ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4883/2022
Διευθυντή Τμήματος Αλιείας & Θαλασσιών Ερευνών
v
1. M. TH. FISHING TRIP & BOAT RELAXATION LIMITED
2. Μ. Θ.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 31/03/2026
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Αθανασίου
Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος 2 παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Το Κατηγορητήριο
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράλειψης συμπλήρωσης και υποβολής ημερολογίων πλοίου, για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2020, κατά παράβαση του Περί Αλιείας Νόμου, Κεφ. 135, του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμος του 2006 (Ν. 134(I)/2006), του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1224/2009 και του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011.
Η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το πιο πάνω αδίκημα υπό την ιδιότητα της ως η πλοιοκτήτρια εταιρεία του πολυδύναμου αλιευτικού σκάφους με την ονομασία «Άγιος Γεώργιος» (πρώτη κατηγορία), και ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως ο ιδιοκτήτης της πλοιοκτήτριας εταιρείας και ο πλοίαρχος του προαναφερόμενου πολυδύναμου σκάφους (δεύτερη κατηγορία).
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία.
Β. Τα Παραδεκτά Γεγονότα
Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, και κατείχε το 50% των μετοχών της Κατηγορούμενης 1.
Για το ανωτέρω προβαίνω σε σχετικό εύρημα.
Γ. Η Μαρτυρία
Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία από τον κο Νικόλα Νικολάου, λειτουργό του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσιών Ερευνών (στο εξής «ΤΑΘΕ») (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν κάτοχος της Πολυδύναμης Άδειας Αλιείας υπ’ αριθμό 25/2020 για το αλιευτικό σκάφος υπό την ονομασία [ ], με σημαία [ ], και με αριθμό νηολόγησης [ ] (στο εξής το «Αλιευτικό Σκάφος»).
Ο Μ.Κ.1 κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 όφειλαν να υποβάλουν γραπτώς στο ΤΑΘΕ τα ημερολόγια πλοίου για κάθε αλιευτική εξόρμηση, νοούμενου ότι το Αλιευτικό Σκάφος δεν θα παρέμενε ποτέ στην θάλασσα για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών, και σε τέτοια περίπτωση τα ημερολόγια πλοίου θα έπρεπε να κατατεθούν εντός 48 ωρών από την επιστροφή του Αλιευτικού Σκάφους στον λιμένα. Σχετικά με το Αλιευτικό Σκάφος, ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του, κατέθεσε έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται ως «Υπεύθυνη Δήλωση» ημερομηνίας 7/6/2016 και το οποίο κατά την θέση του Μ.Κ.1 υπογράφεται εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, και με το εν λόγω έγγραφο δηλώνεται ότι το Αλιευτικό Σκάφος δεν θα παραμείνει ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα (Τεκμήριο 10). Όπως εξήγησε, ένεκα τούτου, το Αλιευτικό Σκάφος εξαιρείτο από την υποχρέωση υποβολής, με ηλεκτρονικά μέσα, των ημερολογίων πλοίου.
Στο πλαίσιο των καθηκόντων του Μ.Κ.1, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ο έλεγχος του Κέντρου Παρακολούθησης Αλιείας και του Ηλεκτρονικού Συστήματος Καταγραφής και Αναφοράς, ούτως ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον τα αλιευτικά σκάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας συμπλήρωσαν και υπέβαλαν ημερολόγια εξορμήσεων πλοίων. Στις 8/2/2021 ο Μ.Κ.1, μετά από τον καθιερωμένο έλεγχο στο Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας και στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Καταγραφής και Αναφοράς, διαπίστωσε ότι το Αλιευτικό Σκάφος δεν συμπλήρωσε, ούτε υπέβαλε, ημερολόγια πλοίου σε έντυπη μορφή για το δεύτερο εξάμηνο του 2020, και συγκεκριμένα για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν με το εν λόγω σκάφος.
Όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, ο τρόπος με τον οποίο διαπίστωσε τα πιο πάνω, ήταν μέσω μιας συγκεκριμένης κατάστασης, όπου λαμβάνει κάθε εξάμηνο το ΤΑΘΕ, σχετικά με τα ημερολόγια πλοίου όπου δεν συνάδουν με τα δελτία πώλησης των ψαριών. Όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1, το επίμαχο Αλιευτικό Σκάφος στην εν λόγω κατάσταση, παρουσίαζε πωλήσεις ψαριών μέσω των δελτίων πώλησης, το οποίο έντυπο εκδίδεται από τον αγοραστή των ψαριών και υποβάλλεται ηλεκτρονικά στα συστήματα του ΤΑΘΕ, και δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα ημερολόγια πλοίου για τις εν λόγω πωλήσεις ψαριών. Αυτό το διαπίστωσε συγκρίνοντας τις ποσότητες και το είδος των ψαριών που πωλήθηκαν και καταγράφονταν στα δελτία πώλησης ψαριών.
Ανέφερε επίσης ότι στα δελτία πώλησης ψαριών αναγραφόταν ως πωλητής η Κατηγορούμενη 1 και ως καπετάνιος του Αλιευτικού Σκάφους ο Κατηγορούμενος 2, και έτσι κατά την θέση του, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο πλοίαρχος του Αλιευτικού Σκάφους κατά τις επίμαχες 15 αλιευτικές εξορμήσεις και όχι ο κος Mahmoud Ibrahim Abdou Elgendy, ο οποίος καταγράφετο ως πλοίαρχος του Αλιευτικού Σκάφους στην Πολυδύναμη Άδεια Αλιείας υπ’ αριθμό 25/2020 για το έτος 2020 (Τεκμήριο 1). Προς περαιτέρω επίρρωση της θέσης του ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο καπετάνιος του Αλιευτικού Σκάφους παρέπεμψε στην απάντηση του Κατηγορούμενου 2 στις 3/3/2021, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από επιθεωρητή του ΤΑΘΕ, ότι για το δεύτερο εξάμηνο του 2020 για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποίησε το επίμαχο Αλιευτικό Σκάφος δεν συμπλήρωσε, ούτε υπέβαλε, ημερολόγια πλοίου σε έντυπη μορφή (Τεκμήριο 6). Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2 όταν κατηγορήθηκε απάντησε «Εγώ πρέπει να το έβαλα στο κουτί δεν γνωρίζω γιατί δεν τα έχετε. Θα ψάξω να βρω τα copy και θα τα στείλω ξανά».
Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος 2 μετά από τις 3/3/2021 δεν προσκόμισε στο ΤΑΘΕ οποιαδήποτε αντίγραφα των ημερολογίων πλοίων, τα οποία να αφορούν τις επίμαχες 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2020.
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετά που κρίθηκαν εκ πρώτης όψεως ένοχοι και κλήθηκαν σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής.
Δ. Νομική Πτυχή και Βάρος Απόδειξης
Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401).
Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Η υπεράσπιση σε καμία περίπτωση φέρει βάρος απόδειξης της αθωότητας του κατηγορούμενου ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).
Οι επίδικες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της παράλειψης συμπλήρωσης και υποβολής ημερολογίων πλοίου κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011 και του άρθρου 11 του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμου του 2006 (Ν. 134(Ι)/2006).
Η νομική πτυχή των κατηγοριών απασχόλησε το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα της ενδιάμεσης απόφασης σε σχέση με την νομική πτυχή.
Σύμφωνα με το άρθρο 14, εδάφια (1) και (6) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, ως ίσχυαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους, η ευθύνη για την υποβολή των ημερολογίων αλιείας, στα οποία καταγράφονται λεπτομέρειες των αλιευτικών δραστηριοτήτων, ανήκει στον πλοίαρχο κάθε ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 10 μέτρων, ο οποίος πρέπει να υποβάλλει τις πληροφορίες που περιέχει το ημερολόγιο αλιείας το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 48 ώρες μετά την εκφόρτωση στο κράτος μέλος σημαίας τους ή αν η εκφόρτωση γίνει σε άλλο κράτος μέλος, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους λιμένα. Σύμφωνα και με το άρθρο 14(9) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 η ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφονται στο ημερολόγιο αλιείας αποτελεί ευθύνη του πλοιάρχου.
Για ενωσιακά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω, ο πλοίαρχος καταγράφει με ηλεκτρονικά μέσα τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1224/2009 και τα διαβιβάζει ηλεκτρονικά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας τουλάχιστον μία φορά την ημέρα (βλ. άρθρο 15(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009). Περαιτέρω, το άρθρο 15(2) προβλέπει ότι ο πλοίαρχος ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω, διαβιβάζει τα δεδομένα του άρθρου 14 όποτε του ζητηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους σημαίας και, εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά δεδομένα του ημερολογίου αλιείας διαβιβάζονται μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας αλιευτικής δραστηριότητας και πριν από τον κατάπλου σε λιμένα. Σε περίπτωση όπου οι πλοίαρχοι διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμπλήρωσης του γραπτού ημερολογίου αλιείας (βλ. άρθρο 15(5)).
Τέλος, το άρθρο 15(4) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 προνοεί ότι τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους πλοιάρχους ενωσιακών αλιευτικών σκαφών μέγιστου συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την εφαρμογή του άρθρου 15(1), ήτοι της υποχρέωσης ηλεκτρονικής καταγραφής και διαβίβασης των δεδομένων, εφόσον:
(α) δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή
(β) δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.
Σχετικός επίσης είναι ο Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 404/2011 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2011, ο οποίος θέσπισε λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας.
Το άρθρο 29(1) του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011, ως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ξεκαθαρίζει ότι ο πλοίαρχος ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 10 μέτρων και άνω το οποίο δεν υπόκειται σε ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση δεδομένων ημερολογίου αλιείας, δηλώσεων μεταφόρτωσης και δηλώσεων εκφόρτωσης, συμπληρώνει και υποβάλλει τα δεδομένα ημερολογίου αλιείας, τις δηλώσεις μεταφόρτωσης και τις δηλώσεις εκφόρτωσης που αναφέρονται στα άρθρα 14, 21 και 23 του κανονισμού ελέγχου σε έντυπη μορφή. Το άρθρο 32 του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011 τάσσει την προθεσμία για την υποβολή του ημερολογίου αλιείας από τον πλοίαρχο του, και συγκεκριμένα το συντομότερο δυνατό και το αργότερο 48 ώρες μετά την ολοκλήρωση της μεταφόρτωσης ή της εκφόρτωσης στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους.
Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι η υποχρέωση για την συμπλήρωση και υποβολή ημερολογίων πλοίου ανήκει στον πλοίαρχο αλιευτικού σκάφους. Ωστόσο, αυτό που ανακύπτει από τα υπόλοιπα άρθρα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, και συγκεκριμένα από τα άρθρα 85, 89, 90 και 92, είναι ότι ο επιχειρηματίας, είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, που λειτουργεί ή κατέχει επιχείρηση η οποία πραγματοποιεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που συνδέεται με οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, μεταποίησης, εμπορίας και διανομής των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας σε αλυσίδες λιανικής πώλησης μπορεί να υπόκειται σε κυρώσεις.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 85 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 προβλέπει ότι όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους επιθεώρησης διαπιστώνουν παράβαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής κατά τη διάρκεια ή κατόπιν επιθεώρησης, μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα είτε κατά του πλοιάρχου του ενεχόμενου σκάφους είτε κατά παντός νομικού ή φυσικού προσώπου υπεύθυνου για την παράβαση.
Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 89, το οποίο τιτλοφορείται «Μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης» και στο οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συστηματική λήψη κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων ή ποινικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που εικάζεται ότι έχουν παραβεί οιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
2. Το συνολικό ύψος των κυρώσεων και των συνοδευτικών κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι αφαιρούν ουσιαστικά από τους υπευθύνους το οικονομικό όφελος που προκύπτει από την παράβασή τους με την επιφύλαξη του θεμιτού δικαιώματος για την άσκηση του επαγγέλματός τους. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα προς τη σοβαρότητα των εν λόγω παραβάσεων, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά περαιτέρω παραβάσεις παρόμοιου τύπου.
3. Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν σύστημα, βάσει του οποίου τα επιβαλλόμενα πρόστιμα είναι ανάλογα προς τον κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή προς τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή επρόκειτο να αποκομίσει διαπράττοντας την παράβαση.
4. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία σε περίπτωση παράβασης, κοινοποιούν στα κράτη μέλη σημαίας, στο κράτος μέλος υπηκοότητας του παραβάτη ή σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ενέχεται στη δίωξη της παράβασης, αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, τις διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες ή τα λοιπά μέτρα που λαμβάνει και οιαδήποτε οριστική απόφαση συνδέεται με την εν λόγω παράβαση, περιλαμβανομένου του αριθμού των μορίων που έχουν επιβληθεί στον παραβάτη κατά το άρθρο 92».
(υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)
Περαιτέρω, το άρθρο 90 προβλέπει τις κυρώσεις που επιβάλλονται για σοβαρές παραβάσεις και το εδάφιο (2) αυτού προνοεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε, στο φυσικό πρόσωπο που διέπραξε σοβαρή παράβαση ή στο νομικό πρόσωπο που κρίθηκε υπεύθυνο σοβαρής παράβασης, να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις.
Παραπέμπω επίσης στο άρθρο 92, στο οποίο προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη θα εφαρμόζουν σύστημα επιβολής μορίων για σοβαρές παραβάσεις, και σύμφωνα με το οποίο ο κάτοχος αλιευτικής άδειας λαμβάνει τα ανάλογα μόρια σε περίπτωση παράβασης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Το μόρια μάλιστα μεταβιβάζονται με την άδεια αλιείας σε περίπτωση αλλαγής ιδιοκτησίας του αλιευτικού σκάφους.
Όπως αναφύεται από τα προαναφερόμενα άρθρα, κρίνω ότι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται μέσω του αλιευτικού σκάφους, μπορεί να κριθεί ένοχο σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που τάσσονται μέσω του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, έστω και αν η υποχρέωση διενέργειας μια συγκεκριμένης πράξης ανήκει στον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους, όπως για παράδειγμα η συμπλήρωση και η υποβολή ημερολογίων πλοίου. Αν και τα γεγονότα της υπόθεσης C-77/20, K.M. v Director of Public Prosecutions, ημερομηνίας 11/2/2021, δεν είναι σχετικά με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, κρίνω αυτή σχετική καθ’ ότι το ΔΕΕ επί προδικαστικού ερωτήματος από το Εφετείο της Ιρλανδίας έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις σε φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν παραβεί οποιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, εφόσον τηρούνται οι αρχές της αναλογικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παραθέτω τα ακόλουθα σχετικά αποσπάσματα:
«Πράγματι, η υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε οι παραβάσεις των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής να επισύρουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις έχει ουσιώδη σημασία (C‑249/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:672, σκέψη 71).
Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 89 και 90 του κανονισμού 1224/2009 αναθέτουν στα κράτη μέλη τη μέριμνα να διασφαλίζουν τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τον κολασμό των παραβάσεων των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Χωρίς να επιβάλλουν συγκεκριμένες κυρώσεις, τα άρθρα αυτά καθορίζουν ορισμένα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη καθώς και την αρχή ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
Ιδίως, το άρθρο 89, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να προβαίνουν στη συστηματική λήψη κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων ή ποινικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που εικάζεται ότι έχουν παραβεί οιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
Το άρθρο 89, παράγραφος 2, του κανονισμού 1224/2009 διευκρινίζει ότι το συνολικό ύψος των κυρώσεων και των συνοδευτικών κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτές αφαιρούν ουσιαστικά από τους υπευθύνους το οικονομικό όφελος που προκύπτει από την παράβασή τους, με την επιφύλαξη του θεμιτού δικαιώματος για την άσκηση του επαγγέλματός τους, και ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα προς τη σοβαρότητα των εν λόγω παραβάσεων, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά περαιτέρω παραβάσεις παρόμοιου τύπου. Όπως προκύπτει από το άρθρο 89, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού, για την εκτίμηση της αναλογικότητας του προστίμου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων ο κύκλος εργασιών του νομικού προσώπου ή τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή επρόκειτο να αποκομίσει διαπράττοντας την παράβαση.
………..
Εξάλλου, αν, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιβληθεί πρόστιμο στον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους, ο οποίος δεν είναι ιδιοκτήτης του, μπορεί, αφενός, η ως άνω κύρωση να μην έχει κανένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τον ιδιοκτήτη και, αφετέρου, ο ιδιοκτήτης αυτού να διατηρήσει το οικονομικό όφελος των αλιευμάτων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 850/98 και να εξακολουθήσει να κατέχει, τον απαγορευμένο από τη διάπραξη αυτή εξοπλισμό, με σκοπό ενδεχομένως να τον χρησιμοποιήσει».
(υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)
Ως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης του ΔΕΕ, σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων μόνο εναντίον του πλοίαρχου αλιευτικού σκάφους, ο οποίος δεν είναι ο ιδιοκτήτης αυτού, δεν θα έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, καθ’ ότι ο ιδιοκτήτης ενδεχομένως να προσπορίζεται οικονομικό όφελος ένεκα της παράβασης, χωρίς να επιβάλλεται σε αυτόν οποιαδήποτε κύρωση.
Στην βάση των πιο πάνω, η ποινικοποίηση του άρθρου 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 η οποία προβλέπεται στον Ν. 134(Ι)/2006 στρέφεται εναντίον «οποιουδήποτε προσώπου». Το άρθρο 11 του Ν. 134(Ι)/ 2006 ως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους, προνοούσε τα ακόλουθα:
«Οποιοδήποτε πρόσωπο -
……
(η) νοθεύει ή δεν καταχωρίζει απαραίτητα για σκοπούς ελέγχου της τήρησης Κοινοτικής Απόφασης ή/και Κοινοτικού Κανονισμού δεδομένα, σε ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης, δηλώσεις πώλησης, δηλώσεις ανάληψης και μεταφορικά έγγραφα ή δε φυλάσσει ή δεν υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή τα εν λόγω έγγραφα·
……..
(ι) είναι υπεύθυνο σκάφους από το οποίο εκφορτώνονται αλιευτικά προϊόντα που δεν τηρούν τους προβλεπόμενους από Κοινοτική Απόφαση ή/και Κοινοτικό Κανονισμό κανόνες περί ελέγχου και εφαρμογής·
……..
(ιβ) παραβαίνει οποιαδήποτε επιτακτική ή απαγορευτική διάταξη Κοινοτικής Απόφασης ή Κοινοτικού Κανονισμού·
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές».
Επομένως και η ίδια η εθνική νομοθεσία εκτείνει την ποινική ευθύνη στον ιδιοκτήτη του αλιευτικού σκάφους.
Ως εκ των ανωτέρω, σύμφωνα και με το αδίκημα που συγκεκριμενοποιείται με τις λεπτομέρειες των επίδικων κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι (1) το αλιευτικό σκάφος εξαιρείτο από τη υποχρέωση υποβολής των ημερολογίων πλοίων με ηλεκτρονικά μέσα και (2) ότι το αλιευτικό σκάφος δεν υπέβαλε τα ημερολόγια πλοίου σε έντυπη μορφή εντός 48 ωρών από την εκφόρτωση του αλιευτικού σκάφους στον λιμένα.
Ε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας όπου κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).
Η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο από τον αξιολογούμενο μάρτυρα είναι ότι δεν μπορούσε με βεβαιότητα να υποστηρίξει την θέση του ότι το Αλιευτικό Σκάφος δεν υπέβαλε ημερολόγια πλοίου για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2020. Διαφάνηκε ότι δεν ήταν γνώστης της διαδικασίας που ακολουθείτο από το ΤΑΘΕ κατά τους ουσιώδεις χρόνους σχετικά με την υποβολή των ημερολογίων πλοίου σε έντυπη μορφή, αλλά κυρίως ότι δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει τις 15 αλιευτικές εξορμήσεις, για τις οποίες κατηγορούνταν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ότι δεν υπέβαλαν τα ημερολόγια πλοίου. Υπάρχουν σοβαρά κενά και αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου που δεν παρέχουν στο Δικαστήριο το στερεό υπόβαθρο για να εξάγει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματά που να στοιχειοθετούν την καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2. Εξηγώ.
Ο αξιολογούμενος μάρτυρας ήταν το άτομο, το οποίο μετά από έρευνα την οποία διενήργησε ο ίδιος, διαπίστωσε, κατά τον ίδιο, ότι για 15 αλιευτικές εξορμήσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2020, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν υπέβαλαν ημερολόγια πλοίου για το Αλιευτικό Σκάφος. Η μαρτυρία του έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια ανωτέρω. Ωστόσο, αυτό που προέκυψε κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος ως προς την διαδικασία παράδοσης των ημερολογίων πλοίου κατά τους ουσιώδεις χρόνους, όταν αυτά υποβάλλονταν σε έντυπη μορφή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι κατά το έτος 2020 είχαν τοποθετηθεί κουτιά, σαν γραμματοκιβώτια, για να τοποθετούν οι ψαράδες τα ημερολόγια πλοίου, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν κατά τους ουσιώδεις χρόνους τα εν λόγω έντυπα συλλέγονταν από υπαλλήλους του ΤΑΘΕ ή από υπηρεσία ταχυμεταφοράς, τονίζοντας κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήταν «δουλειά» του να γνωρίζει πως τα εν λόγω έγγραφα κατέληγαν στο ΤΑΘΕ. Ούτε γνώριζε ποιο άτομο συγκεκριμένα, είτε από το ΤΑΘΕ, είτε από την υπηρεσία ταχυμεταφοράς, άνοιγε τα εν λόγω κουτιά και παραλάμβανε τα εν λόγω έντυπα.
Αυτή η τοποθέτηση του Μ.Κ.1 σχετικά με τον τρόπο παραλαβής των ημερολογίων πλοίων, στην ουσία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί με βεβαιότητα σε εύρημα ότι δεν υποβλήθηκαν τα ημερολόγια πλοίου του Αλιευτικού Σκάφους για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2020. Και αυτό γιατί ο ίδιος ο μάρτυρας, εκ μέρους του ΤΑΘΕ, δεν γνώριζε την διαδικασία που ακολουθείτο, ποιο άτομο παραλάμβανε αυτά, και αν το άτομο που τα παραλάμβανε στην ουσία διεκπεραίωνε ορθά την εργασία του και παρέδιδε όλα τα ημερολόγια πλοίου τα οποία παραλάμβανε από τα κουτιά στα γραφεία του ΤΑΘΕ. Δεν παραβλέπω ότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα το άτομο το οποίο παραλάμβανε τα έντυπα ημερολογίου πλοίου να έκανε λάθος και να μην παρέδιδε στο ΤΑΘΕ κάτι που παραλάμβανε, γιατί τα «Log – Book» ήταν αριθμημένα με αύξων αριθμό και δεν υπήρχε κάποιο ενδιάμεσο που να λείπει. Ωστόσο αυτή η γενική τοποθέτηση του μάρτυρα, χωρίς καμία επεξήγηση ως προς την αρίθμηση των «Log – Book» και πως ο ίδιος ο μάρτυρας είχε διαπιστώσει αυτό το γεγονός, δεν μπορούν να αποτελέσουν με βεβαιότητα σταθερά για να στηριχθεί το Δικαστήριο και να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα.
Περαιτέρω κενά και αμφιβολίες δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου, ένεκα του ότι ενώ κατά την μαρτυρία του ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε 15 περιπτώσεις όπου για το δεύτερο εξάμηνο του 2020 δεν υποβλήθηκαν ημερολόγια πλοίου, και αυτό άλλωστε προωθείται με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών του υπό κρίση κατηγορητηρίου, κατά την αντεξέταση όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει χρονικά τις εν λόγω 15 αλιευτικές εξορμήσεις, αλλά επίσης ανέφερε ότι μόνο 5 αλιευτικές εξορμήσεις μπορούσε να εντοπίσει και να συγκεκριμενοποιήσει στο παρόν στάδιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση μετά από τόσα χρόνια να εντοπίσει τις άλλες 10 αλιευτικές εξορμήσεις. Ενδεικτικά παραπέμπω στην κάτωθι απάντηση του:
«Δεν μπορώ να δικαιολογήσω γιατί δεν βρίσκω 5 χρόνια μετά τις άλλες 10».
Από αυτή του την τοποθέτηση προκύπτουν τα εξής, εύλογα, κατά την κρίση μου, ερωτηματικά. Πως ήταν δυνατόν από την έρευνα την οποία διεκπεραίωσε τον Φεβρουάριο του 2021 να διαπίστωσε ότι δεν υποβλήθηκαν ημερολόγια πλοίου για το Αλιευτικό Σκάφος για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2020, και το έτος 2025 να εντοπίζει μόνο 5 αλιευτικές εξορμήσεις για τις οποίες, κατά την θέση του, δεν υποβλήθηκαν ημερολόγια πλοίου. Και αυτό το ερωτηματικό αποκτά περαιτέρω σημασία ένεκα του ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι χρησιμοποιήθηκε άλλη μεθοδολογία το έτος 2025 στον εντοπισμό των εν λόγω «ασυνεχειών», ως τις χαρακτήρισε, από έλεγχο που προέβη τον Φεβρουάριο του 2021, και ούτε ότι υποβλήθηκαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης ημερολόγια πλοίου που να αφορούν το δεύτερο εξάμηνο του 2020.
Περαιτέρω αβεβαιότητα δημιουργεί η απάντηση του ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν καταχωρήθηκαν εκ των υστέρων τα ημερολόγια πλοία για τις άλλες 10 αλιευτικές εξορμήσεις και αρά αυτός είναι ο λόγος όπου σήμερα δεν μπορεί να εντοπίσει και τις 15. Και ένεκα αυτής του της απάντησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί με βεβαιότητα στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι για τις 5 αλιευτικές εξορμήσεις όπου συγκεκριμενοποίησε στις ημερομηνίες 20/9/2020, 26/7/2020, 2/8/2020, 30/7/2020 και 5/7/2020, δεν κατατέθηκαν ημερολόγια πλοίου στην συνέχεια, και απλά ο Μ.Κ.1 δεν το γνωρίζει.
Περαιτέρω, δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Κ.1 για να υποστηρίξει την θέση του ότι για τις 5 αλιευτικές εξορμήσεις, τις οποίες συγκεκριμενοποίησε, δεν υποβλήθηκαν ημερολόγια πλοίου, κατέθεσε στο Δικαστήριο πέντε δελτία πώλησης ψαριών, που αποδεικνύουν ότι πωλήθηκαν ψάρια, και ως εξήγησε, για αυτές τις πωλήσεις ψαριών δεν υπήρχαν ανάλογα ημερολόγια πλοίου (Τεκμήριο 9). Ωστόσο, αυτό που προέκυψε κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι ο αξιολογούμενος μάρτυρας για να προβεί στην προαναφερόμενη διαπίστωση έλεγξε στα συστήματα του ΤΑΘΕ αν υπήρχαν ημερολόγια πλοίου μέχρι 48 ώρες πριν και μετά την ημερομηνία πώλησης των ψαριών, όπως αναγράφεται στα δελτία πώλησης ψαριών. Όπως ο ίδιος συμφώνησε κατά την αντεξέταση του, δεν γνώριζε αν είχε υποβληθεί από την Κατηγορούμενη 1 ημερολόγιο πλοίου μια εβδομάδα προγενέστερα, και ούτε εξέτασε αν τα δελτία πώλησης ψαριών, τα οποία υποβάλλονται από τους αγοραστές, ήταν ορθά ως προς τις πληροφορίες που καταγράφηκαν σε αυτά, όπως η ημερομηνία, το είδος των ψαριών κλπ.
Ιδιαίτερη μάλιστα σημασία αποκτά για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 η καταγεγραμμένη απάντηση του στα πρακτικά κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος κατά τον έλεγχο δεν εξέταζε εις βάθος την κάθε περίπτωση, καθ’ ότι είχε άλλες 30 περιπτώσεις να εξετάσει, και ένεκα του ότι η Κατηγορούμενη 1 το πρώτο εξάμηνο του 2020 δεν υπέβαλε ημερολόγια πλοίου για 22 αλιευτικές εξορμήσεις ήταν ένα «λογικό συμπέρασμα» ότι δεν υποβλήθηκαν και για την υπό εξέταση περίπτωση.
Με κάθε σεβασμό, αν μου επιτραπεί να αναφέρω, η προχειρότητα με την οποία ο Μ.Κ.1 προχώρησε στην διερεύνηση της υπό κρίση περίπτωσης, στην ουσία εκθεμελιώνει την βαρύτητα της μαρτυρίας του.
Ούτε στην θέση του Μ.Κ.1 ότι ο πλοίαρχος του Αλιευτικού Σκάφους ήταν ο Κατηγορούμενος 2 μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Ο ίδιος κατά την μαρτυρία του εξήγησε ότι κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα ένεκα του ότι όταν κατηγορήθηκε για το υπό κρίση αδίκημα, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε τα ακόλουθα:
«Εγώ θα πρέπει να τα έβαλα στο κουτί δεν γνωρίζω γιατί δεν τα έχετε. Θα ψάξω να τα βρω τα copy και θα τα στείλω ξανά» (Τεκμήριο 6).
Ωστόσο, όπως ανέφερε ο ίδιος ο Μ.Κ.1, δεν επικοινώνησε την υπό κρίση περίοδο μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 ή μαζί με το άτομο το οποίο κατονομάζεται στην Πολυδύναμη Άδεια Αλιείας ως πλοίαρχος του Αλιευτικού Σκάφους για να εξακριβώσει την εντύπωση αυτή που του δημιουργήθηκε. Η ελλιπής αυτή διερεύνηση των υπό κρίση αδικημάτων στην ουσία αποστερεί από το Δικαστήριο να βασιστεί με ασφάλεια στα όσα ανέφερε ο αξιολογούμενος μάρτυρας.
Όλα τα πιο πάνω προσβάλλουν την μαρτυρία του Μ.Κ.1, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 για να εξαχθούν, ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και επομένως η μαρτυρία του αξιολογούμενου μάρτυρα απορρίπτεται στην ολότητα της.
Τέλος, σχετικά με την εξ ακοής αναφορά του Μ.Κ.1 ότι το Αλιευτικό Σκάφος, υπέβαλε δήλωση στις 7/6/2016, ότι δεν θα παραμείνει ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, και ένεκα τούτου ζητούσε όπως εξαιρεθεί το Αλιευτικό Σκάφος από την υποχρέωση υποβολής με ηλεκτρονικά μέσα των ημερολόγιων πλοίου (Τεκμήριο 10), παρά το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων αμφισβήτησε την γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου, από την στιγμή που η υποχρέωση υποβολής ημερολόγιων πλοίων σε έντυπη μορφή για το Αλιευτικό Σκάφος προέκυψε ως μη αμφισβητούμενο ζήτημα ένεκα του χειρισμού των συνηγόρων των μερών κατά την ακρόαση, δεν χρήζει αξιολόγησης το Τεκμήριο 10. Ως εκ τούτου προβαίνω σε σχετικό εύρημα ότι το Αλιευτικό Σκάφος, την ουσιώδη περίοδο, εξαιρείτο της υποχρέωσης υποβολής ημερολογίων πλοίου με ηλεκτρονικά μέσα.
ΣΤ.Κατάληξη – Συμπεράσματα
Παρά το ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι ότι το Αλιευτικό Σκάφος, την ουσιώδη περίοδο, εξαιρείτο της υποχρέωσης υποβολής ημερολογίων πλοίου με ηλεκτρονικά μέσα, πληρείται ένεκα του ότι αυτό προέκυψε ως μη αμφισβητούμενο ζήτημα, δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ήτοι της μαρτυρίας που στόχευε να αποδείξει τις υπό κρίση κατηγορίες, και στην απουσία οποιασδήποτε περιστατικής μαρτυρίας, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης, που δεν είναι άλλη από την αθώωση των Κατηγορούμενων 1 και 2 σε έκαστη κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Δεν έχει παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 για το δεύτερο εξάμηνο του 2020 δεν συμπλήρωσαν, ούτε υπέβαλαν, ημερολόγια πλοίου σε έντυπη μορφή για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποίησε το Αλιευτικό Σκάφος την εν λόγω περίοδο.
Ενόψει της αθωωτικής κατάληξης θεωρώ ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε συζήτηση για το θέμα της δίκαιης δίκης, το οποίο άπτεται του ανακριτικού έργου, ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης.
Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι δικαιούνται σε έξοδα, το θέμα μπορεί να άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. άρθρα 168 και 169 Κεφ.155, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαραλάμπους Πάμπος (Αρ. 2) (2000) 2 ΑΑΔ 603, Katharina v. Ευθυμίου και άλλων (1998) 2 ΑΑΔ 78, Pishorn v. Police (1973) 9 J.S.C. 1132). Όμως η παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί από κρατική υπηρεσία και σύμφωνα με τα άρθρα 167, 168 και 169 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία, τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να επιδικάζουν έξοδα σε αθωωθέντα κατηγορούμενο, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο (βλ. Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 465). Επομένως δεν επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Κατηγορούμενων 1 και 2.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο