ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Π. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 6709/2023, 14/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Π. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 6709/2023, 14/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 6709/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ

 

εναντίον

 

Π. Κ.

Κατηγορούμενος

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14/1/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού

Για Κατηγορούμενο: κος Η. Σατολίας

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.   Εισαγωγή

Ο Κατηγορούμενος με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης.

 

Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Κ. Α.υ (Μ.Κ.1). Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης.  

 

Β.   Μαρτυρία

Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

Μ.Κ.1

Ο παραπονούμενος, Κ. Α., ανέφερε ότι στις 8/2/2023, και περί ώρα 18.20, οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής [  ] στην οδό Πανίκου Χατζηπαναγή στην Μεσόγη, με κατεύθυνση προς το Νοσοκομείο. Στο όχημα του, στα πίσω καθίσματα, βρισκόταν το ανήλικο τέκνο του Μ.Κ.1. Ο Κατηγορούμενος, με τον οποίο ο Μ.Κ.1 έχει διαφορές, ενώ οδηγούσε το ρυμουλκό όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με πρόθεση, του ανέκοψε τον δρόμο, στρίβοντας το τιμόνι του οχήματος του προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας όπου κινείτο το όχημα του Μ.Κ.1. Ο Μ.Κ.1 για να αποφύγει την σύγκρουση έστριψε το τιμόνι του οχήματος του στην αριστερή άκρια του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Μετά το επίδικο περιστατικό ο Μ.Κ.1 μετέβηκε σε αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το περιστατικό, αλλά ο αστυνομικός του είπε να μεταβεί σε δύο ημέρες για τη λήψη κατάθεσης, λόγω έλλειψης προσωπικού. Έτσι στις 10/2/2023 λήφθηκε κατάθεση από τον Μ.Κ.1 στην οποία καταγράφονται τα ανωτέρω (Τεκμήριο 1).

 

Γ.    Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ.  Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).

 

Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ.  Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).

Μ.Κ.1

Αξιολογώντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν με έπεισε για την γνησιότητα των όσων ανέφερε. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το ειδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, τον τρόπο και το ύφος της μαρτυρίας του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει όλα όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν. Εξηγώ.

 

Οι σχέσεις του Μ.Κ.1 και του Κατηγορούμενου, ως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ένεκα και του χειρισμού των μερών κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν τεταμένες. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος είναι αδελφότεκνος της πρώην συζύγου του και τα τελευταία 5 χρόνια έχουν συμβεί και άλλα περιστατικά μεταξύ των δύο ανδρών, τα οποία ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε την Αστυνομία. Με τον Κατηγορούμενο είχαν λεκτικές αντιπαραθέσεις στο παρελθόν και περαιτέρω ο Κατηγορούμενος απέστειλε (ως ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.1) απειλητικά μηνύματα στον μεγαλύτερο υιό του Μ.Κ.1. Μάλιστα οι προστριβές μεταξύ των δύο ανδρών επιμαρτυρούνται και από το γεγονός ότι ως ο Μ.Κ.1 ανέφερε, δεν μπορεί να παραλάβει το ανήλικο τέκνο του από το σπίτι της πρώην συζύγου του, γιατί ο Κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει στο διπλανό σπίτι,  δημιουργεί στον ίδιο διάφορα επεισόδια, και έτσι αναγκάζεται να  παραλαμβάνει το ανήλικο τέκνο του από κάποιο κοντινό περίπτερο.

 

Τα πιο πάνω παρατίθενται για να υποδεχθεί από το Δικαστήριο ότι οι μεταξύ τους τεταμένες σχέσεις δεν επέτρεψαν στον Μ.Κ.1 να αναφέρει τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, και μάλιστα δεν αποκλείεται ο Μ.Κ.1 να προσάρμοσε μια εκδοχή γεγονότων σε βάρος του Κατηγορούμενου ένεκα της προϊστορίας τους.

 

Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, οι διαπιστώσεις ενός Δικαστηρίου οφείλουν να απορρέουν από την ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εμπειρίας που εν πολλοίς είναι και οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (βλ. Θεοφάνους Θεόδωρος Κώστας ν. Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 161). Τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 αναφορικά με τον λόγο που δεν κατέγραψε στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) ότι στο όχημα μαζί του ήταν το ανήλικο τέκνο του, και συγκεκριμένα ένεκα παρότρυνσης του αστυνομικού, αφού θα χρειαζόταν το οκτάχρονο τέκνο του να δώσει κατάθεση και να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου, αντιστρατεύονται στην κοινή λογική.

Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω ότι κατά την αντεξέταση του υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιώδη θέσεων, οι οποίες αντιφάσεις δεν μπορούν παρά να κλονίσουν την αξιοπιστία του Μ.Κ.1. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αντιφατικές θέσεις που πρόβαλε σχετικά με το αν ακολουθούσαν το όχημα του Μ.Κ.1 άλλα οχήματα ή όχι, και τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του Κατηγορούμενου. Αρχικά ανέφερε ότι αποστήθισε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του Κατηγορούμενου, στην συνέχεια ανέφερε ότι ενημερώθηκε από αυτούς από την Αστυνομία, στην συνέχεια διαφοροποίησε την θέση του αναφέροντας ότι δεν αποστήθισε τους αριθμούς εγγραφής, αλλά επειδή είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα τους σημείωσε ο ίδιος για να ενημερώσει την Αστυνομία. Όταν του υποδείχθηκαν αυτές οι αντιφάσεις απάντησε ότι κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής ο ίδιος και επίσης τον ενημέρωσε για αυτούς και ο αστυνομικός για να τους γράψει στην κατάθεση του.

 

Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον Μ.Κ.1 έπληξαν καίρια την αξιοπιστία του και δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, η οποία απορρίπτεται ως καθ’ όλα αναξιόπιστη.  

 

Κατηγορούμενος

Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνεται ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση του δικαιώματος της σιωπής από τον Κατηγορούμενο, δικαίωμα το οποίο δίδει ο νόμος, αφού σε  αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχει κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα εναντίον της μη αυτοενοχοποίησης και του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Χάμαλης ν. Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 ΑΑΔ 329).

 

Στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 15/2/2023 (Τεκμήριο 2), στην οποία καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.1 του προκαλεί προβλήματα τα τελευταία έξι χρόνια, υποβάλλοντας εναντίον του διάφορες καταγγελίες στην Αστυνομία, και δεν θυμάται να έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό.

 

Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετήθηκαν οι αρχές της αγγλικής απόφασης Duncan (1989) Cr. App. R 359. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».

 

Διερχόμενη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου παρατηρώ ότι παραδέχεται ότι έχει προϊστορία με τον Μ.Κ.1 και προς τούτο ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελίες εναντίον του στην Αστυνομία. Αυτό άλλωστε προέκυψε ως αδιαμφησβήτητο γεγονός.

 

Όσον αφορά την θέση του ότι δεν θυμάται το υπό κρίση περιστατικό, το Δικαστήριο για να προσέδιδε σε αυτό τον ισχυρισμό βαρύτητα θα έπρεπε να δοθεί ενόρκως, έτσι ώστε να τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης. Μόνο τότε θα μπορούσε να κριθεί και να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού.

 

Δ.   Νομική πτυχή

Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972), το οποίο, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«7(1) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ’ όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης».

 

Από το λεκτικό του άρθρου καθίσταται αναγκαία η απόδειξη και η κατάληξη σε ευρήματα που να οδηγούν σε νομικό συμπέρασμα, κατ' αναλογία  με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε είτε αλόγιστα είτε απερίσκεπτα είτε επικίνδυνα (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220). Βέβαια, ένας κατηγορούμενος, δύναται να κριθεί ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 86/72, έστω και αν δεν προκλήθηκε δυστύχημα (βλ. Police v Stephanou (1973) JSC 1400).

 

Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220). Το εν λόγω άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί απερίσκεπτη ή αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.

 

Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:

1)    Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και

2)    O κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνος Ιωάννου ν Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 256, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).

 

Στην απόφαση R. v Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (βλ. Πέτρου ν Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 233). Επομένως το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου.

 

Όπως λέχθηκε στην απόφαση Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 233, για να αποδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του  μέσου συνετού οδηγού (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός (2001) 2 ΑΑΔ 18).

 

Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Αυτό που πρέπει να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο στην τελευταία περίπτωση είναι το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης, είναι αν η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης.

 

Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, στην απόφαση R. v. Gosney [1971] 2 Q.Β. 674 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση):

 

«Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, να αποτελεί μια αιτία».

 

Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ’ ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως, υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού.

 

Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός (2001) 2 ΑΑΔ 18 αναφέρθηκε ότι «η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους (fault). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη)». Επομένως απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού.  Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο.

 

Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «αλόγιστη», είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο Κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220).

 

Ε.   Βάρος Απόδειξης

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 401).

 

Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλSener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).

 

ΣΤ.Κατάληξη - Συμπεράσματα

Δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ήτοι της μαρτυρίας που στόχευε να αποδείξει την οδική συμπεριφορά που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης περιστατικής ή πραγματικής μαρτυρία, δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ευρήματα από το Δικαστήριο σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Έτσι η υπό κρίση κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, δεδομένης της μη ύπαρξης οποιαδήποτε αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας. Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Ευριπίδου ανωτέρω,  οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και έστω και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει ερωτηματικά, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται.

 

Στην βάση λοιπών των όσων εκτίθενται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο