ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. B. M., Αρ. Υπόθεσης: 986/2025, 19/3/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. B. M., Αρ. Υπόθεσης: 986/2025, 19/3/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:   Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

     Αρ. Υπόθεσης: 986/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v.

 

B. M.

         Κατηγορούμενου

                                                            ---------------------------

Ημερομηνία: 19.03.2026

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κα. Νικολέτα Παπούτσα

Για Κατηγορούμενο: κος Νεόφυτος Δημοσθένους   

Κατηγορούμενος: Παρών  

 

[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Το Κατηγορητήριο:

 

Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:

 

Τις κατηγορίες υπ’  αριθμό  1, 2, 3 για αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα την 05.02.2025:

 

Την κατηγορία βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 5(ζ) ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ – Αδίκημα 14 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (Κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του ποινικού αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 05.02.2025 στην Κάτω Πάφο, ήρθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του, στο σώμα της συζύγου του, χωρίς την συναίνεση της.

 

Την κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (Κατηγορία 2).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η  κατηγορία, προέβηκε σε ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως εναντίον της συζύγου του, η οποία εκφράστηκε με πράξεις και είχε ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας δηλαδή προέβηκε σε κολπική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώμα της.  

 

Την κατηγορία για Βία στην Οικογένεια, απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε και άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και αδικήματα βίας κατά γυναικών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ), ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ, Αδίκημα 52 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021(Κατηγορία 3).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η  κατηγορία, με σκοπό την υποκίνηση της συζύγου του να διενεργήσει πράξη την οποία αυτή δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, την απείλησε με την φράση «Χρειάζομαι sex, To χρειάζομαι τώρα. Βγάλε τα ρούχα σου. ΄Η διαφορετικά δεν ξέρω τι θα κάμω». 

 

Τις κατηγορίες υπ’  αριθμό  6, 7, 8, 9 για αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα την 08.02.2025:

 

Την κατηγορία βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 5(ζ) ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ – Αδίκημα 14 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (Κατηγορία 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του ποινικού αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 08.02.2025 στην Κάτω Πάφο, ήρθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του, στο σώμα της συζύγου του, χωρίς την συναίνεση της.

Την κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (Κατηγορία 7).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 6η  κατηγορία, προέβηκε σε ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως εναντίον της συζύγου του, η οποία εκφράστηκε με πράξεις και είχε ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας δηλαδή προέβηκε σε κολπική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώμα της χωρίς τη συναίνεση της.  

 

Την  κατηγορία για δημόσια εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (8η Κατηγορία). Συγκεκριμένα κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 6η κατηγορία εξύβρισε την σύζυγο του με την φράση «Πόρνη, είσαι μια πόρνη», σε μη δημόσιο χώρο, ήτοι στο χώρο διαμονής, της κατά τρόπο που ήταν δυνατό να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και να τον προκαλέσει να διαπράξει επίθεση.

 

Την κατηγορία για Βία στην Οικογένεια, απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και αδικήματα βίας κατά γυναικών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ), ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ, Αδίκημα 52 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021(Κατηγορία 9).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 6η  κατηγορία, με σκοπό την υποκίνηση της συζύγου του να διενεργήσει πράξη την οποία αυτή δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, την απείλησε με την φράση «Καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου διαφορετικά θα είμαι σίγουρος ότι κοιμήθηκες με τον μαύρο και θα σας σκοτώσω και τους δύο».

 

Την κατηγορία επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, βία στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 21, 3(1)(4) του Νόμου που προνοεί την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και αδικήματα βίας κατά γυναικών κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ), ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ, Αδίκημα 34 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021 (10η Κατηγορία).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 6η κατηγορία, επιτέθηκε εναντίον της συζύγου του και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη.

 

Τις κατηγορίες υπ’  αριθμό  13, 14, 15  για αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα και στις δύο πιο πάνω ημερομηνίες, δηλαδή την 05 και  08.02.2025:

 

Την κατηγορία βίας στην οικογένεια, παρενόχληση θύματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 32 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε  (13η Κατηγορία).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η και 6η κατηγορία, ενόχλησε ή εκφόβισε την σύζυγο του η οποία ήταν μάρτυρας στις υποθέσεις βίας με αριθμούς 6042/2024 και 334/2025 με την συμπεριφορά του όπως περιγράφεται στις κατηγορίες 1 – 12 κατά τρόπου που επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει την εκδίκαση των πιο πάνω υποθέσεων.

 

Την κατηγορία βίας στην οικογένεια, πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε  (14η Κατηγορία).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος  κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και 6 με την συμπεριφορά του ή με τις πράξεις του προς την σύζυγο του της προκάλεσε ψυχική βλάβη.

 

Τέλος την κατηγορία παρενόχλησης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου 114(Ι)/2021 και αδικήματα βίας κατά γυναικών, κατά παράβαση των άρθρων 2, ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ Αδίκημα 57 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (15η Κατηγορία).  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος  κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και 6 προέβηκε σε συμπεριφορά η οποία προκάλεσε παρενόχληση στην σύζυγο του, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκάλεσε ανησυχία και αγωνία. 

 

(Κατά τις τελικές αγορεύσεις η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε τις κατηγορίες υπ΄ αριθμό 4, 5, 11 και 12 και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές).

 

Οι μάρτυρες κατηγορίας:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν συνολικά 13 μάρτυρες κατηγορίας με την ακόλουθη σειρά: H Αστ. 2836 Δ. Κυπριανίδου (Μ.Κ.1) εξεταστής της υπόθεσης και το πρόσωπο που στις 09.02.2025 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη με τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο, η Αστ. Γιαννακάρη (Μ.Κ.2) η οποία είχε μεταφέρει την παραπονούμενη για να τύχει Ιατροδικαστικής Εξέτασης στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο Αστ. 2543 Τρύφωνος (Μ.Κ.3) ο οποίος μετέβηκε στις 09.02.2025 στο δωμάτιο του Ξενοδοχείου [..] και έλαβε φωτογραφικό υλικό ενώ παρέλαβε και αριθμό τεκμηρίων που εντοπίστηκαν σε αυτό, o Aστ. 1987 Παναγιώτου (Μ.Κ.4) ο οποίος στις 16.02.2025 μετέβηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας και συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, ο Αστ. 2092 Κουμπαρής (Μ.Κ.5) ο οποίος στις 16.02.2025 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο καθώς και παρειακά επιχρίσματα, η Παραπονούμενη (Μ.Κ.6) η οποία αναφέρθηκε στην σχέση της με τον κατηγορούμενο με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά και στα όσα κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 02.02.2025 με 08.02.2025, ο Δρ. Σιδηρόπουλος (Μ.Κ.7) ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στο Γ.Ν.Πάφου στις 08.02.2025 και ετοίμασε Ιατρική Έκθεση, η Αστ. 2054 Κτωρή (Μ.Κ.8) η οποία ήταν το πρώτο πρόσωπο με το οποίο ήρθε σε επαφή η παραπονούμενη όταν αφίχθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και στην συνέχεια την μετέφερε στο Γ.Ν. Πάφου για να τύχει ιατρικής εξέτασης, ο Αστ. 4207 Θεοχάρους (Μ.Κ.9) ο οποίος ήρθε σε επαφή με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου […] και της έλαβε κατάθεση ενώ προσπάθησε να λάβει στις 13.03.2025 οπτικογραφημένη κατάθεση από τον μικρό υιό της παραπονουμένης, ο Ιατροδικαστής Δρ. Ορθοδόξου (Μ.Κ.10) ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στις 09.02.2025 στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας και ετοίμασε σχετική έκθεση, ο Χ. Κράσσος (Μ.Κ.11) που εργάζεται στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κρατικού Χημείου ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση αναφορικά με την εξέταση της δειγματοληψίας αίματος και ούρων που λήφθηκε από την παραπονούμενη στις 09.02.2025 στα πλαίσια της ιατροδικαστικής εξέτασης, η Σ. Ξενοφώντος (Μ.Κ.12) διευθύντρια του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου η οποία ετοίμασε επιστημονική έκθεση αναφορικά με την εξέταση των τεκμηρίων της υπόθεσης για τον εντοπισμό γενετικού υλικού, σπερματικών κυττάρων ή/και σπερματικών ουσιών και τέλος η Μ. Λουκά (Μ.Κ.13) η οποία ως Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Γραφείο Ευημερίας Πάφου κλήθηκε να συνοδεύσει τα ανήλικα παιδιά της οικογένειας στη Αστυνομία με σκοπό την λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων.

 

Οι μάρτυρες υπεράσπισης:

 

Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης ήτοι την κα. Ευσταθία Παχύ (Μ.Υ.1) Αρμόδια Λειτουργό για παιδιά καθώς και τον ανήλικο υιό της οικογένειας L.M. (Μ.Υ.2).

 

Να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι από την επιλογή του κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός δεν μπορεί να εξαχθούν οποιαδήποτε  συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police (1981) 2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου ν. Της Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 250).

 

Παραδεκτά Γεγονότα:

 

Οι καταθέσεις του Αστ. 4183 Γ. Κωνσταντίνου (Τεκμ. 33), Αστ. 432 Λ. Δημοσθένους (Τεκμ. 34), Ε/Αστ. 5386 Α. Παναγή (Τεκμ. 35), Ε/Αστ. 7072 Σ. Χριστοδούλου (Τεκμ. 36), Ε/Αστ. 5054 Κ. Καλοζώη (Τεκμ. 37), Ε/Αστ. 5059 Σ. Φουλίδη (Τεκμ. 38) και του Badri Nanobashvilli (Τεκμ. 39) καθώς και το περιεχόμενο των διαταγμάτων (Τεκμήρια 67, 68 & 73)  κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.  Υπήρξαν επίσης σε διάφορα σημεία της ακρόασης παραδεκτά γεγονότα, ότι ορισμένα έγγραφα που κατατέθηκαν ως μετάφραση άλλων ξενόγλωσσων εγγράφων, αποτελούν πιστή μετάφραση τους στην Ελληνική.  Συγκεκριμένη αναφορά  στα παραδεκτά γεγονότα γίνεται πιο κάτω στην απόφαση όταν αυτό κρίνεται χρήσιμο.

 

Παράθεση μαρτυρίας:

 

Προχωρούμε σε σύνοψη της μαρτυρίας καθενός από τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο:

 

Μαρτυρία της παραπονούμενης:

 

Είναι χρήσιμο σε αυτό το αρχικό σημείο να παρατεθούν οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης (Μ.Κ.6), η οποία κατέθεσε έκτη στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στην κατάθεση την οποία έδωσε στις 09.02.2025 στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στην Μ.Κ.1 στην Αγγλική Γλώσσα (Τεκμήριο 30Α), την οποία και υιοθέτησε.  (Μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στην Ελληνική είχε επίσης κατατεθεί στην διαδικασία ως Τεκμήριο 30Β).

 

Σε αυτήν αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συμβίωση της ως αντρόγυνο με τον κατηγορούμενο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με τον οποίο απέκτησαν και δύο γιούς. Εναντίον του έχει προχωρήσει σε καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία που εκκρεμούν προς εκδίκαση στα πλαίσια των οποίων έχει εκδοθεί και περιοριστικό διάταγμα για να μην την πλησιάζει. Η ίδια διέμενε στο ξενοδοχείο [..] και ο κατηγορούμενος διέμενε μαζί με τα παιδιά τους στο ξενοδοχείο […]. Ισχυρίστηκε ότι στις 02.02.2025 έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο όπου της ζητούσε να τους επισκεφθεί με την ίδια να το πράττει αφού και αυτή ήθελε να δει τα παιδιά της. Σε συνέχεια της επίσκεψης αποφάσισε να μείνει μαζί τους στο ξενοδοχείο […] όπως και έγινε για την περίοδο από 02.02.2025 μέχρι και τις 07.02.2025. Σε σχέση με το ισχυριζόμενο  περιστατικό ημερομηνίας 05.02.2025 η παραπονούμενη σημειώνει πως στις 0900 περίπου το πρωί βρισκόμενη στο ξενοδοχείο o κατηγορούμενος πήγε να κάνει ντους και στην συνέχεια βγήκε έξω από το μπάνιο φέροντας μια πετσέτα γύρω από τη μέση του. Κατά την έξοδο του από το μπάνιο την ρώτησε αν ακόμα ήταν με την περίοδο της με την μάρτυρα να απαντά καταφατικά. Στην συνέχεια αυτός άρχισε να αναστατώνεται και να της λέει «Χρειάζομαι sex. Το χρειάζομαι τώρα. Βγάλε τα ρούχα σου» ενώ όταν αυτός διαπίστωσε ότι δεν είχε βγάλει τα ρούχα της, της είπε «ή διαφορετικά δεν ξέρω τι θα κάνω». Τότε ο κατηγορούμενος την έκανε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της με δύναμη, βγάζοντας την πετσέτα και μένοντας τελείως γυμνός. Άρχισε να της βγάζει τα ρούχα της αφήνοντας την τελείως γυμνή πάνω στο κρεβάτι και ενώ ήταν σε στύση μετακίνησε το ταμπόν που η μάρτυρας φορούσε εξαιτίας της περιόδου της και έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της χωρίς να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό, κινώντας μέσα της με επιθετικότητα και ενώ η μάρτυρας πονούσε. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που ολοκλήρωσε την πράξη του φτάνοντας σε οργασμό, όχι μέσα της αλλά στο πάτωμα, σκουπίζοντας στην συνέχεια το σπέρμα του που είχε πέσει στο πάτωμα με χαρτί τουαλέτας το οποίο στην συνέχεια πέταξε στην τουαλέτα και τράβηξε το καζανάκι. Σημειώνει στην κατάθεση της πως κατά την διάρκεια που ο κατηγορούμενος ήταν μέσα της, η ίδια έμεινε ακίνητη και δεν του είπε κάτι αλλά ούτε και του αντιστάθηκε επειδή φοβόταν τι μπορούσε να της κάνει. Όταν τελείωσε ο κατηγορούμενος, η ίδια πήγε στο μπάνιο και έκανε ντους, φόρεσε στην συνέχεια τα ρούχα της και έμεινε καθισμένη στο κρεβάτι χωρίς να μιλήσει μαζί του αφού δεν το επιθυμούσε, με την ίδια να νοιώθει λερωμένη και άδεια μέσα της εξαιτίας αυτού που έγινε μαζί του.

 

Στις 07.02.2025 το πρωί τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος και τα παιδιά τους πήγανε να μείνουμε στο Ξενοδοχείο […]. Αναφορικά με το ισχυριζόμενο περιστατικό ημερ. 08.02.2025 η παραπονούμενη  σημειώνει πως κατά την διάρκεια του πρωινού χωρίς να μπορεί να θυμάται την ακριβή ώρα ο κατηγορούμενος άρχισε να την κατηγορεί ότι κοιμάται με άλλους άντρες. Την ίδια μέρα και περί της 1600 ο κατηγορούμενος έφερε ουίσκι και μπύρα και άρχισαν να πίνουν. Σε κάποια στιγμή, περί τις 1700, αυτός άρχισε να την αποκαλεί «Πόρνη» και να της λέει «Δυστυχώς δεν μπορώ να σε σκοτώσω είναι καλύτερα να το κάνεις μόνη σου» και «Καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου διαφορετικά θα είμαι σίγουρος ότι κοιμήθηκες με τον μαύρο και θα σας σκοτώσω και του δύο» με την παραπονούμενη να καταγράφει πως η αναφορά σε μαύρο εννοούσε ο κατηγορούμενος ένα άλλο κάτοικο του Ξενοδοχείου […] με τον οποίο πίστευε ότι είχε κοιμηθεί μαζί του, κάτι όμως που σύμφωνα με την παραπονούμενη δεν έγινε ποτέ. Η ίδια τότε άρχισε να κλαίει. Ο κατηγορούμενος  στην συνέχεια την έσπρωξε με δύναμη στο κρεβάτι βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της και της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της. Η ίδια το έπραξε γιατί τον φοβόταν, μένοντας έτσι γυμνή πάνω στο κρεβάτι ενώ ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του μένοντας στην συνέχεια γυμνός από τη μέση και κάτω, μόνο με το μπλουζάκι χωρίς εσώρουχο. Στην συνέχεια ξάπλωσε από πάνω της και διείσδυσε το πέος του το οποίο βρισκόταν σε στύση μέσα στον κόλπο της και άρχισε να κινείται μέσα της. Η ίδια άρχισε να κλαίει και να του λέει ότι ποτέ δεν τον αγάπησε και ποτέ δεν θα τον αγαπήσει και ότι είναι ένας βιαστής. Τότε ο κατηγορούμενος θύμωσε πάρα πολύ και άρχισε να την χτυπά με τις γροθιές του στο κεφάλι επανειλημμένα με την ίδια να βάζει τα χέρια της στο κεφάλι για να προστατευθεί. Την χτυπούσε με τις γροθιές του στην αριστερή πλευρά των μαλλιών της, στο μέτωπο και πάνω στο αριστερό της μάτι χωρίς όμως να θυμάται αν ο κατηγορούμενος βρισκόταν μέσα της κατά την διάρκεια των κτυπημάτων ούτε και αν ολοκλήρωσε μέσα της. 

 

Μάλιστα όταν αυτός την κτυπούσε της έλεγε «Είσαι μια Πόρνη. Καλύτερα να σκοτώσεις τον εαυτό σου γιατί εγώ δεν μπορώ». Τότε η ίδια άρχισε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος την άφησε. Έβαλε τα ρούχα της και έφυγε από το δωμάτιο. Μετέβηκε  στην κουζίνα όπου βρισκόταν η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου […], η κα […] και δύο άλλες κυρίες ένοικοι επίσης του ξενοδοχείου, τις οποίες πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει. Η ιδιοκτήτρια κάλεσε την αστυνομία.

 

Κατά την κυρίως εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε πως τα δύο της παιδιά έμεναν μαζί της διευκρινίζοντας πως αρχικά έμενε μαζί της ο […] και στη συνέχεια ήρθε και ο […], όμως μέσω αυτού, ο Κατηγορούμενος έλεγχε τα πάντα όπως για το τι έκαναν, τι έτρωγαν και το που πήγαιναν, ενώ ήθελε να πλησιάσει την παραπονούμενη με αυτό τον τρόπο. Πρόσθεσε ότι η ίδια δεν είχε πρόβλημα ο κατηγορούμενος να πλησιάσει τα παιδιά, αλλά όχι την ίδια, και όχι για να την ελέγχει, αφού ήθελε να λάβει διαζύγιο. Περί τα τέλη του Γενάρη 2025, τα παιδιά διέμεναν μαζί με τον κατηγορούμενο ενώ η ίδια έφυγε από το σπίτι και με τη βοήθεια του Γραφείου Ευημερίας διέμενε σε ξενοδοχείο. Ερωτώμενη γιατί αφού προηγήθηκε το περιστατικό στις 05.02.2025 ακολούθησε τον κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο […], ανέφερε πως αυτό έγινε κατόπιν και ενημέρωσης του Γραφείου Ευημερίας αφού ήθελε να βρίσκεται κοντά στα παιδιά της και επειδή προσπαθούσαν να τα βρουν με τον κατηγορούμενο. 

 

Σε σχέση με την κατανάλωση ποτών, ισχυρίστηκε πως αυτό πράγματι έγινε μεταξύ των ωρών 1600 με 1700 στις 08.02.2025 με την ίδια να νοιώθει λίγο ζαλισμένη.  Αναγνώρισε στη συνέχεια τα τεκμήρια 15 και 16 που της υποδείχθηκαν ως το πουλόβερ και το παντελόνι που έδωσε στην αστυνομία ενώ σε ερώτηση αν αναγνωρίζει το εσώρουχο που αποτελεί το Τεκμήριο 17 απάντησε πως δεν θυμάται και ρώτησε αν είχε βρεθεί στο κρεβάτι της. Επιπρόσθετα της υποδείχθηκαν φωτογραφίες του Τεκμηρίου 44 όπου αναγνώρισε τόσο το ξενοδοχείο […] όσο και το δωμάτιο που αυτή διέμενε με την ακαταστασία που παρουσιάζεται στην φωτογραφία αρ. 24 να αναφέρει πως αυτή δημιουργήθηκε ενόσω αυτή καλούσε την Αστυνομία χωρίς όμως να γνωρίζει ποιος την δημιούργησε.

 

Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το πού κοιμόταν ο καθένας τους (κατηγορούμενος, παραπονούμενη και παιδιά) στις 07.02.2025 που μετέβηκαν στο ξενοδοχείο […]. Πρόσθεσε πως την τελευταία νύκτα δεν κοιμήθηκαν καλά λόγω της φασαρίας που έκανε ο κατηγορούμενος,  ο οποίος δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι αλλά στην καρέκλα.  Τέλος, κατέθεσε πως από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά η ίδια ένοιωσε πόνο, φόβο, άγχος, αγωνία και ανησυχία.

 

Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε χωρίς όμως, πέραν των γεγονότων που συνθέτουν την διάπραξη των αδικημάτων, να αμφισβητείται  μεταξύ άλλων το γεγονός, ότι την περίοδο μεταξύ των ημερομηνιών από 02.02.2025 μέχρι και τις 08.02.2025 τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η Παραπονούμενη φαίνεται να είχαν προσωρινά επανασυνδεθεί και διέμεναν μαζί με τα παιδιά τους, αρχικά την περίοδο από 02.02.2025 μέχρι και τις 07.02.2025 σε δωμάτιο του ξενοδοχείου […] και στην συνέχεια από 07.02.2025 μέχρι και τις 08.02.2025 σε δωμάτιο του ξενοδοχείου […].

 

Η Υπεράσπιση μέσω της αντεξέτασης της επικεντρώθηκε στις σχέσεις της Κατηγορούμενης με τα παιδιά της και τον σύζυγο της πριν τις 02.02.2025, τις καταγγελίες που έγιναν κατά περιόδους εναντίον της στην Αστυνομία που παρουσιάζουν ως παραπονούμενους τα ανήλικα τέκνα της, καθώς και την απώλεια από μέρους της, της φύλαξης και φροντίδας των παιδιών και την ανάληψη αυτών από τον Κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα εκτενής αντεξέταση διενεργήθηκε αναφορικά  με το τι ελάμβανε χώρα μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου κατά την διάρκεια παραμονής τους στα δωμάτια των δύο ξενοδοχείων, την κατανάλωση από μέρους τους οινοπνευματωδών ποτών, τις ισχυριζόμενες παράνομες πράξεις του κατηγορούμενου τόσο σε σχέση με το ισχυριζόμενο περιστατικό ημερ. 05.02.2025 όσο και στις 08.02.2025, τις ενέργειες και αντιδράσεις των εμπλεκομένων, την παρουσία των παιδιών της οικογένειας κατά τα ισχυριζόμενα περιστατικά, δηλαδή ότι στις 05.02.2025 και στις 08.02.2025 ο μικρός της γιός κοιμόταν στο κρεβάτι ενώ ο μεγαλύτερος γιος στις 05.02.2025 βρισκόταν στο σχολείο και στις 08.02.2025 βρισκόταν σε άλλο χώρο του ξενοδοχείου, καθώς επίσης και τις ενέργειες της παραπονούμενης μετά το τελευταίο ισχυριζόμενο περιστατικό στις 08.02.2025. 

 

Σε σχέση με τα διάφορα περιστατικά που περιέγραψε, της τέθηκε μεταξύ άλλων ότι όσα ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις, στο πλαίσιο της προσπάθειας της να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο, και να λάβει την μέριμνα των παιδιών, με την μάρτυρα να επιμένει στις δικές της θέσεις.

 

Mάρτυρες που σχετίζονται με τη διερεύνηση / λήψη καταθέσεων / Aστυνομικοί:

 

Πρώτη Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.1) κλήθηκε και παρουσιάστηκε η Αστυφύλακας 2836 Δέσποινα Κυπριανίδου η οποία ήταν και η ανακρίτρια της υπόθεσης και ο μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε στην ακροαματική διαδικασία τα τεκμήρια 1 – 32. Πρόκειται ουσιαστικά για έγγραφα τα οποία ετοίμασε η ίδια όπως την κατάθεση της (Τεκμήριο 1) καθώς και τον πίνακα τεκμηρίων (Τεκμήριο 2) και τις αιτήσεις για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων (Τεκμήρια 28 & 29) των τεκμήριων που αφορούν την υπόθεση και τα οποία,  είτε εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από το δωμάτιο του Ξενοδοχείου […] στο οποίο ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι είχαν διαπραχθεί τα υπό εξέταση αδικήματα, είτε παραδόθηκαν από την τελευταία ως ρουχισμό τον οποίο έφερε κατά τους επίδικους χρόνους, ενώ άλλα αφορούσαν επιχρίσματα και δειγματοληψίες που της λήφθηκαν κατά την διάρκεια της Ιατροδικαστικής της εξέτασης. Η μάρτυρας παρουσίασε επίσης ως τεκμήρια παρειακά επιχρίσματα και δειγματοληψίες που λήφθηκαν και από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης.

 

Αναφέρθηκε στην δική της εμπλοκή στην διερεύνηση της υπόθεσης και στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε, μεταξύ άλλων στην λήψη κατάθεσης στις 09.02.2025 από την παραπονούμενη την οποία και μετέφρασε η ίδια από την Αγγλική στην Ελληνική Γλώσσα (Τεκμήριο 30Α και 30Β) καθώς και την αποστολή αριθμού τεκμηρίων για την διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων παραπέμποντας ως σχετικά το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 28 & 29. Επεξήγησε μάλιστα πως σε ότι αφορά την δειγματοληψία αίματος και ούρων που λήφθηκε από την παραπονούμενη καθώς και τα έντυπα αποτυπωμάτων που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο αυτά δεν τα είχε στην κατοχή της, εξού και δεν τα κατάθεσε ως τεκμήρια, αφού αποστέλλονται στα αρμόδια εργαστήρια για διενέργεια εξετάσεων και δεν επιστρέφονται στην Αστυνομία.

 

Αναφορικά με τα ημερολόγια ενεργείας που ετοίμασε ημερ. 14.02.2025 (Τεκμήριο 31) και ημερ. 17.02.2025 (Τεκμήριο 32) ανέφερε πως η ίδια ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με την ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου […] σε μια προσπάθεια εξεύρεσης άλλων μαρτύρων που ήταν ένοικοι στο ξενοδοχείο και συγκεκριμένα με δύο κοπέλες που έκαναν κατ΄ ισχυρισμόν παρέα με την παραπονούμενη και ενημερώθηκε ότι η μία εξ αυτών ήταν τουρίστρια και αποχώρησε ενώ η άλλη ένοικος ήταν γυναίκα μεγάλης ηλικίας και δεν επιθυμούσε να δώσει μαρτυρία αφού όπως της ανέφερε η ιδιοκτήτρια δεν ήταν μάρτυρας οποιουδήποτε περιστατικού. Σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα της παραπονούμενης και ερωτούμενη η παραπονούμενη από την μάρτυρα για το που αυτά βρίσκονταν κατά την διάρκεια των ισχυριζόμενων περιστατικών σε συνέχεια οδηγιών που έλαβε από την Νομική Υπηρεσία για να διερευνήσει το ζήτημα αυτό, της αναφέρθηκε πως κατά το 1ο ισχυριζόμενο περιστατικό ο μεγαλύτερος υιός ήταν στο σχολείο ενώ ο μικρότερος βρισκόταν στο δωμάτιο και κοιμόταν ενώ στο 2ο περιστατικό ο μεγαλύτερος υιός βρισκόταν στον ξενώνα όχι όμως κοντά τους ενώ ο μικρός υιός βρισκόταν στο δωμάτιο χωρίς να αντιληφθεί οτιδήποτε γιατί κοιμόταν. Μάλιστα ως ανέφερε η μάρτυρας, τα παιδιά της παραπονούμενης προσεγγίστηκαν και έγινε προσπάθεια λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων με τον μεγαλύτερο υιό να αντιδρά και να μην είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε κατάθεση ενώ ο μικρότερος υιός δεν ανέφερε οτιδήποτε για τα ισχυριζόμενα περιστατικά αλλά περισσότερο ανέφερε άσχετα πράγματα χωρίς δυνατότητα να ολοκληρώνει την σκέψη του. Συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από αυτόν..  

 

Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι η μόνη εμπλοκή της ίδιας στην παραλαβή και σφράγιση των τεκμηρίων αφορούσε στο Τεκμήριο 19 (παρειακά επιχρίσματα παραπονούμενης), ενώ τα υπόλοιπα τα παρέλαβε σφραγισμένα αφού είχαν εντοπιστεί ή παραληφθεί από άλλα μέλη της Αστυνομίας. Ερωτούμενη για το πότε είχαν σταλεί οι αιτήσεις για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων που αφορούν στα Τεκμήρια 28 & 29, η μάρτυρας σημείωσε πως αυτό έγινε την ημέρα που φαίνεται έκαστη αίτηση να παραλαμβάνεται από το αρμόδιο εργαστήριο, δηλαδή στις 13.02.2025 για την πρώτη περίπτωση και στις 20.02.2025 για την δεύτερη. Μάλιστα σημείωσε πως ο λόγος που αποστάλθηκε και δεύτερο αίτημα για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων ήταν γιατί το Τεκμήριο 26 (πλαστικό δοχείο αποθήκευσης που περιέχει ένα γυναικείο ταμπόν που παραλήφθηκε από τον κόλπο της παραπονούμενης) διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν είχε σταλεί αφού είχαν δοθεί οδηγίες αυτό να ευρίσκεται σε ψυγείο, ενώ είχαν ληφθεί και παρειακά επιχρίσματα και αποτυπώματα από τον κατηγορούμενο μετά που εξήλθε του Νοσοκομείου Αθαλάσσας εξού και προέκυψε η ανάγκη να ετοιμαστεί το επιπρόσθετο έντυπο Αστ. 161 (Τεκμήριο 29) για να αποσταλούν και αυτά χωρίς όμως η ίδια να προβαίνει στην ετοιμασία συμπληρωματικής κατάθεσης για την ενέργεια αυτή, αναγνωρίζοντας ότι έκανε λάθος.

 

Η μάρτυρας όπως εξήγησε δεν επισκέφθηκε τον χώρο του δωματίου του ξενοδοχείου και η εμπλοκή της στην υπόθεση ξεκίνησε από τις 09.02.2025 αφού το καταγγελλόμενο περιστατικό είχε κατ΄ ισχυρισμόν λάβει χώρα το προηγούμενο βράδυ εξού και δεν ήταν αυτή το πρώτο πρόσωπο που ήρθε σε επαφή με την παραπονούμενη. Στις 09.02.2025 προχώρησε στην λήψη γραπτής κατάθεσης από την παραπονούμενη στην Αγγλική Γλώσσα (Τεκμήριο 30Α) και την οποία στην συνέχεια η ίδια μετάφρασε στην Ελληνική διευκρινίζοντας πως κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης η σκηνή στο ξενοδοχείο είχε ήδη αποδεσμευθεί. Ερωτούμενη για την κατάσταση που βρισκόταν η παραπονούμενη κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης η μάρτυρας ανέφερε πως αυτή ήταν αναστατωμένη και αγχωμένη διευκρινίζοντας όμως ότι μπορούσαν να συζητήσουν μεταξύ τους. Η ίδια δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο για την υπό εξέταση υπόθεση ενώ σημείωσε πως τον γνωρίζει αφού είχε έρθει σε επαφή μαζί του στα πλαίσια διερεύνησης άλλων καταγγελιών όταν αυτός προσήλθε στην Αστυνομία μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά του για να καταγγείλουν την παραπονούμενη μητέρα για άσκηση βίας εναντίον των παιδιών της. Υπήρξαν όπως σημείωσε περιστατικά που αναφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο ως πατέρα των παιδιών για άσκηση βίας εναντίον τους με την ίδια να εμπλέκεται στην λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων και τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση υποθέσεων στο Δικαστήριο εναντίον της παραπονούμενης. Η μάρτυρας συμφώνησε επίσης ότι ο λόγος που αναζήτησε στις 14.02.2025 τις δύο γυναίκες που περιγράφονται στο ημερολόγιο Τεκμήριο 31 ήταν διότι αυτές έτυχαν αναφοράς από την παραπονούμενη κατά την διάρκεια της κατάθεσης της στις 09.02.2025.

 

Τέλος ερωτούμενη αν της προκλήθηκε προβληματισμός από το γεγονός ότι η παραπονούμενη στην κατάθεση της ημερομηνίας 09.02.2025 δεν ανέφερε οτιδήποτε για το που βρίσκονταν τα παιδιά τους κατά τους χρόνους των καταλογιζόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η ίδια έλαβε οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία να επικοινωνήσει με την παραπονούμενη όπως και έπραξε στις 17.02.2025 και να λάβει πληροφόρηση για το που βρίσκονταν τα παιδιά τους τόσο στο ισχυριζόμενο περιστατικό ημερ. 05.02.2025 όσο και στο ισχυριζόμενο περιστατικό ημερ. 08.02.2025, με την παραπονούμενη να της δίδει τις απαντήσεις που καταγράφονται στο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 32).             

 

Δεύτερη Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.2) παρουσιάστηκε η Αστυφύλακας Παναγιώτα Γιαννακάρη η οποία υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 40) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Πρόκειται ουσιαστικά για το μέλος της Αστυνομικής Δύναμης όπου μαζί με άλλο συνάδελφο της έλαβε οδηγίες από Λοχία του ΤΑΕ Πάφου όπως μεταβούν από την Πάφο στην Λευκωσία στις 09.02.2025 για να παραλάβουν την παραπονούμενη από συγκεκριμένο καταφύγιο στο οποίο βρισκόταν και να την μεταφέρουν στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και έτυχε ιατροδικαστικής εξέτασης από τον Δρ. Ορθόδοξο Ορθοδόξου (Μ.Κ.10). Μάλιστα κατά την διάρκεια της εξέτασης αυτής στον χώρο βρισκόταν μόνο η ίδια και καθ υπόδειξη του Ιατροδικαστή προχώρησε στη λήψη φωτογραφιών τις οποίες και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 41). Επιπρόσθετα ήταν αυτή που παρέλαβε και συσκεύασε κατά την διάρκεια εξέτασης αριθμό Τεκμηρίων που λήφθηκαν από την παραπονούμενη και τα οποία περιγράφει στην κατάθεση της. Για την όλη διαδικασία η ίδια προχώρησε στην τήρηση ημερολογίου ενεργείας (Τεκμήριο 42) στο οποίο περιγράφει αναλυτικά την όλη διαδικασία. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως μεταξύ της ίδιας και της παραπονούμενης δεν λέχθηκε οτιδήποτε κατά την διάρκεια της παραλαβής της και μεταφοράς της από το καταφύγιο στο νοσοκομείο, αλλά σημείωσε πως αυτή φαινόταν αγχωμένη και σε σύγχυση ενώ με την ολοκλήρωση της εξέτασης της παραπονούμενης από τον Ιατροδικαστή η μάρτυρας μετέφερε την παραπονούμενη στην Πάφο. Αναφορικά με την λήψη των φωτογραφιών που παρουσίασε στο Δικαστήριο διευκρίνισε πως αυτές λήφθηκαν καθ’  υπόδειξη του ιατροδικαστή και δεν γνώριζε γιατί ο τελευταίος δεν ζήτησε και την φωτογράφηση των γεννητικών οργάνων της παραπονούμενης. 

 

Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.3) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας 2543 Τρύφωνας Τρύφωνος ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην διερεύνηση σκηνής εγκλήματος. Ως ανάφερε τόσο στην κατάθεση του (Τεκμήριο 43) αλλά και κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτός κλήθηκε στις 09.02.2025 το πρωί να μεταβεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου […] να λάβει φωτογραφίες και να διερευνήσει την σκηνή σχετικά με την καταγγελία βιασμού. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 44) που έλαβε στις 09.02.2025 και επεξήγησε ότι σε αυτές απεικονίζεται τόσο η είσοδος του ξενοδοχείου, όσο και η είσοδος του δωματίου καθώς και το ίδιο το δωμάτιο για το οποίο αφορούσε η καταγγελία.  Η δική του εμπλοκή αφορούσε τόσο στην λήψη των φωτογραφιών που παρουσίασε όσο και στην παραλαβή των τεκμηρίων που περιγράφονται αναλυτικά στην κατάθεση του. Ερωτούμενος κατά την αντεξέταση να περιγράψει το δωμάτιο, σημείωσε πως πρόκειται για ένα μικρό ενιαίο χώρο με τα δύο κρεβάτια που φαίνονται στις φωτογραφίες ενώ σημείωσε πως δεν εντόπισε ουίσκι ή μπύρα στο δωμάτιο. Σε υπόδειξη της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη είχε αναφέρει στην κατάθεση της ότι είχαν καταναλώσει ουίσκι και μπύρες μαζί με τον Κατηγορούμενο και ότι στις φωτογραφίες 23 και 24 του Τεκμηρίου 44 και συγκεκριμένα κάτω από το τραπέζι φαίνεται να υπάρχει τουλάχιστον το μπουκάλι με ουίσκι, ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν είδε οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά την ώρα που αυτός βρισκόταν στο δωμάτιο και δεν διερεύνησε το κιβώτιο κάτω από το τραπέζι παρόλο που συμφώνησε πως τυχόν εντοπισμός τους οδηγεί συνήθως τόσο στην φωτογράφηση τους όσο και στην παραλαβή τους. Τέλος ανέφερε ότι αν κάποιος βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο και φώναζε, πιθανόν να ακουγόταν στον εξωτερικό χώρο.

 

Τέταρτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.4) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας Παναγιώτου ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμήριο 45 αλλά και τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ βρισκόταν στις 16.02.2025 σε ειδικό καθήκον περιπολία έλαβε οδηγίες όπως παραλάβει αντίγραφο του δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 46) και μεταβεί από την Πάφο στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας όπου ο Κατηγορούμενος αναμένετο να ελάμβανε εξιτήριο και να συλλάβει τον τελευταίο όπως και έπραξε αφού του επεξήγησε στα Ελληνικά για το τι εκκρεμούσε εναντίον του τα οποία κατά τον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε πλήρως και μάλιστα όταν τον είχε ρωτήσει ξανά αν είχε καταλάβει, ο Κατηγορούμενος του απάντησε καταφατικά. Ως ο μάρτυρας περαιτέρω σημείωσε αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης προχώρησε και ανέγραψε στο πίσω μέρος αυτού δια οπισθογράφησης την απάντηση που του έδωσε ο Κατηγορούμενος κατά την επίστηση την προσοχή στο νόμο απαντώντας του ‘’ΟΧΙ, Συγνώμη Τί να σου πω’’. Τέλος παρουσίασε ως Τεκμήριο 47 και τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων στα Γεωργιανά τα οποία παρέδωσε στον Κατηγορούμενο και τα οποία ο τελευταίος υπόγραψε. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε τις υποβολές ότι βρήκε τον Κατηγορούμενο στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας υπό καθεστώς σύγχυσης και φόβου και ότι τον συνέλαβε χωρίς ο κατηγορούμενος να αντιληφθεί σε γλώσσα την οποία κατανοεί (είτε Γεωργιανά, είτε Ρωσικά), για την διαδικασία σύλληψης. Αρνήθηκε επίσης τις θέσεις ότι ήταν απαραίτητη η παρουσία και μεταφραστή για σκοπούς εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και συνέχισε να επιμένει ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε πλήρως τα όσα του είπε ο μάρτυρας.    

 

Πέμπτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.5) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας Κουμπαρής ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμήριο 48, αλλά και τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, έλαβε στις 16.02.2025 ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με την βοήθεια διερμηνέα στην Γεωργιανή Γλώσσα (Τεκμήριο 49Α και 49Β) ενώ έλαβε και τα παρειακά του επιχρίσματα (αναγνωρίζοντας ως σχετικό το Τεκμήριο 27), τα οποία στην συνέχεια σφράγισε και παρέδωσε για την διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων καταρτίζοντας και τα σχετικά έγγραφα τα οποία φέρουν τόσο την υπογραφή του ιδίου όσο και του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 50, 51 και 52).

 

Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πως η μόνη εμπλοκή του ιδίου στην υπόθεση ήταν η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης χωρίς να προβεί ο ίδιος στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ή ισχυρισμών που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον κατηγορούμενο ως συνεργάσιμο ενώ ερωτώμενος για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης απάντησε πως ήταν στην ίδια κατάσταση ως αυτή είχε και κατά τον χρόνο που ο μάρτυρας έδιδε κατάθεση στο Δικαστήριο.

 

Όγδοη Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.8) παρουσιάστηκε η Αστυφύλακας 2054 Μαριλένα Κτωρή η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 54. Πρόκειται ουσιαστικά για το μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που υπηρετούσε στις 08.02.2025 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Πάφου και ήρθε σε πρώτη επαφή με την παραπονούμενη κατά την άφιξη της στο σταθμό για να καταγγείλει τον σύζυγο της ότι δέχθηκε από αυτόν επίθεση. Ήταν μάλιστα το πρόσωπο που μαζί με άλλο συνάδελφο της μετέφεραν την παραπονούμενη στο Γ.Ν. Πάφου για να τύχει ιατρικής εξέτασης στις 08.02.2025 ενώ προχώρησε και παρέλαβε από την παραπονούμενη τον ρουχισμό που αποτελούν τα Τεκμήρια 15, 16 και 17 τα οποία και αναγνώρισε στην διαδικασία. Σύμφωνα με την μάρτυρα κατά την επιστροφή τους πίσω από το Νοσοκομείο στο σταθμό, μετά την ιατρική εξέταση της παραπονουμένης και ενώ συνομιλούσε με αυτή στην Αγγλική γλώσσα στα πλαίσια λήψης της καταγγελίας της και ενώ της περιέγραφε την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο της είπε μεταξύ άλλων πως την τράβηξε από τα μαλλιά και την φράση «He took me sexually», εξηγώντας ότι την είχε βιάσει. Μάλιστα σε ερώτηση γιατί δεν της το ανέφερε νωρίτερα της είπε ότι δεν μίλησε πιο πριν για αυτό επειδή ένιωθε ντροπή. Ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση της πως η παραπονούμενη ήταν πανικοβλημένη σε κατάσταση σοκ και της  είχε αναφέρει πως είχε κάποια τραύματα από τον άνδρα της που την είχε κτυπήσει.

 

Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πως κατά την άφιξη της παραπονούμενης στο γραφείο της και ενόσω η Μ.Κ.8 ήταν μαζί με άλλο συνάδελφο της, η παραπονούμενη την ενημέρωσε μόνο για τον ξυλοδαρμό της. Ακολούθως κατά την επιστροφή τους από το Νοσοκομείο και ένεκα της αναφοράς της παραπονουμένης για τον βιασμό η μάρτυρας ενημέρωσε συνάδελφο της στο ΤΑΕ όπου και ανέλαβαν την διερεύνηση. Η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την παραπονούμενη κατά την μεταφορά και επιστροφή της στο Νοσοκομείο εκτός από το να την ρωτήσει αν ήταν καλά ενώ θυμόταν ότι ήταν τραυματισμένη αφού η παραπονούμενη της είχε δείξει κάτι το οποίο όμως η μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί.  Η μάρτυρας σημείωσε πως δεν θυμόταν ακριβώς λέξη προς λέξη τι της είπες η παραπονούμενη, αλλά θυμόταν ότι της περιέγραψε ένα περιστατικό όπου ο κατηγορούμενος την έριχνε στο κρεβάτι και ότι της τράβηξε τα μαλλιά. Αναφορικά με το κενό που φαίνεται να παρουσιάζει η κατάθεση της μεταξύ των ωρών 2130 όπου είχαν επιστρέψει πίσω στο σταθμό από το Νοσοκομείο και λάμβανε την καταγγελία της και μέχρι τις 2320 που αναφέρει ότι άρχισε από μέρους της η συλλογή τεκμηρίων, ανέφερε πως εκείνη την χρονική περίοδο η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ και επειδή έπρεπε να συλλεχθούν τεκμήρια ήτοι τα ρούχα της, μετέβηκαν πίσω στο ξενοδοχείο γιατί τους είχε αναφέρει η παραπονούμενη πως δεν φορούσε το εσώρουχο της και πως το είχε αφήσει πίσω στο ξενοδοχείο.  Έτσι την οδήγησαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου […] όπου διέμεναν για να αλλάξει ρούχα, να τους παραδώσει τα ρούχα που φορούσε καθώς και το εσώρουχο, ενέργειες που η μάρτυρας δέχθηκε πως δεν αναφέρει στην κατάθεση της. Με την άφιξη τους στο δωμάτιο του ξενοδοχείου η παραπονούμενη έψαξε στα σεντόνια, γύρω από το κρεβάτι και το τραπέζι και σε κάποια στιγμή βρήκε ένα μαύρο εσώρουχο (Τεκμήριο 17) και το παρέδωσε στην μάρτυρα ως αυτό που φορούσε μαζί με τα ρούχα της τα οποία και η μάρτυρας παρέλαβε και αφού τα συσκεύασε τα παρέδωσε την Αστ. 2836 Δ. Κυπριανίδου (Μ.Κ.1) την 09.02.2025 και ώρα 07:10 ενώ συμφώνησε πως το συγκεκριμένο εσώρουχο παρέμεινε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου από την ώρα του περιστατικού μέχρι και τις 2320. Σε ερώτηση κατά πόσον υπήρχε το ενδεχόμενο αυτές τις 5 ώρες περίπου που το εσώρουχο βρισκόταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, η παραπονούμενη να τους παρέδωσε οποιοδήποτε άλλο εσώρουχο από αυτό που πραγματικά φορούσε,  η μάρτυρας απάντησε πως δεν μπορεί να το γνωρίζει. 

 

Τέλος ερωτώμενη σε σχέση με το Τεκμήριο 17 (δηλαδή το μαύρο εσώρουχο εντός φακέλου όπως κατατέθηκε στο Δικαστήριο), ανέφερε πως το σκίσιμο που υπάρχει στον φάκελο δεν υπήρχε όταν αυτή το παρέδωσε στην ανακρίτρια (Μ.Κ.1) της υπόθεσης αφού η ίδια τον φάκελο τον παρέδωσε άθικτο και πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι.  Η ίδια ως ανέφερε δεν ασχολήθηκε άλλο με την υπόθεση αφού παρέδωσε την παραπονούμενη με την επιστροφή τους από το ξενοδοχείο στο ΤΑΕ.

 

Ένατος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.9) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας 4207 Μάριος Θεοχάρους ο οποίος ήταν το πρόσωπο που στις 09.02.2025 μετέβηκε στο ξενοδοχείο […] όπου συνάντησε την ιδιοκτήτρια αυτού, […] και στην συνέχεια αφού διευθέτησε συνάντηση μαζί της στον Αστυνομικό Σταθμό, προχώρησε στην λήψη κατάθεσης από το συγκεκριμένο πρόσωπο την οποία και παρουσίασε ως Τεκμήριο 55. Στην κατάθεσή της η κα. […] αναφέρει ότι είναι η ίδια που τηλεφώνησε στην αστυνομία σε σχέση με το περιστατικό. Ως επεξήγησε, ο ίδιος αποτάθηκε στην εν λόγω ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε η παραπονούμενη, για να διερευνήσει αν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε, όμως παρά τις προσπάθειες του ιδίου να πείσει την […] να δώσει κατάθεση, αυτή δεν επιθυμούσε να έχει εμπλοκή δίδοντας του κάποιους ισχυρισμούς. Θυμόταν όμως πως του είχε αναφέρει ότι ο μεγάλος υιός της οικογένειας κατά το ισχυριζόμενο περιστατικό στις 08.02.2025 καθόταν στο καθιστικό του ξενοδοχείου και έπαιζε με το κινητό του ή τάμπλετ που κρατούσε ενώ ο μάρτυρας δεν θυμόταν τι ακριβώς του είχε πει σε σχέση με τον μικρό υιό. Τέλος όπως ο μάρτυρας επεξήγησε ο ίδιος είχε επίσης εμπλοκή ως χειριστής των μηχανημάτων λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον μικρό υιό της οικογένειας στις 13.03.2025, δηλαδή 1 και πλέον μήνα μετά την καταγγελία, ενέργεια για την οποία ετοίμασε και σχετική κατάθεση από μέρους του Τεκμήριο 56.  Όμως δεν έγινε κατορθωτή η λήψη τέτοιας οπτικογραφημένης κατάθεσης  αφού δεν μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε σωστός διάλογος μαζί με το παιδί. 

 

Μάρτυρες που σχετίζονται με την ιατρική εξέταση της Παραπονουμένης:

 

Έβδομος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.7) παρουσιάστηκε ο Δρ. Νεκτάριος Σιδηρόπουλος. Πρόκειται για Ιατρικό Λειτουργό με καθήκοντα από το 2007 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ο οποίος στις 08.02.2025 περί ώρα 20:00-20:45 εξέτασε την παραπονούμενη και ετοίμασε τη Έκθεση ημερ. 08.02.2025 την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 53. Σε αυτήν αναγράφει τα ακόλουθα: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός από τον σύζυγο της. Φυσική εξέταση, φέρει αιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας χώρας / εκδορά άνωθεν ρινός και αιμάτωμα δεξιού γόνατος. Ακτινογραφίες KΦ. Χωρίς παθολογικά, νευρολογικά ευρήματα. Οδηγίες: Απελύθη, συνταγή ενέσιμο στο ΤΑΕΠ, im diclofenac

 

Όπως επιβεβαίωσε, τα ευρήματα που καταγράφει επί του Τεκμ. 53 και συγκεκριμένα οι τρείς εξωτερικές εμφανείς κακώσεις, προέκυψαν μετά από την εξωτερική επισκόπηση της παραπονουμένης, ενώ ερωτώμενος στην βάση των γνώσεων και εμπειρίας του αναφορικά με την αιτία πρόκλησης τους και κατά πόσο αυτά μπορούν να προκύψουν από κτύπημα ενός προσώπου σε άλλο πρόσωπο απάντησε καταφατικά σημειώνοντας όμως πως μπορεί να προκληθούν και από το ίδιο το άτομο και όχι υποχρεωτικά από τρίτο πρόσωπο. Σε σχέση με την εκδορά στην μύτη την οποία χαρακτήρισε ως «τίποτα το σοβαρό», την περίγραψε ως ελαφριά κάκωση και συγκεκριμένα ως μια γρατσουνιά της επιδερμίδας. Τέλος αναφέρθηκε στην ανάγκη να χορηγηθεί στην παραπονούμενη παυσίπονη αντιφλεγμονώδες ενδομυϊκή ένεση γιατί αυτό θα βοηθούσε στο αιμάτωμα.

 

Αντεξεταζόμενος σημείωσε πως τον ισχυρισμό περί ξυλοδαρμού ήταν η ίδια η παραπονούμενη που του τον ανέφερε και συμφώνησε πως τα όσα εντόπισε δεν αφορούν σοβαρό τραυματισμό, επαναλαμβάνοντας πως αυτά μπορούν να προκληθούν και από τον ίδιο τον ασθενή μετά από πτώση ή γρατσούνισμα ή επαφή με αντικείμενο, χωρίς να σημαίνει ότι πρόκειται για περίπτωση ξυλοδαρμού με τον ίδιο να επαναλαμβάνει πως δεν είναι σε θέση να πει κατά πόσον αυτά επήλθαν από ατύχημα ή επίθεση.

 

Επισήμανε επίσης πως τα όσα ο ίδιος εντόπισε αφορούν σε κακώσεις και όχι σε τραύματα ενώ δεν θα μπορούσε να εκφράσει άποψη για το πότε αυτά προκλήθηκαν εξου και δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε τέτοια καταγραφή στην Έκθεση του αφού πρόκειται για καθαρά Ιατροδικαστικό θέμα. Τέλος ερωτώμενος κατά πόσον από την εμπειρία του ένας ασθενής με αναφερόμενο ξυλοδαρμό δεχόταν επαναλαμβανόμενα κτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα θα εμφανιζόταν με αυτά τα ευρήματα απάντησε αρνητικά λέγοντας πως ο ασθενής θα ήταν «σαν το ουράνιο τόξο» δηλαδή θα παρουσιάζονταν τόσο τα πρόσφατα όσο και τα παλιά κτυπήματα ενώ δεν θα ήταν όλα με μελανό σημείο. Θα έβρισκε αιματώματα μελανού, γαλάζιου και κίτρινου χρώματος ενώ τόνισε πως στο τμήμα πρώτων βοηθειών ασχολούνται με την τωρινή κατάσταση ενός ασθενή και όχι με το αν είχε παλιά αιματώματα. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας εδώ φαίνεται να μην αντιλήφθηκε ορθά την ερώτηση που του τέθηκε, εφόσον από την απάντησή του προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ίδιος αναφερόταν σε υποθετικό σενάριο όπου ένα ασθενής θα είχε υποστεί σωματικές βλάβες σε μέρος του σώματός του όπου υπήρχαν ήδη παλαιότερες (και όχι σε σενάριο όπου τα κτυπήματα ήταν επαναλαμβανόμενα κατά την ίδια χρονική στιγμή, ώστε το ένα να ακολουθεί αμέσως το άλλο).       

 

Δέκατος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.10) παρουσιάστηκε ο Ιατροδικαστής Δρ. Ορθοδόξου ο οποίος στις 09.02.2025 εξέτασε στο Μακάρειο Νοσοκομείο στην Λευκωσία την παραπονούμενη και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία και κατάθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 57. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη του ανέφερε ότι λάμβανε ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή ήτοι Trazodone, Ozapram και Duloxetine. Μέσα από την εξέταση της στις 09.02.2025 δε διαπίστωσε οποιεσδήποτε κακώσεις στην γεννητική ή περιγεννητική περιοχή ενώ κακώσεις δεν υπήρχαν ούτε στην κολπική χώρα. Διαπιστώθηκε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα ενώ άνευ κακώσεων ήταν και η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή με τον πρωκτικό δακτύλιο να ελέγχεται φυσιολογικά επισημαίνοντας ότι ο μη εντοπισμός τέτοιων κακώσεων ούτε επιβεβαιώνει αλλά ούτε και αποκλείει τον βιασμό.

 

Εντόπισε και κατέγραψε στην έκθεση του ερυθρότητα στην μετωπιαία χώρα, διαστάσεων 1.5 x 0.5 εκ. για την οποία επεξήγησε ότι δεν αφορά σε κάκωση αλλά σε ευαισθησία και ερεθισμό του δέρματος και ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκληθεί, για παράδειγμα, από δερματίτιδα ή μια απλή τριβή ή απλή πίεση στο δέρμα ενώ αυτή εξαφανίζεται εντός κάποιον ωρών. Ερωτώμενος σε σχέση με τις πρόσφατες μικροεκχυμώσεις στο αριστερό κάτω βλέφαρο που καταγράφει στα ευρήματα του, σημείωσε πως αυτές ήταν πρόσφατες δηλαδή προκλήθηκαν εντός 24 ωρών και πως μπορούν να προκληθούν, είτε από πλήξη από το ίδιο το άτομο ή και από άλλο.

 

Τέλος σε σχέση με την καταγραφή στα ευρήματα του της ύπαρξης μικροεκδοράς με εφελκίδα στην εσωτερική αριστερή καρπιαία χώρα, μήκους 0.4 εκ. επεξήγησε πως η αναφορά του στην εφελκίδα έγινε καθότι πρόκειται για την κρούστα που δημιουργείται και ξηραίνεται αποτελούμενη από νεκρά κύτταρά της επιδερμίδας για την επούλωση του δέρματος. Μάλιστα σε ερώτηση για το πότε ξεκινά να δημιουργείται ανέφερε πως μετά την εκδορά και με την πάροδο κάποιων ωρών ξεκινά να άρχεται (δηλαδή εντός 24ώρου), ενώ μεταξύ 24 και 36 ωρών ξεκινά να γίνεται σκληρή, όπως στην περίπτωση της παραπονούμενης. Κατά την εκτίμησή του, η επίδικη εκδορά προκλήθηκε 36 με 48 ώρες πριν την εξέταση. 

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως οι ακριβείς ώρες που η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον ίδιο τηρούνται σε ημερολόγιο ενεργείας που διατηρεί η Αστυνομία, ενώ σημείωσε πως ο χρόνος που περνά από την ώρα του ισχυριζόμενου περιστατικού μέχρι και την ιατροδικαστική εξέταση δεν επηρεάζει τις κακώσεις αλλά την δυνατότητα εντοπισμού γενετικού υλικού αφού όσο περνά ο χρόνος οι πιθανότητες ανεύρεσης είναι λιγότερες. Ο ίδιος δεν γνώριζε για το πότε έγινε η καταγγελία ή τι συντονισμός έλαβε χώρα από την Αστυνομία εκφράζοντας την θέση πως αν η καταγγελία έγινε το βράδι στις 08.02.2025, τότε δεν είχαν περάσει πολλές ώρες από την εξέταση της παραπονούμενης την αμέσως επόμενη ημέρα. Ερωτώμενος για το κατά πόσον υπάρχουν τραύματα ή εκδορές και γενικά ευρήματα τα οποία σύμφωνα με την εμπειρία του είναι συγκεκριμένα για βιασμό, απάντησε πως σύμφωνα με την βιβλιογραφία αναφέρονται ως τέτοια, τα εντυπώματα δακτύλων στις εσωτερικές μηριαίες χώρες, (όταν δηλαδή προσπαθεί ο βιαστής να ανοίξει τα πόδια μιας γυναίκας), επίσης οι εκχυμώσεις στα χέρια στην προσπάθεια του να την καθηλώσει, εντυπώματα στον λαιμό στα χέρια και στα πόδια, επισημαίνοντας ότι τα ευρήματα αυτά αναφέρονται στην βιβλιογραφία ως τα πιο γνωστά και πως αυτά όμως δεν εντοπίζονται πάντα σε βιασμό.  Ερωτώμενος αν η παραπονούμενη του είχε αναφέρει για ποιο λόγο λαμβάνει την συγκεκριμένη ψυχιατρική αγωγή παρά το γεγονός ότι δεν το καταγράφει στην έκθεση του, κοιτάζοντας τις σημειώσεις του, ανέφερε την «σχιζοφρένεια», διευκρινίζοντας ότι απέφυγε να το συμπληρώσει γιατί η παραπονούμενη δεν ήταν σίγουρη, εξού και κατέγραψε μόνο τα φάρμακα που αυτή λάμβανε χωρίς να του αναφέρει από πότε τα λαμβάνει και αν τα ακολουθεί συχνά.

 

Αναφορικά με τα ευρήματα που καταγράφει στην έκθεση του επανέλαβε την θέση ότι η απουσία κακώσεων στην γεννητική και περιγεννητική περιοχή δεν αποκλείει ούτε επιβεβαιώνει βιασμό ενώ τόνισε πως είναι πιο σύνηθες κατά την εξέταση καταγγελιών βιασμού να μην ανευρίσκονται κακώσεις στην περιοχή αυτή. Συμφώνησε πως η ερυθρότητα στην μετωπιαία χώρα μπορεί να προκύψει από διάφορες αιτίες όπως ο ίδιος προανάφερε ήτοι με τριβή, πίεση ή ακόμα και από παθολογικά αίτια ενώ για να προκληθεί κάκωση χρειάζεται ικανή δύναμη για να προκληθεί η εκχύμωση δίδοντας και το παράδειγμα πως ένα απλό χαστούκι μπορεί να προκαλέσει ερυθρότητα σε αντίθεση με ένα δυνατό το οποίο θα προκαλέσει κάκωση.

 

Ερωτώμενος μάλιστα αν η περίπτωση της παραπονούμενης ήταν περίπτωση ξυλοδαρμού ή όχι, ανέφερε πως οι κακώσεις ήταν λίγες χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν ξυλοδαρμός. Ο ρόλος του ιατροδικαστή όπως περαιτέρω σημείωσε είναι να καταγράφει τις κακώσεις χωρίς όμως να μπορεί να ξέρει πως αυτές προκλήθηκαν ούτε και αποφασίζει ο Ιατροδικαστής αν η περίπτωση αφορά βιασμό αφού το ζήτημα αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο.

 

Αναφορικά με την μικροεκδορά με εφελκίδα συμφώνησε πως φαίνεται να προϋπήρχε χρονικά της καταγγελίας, ενώ σε σχέση με τις εκχυμώσεις και την ερυθρότητα που εντοπίστηκαν, σημείωσε πως οι εκχυμώσεις ήταν εντός 24ώρου χωρίς να μπορεί να γνωρίζει αν αυτές έγιναν πριν, κατά η μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό ενώ η ερυθρότητα μπορεί να κρατήσει από κάποια λεπτά, ώρες ή ακόμα και μέρες αν είναι μάλιστα παθολογικής αιτιολογίας. Τέλος ανέφερε πως το ξεχασμένο ταμπόν που εντοπίστηκε στον κόλπο της παραπονούμενης αφαιρέθηκε από την γυναικολόγο και στάλθηκε για εξετάσεις DNA χωρίς ο ίδιος να μπορεί να πει πόσο καιρό αυτό βρισκόταν εκεί. Μάλιστα σημείωσε πως υπήρξαν και περιπτώσεις όπου εξέτασαν παραπονούμενη στον κόλπο της οποίας βρισκόταν και πάλι ξεχασμένο ταμπόν καθώς και το νέο, συνεπώς το νέο ταμπόν θα μπορούσε να τοποθετηθεί στον κόλπο μιας γυναίκας παρά την ύπαρξη του ξεχασμένου.    

 

Μάρτυρες που εμπλέκονται στις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν:

 

Ενδέκατος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.11) κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο Χημικός κος Χάρης Κράσσος, ο οποίος εργάζεται τα τελευταία 15 χρόνια στο εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κρατικού Χημείου, τα προσόντα του οποίου (Τεκμήριο 58) δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Πρόκειται για το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε σχετική έκθεση και την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 59 αναφορικά με τις τοξικολογικές εξετάσεις που έγιναν στις δειγματοληψίες αίματος και ούρων που λήφθηκαν από την παραπονούμενη στις 09.02.2025 σε συνέχεια σχετικών γραπτών οδηγιών που έδωσε ο Ιατροδικαστής Δρ. Ορθοδόξου (M.K.10) σύμφωνα και με το Τεκμήριο 60.

 

Από την εργαστηριακή εξέταση των δειγμάτων προέκυψε ότι τόσο στο δείγμα ούρων όσο και στο δείγμα αίματος της παραπονουμένης ανιχνεύθηκαν: η ουσία Ολανζαπίνη (Olanzapine) η οποία ανήκει στην κατηγορία των αντιψυχωσικών φαρμάκων, η Τραζοδόνη (Trazodone) η οποία ανήκει στην κατηγορία των αντικαταθληπτικών φαρμάκων και χρησιμοποιείται για την θεραπεία της κατάθλιψης, τους άγχους και στις διαταραχές ύπνου, ενώ τέλος ανιχνεύθηκε και η ουσία m-CPP (1-m-chlorophenylpiperazine) η οποία αποτελεί το ενεργό μεταβολίτη της Τραζοδόνης εξου και όπως ανέφερε ανευρέθηκε και αυτή στα δείγματα, ενώ από την άλλη δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε συγκέντρωση αλκοόλης ή ελεγχόμενων ουσιών και φαρμάκων. Μάλιστα ως επεξήγησε ο εντοπισμός των συγκεκριμένων φαρμάκων στα δείγματα ούρων και αίματος συνάδει με τον ισχυρισμό της παραπονουμένης ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ήτοι Trazodone και Ozapram, χωρίς όμως να εντοπίστηκε το αντικαταθληπτικό φάρμακο Duloxetine που επίσης είχε δηλώσει ότι λάμβανε. Σημείωσε ότι στις διενεργηθείσες εξετάσεις των δειγμάτων, δεν έγινε ποσοτικός προσδιορισμός των ανευρεθέντων ουσιών συνεπώς χρονικά θα ήταν πολύ δύσκολο να λεχθεί για το πότε ακριβώς αυτά τα φάρμακα είχαν ληφθεί από την παραπονούμενη όμως με βάση τις συγκεντρώσεις που φαίνονται στο αίμα φαίνεται να υπήρχε χαμηλή συγκέντρωση των φαρμάκων, συνεπώς θα είχαν περάσει κάποιες ώρες από την λήψη τους, με τον ίδιο όμως να συμφωνεί πως τα αποτελέσματα που είχαν φαίνεται να συνάδουν περί της λήψης των φαρμάκων αυτών από την προηγούμενη ημέρα και σε διάστημα 16 με 18 ώρες προηγουμένως.

 

Ερωτώμενος αναφορικά με τον μη εντοπισμό αλκοόλης στα δείγματα ούρων και αίματος της παραπονουμένης, σημείωσε με παραπομπή στο Τεκμήριο 61 πως η κατανάλωση μικρής ποσότητας αλκοόλης ήτοι περί τα 3 ποτήρια από ουίσκι που του υποδείχθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι η παραπονούμενη είχε καταναλώσει, δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την ανίχνευση της κατά την εξέταση την επόμενη μέρα, επεξηγώντας τον ρυθμό που η αλκοόλη φεύγει από το σώμα ενός προσώπου σε αντίθεση με το αν η παραπονούμενη κατανάλωνε μεγαλύτερη ποσότητα. Τέλος με παραπομπή στο Τεκμήριο 62 επεξήγησε την κατάσταση συμπεριφοράς και αντίληψης ενός προσώπου με συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα μεταξύ 100 – 200 mg/dl αν δηλαδή υπήρξε η κατανάλωση των 3 ποτηριών από ουίσκι, όπου επέρχεται η μείωση ικανοτήτων, σύγχυση, ασυγχρονισμός κινήσεων και διαταραχές στην ομιλία, χωρίς όμως το πρόσωπο αυτό να βρίσκεται σε κατάσταση ασυνειδησίας και να μην αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του.  

 

Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι, στις διενεργηθείσες εξετάσεις των δειγμάτων δεν έγινε ποσοτικός προσδιορισμός και πως με βάση τις συγκεντρώσεις των φαρμάκων θα μπορούσε να λεχθεί ότι αυτά ήταν στα χαμηλά θεραπευτικά όρια, χωρίς όμως να μπορεί να απαντήσει για τον ακριβή χρόνο που θα μπορούσαν τα φάρμακα αυτά να είχαν ληφθεί. Αναφορικά με τον εντοπισμό της ουσίας m-CPP (1-m-chlorophenylpiperazine) η οποία επίσης εντοπίστηκε κατά τη εξέταση, σημείωσε ότι αυτή αποτελεί το ενεργό μεταβολίτη της Τραζοδόνης που επίσης εντοπίστηκε στα δείγματα, συμφωνώντας πως η ουσία m-CPP μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ναρκωτική ουσία από μόνη της, όμως ενόψει του εντοπισμού της Τραζοδόνης θα ήταν πολύ απομακρυσμένο να λήφθηκε από μόνη της χωρίς να αποκλείει και το θεωρητικό ενδεχόμενο πράγματι να λήφθηκε. Όσον αφορά τα φάρμακα που εντοπίστηκαν κατά την εξέταση, επανέλαβε πως πρόκειται για φάρμακα που δίδονται κατόπιν συνταγής σε πρόσωπα τα οποία αντιμετωπίζουν κατάθλιψη ή ψυχιατρικά θέματα.

 

Συμφώνησε επίσης πως αν τα φάρμακα αυτά ληφθούν σε διάστημα 18 ωρών από την λήψη των δειγμάτων, εντοπίζονται στα αποτελέσματα της εξέτασης, ενώ αν το πρόσωπο τα λαμβάνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απαιτείται ενδεχόμενα περισσότερος χρόνος για να καθαρίσει ο οργανισμός του προσώπου αυτού από τα φάρμακα αυτά. Ερωτώμενος επίσης για το τι μπορεί να προκαλέσει ο συνδυασμός του αλκοόλ με τα φάρμακα αυτά, αναφέρθηκε στην επιδείνωση των συμπτωμάτων κατανάλωσης αλκοόλης, δηλαδή να προκαλέσει πιο έντονα συμπτώματα υπνηλίας και κούρασης, ενώ σημείωσε πως σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΕ:29 του Τεκμηρίου 62 αν υπάρχει χρόνιος αλκοολισμός μπορούν να υπάρξουν και οι ψυχοπαθητικές καταστάσεις που περιγράφονται στον πίνακα. Τέλος ανέφερε πως ο μη εντοπισμός αλκοόλης στον οργανισμό δεν σημαίνει ότι δεν είχε καταναλωθεί.

 

Δωδέκατη Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.12) παρουσιάστηκε η Διευθύντρια του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου κα. Σταυρούλα Ξενοφώντος, η οποία και κατέθεσε στην διαδικασία τα Τεκμήρια 63 μέχρι και 66. Ουσιαστικά η εμπλοκή της μάρτυρας τα προσόντα και πείρα της δεν έτυχαν αμφισβήτησης (Τεκμήριο 63).  Περιορίστηκε στην ετοιμασία της επιστημονικής έκθεσης την οποία και κατάθεσε στην διαδικασία (Τεκμήριο 64) η οποία αφορούσε στα συμπεράσματα της επιστημονικής εξέτασης των τεκμηρίων που παραδόθηκαν στο εργαστήριο από την Αστυνομία μέσω των Τεκμηρίων 28 και 29 τα οποία και αναγνώρισε ως σχετικά, τεκμήρια τα οποία είχαν ληφθεί στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένων και των παρειακών επιχρισμάτων τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου για τον εντοπισμό και ταυτοποίηση γενετικού υλικού, σπερματικών κυττάρων ή/και σπερματικών ουσιών τα οποία αναλυτικά περιγράφονται στο περιεχόμενο της έκθεσης της.  Διευκρίνισε πως αν κατά τον χρόνο παραλαβής των τεκμηρίων αυτών από το εργαστήριο υπήρχε οποιαδήποτε αλλοίωση ή απουσία σφράγισης των παραδοθέντων τεκμηρίων θα καταγραφόταν στην σχετική έκθεση κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.

 

Από την έκθεση της προκύπτει ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε σε διάφορα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία και από τα οποία λήφθηκαν δειγματοληψίες, περιλαμβανομένων ενός πουλόβερ χρώματος ροζ (Τεκμήριο 15), ενός παντελονιού-φόρμα χρώματος μαύρου (Τεκμήριο 16) και του γυναικείου εσωρούχου χρώματος μαύρου (Τεκμήριο 17).     

 

Η μάρτυρας προχώρησε υποδεικνύοντας τόσο αναφορικά με το παντελόνι (Τεκμήριο 16) όσο και το γυναικείο μαύρο εσώρουχο (Τεκμήριο 17) τα σημεία είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό μέρος αυτών από τα οποία λήφθηκαν δειγματοληψίες στο εργαστήριο τους, ενώ επεξήγησε τους όρους και διαφορές αναφορικά με το μονό ή μεικτό γενετικό υλικό, το πλήρες ή μερικό γενετικό προφίλ, ενώ ερωτήθηκε συγκεκριμένα να απαντήσει κατά πόσον στο συμπέρασμα αρ. 13 της έκθεσης της που αφορά στο παντελόνι και στο συμπέρασμα αρ. 15 & 16 που αφορά το γυναικείο εσώρουχο, αν στο μικτό γενετικό υλικό που εντοπίστηκε αναφορικά με τον κατηγορούμενο αυτό ήταν πλήρες, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας πως σε σχέση με το εσώρουχο η αναλογία του μικτού γενετικού υλικού που βρέθηκε ήταν περίπου 50% από την παραπονούμενη και 50% από τον κατηγορούμενο, εξου και οι δύο θεωρούνται δότες και όχι κάποιος εξ αυτών να θεωρείται ο κύριος δότης όπως συμβαίνει με το παντελόνι που παρουσιάζει κύριο δότη την παραπονούμενη και δότη μέρος του μικτού γενετικού υλικού τον κατηγορούμενο.

 

Επιπρόσθετα αφού αναφέρθηκε στον λόγο των πιθανοτήτων ή λόγο πιθανοφάνειας και την στατιστική ανάλυση που γίνεται στο εργαστήριο από μέρους τους,  παρουσίασε ως Τεκμήριο 65 την στατιστική εκτίμηση που ετοίμασε αναφορικά με τα συμπεράσματα με αρ. 13 (δειγματοληψίες από το παντελόνι), 15 & 16 (δειγματοληψίες από το γυναικείο εσώρουχο) της επιστημονικής της έκθεσης, καταγράφοντας τα συμπεράσματα της, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι πιο πιθανόν το μικτό γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε έκαστη περίπτωση να προέρχεται από την παραπονούμενη, τον κατηγορούμενο και ένα άγνωστο άτομο παρά από την παραπονούμενη και δύο άγνωστα άτομα. Μάλιστα επεξήγησε πως για την περίπτωση της 1ης παραγράφου της στατιστικής εκτίμησης που αφορά στις δειγματοληψίες του παντελονιού, η υποστήριξη της άποψης αυτής, είναι πολύ ισχυρή, ενώ για τις υπόλοιπες τρείς περιπτώσεις η υποστήριξη είναι εξαιρετικά ισχυρή.

 

Ερωτήθηκε επίσης και απάντησε σχετικά με τους παράγοντες που συντείνουν στην μη ανίχνευση γενετικού υλικού του άνδρα σε περίπτωση ισχυριζόμενης σεξουαλικής επαφής με γυναίκα τόσο στα εξωτερικά όργανα όσο και εσωτερικά μέρη του σώματος όπως κολπικά και τραχηλικά, ενώ τόνισε ότι είναι σημαντικό οι δειγματοληψίες να γίνονται το αργότερο εντός 72 ωρών από το περιστατικό. Ως σημειώνει στην έκθεση της, ο μη εντοπισμός σπερματικών κυτττάρων ή/και σπερματικών ουσιών ή/και γενετικού υλικού ανδρικής προέλευσης σε κολπικά επιχρίσματα δεν στηρίζουν αλλά ούτε και αποκλείουν ισχυρισμό για διείσδυση ανδρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου.

 

Εξήγησε επίσης, τους όρους της άμεσης ή πρωτογενούς και έμμεσης εναπόθεσης γενετικού υλικού σε μια επιφάνεια ενώ ερωτούμενη την άποψη της για το ποιο είναι το πιθανότερο σενάριο της εναπόθεσης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου αναφορικά με το συμπέρασμα 15 & 16 της έκθεσης της που αφορά στο γυναικείο εσώρουχο και κατά πόσον αυτό έγινε με άμεση ή έμμεση εναπόθεση ανέφερε πως η ύπαρξη ίσης συνεισφοράς γενετικού υλικού και από τα δύο μέρη ήτοι από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο με ένα πλήρες γενετικό προφίλ, υποστηρίζει την άμεση μεταφορά από τον Κατηγορούμενο, χωρίς να είναι απολύτως βέβαιη, χαρακτηρίζοντας το ως πιο υποστηρικτικό το δεδομένο αυτό για την άμεση παρά για την έμμεση εναπόθεση. Τέλος κατέθεσε στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 66 που αφορά σε ερωτηματολόγιο που τους παραδόθηκε από την Αστυνομία μαζί με τα προς εξέταση τεκμήρια.    

 

Αντεξεταζόμενη και ερωτώμενη αν μπορεί να αναφέρει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αν αυτοί οι δύο άνθρωποι ήρθαν σε σεξουαλική επαφή απάντησε αρνητικά.  Πρόσθεσε ότι θεώρησε παράξενο το γεγονός ότι στο εσώρουχο που πρόκειται για προσωπικό αντικείμενο παρατηρήθηκε η αναλογία με ίση συνεισφορά γενετικού υλικού των δύο ατόμων, γεγονός το οποίο υποστηρίζει την άμεση μεταφορά του με επαφή παρά την έμμεση, χωρίς να μπορεί να πει για το πότε έγινε αυτό και χωρίς να μπορεί να αμφισβητήσει αν υπήρχε ή όχι σεξουαλική επαφή. Επανέλαβε πως είναι πολύ σπάνιο να μεταφερθεί πλήρες γενετικό υλικό με αυτά τα χαρακτηριστικά δηλαδή που ήταν ένα πλήρες γενετικό προφίλ χωρίς να υπάρχει άμεση μεταφορά, μη μπορώντας όμως να το πει απόλυτα, ενώ συμφώνησε πως υπάρχει και το ενδεχόμενο να υπάρχει και η πιο μικρή πιθανότητα η μεταφορά να έγινε και έμμεσα. Σε σχέση με το ερωτηματολόγιο Τεκμήριο 66 σημείωσε ότι αυτό συμπληρώθηκε στα κουτάκια από τον Ιατροδικαστή και ότι αυτό έγινε προφανώς σε συνέχεια απαντήσεων της παραπονούμενης στα συγκεκριμένα ερωτήματα ενώ αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούν τον κατηγορούμενο όπως π.χ. το σημείο αρ. 24 του πίνακα που της υποδείχθηκε και πάλι σημείωσε πως τις απαντήσεις αυτές τις έδωσε η παραπονούμενη μέσω της εμπειρίας που είχε περάσει διευκρινίζοντας ότι το εργαστήριο τους δεν στηρίζεται κατ ανάγκη στις πληροφορίες αυτές αφού ακολουθούν σχετικά πρωτόκολλα που αφορούν διερευνήσεις βιασμών. Μάλιστα όσον αφορά τις διαδικασίες που ακολουθούνται ανέφερε πως δεν επηρεάζονται από τις διαφορετικές απαντήσεις που μπορεί να δοθούν όπως για παράδειγμα το ότι η παραπονούμενη αναφέρει ότι έκανε μπάνιο ενώ ενδεχόμενα να μην είχε κάνει και πως το ζήτημα αυτό θα πρέπει να το εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσον συνάδουν η όχι τα όσα ισχυρίζεται το πρόσωπο αυτό. Ερωτούμενη για την προέλευση του DNA που βρέθηκε πάνω στα ρούχα σημείωσε πως πρόκειται για επιθηλιακά κύτταρα όπως μέσω αγγίγματος ή ακόμα και από το πέος ή και από σπερματικά υγρά τα οποία όμως δεν ανιχνεύθηκαν στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως δεν ανιχνεύθηκαν ούτε και σπερματοζωάρια.

 

Όταν της τέθηκε ο τρόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εντοπίστηκε και παραδόθηκε από την παραπονούμενη το γυναικείο εσώρουχο και ερωτήθηκε αν αυτό επηρεάζει τα συμπεράσματα της εξέτασης DNA με οποιοδήποτε τρόπο, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν το επηρεάζει αφού στο εργαστήριο βλέπουν το αποτέλεσμα, ήτοι ότι εντοπίστηκε ίση συνεισφορά και από τα δύο πρόσωπα, έτσι μπορούν να πουν για τον τρόπο εναπόθεσης, δηλαδή ότι υποστηρίζει την άμεση μεταφορά, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον χρόνο εναπόθεσης. Συμφώνησε πως η έκθεση της δείχνει την παρουσία γενετικού υλικού όχι όμως τον τρόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες τοποθέτησης του, ενώ συμφώνησε επίσης πως η παρουσία από μόνου του DNA δεν μπορεί να αποδείξει πράξη βιασμού. Υποστήριξε και τη θέση πως το μη πλήρες γενετικό υλικό που βρέθηκε άγνωστου προσώπου, πρόκειται για ενδεχόμενη επιμόλυνση από το περιβάλλον, είτε με δευτερεύουσα συνεισφορά και δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως εμπλεκόμενο στην υπόθεση πρόσωπο.  

 

Τέλος σε υποβολή ότι τα συμπεράσματα και αποτελέσματα που παρουσίασε δεν δείχνουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολία σεξουαλική πράξη μεταξύ των δύο απάντησε πως δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο έτσι και αλλιώς. 

 

 

 

Άλλοι Μάρτυρες:

 

Δέκατος Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.13) κλήθηκε και παρουσιάστηκε η κα. Μαρία Λουκά, Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Γραφείο Ευημερίας Πάφου όπου για την υπόθεση έδωσε κατάθεση τόσο στις 07.03.2025 (Tεκμήριο 69) όσο και στις 27.03.2025 (Τεκμήριο 70). Η μάρτυρας συνόδευσε στις 07.03.2025 τον 6 χρόνο υιό της οικογένειας […] και στις 27.03.2025 τον 14 χρόνο […] στο ΤΑΕ Πάφου για λήψη από έκαστο ανήλικο οπτικογραφημένων καταθέσεων αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Όπως η μάρτυρας επεξήγησε αναφορικά με τον […] όταν ξεκίνησε η διαδικασία λήψης της κατάθεσης ο ίδιος δεν αντιλαμβανόταν για το που βρισκόταν ενώ απαντούσε με άσχετα πράγματα σε αυτά που τον ρωτούσαν, ενώ κάποια στιγμή κάθισε στο πάτωμα και έπαιζε. Ήταν ως σημείωσε ξεκάθαρο ότι το παιδί δεν αντιλαμβανόταν το θέμα και αποφασίστηκε από κοινού όπως να μην συνεχιστεί η διαδικασία. Αναφορικά με τις 27.03.2025 η ίδια μετέβηκε στο Γυμνάσιο όπου φοιτούσε ο […] και αφού τον ενημέρωσε για τη διαδικασία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης αυτός αναστατώθηκε, αρνήθηκε να συνεργαστεί και εξέφρασε έντονη δυσφορία. Μάλιστα ως η μάρτυρας σημείωσε κατά την μαρτυρία της, ο ανήλικος έκλεγε με λυγμούς, έλεγε ότι δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση, ήθελε να επιστρέψει στην μητέρα του και πως ήθελε να φύγει από την Παιδική Στέγη. Συνεπώς ενόψει της κατάστασης του, η ίδια εξέφρασε την θέση πως δεν θα έπρεπε να του ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση. Τέλος παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 71 διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 16.04.2025 με το οποίο ανατέθηκε η γονική μέριμνα των ανηλίκων στην Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.  

 

Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι η Αστυνομία δεν επικοινώνησε ξανά μαζί της για προσπάθεια λήψης νέας συνέντευξης των παιδιών. Ερωτώμενη για ποιο λόγο ζήτησαν να πάρουν την γονική μέριμνα από την μητέρα, απάντησε ότι την γονική μέριμνα την πήραν και από τους δύο γονείς ενόψει του ότι τα παιδιά ήταν αφρόντιστα και απεριποίητα, δεν πήγαιναν σχολείο, τα είχαν βρει να κοιμούνται στο αυτοκίνητο του πατέρα, ενώ δεν υπήρχε σταθερό περιβάλλον αφού τους είχε γίνει έξωση σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ τόνισε ότι τα παιδιά χρησιμοποιούνταν από αυτούς ώστε να αποφύγουν την έξωση από τις κατοικίες που ενοικίαζαν.   

 

 

Οι Μάρτυρες Υπεράσπισης:

 

Η Ευσταθία Παχύ (Μ.Υ.1) κλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης όχι για να παραθέσει μαρτυρία υποβοηθητική για την υπερασπιστική γραμμή, αλλά για να εξηγήσει στο Δικαστήριο τους λόγους της αρχικής άρνησης της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να παρουσιαστεί για να  καταθέσει στην υπόθεση ως μάρτυρας υπεράσπισης ο ανήλικος [….] την  ευθύνη της κηδεμονίας του οποίου προς το παρόν κατέχει η Διευθύντρια. 

 

Όσον αφορά την μαρτυρία της κας Ευσταθίας Παχύ Μ.Υ.1 υπενθυμίζεται πως πρόκειται για την Αρμόδια Λειτουργό για παιδιά που σύμφωνα με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου έχει ανατεθεί η φροντίδα τους στην Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στην οποία εμπίπτει και η περίπτωση των παιδιών του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης.  Η μαρτυρία της δεν είναι σχετική με τα όσα το Δικαστήριο εξετάζει στην παρούσα υπόθεση, εφόσον κατόπιν σχετικής συνεννόησης, ο ανήλικος, Μ.Υ.2, εντέλει παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στα όσα η Μ.Υ.1 ανέφερε ή να τύχει οποιασδήποτε αξιολόγησης.

 

Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο ανήλικος […], M.Y.2.  Πρόκειται ουσιαστικά για το μεγαλύτερο τέκνο της οικογένειας με την μαρτυρία του να είναι σύντομη.  Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του απαντώντας στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, επέμενε πως δεν θυμόταν οτιδήποτε «παράξενο» που να αφορούσε την περίοδο που έμεναν όλοι μαζί στο ξενοδοχείο. Η μαρτυρία του ουσιαστικά επικεντρώθηκε στο να περιγράψει την κακή αλλά και βίαιη συμπεριφορά που κατά τον ανήλικο είχε η μητέρα του έναντι του ιδίου αλλά κυρίως κατά του μικρού του αδελφού, καθώς και του πατέρα τους, ενώ περίγραψε την μητέρα του ως πρόσωπο που δεν εργαζόταν, συνήθιζε να καταναλώνει αλκοόλ, να πίνει χάπια, να λαμβάνει κάποιες άλλες ουσίες που ο ίδιος δεν γνωρίζει καθώς και να κοιμάται πολλές ώρες με αποτέλεσμα η φροντίδα των ιδίων ουσιαστικά να πέφτει στους ώμους του πατέρα του. Μάλιστα εξέφρασε την θέση πως σε αντίθεση με τον πατέρα του τα συναισθήματα του προς την μητέρα του δεν είναι τόσο καλά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το παντελόνι – φόρμα (Τεκμήριο 16) είναι δικό του.  Τέλος εξέφρασε την επιθυμία του όπως ο πατέρας του να βγει από την φυλακή το συντομότερο για να βρίσκεται ξανά μαζί τους. Πρόσθεσε επίσης «Το μόνο που θέλω είναι να είμαστε πάλι καλά, μαμά και μπαμπάς.  Επειδή ο [….] ο αδελφός μου δεν καταλαβαίνει τίποτα, είναι μικρός και θέλει να είναι μαζί».

 

Αδιαμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα ως προς τη προβληματική σχέση παραπονούμενης – κατηγορούμενου και η οικογενειακή κατάσταση:

 

Προτού προχωρήσουμε περαιτέρω, είναι χρήσιμο να καταγραφούν κάποια γεγονότα σχετικά με την πιο πάνω πτυχή τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν και αποτελούν πραγματικά γεγονότα.

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, η [….], παραπονούμενη στην υπό εξέταση υπόθεση, είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου με τον οποίο συζούσε τα τελευταία 15 χρόνια και με τον οποίο κατά την διάρκεια του γάμου τους έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, τον [….] ηλικίας 14 ετών (ημερ. γέννησης […]) και τον […] ηλικίας 6 ετών (ημερ. γέννησης [….]).

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της παραπονούμενης και δεν αμφισβητήθηκε, λόγω της προβληματικής σχέσης παραπονούμενης – κατηγορούμενου, η παραπονούμενη αποφάσισε να φύγει σε κάποιο χρονικό σημείο πριν τον επίδικο χρόνο και γενικά επιθυμούσε την λύση του γάμου της. Μετά από διευθέτηση του Γραφείου Ευημερίας  η παραπονούμενη άρχισε να διαμένει σε ξενοδοχείο.  Αρχικά τα παιδιά διέμεναν με την παραπονούμενη ενώ τη συνέχεια διέμεναν με τον πατέρα τους.  

 

Έτσι κατά το κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, η παραπονούμενη διέμενε μόνη της στο ξενοδοχείο με την ονομασία […] ενώ ο κατηγορούμενος διέμενε με τα παιδιά της οικογένειας στο ξενοδοχείο με την ονομασία [….] στην Πάφο.

 

Πριν τις επίδικες ημερομηνίες η παραπονούμενη είχε προβεί σε καταγγελίες εναντίον του συζύγου της για ενδοοικογενειακή βία.  Επιπρόσθετα όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία ο Κατηγορούμενος συνόδευσε σε άλλη περίπτωση τα ανήλικα τέκνα τους στην Αστυνομία όπου κατάγγειλαν την παραπονούμενη για άσκηση εις βάρος των ανηλίκων ενδοοικογενειακής βίας.

 

Συγκεκριμένα εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση η ποινική υπόθεση Ε.Δ.Πάφου [….] με παραπονούμενη την σύζυγο του, στα πλαίσια της οποίας (ως δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός) στις 13.12.2024 και στην παρουσία του εκδόθηκε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα (Τεκμήριο 67)  το οποίο ήταν σε ισχύ κατά τους επίδικους για την παρούσα υπόθεση χρόνους:

 

«ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον κατηγορούμενο να επισκέπτεται, παρενοχλεί και πλησιάζει την παραπονούμενη (……), MK1 επί του κατηγορητηρίου.

 

Το παρόν διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 15(3) του Νόμου 119(Ι)2000.» 

 

Επιπρόσθετα εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση και η ποινική υπόθεση Ε.Δ.Πάφου […] με παραπονούμενη την σύζυγο του, στα πλαίσια της οποίας (ως δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός) στις 14.01.2025 και στην παρουσία του εκδόθηκε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα (Τεκμήριο 68) το οποίο ήταν σε ισχύ κατά τους επίδικους για την παρούσα υπόθεση χρόνους:

 

«ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ΔΙΑΤΑΓΜΑ δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 15 του Νόμου 119(Ι)/2000 ως επιπλέον όρος, συμφώνως των εξουσιών που παρέχει το Άρθρο 15(3), ότι ο Κατηγορούμενος μέχρι ολοκλήρωσης της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, δεν θα δικαιούται να πλησιάζει οπουδήποτε και εάν βρίσκεται, επισκέπτεται και παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη (……), M1 επί του κατηγορητηρίου και η απόσταση καθορίζεται στα 50 μέτρα.»

 

Eναντίον της Παραπονούμενης καταχωρήθηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση η ποινική υπόθεση Ε.Δ.Πάφου […] με παραπονούμενους τα δύο ανήλικα τέκνα της, στα πλαίσια της οποίας (ως δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός) στις 31.01.2025 εκδόθηκε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα (Τεκμήριο 73) το οποίο βρισκόταν σε ισχύ κατά τους επίδικους χρόνους και μέχρι σήμερα:

 

«ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ΔΙΑΤΑΓΜΑ (δυνάμει του Ν. 114(Ι)/2021) με το οποίο απαγορεύεται στην καθ ής η αίτηση/κατηγορούμενη, από του να προσεγγίζει σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων οπουδήποτε και εάν βρίσκονται τα θύματα 1. […], H.Γ:[….], 2. [….], H.Γ: [….], ή/και να ακολουθεί σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων οπουδήποτε και εάν βρίσκονται τα θύματα 1. […], H.Γ: […], 2. [….], H.Γ: [….], ή/και να παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο, είτε τηλεφωνικώς, είτε με γραπτά ή φωνητικά μηνύματα μέσω οποιασδήποτε εφαρμογής, τα θύματα 1. […], H.Γ:[…], 2. […], H.Γ:.[….], είτε σωρευτικά, είτε διαζευτικά, είτε κεχωρισμένα, εντός 10 λεπτών από την επίδοση του διατάγματος, μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με στοιχεία […], που καταχωρήθηκε στο Ε.Δ.Πάφου και τελεί υπό εκδίκαση, ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

Από τις 09.02.2025 μέχρι και σήμερα τα παιδιά της οικογένειας διαμένουν σε Παιδική Στέγη στην Πάφο. Μάλιστα στις 16.04.2025 στα πλαίσια της αίτησης Γονικής Μέριμνας […] που υποβλήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου από την Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα εναντίον τόσο του Κατηγορούμενου όσο και της Παραπονούμενης με το οποίο αφαιρέθηκε από αυτούς η γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους και η οποία ανατέθηκε στην Διευθύντρια.  

 

Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Αγορεύσεις:

 

Με την ολοκλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας, τόσο η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης  έθεσαν τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του. 

 

Η εκπρόσωπος της  Κατηγορούσας Αρχής διατυπώνει τη θέση ότι η υπόθεση διερευνήθηκε αντικειμενικά και με πληρότητα και  ότι η παραπονούμενη δεν είχε κίνητρο για να προβεί σε ψευδή καταγγελία.  Ήταν η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αξιοπιστία της παραπονουμένης διήλθε αλώβητη μέσα από την  αντεξέταση της και δεν παρουσίασε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις.  

 

Ο συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή  δεν κατάφερε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με κεντρικό άξονα ότι η αξιοπιστία της παραπονουμένης έχει πληγεί και ότι υπήρξε ελλιπής διερεύνηση της υπόθεσης. 

 

Αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας:

 

Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων θα γίνει σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω.

 

Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου (1999) 1ΑΑΔ 1273, 1280, 1281 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου υ. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191».

 

Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506 και δη στη σελίδα 530 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια».

 

Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 371, αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 71, ειπώθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας».

 

Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68).  Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

 

Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά. (2002) 1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας.

 

Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων.  Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 612). 

 

Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί.  Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας  (1998) 2 ΑΑΔ 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 326). 

 

Όσον αφορά τους εμπειρογνώμονες  το καθήκον κάθε εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ.  Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά(1997) 1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2017, ημερ. 02.05.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214).  (Για τον τρόπο αξιολόγησης τους από το Δικαστήριο βλ. το πιο πάνω Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στις σελίδες 582-584).

 

Η  αποδοχή   μέρους  μαρτυρίας  και  η απόρριψη  άλλου,  ενός  μάρτυρα,  δεν  αποτελεί διάβημα  μεμπτό  ή  αντινομικό.  Απεναντίας,  το  δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades  v.  The  Police  (1985) 2 CLR 56, Kades v. Nikolaou and Another (1986)1 CLR 212, Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2022, 140/2022, 1/8/2025)Δεν είναι όμως η ευχέρεια αυτή ούτε ανεξέλεγκτη ούτε και απόλυτη.  Πρέπει να ασκείται προσεκτικά και αιτιολογημένα.  (Βλ. το πιο πάνω Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στις σελίδες 141-142). 

 

Όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση επισημαίνεται πως το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών που καταλογίζονται στον κατηγορούμενου αφορά σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα. Ως εκ τούτου αναγνωρίζουμε τη φυσιολογικά αναμενόμενη δυσχέρεια και αμηχανία που μπορεί να έχει ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης να περιγράψει βιώματα αυτού του είδους.

 

Πέραν των πιο πάνω, έχουμε κατά νου επίσης ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι δεκτικό στη θέση ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων, λόγω των τραυματικών τους εμπειριών, είναι δυνατό να  μην αντιδράσουν κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. 

 

Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Αντωνίου v Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 που μπορεί να αφορούσε σε ανήλικα πρόσωπα οι αρχές όμως της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής κατ’ αναλογία και στην υπό εξέταση υπόθεση:

 

«Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθιά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμή να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και τη δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.»

 

Αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται μαρτυρία παραπονούμενου:

 

Η παρούσα υπόθεση ως διαφαίνεται και από τις κατηγορίες που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο αφορά μεταξύ άλλων, σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα αφού αποδίδονται στον Κατηγορούμενο τα αδικήματα του βιασμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης. Μάλιστα αυτό που προκύπτει, είναι το γεγονός πως η παραπονούμενη είναι η βασικότερη μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση, καθότι είναι η μοναδική που δίδει άμεση μαρτυρία αναφορικά με την ισχυριζόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της.

 

Τίθεται συνεπώς εύλογα το ερώτημα ενόψει και της σημαντικότητας της μαρτυρίας της Παραπονουμένης, αν το Δικαστήριο σε περίπτωση που κρίνει την παραπονούμενη αξιόπιστη, θα πρέπει να αναζητήσει στα πλαίσια της υπόθεσης και ενισχυτική μαρτυρία προς ενίσχυση της μαρτυρίας της[1]. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης. 

 

Αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, κατηγορίες βιασμού (Κατηγορίες 1 & 6) οι οποίες θεμελιώνονται επί του κατηγορητηρίου, τόσο στον Ποινικό Κώδικα (Άρθρο 144 Κεφ. 154), όσο και στις πρόνοιες του Νόμου 115(Ι)/2021. Επίσης και οι κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση (Κατηγορίες 2 & 7) εδράζονται στον Νόμο 115(Ι)/2021.  Με τον εν λόγω Νόμο όμως και συγκεκριμένα μέσα από το Άρθρο 29, έχει καταργηθεί η υποχρέωση για ενισχυτική μαρτυρία προς απόδειξη των αδικημάτων που προβλέπονται στο νόμο εκείνο.[2]

 

Επιπρόσθετα σύμφωνα με το Άρθρο 5 και τον Πίνακα του πιο πάνω Νόμου, το αδίκημα του βιασμού βάσει του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 συνιστά τέτοιο αδίκημα βίας κατά γυναίκας.

 

Συνεπώς από την στιγμή που σε αδίκημα σεξουαλικής φύσεως περιλαμβάνεται επιπρόσθετα από αδίκημα του ποινικού κώδικα και εξειδικευμένο νομοθέτημα όπως στην περίπτωση μας ο Νόμος 115(Ι)/2021 ο οποίος ρητά καταργεί την υποχρέωση για ενισχυτική μαρτυρία προς απόδειξη των αδικημάτων που προβλέπονται στο συγκεκριμένο νομοθέτημα ως λέχθηκε και στην Κ. Ι. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 145/2022, 31/7/2025 δεν μπορεί η πρακτική του Κοινοδικαίου για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονούμενων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα να υπερισχύσει του ρητού νομοθετήματος επί του προκειμένου του Ν.115(Ι)/2021, συνεπώς δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ανεξαρτήτως και του ότι τα αδικήματα περιλαμβάνουν ως νομική βάση και άρθρα του ποινικού κώδικα. 

 

Όσον αφορά σεξουαλικά αδικήματα που στηρίζονται αποκλειστικά σε κατηγορίες που θεμελιώνονται στον Ποινικό Κώδικα καθώς και σε αδικήματα με βάση τον Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (119(I)/2000) παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων.

 

Μάλιστα στην περίπτωση αδικημάτων σεξουαλικής ή άλλης φύσεως όπου εφαρμόζεται ο Ν. 119(Ι)/2000 το άρθρο 16[3] διαλαμβάνει ότι, θα πρέπει να αναζητηθεί  ενισχυτική μαρτυρία ή να διερωτηθεί αν ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.

 

Στην Σ.Σ. κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, 148/2016, 20/11/2019 αναφέρθηκαν ρητά τα εξής ως έχουν επαναληφθεί και πολύ πρόσφατα στην Κ. Ι. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 145/2022, 31/7/2025:

 

«Έχει καταργηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση για ενίσχυση ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, η υποχρέωση με βάση κανόνα πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης ένορκης μαρτυρίας παιδιού, η υποχρέωση με βάση κανόνα πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης παραπονούμενων για σεξουαλικά αδικήματα με βάση το Ν. 87(Ι)/2007 και ακολούθως με βάση το Ν. 91(Ι)/2014, αλλά παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονούμενων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα και ο ίδιος κανόνας έχει υιοθετηθεί ως νομοθετική πρόνοια στο Ν. 119(Ι)/2000………………………..»  (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 16 του Ν. 119(Ι)/2000 είναι τα αποφασισθέντα στην AG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, 16/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B147 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

‘’Το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε στη βάση της αξιόπιστης, όπως τη διαπίστωσε, μαρτυρίας της παραπονούμενης να καταδικάσει τον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154.  Όμως δεν ήταν αυτή η κατηγορία που αντιμετώπιζε ο Εφεσείων. Για να τον καταδικάσει για το αδίκημα της κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 4(1) και (2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 242 του Κεφ. 154, θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Νόμου αυτού, που εφαρμόζονται για κάθε καταδίκη δυνάμει του Νόμου και να προβεί σε σχετικές διαπιστώσεις.  Θα μπορούσε να τον κρίνει ένοχο με μόνη τη μαρτυρία της παραπονούμενης συζύγου του, νοουμένου ότι έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.  Και  βέβαια, εάν έτσι έκρινε, να αποφασίσει κατά πόσο θα προχωρούσε στην καταδίκη του Εφεσείοντα με μόνη τη μαρτυρία της.»

 

Αξιολόγηση και ευρήματα:

 

Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας:

 

Η μαρτυρία της Μ.Κ.1, αναφορικά με τις ενέργειες της για την διερεύνηση της υπόθεσης, ήταν σαφής, είχε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις λεπτομέρεια, ήταν σταθερή και συνεκτική, δόθηκε χωρίς υπεκφυγές, ήταν αυθόρμητη και ως μάρτυρας, κρίνουμε ήταν ειλικρινής, αντικειμενική και αμερόληπτη. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτήΟύτως η άλλως και η πλευρά της υπεράσπισης δεν προχώρησε στην αντεξέταση της μάρτυρας αυτής με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία της αμφισβητώντας τις ενέργειες που ισχυρίστηκε ότι έκανε ή γενικότερα την εμπλοκή της στην διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά διαφάνηκε πως τα όσα της τέθηκαν κατά την αντεξέταση ήταν καθαρά διευκρινιστικής φύσεως ζητήματα. 

 

Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ήταν τυπικής φύσεως. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο δεν είχε κανένα κίνητρο να παραποιήσει τα γεγονότα ως τα αντιλήφθηκε. Τα όσα ανέφερε ως  προς την περιορισμένη εμπλοκή της στην υπόθεση δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης, εφόσον οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, υπήρξαν καθαρά διευκρινιστικής φύσης. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολό της ως αληθή.

 

Ο Μ.Κ.3 προχώρησε σε αναλυτική περιγραφή με άμεσο και πηγαίο τρόπο για τις ενέργειες που έκανε κατά την άφιξη του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου [….] που αφορούσαν, είτε στη λήψη φωτογραφιών, είτε στην παραλαβή τεκμηρίων από την σκηνή, χωρίς ουσιαστικά η Υπεράσπιση να αμφισβητεί τις ενέργειες αυτές και γενικά την περιγραφόμενη εμπλοκή του μάρτυρα στην διερεύνηση της υπόθεσης. Η δε αναφορά του ότι δεν είδε οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά στο δωμάτιο δεν θεωρούμε ότι αποσκοπούσε στην απόκρυψη οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων αλλά οφείλεται στο ότι ο ίδιος δεν διερεύνησε το τι βρισκόταν κάτω από το τραπέζι και στο κιβώτιο που βρισκόταν επίσης εκεί όπου σύμφωνα και με το περιεχόμενο του φωτογραφικού φακέλου Τεκμήριο 44 (φωτογραφία αρ. 23 & 24) φαίνεται να υπήρχαν μπουκάλες με οινοπνευματώδη ποτά (η κατανάλωση των οποίων είναι παραδεκτή και από την παραπονούμενη). Σε αυτό το σημείο επισημαίνουμε ότι ο Μ.Κ.3 είχε μεταβεί στη σκηνή για φωτογράφηση την 09.02.2025 ώρα 08:30 ενώ  η παραπονούμενη είχε δώσει την κατάθεση της την ίδια ημερομηνία αργότερα (ώρα 1450) στην  οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων για την προηγούμενη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.   Όπως δε προκύπτει από την αντεξέταση του Μ.Κ.3, ο ίδιος ουδεμία επαφή είχε με την ίδια την  παραπονούμενη.  Επομένως όταν ο ίδιος φωτογράφιζε τη σκηνή δεν είχε υπόψιν του τον ισχυρισμό για κατανάλωση ποτούΈδωσε την εντύπωση προσώπου ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο να καταθέσει την αλήθεια, απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα, χωρίς υπεκφυγές, και δεν εντοπίζουμε την ύπαρξη οποιουδήποτε κινήτρου για να καταθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο. Αποδεχόμαστε την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. 

 

Αποδεκτή ως αξιόπιστη γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ο οποίος είχε περιορισμένη εμπλοκή στην υπόθεση ως αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο κατέθεσε με αμεσότητα και ηρεμία στο Δικαστήριο, χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει τα γεγονότα ως τα αντιλήφθηκε. Δεν εντοπίσαμε αντιφάσεις, υπεκφυγές ή οποιαδήποτε στοιχεία αναξιοπιστίας στα λεγόμενά του. Ουσιαστικά, το μόνο ζήτημα που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, μέσω υποβολών που έγιναν προς το μάρτυρα, τις οποίες ο μάρτυρας απέρριψε, ήταν το κατά πόσο επεξηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο και εάν ο ίδιος αντιλήφθηκε τους λόγους σύλληψης του. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια την διαδικασία που ακολούθησε καθιστώντας σαφές ότι αυτή έγινε αντιληπτή από  τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.4 υπήρξε καθόλα πειστικός στη μαρτυρία του και την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη.

 

Ομοίως, η εμπλοκή του Μ.Κ.5 στην διερεύνηση της υπόθεσης είχε περιορισμένο σκοπό ως περιγράφεται και ανωτέρω χωρίς οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας του να τυγχάνει αμφισβήτησης, συνεπώς, δεν έχουμε λόγο να μην την αποδεχθούμε στο σύνολο της ως αξιόπιστη. 

 

Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ.7, ήτοι του γιατρού που εξέτασε την παραπονούμενη στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Κ.7 κατέθεσε με ευθύτητα, χωρίς αντιφάσεις ή υπαναχωρήσεις στο Δικαστήριο ενώ πρόκειται για τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν διακατέχεται από οποιοδήποτε κίνητρο να καταθέσει ψευδώς. Τα ευρήματά του σε σχέση με την ιατρική εξέταση της παραπονούμενης και τα όσα σχετικά κατέθεσε διευκρινιστικά στο Δικαστήριο δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης. Οι διαπιστώσεις του κρίνονται, συνεπώς, ορθές.

 

Καλή εντύπωση αποκομίσαμε και από την Μ.Κ.8 αφού με άμεσο και περιγραφικό τρόπο παρέθεσε το σύνολο της εμπλοκής της στην υπόθεση και που αφορούσε κυρίως την πρώτη της συνάντηση με την παραπονούμενη κατά τον χρόνο άφιξης της στον Αστυνομικό Σταθμό αλλά και στην μετέπειτα, εντός της ίδιας ημέρας, μετάβαση τους στο δωμάτιο του ξενοδοχείου […] ώστε η παραπονούμενη να αλλάξει ρούχα και να παραδώσει στην αστυνομία αυτά που φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Η μάρτυρας παραδέχτηκε, χωρίς υπεκφυγές, ότι δεν συμπεριέλαβε στην κατάθεσή την μετάβαση τους από τον αστυνομικό σταθμό προς στο ξενοδοχείο. Δεν μας δόθηκε, όμως, η εντύπωση ότι αυτή η παράληψη συνδέεται με οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή προσπάθεια από μέρους της να αλλοιώσει τα πραγματικά γεγονότα ως αυτή τα αντιλήφθηκε. Κατέθεσε χωρίς αντιφάσεις ή υπερβολές, ενώ πρόκειται για πρόσωπο το οποίο δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να παραθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο. Επισημαίνεται και για την μάρτυρα αυτή πως και οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στη μάρτυρα, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, ήταν διευκρινιστικής φύσεως και δεν φαίνεται να στόχευαν στο να πλήξουν την αξιοπιστία της. Έχουμε ικανοποιηθεί για την φιλαλήθεια και την αντικειμενικότητα της Μ.Κ.8 και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη στο σύνολό της.

 

Διευκρινιστικές κυρίως ήταν οι ερωτήσεις που τέθηκαν στον Μ.Κ.9 κατά την αντεξέταση του και δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχθούμε το σύνολο της μαρτυρίας του, η οποία αφορούσε στις ενέργειες που έκανε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης (είτε σε σχέση με την προσπάθεια επικοινωνίας του με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου […], είτε στην προσπάθεια λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον μικρό υιό της οικογένειας) ως αξιόπιστη.

 

Παρεμβάλλεται ότι τα όσα ανέφερε στον μάρτυρα η κα. […] αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και η ίδια θα αναμένετο να κληθεί στο Δικαστήριο να καταθέσει σε σχέση με αυτά, ούσα εξαναγκάσιμος μάρτυρας. Εντούτοις, ενόψει του ότι η θέση της ότι είναι εκείνη που τηλεφώνησε στην αστυνομία στις 08/02/25 για να καταγγείλει το περιστατικό, η οποία υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασής της παραπονούμενης (δεχόμενη, μάλιστα, ότι η παραπονούμενη εξερχόμενη από το δωμάτιο στο οποίο διέμενε με τον κατηγορούμενο, αποτάθηκε στην κα. […], μόνο σε σχέση με το ζήτημα της επίδικης επίθεσης) καθώς και το ότι η κα. […] δεν φαίνεται να διακατέχεται από οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει το συγκεκριμένο γεγονός, αποδεχόμαστε τον εν λόγω ισχυρισμό ως αληθή.

 

Τα ευρήματα του Μ.Κ.10, ήτοι του ιατροδικαστή που εξέτασε την παραπονούμενη στις 09.02.25, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης, περιλαμβανομένης της εμπειρογνωμοσύνης του, αφού, έγινε προσπάθεια να απαντηθούν ερωτήματα, κυρίως διευκρινιστικής φύσεως, που αφορούσαν τον χρόνο και την αιτία προέλευσης ή πρόκλησης των βλαβών που εντοπίστηκαν στο σώμα της παραπονούμενης και οι οποίες παρατίθενται στην έκθεσή του (Τεκμήριο 57). Ο μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με  άμεσο και επεξηγηματικό τρόπο. Η μαρτυρία του ήταν εμπεριστατωμένη, είχε συνοχή και γίνεται δεκτή στο σύνολο της.

 

Ο Μ.Κ.11, ήτοι ο χημικός που διενήργησε τις τοξικολογικές εξετάσεις που έγιναν στις δειγματοληψίες αίματος και ούρων που λήφθηκαν από την παραπονούμενη,  κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας που με ανεξάρτητο τρόπο ανάφερε και εξήγησε τις διαπιστώσεις του, ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση εξέτασης (Τεκμήριο 59) και οι οποίες ούτως η άλλως, περιλαμβανομένης και της εμπειρογνωμοσύνης του, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας του ως αληθή και αξιόπιστη.  

 

Η Μ.Κ.12, ήτοι η διευθύντρια του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Με επιστημονικά σαφή, λεπτομερή και ανεξάρτητο τρόπο παρέθεσε τα ευρήματα της στο πλαίσιο των καθηκόντων της μετά από εξέταση τεκμηρίων που της αποστάλθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεση από την αστυνομία. Η εμπειρογνωμοσύνη της καθώς και η ορθότητα των ευρημάτων της δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης.  Η υπεράσπιση επικεντρώθηκε κατά την αντεξέταση της στο κατά πόσον μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες εναπόθεσης του γεννητικού υλικού του κατηγορούμενου στα διάφορα τεκμήρια, με την μάρτυρα να εξηγεί πως μόνο σε σχέση με τον τρόπο εναπόθεσης, δηλαδή για το κατά πόσο ήταν με άμεση ή έμμεση επαφή, μπορεί να γίνει αναφορά και όχι σε οτιδήποτε άλλο. Τα συμπεράσματά της, τα οποία επεξηγήθηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια στο Δικαστήριο, περιλαμβανομένης και της θέσης της ότι, η μη ανίχνευση γενετικού υλικού του άνδρα σε περίπτωση ισχυριζόμενης σεξουαλικής επαφής με γυναίκα, τόσο στα εξωτερικά όργανα όσο και εσωτερικά μέρη του σώματος, δεν αποκλείουν ισχυρισμό για διείσδυσή αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου, γίνονται αποδεκτά ως αληθή.

 

Η μαρτυρία της Μ.Κ.13, ήτοι της λειτουργού κοινωνικών υπηρεσιών του Γραφείου Ευημερίας Πάφου, ήταν τυπικής φύσεως, εφόσον η εμπλοκή της στην υπόθεση υπήρξε ιδιαίτερα περιορισμένη. Η μάρτυρας κατέθεσε με αμεσότητα στο Δικαστήριο χωρίς να εντοπίζονται αντιφάσεις στα λεγόμενά της. Η φιλαλήθεια της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία επικεντρώθηκε και πάλι στην υποβολή διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεων και η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολό της.

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.2.:

 

H παραπονούμενη μας δημιούργησε ισχυρή πεποίθηση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις στην περιγραφή των επίδικων θεμάτων. Έθεσε τους ισχυρισμούς της για τα επίδικα θέματα χωρίς οποιεσδήποτε αμφιταλαντεύσεις ως προς την ορθότητα τους, με επιμονή και συναισθηματική φόρτιση, η γνησιότητα των οποίων  διαφάνηκε έντονα κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε πάρα πολλά σημεία κατά την μαρτυρία της, ειδικότερα όταν αναφερόταν στα συμβάντα των επίδικων βιασμών, η παραπονούμενη έκλαιγε και ήταν εμφανέστατο ότι οι εξάρσεις αυτές ήταν γνήσιες και όχι προσποιητές, απόρροια της αναβίωσης τραυματικών για την ίδια εμπειριών.

 

Η εκδοχή της παραπονούμενης ότι ο λόγος που αποφάσισε να συγκατοικήσει  μαζί με το κατηγορούμενο σύζυγο της τη 2/2/25  ήταν για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά της, παρά τη κάκιστη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο και τα γενικότερα προβλήματα της οικογένειας, δεν έχει κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Όποια προβλήματα και αν είχαν, είναι κατανοητό  ότι οποιαδήποτε μητέρα θα ήθελε να εξεύρει τρόπο να είναι με τα παιδιά της. Η ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος εναντίον της στην υπόθεση […] (Τεκμήριο 23), δεν αναιρεί την εύλογη επιθυμία της να είναι με τα παιδιά της. Πόσον μάλλον η παραπονούμενη η οποία είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για την κατάσταση των παιδιών της. Η επιθυμία της να βρίσκεται με τα παιδία της  αποτελεί και ικανοποιητική εξήγηση, γιατί αποφάσισε να παραμείνει με την οικογένειά της μετά τον πρώτο ισχυριζόμενο βιασμό, την 7/2/25 στο ξενοδοχείο […] .

 

Εξετάζοντας τώρα, κατά πόσο ήταν αυθεντική  η  αναφορά της παραπονουμένης την 8/2/25 τόσο προς τις γυναίκες του ξενοδοχείου, όσο και προς την Αστυφύλακα Μ. Κτωρή (ΜΚ8) ότι  κτυπήθηκε από το κατηγορούμενο σύζυγο της, η απάντηση είναι θετική. Τα δε αποτελέσματα της ιατρική της εξέτασης την ίδια μέρα αργότερα από τον ιατρό Σιδηρόπουλο ΜΚ7 (βλ και την Έκθεση του τεκμήριο 53, αποτελούν υποστηρικτική μαρτυρία (Ποινική Έφεση Αρ. 10/2018 μεταξύ ΚΟΥΣΟΥΛΙΔΗΣ v Αστυνομία ημερ. 09.11.2018) των ισχυρισμών της παραπονουμένης ότι είχε κτυπηθεί. Μάλιστα ο ΜΚ7 της είχε συστήσει ενέσιμο diclofenac ως παυσίπονη αντιφλεγμονώδης ενδομυϊκή ένεση γιατί αυτό θα βοηθούσε το αιμάτωμα που είχε διαπιστώσει. Ενδυναμώνεται δε περαιτέρω η εκδοχή της παραπονουμένης ότι είχε κτυπηθεί την 8/2/25, απο τη μαρτυρία του Ιατροδικαστή Ορθοδόξου (ΜΚ10) ο οποίος την εξέτασε την 9/2/25 ( βλ. και την Έκθεση του τεκμήριο 57) και για τις πρόσφατες μικροεκχυμώσεις που διαπίστωσε στο αριστερό κάτω βλέφαρο, ανέφερε, κατα τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αυτές ήταν πρόσφατες δηλαδή εντός 24 ωρών απο το χρόνο που προκλήθηκαν. Τα υπόλοιπα ευρήματα αποσυνδέονται χρονικά του επίδικου περιστατικού εφόσον δεν προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.10 ότι αυτά προκλήθηκαν εντός 24ώρου.

 

Η παραπονούμενη έδωσε απόλυτα πειστική μαρτυρία και ως προς το πως δημιουργήθηκαν  οι κακώσεις  στο πρόσωπο της οι οποίες συνάδουν και με τις σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν:

 

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται απο την υπεράσπιση ότι, κατα το χρόνο του ισχυριζόμενου επεισοδίου ο κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με τη παραπονούμενη. Όμως δεν της υποβλήθηκε κατα την αντεξέταση της ότι η αιτία των συγκεκριμένων κακώσεων ήταν άλλη απο επίθεση (π.χ. μια πτώση). Δεν της υποβλήθηκε κατα την αντεξέταση της ότι οι συγκεκριμένες κακώσεις προϋπήρχαν.  Δεν της υποβλήθηκε κατα την αντεξέταση της ότι τυχόν τρίτο άτομο, είτε η ίδια, προκάλεσε τις συγκεκριμένες κακώσεις. Δεν της υποβλήθηκε καν ούτε θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει πως προκλήθηκαν. Σε αυτό σημείο επισημαίνουμε τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση ALEXANDRU NICOLAE MUNTEANU v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 219/2011 ημερ. 01.07.2013: ‘’ Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε. Λαμβάνει βεβαίως έτσι ένα κίνδυνο να μην αξιολογεί ορθά τη μαρτυρία που παρελαύνει ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώντας την, εσφαλμένα, ίσως, ως μη ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη.‘’ Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να τίθεται αντεξέταση σε ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας της παραπονουμένης (Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Αcuac Inc. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, Λ.Κ. v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 547, Σ.Α.Χ. v Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 71/2020 ημερ. 28.01.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23).

 

Επιπρόσθετα σε αυτό το σημείο θα ασχοληθούμε με τη θέση που διατυπώνεται στην αγόρευση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι  δεν εντοπίστηκαν τραυματισμοί που να συνάδουν με ισχυρισμούς βίας. Και πιο συγκεκριμένα, τίθεται η θέση ότι «Επαναλαμβανόμενα χτυπήματα ως η περιγραφή της παραπονουμένης δεν θα μπορούσαν να γίνουν ποτέ με βάση τα ευρήματα». Δεν συμφωνούμε. Καταρχήν  κακώσεις που  αποτυπώνονται  στις Εκθέσεις των ΜΚ7 και ΜΚ10 (τεκμήρια  53 και 57) ευρισκόμενες στο αριστερό άνω μέρος του προσώπου  συνάδουν με την εκδοχή της παραπονουμένης  ότι την κτυπούσε  «στην αριστερή πλευρά των μαλλιών μου και επίσης στο μέτωπο μου και πάνω στο αριστερό μου μάτι...». Η δε αναφορά της στη γραπτή καταθεση της ότι  «έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι μου για να το προστατεύσω» συνάδει με το ότι, σύμφωνα και με την ιατρική μαρτυρία των ΜΚ7 και ΜΚ10, οι κακώσεις τελικά δεν ήταν τόσο σοβαρές.

 

Επιπρόσθετα, προφανώς ο συνήγορος υπεράσπισης στηρίζει τη πιο πάνω θέση και στο εξής απόσπασμα απο την αντεξέταση του ΜΚ7:

 

«E.       Από την εμπειρία σας εάν ένας ασθενής με αναφερόμενο ξυλοδαρμό δεχόταν επαναλαμβανόμενα κτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα θα εμφανιζόταν με αυτά τα ευρήματα;

A.         Αν ήταν επαναλαμβανόμενα όχι, θα ήταν όπως το ουράνιο τόξο. Θα έβλεπα πρόσφατα, θα έβλεπα πιο παλιά, δεν θα ήταν όλα με μελανό σημείο. Αν ήταν επαναλαμβανόμενα με την πάροδο του χρόνου αυτό που αναφέρει για ξυλοδαρμό ήταν να βρω και αιματώματα μελανού χρώματος, ήταν να βρω και πιο γαλάζια, ήταν να βρω και κιτρινωπά σημεία. Σημαίνει ήταν αυτό για εμένα να με θορυβήσει ότι κάτι συμβαίνει στην υγεία ή κάτι άλλο, δηλαδή ήταν σε εμένα να με προβληματίσει ότι έχει και άλλα σημεία, έτσι, τα οποία ίσως να τα κατέγραφα, ίσως και όχι. Γιατί σαν επείγον θα ασχοληθώ με το τώρα, όχι αν έπεσε από τη σκάλα ή αν σφουγγάριζε και έπεσε κάτω και είχε αιμάτωμα ενός μηνός. Είναι επείγοντα. Εκεί ασχολούμαστε με το επείγον, το τώρα.»

 

Είναι όμως εμφανέστατο ότι  η ερώτηση για επαναλαμβανόμενα κτυπήματα αφορούσε κτυπήματα που τυχόν επιφέρονται κατεπανάλειψη σε βάθος χρόνου. Για αυτό και η χαρακτηριστική αναφορά του «..θα ήταν όπως το ουράνιο τόξο . θα έβλεπα πρόσφατα, θα έβλεπα πιο παλιά, δεν θα ήταν όλα με μελανό σημείο..»

 

(η εμφάνιση γίνεται από το Δικαστήριο)

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης διαπιστώνομε ότι οι αναφορές ότι την 8/2/25 ο κατηγορούμενος την κτύπησε, κάτι που ανέφερε στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και στην ΜΚ8 αμέσως όταν την είδε, είναι γνήσιες.

 

Εξετάζοντας τώρα την πτυχή της καθυστερημένης αναφοράς για τους ισχυριζόμενους βιασμούς όπως την αναδεικνύει η πλευρά της υπεράσπισης: Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, η παραπονούμενη αναφέρθηκε για πρώτη φορά για βιασμό από τον κατηγορούμενο την 8/2/25 στην Αστυφύλακα 2054 Μαριλένα Κτωρή (ΜΚ8) μετά και από την ιατρική εξέταση της από τον ιατρό Σιδηρόπουλο (ΜΚ7) όταν επέστρεψαν στον Αστυνομικό σταθμό. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι ντράπηκε λόγω της παρουσίας άλλου άνδρα στο χώρο για αυτό και δεν το ανέφερε στην αστυφύλακα ενωρίτερα. Κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης τέθηκαν ερωτήματα ως προς το γιατί δεν ανάφερε για βιασμό προηγουμένως αλλά μόνο ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε, δηλαδή είτε αμέσως μετά το ισχυριζόμενο συμβάν στο ξενοδοχείο [..]  στις αναφερόμενες […], […], […], είτε όταν η παραπονούμενη πρωτοέφθασε την ίδια μέρα στον Αστυνομικό Σταθμό και συνάντησε για πρώτη  φορά την εν λόγω Αστυφύλακα (ΜΚ8).

 

Η συμπεριφορά αυτή της παραπονουμένης δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της στην απόρριψη της εκδοχής της για τους ισχυριζόμενους βιασμούς. Έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις:  Σύμφωνα με την εκδοχή της  η ισχυριζόμενη  πράξη του κατηγορουμένου που πυροδότησε τη φυγή της την 8/2/25 από το δωμάτιο του […] και την επακόλουθη καταγγελία, ήταν η  ισχυριζόμενη έναρξη κτυπημάτων της από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια του ισχυριζόμενου βιασμού. Σε σχέση με αυτή τη πτυχή  εξήγησε  ότι μόλις βγήκε από το δωμάτιο ένιωθε πόνο από τα κτυπήματα  και  ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε. Δεν παραγνωρίζουμε ότι, όταν ρωτήθηκε αρχικά από τον συνήγορο υπεράσπισης γιατί δεν ανέφερε στις τρείς γυναίκες που βρίσκονταν στο ξενοδοχείο ότι ο κατηγορούμενος την βίασε, η παραπονούμενη, ούσα εμφανώς αναστατωμένη στο σημείο εκείνο της μαρτυρίας της, είπε ότι το είχε αναφέρει στις τρείς γυναίκες, διευκρινίζοντας μετά από σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος της είχε κάνει ‘’άσχημα πράγματα’’. Αφού μεσολάβησε κάποιο διάλλειμα η παραπονούμενη λόγω της αναστάτωσης και του άγχους που ένοιωθε, απάντησε τελικά ότι δεν είχε αναφέρει στις τρείς γυναίκες ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει εξηγώντας ότι εκείνη την ώρα ένοιωθε πόνους λόγο των κτυπημάτων που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Επικεντρώθηκε στο να εκφράσει το παράπονο της σε σχέση με τα κτυπήματα τα οποία ήταν και εκείνα που φαίνεται να πυροδότησαν την απόφαση της να αντιδράσει και να προχωρήσει με την καταγγελία εκείνη την ημέρα. Υπήρξε πειστική στην εξήγηση της αυτή. Εξάλλου εάν το όλο περιστατικό αποτελούσε μια κατασκευασμένη εκδοχή από μέρους της με σκοπό να πλήξει τον κατηγορούμενο, τότε θα αναμένετο λογικά να αναφερθεί εξ αρχής σε βιασμό στις γυναίκες που βρίσκονταν στο ξενοδοχείο. Ήταν εμφανές ότι μόλις η παραπονούμενη ηρέμησε, κατ εκείνο τον χρόνο της ακρόασης, παρείχε τις απαραίτητες εξηγήσεις διορθώνοντας το μεμονωμένο αυτό ολίσθημα, χωρίς να δείχνει οποιαδήποτε διάθεση να επιμένει σε μια εκδοχή η οποία δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα.  

 

Η δε αναφορά της ότι όταν συνάντησε στην αστυνομία για πρώτη φορά την ΜΚ8  δεν ήταν μόνη της αλλά ήταν με άντρα αστυνομικό και άρα ντράπηκε να το πει, επιβεβαιώνεται (δηλαδή ότι εκεί βρισκόταν και άντρας αστυνομικός) και από τη μαρτυρία της ΜΚ8  η οποία κατά την ανεξέταστή της ανάφερε ότι «..τη πρώτη φορά που ήρθε η παραπονούμενη ήταν ακόμα ένας συνάδελφος μαζί μου στο γραφείο.  Έχει δυο γραφεία μέσα και καθόμασταν από ένα γραφείο και ήταν και ο συνάδελφος μαζί μου.» Ακολούθως όπως αναφέρει η ΜΚ8 στην κατάθεση της (Τεκμήριο 54) και κατά τη διαδρομή τους στο Νοσοκομείο, μαζί τους ήταν και ο Αστυφύλακας 3731. Όπως δε προκύπτει από τη κατάθεση της ΜΚ8 (Τεκμήριο 54), όταν τη ρώτησε την ίδια μέρα αργότερα γιατί δεν της είπε για βιασμό  από την αρχή, η παραπονούμενη της απάντησε ότι τούτο οφειλόταν στην ντροπή που ένοιωθε.

 

Η πλευρά της υπεράσπισης επιχειρηματολογεί ότι η παραπονούμενη προβάλλει απίθανα σενάρια. Συγκεκριμένα επισημαίνει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ότι οι δύο αναφερόμενοι βιασμοί διαπράχθηκαν κατ’ ισχυρισμόν σε χώρους όπου και στις δύο περιπτώσεις κοιμόταν πλησίον τους  ο μικρός γιος τους και (σύμφωνα με την υπεράσπιση) κάτω από απολύτως πανομοιότυπες συνθήκες. Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης, επισημαίνομε τα εξής: Κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός για τη παρουσία του παιδιού που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο κατά τα ισχυριζόμενα περιστατικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, αξιολογείται υπό το φως των  αδιαμφησβήτητα κακών και δύσκολων οικογενειακών  περιστάσεων διαβίωσης που διαφάνηκε μέσα απο το σύνολο της μαρτυρίας. Έχουν αναφερθεί από την λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών του Γραφείου Ευημερίας Πάφου Μαρία Λουκά (ΜΚ13), η  μαρτυρία της οποίας παρέμεινε  αδιαμφησβήτητη, οι ακραίες καταστάσεις διαβίωσης των καταταλαιπωρημένων παιδιών εκείνη την περίοδο. Οπότε και οι εξηγήσεις της παραπονουμένης ότι το μικρό παιδί δυσκολευόταν να κοιμηθεί τη νύκτα με αποτέλεσμα να κοιμάται βαθιά την ημέρα και μάλιστα ενώ γινόντουσαν τα κατ’ ισχυρισμόν επεισόδια βιασμού, είναι αληθοφανείς, υπό τις περιστάσεις και δεν μπορούν να απορριφθούν. Ειδικότερα στο μεν πρώτο  ισχυριζόμενο επεισόδιο, δεν υπήρξαν φωνές σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονουμένης, κάτι που υποστηρίζει την εκδοχή της για το ότι κα’ ισχυρισμόν το παιδί δεν ξύπνησε . Στο δε δεύτερο επεισόδιο όπου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονουμένης ήταν βίαιο και θορυβώδες, οι απαντήσεις της παραπονούμενης ως προς το κατά πόσο ξύπνησε το παιδί κατά την διάρκεια του εν λόγω ισχυριζόμενου  επεισοδίου, ήταν   εύλογες, ανεπιτήδευτες και πειστικές.

 

Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα απο την αντεξέταση της:     

 

«E.       Γνωρίζεις εάν ο […] παρουσίασε οποιανδήποτε αντίδραση ή κίνηση εκείνη τη στιγμή;

A.         Με κτυπούσε επιθετικά, με κτυπούσε επιθετικά, εγώ κρατούσα το κεφάλι μου για να μην με κτυπά. Πώς θα μπορούσα να αντιληφθώ;

E.         Υπήρχε οποιοσδήποτε ήχος, φωνή ή κίνηση που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον [….];

………………………………………………………………………………………………

(Κλαίει η μάρτυρας)

Η μάρτυρας συνεχίζει:

 

A.       Δεν νομίζω, κοιμάτουν βαθιά.»

 

Όσο αφορά τώρα τη θέση της υπεράσπισης για πανομοιότυπη περιγραφή των δύο ισχυριζόμενων βιασμών κατά τρόπο που να αποκαλύπτει ότι η παραπονούμενη ψεύδεται, επισημαίνομε τα εξής:  Κατ΄ αρχήν  το πανομοιότυπο της  περιγραφής  τυχόν πανομοιότυπων  περιστάσεων δύο  ισχυριζόμενων βιασμών από το ίδιο πρόσωπο εναντίον ίδιου φερόμενου θύματος, δεν οδηγεί από μόνο του  αυτόματα σε συμπέρασμα ότι η περιγραφή είναι ψευδής. Εξηγούμε τη σκέψη μας:  Ως θέμα κοινής λογικής μπορούμε  να πούμε ότι όπου υπάρχουν κοινά βασικά σημεία, (π.χ. ίδιος φερόμενος θύτης, ίδιο φερόμενο θύμα, συγκατοίκηση  μεταξύ τους και στις δύο περιπτώσεις κλπ), ο ισχυρισμός του φερόμενου θύματος ότι έχει υποστεί δύο βιασμούς από το ίδιο πρόσωπο κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν εκφεύγει της λογικής με αναφορά στο πανομοιότυπο των ισχυριζόμενων περιστατικών, αφού τα κοινά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο  για δύο  πανομοιότυπα διαφορετικά σε χρόνο περιστατικά.

 

Αλλά σε κάθε περίπτωση, στα υπό εξέταση δύο  ισχυριζόμενα  περιστατικά βιασμών, η περιγραφή της παραπονουμένης, έχει μεν κάποια κοινά στοιχεία, δεν ήταν όμως  καθόλου, αντιγραφική. Αντίθετα κατα τον πρώτο ισχυριζόμενο βιασμό την 5/2/25, η παραπονούμενη κατά τρόπο μάλιστα που υποδεικνύει ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια για τα επίδικα θέματα, επεσήμανε ότι η ίδια δεν  αντιστάθηκε στην ισχυριζόμενη σεξουαλική συνεύρεση με τον κατηγορούμενο, επί της ουσίας αποδέχτηκε την συνουσία παρά τη θέλησή της προκειμένου να αποτρέψει εντάσεις ή έξαρση θυμού του κατηγορούμενου, σε αντίθεση με το δεύτερο ισχυριζόμενο περιστατικό. Επιπρόσθετα κατά την περιγραφή του εν λόγω περιγραφομενου πρώτου  περιστατικού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε μέσα της «αλλά τελείωσε στο πάτωμα και μετά σκούπισε το σπέρμα του, που έπεσε στο πάτωμα, με χαρτί τουαλέτας» κάτι που δεν ισχυρίστηκε ότι συνέβηκε στον δεύτερο ισχυριζόμενο βιασμό.

 

Στρεφόμαστε τώρα σε ένα άλλο σημείο: H υπεράσπιση υπονοεί ότι δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την νοητική κατάσταση της παραπονουμένης κατά τον επίδικο χρόνο ώστε να δημιουργηθούν αμφιβολίες για την ορθότητα των καταγγελιών της. Πιο συγκεκριμένα στην αγόρευση (σελίδες 5-7) εκ μέρους της υπεράσπισης, ως μέρος της επιχειρηματολογίας  ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης έχει κλονιστεί, τίθεται η θέση ότι λέχθηκαν τα εξής κρίσιμα  για την υπεράσπιση:

 

Από τον ΜΚ10 ότι: ΄΄Η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε ότι πάσχει απο σχιζοφρένεια’’ και ότι η ΄΄Ιδια λαμβάνει ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή΄΄ και από τον ΜΚ11 ότι:

‘’1 Η παραπονούμενη βρέθηκε θετική σε ναρκωτικές ουσίες

2 Σε συνδυασμό με το αλκοολ επιφέρουν επιδείνωση συμπτωμάτων

3Η παραπονούμενη εμπίπτει στην κατηγορία ψυχοπαθητικές καταστάσεις- τεκμ 62, σελ 655, πίνακας ΙΕ29’’

 

Έχουμε εξετάσει την πιο πάνω πτυχή  όμως δεν συμφωνούμε  με την όλη προσέγγιση της υπεράσπισης. Εξηγούμε:

 

 Ερωτώμενος  ο  ΜΚ10  κατά την αντεξέταση κατά πόσο η παραπονούμενη του εξήγησε το λόγο που λαμβάνει τη ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή που καταγράφει στην Έκθεση του (τεκμήριο 57),  ο μάρτυρας απάντησε ότι η παραπονούμενη  του είχε αναφέρει «σχιζοφρένεια», διευκρινίζοντας όμως ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σίγουρη σε σχέση με αυτό.  Μάλιστα  γι αυτό το λόγο ο ΜΚ10 θεώρησε ορθό όπως μη το καταγράψει  ως μέρος του ιατρικού ιστορικού της. Επομένως θα ήταν εντελώς ατεκμηρίωτο στην βάση της ενώπιον μας μαρτυρίας  να  καταλήγαμε ότι η παραπονούμενη έπασχε κατά τον ουσιώδη χρόνο απο σχιζοφρένεια.

 

Αλλά ούτε και είναι ακριβής η πιο  πάνω αναφορά στην αγόρευση ότι ΄΄η παραπονούμενη βρέθηκε θετική σε ναρκωτικές ουσίες΄΄. Εκείνο που προκύπτει απο τη μαρτυρία του ΜΚ 11 είναι ότι η ανίχνευση του m-CPP στο αίμα και στα ούρα της παραπονουμένης ως η Έκθεση  τεκμήριο 59, είναι ότι το m-CPP  είναι ενεργός μεταβολήτης της τραζοδόνης, ουσία η οποία επίσης ανιχνεύτηκε στο αίμα και στα ούρα της παραπονούμενης. Όπως εξήγησε ο ΜΚ11  η τραζοδόνη είναι αντικαταθληπτικό. Ναι μεν,   με βάση το παράρτημα της εν λόγω Έκθεσης  το m-CCP ανήκει  στην ομάδα ναρκωτικών, αλλά όπως εξήγησε  ο ΜΚ11, κατά την αντεξέταση του, εκτός του ότι η τραζοδόνη μεταβολίζεται  σε ουσία  m-CCP, το m-CCP’επίσης χρησιμοποιείται σαν ναρκωτική ουσία από μόνη της κάποιες φορές΄΄. Μάλιστα σε ερωτήσεις κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση,  να λήφθηκε μόνη της η ουσία m-CPP  ο μάρτυρας απάντησε  ότι τέτοια πιθανότητα είναι πολύ απομακρυσμένη  αφού στη προκειμένη περίπτωση υπάρχει τραζοδόνη. Αλλά και ναρκωτική ουσία να λάμβανε η παραπονούμενη, τούτο δεν θα οδηγούσε αυτόματα στην συγκεκριμένη περίπτωση συνυπολογίζοντας όλους τους παράγοντες, σε κλονισμό της μαρτυρίας της, ούτε έχει συσχετιστεί η τυχόν ύπαρξη ναρκωτικής ουσίας με το αξιόπιστο η όχι της εκδοχής της παραπονούμενης.

Ούτε και είναι ορθή η αναφορά στην αγόρευση ότι  ο ΜΚ 11 υποστήριξε ότι η παραπονούμενη εμπίπτει στη κατηγορία των ψυχοπαθητικών καταστάσεων με αναφορά  στο τεκμήριο 62. Η συγκεκριμένη αναφορά στο τεκμήριο 62 αφορά το χρόνιο αλκοολισμό και ουδεμία μαρτυρία είτε υποβολή τέθηκε στη παραπονούμενη ότι πάσχει από χρόνιο αλκοολισμό.

 

Καταληκτικά είναι σημαντικό να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο, ότι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής που έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και είχαν μιλήσει με την παραπονούμενη από τις 08.02.2025 και μεταγενέστερα, δεν ανέφεραν ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα συνεννόησης με την παραπονούμενη ή αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά κατά τις επαφές τους μαζί της (πέραν της αναστατωμένης κατάστασης στην οποία βρισκόταν). Ούτε και διαπιστώσαμε κάτι τέτοιο, είτε από το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία τότε, είτε παρατηρώντας τον τρόπο που με διαύγεια κατέθεσε και περιέγραφε τα επίδικα περιστατικά κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον μας. Αντίθετα, θυμωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη μεν, η παραπονούμενη υποστήριξε με σταθερότητα την εκδοχή της, η οποία είχε λογική συνοχή, με λόγο σαφή και λεπτομερή. Παρεμβάλλεται ότι η νοσηλεία της στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας δεν συσχετίζεται χρονικά με το επίδικο περιστατικό εφόσον αυτό έλαβε χώρα ένα χρόνο πριν. Παρατηρώντας την παραπονούμενη στο εδώλιο του μάρτυρα, διαπίστωσή μας είναι ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη της όποιας ψυχικής πάθησης της παραπονούμενης, δεν επηρέασε τη δυνατότητα της να αντιληφθεί με διαύγεια και να παραθέσει με σαφήνεια τα γεγονότα ως η ίδια τα βίωσε.

 

Ερχόμαστε τώρα σε ένα άλλο σημείο: Κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης τέθηκε υποβολή  ότι ο λόγος που έκανε αυτές τις καταγγελίες ΄΄είναι για να εκδικηθείς τον [….]  και να πάρεις εσύ τα μωρά μόνη σου΄΄. Η αναφορά στα παιδιά εμφανώς παραπέμπει στην προ ημερών έκδοση του προσωρινού διατάγματος εναντίον της στο πλαίσιο της υπόθεσης […], βάσει του οποίου απαγορευόταν στην παραπονούμενη να πλησιάζει τα παιδιά της, κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε εναντίον της από τον κατηγορούμενο, ενεργώντας εκ μέρους των παιδιών. Παρόλο που δεν τέθηκε μαρτυρία ότι το εν λόγω διάταγμα της είχε επιδοθεί, ως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης, αυτό ήταν εις γνώση της. Αναφύεται, λοιπόν, ως η θέση της Υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη είχε κίνητρο να καταγγείλει ψευδώς τον κατηγορούμενο στην αστυνομία ώστε να λάβει εκείνη την μέριμνα των παιδιών.

 

Εξετάζομε με προσοχή τη θέση αυτή για τυχόν ύπαρξη εκδικητικού  κινήτρου στις επίδικες  κατηγορίες της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορουμένου,  έχοντας υπόψιν ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης είναι η πλέον σημαντική και καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης.  

 

Έχουμε κατά νου τη ιδιαιτερότητα των εμφανέστατα  δύσκολων  σχέσεων παραπονούμενης - κατηγορουμένου περιλαμβανομένου και του γεγονότος ότι , όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη θεωρούσε υπαίτιο τον κατηγορούμενο για το γεγονός ότι  τα παιδιά τους κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν με τον κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο […] ενώ η ίδια διέμενε μόνη της στο Ξενοδοχείο […].  Έχουμε συνάμα κατά νου, ότι η παραπονούμενη δεν κατήγγειλε ευθύς αμέσως τους επίδικους βιασμούς, εφόσον η πρώτη της καταγγελία αφορούσε την επίδικη επίθεση.

 

Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, η αρχή της νομολογίας μας, ότι μαρτυρία προσώπου που έχει συμφέρον στην υπόθεση ή αποκομίζει όφελος γενικότερα ή που διέπεται από αλλότρια κίνητρα θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή, περισυλλογή και περίσκεψη, αλλά χωρίς προκατάληψη οποιασδήποτε μορφής. Παράλληλα με τα πιο πάνω, θα πρέπει ως ζήτημα πρακτικής να προειδοποιήσουμε τους εαυτούς μας για τους εγγενείς κινδύνους καταδίκης στη βάση της μαρτυρίας τέτοιου προσώπου, ιδιαίτερα αν τούτη αποτελεί, όπως και στην περίπτωση μας, τη μοναδική ή ουσιωδώς σημαντική από απόψεως ενοχοποιητικής ποιότητας μαρτυρίας εναντίον του κατηγορούμενου (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, 2014 σελ. 549). 

 

Αποτελεί πεποίθησή μας ότι οι αιτιάσεις της  παραπονουμένης δεν ήταν καθοδηγούμενες από εκδικητικό κίνητρο, ούτε από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Εξάλλου η κράτηση ή  φυλάκιση του κατηγορουμένου συνεπεία των καταγγελιών,  λογικά δεν θα έφερνε τα παιδιά κοντά της, αφού το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον της στην υπόθεση […] και το οποίο δεν της επέτρεπε να τα  πλησιάζει, βρισκόταν σε ισχύ. Αντιθέτως, η υποβολή της καταγγελίας αναπόφευκτα θα διατάρασσε τις λεπτές οικογενειακές ισορροπίες που οι δυο τους επιχείρησαν να κρατήσουν, προκειμένου να βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους και, ενόψει του εν ισχύ διατάγματος απομάκρυνσης από τα παιδιά της που εκδόθηκε εναντίον της (και φαίνεται να καταστρατηγήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου) θα οδηγούσε αναπόφευκτα στον εκ νέου διαχωρισμό της παραπονούμενης από αυτά, κάτι το οποίο η παραπονούμενη εμφανώς δεν επιθυμούσε. Επιπρόσθετα αν το κίνητρο της ήταν εκδικητικό και κατ’ επέκταση εάν η εκδοχή της ήταν «κατασκευασμένη», θα μπορούσε να προχωρούσε στην υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία νωρίτερα, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσουν τόσες μέρες κοινής διαμονής και μετακόμισης από το ένα ξενοδοχείο στο άλλο.

 

Αλλά είναι και κάτι άλλο: Προκύπτει αβίαστα, ότι η παραπονούμενη δεν θυμήθηκε ξαφνικά κατά την παραμονή της στο ξενοδοχείο […] να προσποιηθεί την αναστατωμένη και να τρέξει στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου. Έχουμε εξηγήσει γιατί θεωρούμε με βεβαιότητα ότι η κίνηση της αυτή ήταν απολύτως αυθεντική.  Έχοντας ως στέρεο υπόβαθρο την αυθεντικότητα της αρχικής αυτής κίνησης, το ενδεχόμενο να επινόησε ενόσω ήδη πλέον βρισκόταν στην αστυνομία, δυο περιστατικά βιασμών, με τη λεπτομέρεια που το έπραξε, προβάλλει ως εξαιρετικά απομακρυσμένο. Εξάλλου, εάν είχε σκοπό να καταγγείλει τον κατηγορούμενο ψευδώς για δύο βιασμούς, ως μέσον εκδίκησης εναντίον του κατηγορούμενου, η λογική επιτάσσει ότι θα το έπραττε από την αρχή και δεν θα το αποκάλυπτε μόνο όταν θα βρισκόταν πλέον μόνη της με την Μ.Κ.8.

 

Αποτέλεσε κεντρική γραμμή της μαρτυρίας της παραπονούμενης ότι από τις 02.02.2025 αποφάσισε να κάνει προσπάθεια να συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο ενόψει της έγνοιας της για τα παιδιά της. Αυτή η εκδοχή της ενδυναμώνει και δικαιολογεί την θέση της ότι παρά κατά την ίδια μεμπτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο ξενοδοχείο […] την 05.02.2025, εντούτοις ακολούθησε τον κατηγορούμενο μαζί με τα παιδιά του στο ξενοδοχείο [….]. Ως αναφέραμε και πιο πάνω για τους λόγους που εξηγήσαμε η παραπονούμενη έπεισε για το γνήσιο αυτής της θέσης της. Πριν βέβαια καταλήξουμε στην αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης της παραπονουμένης αλλά και σφαιρικά του συνόλου της μαρτυρίας της, έχουμε αξιολογήσει και την μαρτυρία του […] (ΜΥ2) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του κατανάλωνε υπερβολικό ποτό και μεταξύ άλλων ήταν βίαιη και αδιάφορη έναντι του ιδίου και του αδελφού του. Σύμφωνα με την υπεράσπιση η μαρτυρία του […] αποδομεί το αφήγημα της παραπονούμενης ότι αυτή είχε προτεραιότητα τα παιδιά της (με ότι συνέπειες αυτό μπορεί να έχει στις καταγγελίες της), όμως πέραν του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί για βίαιη συμπεριφορά έναντι των παιδιών της δεν έχουν συγκεκριμένα τεθεί κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης, δεν είναι και άμεσα επίδικοι. Αλλά ακόμα και έτσι να ήταν, τούτο και πάλι δεν θεωρούμε ότι θα κλόνιζε την εύλογη επιθυμία της μητέρας να είναι κοντά στα παιδιά της όπως συγκεκριμένα διαπιστώσαμε ότι έτσι ήταν η επιθυμία της, παρακολουθώντας τον τρόπο που αναφερόταν σε αυτά κατά την ακρόαση.  

 

Επιπρόσθετα η πλευρά της Υπεράσπισης, όπως διατυπώνεται στην τελική αγόρευση, θεωρεί ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 έρχεται να κλονίσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης και από το γεγονός ότι ο μάρτυρας ανάφερε ότι η φόρμα (τεκμήριο 16) είναι δική του. Πρόκειται ίσως για τον μόνο σχετικό με τα επίδικα θέματα ισχυρισμό που προέβαλε ο Μ.Υ.2, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε σε γενική περιγραφή των σχέσεων του μαζί με κάθε έναν από τους γονείς του, χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να παραθέσει οτιδήποτε σχετικό ειδικά σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Επισημαίνουμε όμως ότι κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης, δεν τέθηκε σε αυτή σχετική υποβολή σε σχέση με το κατά πόσο φορούσε όντως τη συγκεκριμένη φόρμα ή όχι, ή κατά πόσο αυτή άνηκε στην ίδια ή τον Μ.Κ.2 και επομένως, δεν της ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί αυτού. Έχοντας υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το όλο ζήτημα δεν μπορεί να αναχθεί ως ουσιώδες, ούτε έχει τη δυναμική να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονούμενης ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι η συγκεκριμένη φόρμα του ανήκει, δεν αναιρεί, δίχως άλλο, και τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι φόρεσε, μεταξύ άλλων, και τη συγκεκριμένη φόρμα, όταν αναστατωμένη και φωνάζοντας, ντύθηκε και έφυγε βιαστικά από το δωμάτιο για να μεταβεί στην κουζίνα του ξενοδοχείου και έπειτα στην αστυνομία.

 

Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Υ.2, στο βαθμό που άπτεται των επίδικων γεγονότων, ουδόλως κλονίζει την μαρτυρία της παραπονουμένης.

 

Περαιτέρω, η πλευρά της υπεράσπισης επισημαίνει μεταξύ άλλων  ότι η παραπονούμενη δεν αναγνώρισε κατά την ακρόαση  το μαύρο εσώρουχο τεκμήριο 17 το οποίο είχε παραληφθεί από την αστυνομία  από το δωμάτιο του ξενοδοχείου […]. Πράγματι, έτσι συνέβη κατά την ακρόαση. Όμως τούτο ακριβώς αποτελεί ακόμη μια ένδειξη της ειλικρίνειας της και του ανεπιτήδευτου τρόπου που κατέθετε στο Δικαστήριο. Παρακολουθώντας την  κατά την ακροαματική διαδικασία, διαπιστώσαμε ότι δεν επιχειρούσε να απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις κατά τρόπο που πάντα   να βόλευε την εκδοχή της.  Η υπεράσπιση  επίσης επιχειρηματολογεί  πως    το γεγονός ότι κατά την ακρόαση παρουσιάστηκε σχισμένος  ο φάκελος στο Δικαστήριο εντός του οποίου υπήρχε το εν λόγω εσώρουχο, δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής αφού  θα μπορούσε κάποιος να επέμβει στο τεκμήριο.     Όμως στη προκειμένη περίπτωση, ούτε η μη αναγνώριση του τεκμηρίου 17 από την παραπονούμενη κλονίζει την εκδοχή της , ούτε ο σχισμένος φάκελος. Χρειάζεται δε να τονιστεί  ότι θα ήταν ακροσφαλές αν  το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου που βρέθηκε στα διάφορα τεκμήρια  λαμβανόταν υπόψιν  έστω ως  υποστηρικτική μαρτυρία των επίμαχων  ισχυρισμών της παραπονουμένης αφού, εφόσον συζούσαν στον περιορισμένο εκείνο χώρο, τέτοιο γενετικό υλικό του κατηγορουμένου θα μπορούσε να εναποτεθεί στα ενδύματα της παραπονούμενης ανεξαρτήτως  της επίδικης μεμπτής δράσης του κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν δίδεται βαρύτητα από το Δικαστήριο σε αυτό το ζήτημα. Ομοίως ως εξήγησαν οι ΜΚ10 και ΜΚ12 κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο, η απουσία εξωτερικών κακώσεων στο σώμα της κατηγορούμενης (στην περιοχή των γενετικών οργάνων), καθώς και ο μη εντοπισμός σπερματικών κυττάρων και/ή σπερματικών ουσιών και/ή γενετικού υλικού ανδρικής προέλευσης εξωτερικά και εσωτερικά του κόλπου της παραπονούμενης, δεν αναιρεί τον ισχυρισμό περί βιασμού ή διείσδυσης του πέους του κατηγορούμενου αντίστοιχα, και άρα δεν προσκρούει στην εκδοχή της παραπονούμενης (βλ. Πάρης Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας ημερ. 05.11.2025, Ποινική Έφεση 276/2022)

 

Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση, τέθηκε στη παραπονούμενη ότι από την κατάθεση της απουσιάζουν διάφορα σημεία στα οποία αναφέρθηκε κατά την ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου: Ενδεικτικά, η μάρτυρας εξήγησε ότι  στη κατάθεση της στην αστυνομία, επικεντρώθηκε στο να περιγράψει τα όσα της είχαν συμβεί σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Για παράδειγμα, σε σχέση με το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση το που βρίσκονταν τα παιδιά της κατά τον επίδικο χρόνο, η παραπονούμενη εξήγησε ότι, όταν έδινε κατάθεση, επικεντρώθηκε στο να περιγράψει τα επίδικα περιστατικά και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν επιθυμούσε να μπλέξει τα παιδιά της στην όλη υπόθεση. Εξάλλου, δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην κατάθεση της στην αστυνομία σε σχέση με αυτό το ζήτημα το οποίο να έρχεται σε αντίθεση με τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σε σχετική υποβολή, απάντησε «Συνέβησαν.  Δεν θέλω να μπλέξω τα παιδιά σε όλα αυτά τα πράγματα, ούτε για το καλό μου εμένα, ούτε για το καλό του […].  Μπορείς να πιστέψεις ή να μην πιστέψεις, δεν με νοιάζει πλέον.». Σε σχέση δε με το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το δάκτυλο του για να της αφαιρέσει το ταμπόν από τον κόλπο της, στις 05.02.25, και αντί αυτού της το «μετακίνησε», κρίνουμε ότι δεν θα αναμένετο κατ’ ανάγκη να εισέρθει σε τέτοιας έκτασης λεπτομέρειες κατά την κατάθεση της στην Αστυνομία εφόσον μάλιστα επί της ουσίας η περιγραφή που έδωσε αποδίδει το ίδιο νόημα με αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο.

 

Εξετάζοντας σφαιρικά τη μαρτυρία της παραπονούμενης, διαπιστώνουμε ότι η ίδια παρέθεσε κατά τη λήψη κατάθεσής της από την αστυνομία, σε ικανοποιητικό βαθμό τον κεντρικό πυρήνα του παραπόνου της, χωρίς η μη παράθεση οποιωνδήποτε περαιτέρω λεπτομερειών ή επεξηγήσεων στην αστυνομία, περιλαμβανομένων των όσων υποδείχθηκαν από την Υπεράσπιση, να κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, ως ουσιώδης ή ως στοιχείο που τείνει να καταδείξει ότι η ίδια δεν λέει την αλήθεια. 

 

Καταλήγοντας, η παραπονούμενη κατέθεσε με φυσικότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο στο Δικαστήριο, είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει λεπτομέρειες ως προς την αλληλουχία των γεγονότων, με λογική συνοχή και αληθοφάνεια, παρέμεινε αταλάντευτη στην εκδοχή της, χωρίς οπισθοχωρήσεις, ουσιώδεις αντιφάσεις ή υπεκφυγές με αποτέλεσμα να εμπνέει βεβαιότητα ότι αυτά που περιέγραφε αποτελούσαν όντως τα βιώματά της.

 

Έχοντας λοιπόν εξετάσει την μαρτυρία της παραπονούμενης με την απαιτούμενη προσοχή, αντιλαμβανόμενοι τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τυχόν αποδοχή της στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας, είμαστε βέβαιοι ότι τα γεγονότα που έχει παραθέσει αντικατοπτρίζουν την αλήθεια και την αποδεχόμαστε, χωρίς δισταγμούς ή επιφυλάξεις.

 

Όπως εξηγήσαμε και πιο πάνω εξάλλου, δεν υφίσταται, βάσει των σχετικών νομοθετημάτων, στην προκειμένη περίπτωση υποχρέωση αναζήτησης ή εντοπισμού ενισχυτικής μαρτυρίας ως προϋπόθεση για την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε σχέση με σεξουαλικής φύσεως αδικήματα. 

 

Σε σχέση όμως με τις κατηγορίες 9, 10, 13 και 14, οι οποίες βασίζονται μεταξύ άλλων στον Νόμο 119(Ι)/2000, ενόψει του άρθρου 16 του συγκεκριμένου νόμου (βλ. Ποινική Έφεση 119/2020 ημερ. 16.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B147) για να είναι δυνατή τυχόν καταδίκη στις συγκεκριμένες κατηγορίες, το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει πρώτα ενισχυτική μαρτυρία και μόνο στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία της παραπονούμενης και να προχωρήσει σε καταδίκη. Εξετάζοντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, παρατηρούμε, αρχικά ότι δεν φαίνεται να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τις κατηγορίες 13 και 14, επομένως δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω απασχόλησής με αυτό το ζήτημα. Σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία 9, δεν εντοπίζεται ενισχυτική μαρτυρία των όσων ισχυρίστηκε η παραπονούμενη. Εντούτοις, για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, νιώθουμε βέβαιοι ότι τα όσα σχετικά ανέφερε αντικατοπτρίζουν την αλήθεια και αποδεχόμαστε την σχετική πτυχή της μαρτυρίας της, ακόμη και εάν αυτή δεν λαμβάνει ενίσχυση. Αυτά εξάλλου συμπλέκονται και με τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τους επίδικους βιασμούς.

 

Το ίδιο βέβαιοι για την αλήθεια των ισχυρισμών της παραπονούμενης νιώθουμε και σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία 10, και θα είμασταν διατεθειμένοι να την αποδεχτούμε, ακόμη και χωρίς ενίσχυση. Όμως, σε σχέση με αυτή την κατηγορία, παρατηρούμε ότι εντοπίζεται στο μαρτυρικό υλικό, ενισχυτική μαρτυρία, υπό τη μορφή άμεσου παραπόνου.

 

Παρεμβάλλεται ότι το άμεσο ή πρώτο παράπονο του θύματος προς τρίτο πρόσωπο αποτελεί κλασική μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας.  Για να γίνει αποδεκτό ένα παράπονο προς ενίσχυση υφιστάμενης αξιόπιστης μαρτυρίας πρέπει: (α) το παράπονο ή η δήλωση να έγινε λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υπόθεσης, αμέσως μετά την διάπραξη του αδικήματος, και (β) το παράπονο πρέπει να έγινε προς το πρώτο πρόσωπο ή πρόσωπα στο οποίο ή στα οποία ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ή τα πρόσωπα προς τα οποία το δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σχετικά με το ποινικό αδίκημα (Βλ. ενδεικτικά Trussler Sammy John Lee και Άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου (2013) 2 ΑΑΔ 38, Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 618, 636 καθώς και το Άρθρο 10 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε, αποτέλεσε μη αμφισβητούμενο γεγονός, ότι στις 08.02.25, η παραπονούμενη εξερχόμενη από το δωμάτιο της, αμέσως μόλις δέχθηκε τα υπό κρίση κτυπήματα από τον κατηγορούμενο, μετέβη απευθείας προς την κουζίνα του ξενοδοχείου […], λέγοντας στις τρεις γυναίκες που βρίσκονταν εκεί, ότι ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου κάλεσε αμέσως την αστυνομία και διαδοχικά, η παραπονούμενη κατήγγειλε το περιστατικό της επίθεσης στην αστυνομία λίγο αργότερα. Συνεπώς, οι συνθήκες και ο χρόνος εντός του οποίου η παραπονούμενη ανέφερε στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και έπειτα στην αστυνομία ότι δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο, συνιστούν άμεσο ή πρώτο παράπονο, στοιχείο το οποίο ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό.

 

Για όλους τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη.

 

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι κατά την σφαιρική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, έχουμε συνυπολογίσει και το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμ. 49α), το οποίο εντάχθηκε στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Στην κατάθεσή του, ο κατηγορούμενος, πέραν της άρνησης των καταγγελιών, αναφέρει καταληκτικά ‘’Είναι όλα ψέματα, ήταν και τα παιδιά μαζί μας, η […] ήταν μεθυσμένη δεν την κτύπησα ποτέ και ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο….’’. Με βάση όλη την πιο πάνω ανάλυση, κρίνουμε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης δεν αρκεί για να κλονιστεί η  αξιοπιστία της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή.

 

Ευρήματα:

 

Υπό το φως της αξιολόγησης και αποδοχής της μαρτυρίας που προηγήθηκε και δοθέντων των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, ανάλογα είναι και τα ευρήματά μας. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Αρκούμαστε στην καταγραφή των ουσιαστικών ευρημάτων για την παρούσα υπόθεση:

 

-       Στις 02.02.2025 έλαβε χώρα τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, οι οποίοι είναι παντρεμένοι αλλά τελούσαν τότε σε διάσταση, και η παραπονούμενη επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο ο οποίος διέμενε μαζί με τα παιδιά τους στο ξενοδοχείο με την ονομασία […].

-       Ένεκα της επιθυμίας της παραπονούμενης να βρίσκεται κοντά στα παιδιά της, ο κατηγορούμενος και  η παραπονούμενη αποφάσισαν όπως διαμένουν πλέον μαζί με τα παιδιά τους στο συγκεκριμένο κατάλυμα. Η κοινή διαμονή είχε διάρκεια από τις 02.02.2025 μέχρι και τις 07.02.2025 ημερομηνία κατά την οποία αποφάσισαν όλοι μαζί όπως συνεχίσουν την κοινή διαμονή τους στο ξενοδοχείο […] όπου βρισκόταν το δωμάτιο της παραπονούμενης.

-       Στο πλαίσιο της διαμονής τους στο ξενοδοχείο […] και συγκεκριμένα από τις 02.02.2025 μέχρι και τις 05.02.2025 ο κατηγορούμενος ζητούσε από την παραπονούμενη να συνευρεθούν σεξουαλικά αλλά η παραπονούμενη το απέφευγε.

-       Στις 05.02.2025 ο κατηγορούμενος καταλόγισε στην παραπονούμενη ότι κοιμόταν με τους πάντες αλλά όχι με αυτόν. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τη φράση <<Χρειάζομαι sex, Το χρειάζομαι τώρα, Βγάλε τα ρούχα σου, Η διαφορετικά δεν ξέρω τι θα κάμω>>. Ο κατηγορούμενος την έκανε να ξαπλώσει στο κρεβάτι με τα χέρια του, έβγαλε την πετσέτα που φορούσε ο ίδιος, μένοντας γυμνός, και αφαίρεσε τα ρούχα της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη φοβήθηκε και δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο, είτε σωματικά, είτε λεκτικά. 

-       Ο κατηγορούμενος είχε ήδη στύση στο πέος του, μετακίνησε το ταμπόν που φορούσε η παραπονούμενη εξ αιτίας της περιόδου της που είχε κατ’ εκείνο τον χρόνο και διείσδυσε το πέος του μέσα στον κόλπο της, χωρίς να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό. Ο κατηγορούμενος έφτασε σε οργασμό, χωρίς όμως αυτός να ολοκληρώσει μέσα της, αλλά στο πάτωμα και ακολούθως σκούπισε το σπέρμα του με χαρτί τουαλέτας το οποίο πέταξε στην συνέχεια στην τουαλέτα και τράβηξε το καζανάκι. 

-       Την 08.02.2025, όταν πλέον η οικογένεια είχε μετακομίσει στο ξενοδοχείο […], ο κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να την κατηγορεί ότι κοιμάται με άλλους άντρες. Περί τις 16:00, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο κατηγορούμενος έφερε ουίσκι και μπύρα στο δωμάτιο οπότε παραπονούμενη και κατηγορούμενος άρχισαν να πίνουν. Λίγη ώρα αργότερα, περί τις 17:00 της ίδιας ημέρας και όταν πλέον η παραπονούμενη είχε ζαλιστεί λίγο από την κατανάλωση αλκοόλ αλλά έχοντας συναίσθηση του τί συνέβαινε, ο κατηγορούμενος άρχισε να την αποκαλεί <<Πόρνη>> και να της λέει <<Δυστυχώς δεν μπορώ να σε σκοτώσω, είναι καλύτερα να το κάνεις μόνη σου>> και <<Καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου διαφορετικά θα είμαι σίγουρος ότι κοιμήθηκες με τον μαύρο [σημ. αναφερόμενος σε άλλο ένοικο του ξενοδοχείου] και θα σας σκοτώσω και τους δύο>>.

-       Η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει. Τότε ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με δύναμη στο κρεβάτι βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της και επειδή η ίδια φοβήθηκε τα έβγαλε, μένοντας γυμνή πάνω στο κρεβάτι. Ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του και έμεινε γυμνός από τη μέση και κάτω. Στην συνέχεια ξάπλωσε από πάνω της, διείσδυσε το πέος του, το οποίο βρισκόταν σε στύση, μέσα στον κόλπο της και άρχισε να κινείται μέσα της. Ταυτόχρονα, η παραπονούμενη συνέχισε να κλαίει και του είπε ότι ποτέ δεν τον αγάπησε και δεν θα τον αγαπήσει και ότι είναι ένας βιαστής. Ο κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να την κτυπά επανειλημμένα στο κεφάλι της με τις γροθιές του. Η παραπονούμενη έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι της για να το προστατέψει. Συγκεκριμένα την κτύπησε με τις γροθιές του στην αριστερή πλευρά της κεφαλής της (πάνω από τα μαλλιά), στο μέτωπο της και στο σημείο του αριστερού ματιού. Καθώς την κτυπούσε, ο κατηγορούμενος της είπε: <<Είσαι μια Πόρνη. Καλύτερα να σκοτώσεις τον εαυτό σου γιατί εγώ δεν μπορώ.>>.

-       Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος τότε την άφησε. Η παραπονούμενη  ντύθηκε και έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο κατευθυνόμενη προς την κουζίνα του ξενοδοχείου όπου συνάντησε την ιδιοκτήτρια αυτού και δύο άλλες κυρίες. Η παραπονούμενη, ούσα σε αναστατωμένη κατάσταση, τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει και η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου την ενημέρωσε ότι θα καλούσε την Αστυνομία όπως και έπραξε.

-       Ένεκα της επίθεσης, η παραπονούμενη υπέστη αιμάτωμα αριστεράς μετωπιαίας χώρας και μικροεκχυμώσεις στο αριστερό κάτω βλέφαρο.

-       Από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δηλαδή την επιμονή του να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί με την παραπονούμενη, τις φράσεις που ξεστόμισε και την ίδια την συνεύρεση μαζί της χωρίς την συγκατάθεση της, προκλήθηκε στην παραπονούμενη φόβος, άγχος, αγωνία και ανησυχία.

Ελλιπής διερεύνηση:

 

Εξετάζοντας τη θέση, η οποία προβλήθηκε ακροθιγώς από την Υπεράσπιση ότι υπήρξε ελλιπής διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν εντοπίζουμε κάποια ουσιώδη παράληψη της αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, η οποία να δύναται να επηρεάσει δυσμενώς τη θέση του κατηγορούμενου ή την πλευρά της Υπεράσπισης. Ούτε υποδείχθηκε κάτι συγκεκριμένο επί τούτου από το συνήγορο Υπεράσπισης, το οποίο να έχει τέτοια δυναμική. Τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, λοιπόν, δεν υποστηρίζουν τη θέση ότι η διερεύνηση από μέρους της αστυνομίας υπήρξε ελλιπής, ώστε να δύναται να επηρεαστεί δυσμενώς η πλευρά της Υπεράσπισης ή να δημιουργείται οποιαδήποτε ρωγμή στην εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. 

 

Νομική πτυχή:

 

Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, αρκεί αυτή να είναι εύλογη, τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[4].

 

Βιασμός (Κατηγορίες 1 & 6):

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 5(ζ) ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ – Αδίκημα 14 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021.

 

Το άρθρο 5 (α) και (ζ) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 προνοεί:

 

«Αδικήματα βίας κατά γυναικών

 

5. Τα ακόλουθα αδικήματα λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας:

 

(α) Οποιοδήποτε  από τα αναφερόμενα στον Πίνακα αδικήματα·

(β) …………………………………………………………………………………………

(γ) …………………………………………………………………………………………

(δ) …………………………………………………………………………………………

(ε) …………………………………………………………………………………………

(στ) …………………………………………………………………………………………

(στ1) …………………………………………………………………………………………

(ζ) οποιοδήποτε αδίκημα εμπίπτει στον ορισμό του όρου «ενδοοικογενειακή βία».»

 

Στο αδίκημα  14 του πιο πάνω Πίνακα καταγράφεται το αδίκημα του βιασμού σύμφωνα με το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα.

 

Αναφορικά με τον πιο πάνω ορισμό του όρου «ενδοοικογενειακή βία» (5)(ζ) στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου αναφέρεται:

 

««ενδοοικογενειακή βία» σημαίνει-

 

(α) πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά προσώπου που προκαλεί βλάβη σε μέλος της οικογένειάς του και περιλαμβάνει βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος και τον περιορισμό της ελευθερίας του, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου,

(β) επιπροσθέτως των προβλεπόμενων στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμο αδικημάτων, αδίκημα βίας κατά γυναίκας όταν αυτό διαπράττεται εναντίον προσώπου από μέλος της οικογένειας του, είτε διαμένει είτε διέμενε με αυτό στο παρελθόν, ανεξαρτήτως του κατά πόσο μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια στέγη με το θύμα·»

 

Το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα (όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 150(Ι)/2020) προνοεί:

 

«144. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου.»

 

Προκύπτει από το  λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι για στοιχειοθέτηση του αδικήματος του βιασμού, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία με άλλο πρόσωπο χωρίς τη συναίνεση του, ήτοι χωρίς την ελεύθερη βούλησή του. Το αδίκημα διαπράττεται και στην περίπτωση που υπάρχει συναίνεση πλην όμως αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δόθηκε υπό το κράτος βίας απειλής ή φόβου.

 

Το κατά πόσο ένα πρόσωπο συγκατατέθηκε ή όχι στη σεξουαλική πράξη είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό. Δεν απαιτείται όπως αυτό επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συγκατάθεσής του, ούτε απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους του. Ωστόσο, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συγκατάθεσης[5]. Έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκημα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για συνουσία και χρησιμοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράμετροι που κάμπτουν την αντίδραση του θύματος[6].

 

Για να αποδειχθεί βιασμός, δια κολπικής διείσδυσης, πρέπει να υπάρχει εισδοχή του πέους στον κόλπο της παραπονούμενης, έστω και αν είναι του ελάχιστου βαθμού. Όπου αποδεικνύεται εισδοχή ο βιασμός συντελείται παρά το γεγονός ότι δεν τραυματίσθηκε ο παρθενικός υμένας ή δεν υπήρξε εκσπερμάτωση[7].

 

Πέραν βέβαια της απόδειξης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος απαιτείται και η απόδειξη της ένοχης διάνοιας του κατηγορούμενου (mens rea). Βιασμός συντελείται όταν ο κατηγορούμενος έχει σεξουαλική επαφή με το παραπονούμενο πρόσωπο γνωρίζοντας ότι αυτό δεν έχει συγκατατεθεί στην πράξη ή αδιαφορώντας για την ύπαρξη ή μη συγκατάθεσης εκ μέρους του. Αδιαφορία υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται ότι το παραπονούμενο πρόσωπο πιθανόν να μην συγκατατίθεται ή όταν δεν τον απασχολεί το ζήτημα και προχωρεί στη σεξουαλική πράξη. Από την άλλη όμως όταν από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να πιστεύει πραγματικά ότι το παραπονούμενο πρόσωπο συγκατατίθετο στη σεξουαλική πράξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη[8].

 

Στην προκειμένη περίπτωση τα καταλογιζόμενα περιστατικά βιασμού έλαβαν χώρα σε δύο περιπτώσεις τις οποίες και εξετάζομαι χωριστά.

 

Η πρώτη περίπτωση αφορά τον επεισόδιο που έλαβε χώρα στο ξενοδοχείο […] την 05.02.2025 και αφορά στην 1η Κατηγορία.

 

Προκύπτει ξεκάθαρα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε διείσδυση του πέους τους κατηγορούμενου στον κόλπο της παραπονούμενης και ότι η παραπονούμενη συγκατατέθηκε υπό καθεστώς φόβου.

 

Όσον αφορά όμως την νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου ήτοι κατά πόσον γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η συγκατάθεση της δόθηκε υπο καθεστώς φόβου ή ότι αδιαφόρησε σε σχέση με αυτό, σημειώνουμε τα εξής:

 

Η παραπονούμενη, σύζυγος του κατηγορούμενου, βρισκόταν κατά την 05.02.2025 κάτω από την ίδια στέγη με τη συναίνεση της και υπό το φως  της κοινής προσπάθειας τόσο της παραπονουμένης (για λόγους που εξήγησε) όσο και του κατηγορουμένου για να επανενωθεί η οικογένεια.

 

Η παραπονούμενη ναι μεν δεν έβγαλε τα ρούχα της όταν της είπε ότι «… βγάλε τα ρούχα σου», όμως δεν εξωτερίκευσε την μη συγκατάθεση της για τη σεξουαλική επαφή.  Όπως η ίδια ανέφερε κατά την αντεξέταση της «εγώ του επέτρεψα να με πάρει».  Παρατίθεται το χαρακτηριστικό απόσπασμα από την  αντεξέταση της:

 

«E.       Άρα τα ρούχα σου σου τα έβγαλε όλα ο […];

A.         Ναι.

E.         Εσύ τι έκανες;

A.         Εγώ του επέτρεψα να με πάρει. Τι θα έκανα;

E.         Δεν του είπες να σταματήσει;

A.         Όχι, επειδή δεν ήξερα τι θα έκαμνε, είχε ήδη πει ότι «πρέπει να με αφήσεις αλλιώς δεν ξέρω τι θα κάνω» και ξέρω τι μπορεί να κάνει.

E.         Δεν αντιστάθηκες;

A.         Φοβόμουν να αντισταθώ επειδή ξέρω πως είναι.

E.         Άρα ούτε αποτραβήχτηκες μακριά;

A.         Βεβαίως όχι επειδή ήξερα τι θα συνέβαινε μετά αν έκανα κάτι τέτοιο.

E.         Ούτε φώναξες;

A.         Όχι, δεν φώναξα.»

 

 Και σε άλλη ερώτηση    κατά την  αντεξέταση ως προς το πώς προσπαθούσε να αποφύγει αυτή την  κατάσταση τη συγκεκριμένη ημερομηνία, απάντησε «με απαλό τρόπο  δεν ήθελα να τον απορρίψω άμεσα επειδή ήξερα πως θα επηρεάζετουν».

 

Από την μαρτυρία της παραπονούμενης προκύπτει ότι ο φόβος που ένοιωσε και ο οποίος την οδήγησε να συγκατατεθεί στην σεξουαλική συνεύρεση οφείλετε σε προηγούμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενα χρόνια σε περιπτώσεις όπου η παραπονούμενη δεν συμφωνούσε σε κατ ισχυρισμό σεξουαλική επαφή μαζί του. Συγκεκριμένα κατά την  αντεξέταση της ανέφερε: «Ε.  Και εσύ εκείνη την ώρα ένιωσες φόβο;  Α.  Βεβαίως, επειδή εγώ  δεν ήθελα να με ξανακτυπήσει.  Στα χρόνια που ήμασταν μαζί με κτύπησε πολλές φορές αν δεν του έδινα».  Αυτός ο ισχυρισμός όμως για την συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε προηγούμενα χρόνια, τέθηκε με γενικότητα χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους και πότε ακριβώς. Συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε για να εξάρουμε με την απαιτούμενη βεβαιότητα συμπεράσματα ως προς το κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε στο μυαλό του τα πιο πάνω περιστατικά, κατά τον επίδικο χρόνο και κατά πόσον αυτά θα μπορούσαν εύλογα να αποκαλύψουν γνώση του κατηγορούμενου ότι η δοθείσα συγκατάθεση αυτής γινόταν υπο το καθεστώς φόβου στην συγκεκριμένη περίπτωση. 

 

Όσον αφορά την φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος «Χρειάζομαι sex, To χρειάζομαι τώρα. Βγάλε τα ρούχα σου. ‘Η διαφορετικά δεν ξέρω τι θα κάμω», θεωρούμε ότι αντικειμενικά ιδωμένη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ποικιλόμορφα, και δεν προκύπτει από την μαρτυρία με την απαραίτητα βεβαιότητα ότι λέγοντας αυτά ο κατηγορούμενος με την γενικότητα που χαρακτηρίζει την φράση αυτή, αντιλήφθηκε ότι προκάλεσε ή ότι θα μπορούσε να προκαλέσει φόβο στην παραπονούμενη προκειμένου να συγκατατεθεί.

 

Καταληκτικά ακόμη και συνυπολογίζοντας την αδιαμφισβήτητη προβληματική σχέση κατά τον ουσιώδη χρόνο παραπονουμένης-κατηγορουμένου, θεωρούμε ότι δημιουργούνται αμφιβολίες κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε την  απαραίτητη γνώση αμέσως πριν και κατά τη διάρκεια του πρώτου περιστατικού της 05.02.2025, ότι δεν υφίστατο πραγματική συναίνεση της παραπονουμένης για τη σεξουαλική επαφή ή ότι αδιαφόρησε για το ζήτημα, αφού η συγκεκριμένη συμπεριφορά της κατά τον ουσιώδη χρόνο θα μπορούσε να έδινε την εντύπωση ότι υπήρχε η συναίνεση της και σε κάθε περίπτωση  η μη εξωτερίκευση της διαφωνίας της  θα μπορούσε να δημιουργούσε  στο μυαλό του κατηγορουμένου την  εντύπωση ότι  η παραπονούμενη είχε συναινέσει  κατά το συγκεκριμένο χρόνο για τη σεξουαλική επαφή ή τουλάχιστον δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο. 

 

Στη βάση των πιο πάνω η πρώτη κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί. 

 

Όσον αφορά την έκτη κατηγορία, κρίνουμε ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του βιασμού. Συγκεκριμένα στις 08.02.2025 ο κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της παραπονούμενης, χωρίς την συγκατάθεση της. Η φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος αμέσως πριν το υπό κρίση περιστατικό, ήτοι ότι εάν δεν συγκατατίθετο θα συμπέραινε ότι η παραπονούμενη κοιμόταν με άλλο ένοικο του ξενοδοχείου και θα τους σκότωνε και τους δύο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει, καταδεικνύουν με ξεκάθαρο τρόπο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παραπονούμενη δεν συγκατατίθετο στην υπό κρίση συνεύρεση και προχώρησε παρόλα αυτά σε αυτήν. 

 

Συνεπώς πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας.

Σεξουαλική Παρενόχληση (Κατηγορίες 2 & 7):

 

Το άρθρο 7 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 προνοεί:

 

«Σεξουαλική παρενόχληση

 

7. Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως η οποία εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, ιδιαίτερα όταν μέσω αυτής της συμπεριφοράς, το εν λόγω πρόσωπο δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα αυτή, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Όσον αφορά τη 2η κατηγορία, έχοντας υπόψιν ότι δεν έχει αποδειχθεί η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea) του κατηγορούμενου με την έλλειψη συγκατάθεσης της παραπονούμενης για σεξουαλική συνεύρεση την 05.02.2025, αναπόφευκτα για τον ίδιο λόγο στη βάση των ίδιων γεγονότων με την πρώτη κατηγορία, οδηγείται σε απόρριψη και η δεύτερη κατηγορία.

 

Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, παρά το ότι η υπό κρίση πράξη η οποία έλαβε χώρα στις 05.02.25, ήταν σεξουαλικής φύσεως, ανεπιθύμητη από την παραπονούμενη και κατ’ επέκταση είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει την αξιοπρέπεια της, παραμένει αμφίβολο στην βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και για τους ίδιους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω σε σχέση με την 1η κατηγορία, εάν κατά τον χρόνο της εν λόγω σεξουαλικής επαφής (ήτοι διείσδυσης του πέους του κατηγορούμενου στον κόλπο της παραπονούμενης), ο κατηγορούμενος γνώριζε ή αδιαφόρησε ως προς το κατά πόσον η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν επιθυμητή από την παραπονούμενη ή όχι. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) του κατηγορούμενου σε σχέση με αυτήν την κατηγορία.

 

Δεν ισχύει το ίδιο όμως σε σχέση με την 7η κατηγορία. Όπως έχουμε εξηγήσει πιο πάνω αναφορικά με την διάπραξη του αδικήματος του βιασμού σε σχέση με την 6η κατηγορία, εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι πληρούνται εν προκειμένω τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως (ήτοι διείσδυσης του πέους του στον κόλπο της παραπονούμενης), η συμπεριφορά αυτή ήταν ανεπιθύμητη εφόσον έγινε εμφανώς χωρίς την συναίνεση της παραπονούμενης, στοιχείο το οποίο, ενόψει της φράσης που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με την αντίδραση της παραπονούμενης, γνώριζε ο κατηγορούμενος και η συμπεριφορά αυτή είχε, εκ της φύσεως της, ως αποτέλεσμα να πλήξει την αξιοπρέπεια της παραπονούμενης.  

 

Απειλή Βιαιοπραγίας (Κατηγορία 3 & 9)

 

Το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα προνοεί:

 

«Απειλή βιαιοπραγίας

 

91. Όποιος-

(α) …………………………………………………………………………………………….

(β) …………………………………………………………………………………………….

(γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές,

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»

 

Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 5(α) και (ζ) του Νόμου Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είναι παντρεμένοι.

 

Στο αδίκημα  52 του πιο πάνω Πίνακα καταγράφεται το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας σύμφωνα με το άρθρο 91 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.

 

Σημειώνεται πως στην νομική βάση της 3ης και 9ης κατηγορίας περιλαμβάνεται επιπρόσθετα με τα ανωτέρω και το άρθρο 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000[9], το οποίο όμως δεν θεωρούμε ότι τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση καθότι οι λεπτομέρειες κατηγορίας ως έχουν τύχει οριοθέτησης από πλευράς κατηγορούσας αρχής παραπέμπουν ξεκάθαρα την εξέταση του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας στη βάση των όσων το άρθρο 91(γ) του Κεφ. 154 πραγματεύεται και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας ως δηλαδή το άρθρο 2 του Ν. 119(Ι)/2000 ορίζει.

 

Αναφορικά με την 3η κατηγορία για τους ίδιους λόγους που έχουν παρατεθεί σε σχέση με τις δύο πρώτες κατηγορίες, κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη φράση («Χρειάζομαι sex, To χρειάζομαι τώρα. Βγάλε τα ρούχα σου. ‘Η διαφορετικά δεν ξέρω τι θα κάμω»), χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό να υποκινήσει την παραπονούμενη να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ή να της προκαλέσει φόβο. Συνεπώς η τρίτη κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη. 

 

Σε σχέση με την 9η κατηγορία, όμως, πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα, στις 08.02.25 ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τη φράση <<Καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου διαφορετικά θα είμαι σίγουρος ότι κοιμήθηκες με τον μαύρο και θα σας σκοτώσω και τους δύο>>, φράση η οποία αντικειμενικά ιδωμένη ήταν ικανή να προκαλέσει φόβο στην παραπονούμενη, όπως και έγινε και ο κατηγορούμενος ξεστόμισε την φράση αυτή με απώτερο σκοπό να υποκινήσει την παραπονούμενη να αποδεχθεί την σεξουαλική συνεύρεση μαζί του κάτι το οποίο η παραπονούμενη δεν είχε νομική υποχρέωση να πράξει. 

 

Δημόσια εξύβρισης (Κατηγορία 8)

 

Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί:

 

«Δημόσια εξύβριση

 

99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος στις 08.02.2025 αποκάλεσε την παραπονούμενη <<Πόρνη>> λέξη η οποία είναι αναμφίβολα υβριστικής φύσεως. Αυτό έγινε ενώ τα δύο πρόσωπα βρίσκονταν εντός του δωματίου του ξενοδοχείου με την πόρτα αυτού να είναι κλειστή, ενώ από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να προσδιοριστεί με θετικό τρόπο κατά πόσον τα παράθυρα του ξενοδοχείου ήταν κλειστά ή ανοικτά και κατ’ επέκταση, κατά πόσον η φράση αυτή θα μπορούσε να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εκτός του δωματίου.

 

Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση της παραπονουμένης:

 

«E.      Είχατε παράθυρα στο δωμάτιο εκεί;

A.         Ναι.

E.         Ήταν ανοικτά;

A.         Συνήθως ήταν κλειστά επειδή ήταν κρύο έξω και συνήθως ήταν κλειστά.»

 

Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει η ένταση με την οποία ο κατηγορούμενος ξεστόμισε αυτή την λέξη, ήτοι κατά πόσον ανέφερε τα συγκεκριμένα λόγια αρκετά δυνατά ώστε αυτά να μπορούσαν να ακουστούν εκτός του δωματίου.

 

Ως εκ τούτου δεν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία της 8ης κατηγορίας.

 

Επίθεση προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (Κατηγορία 10)

 

Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα,  ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοεί:

 

«Επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη

 

243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»

 

(Με τον τροποποιητικό Νόμο 212(Ι)/2025 ημερ. 12.12.2025 το άρθρο 243 τροποποιήθηκε  με τρόπο που η τροποποίηση ούτως ή άλλως δεν αφορά την παρούσα υπόθεση). 

 

Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 το οποίο τυγχάνει εφαρμογής λόγω της συζυγικής σχέσης μεταξύ παραπονούμενης και του κατηγορούμενου.  

 

Επιπρόσθετα σχετικό είναι το άρθρο 5(α) και (ζ)  του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021.  Στο αδίκημα 34 του Πίνακα που προνοείται στην  υποπαράγραφο (α) του άρθρου 5 καταγράφεται  το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης  σύμφωνα με το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. 

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:

 

1.         Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο, και

2.         Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση.

 

Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, δηλαδή παρανόμως (unlawfully).

 

Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964).

 

Ως προς το τί συνιστά «πραγματική σωματική βλάβη», στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας  (1985) 2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, αρκούν για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης.

 

Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου που παρατίθενται πιο πάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις 08.02.25 ο κατηγορούμενος εκούσια άσκησε βία εναντίον της παραπονούμενης, κτυπώντας την με τις γροθιές του, επανειλημμένα στο κεφάλι και συγκεκριμένα, στην αριστερή πλευρά της κεφαλής πάνω από τα μαλλιά, στο μέτωπο της και στο σημείο του αριστερού ματιού. Ένεκα της επίθεσης, η παραπονούμενη υπέστη αιμάτωμα αριστεράς μετωπιαίας χώρας και μικροεκχυμώσεις στο αριστερό κάτω βλέφαρο, βλάβες οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια της ‘’πραγματικής σωματικής βλάβης’’. Πληρούνται συνεπώς σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. 

 

Βία στην οικογένεια, παρενόχληση (Κατηγορία 13)

 

Το άρθρο 32 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 προνοεί:

 

«Παρενόχληση θύματος και άλλου προσώπου

 

32. Κατηγορούμενος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του ή και από μόνο του ενοχλεί ή εκφοβίζει θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας ή συγγενικό τους πρόσωπο σε οποιοδήποτε χώρο, κατά τρόπο που επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τη διερεύνηση ή εκδίκαση υπόθεσης βίας ή που προκαλεί ψυχική αναστάτωση σε θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας εν γνώσει του ότι πρόκειται για θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση που η ενόχληση ή ο εκφοβισμός γίνεται σε βάρος θύματος που διαμένει σε στέγη το αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.»

 

Εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης κατηγορίας διαπιστώνουμε ότι αυτές παρατίθενται με γενικότητα, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς ποιες ενέργειες του κατηγορούμενου είναι αυτές που σύμφωνα με την θέση της κατηγορούσας αρχής αφορούν την συγκεκριμένη κατηγορία. Γίνεται αναφορά γενικά στις κατηγορίες 1 με 12 κάποιες εκ των οποίων μάλιστα έχουν ανασταλεί. Εν πάση περιπτώσει, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν έχει διαπιστωθεί ότι οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων αυτές που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 με 12, έλαβε χώρα με τρόπο που επηρέασε ή θα μπορούσε να επηρεάσει την διερεύνηση ή εκδίκαση των εν υποθέσεων με αριθμούς 6042/24 και 334/25.

 

Σημειώνουμε ότι παρά το ότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της η παραπονούμενη ανέφερε «…με εκβίαζε, μου έλεγε αν αποσύρω εγώ την καταγγελία που έκανα εγώ εναντίον του την προηγούμενη θα απέσυρε τη δική του καταγγελία εναντίον μου», αυτή η φράση, η οποία δεν προσδιορίστηκε από την παραπονούμενη χρονικά και με σαφήνεια, δεν περιλαμβάνεται στις ενέργειες στις οποίες γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης κατηγορίας. Συνεπώς δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία αυτής της κατηγορίας.

 

Πρόκληση ψυχικής βλάβης (Κατηγορία 14)

 

Η κατηγορία 14 αφορά στην κατ ισχυρισμό πρόκληση ψυχικής βλάβης στην κατηγορούμενη και εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 το οποίο ήδη παρατίθεται πιο πάνω.

 

Για να στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη υπέστη ‘’ψυχική βλάβη’’ ενόψει των ενεργειών του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία, όπως μαρτυρία εμπειρογνώμονα σε ζητήματα ψυχικής υγείας, αναφορικά με το κατά πόσον προκλήθηκε σε αυτήν κάποια ‘’ψυχική βλάβη’’, ούτε φαίνεται να έχει διαγνωστεί με κάτι τέτοιο. Συνεπώς δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία ούτε αυτής της κατηγορίας.

 

Παρενόχληση (Κατηγορία 15)

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο του 2021 (Ν. 114(Ι)/2021), «παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο»

 

Ακολούθως το άρθρο 3 του ιδίου Νόμου προνοεί:

 

«Παρενόχληση

3.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.’’

 

Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 2 και 5 (το οποίο καταγράφεται πιο πάνω) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021.  Στο αδίκημα 57 του Πίνακα που προνοείται στο άρθρο 5(α) του εν λόγω Νόμου καταγράφεται το αδίκημα της Παρενόχλησης του Περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο του 2021 (Ν. 114(Ι)/2021). 

 

Εννοείται ότι για όλα τα πιο πάνω νομοθετήματα σχετικές είναι και οι αντίστοιχες ερμηνευτικές διατάξεις τους. 

 

Η κατηγορία αυτή, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αφορά στις ενέργειες του κατηγορούμενου τόσο κατά την 05.02.2025 όσο και κατά την 08.02.2025. Eνόψει της αναφοράς που γίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος στην πρόκληση ‘’ανησυχίας και αγωνίας’’ καθίσταται αντιληπτό ότι η εν λόγω κατηγορία εδράζεται στην υποπαράγραφο (1) του άρθρου 3 του Ν. 114(Ι)/2021.

 

Σε σχέση με όλα όσα έλαβαν χώρα κατά την 05.02.2025, όπως έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, παραμένει αμφίβολο κατά πόσον ο κατηγορούμενος ενεργώντας με τον τρόπο που το έπραξε εκείνη την ημερομηνία, γνώριζε ή θα μπορούσε να γνωρίζει ότι οι πράξεις του προκάλεσαν ή θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανησυχία και αγωνία στην παραπονούμενη.

 

Σε σχέση με όλα όσα έλαβαν χώρα στις 08.02.2025 σαφώς οι ενέργειες του κατηγορούμενου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω αρκούν για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος εφόσον εκ της φύσεως τους, αναπόφευκτα προκάλεσαν ανησυχία και αγωνία στην παραπονούμενη.

 

Πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 15ης κατηγορίας όσον αφορά τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος στις 08.02.2025.

 

 

Κατάληξη:

 

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες 6, 7, 9, 10 και 15 (μόνο σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου ημερομηνίας 08.02.2025).

 

Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 6, 7, 9, 10 και 15 (μόνο σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου ημερομηνίας 08.02.2025) και αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 2, 3, 8, 13 και 14.

 

 

(Υπ.)………………

Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

(Υπ.) ......................

Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

(Υπ.) .......................

Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] Τέτοια μαρτυρία, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η μαρτυρία που έχει ανεξάρτητη προέλευση από τον μάρτυρα την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και η οποία τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αλλά επίσης ότι, εκείνος που το διέπραξε, ήταν ο κατηγορούμενος (βλ. Σ.Σ. ν. Δημοκρατία, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, 20/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B477, και Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 503).

[2] Μη απαίτηση για ενισχυτική μαρτυρία

29. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.

 

[3] Ενισχυτική μαρτυρία

16. Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.

[4] βλ. Woolmighton V D.P.P. (1935) AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97).

[5] Βλ. ενδεικτικά Bejandi v. Δημοκρατίας (2014) 2Β ΑΑΔ 935, R. v. Olugboja [1981] EWCA Crim 2 και Πετρίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 153/2021, ημερ. 14/11/2023

[6] R. v. Howard [1965] 3 All E.R. 684

[7] Βλ. Brierley Scott Graham ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 476

[8] Βλ. Πετρίδης (πιο πάνω) και Morgan v. D.P.P. (1976) A.C.

[9] «Έvvoια της βίας και πεδίo εφαρμoγής της

 

3.—(1) Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.

(2) ………………………………………………………………………………………………

(3) ……………………………………………………………………………………………..

(4) Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο (1) διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.»

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο