ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ.
Aρ. Υπόθεσης: 1899/19
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
- ν -
Α. Ι
Ημερομηνία: 19/02/26
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη
Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Σιαηλής
Κατηγορούμενη : παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία και 4η κατηγορία), την κατηγορία της διάρρηξης περιπτέρου κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφλ.154 (2η και 5η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 262, 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η και 6η κατηγορία).
Ειδικότερα με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η Κατηγορούμενη κατηγορείται επί τω ότι την 21/07/10 στην παραλιακή περιοχή του Φάρου στην Κάτω Πάφο μαζί με τον Π.Ι από την Πάφο διέρρηξαν και εισήλθαν στο περίπτερο 1 και 2 του Θ. Κ από την Πάφο και διέπραξαν μέσα σε αυτό κακούργημα δηλαδή την κλοπή από το περίπτερο 1 πέντε μπάλων, τριών σε παιδικών παιχνιδιών θαλάσσης, 27 τσιπς μάρκας LAYS και ένα μίνι DVD μάρκας Microplayer, όλα συνολικής αξίας 172,40 ευρώ περιουσία του Θ. Κ από την Πάφο καθώς και από το περίπτερο 2 ένα κιβώτιο με πατάτες, δύο κουτιά NESCAFE CLASSIC, ένα κουτί καφέ Romboyts, άγνωστο αριθμό φακελάκια ζάχαρης και Nescafe, τρία τσαντάκια μέσης στο ένα εκ των οποίων υπήρχαν νομίσματα και αποδείξεις, πέντε πλαστικά ποτήρια εντός των οποίων υπήρχαν νομίσματα αξίας 200 ευρώ, τέσσερις αποδείξεις καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας στο όνομα του Θ.Κ, ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας στο όνομα του Θ. Κ, ένα σακουλάκι με νομίσματα Mils και ένα ζεύγος κιάλια όλα συνολικής αξίας 268 ευρώ περιουσία του Θ.Κ από την Πάφο.
Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της δεν κάλεσε μάρτυρες κατηγορίες αφού με την σύμφωνη γνώμη και της Υπεράσπισης το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό.
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ενώ από πλευράς η Κατηγορουμένη επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση της.
Παραδεκτά Γεγονότα
Την 21/07/10 και περί ώρα 0420 π.μ. ο Κ.Π πήγε για περπάτημα στην παραλία του Κ. που βρίσκεται στην περιοχή Φάρος στην Κάτω Πάφο καθότι το κάνει αρκετά συχνά γιατί του αρέσει. Στο συγκεκριμένο σημείο μετέβηκε από τον χωμάτινο δρόμο και κάθισε σε ένα τραπέζι εκεί κοντά στον χώρο της καντίνας και σε απόσταση από την παραλία περί τα 30 μέτρα και άρχισε να καπνίζει ένα τσιγάρο. Στο σημείο που καθόταν και σε απόσταση 15 μέτρων βρισκόταν η καντίνα του Κ. και ως εκ τούτου είχε πλήρη οπτική επαφή χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε ενδιάμεσα τους. Στο συγκεκριμένο σημείο κατά την στιγμή εκείνη δεν υπήρχε ούτε οποιοδήποτε άλλο όχημα ούτε και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και συνεπώς ο Κ.Π ήταν μόνος. Κατά την διάρκεια που κάπνιζε όμως το τσιγάρο του πρόσεξε ότι μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη καντίνα υπήρχε κάποιο πρόσωπο το οποίο άναβε και έσβηνε συνεχώς τον αναπτήρα του. Ως εκ τούτου υποψιάστηκε ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε και ότι κάποιος κλέφτης θα ήταν γιατί η πόρτα της καντίνας ήταν κλειστή και τα φώτα σβηστά. Έτσι ο Κ.Π αμέσως ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον ιδιοκτήτη της καντίνας Θ.Κ τηλ. (………….) και του ανέφερε ότι κάποιος βρισκόταν μέσα στην καντίνα του και τον έκλεβε και αυτός του είπε ότι θα ερχόταν στο μέρος γρήγορα. Ο Κ.Π για να μην τον ακούσει αυτός που βρισκόταν μέσα στην καντίνα έφυγε από το τραπεζάκι που καθόταν και πήγε πίσω από ένα καινούργιο κτίριο δίπλα από την καντίνα προς την παραλία και είδε ένα αυτοκίνητο μάρκας Suzuki Vitara χρώματος μπλε ή μαύρου να βρίσκεται σταθμευμένο πάνω στην άμμο και έξω από την θέση του οδηγού στεκόταν ένα άλλο πρόσωπο και έτσι κατάλαβε ότι περίμενε τον άλλο που βρισκόταν εντός της καντίνας. Ο Κ.Π επίσης πρόσεξε ότι το όχημα στο μπροστινό του μέρος είχε αριθμούς εγγραφής YH ενώ το υπόλοιπο νούμερο έλειπε και ήταν σπασμένο και ως εκ τούτου και πάλι υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για κλέφτες. Έτσι άρχισε να απομακρύνεται με γρήγορο βηματισμό προς το τέρμα του χωμάτινου δρόμου που οδηγεί προς την καντίνα και τοποθέτησε δύο μεγάλους πράσινους κάδους στον δρόμο αποκόπτοντας έτσι την είσοδο να μην μπορεί να φύγει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο από το μέρος όταν έρθει η αστυνομία την οποία είχε ήδη ειδοποιήσει μόλις είδε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο με το άλλο πρόσωπο που στεκόταν έξω από την θέση του οδηγού. Ακολούθως ο Κ.Π άνοιξε τους καλάθους για να εισέλθει στον χώρο το περιπολικό της αστυνομίας και τρέχοντας κατευθύνθηκε προς την καντίνα του Θ.Κ. και την ίδια στιγμή είδε το όχημα μάρκας Suzuki να κατευθύνεται προς τον Φάρο από την παραλία μέσα στην άμμο ενώ όταν έφτασε στην καντίνα αφίχθηκε ακόμη ένα περιπολικό χωρίς σήματα και εκείνη την στιγμή το όχημα μάρκας Suzuki έστριψε προς την αντίθετη κατεύθυνση και πάλι οδηγώντας το στην παραλία μέσα στην άμμο. Τότε ο Κ.Π έδειξε στους αστυνομικούς που έφτασαν στο μέρος με πολιτικά ρούχα το συγκεκριμένο όχημα που οδηγείτο στην άμμο και έτσι κατευθύνθηκαν προς το μέρος του ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο μέρος μέχρι να έρθουν και οι άλλοι αστυνομικοί. Ο Κ.Π επίσης όταν είδε το συγκεκριμένο όχημα το είδε να είναι σταθμευμένο με το πίσω μέρος του προς την θάλασσα ενώ το μπροστινό του μέρος έβλεπε προς τον χωμάτινο δρόμο και ήταν σβηστό δηλαδή η μηχανή του δεν ήταν αναμμένη. Το δε άτομο που αντιλήφθηκε να βρίσκεται εντός της καντίνας είχε λίγο γένι και δεν φορούσε οτιδήποτε στο κεφάλι του με αποτέλεσμα να μην μπορεί σίγουρα να τον αναγνωρίσει ενώ το άλλο άτομο που στεκόταν δίπλα από το όχημα να μην μπορεί να το περιγράψει. Το όχημα όμως μπορούσε να το αναγνωρίσει και είναι επίσης σίγουρος ότι το άτομο που είδε μέσα στην καντίνα και το άτομο που τον περίμενε έξω στο αυτοκίνητο ήταν μαζί και ότι ήταν αυτοί που έκλεψαν την καντίνα γιατί στο μέρος δεν υπήρχε κανένα άλλο άτομο αλλά ούτε και αυτοκίνητο. Το δε πρόσωπο που ήταν μέσα στην καντίνα και αναβόσβηνε τον αναπτήρα βρίσκονταν εντός του συγκεκριμένου μέρους για 2 – 3 λεπτά και όταν ο ίδιος κατευθύνθηκε προς το άλλο κτίριο αυτός συνέχισε να βρίσκεται εντός της καντίνας χωρίς να τον αντιληφθεί καθόλου. Το ότι κλάπηκαν τελικά από την καντίνα πράγματα ο ίδιος το έμαθε από την αστυνομία καθώς και ότι εντός του συγκεκριμένου οχήματος βρισκόταν δύο πρόσωπα ένας άντρας και μια γυναίκα και μέσα είχαν τα κλοπιμαία από την καντίνα.
Παρεμβάλλεται ότι, ο Αστ. 2827 Χ. Ιακώβου του ΤΑΕ Πάφου την 21/07/10 και ώρα 0430 ενώ βρισκόταν περιπολία με το αστυνομικό όχημα με αρ. εγγραφής (…….) που οδηγούσε ο Αστ. 4889 έλαβε μήνυμα μέσω του ασυρμάτου ότι στο περίπτερο με την ονομασία Κ που βρίσκεται στην περιοχή του Φάρου γίνεται διάρρηξη. Αμέσως μετέβηκαν στην σκηνή και αφού συνάντησαν το Κ.Π αυτός τους υπέδειξε το όχημα μάρκας Suzuki μαύρου χρώματος με αριθμούς εγγραφής που ήταν σπασμένοι να απομακρύνεται από το μέρος αναφέροντας τους ότι οι επιβαίνοντες είναι οι δράστες της διάρρηξης του περιπτέρου. Αφού καταδιώχθηκε το εν λόγω όχημα βάζοντας σειρήνες και φάρο σε πάροδο της Λεωφ. Τάφοι των Βασιλέων το προσπέρασαν παρά το σημείο που βρίσκονται οι Τάφοι των Βασιλέων και είδαν ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν ο Π.Ι ενώ αυτός κατάφερε με ελιγμούς να διαφύγει ενώ συνεχίστηκε να καταδιώκεται ενώ οδηγούσε με επικίνδυνο τρόπο και περνούσε με κόκκινο όλα τα φανάρια. Σε κάποια στιγμή στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου τους προσπέρασε ένα άλλο περιπολικό όχημα με σήματα και φάρο καταδιώκοντας και αυτό το όχημα που οδηγούσε ο Π.Ι. Αφού προσπέρασαν την κλινική Ευαγγελισμός στην οδό Β. Κωνσταντίνου και ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω οδικών έργων ο Π.Ι οδηγός του οχήματος αναγκάστηκε να σταματήσει ενώ το περιπολικό που τον ακολουθούσε σταμάτησε πίσω του. Τότε ο Π.Ι έβαλε πισινή ταχύτητα με αποτέλεσμα με τον πισινό του προφυλακτήρα να χτυπήσει τον μπροστινό προφυλακτήρα του δικού τους αυτοκινήτου και το καπό. Το όχημα τότε ακινητοποιήθηκε και ο Αστ. 4889 κατάφερε να τον ακινητοποιήσει μέσα στο αυτοκίνητο του. Ο Π.Ι προέβαλε αντίσταση και τότε ο Αστ. 4889 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης αφού τον είχε χτυπήσει στο χέρι. Στην θέση του συνοδηγού βρισκόταν η Κατηγορούμενη φιλενάδα του Π.Ι. Τότε ο Αστ. 2827 Χ. Ιακώβου προέβηκε σε έρευνα εντός του οχήματος του Π.Ι όπου βρήκε και παρέλαβε όλα τα κλοπιμαία αντικείμενα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε «έδωκε μου τα ένας φίλος» ενώ η Κατηγορούμενη δεν απάντησε οτιδήποτε. Η Κατηγορούμενη τότε συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και οδηγήθηκε τόσο η ίδια όσο και ο Π.Ι στην ΑΔΕ Πάφου και τέθηκαν υπό κράτηση.
Επίσης ο Ε/Αστ. 7072 Στ. Χριστοδούλου της ΑΔΕ Πάφου την ίδια ημέρα και περί ώρα 2200 ενώ αναχώρησε για περιπολία με το όχημα με αρ. εγγραφής (…………) την ίδια ημέρα και περί ώρα 0420 πμ το πρωί έλαβε μήνυμα μέσω ασυρμάτου ότι υπάρχει διάρρηξη σε εξέλιξη σε περίπτερο στην περιοχή του Φάρου στην Κ. Πάφο και έτσι κινήθηκε στην εν λόγω περιοχή. Ενώ διενεργούσε περιπολία στην πιο πάνω περιοχή άκουσε μέσω του ασυρμάτου ότι βρισκόταν σε εξέλιξη καταδίωξη οχήματος χρώματος μαύρου και μάρκας Suzuki και ως εκ τούτου κινήθηκε προς την Λεωφ. Αποστόλου Παύλου όπου και πάλι άκουσε μέσω του ασυρμάτου ότι κατευθύνονταν τα περιπολικά που καταδίωκαν το όχημα με μαύρο χρώμα. Έτσι ενώ βρισκόταν στην πιο πάνω λεωφόρο αντιλήφθηκε ένα περιπολικό του ΤΑΕ το οποίο χρησιμοποιούσε τις σειρήνες και τον φάρο να καταδιώκει το συγκεκριμένο όχημα και ως εκ τούτου άρχισε και ο ίδιος να συμμετέχει στην εν λόγω καταδίωξη. Η καταδίωξη του εν λόγω οχήματος συνεχίστηκε σε διάφορους δρόμους στην Πάφο όπου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου ο Αστ. 7072 το ανέκοψε αφού μπήκε μπροστά από το όχημα και αφού κατέβηκε έτρεξε προς την πόρτα του συνοδηγού ενώ ο οδηγός του οχήματος έβαλε όπισθεν με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το υπηρεσιακό όχημα του ΤΑΕ το οποίο και ακινητοποιήθηκε. Σημειώνεται ότι ο Αστ. 7072 κατά την διάρκεια της καταδίωξης έκανε υποδείξεις στον οδηγό του οχήματος να σταματήσει αλλά αυτός τις αγνοούσε επανηλλειμένα και οδηγούσε επικίνδυνα παραβιάζοντας και τους φωτεινούς σηματοδότες του δρόμου. Στο ίδιο όχημα μαζί με τον Ε/Αστ 7072 Στ. Χριστοδούλου επέβαινε και ο Λοχ. 3710 Μ. Πατσαλίδης από τον οποίο και έγιναν επίσης αντιληπτά όλα τα πιο πάνω περιστατικά.
Ο Αστ. 2588 Α. Παπακλεβούλου του ΤΑΕ Πάφου και είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην δακτυλοσκοπική εξέταση σκηνών εγκλημάτων, φωτογράφησε τον Αστ. 4889 Μ. Αναστάση σχετικά με επίθεση εναντίον αστυνομικού ενώ την ίδια ημέρα και περί ώρα 1600 στο ΤΑΕ Πάφου φωτογράφησε τα τεκμήρια που κλάπηκαν σχετικά με διάρρηξη περιπτέρου. Ακολούθως η ώρα 1615 της ίδιας ημέρας στην ΑΔΕ Πάφου φωτογράφησε το όχημα με αρ. εγγραφής ΥΗ 388 ενώ στην συνέχεια φωτογραφήθηκε και το αστυνομικό όχημα KWX 843 σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση.
Την ίδια ημέρα και περί ώρα 0930 στην ΑΔΕ Πάφου, ο Αστ. 1422 Γ. Λεωνίδα του ΤΑΕ Πάφου συνέλαβε τον Π.Ι δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του απάντησε « δεν έχω να πω τίποτε». Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας και περί ώρα 0940 στην ΑΔΕ Πάφου συνελήφθηκε η Κατηγορουμένη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού της εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης της και της επιστήθηκε η προσοχή της στον Νόμο αυτή απάντησε « Ήμουν εκεί αλλά δεν μπήκα μέσα».
Ο Θ. Κ ενοικιάζει από τον Δήμο Πάφου την παραλία του Φάρου στην Πάφο και διατηρεί επίσης και το περίπτερο αναψυχής στην πιο πάνω παραλία ως επίσης διαχειρίζεται και τα κτίρια του Δήμου Πάφου που βρίσκονται στην πιο πάνω παραλία. Την 21/07/10 και περί ώρα 0430 π.μ. δέχθηκε τηλεφώνημα τον φίλο του Κ.Π ο οποίος του ανέφερε ότι μέσα στο περίπτερο του είδε κάποιο πρόσωπο. Σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο το εν λόγω περίπτερο το είχε κλειδώσει την 20/07/10 και περί ώρα 22:00 μ.μ. αφού ήταν αυτός που έφυγε και τελευταίος, ενώ είχε ελέγξει και ήταν όλα ασφαλισμένα. Αφού ο Θ.Κ έφτασε στο μέρος υπήρχε αστυνομία η οποία φρουρούσε την περιοχή, ενώ από έλεγχο που διενήργησε στο ιδιόκτητο του περίπτερο ήταν σπασμένο το νότιο παράθυρο το οποίο είναι αλουμινένιο. Αφού στην συνέχεια εισήλθε εντός του κτιρίου και ξεκλείδωσε την είσοδο διαπίστωσε ότι η ταμειακή μηχανή ήταν στο έδαφος σπασμένη και ανοικτή και από μέσα έλειπαν τα χρήματα που είχε αφήσει από την προηγούμενη νύχτα στην ταμειακή εντός της οποίας υπήρχαν δυο χαρτονομίσματα των 10 και από 20 κέρματα των 5,10,20,50 σεντς και δύο ευρώ. Σύνολο δηλαδή 108 ευρώ. Επίσης υπήρχε και ένα δολάριο και ένα δεκαδόλλαρο. Περαιτέρω κατά τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι έλειπε και ένα κασόνι με πατάτες, δύο τσαντάκια μέσης που εντός του ενός υπήρχαν δύο κέρματα ενώ στο άλλο αποδείξεις, καθώς και ορισμένα είδη καντίνας. Σύμφωνα επίσης με τον Θ.Κ στο εν λόγω κτήριο υπήρχε και ένα κουτί stainless το οποίο ήταν κλειδωμένο και εντός του οποίου υπήρχαν έξι πλαστικά ποτήρια τα οποία επίσης κλάπηκαν εντός των οποίων μάλιστα υπήρχαν κέρματα αξίας 200 ευρώ. Σε ότι αφορά την αξία της ταμειακής μηχανής αυτή ανέρχεται στα 400 ευρώ, ενώ σημειώνεται ότι παράλληλα έσπασε και ο εξωτερικός προβολέας ο οποίος ενεργοποιείται με την κίνηση. Σύμφωνα επίσης με τον Θ.Κ από τον έλεγχο στον οποίο προέβηκε στα κτίρια που διαχειρίζεται για τον Δήμο παρατήρησε ότι μια από τις πόρτες του εν λόγω περιπτέρου η οποία είναι επίσης αλουμινένια ήταν παραβιασμένο το κάτω της μέρος μάλλον με την χρήση σωματικής βίας. Από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι έλειπαν αρκετά τσιπς που η τιμή πώλησης τους ανέρχεται στο 1,20 ευρώ, έλειπαν επίσης δίχτυα με μπάλες θαλάσσης οι οποίες πωλούνται περί τα 8 ευρώ η μία, ότι επίσης κλάπηκε ένα κιβώτιο το οποίο περιείχε μεγάφωνα δεν θυμάμαι την μάρκα ακριβώς και το οποίο είχε φέρει για ένα beach party που θα γινόταν τις 22/07/10. Ο Θ.Κ επίσης διαπίστωσε ότι προκλήθηκε ζημιά στον ηλεκτρισμό των υποστατικών του και λόγω του ότι θα γινόταν πάρτι με αποτέλεσμα τα περίπτερα του να είχαν εφοδιαστεί με στοκ ο ίδιος δεν μπορούσε να υποδείξει με ακρίβεια κατά την στιγμή εκείνη για το τι είχε κλαπεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν φύγει από το υποστατικό του κλείδωσε και έλεγξε όλους τους χώρους του.
Ο Θ.Κ επίσης την 21/07/10 είδε και αναγνώρισε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου 5 μπάλες, 3 σετ παιδικά παιχνίδια θαλάσσης, 27 τσιπς μάρκας LAYS , ένα DVD μάρκας MICROPLAYER και ένα ζευγάρι γυαλιά κολύμβησης τα οποία κλάπηκαν από το υποστατικό του Δήμου Πάφου το οποίο διαχειρίζεται. Επίσης είδε και αναγνώρισε το κιβώτιο με τις πατάτες που κλάπηκαν από το περίπτερο του επίσης στην παραλία του φάρου, 2 κουτιά NESCAFE CLASSIC, 1 κουτί Romboyts, αριθμό φακελάκια ζάχαρης και NESCAFE, τρία τσαντάκια μέσης τα δύο χρώματος μαύρου εντός του οποίου υπάρχουν νομίσματα και αποδείξεις και ένα πράσινο, 5 πλαστικά ποτήρια εντός των οποίων βρίσκονταν νομίσματα αξίας γύρω στα 200 ευρώ, 4 αποδείξεις καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας στο όνομα του, 1 βιβλιάριο καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας στο όνομα του, ένα σακουλάκι με νομίσματα mils και ένα ζεύγος κιάλια. Η δε αξία του MINI DVD MICROPLAYER είναι γύρω στα 100 ευρώ, η αξία των κουτιών καφέ και της ζάχαρης είναι γύρω στα 30 ευρώ, η αξία του κιβωτίου με τις πατάτες είναι γύρω στα 10 ευρώ και η αξία του ζεύγους κιάλια είναι γύρω στα 20 ευρώ. Η πιο πάνω αναγνώριση έγινε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου στην παρουσία του Αστ. 1013 Α. Δημητρίου ενώ ο Αστ. 3144 Π. Σιμιλλίδης την ίδια ημέρα και περί ώρα 2000 – 2025 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη αφού της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο.
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η Κατηγορούμενη
Η Κατηγορούμενη από την άλλη τήρησε ως άλλωστε είχε δικαίωμα, το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση της. Η δε ανακριτική της κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 14. Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση της Κατηγορουμένης σημειώνονται τα ακόλουθα.
Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της.
Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ’ ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, R v. Hamand (1985) 82 Cr App R. 65, R v. Sharp (1988) 1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία.
Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή.
Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ’ εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».
Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ’ ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9).
Στην γραπτή της κατάθεση η Κατηγορουμένη προβαίνει και σε ενοχοποιητικές αλλά και σε απαλλακτικές δηλώσεις. Συναφώς παραδέχεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν με τον Π.Ι εντός του οχήματος του μάρκας Vitara και έκαναν βόλτες καθώς και ότι πήγε μαζί του σε παραλία. Η λογική επιβάλλει ότι αν οι δηλώσεις αυτές δεν ήταν αληθινές η Κατηγορούμενη δεν θα προέβαινε σε αυτές. Περαιτέρω η αλήθεια των υπό συζήτηση δηλώσεων υποστηρίζεται και από τα παραδεκτά γεγονότα αφού σύμφωνα με αυτά κατά την ανακοπή του οχήματος που οδηγείτο από τον Π.Ι από την αστυνομία, εντός του οποίου εντοπίστηκε και η κλοπιμαία περιουσία του Θ. Κ βρισκόταν η Κατηγορουμένη. Οι υπόλοιπες όμως απαντήσεις της Κατηγορουμένης δεν είναι αποδεκτές. Πρόκειται περί δηλώσεων οι οποίες είναι απαλλακτικές ενοχής και για τον λόγο αυτό και μόνο δέον να αντικρισθούν με καχυποψία αφού το ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη να μην είπε την αλήθεια επί του προκειμένου ώστε να απαλλάξει τον εαυτό της από την ευθύνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Επίσης, δεν υποστηρίχθηκαν ενόρκως ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να έχει την δυνατότητα να την αντεξετάσει αναφορικά με τις συγκεκριμένες δηλώσεις της. Τέλος, δεν υποστηρίζονται και ούτε από άλλη μαρτυρία.
Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω πλην των δηλώσεων της Κατηγορούμενης οι οποίες και έγιναν αποδεκτές, το υπόλοιπο μέρος της γραπτής της κατάθεσης δεν γίνεται αποδεκτό για τους λόγους που υπέδειξα.
Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα
Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προκύπτει σαφώς ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Όπου η καταδίκη στηρίζεται σε τέτοια μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. H περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται ως «αλυσίδα με κρίκους» και καθοδηγητικές για το θέμα είναι οι αρχές που διατυπώνονται στην Κυπριακή απόφαση Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ 102 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:
«Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας.»
2η και 4η κατηγορία
Καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι το άρθρο 20 του Κεφ. 154 ορίζει :
Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα:
(α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα
(β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον
(γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος
(δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.
Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης και της 4ης κατηγορίας το άρθρο 294(α) του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα :
Όποιος-
(α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά ή
(β) ………………..
είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.
Το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως:
«Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο».
Προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο ότι η διάρρηξη μπορεί να συντελεστεί όχι μόνο με την παραβίαση μιας εισόδου αλλά και με απλό άνοιγμα της είτε με κλειδί είτε διαφορετικά.
3η και 6η κατηγορία
Το αδίκημα της 3ης και 6ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη και τέταρτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως:
«(1) Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:
Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
.....................................................................................................................
(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο».
Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής:
«Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι (1) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (2) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (3) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act.
Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.
Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.
Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255(1) και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4(1) του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ’ αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General’s Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth – πιο πάνω – σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...».
Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του.
Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία.
Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.
Στρεφόμενος στην μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι πράγματι έγινε διάρρηξη αλλά και η κλοπή όλων των αντικειμένων που περιγράφονται στις κατηγορίες 3 και 6 από τα κτίρια του Θ.Κ που βρίσκεται στην παραλία του φάρου στην Πάφο. Επίσης με βάση τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει με ασφάλεια ότι το πρόσωπο που βρισκόταν εντός του οχήματος του Π.Ι κατά την ανακοπή του από την αστυνομία και μετά από την καταδίωξη η οποία άρχισε από την περιοχή που αυτό θεάθηκε για πρώτη φορά από τον Κ.Π να βρίσκεται σταθμευμένο και εκτός του οχήματος να περιμένει κάποιο πρόσωπο στην οποία βρίσκονται και τα περίπτερα 1 και 2 του Θ. Κ δεν ήταν άλλη από την Κατηγορούμενη. Ειδικότερα έχει προκύψει ότι ενώ το συγκεκριμένο όχημα ήταν σταθμευμένο και το ένα πρόσωπο κάτι περίμενε έξω από αυτό, κατά την ίδια στιγμή είχε ήδη γίνει αντιληπτό από τον Κ.Π ότι ακόμη ένα πρόσωπο που φάνηκε ότι είχε λίγο μούσι λόγω του ότι αναβόσβηνε τον αναπτήρα του βρισκόταν εντός του υποστατικού του Θ.Κ. Στην συνέχεια και αφού αφίχθηκε η αστυνομία στο μέρος μετά που ειδοποιήθηκε από τον Κ.Π, το όχημα στο οποίο ως ανωτέρω υπέδειξα βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο σταματημένο ξεκίνησε και επιχείρησε να διαφύγει ενώ στην πορεία και αφού αυτό οδηγείτο αλόγιστα αλλά και επικίνδυνα ως διαφάνηκε από τον Π.Ι ανακόπηκε. Κατά την ανακοπή του οχήματος διαπιστώθηκε μάλιστα ότι η συνοδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν η Κατηγορουμένη. Ακολούθως και κατά την έρευνα που διενεργήθηκε από την αστυνομία διαπιστώθηκε ότι εντός του πιο πάνω οχήματος βρισκόταν και η κλοπιμαία περιουσία του Θ.Κ η οποία αναγνωρίστηκε από τον ίδιο. Η ίδια η Κατηγορούμενη δεν αρνείται άλλωστε μέσω της ανακριτικής της κατάθεσης ότι επέβαινε επί του συγκεκριμένου οχήματος μαζί με τον Π.Ι καθώς και ότι είχαν πάει προηγουμένως και σε παραλία.
Υπό το φως των πιο πάνω περιστάσεων προκύπτει με ασφάλεια το μοναδικό συμπέρασμα και εν απουσία οποιασδήποτε λογικής ή άλλης εξήγησης ότι, αφής στιγμής η καταδίωξη του οχήματος στο οποίο επέβαιναν ο Π.Ι και με την Κατηγορούμενη ξεκίνησε από το σημείο στο οποίο ήταν σταθμευμένο το όχημα και στο οποίο βρισκόταν και ο Κ.Π ο οποίος αντιλήφθηκε τον ένα εξ αυτών να βρίσκεται εντός του υποστατικού του Θ.Κ και το άλλο πρόσωπο εκτός του οχήματος να περιμένει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επακολούθησε η καταδίωξη του οχήματος μέχρι και την ανακοπή του από την αστυνομία και τον εντοπισμό εντός του οχήματος της κλοπιμαίας περιουσίας εντός ενός πολύ μικρού και σύντομου χρονικού διαστήματος, ότι το πρόσωπο που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο εντός των υποστατικών του Θ.Κ τα οποία είχαν προηγουμένως διαρρηχθεί ήταν ο Π.Ι ενώ το άλλο πρόσωπο που τον περίμενε εκτός του οχήματος του ήταν η Κατηγορουμένη. Εξάλλου η ίδια Κατηγορούμενη με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την ίδια την θέση της μέσα από την ανακριτική της κατάθεση μέρος της οποίας και έγινε αποδεκτό για τους λόγους που ανωτέρω εξήγησα ήταν το μόνο πρόσωπο που συνόδευε τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο που διαπράχθηκε και η διάρρηξη αλλά και η κλοπή της περιουσίας του Θ.Κ. Σε ότι αφορά το συμπέρασμα μου ότι ο Π.Ι ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν εντός του υποστατικού ενώ η Κατηγορούμενη ήταν αυτή που τον περίμενε εκτός του οχήματος του, είναι φανερό επίσης μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα ότι ο Κ.Π ο οποίος αντιλήφθηκε το περιστατικό και ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία είχε ήδη αντιληφθεί με τα ίδια του μάτια ότι αυτός που βρισκόταν εντός του υποστατικού αναβοσβήνοντας τον αναπτήρα του ότι έχει λίγο μούσι και συνεπώς να προκύπτει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για άντρα. Επομένως αφού εντός του οχήματος εντοπίστηκε ο Π.Κ και η Κατηγορούμενη προκύπτει επίσης με ασφάλεια και το συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που τον περίμενε εκτός ήταν η γυναίκα και δεν ήταν άλλη από την Κατηγορούμενη αφού μάλιστα και κατά την στιγμή της σύλληψη της ανέφερε στον αστυνομικό « Ήμουν εκεί αλλά δεν μπήκα μέσα».
Περαιτέρω τονίζεται ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι, οποτεδήποτε προηγουμένως ως ήταν και η θέση της Υπεράσπισης κατά τις τελικές της αγορεύσεις οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλο όχημα θεάθηκε στην σκηνή και μάλιστα εντός του υποστατικού του Θ.Κ ήτοι εντός των δύο περιπτέρων του από την στιγμή που κλείδωσε το προηγούμενο βράδυ και περί ώρα 22:00 μ.μ τα υποστατικά του. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι πρόκειται για δύο περίπτερα και όχι μόνο ένα, μέσα επίσης από τα παραδεκτά γεγονότα τόσο δηλαδή από την κατάθεση του Θ.Κ όσο και του Κ.Π προκύπτει ότι το συγκεκριμένο υποστατικό αποτελείτο από δύο κτήρια, δηλαδή δύο περίπτερα, το περίπτερο 1 και το περίπτερο 2.
Τονίζεται περαιτέρω για ακόμη μια φορά ότι καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να μπορεί καταδείξει οτιδήποτε που να αφήνει έστω και την παραμικρή αμφιβολία μέσω λογικής και ή άλλης εξήγησης ως προς τα γεγονότα αυτά, ότι δηλαδή ότι ο Π.Ι και η Κατηγορούμενη ήταν τα πρόσωπα που διέρρηξαν και έκλεψαν τα συγκεκριμένα περίπτερα.
Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τόσο ισχυρή και αδιάσειστη που στο σύνολο της με οδηγεί με ασφάλεια στο πιο πάνω μοναδικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ήταν η Κατηγορούμενη που μαζί με τον Π.Ι διέπραξαν τα αδικήματα της διάρρηξης αλλά και της κλοπής των περιπτέρων 1 και 2 του Θ. Κ που βρίσκονται στην παραλία του Φάρου στην Πάφο χωρίς από την άλλη να έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να αφήνει έστω και την παραμικρή αμφιβολία ως προς την ενοχή της. Από την άλλη κρίνω ότι η Υπεράσπιση δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο οικοδόμημα της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει.
1η και 4η κατηγορία
Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα:
«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή».
H αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Επιπλέον, είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη.
Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που έκαστος των συνωμοτών έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως, δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού.
Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 134 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
« ... Τo αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Βλέπε Mulcany v. R. (1868) L.R. 34 H.L. 328, O’Connell v. R. (1844) 5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall (1876) 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παρ. 28-4».
Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα:
«H ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King (1966) Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker (1962) Crim. L.R. 458, R. v. O’Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9».
Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή την πραγματοποίηση του σκοπού της συνομωσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνούν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (plot) για να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (Βλ. Mulcahy v. R (1868) L.R. 3, H.L, 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2004, παρ. 34-4). Δεν υπάρχει συνομωσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (Βλ. Walker (1962) Crim. L. R. 458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice έκδοση 2003, παράγραφοι Α6.14, σελ. 90). Από την άλλη, είναι δυνατό να υπάρξει συνομωσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί («wheel» και «chain» conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (Βλ. Barratt (1996) Crim. L.R. 495). Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία ή συναίνεση (Βλ. Mawji v. R (1957) A.C. 126, PC) καθώς και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος (Βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen (1995) 1 AC 111).
Αφής στιγμής ως έχω προαναφέρει έχει καταδειχθεί από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σύνδεση της Κατηγορούμενης με το άλλο πρόσωπο και ταυτοχρόνως και με την διάπραξη των αδικημάτων των διαρρήξεων των περιπτέρων και των κλοπών από αυτά για τους λόγους που ανωτέρω υπέδειξα κρίνω ότι η μαρτυρία ως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι η Κατηγορούμενη συμφώνησε να υλοποιηθούν παράνομες πράξεις και ειδικότερα οι διαρρήξεις και οι κλοπές των περιπτέρων 1 και 2 του Θ.Κ που βρίσκεται στην παραλία του Φάρου στην Πάφο.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες εναντίον της Κατηγορούμενης στις οποίες κρίνεται ένοχη.
(Υπ.) ……………………………
Σ. Συμεού, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο