Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ι. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 9860/2023, 26/3/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ι. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 9860/2023, 26/3/2026
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ι. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 9860/2023, 26/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 9860/2023

 

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

εναντίον

 

Ι. Σ.

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 26/03/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού  

Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής   

Κατηγορούμενος παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:

1.    Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο της ικανότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης (πρώτη κατηγορία)∙

2.    Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (δεύτερη κατηγορία)∙ και

3.    Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης (τρίτη κατηγορία).

 

Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα στις 19/11/2023 στην οδό Αριστοτέλη Σάββα, στο Αναβαργός, της επαρχίας Πάφου, ο M1 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ], όπου διαπίστωσε ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Από συνομιλία του Μ1 με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι παρουσίαζε έντονα τα σημεία και συμπτώματα της μέθης, και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο όπως του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε, έδωσε δείγμα για προκαταρτική εξέταση με ένδειξη 117 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ακολούθως έδωσε δύο δείγματα για τελική εξέταση, και τα δύο με ένδειξη 111 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής.

 

Από περαιτέρω έλεγχο που διενέργησε ο Μ1, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση υπ’ αριθμό 2905/2020, το οποίο του στερούσε την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 20/10/2023 μέχρι 20/01/2024, καθώς και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου.

 

Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με  8 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του.

 

Με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του Κατηγορούμενου. Υιοθετώντας το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του και το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετωπίζει.  

 

Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, το άρθρο 11(1)(δ) του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση 2 ετών ή το πρόστιμο των €10.000. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη. Για το αδίκημα της οδήγησης από πρόσωπο το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, το άρθρο 19Α του Ν. 86/72 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση 4 ετών ή το πρόστιμο των €6.834.

 

Πρόκειται για σοβαρά αδικήματα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης τους, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση  Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:

 

«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»

 

Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:

 

«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».

 

Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης εμπεριέχει έντονα αυτό το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που τυχόν χρησιμοποιούν τον δρόμο (βλ. Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329). Προσθέτω ως ενδεικτικά τα όσα, εν σχέσει με το επιβαρυντικό στοιχείο της αλκοόλης, ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Παπαεπιφανείου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 16/21, 19/10/2021, που έχουν ως εξής:

 

«Εν προκειμένω, είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τον εφεσείοντα ότι επέδειξε εγωιστική συμπεριφορά, εφόσον αποφάσισε να οδηγήσει καθ΄ ον χρόνο είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά με το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του να ανέρχεται στο πενταπλάσιο του επιτρεπόμενου. Συνακόλουθα, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι ενέργειές του συνολικά ορώμενες «δεικνύουν εμμονή σε επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά και ενέχουν έκδηλα το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης των κανόνων οδήγησης, των σημάτων τροχαίας, καθώς και της πλήρους καταφρόνησης των δικαιωμάτων των άλλων οδηγών» και το επίδικο ατύχημα ορθά κατηγοριοποιήθηκε στα ιδιαίτερα σοβαρά από πλευράς γεγονότων για τα οποία ενδείκνυται κατ΄ αρχήν, ποινή φυλάκισης».

 

Στην υπόθεση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 307/18, 20/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:B505, επικυρώθηκε η άμεση φυλάκιση 15 και 30 ημερών για αμελή οδήγηση και οδήγηση υπό την επήρεια πενταπλάσιου του ορίου ποσοστού αλκοόλης αντίστοιχα (111 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου αίμα).  

 

Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Δεν διαφωνούμε ποσώς με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικού ήταν εγωιστική, άκρως αντικοινωνική, απαράδεκτη και εμπεριέχουσα πλήρη αδιαφορία για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν η πρόκληση ενός σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος με αντίστοιχα σοβαρές σωματικές βλάβες και εν δυνάμει περαιτέρω κινδύνους στους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος. Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελούσε όντως υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών  που θα επέβαλλε, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή»

 

Όσον αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που είχε αποστερηθεί από Δικαστήριο της ικανότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης σχετική είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης 7 μηνών στην εν λόγω κατηγορία, κινείται εντός του εύρους της επιείκειας,  και παρόλο που ενδεχόμενα να επιλέγετο υψηλότερη ποινή, δεν επενέβη σε αυτήν. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, με χρήσιμη παραπομπή σε κυπριακή νομολογία που αφορά το υπό κρίση αδίκημα.

 

«Αναφορικά με την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί της ικανότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, δεύτερη κατηγορία στο κατηγορητήριο που αντιμετώπισε ο εφεσίβλητος, την οποία και παραδέκτηκε, αλλά και γενικά σε σχέση με την απείθεια σε δικαστικά διατάγματα, παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ΛΟΪΖΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1996) 2 Α.Α.Δ. 227:

 

«Παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.»

 

Στην CCC LAUNDRIES (PAPHOSLTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 288 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου  πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται. Βλ. Kay ν. Municipality of Larnaca (1982) 2 Α.Α.Δ. 236. Οι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές.»

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εφεσίβλητος είναι δεδομένη. Ο εφεσίβλητος οδηγούσε ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών και ενώ του είχε στερηθεί με διάταγμα Δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση η δυνατότητα να κατέχει άδεια οδήγησης. Ως έχει λεχθεί στην υπόθεση ΤΟΥΜΑΖΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 166/2016, ημερ. 5.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B432, ECLI:CY:AD:2018:B432 αδικήματα τα οποία σχετίζονται με την οδική ασφάλεια έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή του την ανθρώπινη ζωή, τονίζοντας την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα. Έχουν χαρακτηριστικά λεχθεί τα εξής:

 

«..Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου.»

 

Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει η από κάθε οπτική απαράδεκτη οδική συμπεριφορά του εφεσίβλητου με ηθελημένη παρακοή και παραγνώριση δικαστικού διατάγματος, συμπεριφορά η οποία πλήττει τα θεμέλια του κράτους δικαίου. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση ΠΑΝΤΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 562, τα αδικήματα ιδιαίτερα της παρακοής δικαστικού διατάγματος δεν μπορούν απλά να αποδίδονται σε νεανική επιπολαιότητα ή απερισκεψία αλλά πρέπει να αντιμετωπιστούν με αυστηρότητα για να σταλούν τα αναγκαία μηνύματα.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 23rd ed, 2007, Vol. 1, σελ. 1/74, παρ. 11.85, μεταξύ άλλων, αναφέρονται για το αδίκημα οδήγησης μετά από στέρηση, ως επιβαρυντικοί παράγοντες, η πρόσφατη επιβολή ανικανότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το διάταγμα επιβολής στέρησης είχε ισχύ μόνο για τα Σαββατοκύριακα μεταξύ της περιόδου 16.3.24 μέχρι 23.7.24 και ο εφεσίβλητος διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, ενώ του είχε αποστερηθεί από Δικαστήριο η ικανότητα να λαμβάνει ή να κατέχει άδεια οδήγησης, στις 2.6.2024, στο μέσο δηλαδή της περιόδου που ίσχυε η απαγόρευση.

 

Σε σχέση με την επιβολή ποινής φυλάκισης 7 μηνών στη δεύτερη κατηγορία, θεωρούμε ότι αυτή κινείται εντός του εύρους της επιείκειας γι' αυτό και παρόλο που ενδεχόμενα να επιλέγαμε υψηλότερη ποινή, δεν θα επέμβουμε σε αυτή».

 

Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 133).

 

Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης, λόγω, μεταξύ άλλων, των σοβαρών επιπτώσεων για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57).

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, ιδωμένα συνολικά, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας και την Αστυνομία. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75. Ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους  ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.

 

Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών  που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 4/2025, 8/10/2025).

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήδη βαρύνεται με 8 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του, στοιχείο που καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου προς την παραβατικότητα και καθιστά πρόδηλη την ανάγκη για αναμόρφωση της οδηγητικής του συμπεριφοράς.

 

Ο Κατηγορούμενος στις 19/11/2023 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της στέρησης που του είχε επιβληθεί και χωρίς ασφάλεια, και υπό την επήρεια αλκοόλης, σε πολύ αυξημένα επίπεδα μάλιστα, επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα. Αυτή η οδική του συμπεριφορά ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική. Τέτοιου είδους συμπεριφορές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα και τα Δικαστήρια, μέσω των ποινών που επιβάλλουν, οφείλουν να στείλουν ξεκάθαρα μηνύματα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές.

 

Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:

 

Το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο του δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

 

Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).

 

Λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 65 ετών, συνταξιούχος, έχει 4 ενήλικα παιδία και έχει χωρίσει πριν από 3 χρόνια με την σύζυγο του.  Ο ίδιος διαμένει σε οικία ιδιοκτησίας της κόρης του καθ’ότι η οικογενειακή οικία έχει προσφάτως εκποιηθεί.

 

Δεν παραβλέπω ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού όπως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Το 2012 ο Κατηγορούμενος εισάχθηκε για περίοδο 30 ημερών στη μονάδα αποτοξίνωσης «ΘΕΜΕΑ» στη Λευκωσία. Ωστόσο όπως αναφέρθηκε από τον συνήγορο του ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα αλκοολισμού και επιθυμεί όπως ενταχθεί εκ νέου σε μονάδα αποτοξίνωσης.  

 

Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και την απολογία του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορούμενου.

 

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 2 χρόνια περίπου.

 

Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).

 

Δεν παραβλέπω ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε την επόμενη ημέρα διάπραξης των αδικημάτων. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.

Ο κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία σοβαρών αδικημάτων και ως θέμα αρχής η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν θα ήταν λάθος. Στη Huseyin Topaloglurari v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 478 λέχθηκε ότι η διάπραξη σωρευτικών τροχαίων αδικημάτων δεν αποκλείει την επιβολή ποινής φυλάκισης, όπου αυτή δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος της πρώτης και τρίτης κατηγορίας που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540).  Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).

 

Με αναφορά τώρα στη στέρηση της άδειας οδηγού θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτού του είδους η ποινή βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Σαρίδης v Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465).

Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη όπως επίσης και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Ελευθερίου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300).

 

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η επιβολή τέτοιου είδους ποινής  είναι εφικτή ακόμα και στην περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης, όμως θα πρέπει, όποτε είναι αναγκαία στον κατηγορούμενο για την απασχόληση του, είτε να συμπίπτει με τον εγκλεισμό του, είτε να μην είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισής του (βλ. Ευθυμίου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327). Ωστόσο, δεν αποκλείεται η έναρξη της περιόδου στέρησης να ισχύει από την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Ανθίας ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερομηνίας 05/07/2022.

 

Έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνδυασμό πάντοτε με τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιβληθεί στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής.

 

Ως εκ των ανωτέρω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

·         Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο δύο μηνών από σήμερα.

·         Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο δύο μηνών από σήμερα.

·         Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 7 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο τριών μηνών από σήμερα.

Οι ποινές φυλάκισης και η ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να συντρέχουν.

 

Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.

 

Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017, 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:

 

«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:

(α)  Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του     εγκλήματος,

(β)  το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και

(γ)  η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής και το λευκό του ποινικό μητρώο. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος δεν σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 2905/2020 του Ε.Δ. Πάφου. Ο ίδιος αποφάσισε να οδηγήσει κατά την διάρεκεια που ίσχυε η διαταγή του Δικαστηρίου για στέρηση της άδειας του, δείχνοντας έτσι σαφέστατα την καταφρόνηση του προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, όταν οδήγησε, παρανομώντας, έπραξε τούτο υπό την επήρεια αλκοόλης παραβιάζοντας όχι μόνο το διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά και τον νόμο. Ο κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα και η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική.

 

Ένεκα των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.

 

Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η συντρέχουσα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε.

 

Συνεπώς, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                                Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο