ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 7154/2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ
v.
LEONIDAS PARASKEVOPOULOS
Κατηγορουμένου
Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Σοφοκλέους
Για Κατηγορούμενο: κα K. Μαραβελάκη
Κατηγορούμενος: Παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος, συνεπεία παραδοχής του, κρίθηκε ένοχος επί της κατηγορίας που αντιμετώπισε:
- Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, ήτοι στις 9/10/2019 στην υπό ανέγερση κατοικία αρ. 161 που βρίσκεται στην τοποθεσία “Σταυρός της Μίνθης”, στη Τσάδα επιτέθηκε εναντίον του Ανανία Αγαπίδη και τού προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη.
Η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ανεστάλη ως προς την κατηγορία 2 και απαλλάχτηκε τούτης.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την ως άνω κατηγορία εκτίθενται στο κατηγορητήριο και στα αναντίλεκτα γεγονότα τα οποία παρατίθενται ως ακολούθως:
«Συγκεκριμένα στις 09.10.19 ο Παραπονούμενος πήγε στη δουλειά μαζί με τον Κατηγορούμενο. Άφησε το προσωπικό του αυτοκίνητο στις αποθήκες της εταιρείας που εργάζονταν στη Μεσόγη και από εκεί ο Κατηγορούμενος τον μετέφερε με το αυτοκίνητο της εταιρείας σε υπό ανέγερση κατοικίας στην περιοχή Μίνθης. Γύρω στις 10:30 της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος αποφάσισε να πάει σε διπλανό σπίτι όπου εργαζόταν άλλο συνεργείο της εταιρείας ώστε κάποιος να τον μεταφέρει στο αυτοκίνητο του καθότι ήθελε να σταματήσει από τη δουλειά του εξαιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Εκεί συνάντησε έναν εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας, τον μάρτυρα κ. Δημήτρη Χαριλάου στον οποίο ανέφερε την επιθυμία του. Ο κ. Δημήτρης Χαριλάου του πρότεινε να μείνει στην δουλειά και να εργαστεί στη συγκεκριμένη οικία με άλλο συνεργείο. Γύρω στις 11:30 και ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν πάνω σε σκάλα και εργαζόταν, ο Κατηγορούμενος έφτασε στο μέρος και άρχισε να του φωνάζει "έλα εδώ". Ακολούθως τον πλησίασε και άρχισε να του κουνά τη σκάλα με αποτέλεσμα να τον ρίξει κάτω. Πέφτοντας στο πάτωμα ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματος του. Καθότι βρισκόταν ακόμα στο πάτωμα, ο Κατηγορούμενος τον έπιασε από το στήθος και τον πίεζε. Ο Παραπονούμενος κατάφερε να απελευθερωθεί και να σηκωθεί από το έδαφος. Αμέσως ο Παραπονούμενος έπιασε από το έδαφος ένα τρυπάνι με αρίδα, το έθεσε σε λειτουργία και το κουνούσε δεξιά ‑ αριστερά με σκοπό να απωθήσει τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος έβαλε τα χέρια του μπροστά με αποτέλεσμα να κτυπηθεί πάνω στο τρυπάνι ο Κατηγορούμενος. Στις 09.10.19 στο Νοσοκομείο Πάφου η Δρ. Χρυσάνθου εξέτασε τον Παραπονούμενο και διαπίστωσε ότι αυτός είχε εκδορές στο πρόσωπο και στα χείλη. Υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και του τοποθετήθηκε νάρθηκας στο χέρι. Στη συνέχεια ο Παραπονούμενος προχώρησε στη καταγγελία. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες».
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής προσκόμισε Ιατρική Αναφορά, ημερ. 9/10/2019, η οποία κατατέθηκε ως «Έγγραφο Α» κατά την οποία τίθεται ότι ο παραπονούμενος φέρει εκδορές στο πρόσωπο, εκδορά εσωτερικά στο χείλος.
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία καταχωρήθηκε ως Έγγραφο «Δ» και το περιεχόμενο της οποίας η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε, εκθέτει την οικογενειακή – οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και τις προσωπικές περιστάσεις του. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 52 ετών, είναι έγγαμος και έχει μία ενήλικη θυγατέρα η οποία είναι φοιτήτρια 3ου έτους στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Ξάνθης. Εργάζεται σε εταιρεία Κατασκευής Γυψοσανίδας για 14 έτη και διατηρεί καλή σχέση με τον εργοδότη του. Λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €1.700.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος του, το λευκό ποινικό μητρώο του, την παραδοχή και απολογία του εκφράζοντας την ειλικρινή μεταμέλειά του.
Επεσήμανε την εντιμότητα του χαρακτήρα και ήθους του κατηγορουμένου προσκομίζοντας Βεβαίωση από την εργοδότρια εταιρεία, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο «Β», θέτοντας πως κατόπιν τούτου του περιστατικού, απέλυσε τον παραπονούμενο και ουδόλως τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το Έγγραφο «Β», βεβαιώνεται από την εταιρεία ως έχει μετονομαστεί, πως ο κατηγορούμενος εργοδοτείται από το 2014 στη θέση του υπεύθυνου τεχνικής συστημάτων ξηράς δόμησης & συναφών πυραντοχών συστημάτων ο οποίος είναι ένας από τους παλαιότερους υπαλλήλους εκ της εργατικότητας και ευγένειάς του. Βεβαιώνουν συνάμα την ακεραιότητα, εντιμότητα και τον καλό χαρακτήρα του.
Η συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε περαιτέρω στις συνθήκες διάπραξης του επίδικου περιστατικού εξηγώντας τούτες. Τόνισε προκειμένου για τη διάπραξη του, την έντονη συναισθηματική φόρτιση του κατηγορουμένου προτάσσοντας κατά την εξήγηση τής πραγμάτωσης του επίδικου περιστατικού πως ενήργησε τοιουτοτρόπως για να μην απωλέσει την εργασία του. Ειδικότερα, επεξήγησε, προκειμένου για την υποστήριξη των θέσεων της, αρχικά τι έλαβε χώρα προ της επίδικης μέρας, ήτοι «ο Παραπονούμενος είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να πάρει μια γυψοσανίδα περιουσία της εταιρείας και να την χρησιμοποιήσει στο σπίτι του. Ο Κατηγορούμενος του είπε δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο γιατί είναι περιουσία της εταιρείας. Μια άλλη μέρα αργότερα όπως φτάνουν, κατεβαίνουν όλοι από τα αυτοκίνητα τους και πάνε να πάρουν το αυτοκίνητο της εταιρείας, βλέπει ο Κατηγορούμενος τον παραπονούμενο να επιστρέφει και να βάζει μέσα στο αυτοκίνητο ένα εργαλείο ιδιοκτησία της εταιρείας. Πάλι του έκανε παρατήρηση». Κατά την επίδικη ημέρα όποτε εργάζονταν, ο παραπονούμενος επισκεύαζε μια ρωγμή σε μια γυψοσανίδα και ο κατηγορούμενος, αφού ερωτήθη, επεσήμανε πως συνεχίζει η ρωγμή καλώντας τον «Ολοκλήρωσε την». Ανέφερε πως «Χωρίς λόγο εκείνη τη στιγμή παρατάει τα εργαλεία του και φεύγει και πηγαίνει σε άλλη οικία» και όταν ο Κατηγορούμενος κατά την εργασία του χρειάστηκε ένα άλλο εργαλείο, πήγε στο αυτοκίνητο να πάρει το εργαλείο του και δεν το είδε ώστε εκείνη τη στιγμή φοβήθηκε ότι ο Παραπονούμενος δυνατόν να πήρε αυτό το εργαλείο το οποίο ο ίδιος είχε χρεωθεί και «να κινδυνέψει να μαυρωθεί η τιμή του, στον εργοδότη του. Παίρνει λοιπόν τον εργοδότη του τηλέφωνο και του λέει το και το και του λέει ο Παραπονούμενος είναι μαζί μου και εργάζεται και του λέει “δώσε μου τον στο τηλέφωνο”. Ο παραπονούμενος δεν αποδεχόταν να μιλήσει στο τηλέφωνο […]». Βγαίνοντας ο κατηγορούμενος από τη μια κατοικία για να μπει στην άλλη ρωτώντας πού είναι το εργαλείο, «Όπως πηγαίνει και τον βλέπει πάνω στη σκάλα, σε εκείνη την έντονη συναισθηματική φόρτιση, γιατί ένας άνθρωπος ο οποίος είναι ένας μεροκαματιάρης άνθρωπος ο οποίος εργάζεται για να συντηρεί την οικογένεια του, θέλει να μάθει πού είναι αυτό το εργαλείο γιατί φοβάται μην χάσει την εργασία του. Όπως πηγαίνει και ήταν ο άλλος στη σκάλα, λέει ο Κατηγορούμενος "πού είναι το εργαλείο;" ο άλλος λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Με αποτέλεσμα ένεκα της έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κρατούσε την σκάλα και ζητούσε με έντονο τρόπο να μάθει πού είναι το εργαλείο αυτό. Ο παραπονούμενος πέφτει στο έδαφος και αρχίζει μια συμπλοκή». «Ο Κατηγορούμενος πήγε να αποχωρήσει και να σταματήσει» και «Όπως είχε σταματήσει το περιστατικό, ο Παραπονούμενος έπιασε το τρυπάνι από το έδαφος το έθεσε σε λειτουργία και άρχισε να το κρατά δεξιά και αριστερά. Υπάρχουν οι φωτογραφίες το τι υπέστη εκείνη την ημέρα». Περί τούτων, η συνήγορος προσήγαγε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από ιατρικό πιστοποιητικό και φωτογραφία η οποία (δέσμη) κατατέθηκε ως Έγγραφο «Γ». Σύμφωνα με το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό, ο κατηγορούμενος έφερε θλαστικό τραύμα και απώλεια δέρματος μεταξύ του αριστερού δείκτη και μέσου δάκτυλου.
Καταληκτικά, η συνήγορος του κατηγορουμένου τόνισε πως ο κατηγορούμενος αμέσως, κατόπιν της πραγμάτωσης του περιστατικού, απολογήθηκε στον παραπονούμενο ζητώντας συγγνώμη όπερ έπραξε και όταν συναντήθηκαν στις πρώτες βοήθειες. Προ 10 μηνών, προκειμένου για καταβολή αποζημίωσης από μέρους του κατηγορουμένου, το συγκεκριμένο ποσό που αξιώθηκε ήταν υπέρογκο για τον κατηγορούμενο.
Καταληκτικά, ετέθη πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό ως και η παρέλευση του διαρρεύσαντος χρόνου από το 2019 κατά τον οποίο (χρόνο) δεν επεσυνέβη από τον κατηγορούμενο οιοδήποτε περιστατικό. Αξιώθηκε όπως ασκηθεί η μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο και σε περίπτωση ποινής στερητικής της ελευθερίας.
Εν προκειμένω, το αδίκημα στο οποίο ο κατηγορούμενος εκρίθη ένοχος, είναι σοβαρό όπως τούτο αντικατοπτρίζεται με ενάργεια από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Ειδικότερα, το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη διέπεται από το Άρθρο 243 του Κεφ. 154 το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης 3 ετών.
Έτι δε, η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (Θεοφάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, απόφαση, ημερ. 27/6/2019).
Όπως ελέχθη συναφώς στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Μιχαλάκης Λυσάνδρου κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2025, 102/2025, απόφαση, ημερ. 28/1/2026:
«Αδικήματα αυτής της φύσεως, διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα, είναι αδικήματα βίας και ενέχουν το στοιχείο της αυτοδικίας αλλά και της επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου. Όπως έχει αναφερθεί στην Ε.Γ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 221/2017, ημερομηνίας 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428, ECLI:CY:AD:2019:B428:
«Κρίνουμε όμως αναγκαίο να υποδείξουμε, υπό μορφή γενικότερης παρατήρησης, ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.»
Από το πρίσμα των γεγονότων καταφαίνεται η σοβαρότητα της δράσης του κατηγορουμένου ο οποίος κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής δράσης, ήτοι εν ώρα καθήκοντος, άσκησε βία έναντι του συναδέλφου – συνανθρώπου του με αποτέλεσμα να προκληθούν στον παραπονούμενο, σε ό,τι αφορά το μέγεθος της προκληθείσας βλάβης που συνυπολογίζεται, εκδορές στο πρόσωπο και στα χείλη και να τοποθετηθεί έτι νάρθηκας στο χέρι, μέγεθος της βλάβης που υπέστη ο παραπονούμενος η οποία συνεκτιμάται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Επί τω ότι λαμβάνεται υπόψη προς τη σοβαρότητα του αδικήματος και απώτερα κατά την επιμέτρηση της ποινής, το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος, δεν παραβλέπεται το ελατήριο της διάπραξης ήτοι κατά την αναντίλεκτη αναφορά, η συναισθηματική φόρτιση του κατηγορουμένου ένεκα φόβου απώλειας εργασίας του συνεπεία ενδεχόμενης απόδοσης ευθύνης εκ της κατά πεποίθηση λήψης εργαλείου από τον παραπονούμενο. Ωστόσο, δεν αποδυναμώνει την πράξη. Η σοβαρότητα δε του αδικήματος δεικνύεται πρόσθετα από το γεγονός (κατά τις συνθήκες που η Υπεράσπιση εξέθεσε) πως, ενώ επικοινώνησε τηλεφωνικώς πρότερα με τον εργοδότη, ακολούθως ο ίδιος μεταβαίνει στην κατοικία όπου εργοδοτείτο ο παραπονούμενος και αποτείνεται στον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να λάβει χώρα η συμπλοκή μεταξύ των. Ενέργεια η οποία δεικνύει πως ο κατηγορούμενος υπερέβη τα εκ του ρόλου του και απέληξε στη διάπραξη του επίδικου συμβάντος. Όσες βλάβες προκλήθηκαν στον κατηγορούμενο έπειτα της συμπλοκής δεν απαμβλύνουν τη σοβαρότητα των ενεργειών του κατηγορουμένου που, ωστόσο λαμβάνονται υπόψη στην έκταση και βαθμό που δύνανται να ορωθούν.
Παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος που διεπράχθη από τον κατηγορούμενο, επιτάσσεται η εξατομίκευση της ποινής η οποία να είναι δίκαιη και να συνάδει με το δράστη.
Προς όφελος του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνεται υπόψη εν πρώτοις το λευκό ποινικό μητρώο του.
Συνεκτιμάται η παραδοχή του κατηγορουμένου όπως αυτή οράται εν τοιαύτη περιπτώσει. Συγκεκριμένα, η παραδοχή του κατηγορουμένου στην ως άνω κατηγορία έλαβε χώρα κατόπιν αλλαγής απάντησης στις 26/11/2025. Σε κάθε περίπτωση η παραδοχή του κατηγορουμένου έλαβε χώρα τοιουτοτρόπως. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 4/2025, απόφαση, ημερ. 8/10/2025, ο Εφεσείων παραδέχθηκε κάποιες κατηγορίες αμέσως και την κατηγορία 3 «σε μεταγενέστερο στάδιο». Το Εφετείο επεσήμανε ως προς τη χρονική διαφοροποίηση της παραδοχής μεταξύ των κατηγοριών συγκριτικά που παρατηρήθηκε, τη σημασία που τελικά ενέχει και πρέπει να δηλούται με απώτερο σκοπό να προσδίδεται η δέουσα βαρύτητα συνεπεία της πραγμάτωσής της. Το Εφετείο τόνισε συγκεκριμένα πως «Το ουσιώδες είναι ότι, όπως έχει λεχθεί στην Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου». Συνεπώς, η παραδοχή του κατηγορουμένου, ως αυτή πραγματώθηκε, λαμβάνεται υπόψη αποδίδοντάς της τη δέουσα βαρύτητα και «αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή». Αναμφίβολα, η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Ως εκ τούτων, η παραδοχή του στο δικαστήριο, η απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και η εκπεφρασθείσα σε πρότερο χρόνο προς τον παραπονούμενο απολογία του δηλούνται ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, η οποία μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιορισμούς ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. v. Ελισάβετ Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288), η οποία και προσμετράται προς όφελός του.
Λαμβάνεται δε υπόψη υπέρ του κατηγορουμένου ο παράγοντας της καθυστέρησης ως τούτος διαπιστώνεται σε ό,τι αφορά το διαρρεύσαντα χρόνο από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης, περιλαμβανομένης της παρόδου 1 έτους περίπου μέχρι την καταχώρησή της στις 29/10/2020. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2023, απόφαση, ημερ. 16/7/2024, λέχθηκαν συναφώς ότι:
«Σε ό,τι αφορά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, αυτό ορθώς προσμέτρησε ως μετριαστικός παράγοντας βάσει της πάγιας θέσης της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:
"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".
Και σε ακόλουθο σημείο λέχθηκε ότι «Περιπλέον, ακόμη και όπου για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, αυτή δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, εάν στο μεταξύ επήλθε μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617). Επομένως, η προσέγγιση του Κακουργοδικείου επί του προκειμένου υπήρξε καθόλα ορθή».
Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, συνυπολογίζεται πρόσθετα επ’ ωφελεία του κατηγορουμένου η απουσία προσχεδιασμού και η συναισθηματική φόρτιση [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευτύχιου Ελευθερίου (ανωτέρω)] υπό το κράτος της οποίας ευρισκόταν προκειμένου για τη διάπραξη του αδικήματος από μέρους του δίχως ωστόσο τούτη να απαμβλύνει τη σοβαρότητα αυτού ή δικαιολογεί τον ίδιον να προβεί στη διενέργεια βιαιότητας εναντίον του συνανθρώπου του.
Προς μετριασμό της ποινής, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη την εντιμότητα και καλό χαρακτήρα του κατηγορουμένου (βλ. Γιώργου Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2017, απόφαση, ημερ. 27/9/2017). Συνεκτιμώνται έτι δεόντως οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου που λαμβάνονται υπόψη συνυπολογίζονται στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Τούτο διότι προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382, Γενικός Εισαγγελέας v. Ασσιώτη (2010) 2 Α.Α.Δ. 67, Δημοκρατία v. Γ.Ε., Ποινική Έφεση Αρ. 197/2016, απόφαση, ημερ. 16/1/2018, Νικόλαος Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 278/2022, απόφαση, ημερ. 7/4/2023). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824 «Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων».
Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και Εφετείου αποτελούν ένα οδοδείκτη του μέτρου τιμωρίας ωστόσο δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα αφού η ποινή επιβάλλεται εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τις περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου. Επισημαίνεται πως τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν χωρίς προδεσμεύσεις την οιανδήποτε ενώπιον τους υπόθεση, επιβάλλοντας την θεωρούμενη ως εύλογη και δίκαιη υπό τας περιστάσεις, ποινή [Αναστασιάδης v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 242/2018, απόφαση, ημερ. 31/5/2019, Σ. Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, απόφαση, ημερ. 25/2/2021]. Όπως ελέχθη δε στην υπόθεση Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, «δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής, εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες εκάστου εφεσείοντα».
Στην υπόθεση Μιχαλάκης Λυσάνδρου κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω), ο εφεσείων, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων στο αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης επί του οποίου το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 1 μηνός, άμεσα εκτελεστέας.
Το κλαπέν όχημα του παραπονούμενου εντοπίστηκε στις 15/9/2024 και ο οδηγός του οχήματος που ήταν ο κατηγορούμενος, κατέβηκε από το όχημα και ο παραπονούμενος τού ανέφερε ότι το όχημα του ανήκει και ότι είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να μην καλέσει την Αστυνομία και του είπε ότι θα τον αποζημιώσει. Όταν ο παραπονούμενος αρνήθηκε, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να φύγει και τον έγδαρε στον λαιμό. Ο παραπονούμενος μετέβη στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και εξετάστηκε από γιατρό η οποία σημείωσε στην ιατρική της έκθεση ότι κατά την κλινική εξέταση, έφερε επιμήκη εκδορά (γδάρσιμο) μήκους 10 περίπου εκατοστών στη βάση του τραχήλου δεξιά. Το Εφετείο επεκύρωσε την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης πως από τα γεγονότα, τα αδέλφια Κωνσταντίνου περιόρισαν τον εφεσείοντα μέσα στο αυτοκίνητο με σκοπό να μη διαφύγει μέχρι να έρθει η Αστυνομία, τούτου λεχθέντος σε ό,τι αφορά τη διαπραχθείσα επίθεση.
Ο εφεσείων βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες στις οποίες του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή και κατόπιν αιτήματος του εφεσείοντα και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής δυνάμει του Άρθρου 81 του Κεφ. 155, στην παρούσα υπόθεση συνεκτιμήθηκαν άλλες 6 υποθέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε.
Το Εφετείο σημειώνοντας, κατά την εξέταση του ύψους της επιβληθείσας πρωτόδικα ποινής επί τούτου του αδικήματος, πως το αδίκημα έλαβε χώραν σε δημόσιο χώρο και το τραύμα του παραπονούμενου ήταν εκδορά περίπου 10 εκατοστών στον λαιμό, στην προσπάθειά του να διαφύγει πριν την άφιξη της Αστυνομίας στη σκηνή και τονίζοντας πως τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα, είναι αδικήματα βίας και ενέχουν το στοιχείο της αυτοδικίας και της επιθετικότητας εναντίον συνανθρώπου, ανέτρεψε το ύψος της ποινής.
Τούτο διότι, όπως επισημάνθηκε, δεν αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος,την έξαρση που παρατηρείται σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, στερείτο του αποτρεπτικού χαρακτήρα που απαιτείται για την προστασία του κοινού οπότε επαυξήθηκε σε 3 μήνες ποινή φυλάκισης.
Με γνώμονα πάντα τα ανωτέρω, αφενός τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικήματος η οποία απαιτεί την επιβολή ακόμη αυστηρότερων και αποτρεπτικών ποινών από τα Δικαστήρια, τις συνθήκες υπό τις οποίες διεπράχθη και αφετέρου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και το μακρόν χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου και την επιδειχθείσα μεταμέλειά του, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 1η κατηγορία.
Συνακόλουθα, επί τω ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα 3 έτη, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο η εκτέλεσή της δύναται να ανασταλεί.
Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη είναι (Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303:
1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
2. Το μητρώο του κατηγορουμένου και η αναγκαιότητα αποτροπής
3. Η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας
Προκειμένου για τη θεώρηση της υπό κρίση, όπως ελέχθη μεταξύ άλλων στην υπόθεση Georgios Tsintsaratze v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2025, 141/2025, απόφαση, ημερ. 30/10/2025, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Διαφωτιστική περιπλέον επί του προκειμένου είναι η δικανική προσέγγιση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λαμπράκη Κάλλικα, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, απόφαση, ημερ. 30/9/2025, συνυπολογίζοντας ορισμένες παραμέτρους:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέστειλε την ποινή που επέβαλε, εξηγώντας ότι «εφόσον πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και με δεδομένο ότι έχει εκφράσει την απολογία του, έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από τα συγκεκριμένα περιστατικά βίας και φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεων του και αναφέρθηκε ότι έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα αυτοελέγχου. Επίσης ως αντιλαμβάνομαι με τη διακοπή της συμβίωσής του με την παραπονούμενη, αν και δεν έχουν αποκατασταθεί πλήρως οι σχέσεις τους, οι προσβολές και η επιθετική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δεν λαμβάνουν πλέον χώρα». Εξέδωσε, παράλληλα, διάταγμα επιτήρησης, επίσης για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία επιβολής του.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα αρχής στην πρωτόδικη κρίση. Όντως, το χρονικό διάστημα που είχε διαρρεύσει από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή ποινής, ακόμα και εκείνων των υποθέσεων που λήφθηκαν υπ' όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής, ήταν πολύ μεγάλο (πέραν των 4 ετών). Επιπλέον, υπήρξε διαφοροποίηση των δεδομένων, ως τα κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα οποία του επέτρεπαν να δηγηθεί σε αναστολή της ποινής. Με δεδομένο ότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα έχει ακόμη περισσότερο σημαντικά αυξηθεί μέχρι σήμερα, αλλά και με δεδομένη την ως άνω παρέμβασή μας για αύξηση της επιβληθείσας ποινής, ώστε να αντικατοπτρίζεται η αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και να εξυπηρετείται το στοιχείο της αποτροπής, κρίνουμε ότι η αναστολή της ποινής, ως αποφασίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αντικειμενικά ιδωμένη, δεν εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας ώστε να δημιουργείτο σφάλμα αρχής. Κρίνουμε ότι η ανασταλείσα ποινή, ως διαμορφώνεται, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για αυτά, λαμβάνοντας υπ' όψιν τόσο τα περιστατικά της υπόθεσης όσο τις ιδιαίτερες περιστάσεις του εφεσίβλητου».
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Συνεκτιμώντας τη βασική νομολογιακή αρχή ότι στο στάδιο αυτό επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Παύλος Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 68/2024, 71/2024, απόφαση, ημερ. 16/7/2025, συνυπολογίζοντας το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την ηλικία του, όντας σε παρόντα χρόνο 52 ετών, ότι η επιθετική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν λαμβάνει πλέον χώρα ως και την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος από το επίδικο περιστατικό, κρίνεται όπως ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης.
Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Επισημαίνεται στον κατηγορούμενο πως η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης συνιστά ποινή φυλάκισης με μόνη διαφοροποίηση πως δεν υπόκειται σε άμεση ισχύ. Η φυλάκιση επικρεμάται στον ίδιον ως δαμόκλειος σπάθη αν εμπλακεί εκ νέου σε οποιοδήποτε διαπραττόμενο ποινικό αδίκημα.
Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο