας για παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί, και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Ειδικότερα, οι κατηγορίες υπ’ αριθμό 1 έως 15 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €49,568.42 που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για τις φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 1/7/2013 μέχρι 30/9/2013, από 1/1/2014 μέχρι 31/3/2014, από 1/4/2014 μέχρι 30/6/2014, από 1/7/2014 μέχρι 30/9/2014, από 1/10/2014 μέχρι 31/12/2014, από 1/7/2015 μέχρι 30/9/2015, από 1/10/2015 μέχρι 31/12/2015, από 1/4/2016 μέχρι 30/6/2016, από 1/7/2016 μέχρι 30/9/2016, από 1/10/2016 μέχρι 31/12/2016, από 1/1/2017 μέχρι 31/3/2017, από 1/4/2017 μέχρι 30/6/2017, 1/7/2017 μέχρι 30/9/2017, από 1/10/2017 μέχρι 31/12/2017, και από 1/1/2018 μέχρι 31/3/2018. Οι λοιπές κατηγορίες, ήτοι οι κατηγορίες υπ’ αριθμό 16 έως 31, αφορούν στο αδίκημα της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €11,089.75, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α.
Ως γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη των Κατηγορούμενων υιοθετήθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής τα γεγονότα που εκτίθενται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, με την συνήγορο να αναφέρει συμπληρωματικά ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Λόγω της μη συμμόρφωσης, ζήτησε για το οφειλόμενο ποσό την έκδοση σχετικών διαταγμάτων είσπραξης εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, δυνάμει του άρθρου 46(12) της σχετικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Έγγραφου Α, το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων, με την ικανή αγόρευση της για μετριασμό της ποινής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια τους.
Η κα Σιαηλή αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις οποίες χαρακτήρισε ως ιδιάζουσες, για να τονίσει στο Δικαστήριο ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να ξεγελάσουν το κράτος και να οικειοποιηθούν παράνομα τα οφειλόμενα ποσά, αλλά οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι κατά τους κρίσιμους χρόνους, τους οδήγησαν στην διάπραξη των αδικημάτων. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα:
Το έτος 2012 ο Κατηγορούμενος 2 χρησιμοποίησε τις αποταμιεύσεις του για να ξεκινήσει επιχειρηματική δραστηριότητα στην Πάφο, στον χώρο της εστίασης. Μαζί με συγγενικό του πρόσωπο δημιούργησαν συνεταιρισμό και λειτουργούσαν τρία εστιατόρια στην Πάφο. Τον Ιανουάριο του 2013 εντάχθηκε στον συνεταιρισμό και τρίτο πρόσωπο, και λειτουργούσαν πλέον πέντε εστιατόρια. Τον Μάρτιο του 2013, επεσυνέβη το κούρεμα των καταθέσεων, με αποτέλεσμα ο τραπεζικός λογαριασμός των συνεταίρων, ο οποίος ήταν στην Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, να «κουρευτεί» για το ποσό των €900,000 περίπου. Αυτό, αλλά και η οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην Κύπρο τους αμέσως επόμενους μήνες, δημιούργησε ένα τεράστιο πλήγμα στον συνεταιρισμό, με αποτέλεσμα να διαλυθεί. Ο ένας εκ των τριών συνεταίρων αποχώρησε, με την οικονομική εξαγορά του να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου 2. Ο Κατηγορούμενος 2 το έτος 2013 ανέλαβε τα δύο εκ των πέντε εστιατορίων, στην λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, τα οποία γειτνιάζουν, και ίδρυσε για αυτό τον σκοπό την Κατηγορούμενη 1. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες της Κατηγορούμενης 1 να ανακάμψει οικονομικά, το έτος 2015 επήλθε ένα επιπλέον οικονομικό πλήγμα, καθ’ ότι ξεκίνησε η ανάπλαση της λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων, όπου οι οδικές εργασίες επεκτείνονταν και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τους πρώτους επτά μήνες του έτους 2015 τα εστιατόρια να παραμείνουν κλειστά. Ακόμη, και όταν επαναλειτούργησαν τα εστιατόρια, ένεκα του θορύβου στην λεωφόρο και των οδικών έργων πολλές ημέρες τα εστιατόρια αναγκαστικά ήταν κλειστά. Ακόμη και τις ημέρες όπου ήταν ανοιχτά, δεν είχαν επισκέπτες αφού η πρόσβαση στα εστιατόρια της περιοχής ένεκα των οδικών έργων ήταν πολύ δύσκολή. Τα οδικά έργα ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη του έτους 2017, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια υπό μορφής αποζημίωσης από το κράτος στους εστιάτορες της περιοχής. Και ενώ οι Κατηγορούμενοι ανέμεναν ότι το έτος 2018 θα ανακάμψουν οικονομικά, τον Μάρτιο του 2018, η ιδιοκτήτρια των υποστατικών όπου βρίσκονταν τα εστιατόρια έλαβε κατοχή αυτών μετά από διάταγμα Δικαστηρίου, καθ’ ότι η ενοικιάστρια εταιρεία, η οποία ήταν άλλη από την Κατηγορούμενη 1 και καμία σχέση δεν είχε με την Κατηγορούμενη 1, δεν κατέβαλε τα μηνιαία ενοίκια, παρά το ότι η Κατηγορούμενη 1 συμμορφωνόταν ανελλιπώς με την συμφωνία υπενοικίασης και κατέβαλε στην ενοικιάστρια εταιρεία το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο. Η Κατηγορούμενη 1 προσπάθησε να προσεγγίσει την ιδιοκτήτρια για να συνάψει μαζί της συμφωνία ενοικίασης των εστιατορίων, ωστόσο η ιδιοκτήτρια ζητούσε υπέρογκο χρηματικό ποσό για την ενοικίαση των εστιατορίων. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να τερματίσει τις εργασίες της η Κατηγορούμενη 1, και στις 31/3/2018 διαγράφηκε από το μητρώο του Φ.Π.Α.
Στην συνέχεια, η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία αφορά τον Κατηγορούμενο 2, και ανέφερε επιπλέον ότι το έτος 2015 ο Κατηγορούμενος 2 υποθήκευσε όλη την προσωπική του ακίνητη περιουσία, για σκοπούς δανειοδότησης της Κατηγορούμενης 1, η οποία εν τέλει εκποιήθηκε από την τράπεζα, παρέμεινε δανειακό υπόλοιπο, και το έτος 2022 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του Κατηγορούμενου 2.
Σήμερα ο Κατηγορούμενος 2 εργάζεται ως υπεύθυνος εστιατορίου, ιδιοκτησίας άλλου ατόμου, με μηνιαία εισοδήματα περί τα €1,200 - €1,500. Έχει ένα ανήλικο υιό, ηλικίας 14 ετών, τον οποίο απέκτησε από τον προηγούμενο του γάμο, και διαμένει με τον Κατηγορούμενο 2 τα σαββατοκύριακα.
Ως ένδειξη του καλού χαρακτήρα του Κατηγορούμενου 2, η κα Σιαηλή ανέφερε ότι το έτος 2006 όταν παρουσιάστηκε σοβαρό πρόβλημα υγείας στο μόλις μερικών ημερών τέκνο της αδελφής του Κατηγορούμενου 2, και χρειάστηκε η άμεση νοσηλεία του στο Ισραήλ, ο Κατηγορούμενος 2 ανέλαβε αποκλειστικά όλα τα έξοδα της αεροδιακομιδής του και της νοσηλείας του, περί τις Λ.Κ. 120,000.
Η κα Σιαηλή αναφέρθηκε επίσης στα προβλήματα υγείας όπου αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, και συγκεκριμένα πνευμονοπάθεια, η οποία προκαλεί χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια και προς τούτο ο Κατηγορούμενος 2 χρήζει καθημερινής χρήσης μηχανής CPAP κατά την διάρκεια του ύπνου του για συνεχόμενη θετική πίεση των αεραγωγών του. Ως ανέφερε η κα Σιαηλή ο Κατηγορούμενος 2 καταβάλει σημαντικά ποσά για την κάλυψη των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, και για αυτό τον λόγο δεν είχε, και δεν έχει, την οικονομική δυνατότητα έστω να συμμορφωθεί μερικώς με τα οφειλόμενα ποσά προς το Φ.Π.Α.
Καταλήγοντας, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή τους και το λευκό ποινικό μητρώου του Κατηγορούμενου 2, τονίζοντας ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο 2 είναι αυτή της φυλάκισης, όλα τα προαναφερόμενα δικαιολογούν να αναστείλει αυτήν.
Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και την έκταση της επιβαλλόμενης ποινής.
Σύμφωνα με το άρθρο 46(9) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000) (ο «Νόμος»), οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
Το άρθρο 46(10Α) του Νόμου, καθορίζει ότι πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.
Περαιτέρω, το άρθρο 46(12) του Νόμου, δίδει εξουσία σε ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό. Η πρόνοια αυτή, όπως πρόσφατα έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ασσιώτης ν Εφόρου Φορολογίας, Ποινική Έφεση 143/2020, ημερομηνίας 12/04/2021, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται το υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο, που εν προκειμένω είναι η Κατηγορούμενη 1, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας την εναπομείνασα οφειλή.
Ευθύνη για ποινικό αδίκημα που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου (άρθρο 48(1) του Νόμου).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως σε ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο.
Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Antreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd (1996) 2 A.A.Δ. 262 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωσή τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.»
Η είσπραξη του συγκεκριμένου φόρου από τους πολίτες που ασκούν εμπορική δραστηριότητα, καθιστά αυτούς ως εντολοδόχους απέναντι στο κράτος και η παράλειψη τους να αποδώσουν τα ποσά αυτά συνιστά παράνομη οικειοποίηση των χρημάτων αυτών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017).
Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη (2001) 2 ΑΑΔ 85 στην οποία παρατηρήθηκε ότι:
«Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.
[..]
Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά που έχουν προβληθεί, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αφού από αυτές απουσιάζει έντονα το στοιχείο της αποτρεπτικότητας.»
Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, τα αδικήματα αυτής της μορφής είναι ιδιαίτερα σοβαρά και η σημασία τους αντικατοπτρίζεται από το γεγονός ότι η επιβολή στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν είναι ασυνήθης επιλογή (βλ. Κύπρος Κυπριανού ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 144).
Ωστόσο, σύμφωνα με την νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά και ακόμη και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή της φυλάκισης, πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).
Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το μεγάλο ποσό που συνολικά οφείλεται προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., το οποίο ανέρχεται στις €60,658.17. Σε σχέση μάλιστα με τον οφειλόμενο φόρο, τονίζεται ότι το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι των οφειλόμενων ποσών για τις περιόδους που αναφέρονται στο κατηγορητήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος των Κατηγορούμενων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:
Το λευκό τους ποινικό μητρώο.
Την παραδοχή τους, έστω και στο στάδιο όπου έγινε, όπου σύμφωνα με την νομολογία αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28).
Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ως εκτέθηκαν από την κα Σιαηλή κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής των Κατηγορούμενων. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι τα ποσά που οφείλονται αφορούν φορολογικές περιόδους αμέσως μετά το κούρεμα των καταθέσεων που έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2013, και ενώ οι καταθέσεις του Κατηγορούμενοι 2 είχαν και αυτές απομειωθεί. Στην συνέχεια, και παρά την προσπάθεια της Κατηγορούμενης 1 να ορθοποδήσει οικονομικά, οι οδικές εργασίες επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων για την ανάπλαση της περιοχής, οι οποίες ξεκίνησαν το έτος 2015 και ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη του 2017, στην ουσία αποστέρησαν από την Κατηγορούμενη 1 να εργαστεί ή έστω να έχει τον απαιτούμενο αριθμό επισκεπτών στα εστιατόρια της για να καλύψει τα έξοδα της. Δεν παραβλέπω ότι κανένα ποσό δεν δόθηκε ως αποζημίωση στην Κατηγορούμενη 1 από το κράτος ένεκα της μακράς περιόδου όπου διήρκησαν οι οδικές εργασίες για την ανάπλαση της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων. Όλα τα πιο πάνω, είχαν ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της Κατηγορούμενης 1.
Λαμβάνεται υπόψη επίσης ότι στις 31/3/2018 η Κατηγορούμενη 1 διαγράφηκε από το μητρώο του Φ.Π.Α. έτσι ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος επανάληψης του ίδιου αδικήματος από την Κατηγορούμενη 1.
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στους Κατηγορούμενους που ανέρχεται στα 7,5 μέχρι και 12,5 έτη, αναλόγως της φορολογικής περιόδου που αφορά η κάθε κατηγορία. Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365).
Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).
Στην υπό κρίση περίπτωση τα αδικήματα της πρώτης κατηγορίας διαπράχθηκαν περί τα τέλη του 2013 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 9/5/2022, δηλαδή 8.5 χρόνια μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε κάποια δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Οι υπόλοιπες κατηγορίες φυσικά αφορούν μεταγενέστερες περιόδους, οι οποίες είναι και πάλι παλαιές. Σημειώνεται επίσης ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα. Επομένως ο χρόνος που παρήλθε λαμβάνεται υπόψη προς όφελος των Κατηγορούμενων.
Προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 λαμβάνω υπόψη μου ότι έχει ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας 14 ετών, όπου διαμένει με τον Κατηγορούμενο 2 τα σαββατοκύριακα. Λόγω της οικονομικής καταστροφής που περιγράφεται ανωτέρω είναι πτωχεύσας σύμφωνα με δικαστικό διάταγμα, και η περιουσία του έχει εκποιηθεί από την τράπεζα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία είναι τέτοιου βαθμού όπου χρειάζεται καθημερινή αγωγή με εισπνεόμενα φάρμακα, όπως επίσης και επί μονίμου βάσεως αναπνευστική βοήθεια με μηχανή CPAP κατά την διάρκεια του ύπνου, έτσι ώστε να υπάρχει συνεχόμενη θετική πίεση των αεραγωγών του. Όπως αναφέρεται στις ιατρικές εκθέσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος 2 από το 2007 έχει διαγνωστεί με δυσπλασία πνευμόνων, μια προκαρκινική νόσο των πνευμόνων, η οποία προκαλεί χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια και έκτοτε υποβάλλεται σε τακτικές θεραπείες στο Ισραήλ. Οι θεραπείες στις οποίες υποβάλλεται, ως αναφέρθηκε, είναι κοστοβόρες, και τα έξοδα των θεραπειών του υπολογίζονται περί τις €30,000 ετησίως.
Δεν μπορώ να παραγνωρίσω φυσικά τα δύσκολα παιδικά χρόνια του Κατηγορούμενου 2, λόγω της εγκατάλειψης του από τον πατέρα του, αλλά και τους στενούς δεσμούς που διατηρεί με την αδελφή του. Προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 λαμβάνεται υπόψη ότι το έτος 2006 διάθεσε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ. 120,000 από τις αποταμιεύσεις του για την μεταφορά και τα έξοδα χειρουργικής επέμβασης και θεραπείας του βρέφους της αδελφής του στο εξωτερικό, το οποίο γεννήθηκε με καρδιοπάθεια και οι γονείς του αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος της μετάβασης στο εξωτερικό όπως και στο κόστος για την επέμβαση, η οποία κρίθηκε επείγουσα για την επιβίωση του βρέφους.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, την ανάγκη για αποτροπή και την ίδια ώρα την υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη επιβάλλω σε αυτούς τις ακόλουθες ποινές:
Κατηγορούμενη 1
Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Ως εκ τούτου, επιβάλλω σε αυτήν τις πιο κάτω χρηματικές ποινές:
· Στην 1η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500∙
· Στη 2η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €50∙
· Στην 3η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €300∙
· Στην 4η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €300∙
· Στην 5η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €200∙
· Στην 6η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €100∙
· Στην 7η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €150∙
· Στην 8η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €200∙
· Στην 9η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500∙
· Στη 10η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €400∙
· Στην 11η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500∙
· Στη 12η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €400∙
· Στη 13η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €400∙
· Στη 14η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500∙
· Στη 15η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €300.
Δεν επιβάλλω καμία ποινή στις κατηγορίες αρ. 16 έως 31, εφόσον οι καταβληθείσες χρηματικές επιβαρύνσεις, πρόσθετος φόρος και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στη βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και χάριν της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.
Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46(12) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου εκδίδονται 31 διατάγματα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για τα ποσά που καταγράφονται στο Έγγραφο Α που κατατέθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έγγραφο το οποίο θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης.
Κατηγορούμενος 2
Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας των αδικημάτων που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο 2 και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v. Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).
Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλω ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε έκαστη των κατηγοριών 1 μέχρι 15. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον αφορούν αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Επιβολή διαδοχικών ποινών στην υπό κρίση περίπτωση θα καθιστούσε την ποινή δυσανάλογη (βλ. Έφορος Φορολογίας ν. K & M FAMAGUSTA Developers and Constructions Ltd κ.α Ποινική Έφεση αρ. 164/2020 ημερ. 08.07.2022).
Δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που του επιβλήθηκαν στις πιο πάνω κατηγορίες και χάριν της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ιδιαίτερα το γεγονός ότι στον καθορισμό της ποινής έλαβα υπόψη μου το συνολικά οφειλόμενο ποσό στη βάση των κατηγοριών 1 μέχρι και 15, αμφότερων περιλαμβανομένων.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της, ως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2.
Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο (2) του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου».
Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373). Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).
Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930 το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα πρέπει εκ νέου να εξετάσει τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής.
Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:
(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος,
(β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και
(γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 230/2019). Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.
Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου 2 και έχω υπόψην όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου 2 θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι δικαιολογείται το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2. Εξηγώ. Το προεξάρχον στην παρούσα υπόθεση στοιχείο είναι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ως εκτίθενται με λεπτομέρεια ανωτέρω, και η καθημερινή αγωγή εισπνεόμενων φαρμάκων όπου λαμβάνει ο Κατηγορούμενος 2 και η αναπνευστική βοήθεια μέσω ειδικού μηχανήματος κατά τον ύπνο του. Η θέση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορούμενων, και συγκεκριμένα ότι θα επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου 2 αν εγκλειστεί στην φυλακή, υποστηρίζεται από την γνώμη των θεράπων ιατρών του (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 144). Στην πνευμονολογική έκθεση ημερομηνίας 27/11/2025 (Έγγραφο Γ) καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Επίσης χρειάζεται τακτική χρήση οξυγόνου ειδικά όταν παθαίνει κρίσεις δύσπνοιας. Η χρήση της εν λόγω συσκευής και φαρμάκου είναι ζωτικής σημασίας, καθώς σε περίπτωση απουσίας της, μπορεί να του επιβαρύνει την υγεία του σε σημαντικό βαθμό και πιθανόν να επιδεινωθεί η κατάσταση του.
Η ασθένεια του τον καθιστά ευάλωτο και επιρρεπή σε λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος οι οποίες μπορεί να επιβαρύνουν σοβαρά την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση του.
Περαιτέρω, η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνεται με το κάπνισμα, εάν βρίσκεται υπό κράτος πίεσης, υπερέντασης, άγχους και σε κλειστούς μη καλά εξαεριζόμενους χώρους. Ενδεχόμενος εγκλεισμός του θα επιβαρύνει την υγεία του σε σημαντικό βαθμό και είναι πιθανόν να επιδεινωθεί η κατάσταση του και η εξέλιξη της προκαρκινικής κατάστασης των βρόγχων».
Τα ανωτέρω θεωρώ ότι εκθέτουν με σαφήνεια την επιρρεπή κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου 2, τις συνθήκες όπου πρέπει να διαμένει, και την επίπτωση που μπορεί να επιφέρει μια στρεσογόνα κατάσταση στον Κατηγορούμενο 2. Ανάλογες θέσεις με τα ανωτέρω καταγράφονται στην ιατρική έκθεση του ιατρού του που τον παρακολουθεί στο Ισραήλ ημερομηνίας 7/10/2025 (Έγγραφο Δ).
Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την φύση των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 2, τις συνθήκες διάπραξης αυτών ως έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια ανωτέρω καθιστούν την υπό κρίση περίπτωση ως εξαιρετική που να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής φυλάκισης (βλ. Amira Mohammad El Kara v Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239).
Περαιτέρω, η μεγάλη καθυστέρηση που μεσολάβησε από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, μέχρι την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 2, συνιστά ουσιώδη παράγοντα που προσμετρά κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής. Σχετική είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 230/2019 στην οποία κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέστειλε ποινή φυλάκισης λόγω της μεγάλης καθυστέρησης από την διάπραξη όμοιας φύσης με την παρούσα αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, έστω και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου συνέδραμε στην καθυστέρηση. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι έχουν αλλάξει και μεταβληθεί οι προσωπικές περιστάσεις του 2ου κατηγορούμενου από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Κατά την εν λόγω περίοδο ήταν ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, ο οποίος είχε στην ιδιοκτησία του δύο εστιατόρια, ενώ σήμερα έχει εκποιηθεί όλη η προσωπική του περιουσία και είναι πτωχεύσας.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, και συγκεκριμένα, τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου 2, την καθυστέρηση, το ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται, την παραδοχή του και το λευκό του ποινικό μητρώο, κρίνω ότι όλα μαζί συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί και πως δικαιούται ο Κατηγορούμενος 2 της ευκαιρίας να καταδείξει εμπράκτως πως όντως έχει πλήρως αντιληφθεί την σοβαρότητα των αδικημάτων, έχει μεταμεληθεί και δύναται να είναι νομοταγές μέλος της Κυπριακής κοινωνίας και να γίνει χρήσιμος πολίτης αυτής.
Ως εκ των άνω διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης, η οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, ανασταλεί για περίοδο 3 ετών.
(Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης).
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο