ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5542/2024
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου
εναντίον
Ν. Α.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 19/03/2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού
Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου
Κατηγορούμενος παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών (δεύτερη κατηγορία).
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η πρώτη και τρίτη κατηγορία αναστάλθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η ποινική δίωξη σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες διακόπηκε και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε αυτές.
Πριν την έκθεση γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, υποβλήθηκε αίτημα από την Υπεράσπιση όπως για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο ληφθούν υπόψιν ακόμη τρείς υποθέσεις, ήτοι οι υποθέσεις υπ’ αριθμό 4610/2024, 1471/2025 και 1688/2025 του Ε.Δ. Πάφου. Στο σχετικό αίτημα συγκατατέθηκε η Κατηγορούσα Αρχή, και το Δικαστήριο στη βάση των προνοιών του άρθρου 81 του Κεφ.155 ενέκρινε το σχετικό αίτημα. Ο κος Στυλιανού ζήτησε όπως για σκοπούς επιβολής ποινής θεωρηθεί ως κύρια η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση, και όπως σε αυτή ληφθούν υπόψιν οι αναφερόμενες υποθέσεις.
Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση (εφεξής ως «κύρια υπόθεση») αλλά και των άλλων τριών υποθέσεων που θα ληφθούν υπόψη δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση.
Σύμφωνα με τα εκτιθέντα γεγονότα της κύριας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος στις 17/2/2024 στην Λεωφόρο Δημοκρατίας στη Πάφο, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κάνναβης.
Σε σχέση τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα έχουν ως εξής. Σχετικά με την υπόθεση υπ’ αριθμό 4610/2024 του Ε.Δ. Πάφου ο Κατηγορούμενος στις 19/10/2023 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κάνναβης. Σχετικά με την υπόθεση υπ’ αριθμό 1471/2025 του Ε.Δ. Πάφου ο Κατηγορούμενος στις 18/10/2024 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] ενώ ο πίσω αριστερός και δεξιός φανός δεν εξέπεμπαν φως χρώματος ερυθρού προς την αντίθετη κατεύθυνση της πορείας του οχήματος και ενώ ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να υπακούσει σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή, και συγκεκριμένα με οδηγίες όπως ακινητοποιήσει το όχημα του μέχρι ο αστυνομικός να του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του. Σχετικά με την υπόθεση υπ’ αριθμό 1688/2025 του Ε.Δ. Πάφου ο Κατηγορούμενος στις 19/10/2023 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χρησιμοποιώντας τηλέφωνο με το χέρι.
Συμπληρωματικά των πιο πάνω γεγονότων, ο κος Στυλιανού ανέφερε ότι Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 13 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του.
Με την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του, υιοθετώντας πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις.
Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, και διαμένει μαζί με τους γονείς του και τα τρία μικρότερα του αδέλφια. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Πάφου στο κλάδο της μηχανολογίας. Ο Κατηγορούμενος κατά τους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή πριν από δύο χρόνια περίπου, είχε κυλήσει στο σκοτεινό δρόμο των ναρκωτικών. Ωστόσο, μαζί με την στήριξη της οικογένειας του, καθώς και μέσω του προγράμματος του Ανοιχτού Θεραπευτικού Κέντρου Εξαρτημένων Ατόμων «Η ΤΟΛΜΗ» το οποίο παρακολουθεί καθημερινά έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά. Σήμερα όπως ανέφερε η κα Σαββίδου είναι ένας άλλος άνθρωπος, παρακολουθεί μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου και στον ελεύθερο του χρόνο ασχολείται με την αγγειοπλαστική. Στο παρόν στάδιο δεν εργάζεται και αναμένει την έναρξη της παρακολούθησης μαθημάτων στην ιερατική σχολή.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος του Κατηγορούμενου την παραδοχή του, τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο, καθώς και την αλλαγή που επήλθε στην ζωή του από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή.
Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών το άρθρο 11Ζ του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση τριών ετών ή το πρόστιμο των €8,000.
Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης του, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:
«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»
Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:
«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, αλλά και αυτών που λαμβάνονται υπόψη, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75.
Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, υπό την επήρεια αλκοόλης και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Εννοείται βέβαια πως ανάλογη περίπτωση εγωιστικής αδιαφορίας είναι και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών και δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, την έχει ταξινομήσει ως σοβαρότερη, προνοώντας ψηλότερη ποινή, έχοντας προφανώς υπ' όψιν τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Οι οποίοι βέβαια, από την άλλη πλευρά, και στις δύο περιπτώσεις σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα του ανθρώπου να χειρίζεται μηχανοκίνητο όχημα, να αντιληφθεί εγκαίρως τυχόν κίνδυνο και να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή του. Αυτονόητο είναι επίσης πως οι κίνδυνοι είναι πολλαπλάσιοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο χειριστής μηχανοκινήτου ευρίσκεται υπό την επήρεια και αλκοόλης αλλά και ναρκωτικής ουσίας».
Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκή την ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία επιβλήθηκε στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, αυξάνοντας αυτήν στους 5 μήνες. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:
«Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία.»
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η οδήγηση στην κατάσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος καθιστούσε το όχημα του ένα πραγματικά φονικό όπλο. Η αποτελεσματική άσκηση ελέγχου επί του οχήματος εκμηδενίζεται ενώ η ετοιμότητα του οδηγού να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κινδύνους που ήθελε τεθούν στην πορεία του είναι ανύπαρκτη. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).
Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψιν ακόμη τρείς υποθέσεις. Στην Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 ΑΑΔ 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες.
Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε ίδιας φύσεως και σοβαρότητας αδικήματα με αυτό που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο της κύριας υπόθεσης, και συγκεκριμένα διέπραξε δύο φορές το ίδιο αδίκημα, ήτοι της οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, σε χρονική περίοδο 5 μηνών περίπου. Τα πιο πάνω αναμφίβολα επιτείνουν τη σοβαρότητα της κατηγορίας της κύριας υπόθεσης, δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία ως προς την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και καθιστούν την περίπτωση του ως ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του.
Δεν παραβλέπω επίσης, ο Κατηγορούμενος ήδη βαρύνεται με 13 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του, στοιχείο που επίσης καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου προς την παραβατικότητα και καθιστά πρόδηλη την ανάγκη για αναμόρφωση της οδηγητικής του συμπεριφοράς.
Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:
Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).
Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου.
Το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών και σήμερα είναι ηλικίας 6 ετών. Σύμφωνα με τη Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50 «Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή». Στην Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 449 σημειώθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα:
«Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα.»
Όπως έχει νομολογηθεί ο νεαρός κατηγορούμενος δεν πρέπει να μένει με την εντύπωση ότι η κοινωνία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Αντιμετωπίζεται με περισσότερη επιείκεια από το Δικαστήριο δίνοντας του τη δυνατότητα να αναμορφώσει την παραβατική του συμπεριφορά και να γίνει χρήσιμος πολίτης της πολιτείας. Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί το νεαρό της ηλικίας δεν μπορεί να επενεργεί πάντα ως ελαφρυντικός παράγοντας ενόψει της δραματικής αύξησης των θανατηφόρων δυστυχημάτων στον τόπο μας, της εμπλοκής σε πολλές περιπτώσεις νεαρών προσώπων και της συνακόλουθης ανάγκης να συνετιστούν τα άτομα νεαρής ηλικίας μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών (βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329, Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562).
Αποδίδεται καταλυτική σημασία ότι ο Κατηγορούμενος, τόσο με την δική του αξιοθαύμαστη προσπάθεια, όσο και με την στήριξη των γονέων του, έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Γιαννακάκης ν Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 364). Όπως διαφαίνεται από τα επισυναπτόμενα έγγραφα στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος συμμετείχε στο Ανοιχτό Θεραπευτικό Κέντρο Εξαρτημένων Ατόμων «Η ΤΟΛΜΗ» από την 1/11/2023 μέχρι 27/6/2023 και από 9/7/2025 μέχρι 14/10/2025 (Τεκμήριο Γ). Προς τούτο υποβάλλετο σε εβδομαδιαίες αναλύσεις ούρων από τις 3/2/2025 μέχρι τις 12/3/2026 για ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών σε ιδιωτικό χημείο με αρνητικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για 35 στο σύνολο αναλύσεις ούρων με αρνητικό αποτέλεσμα στην ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών (Τεκμήρια Α και Β). Σχετική επίσης είναι η επιστολή ημερομηνίας 20/11/2025 του Ιπποκράτειου Νοσηλευτικού Ιδρύματος Πάφου η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει πλήρως απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών δείχνει ένα άτομο που θέλει να αποστασιοποιηθεί από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος του, έτσι ώστε να ξανά ορίσει το μέλλον του.
Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).
Αυτό που προκύπτει από τον χρόνο που παρήλθε, και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο προς όφελος του Κατηγορούμενου, είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Πλέον ο Κατηγορούμενος έχει απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, παρακολουθεί μαθήματα βυζαντινής μουσικής, ασχολείται με την αγγειοπλαστική και αναμένει την έναρξη της παρακολούθησης μαθημάτων στην Ιερατική Σχολή. Όπως διαφαίνεται, η ζωή του Κατηγορούμενου μπήκε σε μια νέα τροχιά.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου ότι από την συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο ή σε περιουσία.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.
Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης έχει αναφερθεί από την συνήγορο του ότι η άδεια οδήγησης του είχε ανακληθεί από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, και σε λίγες ημέρα θα αξιολογηθεί από το σχετικό συμβούλιο για να τεθεί ξανά σε ισχύ. Η στέρηση της άδεια οδήγησης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Σαρίδης v. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465). Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη όπως επίσης και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Ελευθερίου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300).
Ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων όπου διαπράχθηκαν, κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και ποινή στερητική της άδειας οδήγησης. Ωστόσο το γεγονός ότι έχει ήδη ανακληθεί η άδεια οδήγησης του από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, λαμβάνεται υπόψη ως προς το εύρος της στέρησης.
Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην δεύτερη και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 8 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα.
Ενόψει τις επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου, συσσωρεύονται πέραν των 16 βαθμών ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, κρίνω, ότι είναι πρέπον όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 20Α(7)και (8)(α) του Ν.86/72, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 και επιπρόσθετα οποιασδήποτε άλλης ποινής, προκειμένου να διατάξω τη στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου λόγω συσσώρευσης πέραν των 16 βαθμών ποινής, για περίοδο 3 μηνών από σήμερα, η έναρξη της οποίας να συντρέχει με την έναρξη της περιόδου στέρησης άδειας οδήγησης που επέβαλα δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.86/72.
Οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής διαγράφονται.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.
Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017, 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:
(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος,
(β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και
(γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι νεαρός σε ηλικία, και όπως διαφάνηκε μέσα από τις 35 εβδομαδιαίες αναλύσεις ούρων, όπου παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, καθώς και από τις ιατρικές βεβαιώσεις, ο Κατηγορούμενος έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από την μάστιγα των ναρκωτικών. Έχει αλλάξει πορεία πλεύσης στην ζωή του, παρακολουθεί μαθήματα βυζαντινής μουσικής και αναμένει να ενταχθεί στην ιερατική σχολή. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να με αφήσουν αδιάφορη αφού δείχνουν, κατά την κρίση μου, την αληθινή και γνήσια επιθυμία του Κατηγορούμενου να αποκόψει τις επιβλαβείς συνήθειες του παρελθόντος.
Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί και πως δικαιούται της ευκαιρίας να καταδείξει εμπράκτως πως όντως έχει πλήρως αντιληφθεί την σοβαρότητα των αδικημάτων, έχει μεταμεληθεί και δύναται να είναι νομοταγές μέλος της Κυπριακής κοινωνίας και να γίνει χρήσιμος πολίτης αυτής. Η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα άφηνε την εντύπωση στον Κατηγορούμενου ότι η πολιτεία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Κρίνω επίσης ότι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα αποτελούσε τιμωρία για χάριν της τιμωρίας και δεν θα αποσκοπούσε στην αναμόρφωση του Κατηγορούμενου. Όλες οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου δικαιολογούν να δοθεί σε αυτόν μια δεύτερη ευκαιρία.
Ως εκ των άνω διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενου ανασταλεί για περίοδο 3 ετών.
Περαιτέρω στην βάση του άρθρου 11(Θ) του Νόμου ο Κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €360 πλέον Φ.Π.Α στη Δημοκρατία, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων.
(Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης).
Λήφθηκαν υπόψιν οι υποθέσεις υπ’ αριθμό 4610/2024, 1471/2025 και 1688/2025 του Ε.Δ. Πάφου.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο