ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3071/2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ
εναντίον
Α. Α.
Κατηγορούμενος
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/03/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού
Για Κατηγορούμενο: κος Ε. Κορακίδης
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Το Κατηγορητήριο
Ο Κατηγορούμενος με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες δύο κατηγορίες:
1. Άρνηση παροχής δείγματος σάλιου για προκαταρτική εξέταση για χρήση ναρκωτικών ουσιών από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό∙ και
2. Άρνηση από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό παραχώρησης δείγματος εκπνοής για προκαταρτική εξέταση για να διαπιστωθεί κατά ποσόν βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 26/4/2023 στην λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] και του ζητήθηκε από τον Αστυφύλακα 4918 Α. Χαπέσιη της Τροχαίας Πάφου να παράσχει επί τόπου δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση για ανίχνευση ύπαρξης ναρκωτικών, αυτός αρνήθηκε. Επίσης κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ενώ οδηγούσε το προαναφερόμενο μηχανοκίνητο όχημα και του ζητήθηκε από τον Αστυφύλακα 4918 να δώσει εκπνοή για προκαταρτική εξέταση, άνευ λόγου αιτίας αρνήθηκε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά ποσό βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης.
Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Β. Η Μαρτυρία
Η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστυφύλακα 4918 Α. Χαπέσιη της Τροχαίας Πάφου (Μ.Κ.1).
Ο Μ.Κ.1 ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι στις 26/4/2023 και περί ώρα 15.10 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Αστυφύλακα 7073 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στη Γεροσκήπου, στην Πάφο, το σύστημα A.N.P.R. το οποίο ήταν εγκατεστημένο στο υπηρεσιακό όχημα όπου χρησιμοποιούσε την δεδομένη στιγμή, του έδωσε γνωστοποίηση ότι για το προπορευόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ιδιοκτήτη του, ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος. Αμέσως ανέκοψε για έλεγχο το εν λόγω όχημα και διαπίστωσε ότι ο οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος, εναντίον του οποίου εκκρεμούσε δικαστικό ένταλμα σύλληψης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για το αδίκημα της απειλής. Ακολούθως, και περί ώρα 15.18 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στη Γεροσκήπου, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη στην βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης, εξηγώντας του τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός του απάντησε «Εντάξει». Στην συνέχεια τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του ως συλληφθέντας, και τότε ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του. Ο Μ.Κ.1 μετέφερε το όχημα του Κατηγορούμενου, με συνοδηγό τον Κατηγορούμενο, στον Αστυνομικό Σταθμό, στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων.
Στην συνέχεια, στην παρουσία του δικηγόρου του Κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, πληροφορώντας τον ότι τυχόν άρνηση του να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής συνιστά ποινικό αδίκημα, και σε τέτοια περίπτωση υπόκειται σε σύλληψη, και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο του απάντησε «Εν θα κάμω τίποτε». Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και ο Μ.Κ.1 περί τις 16.03 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα το οποίο είχε διαπράξει, δηλαδή της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός του απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι ο λόγος που ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα εκπνοής ήταν για να ξεκαθαρίσει αν είχε καταναλώσει αλκοόλ ένεκα της υποψίας όπου είχε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ουσιών.
Διαφώνησε με την υποβολή κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος, ένεκα της συμπεριφοράς του, δημιούργησε εκνευρισμό στον Κατηγορούμενο, και για αυτόν τον λόγο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα σάλιου και εκπνοής.
Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής.
Γ. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας
Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας όπου παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).
Μ.Κ.1
Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Ο Μ.Κ.1 ήταν το άτομο το οποίο ανέκοψε το όχημα του Κατηγορούμενου, συνέλαβε αυτόν, και τον μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό στην συνέχεια. Ήταν το άτομο όπου ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση για ανίχνευση ύπαρξης ναρκωτικών και να παράσχει δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο αξιολογούμενος μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επεξήγησε, κατά τρόπο σαφή, πειστικό και τεκμηριωμένο, τι διαμείφθηκε κατά τον έλεγχο.
Η υπεράσπιση προσπάθησε να προσβάλει την αξιοπιστία του αξιολογούμενου μάρτυρα, ένεκα του ότι δεν κατέγραψε στην γραπτή κατάθεση του ότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών στο παρελθόν. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο πλήττει την αξιοπιστία του. Ασφαλώς, δεν αναμένεται σε μία κατάθεση να καταγραφεί όλη και η ακριβής στιχομυθία μεταξύ υπόπτου και αστυνομικού. Αυτό που θα αναμένετο να καταγραφεί στην κατάθεση του μάρτυρα, και καταγράφηκε, ήταν οι λόγοι όπου του δημιούργησαν την εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Ως εκ των ανωτέρω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, θεωρώ τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως απόλυτα αξιόπιστη και επομένως την αποδέχομαι.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνεται ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση του δικαιώματος της σιωπής από τον Κατηγορούμενο, δικαίωμα το οποίο δίδει ο νόμος, αφού σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχει κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα εναντίον της μη αυτοενοχοποίησης και του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Χάμαλης ν Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 ΑΑΔ 329).
Δ. Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου
Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και από την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη μαρτυρία, αλλά και από τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα ως έχουν προκύψει μέσω του χειρισμού των συνηγόρων των μερών κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/4/2018), καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση:
Στις 26/4/2023 και περί ώρα 15.10 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής WR496 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στη Γεροσκήπου. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Αστυφύλακα 7073, έλαβε γνωστοποίηση μέσω του συστήματος A.N.P.R. το οποίο ήταν εγκατεστημένο στο υπηρεσιακό όχημα το οποίο χρησιμοποιούσαν την δεδομένη στιγμή, ότι για το προπορευόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ιδιοκτήτη του, ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.1 αμέσως ανέκοψε για έλεγχο το εν λόγω όχημα, και διαπίστωσε ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τότε τον Κατηγορούμενο ενημερώνοντας τον για τους λόγους της σύλληψης του στις 15.18. Ο Μ.Κ.1 στην συνέχεια μετέφερε τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό του Τμήματος Μικροπαραβάσεων της Επαρχίας Πάφου, οδηγώντας το όχημα του Κατηγορούμενου και ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού.
Ο Μ.Κ.1 από την στιγμή της ανακοπής του Κατηγορούμενου, και κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε ελαφρώς διεσταλμένες κόρες ματιών και ελαφρώς κόκκινα μάτια, καθώς επίσης άγγιζε συνεχώς με τα δάκτυλα του την μύτη του και είσπνεε δυνατά και κοφτά την αναπνοή του. Περί τις 16.00, ο Μ.Κ.1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση Νάρκοτεστ, και αφότου του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει ικανοποιητικό δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση ναρκωτικών συνιστά ποινικό αδίκημα και σε τέτοια περίπτωση δύνατο να διωχθεί ποινικά, αυτός αρνήθηκε να δώσει δείγμα σάλιου σε προκαταρτική εξέταση ναρκωτικών ουσιών. Ο Μ.Κ.1 τότε τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραξε, και ότι θα καταγγελθεί και θα διωχθεί ποινικά, και αφότου του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο του απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο».
Στην συνέχεια, ο Μ.Κ.1 ένεκα της υποψίας όπου είχε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ουσιών, περί τις 16.03 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, πληροφορώντας τον ότι τυχόν άρνηση του να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής συνιστά ποινικό αδίκημα, και σε τέτοια περίπτωση υπόκειται σε σύλληψη, και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης.
Ε. Οι Λεπτομέρειες των Κατηγοριών
Κρίνω ορθό όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα την θέση της Υπεράσπισης, ότι οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου είναι παραπλανητικές ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και για αυτό τον λόγο ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Συγκεκριμένα, είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι οι λεπτομέρειες των κατηγοριών είναι τέτοιες όπου να δημιουργείται η εντύπωση ότι ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο δείγμα σάλιου και εκπνοής κατά την διάρκεια της ανακοπής του οχήματος του στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Γεροσκήπου, ενώ όπως προέκυψε από την μαρτυρία, το δείγμα σάλιου και εκπνοής ζητήθηκε στον αστυνομικό σταθμό.
Με κάθε σεβασμό διαφωνώ με την θέση αυτή της Υπεράσπισης. Οι παρεχόμενες λεπτομέρειες στην κατηγορία σκοπό έχουν να πληροφορήσουν τον Κατηγορούμενο για την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει. Όπως προέκυψε από τον χειρισμό των μερών, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε τελούσε σε πλάνη σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων, τα οποία επί το πλείστων είναι παραδεκτά. Η απαίτηση για παροχή δείγματος σάλιου και εκπνοής δεν έγινε στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Γεροσκήπου αλλά στον Αστυνομικό Σταθμό. Αυτή ήταν και η θέση της Υπεράσπιση ως έγινε αντιληπτό κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1. Επομένως η Υπεράσπιση είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, και κατά συνέπεια της μαρτυρίας όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, και προς τούτο η αντεξέταση του Μ.Κ.1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ήταν συγκεκριμένη και στοχευμένη. Καμία σύγχυση δεν διαφάνηκε ή πλάνη ως προς τα γεγονότα όπου διαμείφθηκαν. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε πρόσθετες λεπτομέρειες κατά την έναρξη της διαδικασίας, εισηγούμενος ότι οι λεπτομέρειες που παρέχονται στην κατηγορία είναι ανεπαρκείς για τον σκοπό της δέουσας πληροφόρησης του Κατηγορουμένου για την υπόθεση που καλείται να αντιμετωπίσει.
Επομένως η εισήγηση αυτή της Υπεράσπισης απορρίπτεται.
ΣΤ.Η Νομική Πτυχή και το Βάρος Απόδειξης
Προχωρώ τώρα να εξετάσω την νομική πτυχή των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401).
Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).
Πρώτη Κατηγορία
Σχετικό με την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι το άρθρο 11Γ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986), και συγκεκριμένα τα εδάφια (1), (7) και (8), στα οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«(1) Σε περίπτωση που μέλος της Αστυνομίας έχει εύλογη υποψία ότι έγινε ή γίνεται χρήση ναρκωτικών από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό, δύναται να ζητήσει από το πρόσωπο αυτό να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11Δ».
«(7) Πρόσωπο το οποίο αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (5) στον καθοριζόμενο αστυνομικό σταθμό ή αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική ή εργαστηριακή εξέταση όταν αυτό του ζητηθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα:
Νοείται ότι αποτελεί υπεράσπιση του προσώπου αυτού η επίκληση ιατρικών λόγων που δικαιολογούν την πιο πάνω άρνηση.»
«(8)Το μέλος της Αστυνομίας που ζητά δείγμα σάλιου είτε για προκαταρκτική είτε για εργαστηριακή εξέταση, είτε επιτόπου είτε σε αστυνομικό σταθμό δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (5) και (6) εφιστά την προσοχή του προσώπου αυτού στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα».
Επομένως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι τα ακόλουθα:
(α) Δημιουργήθηκε εύλογη υποψία σε μέλος της Αστυνομίας ότι έγινε ή γίνεται χρήση ναρκωτικών ουσιών από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει όχημα σε οποιαδήποτε οδό,
(β) ο Αστυνομικός ζήτησε από το πρόσωπο αυτό να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση,
(γ) ο Αστυνομικός επέστησε την προσοχή στο εν λόγω πρόσωπο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να παραχωρήσει δείγμα σάλιου συνιστά ποινικό αδίκημα, και
(δ) το πρόσωπο αυτό αρνήθηκε ή απέφυγε να το πράξει.
Η ανωτέρω υποχρέωση που τάσσει το άρθρο 11Γ(8), και συγκεκριμένα η επίστηση της προσοχής του προσώπου αυτού στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δύνατο να συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι ταυτόσημη με το άρθρο 7(7) του αγγλικού Road Traffic Act 1988. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, Vol.1 (23rd edition, 2007) para. 4.261 αναφέρονται τα εξής σχετικά με την ανωτέρω νομοθετική πρόνοια και την υποχρέωση του προσώπου, το οποίο ζητά την παροχή δείγματος σάλιου, να προειδοποιήσει τον οδηγό για τις συνέπειες τυχόν άρνησης του:
«Section 7(7) of the 1988 Act places a duty upon the constable when requiring a specimen of breath, blood or urine under s.7 to warn the defendant that failure to provide it may render him liable to prosecution.
That the requirement to administer a warning under what is now s.7(7) is mandatory, not directory, so far as offences of failing to provide a specimen for analysis contrary to what is now s.7(6) are concerned was made plain by the Divisional Court in the case of Simpson v Spalding [1987] RTR 221. Possibly the fact that the defendant was a police officer might have led the investigating officer to omit the statutory warning of the penal consequences of failure to provide a specimen; in any event his neglect of the requirements of (what is now) s.7(7) was, by a logical extension of the principle in Howard v Hallett [1984] RTR 353, fatal to the prosecution and the defendant ought to have been acquitted.»
Εφόσον αποδειχθούν τα ανωτέρω, αποτελεί υπεράσπιση του Κατηγορούμενου αν επικαλεστεί ιατρικούς λόγους που να δικαιολογούν την άρνηση του.
Δεύτερη Κατηγορία
Η δεύτερη κατηγορία αφορά την άρνηση του Κατηγορούμενου να παραχωρήσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση για να διαπιστωθεί κατά ποσόν βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλης.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986):
«6(1) Εις περίπτωσιν καθ’ ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι-
(α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ’ ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει. ή
(β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ’ ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην. ή
(γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ’ ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει.
δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(2) Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιον (1) αναφερομένης ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ’ οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(3) Εις ην περίπτωσιν επισυμβεί τροχαίον ατύχημα, λόγω της παρουσίας οιουδήποτε οχήματος επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, αστυνομικός δύναται να ζητήση παρ’ οιουδήποτε προσώπου διά το οποίον έχει εύλογον αιτίαν να πιστεύη ότι ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση το όχημα κατά τον χρόνον του ατυχήματος, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9.
(4) Δύναται να ζητηθή παρά προσώπου όπως παράσχη, δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) ή (3) δείγμα εκπνοής, είτε εις τον τόπον ένθα τούτο εζητήθη ή εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον αστυνομικόν σταθμόν.
(5) Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου (4) καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ’ οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ’ αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(6) Αστυνομικός δύναται να συλλάβη οιονδήποτε πρόσωπον άνευ δικαστικού εντάλματος εάν το πρόσωπον τούτο αρνείται ή αποφεύγη δι’ οιουδήποτε τρόπου να παράσχη το ζητηθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δείγμα εκπνοής και ο αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι υπάρχει αλκοόλη εις το σώμα του προσώπου αυτού, αλλ’ ουδείς συλλαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου εάν ούτος ευρίσκεται εις νοσοκομείον τυγχάνων ιατρικής περιθάλψεως.»
Ως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε ενεστώτα χρόνο («οδηγεί») στις περιπτώσεις των εδαφίων 1(α) και 2 και αόριστο χρόνο («ωδήγει») στις περιπτώσεις των εδαφίων 1(β) και 1(γ).
Αυτό που θα απασχολήσει στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 6(1), το οποίο αναγράφεται και στην έκθεση αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, και συγκεκριμένα το εδάφιο (α) αυτού λαμβάνοντας υπόψη και την μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Έχοντας υπόψη μου τις ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(α) Δημιουργήθηκε εύλογη υποψία σε αστυνομικό ότι πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό έχει στο σώμα του οποιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης,
(β) Ο αστυνομικός ζητήσει από το πρόσωπο αυτό να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση, και
(γ) το πρόσωπο αυτό, άνευ εύλογου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει να το πράξει.
Αποτελεί υπεράσπιση, αν το πρόσωπο όπου αρνείται να παράσχει δείγμα εκπνοής προβάλει αιτία η οποία σχετίζεται με ιατρικούς λόγους, πιστοποιημένη με ενυπόγραφη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού (βλ. άρθρο 8). Η βεβαίωση αυτή επιδεικνύεται προς τον αστυνομικό κατά τον χρόνο που ζητά την παραχώρηση του δείγματος εκπνοής ή, το αργότερο, εντός τριών ημερών από τον πιο πάνω χρόνο, στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Διαφορετικά, τεκμαίρεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 8 ότι το πρόσωπο που αρνήθηκε ή απέφυγε να παραχωρήσει δείγμα εκπνοής, ενήργησε χωρίς εύλογη αιτία.
i. Τι συνιστά εύλογη υποψία?
Τόσο το άρθρο 6(1) όσο και το άρθρο 11Γ(1) του Ν. 174/1986 θέτουν ως προϋπόθεση στην στοιχειοθέτηση των αδικημάτων την δημιουργία εύλογης υποψίας στον αστυνομικό ότι το πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει έχει στο σώμα του οποιαδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή ότι έγινε ή γίνεται χρήση ναρκωτικών.
Στην υπόθεση Ξυψιτη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 147/2018, 15/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B472 λέχθηκε ότι η «εύλογος υποψία δεν είναι κάτι το «χειροπιαστό» ή εύκολα εντοπιζόμενη. Διαπιστώνεται από τα περιβάλλοντα γεγονότα της υπόθεσης.»
Σχετικά επίσης είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση στην σελίδα 153, με αναφορά στην υπόθεση Hay v Shepherd (1974) RTR 64. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:
«Even though the facts of a vehicle's behavior do not amount to a traffic offence and are insufficient to give a constable reasonable cause to suspect the consumption of alcohol, the constable may have his suspicion of alcohol confirmed, and provided the confirmation of this suspicion of alcohol is sufficiently proximate so as to have occurred while the defendant was still "driving or attempting to drive" it will be held that the constable had reasonable cause to suspect the driver of having alcohol and his requirement for a breath test will be held to be valid. Thus where a constable may not have had reasonable cause to suspect alcohol from the manner of the defendant's driving (circling a roundabout very slowly early in the morning and turning hesitantly into a turning already passed) the constable's initial suspicion was confirmed when the constable smelt alcohol on stopping him (Hay v Shepherd (1974) RTR 64) when it could still be said that he was "driving or attempting to drive"».
Επομένως η εύλογη υποψία ενός Αστυνομικού μπορεί να υπάρξει είτε λόγω της οδηγικής συμπεριφορά ενός προσώπου, για παράδειγμα οδήγηση οχήματος με αυξημένη ταχύτητα ή με τρόπο ώστε να παρεκκλίνει από την λωρίδα κυκλοφορίας του, είτε λόγω της εμφάνισης του, για παράδειγμα μύριζε η αναπνοή του αλκοόλ, ή μέσα από ένα συνδυασμό και των δύο αυτών στοιχείων.
ii. Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει
Η δημιουργία εύλογης υποψίας αφορά πρόσωπο το οποίο «οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει» μηχανοκίνητο όχημα. Και αυτό το ζήτημα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην υπό εξέταση περίπτωση, καθ’ ότι κατά την εισήγηση της Υπεράσπισης, από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε από την Αστυνομία και συνελήφθη ένεκα εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγούσε, αλλά ούτε και ότι αποπειράθηκε να οδηγήσει καθ’ ότι στην συνέχεια μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό.
Απόλυτα σχετική με το ζήτημα αυτό, είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας (House of Lords) στην υπόθεση Sakhuja v Allen [1972] 2 All ER 311, όπου ξεκαθαρίστηκε ότι η οδήγηση ή η απόπειρα οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ακριβώς ταυτόχρονη με την απαίτηση παροχής δείγματος εκπνοής. Ένα άτομο θα μπορούσε να υποχρεωθεί να παράσχει δείγμα εκπνοής, ακόμη και όταν κατά την στιγμή που τέθηκε η απαίτηση για παροχή δείγματος από την αστυνομία, είχε σταματήσει να οδηγεί ή να προσπαθεί να οδηγήσει, υπό την προϋπόθεση ότι η ακολουθία των γεγονότων μεταξύ της παρατηρούμενης οδήγησης ή της απόπειρας οδήγησης και της απαίτησης παροχής του δείγματος ακολούθησαν τόσο στενά το ένα με το άλλο, ώστε να αποτελούν μια συνεχόμενη πράξη. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα της απόφασης:
«The driving or attempted driving and the making of the requirement for a specimen of breath do not have to be exactly contemporaneous. They do, however, have to be parts of the same chain of events—or one might say that same occasion, or the same incident or the same transaction or the same set of res gestae».
Τονίστηκε περαιτέρω ότι η μόνη σχετική στιγμή κατά την οποία πρέπει να ενυπάρχει η εύλογη υποψία στο μυαλό του αστυνομικού είναι η στιγμή κατά την οποία διατυπώνεται η απαίτηση για παροχή δείγματος εκπνοής. Μπορεί φυσικά η εύλογη υποψία να προκύψει στο μυαλό του αστυνομικού για πρώτη φορά νωρίτερα, αλλά αν δεν υπάρχει η εύλογη υποψία τη στιγμή της απαίτησης, η απαίτηση για παροχή δείγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη. Στην Sakhuja v Allen [1972] 2 All ER 311 τονίστηκε επίσης ότι δεν χρειάζεται η εύλογη υποψία να δημιουργηθεί κατά τους χρόνους της οδήγησης του οδηγού.
Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αφορούσαν άτομο το οποίο οδηγούσε το όχημα του με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, και αυτό τράβηξε την προσοχή ενός περιπολικού. Όταν το περιπολικό τον πλησίασε, για να τον αναγκάσει να σταματήσει, ο οδηγός οδήγησε προς το σπίτι του όπου και κατέφθασε εκεί. Στο σπίτι του οδηγού κατέφθασε και το περιπολικό. Όταν ο οδηγός κατέβηκε από το όχημα του ήταν προσβλητικός προς τον αστυνομικό και η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ. Ο αστυνομικός του ζήτησε να παράσχει δείγμα εκπνοής, και αυτός αρνήθηκε αρχικά, ενώ στην συνέχεια έδωσε δείγμα εκπνοής με θετική ένδειξη.
Το House of Lords κατέληξε ότι η απαίτηση του αστυνομικού προς τον οδηγό να δώσει δείγμα εκπνοής ήταν νόμιμη καθ’ ότι η απαίτηση αυτή ζητήθηκε από πρόσωπο το οποίο οδηγεί η αποπειράται να οδηγήσει εν τη έννοια του νόμου («driving or attempting to drive»).
Έχοντας υπόψη μου τις νομολογιακές αρχές όπου τέθηκαν στην Sakhuja v Allen (ανωτέρω), κρίνω ότι με αυτό τον τρόπο ερμηνεύονται και οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις του Ν. 174/1986.
Ζ. Κατάληξη Δικαστηρίου
Στο σημείο αυτό θα εξετάσω κατά ποσόν η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία έκαστης κατηγορίας, στον βαθμό που απαιτείται, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Σχετικά με την πρώτη κατηγορία, της άρνησης παροχής δείγματος σάλιου για προκαταρτική εξέταση για χρήση ναρκωτικών ουσιών από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό, έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την ανωτέρω νομική ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, κρίνω ότι πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος για τους ακόλουθους λόγους.
Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό εν την έννοια του άρθρου 11Γ(1). Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα, ανακόπηκε από την Αστυνομία για λόγους άλλους, και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11Γ(1). Σύμφωνα με την νομολογιακή αρχή όπου τέθηκε από το House of Lords στην Sakhuja v Allen ανωτέρω η οδήγηση δεν χρειάζεται να είναι ακριβώς ταυτόχρονη με την απαίτηση παροχής δείγματος εκπνοής. Αυτό που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αλληλουχία των γεγονότων και το πόσο σύντομα και άμεσα εξελίχθηκαν. Εξηγώ. Ανακόπηκε η οδήγηση του Κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.1 στις 15.10, ο Μ.Κ.1 συνέβαλε τον Κατηγορούμενο για άλλους ανεξάρτητους λόγους από την οδήγηση του Κατηγορούμενου στις 15.18, και εκεί, όπως ο Μ.Κ.1 ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, «από την στιγμή της ανακοπής» και κατά την διάρκεια της συνομιλίας του με τον Κατηγορούμενο, του δημιουργήθηκε η εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και αυτό γιατί ο Κατηγορούμενος είχε ελαφρώς διεσταλμένες κόρες ματιών και ελαφρώς κόκκινα μάτια, καθώς επίσης άγγιζε συνεχώς με τα δάκτυλα του την μύτη του και είσπνεε δυνατά και κοφτά την αναπνοή του, κάτι που ως ανέφερε είναι κίνηση όπου κάνουν τα άτομα όπου κάνουν χρήση κοκαΐνης από την μύτη. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό και του ζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 περί τις 16.00 να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση νάρκοτεστ. Η εύλογη υποψία επομένως, δημιουργήθηκε στον Μ.Κ.1 αμέσως μετά την ανακοπή της οδήγησης του Κατηγορούμενου, αλλά η ακολουθία των γεγονότων μεταξύ της παρατηρούμενης οδήγησης, της δημιουργίας εύλογης υπόνοιας και της απαίτησης παροχής του δείγματος ακολούθησαν τόσο στενά το ένα με το άλλο, ώστε να αποτελούν μια συνεχόμενη πράξη.
Δημιουργήθηκε επομένως εύλογη υποψία σε μέλος της Αστυνομίας ότι έγινε ή γίνεται χρήση ναρκωτικών ουσιών από πρόσωπο που οδηγεί όχημα σε οποιαδήποτε οδό εν την έννοια του άρθρου 11Γ(1). Από την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον μου, ο Μ.Κ.1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση, αφότου του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει ικανοποιητικό δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση ναρκωτικών συνιστά ποινικό αδίκημα και σε τέτοια περίπτωση δύνατο να διωχθεί ποινικά, και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ρητώς να δώσει δείγμα σάλιου σε προκαταρτική εξέταση ναρκωτικών ουσιών. Επομένως όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πληρούνται.
Ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε υπεράσπιση όπου να επικαλείται ότι η άρνηση του σχετίζεται με οποιουσδήποτε ιατρικούς λόγους. Αντ’ αυτού τήρησε το δικαίωμα της σιωπής.
Ένεκα των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν.
Αντίθετη ωστόσο είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ναι μεν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα εν την έννοια του άρθρου 6(1)(α), ωστόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι δημιουργήθηκε στον Μ.Κ.1 η εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε έχοντας οποιαδήποτε ποσότητα αλκοόλης στο σώμα του. Αυτό προκύπτει από την ίδια την απάντηση του Μ.Κ.1. Ενώ κατά την μαρτυρία του εξήγησε τους λόγους που του δημιουργήθηκε η εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, αυτό που ανέφερε ως προς τον λόγο που ζήτησε από τον Κατηγορούμενο δείγμα εκπνοής ήταν γιατί ένεκα της υποψίας όπου είχε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια ουσιών, ήθελε να ξεκαθαρίσει αν είχε καταναλώσει αλκοόλ. Από αυτή την απάντηση του κρίνω ότι δεν δημιουργήθηκε καμία εύλογη υπόνοια στον Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, είτε δηλαδή από τον τρόπο της οδήγησης του, είτε λόγω της εμφάνισης του Κατηγορούμενου κατά την μεταξύ τους συζήτηση μετά την ανακοπή της οδήγησης του, παρά μόνο συνέδεσε την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών με την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης από μόνος του, αδικαιολόγητα και χωρίς έρεισμα.
Λόγω του ότι δεν είχε δημιουργηθεί στον Μ.Κ.1 η εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν δύναται να θεωρηθεί νόμιμη η απαίτηση του Μ.Κ.1 από τον Κατηγορούμενο για παροχή δείγμα σάλιου για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης.
Ως εκ τούτου η δεύτερη κατηγορία απορρίπτεται, και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο