Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 845/2024, 13/3/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 845/2024, 13/3/2026
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 845/2024, 13/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 845/2024

 

     Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου

 

εναντίον

 

            Π. Π.  

                                                            Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 13/03/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού

Για τον Κατηγορούμενο: κος Η. Σατολιάς     

Κατηγορούμενος παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις ακόλουθες εννέα κατηγορίες:

·         Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών (πρώτη και έκτη κατηγορία)∙

·         Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ακυρωμένη εγγραφή (δεύτερη και έννατη κατηγορία)∙

·         Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (τρίτη κατηγορία)∙

·         Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας (τέταρτη και όγδοη κατηγορία)∙

·         Παράλειψη οδηγού μοτοσυκλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος (πέμπτη κατηγορία)∙

·         Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (έβδομη κατηγορία).

 

Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως ακολούθως.

 

Ο Κατηγορούμενος την 1/6/2023 στην οδό Σινασίμπεη στη Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κάνναβης, μεθαμφεταμίνης και αμφεταμίνης. Από περαιτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, ενώ η άδεια κυκλοφορίας του δεν ανανεώθηκε για περίοδο ενός έτους και 70 ημερών και ως εκ τούτου η εγγραφή του κατέστη άκυρη από 31/12/2019, χωρίς να φέρει πινακίδες εγγραφής και χωρίς να φέρει στερεά προσδεμένο στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος.

 

Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος στις 16/9/2023 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] στην οδό Ακαμαντίδος, στην Πάφο, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κάνναβης, μεθαμφεταμίνης και αμφεταμίνης. Από περαιτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, ενώ η άδεια κυκλοφορίας του δεν ανανεώθηκε για περίοδο ενός έτους και 70 ημερών και ως εκ τούτου η εγγραφή του κατέστη άκυρη από 11/3/2021, και χωρίς να φέρει μπροστινές πινακίδες εγγραφής.

 

Συμπληρωματικά των πιο πάνω γεγονότων, ο κος Στυλιανού ανέφερε ότι Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στα πλαίσια της υπόθεσης 6164/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο και ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του για περίοδο 30 ημερών, με ημερομηνία αποκατάστασης της εν λόγω καταδίκης στις 11/4/2026. Επίσης ο κος Στυλιανού ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνετο με 12 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του κατά τους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων, και σήμερα βαρύνεται με 28 βαθμούς ποινής επ’ αυτής.

 

Με την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών, συζεί με την συμβία του και την ανήλικη θυγατέρα της ηλικίας 7 ετών, και αναμένει σύντομα το πρώτο του παιδί, καθ’ ότι η συμβία του διανύει την 27η εβδομάδα κύησης. Ο κος Σατολιάς κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος του Κατηγορούμενου την παραδοχή του, τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο, καθώς και την αλλαγή που επήλθε στην ζωή του από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει εξεύρει εργασία, έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά από μόνος του και έχει δημιουργήσει την δική του οικογένεια.  

 

Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών το άρθρο 11Ζ του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση τριών ετών ή το πρόστιμο των €8,000.

 

Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης του, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση  Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:

 

«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»

 

Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:

 

«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).

 

Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, υπό την επήρεια αλκοόλης και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Εννοείται βέβαια πως ανάλογη περίπτωση εγωιστικής αδιαφορίας είναι και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών και δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, την έχει ταξινομήσει ως σοβαρότερη, προνοώντας ψηλότερη ποινή, έχοντας προφανώς υπ' όψιν τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Οι οποίοι βέβαια, από την άλλη πλευρά, και στις δύο περιπτώσεις σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα του ανθρώπου να χειρίζεται μηχανοκίνητο όχημα, να αντιληφθεί εγκαίρως τυχόν κίνδυνο και να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή του. Αυτονόητο είναι επίσης πως οι κίνδυνοι είναι πολλαπλάσιοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο χειριστής μηχανοκινήτου ευρίσκεται υπό την επήρεια και αλκοόλης αλλά και ναρκωτικής ουσίας».

 

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκή την ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία επιβλήθηκε στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, αυξάνοντας αυτήν στους 5 μήνες. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:

 

«Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία

 

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η οδήγηση στην κατάσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος καθιστούσε το όχημα του ένα πραγματικά φονικό όπλο. Η αποτελεσματική άσκηση ελέγχου επί του οχήματος εκμηδενίζεται ενώ η ετοιμότητα του οδηγού να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κινδύνους που ήθελε τεθούν στην πορεία του είναι ανύπαρκτη. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους  ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.

Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών  που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).

 

Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι διέπραξε δύο φορές το ίδιο αδίκημα, ήτοι της οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, σε χρονική περίοδο 3 μηνών περίπου. Αυτό, αναμφίβολα, δίνει λαβή για έντονη ανησυχία ως προς την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και καθιστά την περίπτωση του ως ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του.

 

Δεν παραβλέπω επίσης, ο Κατηγορούμενος ήδη βαρύνεται με 28 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του, και κατά τους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων βαρύναιτο με 12 βαθμούς ποινής, στοιχείο που επίσης καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου προς την παραβατικότητα και καθιστά πρόδηλη την ανάγκη για αναμόρφωση της οδηγητικής του συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Όπως όμως λέχθηκε στην Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565, οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι ένας παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά, αν και είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει.

 

Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:

 

Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).

 

Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου του.  Ιδιαίτερη σημασία δίδεται από το Δικαστήριο στο ότι σύντομα ο Κατηγορούμενος θα αποκτήσει το πρώτο του παιδί, ένεκα του ότι η συμβία του Κατηγορούμενου διανύει την 27η εβδομάδα της κύησης της. Ο Κατηγορούμενος είναι το μόνο άτομο το οποίο εργάζεται και καλύπτει τα έξοδα της οικογένειας του, καθ’ ότι η σύζυγος του έχει λάβει άδεια από την εργασία της ένεκα της εγκυμοσύνης της. Δεν παραβλέπω επίσης ότι μαζί με τον Κατηγορούμενο και την συμβία του διαμένει και η εφτάχρονη θυγατέρα της συμβίας του.

 

Δεν μπορώ να παραγνωρίσω φυσικά τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης που θα έχει στην οικογένεια και στα εξαρτώμενα του Κατηγορουμένου (βλ. Μ.Θ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 174). Ο αντίκτυπος της καταδίκης, πέραν της ψυχολογικής αστάθειας που φυσιολογικά επέρχεται στη συνοχή της οικογένειας και των μελών της, στην περίπτωση του Κατηγορούμενου θα έχει και πρακτικό αποτέλεσμα καθ’ ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός οικονομικός προστάτης της οικογενείας του. Στην υπόθεση Domotov κ.ά. ν Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 328 αποφασίστηκε ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής.

 

Περαιτέρω, δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών και σήμερα είναι ηλικίας 27 ετών. Σύμφωνα με τη Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50 «Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή».   Στην Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 449 σημειώθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα:

 

«Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα

 

Όπως έχει νομολογηθεί ο νεαρός κατηγορούμενος δεν πρέπει να μένει με την εντύπωση ότι η κοινωνία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Αντιμετωπίζεται με περισσότερη επιείκεια από το Δικαστήριο δίνοντας του τη δυνατότητα να αναμορφώσει την παραβατική του συμπεριφορά και να γίνει χρήσιμος πολίτης της πολιτείας. Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί το νεαρό της ηλικίας δεν μπορεί να επενεργεί πάντα ως ελαφρυντικός παράγοντας ενόψει της δραματικής αύξησης των θανατηφόρων δυστυχημάτων στον τόπο μας, της εμπλοκής σε πολλές περιπτώσεις νεαρών προσώπων και της συνακόλουθης ανάγκης να συνετιστούν τα άτομα νεαρής ηλικίας μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών (βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329, Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562).

 

Δεν παραγνωρίζω ότι ο Κατηγορούμενος από μόνος του έχει απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, έστω και αν δεν έχει ολοκληρώσει κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης.

 

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 2,5 χρόνια περίπου.

 

Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο του 2023 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 1/2/2024, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή διαπιστώνω ότι παρήλθαν δύο χρόνια περίπου. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος μέχρι την επιβολή ποινής θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου ότι από την συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο ή σε περιουσία.

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας των αδικημάτων και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής σε σχέση με την πρώτη και έκτη κατηγορία. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το γεγονός ότι σύντομα θα γεννηθεί το πρώτο του παιδί, και το παιδί αυτό αλλά και η συμβία του Κατηγορούμενου θα έχουν ανάγκη τον Κατηγορούμενο, κατανοείται πλήρως από το Δικαστήριο και ο Κατηγορούμενος έχει προς τούτο την συμπάθεια του Δικαστηρίου. Όμως η κατανόηση που επιδεικνύεται από το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει την ανάγκη της αποτροπής μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της φύσης των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο Κατηγορούμενος. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540).  Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης δεν έχουν εκτεθεί οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί και αυτό το είδος της ποινής. Ένεκα της σοβαρότητας του αδικήματος κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και ποινή στερητική της άδειας οδήγησης.

Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

  • Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 8 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα.
  • Καμία ποινή στην δεύτερη κατηγορία έχοντας υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.
  • Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 3 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα.
  • Καμία ποινή στην τέταρτη και πέμπτη κατηγορία έχοντας υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.
  • Στην έκτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 8 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα.
  • Καμία ποινή στην έβδομη και όγδοη κατηγορία έχοντας υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

Οι ποινές στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης επίσης να συντρέχουν μεταξύ τους.

 

Ενόψει τις επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου, συσσωρεύονται πέραν των 16 βαθμών ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, κρίνω, ότι είναι πρέπον όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 20Α(7)και (8)(α) του Ν.86/72, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 και επιπρόσθετα οποιασδήποτε άλλης ποινής, προκειμένου να διατάξω τη στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου λόγω συσσώρευσης πέραν των 16 βαθμών ποινής, για περίοδο 5 μηνών από σήμερα, η έναρξη της οποίας να συντρέχει με την έναρξη της περιόδου στέρησης άδειας οδήγησης που επέβαλα δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.86/72.

 

Οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής διαγράφονται.  

 

Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.

 

Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017, 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:

 

«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:

(α)  Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του     εγκλήματος,

(β)  το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και

(γ)  η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, το γεγονός ότι θα αποκτήσει σύντομα το πρώτο του παιδί, όπως επίσης τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την ίδια επικίνδυνη και εγωιστική συμπεριφορά, ήτοι να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, δύο φορές, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα και η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική.

 

Κατόπιν προσεκτικής μελέτης όλων των πιο πάνω, τόσο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου, αλλά και της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Ούτε η μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου ένεκα του ότι θα γίνει σύντομα για πρώτη φορά πατέρας είναι τέτοια που να δικαιολογεί διαφορετική θεώρηση.

 

Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων της πρώτης και έκτης κατηγορίας, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.

 

Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η συντρέχουσα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε.

 

Συνεπώς, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο, να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα, που αυτός τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή από τις 03/03/2026 μέχρι και σήμερα.

 

Σε σχέση με τα έξοδα των εργαστηριακών εξετάσεων, σημειώνονται τα ακόλουθα. Τα έξοδα είναι μέρος της ποινής και η πάγια αρχή και πρακτική των Δικαστηρίων μας είναι ότι κατηγορούμενος ο οποίος τιμωρείται με ποινή άμεσης φυλάκισης δεν καταδικάζεται και στην καταβολή των εξόδων της ποινικής δίκης (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω). Κατά συνέπεια, καμία διαταγή καταβολής εξόδων των εργαστηριακών εξετάσεων.

 

Τα έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων θα βαραίνουν την Δημοκρατία.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                                Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο