ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α, Αρ. Υπόθεσης: 1092/25, 8/4/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α, Αρ. Υπόθεσης: 1092/25, 8/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:    Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

     Αρ. Υπόθεσης: 1092/25

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

v.

Α. Α

         Κατηγορούμενος

                                               

Ημερομηνία: 08.04.2026 

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κ. Ανδρέας Χατζηκύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Για Κατηγορούμενο: κ. Δημήτρης Τσολακίδης & κ. Ηλίας Σατολιάς δια Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε. & Κώστας Σατολιάς Δ.Ε.Π.Ε.

Κατηγορούμενος: Παρών 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Δίκη Εντός Δίκης)

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α) Της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η Κατηγορία).

 

(β) Της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2,3, 6(1)(2), 30, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (2η Κατηγορία).

 

(γ) Της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5(1)(β), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (3η Κατηγορία).

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, όλα τα αδικήματα φέρονται να έχουν λάβει χώρα στην Επαρχία Πάφου, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 19.02.2025, ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη και η επιχείρηση της Αστυνομίας στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν αριθμός τεκμηρίων. Το ελεγχόμενο φάρμακο, συμφώνως του κατηγορητηρίου, είναι κάνναβη βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις προαναφερθείσες κατηγορίες με την υπόθεση να προγραμματίζεται για ακρόαση.

 

Κατά την έναρξη της κυρίως δίκης στις 09.12.2025, κλήθηκε ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ο εξεταστής της υπόθεσης, ήτοι ο Αστυφύλακας 3326 κ. Σάββας Νεοκλέους,  ο οποίος ως ανέφερε είχε στην κατοχή του όλα τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση. Μάλιστα προχώρησε και κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 1 τον περιγραφικό Πίνακα Τεκμηρίων της υπόθεσης. Αμέσως μετά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ο κ. Τσολακίδης ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι υπήρχε ένσταση σε σχέση με την κατάθεση ως τεκμηρίων στην υπόθεση των όσων περιγράφονται στον εν λόγω Πίνακα με αρίθμηση με Α/Α 1 - 34. Αιτήθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης ώστε να διαπιστωθεί η νομιμότητα της έρευνας που διεξήχθη από την αστυνομία και η λήψη αυτών των τεκμηρίων. Στις 11.12.2025, στο πλαίσιο της κυρίως δίκης, δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα εξής: «Την 19.02.2025 σε χωράφι στην περιοχή Βρύση του χωριού Παναγιάς, έγινε αστυνομική έρευνα χωρίς δικαστικό ένταλμα έρευνας και ανευρέθηκαν τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 1 υπ΄  αριθμό 1-34.» 

 

Το πλαίσιο της διαδικασίας

 

Όταν το Δικαστήριο διατάξει διεξαγωγή δίκης εντός δίκης καθορίζει αυστηρώς και σαφώς τις παραμέτρους της βάσει της διακριτικής του ευχέρειας (R v Malik (2002) BCSC 477). Υπενθυμίζεται ότι η ένσταση δεν χρειάζεται να διατυπωθεί με συγκεκριμένη φρασεολογία, πρέπει όμως να είναι σαφής και να παραπέμπει ενεργώς στους λόγους που θα αποτελέσουν την βάση της σχετικής επιχειρηματολογίας ώστε να καταστούν πλήρως κατανοητοί από την Κατηγορούσα Αρχή και το Δικαστήριο (R v Vukelich (1996) CCC (3d)). Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τη δίκη εντός δίκης το Δικαστήριο θα επιτρέψει παρέκκλιση από τους λόγους που δηλώθηκαν αρχικώς ως επίδικοι, επιτρέποντας αντεξέταση σε πτυχές που δεν περιλαμβάνονται ή άπτονται των αρχικών λόγων ένστασης. Διαφορετική προσέγγιση θα έθετε την Κατηγορούσα Αρχή σε δυσμενή θέση και τη δίκη σε τελμάτωση (R v Damond (2016) BCSC 720, State v Ricks 308 NC 522 (1983), State v Hunter 305 NC 106 (1982) και σύγγραμμα <<ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ>> των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλας Γ. Σάντη, Β’ έκδοση σελ. 902)

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα για διεξαγωγή δίκης εντός δίκη εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και το πλαίσιο της διαδικασίας οριοθετήθηκε στη βάση εγγράφου το οποίο η Υπεράσπιση παρέδωσε στο Δικαστήριο ημερ. 09.12.2025 σε συνδυασμό με διευκρινιστικές δηλώσεις που έγιναν στις 11.12.25 από το συνήγορο Υπεράσπισης προφορικά ενώπιον του Δικαστήριου διασαφηνίζοντας το λεκτικό που περιέχεται στο εν λόγω έγγραφο και κατ’ επέκταση τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση.

 

Συγκεκριμένα, στο έγγραφο που παραδόθηκε στο Δικαστήριο στις 09.12.25 οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση στην κατάθεση των τεκμηρίων διατυπώθηκαν ως εξής:

 

«Ένσταση στην κατάθεση οποιονδήποτε αντικειμένων παραλήφθηκαν από το ακίνητο στην τοποθεσία Βρύση, στο χωριό Παναγιά, εφόσον η έρευνα ήταν παράνομη και/ή αντισυνταγματική.

Πλαίσιο Δίκης Εντός Δίκης:

1. Η έρευνα έγινε κατά παράβαση των άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος.

2. Η έρευνα έγινε κατά παράβαση του άρθρου 29 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/1977).

3. Η έρευνα δεν καλύπτεται από το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.»

 

Κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 11.12.25, ο συνήγορος Υπεράσπισης διευκρίνισε με αναφορά στο σημείο 3 πιο πάνω, ότι ο λόγος που, σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, η έρευνα που διεξήχθη δεν καλύπτεται από το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 εδράζεται στο ότι “υπάρχει ο Νόμος περί Ναρκωτικών και το άρθρο 29 που καλύπτει ότι χρειάζεται ένταλμα έρευνας ώστε να γίνει έρευνα στο συγκεκριμένο χώρο. Πέραν τούτου, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι [η έρευνα που διεξήχθη] καλύπτεται από το άρθρο 25 της Ποινικής Δικονομίας [] δεν υπήρχε η “εύλογη υπόνοια” ώστε να γίνει αυτή η έρευνα” λόγω του ότι δεν υπήρχε “ορατότητα” από την αστυνομία ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου.

 

Σε σχέση με το σημείο 2 πιο πάνω, επανέλαβε ότι αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι για να διεξαχθεί έρευνα σε κάποιο χώρο, όταν τα αδικήματα που διερευνώνται αφορούν σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων, θα πρέπει να εκδοθεί προηγουμένως ένταλμα έρευνας στη βάση του άρθρου 29 του Ν. 29/1977.

 

Σε σχέση με το σημείο 1, αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι, στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση των πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του κατηγορούμενου επειδή ο χώρος στον οποίο βρισκόταν “ήταν, είτε φυσικά περιφραγμένος, είτε με άλλα μέσα”. Κατόπιν περαιτέρω ερωτήσεων, διευκρινίστηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι η αναφορά στα πιο πάνω άρθρα του Συντάγματος συνδέεται με τα σημεία 2 και 3 (και δεν επεκτείνεται σε άλλα θέματα). Σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, το γεγονός ότι (α) η αστυνομία προχώρησε στη διεξαγωγή έρευνας χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος έρευνας στο συγκεκριμένο χώρο (επειδή ήταν ιδιωτικός ή επαγγελματική στέγη), ή (β) νοούμενου ότι κριθεί πως τυγχάνει εφαρμογής του άρθρου 25 του Κεφ. 155, η έρευνα έλαβε χώρα χωρίς να στοιχειοθετείται “εύλογη υπόνοια” για διάπραξη αδικήματος από τον κατηγορούμενο (λόγω μη ορατότητας), συνεπάγεται αυτόματα και παραβίαση των άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος.

 

Μαρτυρία

 

Για σκοπούς της δίκης εντός δίκης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της, στις 19.02.2025 μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Αρχηγείου τα οποία απάρτιζαν ομάδα παρακολούθησης, μετέβηκαν στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου όπου έθεσαν υπό παρακολούθηση τον Κατηγορούμενο, ο οποίος παρά το ότι διαμένει στην Πάφο έχει καταγωγή από το χωριό Παναγιά, ενώ σύμφωνα με πληροφορία, αυτός αποτελεί μέλος κυκλώματος εμπορίας και διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών.

 

Σύμφωνα με την ίδια πληροφορία, ο Κατηγορούμενος εκτελεί χρέη παραλαβής και αποθήκευσης των ναρκωτικών αποκρύβοντας τις ποσότητες αυτές στο χωριό Παναγιά, ενώ για τις διακινήσεις του χρησιμοποιεί τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής […] μάρκας ISUZU, ελαφρύ φορτηγό χρώματος άσπρου και όχημα με αριθμούς εγγραφής […] μάρκας BMW 5ER χρώματος αργυρού ιδιοκτησίας του.

 

Αμφότεροι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο έθεσαν υπό παρακολούθηση στις 19.02.2025 στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου και ο οποίος εν τέλει συνελήφθη δυνάμει αυτόφωρης σύλληψης για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β.

 

Σύμφωνα με τον Αστυφύλακα 3484 M. Kοντονικόλα (Μ.Κ.1 στην Δίκη εντός Δίκης) (σχετική η κατάθεση του Τεκμήριο 1) στις 19.02.2025 και περί ώρα 11:15 εντόπισε σταθμευμένο το όχημα του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής […] στο χωριό Παναγιά και συγκεκριμένα έξω από το COFFEE LEAF SNACKS AND MORE και ενημέρωσε σχετικά μέσω ασυρμάτου την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης. Στην συνέχεια και περί ώρα 11:30 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα […] αναχώρησε και κατέληξε στην πατρική του οικία στην οδό […]. Ακολούθως και περί ώρα 13:45 αυτός αναχώρησε εκ νέου, οδηγώντας το όχημα […] και κατευθύνθηκε προς το χωριό Ασπρογιά, όπου ο μάρτυρας τον είδε να εισέρχεται σε δασική περιοχή και για τον λόγο αυτό η συνέχιση της παρακολούθησης του δεν ήταν εφικτή. Ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες όπως παραμείνει στο εν λόγω σημείο ως παρατηρητής. Περί ώρα 14:28 είδε τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την δασική περιοχή οδηγώντας το πιο πάνω όχημα και να κατευθύνεται προς το χωριό Παναγιά, όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, στο χωριό Παναγιά με συντεταγμένες 34.922180, 32.635491, όπου και στάθμευσε.

 

Ο μάρτυρας είχε ενημερωθεί, ότι ο Κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο εν λόγω σημείο και την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 18.02.2025 όπου κατά την μετάβαση του ασχολήθηκε με την κοπή ξύλων, τα οποία στην συνέχεια, αφού τοποθέτησε στο όχημα […], τα μετέφερε στην οδό […]. Όπως πληροφορήθηκε μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3489 Α. Αριστείδου ο οποίος εκτελούσε χρέη παρατηρητή, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του, φόρεσε γάντια και αφού παρατηρούσε δεξιά και αριστερά με τρόπο που φαινόταν ότι έλεγχε την περιοχή, ανέβηκε πεζός σε κοντινό σημείο από το όχημα του. Εκεί όπως και πάλι πληροφορήθηκε ο μάρτυρας από τον Αστ. 3489, ο Κατηγορούμενος αφού γονάτισε στο έδαφος, άρχισε να μετακινεί χώμα με τα χέρια του, κοιτάζοντας ταυτόχρονα δεξιά και αριστερά. Στην συνέχεια με βάση την πληροφόρηση από τον παρατηρητή, ο Κατηγορούμενος έβγαλε ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου το οποίο τοποθέτησε στα αριστερά του και αμέσως μετά έβγαλε από το χώμα μια συσκευασία. Εκείνη την στιγμή, ο υπεύθυνος έδωσε οδηγίες όπως προσεγγίσουν το εν λόγω σημείο και ανακόψουν και ερευνήσουν τον Κατηγορούμενο. Με την βοήθεια άλλων συναδέλφων, προσέγγισαν τον κατηγορούμενο φωνάζοντας του δυνατά <<αστυνομία>>. Αφού ο μάρτυρας τον πλησίασε, του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και την ίδια στιγμή είδε στο έδαφος μια νάιλον διαφανή συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, κάνναβη την οποία του υπέδειξε και τον πληροφόρησε ότι μέσα στην συσκευασία υπάρχει κάνναβη η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία απάντηση. Στην συνέχεια και ώρα 14:53 ο μάρτυρας πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο χωρίς αυτός να δίδει οποιαδήποτε απάντηση. Στο έδαφος δίπλα από την συσκευασία με την κάνναβη, υπήρχαν δύο γάντια χρώματος μπλέ, άσπρο με κόκκινη γραμμή με την επιγραφή BENMAN με τον κατηγορούμενο όταν του υποδείχθηκαν και του επεστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε πως <<εν τα γάντια μου>>.

 

Από έλεγχο που έκανε ο μάρτυρας στο σημείο που βρήκαν την συσκευασία και τα γάντια, εντόπισε στο έδαφος ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου, το οποίο υπέδειξε στον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να δίδει οποιαδήποτε απάντηση, ενώ σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε σε αυτόν στις 14:56 εντοπίστηκε στην πίσω δεξιά τσέπη του παντελονιού του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG, χρώματος μαύρου με θήκη μαύρου χρώματος με τον κατηγορούμενο να απαντά πως είναι το τηλέφωνο του και το οποίο παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Επιπρόσθετα σε εσωτερική αριστερή τσέπη του μπουφάν του, ο μάρτυρας εντόπισε στις 14:58, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, χρώματος μαύρου το οποίο ο κατηγορούμενος ανέφερε πως είναι δικό του και αυτό και το οποίο επίσης παραλήφθηκε. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε προφορικά για τα νομικά του δικαιώματα ως συλληφθέντας ενώ στην συνέχεια έφτασαν στο μέρος μέλη του κλιμακίου Υ.Κ.Α.Ν Πάφου όπου η ώρα 17:15 ο μάρτυρας παρέδωσε τον συλληφθέντα στον Αστ. 3326 καθώς και τα δύο ανευρεθέντα κινητά τηλέφωνα, ενώ του υπέδειξε και την νάιλον διαφανή συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, κάνναβη, τα δύο γάντια χρώματος μπλε, άσπρο με κόκκινη γραμμή με την επιγραφή BENMAN και το άσπρο πλαστικό καπάκι τα οποία βρίσκονταν στην αρχική θέση ανεύρεσης τους με τον μάρτυρα να εξηγεί και τις συνθήκες εντοπισμού τους. Τέλος, ως ο μάρτυρας σημειώνει, σε έρευνα που ακολούθησε από τον Αστ. 3326 κάτω από το άσπρο πλαστικό καπάκι εντοπίστηκε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού, εντός του οποίου εντοπίστηκαν ακόμα είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη, όμοιες με αυτή που εντόπισε ο μάρτυρας προηγουμένως κατά την άφιξη του στο σημείο, δίπλα από τον κατηγορούμενο. 

 

Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε στην διαδικασία και το Τεκμήριο 2, ήτοι σχέδια επί κλίμακας του Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας, καθώς και φωτογραφία από το google earth, τα οποία ως εξήγησε απεικονίζουν τον ανοικτό χώρο με δασική άγρια βλάστηση και τους παρακείμενους χώρους αυτού όπου εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος καθώς και το θαμμένο ντεπόζιτο. Μάλιστα ο ίδιος προχώρησε και υπόδειξε με κύκλο επί του σχεδίου με κλίμακα 1:500 το σημείο όπου σταμάτησε ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, ενώ επί του ίδιου σχεδίου σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο όπου εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος και η συσκευασία της κάνναβης. Επιπρόσθετα κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 και το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε από την σκηνή σημειώνοντας πως τα όσα εντοπίστηκαν και για τα οποία γίνεται αναφορά στην κατάθεση του περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο των φωτογραφιών. Ερωτώμενος να περιγράψει τον χώρο που εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, ο μάρτυρας ανέφερε πως ήταν ένας ανοικτός χώρος με δασώδη άγρια βλάστηση, δύσβατος και με διαφορετικά υψόμετρα, ενώ διευκρίνισε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε περίφραξη οποιουδήποτε είδους, ενώ δεν υπήρχε ούτε οποιαδήποτε πινακίδα που να προσδιορίζει ότι πρόκειται για ιδιωτικό χώρο. Μάλιστα στον ανοικτό αυτό χώρο, υπήρχαν σύμφωνα με τον μάρτυρα παλιές συσκευές και παλιά αντικείμενα τα οποία φαίνεται να είχαν πεταχτεί και ο χώρος παρέπεμπε σε σκουπιδότοπο. Επρόκειτο για ένα ανοικτό χώρο σε δασική περιοχή με άγρια βλάστηση. Η αστυνομία εισήλθε στο συγκεκριμένο τόπο χωρίς να προηγηθεί η έκδοση εντάλματος έρευνας, ενώ σε σχέση με την πληροφορία που είχαν στην κατοχή τους, ο μάρτυρας σημείωσε πως το περιεχόμενο της περιγράφεται στην κατάθεση του και δεν προσδιόριζε κάποιο συγκεκριμένο τόπο όπου φυλάσσονταν τα ναρκωτικά. Τέλος ανέφερε πως οι ενέργειες του κατηγορούμενου στον συγκεκριμένο τόπο, ήτοι του σκαψίματος με τη χρήση γαντιών, αφαίρεσης πλαστικού πώματος και μιας νάιλον σακούλας από το έδαφος, σε συνδυασμό με την πληροφορία που λήφθηκε από την αστυνομία θεωρήθηκαν ύποπτες εξού και έλαβαν οδηγίες όπως διεξάγουν την υπό κρίση έρευνα.

 

Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε πως ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί την προηγούμενη ημέρα στον ίδιο χώρο και ασχολήθηκε με την κοπή ξυλείας. Διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν ήταν ο παρατηρητής του κατηγορούμενου στον ανοικτό χώρο όπου στάθμευσε το όχημα του και εξήλθε από αυτό, αλλά ο Αστυφύλακας 3489 Α. Αριστείδου. Ο ίδιος όπως εξήγησε βρισκόταν πλησίον της περιοχής και ενημερωνόταν μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3489 για το τι λάμβανε χώρα και επενέβηκε όταν έλαβαν οδηγίες να ανακόψουν και ερευνήσουν τον κατηγορούμενο. Παρά την επίμονη αντεξέταση του για τον χώρο όπου εντοπίστηκε και ανακόπηκε ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας επέμενε πως πρόκειται για ανοικτό υπαίθριο χώρο με δασική τυχαία άγρια βλάστηση και υψομετρικές διαφορές, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε πινακίδα ή άλλη ένδειξη ότι επρόκειτο για ιδιωτικό χώρο, ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε τεχνική ή άλλης φύσεως περίφραξη αυτού. Επιπρόσθετα σημείωσε πως στον χώρο μπορεί να επιτευχθεί είσοδος και έξοδος από χωμάτινο ανηφορικό δρόμο στον οποίο κάποιος μπορεί να εντοπίσει παρατημένα αντικείμενα που παραπέμπουν σε σκουπιδότοπο, επισημαίνοντας πως παρά το ότι πράγματι υπήρχαν τοποθετημένοι στο έδαφος δεξιά και αριστερά του χωμάτινου δρόμου δύο πάσσαλοι, δεν υπήρχε οτιδήποτε στερεωμένο πάνω σε αυτούς, ώστε να εμποδίζεται η είσοδος σε αυτό.

 

Ο Αστυφύλακας 3489 Α. Αριστείδου (Μ.Κ.2 στην Δίκη εντός Δίκης)  μέλος και αυτός της ομάδας παρακολούθησης του κατηγορούμενου που είχε μεταβεί στις 19.02.2025 στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου (σχετική η κατάθεση του Τεκμήριο 6), ενημερώθηκε μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3484 Μ. Κοντονικόλα, για τον εντοπισμό του οχήματος του κατηγορούμενου έξω από το αναφερόμενο café, περί της αναχώρησης του στην συνέχεια και της μετάβασης του στην πατρική του οικία στην οδό […], καθώς και της αναχώρησης του από την κατοικία και την είσοδο του στην συνέχεια σε δασική περιοχή προς το χωριό Ασπρογιά. Ενημέρωση μέσω ασυρμάτου έλαβε από τον Αστ. 3484 και για την έξοδο του Κατηγορούμενου από την δασική περιοχή και την κατεύθυνση του προς το χωριό Παναγιά όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, έδαφος του χωριού Παναγιά, όντας επίσης ενήμερος πως στον συγκεκριμένο χώρο ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί και στις 18.02.2025 όπου ασχολήθηκε με την κοπή ξύλων. Κατά την μετάβαση του κατηγορούμενου στο εν λόγω σημείο, ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες όπως ενεργήσει ως παρατηρητής πράγμα το οποίο και έπραξε. Στην συνέχεια και περί ώρα 14:42 είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται του οχήματος του, να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με τρόπο ο οποίος φανέρωνε ότι έλεγχε την περιοχή.

 

Αμέσως μετά είδε τον κατηγορούμενο να φορεί γάντια, να ανεβαίνει πεζός και να προσεγγίζει σημείο το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημα του. Στο εν λόγω σημείο είδε τον Κατηγορούμενο να γονατά στο έδαφος και με τα χέρια του να μετακινεί χώμα. Κατά την παρουσία του εκεί ο Κατηγορούμενος κοίταζε συνεχώς δεξιά και αριστερά. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας τον είδε να βγάζει ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου και να το τοποθετεί στα αριστερά του. Την ίδια στιγμή, τον είδε να βγάζει από το σημείο που έβγαλε το καπάκι προηγουμένως, μια συσκευασία την οποία τοποθέτησε στα αριστερά του. Για όλα τα πιο πάνω, ο μάρτυρας ενημέρωσε την ομάδα παρακολούθησης μέσω ασυρμάτου με τον υπεύθυνο να δίδει οδηγίες όπως ο κατηγορούμενος ανακοπεί και διεξαχθεί έρευνα. Από το σημείο που βρισκόταν ο μάρτυρας ως παρατηρητής, είδε τον Κατηγορούμενο να παραλαμβάνει το άσπρο πλαστικό καπάκι και να το τοποθετεί πίσω στο σημείο που βρισκόταν προηγουμένως και με τα χέρια του να προσπαθεί να το καλύψει με χώμα. Μέλη της ομάδας παρακολούθησης προσέγγισαν τον Κατηγορούμενο φωνάζοντας του δυνατά <<Αστυνομία>> με τον μάρτυρα να μεταβαίνει μετέπειτα στο σημείο της ανακοπής του Κατηγορούμενου. Εκεί είδε από κοντά την συσκευασία την οποία είχε βγάλει ο κατηγορούμενος μαζί με το άσπρο πλαστικό καπάκι από το έδαφος. Στην εν λόγω διαφανή νάιλον συσκευασία υπήρχε κάνναβη και όπως ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από τον Αστ. 3484 ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Στην συνέχεια στο μέρος έφτασαν μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Πάφου όπου και ανέλαβαν την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Από έλεγχο που έκανε ο Αστ. 3326, αφού άνοιξε το άσπρο πλαστικό καπάκι εντόπισε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού που μέσα είχε συνολικά είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες, όμοιες με αυτή που ο μάρτυρας τον είδε να βγάζει προηγουμένως από το εν λόγω σημείο.   

 

Ο μάρτυρας αναγνώρισε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ότι απεικονίζει τον ανοικτό χώρο όπου ο […] είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του και στον οποίο βρέθηκαν τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ενώ υπέδειξε και τα σημεία στάθμευσης και εξόδου του κατηγορούμενου από το όχημα. Επιπρόσθετα αναγνώρισε και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 ήτοι των φωτογραφιών που ελήφθησαν από την σκηνή και περιλαμβάνουν τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν και τα οποία περιγράφει στην κατάθεση του. Μάλιστα σημείωσε πως κατά την παρακολούθηση του Κατηγορούμενου τον οποίο μπορούσε να δεί με γυμνό μάτι, χρησιμοποίησε και κιάλια που είχε μαζί του τα οποία τον βοηθούσαν να βλέπει καλύτερα από απόσταση, ενώ διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν έμεινε ακίνητος σε κάποιο σταθερό σημείο αλλά κινείτο στην περιοχή ανάλογα με τις κινήσεις του Κατηγορούμενου, έτσι ώστε έχει συνεχή οπτική επαφή.

 

Ερωτώμενος για το κατά πόσον υπήρχε οποιοδήποτε ένταλμα έρευνας προτού διεξαχθεί η έρευνα στον συγκεκριμένο τόπο, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και εξήγησε πως με βάση την πληροφορία που είχε ληφθεί από την αστυνομία, γινόταν αναφορά πως τα ναρκωτικά αποκρύπτονταν στην περιοχή της Παναγιάς, χωρίς όμως να υπάρχει στην εν λόγω πληροφορία κάτι περαιτέρω που να δικαιολογούσε την έκδοση εντάλματος έρευνας από πριν. Eπιπρόσθετα σημείωσε πως ο […] όταν είχε μεταβεί την προηγούμενη ημέρα στον συγκεκριμένο χώρο όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, είχε ασχοληθεί με την κοπή ξύλων και όχι με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που να έδιδε την εντύπωση ότι ασχολείτο με τα ναρκωτικά.

 

Αντεξεταζόμενος επεξήγησε πως κατά τον χρόνο που είχε λάβει την πληροφόρηση από τον Αστ. 3484 ότι ο […] κατέληξε στον συγκεκριμένο ανοικτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση του χωριού Παναγιά, ο ίδιος βρισκόταν στην συγκεκριμένη περιοχή οδηγώντας το υπηρεσιακό του όχημα και τοποθετήθηκε ως ο μοναδικός παρατηρητής. Επί του Τεκμηρίου 2, υπέδειξε χρωματίζοντας με μπλε χρώμα την ακτίνα που κάλυπτε στον χώρο που βρισκόταν πεζός διευκρινίζοντας πως δεν έμεινε σε συγκεκριμένο στατικό σημείο αλλά κάλυπτε μια λωρίδα χώρου ώστε να μπορούσε να είχε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο. Η παρακολούθηση του κατηγορούμενου από το συγκεκριμένο σημείο υπήρξε συνεχής και αδιάκοπη ενημερώνοντας μέσω ασυρμάτου και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, ενώ όπως εξήγησε οι οδηγίες για επέμβαση και ανακοπή δόθηκαν και αυτές μέσω ασυρμάτου τις οποίες άκουσε και ο ίδιος. Μάλιστα και επί του Τεκμηρίου 4 και συγκεκριμένα επί της φωτογραφίας ΕΑ12 υπέδειξε με το γράμμα Χ το σημείο που βρισκόταν όταν είδε τον […] να γονατά στο έδαφος φορώντας γάντια και επεξήγησε πως ο ίδιος, όταν δόθηκαν οδηγίες για είσοδο στον τόπο και διεξαγωγή έρευνας, προτού εισέλθει στο χώρο, παρέμεινε στο σημείο όπου βρισκόταν, μέχρι οι συνάδελφοι του, και συγκεκριμένα ο Αστ. 3484, να έχουν οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο.

 

Ο ίδιος όπως ανέφερε δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η μοναδική είσοδος για οχήματα στο συγκεκριμένο τεμάχιο είναι αυτή που φαίνεται στην φωτογραφία με στοιχεία WL3 επί του Τεκμηρίου 4 την οποία και δεν αναγνώρισε, διευκρινίζοντας όμως πως ο ίδιος δεν είχε χρησιμοποιήσει την συγκεκριμένη είσοδο για να εισέλθει και να εξέλθει του τεμαχίου, ούτε και προέβηκε σε οποιαδήποτε έλεγχο στον χώρο για να διαπιστώσει αν υπήρχαν άλλοι εισόδοι και εξόδοι. Σε υποβολές ότι ο κατηγορούμενος εκτός από εργοδηγός εργαζόταν επαγγελματικά με την κοπή και πώληση ξυλείας χρησιμοποιώντας μάλιστα αποκλειστικά το συγκεκριμένο χωράφι για τον σκοπό αυτό, ανέφερε πως το μόνο που μπορεί να επιβεβαιώσει είναι ότι πράγματι την προηγούμενη ημέρα ο […] είχε ασχοληθεί με την κοπή ξυλείας στον χώρο αυτό χωρίς να μπορεί να γνωρίζει αν την ξυλεία αυτή την πουλά, ενώ σημείωσε πως στις 19.02.2025 είδε τον […] να προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφει στην κατάθεση του και συγκεκριμένα να βγάζει την συσκευασία από το χώμα. Τέλος επέμενε στην θέση πως δεν μπορεί να γνωρίζει αν πράγματι η μοναδική είσοδος του χωραφιού είναι αυτή που απεικονίζεται στις φωτογραφίες WL3 και WL2 του Τεκμηρίου 4 αφού ο ίδιος εισήλθε από άλλο σημείο του βουνού, ενώ αρνήθηκε την θέση ότι δεν είχε οπτική επαφή με τον [….] επισημαίνοντας μάλιστα ότι αυτή ήταν συνεχής.

 

Από πλευράς Υπεράσπισης κλήθηκαν και κατέθεσαν στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας τρεις μάρτυρες.

 

Ο Μάριος Παπαγεωργίου (Μ.Υ.1 στην Δίκη εντός Δίκης) παρουσιάστηκε από πλευράς Υπεράσπισης και χωρίς αυτό να τυγχάνει αμφισβήτησης ως προσοντούχος (σχετικό το Τεκμήριο 8) Αγρονόμος, Τοπογράφος Μηχανικός, Εγγεγραμμένο Μέλος του ΕΤΕΚ,  ο οποίος έλαβε οδηγίες και ετοίμασε την Τεχνική Έκθεση (Τεκμήριο 7) που αφορά την πλήρη εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου 853, Φ/Σχ/ 36/51, Αρ. Εγγραφής 0/5851 που ευρίσκεται στο Χωριό Πάνω Παναγιά της Επαρχίας Πάφου εντός του οποίου εντοπίστηκε και ανακόπηκε ο κατηγορούμενος με τα ναρκωτικά, την αποτύπωση και χαρτογράφηση των υψομετρικών διαφορών που αφορούν τόσο το εν λόγω τεμάχιο και της ευρύτερης περιοχής μελέτης, καθώς και την επίγεια αλλά και εναέρια φωτογράφηση τόσο του τεμαχίου 853 όσο και της περιοχής στο οποίο αυτό ευρίσκεται.

 

Αναγνώρισε το φωτογραφικό υλικό που ο ίδιος έλαβε και αποτελεί τα Τεκμήρια 4 και 9, το Τεκμήριο 5 που εξασφάλισε που αποτελεί ορθοφωτογραφία του τεμαχίου 853 με τα σύνορα του, καθώς επίσης και τους χάρτες που ο μάρτυρας ετοίμασε μετά από την διαδικασία αποτύπωσης και οριοθέτησης του τεμαχίου 853 και αποτελούν το Τεκμήριο 10 που περιλαμβάνουν τα σύνορα του τεμαχίου 853 και των γειτονικών τεμαχίων, καθώς και τις ισοϋψείς καμπύλες που περιγράφουν το ανάγλυφο του εδάφους και το οποίο καταγράφει με λεπτομέρεια στην τελευταία σελίδα/σχέδιο του Τεκμηρίου 10. Σημείωσε πως μέρος των καθηκόντων του ήταν να χαρτογραφήσει το τεμάχιο 853 και την ευρύτερη περιοχή, δηλαδή να πάρει από διάφορα σημεία το διαφορετικό υψόμετρο ή γραμμές που υπήρχαν και να τις αναλύσει στον υπολογιστή για να εξάγει στην συνέχεια τις λεγόμενες ισοϋψείς καμπύλες, δηλαδή το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους χωρίς την βλάστηση και τα οποία αναγράφει αναλυτικά με αριθμούς πάνω στις κόκκινες γραμμές επί του τελευταίου σχεδίου του Τεκμηρίου 10, δηλαδή ως εξήγησε κάθε αριθμός τον οποίο καταγράφει σε κάθε κόκκινη γραμμή αφορά το υψόμετρο του σημείου που αποτύπωσε με αναφορά από την μέση στάθμη της θάλασσας.   

 

Μάλιστα προς το σκοπό διεξαγωγής της εργασίας του ως αναφέρει και στην Τεχνική του Έκθεση (Tεκμήριο 7), αυτός επισκέφθηκε το τεμάχιο στις 21.11.2025, 13.12.2025 και στις 21.01.2026 με την τελευταία ημερομηνία να αφορά την από μέρους του μάρτυρα φωτογράφιση και βιντεοσκόπηση χρησιμοποιώντας μάλιστα κοντάρι ύψους 1.80cm το οποίο κρατούσε (δηλαδή το ύψος του παρατηρητή Μ.Κ.2) και στο οποίο τοποθέτησε την κάμερα του, από το σημείο παρατήρησης που του είχε υποδειχθεί προς το σημείο όπου βρισκόταν θαμμένο το ντεπόζιτο επί του τεμαχίου 853 και αυτό για να διαπιστωθεί μετά από αναπαράσταση αν υφίστατο ορατότητα. Σε σχέση με την τελευταία αυτή εργασία και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε, παρουσίασε σχετικό φωτογραφικό υλικό σε έντυπη μορφή (Τεκμήριο 11) αλλά και 8 βίντεο σε ψηφιακή μορφή (Τεκμήριο 12) που αποτυπώνουν είτε το σημείο παρακολούθησης είτε το σημείο όπου βρισκόταν το ντεπόζιτο.   

 

Ο μάρτυρας υποστήριξε την θέση πως εντόπισε μόνο μία είσοδο (από την οποία θα μπορούσε να έχει πρόσβαση ένα όχημα) για το τεμάχιο 853 την οποία και υπόδειξε επί των φωτογραφιών ΕΑ9 και ΕΑ12 του Τεκμηρίου 4, ενώ εξέφρασε την θέση πως τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εν λόγω τεμαχίου το καθιστούν ευδιάκριτο μέσω της γεωμορφολογίας των πρανών και των όχτων που υπάρχουν καθώς και της βλάστησης που αναπτύχθηκε σε αυτά με αποτέλεσμα να είναι κατανοητό κατά τον μάρτυρα πως πρόκειται για ένα περίκλειστο τεμάχιο. Μάλιστα σημείωσε πως στην βόρεια πλευρά (που εφάπτεται δημόσιου ασφαλτοστρωμένου δρόμου) και ανατολική πλευρά του τεμαχίου υπάρχει συνεχής γραμμή πρανούς και όχτου, ενώ στην νότια πλευρά που το τεμάχιο εφάπτεται με τα τεμάχια 423, 429, 1014 και 427 υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά, δηλαδή υπάρχει στον χώρο πλαγιά που καθορίζει και τα σύνορα του τεμαχίου, ενώ τέλος ερωτώμενος και για το σύνορο του τεμαχίου από την ανατολική πλευρά δηλαδή στο σημείο που γειτνιάζει με το αμπέλι (τεμάχιο 618) σημείωσε πως υπάρχει η συνεχής γραμμή του πρανούς με τον δημόσιο δρόμο που πρόκειται για γραμμές και όχτους που είναι συνεχείς περιμετρικά του τεμαχίου με αποτέλεσμα να κάνει το τεμάχιο 853 να ξεχωρίζει από το τεμάχιο 618. 

 

Τέλος σε σχέση με την τελευταία του επίσκεψη στο τεμάχιο στις 21.01.2026 για την οποία κάνει αναφορά στις τελευταίες δύο παραγράφους της Τεχνικής του Έκθεσης (Τεκμήριο 7) επεξήγησε πως είχε μεταβεί εκ νέου στον χώρο για σκοπούς φωτογράφησης και βιντεογράφισης από το σημείο παρατήρησης που του είχε υποδειχθεί και το οποίο υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 2 που βρίσκεται επί του αμπελιού (τεμάχιο 618) έτσι ώστε να διαπιστώσει αν υπήρχε ορατότητα προς το επίμαχο σημείο, ήτοι το σημείο που βρισκόταν το ντεπόζιτο εντός του τεμαχίου 853. Μάλιστα προβάλλοντας τα βίντεο που περιλαμβάνονται επί του Τεκμηρίου 12 και δοκιμάζοντας διάφορα οπτικά ζουμ (μεγέθυνση της εικόνας) εξέφρασε την θέση πως δεν φαίνεται από το σημείο παρατήρησης το στόμιο του ντεπόζιτου ενώ όταν χρησιμοποίησε για σκοπούς αναπαράστασης άτομο που τον έβαλε να σκύψει στο σημείο του ντεπόζιτου ανέφερε, πως την ώρα που σκύβει το πρόσωπο αυτό, εξαφανίζεται αφού υπάρχει θάμνος μπροστά που καλύπτει πλήρως τον άνθρωπο και δεν μπορεί να καταλάβει τι κάνει την ώρα που βρίσκεται γονατιστός πάνω από το ντεπόζιτο.  

 

Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι στο βίντεο με αριθμό 615 στα πλαίσια της αναπαράστασης στην οποία ο μάρτυρας προέβηκε, μπορεί να δει κάποιος ότι φαίνονται τόσα τα πόδια όσο και η φτέρνα του προσώπου που απεικονίζεται στο βίντεο και βρίσκεται στο επίμαχο σημείο του ντεποζίτου, με τον μάρτυρα όμως να μην επιθυμεί να τοποθετηθεί στο κατά πόσον από την στιγμή που φαινόταν το παπούτσι και η φτέρνα του προσώπου θα μπορούσε κάποιος να δει και το καπάκι του ντεποζίτου, επαναλαμβάνοντας πως ο ίδιος περιέγραψε τα όσα αποτύπωσε στα δικά του βίντεο κατά τον χρόνο της επίσκεψης του. Συμφώνησε πως αυτό που εμποδίζει την ορατότητα είναι κάποια φυλλώματα και θάμνοι που βρίσκονται στον χώρο και ότι η δική του επίσκεψη έγινε στις 21.01.2026 χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει, αφού δεν είναι γεωπόνος όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αν τα φυτά και οι θάμνοι αυτοί ή το μέγεθος τους ήταν κατά τον επίδικο χρόνο που έγινε το συμβάν (19.02.2025) σε θέση να περιορίσουν ή όχι την ορατότητα του παρατηρητή να δει τις ενέργειες του προσώπου που βρισκόταν σκυμμένο πάνω από το ντεπόζιτο.

 

Μάλιστα συμφώνησε αρχικά πως από την πλευρά που ξεκινά το αμπέλι (τεμάχιο 618) φαίνεται να υπάρχει στην αρχή ένα μονοπάτι που οδηγεί προς το τεμάχιο 853 το οποίο ο ίδιος όμως θεωρεί ως μέρος του τεμαχίου 853, σημειώνοντας πως κάποιος για να εισέλθει μέσα στο τεμάχιο θα πρέπει ως χαρακτηριστικά ανέφερε να υπερβεί το εμπόδιο του φυσικού όχτου και της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει. Ερωτώμενος όμως αν υπάρχει έστω και ένα σημείο επί του τεμαχίου 853 όπου κάποιος μπορεί να εισέλθει χωρίς να χρειάζεται ούτε να ανεβεί αλλά ούτε και να κατεβεί ο μάρτυρας συμφώνησε ότι υπάρχει τέτοια πρόσβαση, επιμένοντας όμως ότι κάποιος αντικειμενικά γνωρίζει ότι υπερβαίνει ένα φυσικό φραγμό αφού υπάρχει εκεί όχτος. Το ακίνητο ήταν ακαλλιέργητο ως ο μάρτυρας επεξήγησε, αλλά είδε να υπήρχαν, εκτός από την άγρια βλάστηση ήτοι τα πεύκα που βρίσκονταν στα δυτικά και νότια του τεμαχίου που βρίσκεται το μεγάλο πρανές, και δέντρα αλλά και αποξηραμένες κουζούπες που καταδείκνυαν ότι κάποιος τα καλλιεργούσε τουλάχιστον στο παρελθόν. Μάλιστα συνέχισε να επιμένει πως η φυσική βλάστηση επί των πρανών αποτελεί το φυσικό όριο του τεμαχίου και συναντάτε σε συνεχή γραμμή επί των πρανών.

 

Συμφώνησε πως σε κανένα σημείο του τεμαχίου 853 δεν υπάρχει τέλι ή περίφραξη επεξηγώντας όμως πως στην είσοδο του υπάρχουν δύο στύλοι δημιουργώντας του την εντύπωση πως πρόκειται για ιδιωτική περιουσία, ενώ η ύπαρξη στον χώρο της τσίγκινης πόρτας λόγω και του μήκους της, του έδιδε την εντύπωση παρά και την ύπαρξη πολλών σκουπιδιών ότι ήταν εκεί με σκοπό να αποκόπτει την πρόσβαση και την διέλευση άλλων στο τεμάχιο.      

 

Τέλος ανέφερε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο παρατηρητής θα μπορούσε να δει το πρόσωπο που βρισκόταν σκυμμένο στο ντεπόζιτο να ξεβιδώνει και να βγάζει το καπάκι και να αφαιρεί από αυτό οποιοδήποτε πακέτο, επαναλαμβάνοντας πως κατά την δική του αυτοψία στον χώρο δεν μπορούσε να δει τι έκαμνε το πρόσωπο που είχε χρησιμοποιήσει στις δικές του δοκιμές και βρισκόταν σκυμμένος στο σημείο του ντεποζίτου.

  

Ο Κώστας Τρικούπης (Μ.Υ.2 στην Δίκη εντός Δίκης) κλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης για να παρουσιάσει όπως και έπραξε στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμ. 13. Πρόκειται ουσιαστικά για τον επιστάτη του Κατηγορούμενου στην εταιρεία στην οποία ο τελευταίος δούλευε τα τελευταία ένα με δύο χρόνια πριν από την σύλληψη του. Η μαρτυρία του ήταν σύντομη, με τον μάρτυρα να σημειώνει ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενου του είχε ζητήσει, αν δεν χρειαζόταν να εργάζεται κάθε μέρα, να μην έρχεται γιατί ασχολείται με την κοπή και πώληση ξύλων, και έτσι ο κατηγορούμενος δεν πήγαινε κάθε μέρα στην δουλειά. Ο ίδιος δεν υποψιάστηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με ναρκωτικά, ενώ σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, την οποία επίσης δήλωσε πως δεν γνώριζε, ανέφερε ότι πριν από τρείς εβδομάδες περίπου, ο κατηγορούμενος του ζήτησε αν μπορούσε να του δώσει €500 για να πληρώσει το ενοίκιο του, πράγμα όμως που ο μάρτυρας δεν έκανε. Ερωτώμενος αν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ασχολείτο με την κοπή ξύλων ανέφερε πως τον είχε δει, δύο με τρεις φορές που είχε έρθει στην δουλεία έχοντας ξύλα μέσα στο αυτοκίνητο του, αλλά δεν γνώριζε ούτε του είχε πει ο κατηγορούμενος που έκοβε τα ξύλα αυτά.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν κάποιος για την κοπή και πώληση ξύλων χρειάζεται άδεια το Τμήμα Δασών, ενώ ερωτώμενος αν κατά την άφιξη του κατηγορούμενου στην δουλειά έχοντας ξύλα στο αυτοκίνητο του, τους είχε πει ότι αυτά ήταν προς πώληση, απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας στην συνέχεια πως δεν ήξερε αν ο κατηγορούμενος πωλούσε τα ξύλα που έκοβε. Σε νέα ερώτηση αν ήξερε ή υπέθετε ότι είχε άλλους πελάτες ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν ήξερε, ενώ ερωτώμενος ξανά αν η γνώση του για το θέμα της κοπής και πώλησης ξύλων από τον κατηγορούμενο προέρχεται από αυτό που του είχε πει ο τελευταίος, ο μάρτυρας απάντησε πως ο Κατηγορούμενος του είχε πει αυτό που λέει στην κατάθεση του δηλαδή ότι αυτός δεν ήθελε να έρχεται κάθε μέρα στην δουλειά γιατί πάει και κόβει ξύλα, ενώ πέρασε και κάποιες φορές στην δουλειά με ξύλα. Τέλος επανέλαβε πως δεν γνωρίζει τα οικονομικά του κατηγορούμενου, ενώ εξήγησε πως όταν είχαν δουλειά, ο κατηγορούμενος ερχόταν κανονικά στην εργασία του από το πρωί μέχρι την νύκτα.

 

Επανεξεταζόμενος στην μοναδική ερώτηση που του τέθηκε από τον κ. Σατολιά του ζητήθηκε να διευκρινίσει τι ισχύει τελικά αφού στην κατάθεση του αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την κοπή και πώληση ξύλων, ενώ κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε μόνο για την κοπή ξύλων, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι ο κατηγορούμενος έκοβε ξύλα και όχι εάν τα πωλούσε.

 

Ο Ανδρέας Αγαθοκλέους (Μ.Υ.3 στην Δίκη εντός Δίκης) ιδιοκτήτης αμπελιού το οποίο αναγνώρισε και υπέδειξε επί του Τεκμ. 5 αφού πρόκειται ουσιαστικά για το τεμάχιο 618 το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο 853 εντός του οποίου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, ανέφερε κατά την μαρτυρία του, πως το αμπέλι του το καλλιεργεί κάθε χρόνο πράγμα το οποίο έπραξε και κατά το έτος 2025, και ότι το αμπέλι ήταν  εγγεγραμμένο στον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ). Επί του ίδιου τεκμηρίου υπέδειξε επίσης ως αυτό που σκιαγραφείτε με κίτρινο χρώμα ότι πρόκειται για το αμπέλι του […] αναγνωρίζοντας το πρόσωπο αυτό ως τον κατηγορούμενο, ενώ ερωτώμενος αν είχε επικοινωνήσει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας καθ όλη την περίοδο του 2025 ούτως ώστε να του δώσει άδεια να εισέλθει στο αμπέλι του, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν είχε επικοινωνήσει κανένας μαζί του. Σημείωσε πως αυτός που είχε επικοινωνήσει μαζί του ήταν ο Δημήτρης Τσολακίδης (δικηγόρος του κατηγορούμενου) στον οποίο έδωσε άδεια να μπουν μέσα στο αμπέλι του για να βγάλουν φωτογραφίες και δεν έδωσε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο άδεια για είσοδο σε αυτό.

 

Αντεξεταζόμενος συμφώνησε πως ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για ότι ερωτηθεί και να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του, διευκρινίζοντας μάλιστα πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την Αστυνομία, ενώ ασκεί και τα καθήκοντα του “Παρατηρητή της Γειτονιάς”. Εντός του 2025 και αφού είχε εκ των υστέρων ενημερωθεί ότι είχε μπει κάποιος Αστυνομικός στο χωράφι του κατά την διάρκεια του καθήκοντος του και ερωτώμενος αν διαπίστωσε οποιαδήποτε ζημιά, ανέφερε πως δεν είδε κάτι, διευκρινίζοντας πως δεν γνώριζε που ήταν ο Αστυνομικός για να πάει να κοιτάξει, ενώ σημείωσε πως ζημιές υπάρχουν πάντα που μπορεί να προέρχονται και από ζώα. Κατά την υπόδειξη των φωτογραφιών ΕΑ9 και ΕΑ12 του Τεκμηρίου 4, συμφώνησε πως η είσοδος στο χωράφι του μπορεί να επιτευχθεί από το σημείο του ασφάλτινου δρόμου προς το χωματόδρομο που φαίνεται να οδηγεί μέσα στο χωράφι και την φυτεία από κουζούπες, διαφώνησε όμως στην θέση του κ. Χατζηκύρου ότι σε περίπτωση εισόδου από εκεί μέλους της Αστυνομίας και προχωρώντας καθ όλο το μήκος των συνόρων του τεμαχίου του με το διπλανό με κατεύθυνση προς το δέντρο που δεν έχει φύλλα μέχρι το δέντρο με το φύλλωμα δεν θα προκαλούσε καμία ζημιά, με τον μάρτυρα να υποδεικνύει ότι υπάρχουν φυτά στο μονοπάτι αυτό και μάλιστα σημείωσε πως ο ίδιος για να περάσει από το σημείο αυτό πάει ζικ ζάκ, ενώ υπάρχει και κλήση 60 μοιρών. 

 

Συμφώνησε πως τόσο στη φωτογραφία ΕΑ9 αλλά και ΕΑ12 (Τεκμήριο 4) φαίνεται να υπάρχει ένα μονοπάτι που ξεκινά από το τεμάχιο του και συνεχίζει εντός του γειτονικού τεμαχίου, το οποίο όμως χαρακτήρισε πως “δεν είναι για ανθρώπους”, ενώ σημείωσε πως υπάρχει υψομετρική διαφορά από το δικό του αμπέλι για να πας στο αμπέλι του κατηγορούμενου. Συμφώνησε βεβαίως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του πως υπάρχει άλλο σημείο αμέσως μετά όπου τα δύο τεμάχια εφάπτονται με ένα φυσικό σύνορο το οποίο είναι διαβατό από άνθρωπο.  

 

Αναφορικά με την ολιγόλεπτη είσοδο της Αστυνομίας στο χωράφι του για σκοπούς παρακολούθησης του κατηγορούμενου κατά το έτος 2025, ο ίδιος συμφώνησε πως δεν έκαμε οποιοδήποτε παράπονο σε κάποιο Αξιωματικό της Αστυνομίας ή την Αρχή Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Ερωτώμενος μάλιστα αν τώρα που γνωρίζει για την συγκεκριμένη είσοδο, θα έδινε την εκ των υστέρων έγκριση του στην Αστυνομία η οποία πήγε και έκανε το καθήκον της, απάντησε πως “ο νόμος λέει να πάεις να βγάλεις ένταλμα” και πως το σωστό θα ήταν πως “θα έπρεπε να ερωτηθεί”, ενώ σε επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση από τον κ. Χατζηκύρου αν τώρα που το ξέρει πως η είσοδος δεν ήταν για να του κάνουν κάποια ζημιά αλλά για την εκτέλεση των καθηκόντων της Αστυνομίας για μια σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών, επέμεινε πως θα έπρεπε να εκδοθεί κάποιο ένταλμα, να τον ρωτήσουν και πως δεν μπορεί να τοποθετηθεί αν θα έδινε τώρα, δηλαδή εκ των υστέρων, την έγκριση του στην Αστυνομία ή όχι.

 

Σε σχέση με τις επισκέψεις του στο αμπέλι του αλλά και την κατάσταση τόσο του δικού του όσο και αυτό του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε πως όσες φορές ο ίδιος μετέβη στο αμπέλι του, δεν είδε τον […] να βρίσκεται στο δικό του χωράφι, ενώ συμφώνησε πως σε αντίθεση με το αμπέλι του που είναι καλλιεργημένο και περιποιημένο, το χωράφι του κατηγορούμενου φαίνεται ακαλλιέργητο για πολλά χρόνια. Συμφώνησε επίσης πως σε συγκεκριμένο σημείο που του υποδείχθηκε επί της φωτογραφίας ΕΑ9 του Τεκμηρίου 4 φαίνεται να υπάρχει δασώδης βλάστηση από πεύκα αλλά δεν δέχθηκε την γενική θέση πως το ακίνητο του κατηγορούμενου έχει μέσα γενικά δασώδη βλάστηση, πεύκα και θάμνους.

 

Επανέλαβε πως για να εισέλθει κανείς στο δικό του αμπέλι πρέπει να θέλει να το πετύχει και αυτό λόγο της κλίσης που παρουσιάζει, επισημαίνοντας πως θα είχε παράπονο ως ιδιοκτήτης του τεμαχίου αν κάποιος έμπαινε μέσα, έκανε ζημιά και το μάθαινε μετά, ενώ σε υπόδειξη πως στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για αστυνομικό που εισήλθε στο αμπέλι του για την πάταξη του εγκλήματος και των ναρκωτικών χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει αν του προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά σε αυτό, ο μάρτυρας περιορίστηκε στο να αναφέρει πως θα μπορούσε το άτομο αυτό να μπει για οτιδήποτε άλλο. 

 

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία για σκοπούς της δίκης εντός δίκης.

 

Μετά το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Έχουμε εξετάσει με προσοχή τα όσα έχουν αναφέρει και τα έχουμε αποτιμήσει. Προς αποφυγή αχρείαστης επιβάρυνσης της παρούσας απόφασης, δεν κρίνουμε σκόπιμο να τα επαναλάβουμε. Θα αναφερθούμε σε αυτό εκεί και όπου χρειάζεται πιο κάτω (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).  

 

 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Αποτελεί καθιερωμένη αρχή, πως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι στοιχεία μαρτυρίας που επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο δεν μολύνονται από αντισυνταγματική, παράνομη ή άλλως πως επιλήψιμη ενέργεια ή παράλειψη της Αστυνομίας. 

 

Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Προσεγγίσαμε, λοιπόν, τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ειδικότερα του κατηγορούμενου (εδώ ο κατηγορoύμενος δεν έχει καταθέσει).  Αυτή η αναγκαιότητα επιβάλλει περιορισμούς στο σχολιασμό της μαρτυρίας αλλά και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ.Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας (1968) 2 Α.Α.Δ. 169, Πετρή ν. Αστυνομίας (1968) 2 Α.Α.Δ. 40).

 

Παρακολουθήσαμε με προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχαμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αντιπαραβάλλοντας και εξετάζοντας τα λεγόμενά τους υπό το φως της υπόλοιπης προσκομισθείσας μαρτυρίας.

 

Η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής δεν παρουσιάζει αντιφάσεις, κενά ή αδυναμίες και αμφότεροι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής άφησαν πολύ καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο για τα θέματα που κατέθεσαν. Η μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας αλληλοϋποστηρίζεται.   

 

Ο Μ.Κ.2 προχώρησε παραθέτοντας με λεπτομερή περιγραφή τα όσα είδε ο ίδιος να εκτυλίσσονται εντός του συγκεκριμένου χώρου από πλευράς κατηγορούμενου από τον χρόνο άφιξης του στο μέρος μέχρι και την ανακοπή του. Ο βαθμός των λεπτομερειών της περιγραφής των γεγονότων και η σταθερότητα του μάρτυρα σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν προσέδιδαν πειστικότητα στα λεγόμενά του. Δεν εντοπίσαμε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπεκφυγές στον τρόπο που κατέθεσε. Η πλευρά της υπεράσπισης περιορίστηκε σε γενικές υποβολές προς τον μάρτυρα ότι αυτός, από το σημείο που βρισκόταν ως παρατηρητής, δεν θα μπορούσε να έχει οπτική επαφή μαζί του, όμως, ο μάρτυρας με ευθύτητα λόγου και χωρίς υπεκφυγές, με τρόπο που ενέπνεε βεβαιότητα για την αλήθεια των λεχθέντων του, επέμεινε ότι όντως είχε συνεχή οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο από το σημείο που βρισκόταν, με τη χρήση καλιών, εξού και παράλληλα ενημέρωνε τους συναδέλφους του μέσω ασυρμάτου. Σημειώνουμε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του Αστ. 3489 από πλευράς υπεράσπισης δεν του υποδείχθηκε οποιοδήποτε βίντεο του Τεκμηρίου 12 ή οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11 ώστε ο ίδιος να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των θέσεων που προέβαλε από μέρους της Υπεράσπισης ο Αγρονόμος, Τοπογράφος Μηχανικός κ. Παπαγεωργίου (Μ.Υ.1), ότι δηλαδή ένεκα της βλάστησης που υπήρχε στον χώρο, δεν υπήρχε δυνατότητα ορατότητας από το σημείο παρατήρησης προς το σημείο που βρισκόταν θαμμένο το ντεπόζιτο.

 

Η περιγραφή του ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου ενώ βρισκόταν στο χωράφι, λίγο πριν να αποφασιστεί η διεξαγωγή έρευνας στο χώρο,  επιβεβαιώνεται και από τα όσα, αμέσως μετά, εντοπίστηκαν κατά την έρευνα στο χώρο, δηλαδή ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο πλησίον του ντεπόζιτου, με το καπάκι αυτού ανοικτό και με τη νάιλον συσκευασία πάνω στο χώμα, δίδοντας έτσι αληθοφάνεια και λογική συνοχή στα λεγόμενά του. Δεν αντεξετάστηκε ούτε και του τέθηκαν συγκεκριμένες υποβολές από την πλευρά της υπεράσπισης σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου πριν την διεξαγωγή της έρευνας, ως τις περιέγραψε ο Μ.Κ.2. Παρατηρούμε επιπρόσθετα ότι για το ζήτημα αυτό δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης.

 

Ως διαφαίνεται και από το οπτικογραφικό υλικό που παρουσίασε ο εμπειρογνώμονας τοπογράφος, οι παρατηρήσεις του και τα συμπεράσματα που εξάγει ως προς το βαθμό ορατότητας που υπήρχε μεταξύ του σημείου όπου βρισκόταν ο Μ.Κ.2 και του σημείου όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος στηρίζονται στις συνθήκες βλάστησης που υπήρχαν στο χωράφι ένα χρόνο μετά την διεξαγωγή της υπό κρίσης έρευνας, με αποτέλεσμα, νοούμενου ότι αυτές δυνατόν να διαφέρουν,  η μαρτυρία του Αστ. 3489 να μην συγκρούεται απαραίτητα με αυτήν του τοπογράφου. Ο τοπογράφος, ως ο ίδιος αποδέχτηκε, δεν μπορούσε να γνωρίζει ποια ήταν η μορφολογία κατά την επίδικη ημερομηνία εντοπισμού και ανακοπής του κατηγορούμενου στον συγκεκριμένο χώρο λόγω φυσικών αλλαγών στην βλάστηση, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του Αστ. 3489 σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την παρακολούθηση του κατηγορούμενου στις 19.02.2025 να αποτελεί ουσιαστικά η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις θέσεις που εκφράστηκαν μέσω της μαρτυρίας του Τοπογράφου οι οποίες και βασίστηκαν στην αναπαράσταση που προέβηκε στον χώρο ένα χρόνο μετά και ενδεχομένως υπό διαφορετικές συνθήκες μορφολογίας της βλάστησης.

 

Σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Κ.1. ο οποίος επίσης άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο απλά θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι η μαρτυρία του υποστηρίζει ουσιαστικά την μαρτυρία που δόθηκε από τον Μ.Κ.2. ως προς την αλληλουχία των γεγονότων ως αυτά έτυχαν περιγραφής από αμφότερους τους μάρτυρες κατηγορίας και τα οποία αποδεχόμαστε, ενώ δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι ήταν αυτός που όταν δόθηκε η οδηγία για ανακοπή, εισήλθε πρώτος στο επίδικο τεμάχιο και αφού εντόπισε τον κατηγορούμενο με την συσκευασία κάνναβης στην κατοχή του μαζί με τα υπόλοιπα τεκμήρια προχώρησε στην αυτόφωρη σύλληψη του.   

 

Ομοίως,  σε σχέση με την μαρτυρία που η υπεράσπιση παρουσίασε και ιδιαίτερα την μαρτυρία του Αγρονόμου, Τοπογράφου Μηχανικού κ. Παπαγεωργίου (M.Y.1), σημειώνεται πως μέρος αυτής που αφορά τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την έξαρση συμπερασμάτων στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία. Και αυτό διότι η από μέρους του επιτόπια επίσκεψη για σκοπούς διαπίστωσης αν υπήρχε πράγματι ορατότητα από τον παρατηρητή από το σημείο παρακολούθησης προς το σημείο που βρισκόταν θαμμένο το ντεπόζιτο, έλαβε χώρα σχεδόν ένα χρόνο μετά (21.01.2026) της ημερομηνίας που εντοπίστηκε και ανακόπηκε ο κατηγορούμενος με τα ναρκωτικά (19.02.2025), χωρίς ο μάρτυρας να είναι σε θέση να γνωρίζει, ούτε και επιθυμούσε να τοποθετηθεί θετικά επί τούτου, αν κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε δυνατότητα ορατότητας ή όχι. Ο ίδιος ξεκαθάρισε επανειλημμένα κατά την αντεξέταση του, πως οι θέσεις που εξέφρασε υποστηριζόμενες μάλιστα από τα βίντεο που παρουσίασε, αφορούσαν τις συνθήκες της βλάστησης και της ορατότητας που υπήρχαν κατά την επίσκεψη του στον χώρο στις 21.01.2026, δεχόμενος μάλιστα πως ακόμα και στο βίντεο με αριθμό 615 που λήφθηκε στις 21.01.2026 μπορεί να δει κάποιος ότι φαίνονται τόσα τα πόδια όσο και η φτέρνα του προσώπου που απεικονίζεται στο βίντεο και βρισκόταν στο σημείο όπου ήταν θαμμένο το ντεπόζιτο.

 

Σε σχέση με τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε περί των τοπογραφικών και υψομετρικών χαρακτηριστικών του ακινήτου 853 καθώς και της βλάστησης που βρίσκεται εντός αυτού δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς κατηγορούσας αρχής, ούτως η άλλως αυτός συμφώνησε επίσης πως σε κανένα σημείο του τεμαχίου 853 δεν υπάρχει τέλι ή περίφραξη. Το συμπέρασμα του πως η ύπαρξη των δύο στύλων στην μοναδική κατά τον μάρτυρα είσοδο του τεμαχίου δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για ιδιωτική περιουσία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Και αυτό διότι μπορεί να διαφαίνεται ότι η μοναδική είσοδος για σκοπούς πρόσβασης εντός του τεμαχίου με όχημα ήταν αυτή που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες ΕΑ9 και ΕΑ12 του Τεκμηρίου 4, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος του χωραφιού, θα μπορούσε κάποιος να εισέλθει εντός αυτού πεζός όπως έπραξε και ο Αστ. 3489 Α. Αριστείδου αφού πέραν μιας υψομετρικής διαφοράς που φαίνεται να υπήρχε σε κάποια σημεία του τεμαχίου και του όχτου με ή χωρίς βλάστηση, αυτά δεν αποτελούσαν εμπόδια για την είσοδο ενός πεζού προσώπου εντός του τεμαχίου. Αυτό είναι εμφανές και από τις διάφορες φωτογραφίες του χωραφιού που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε και εμείς.

 

Ο Μ.Υ.2, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης να καταθέσει για την ισχυριζόμενη αναφορά του Κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του για κατ ισχυρισμό δραστηριοποίηση του πρώτου με την κοπή και πώληση ξύλων, διαφάνηκε πως τελικά η γνώση του συγκεκριμένου μάρτυρα για το ζήτημα αυτό ως ο ίδιος ο μάρτυρας επεξήγησε στα πλαίσια της επανεξέτασης του, ήταν μόνο για την κοπή ξύλων και όχι για την πώληση αυτών. Ούτως η άλλως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος θεάθηκε και στις 18.02.2025 να επιδίδεται στην κοπή ξύλων δεν τυγχάνει αμφισβήτησης, αφού αυτό αναφέρθηκε και από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας. Κατέστη όμως επίδικο το κατά πόσον αυτός δραστηριοποιείτο και επαγγελματικά στο χωράφι και άρα εάν το χρησιμοποιούσε ως “επαγγελματικό υποστατικό”. Ο Μ.Υ.2 ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος έκοβε ξύλα με σκοπό την πώλησή τους, ούτε έχει τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να υποστηρίξει κάτι τέτοιο, ή έστω ότι η κοπή ξυλιάς από τον κατηγορούμενο στον συγκεκριμένο χώρο, συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με οποιονδήποτε εμπορικό ή οικονομικό σκοπό. Συνακόλουθα, η σχετική επιχειρηματολογία περί χρήσης του υποστατικού για “επαγγελματικούς σκοπούς” δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας.

 

Τέλος, στρεφόμενοι στη μαρτυρία του Μ.Υ.3, δεν έχουμε παρά να σημειώσουμε πως αυτός δεν έδωσε την εντύπωση αμερόληπτου και αντικειμενικού μάρτυρα, απεναντίας διαφάνηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τις θέσεις της υπεράσπισης και αυτό προέκυψε ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του, αφού η κυρίως εξέταση του ήταν σύντομη και με περιορισμένη θεματική. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκάλεσαν μάλιστα στο Δικαστήριο οι αναφορές και επιμονή του κατά την αντεξέταση, περί αναγκαιότητας εξασφάλισης εντάλματος έρευνας για να εισέλθουν τα μέλη της Αστυνομίας εντός του αμπελιού του στην υπό εξέταση περίπτωση παρόλο που το δικό του αμπέλι δεν αποτέλεσε αντικείμενο οποιασδήποτε έρευνας, ούτε άλλων ενεργειών, πέραν από την είσοδο μέλους της Αστυνομίας με τα πόδια (σε οριακό σημείο του τεμαχίου) για παρακολούθηση του κατηγορούμενου που βρισκόταν στο γειτονικό τεμάχιο. Ο μάρτυρας παρουσιάστηκε διστακτικός να απαντήσει (και στο τέλος δεν απάντησε παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον κ. Χατζηκύρου), αν εκ των υστέρων θα έδιδε την συγκατάθεση του για είσοδο των μελών της Αστυνομίας στο τεμάχιο του για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων τους κατά τη διερεύνηση υπόθεσης τέτοιας φύσεως, παρά το γεγονός ως παραδέχθηκε, ο ίδιος δεν εντόπισε να προκλήθηκε κάποια ζημιά στο τεμάχιο του από την είσοδο του Μ.Κ.2, ούτε γνώριζε καν ότι ο Μ.Κ.2 εισήλθε σε αυτό κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ παράλληλα, ακόμη και όταν το έμαθε, δεν εξέφρασε ή προώθησε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της Αστυνομίας σε σχέση με την είσοδο αυτή μέχρι και σήμερα.

 

Υπερβολικές, αλλά και στοχευμένες με σκοπό να υποβοηθήσουν τον κατηγορούμενο, χαρακτηρίζονται και οι θέσεις τις οποίες εξέφρασε κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με την δυσκολία ή αδυναμία περιδιάβασης του τεμαχίου του τόσο εντός αυτού, όσο και την δυνατότητα πρόσβασης από το δικό του τεμάχιο στο όμορο τεμάχιο στο οποίο εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά και το οποίο ο ίδιος το χαρακτήριζε κατά την μαρτυρία του ως το αμπέλι του [….] (κατηγορούμενου). Σε κάθε περίπτωση στο τέλος αυτός παραδέχθηκε ότι υπήρχε συγκεκριμένο σημείο στο οποίο τα δύο τεμάχια εφάπτονται χωρίς την οποιαδήποτε υψομετρική διαφορά ή εμπόδιο που να καθιστά αδύνατη την είσοδο πεζού προσώπου στο επίδικο τεμάχιο από το δικό του, ενώ συμφώνησε πως το αμπέλι του Κατηγορούμενου δεν είχε καλλιεργηθεί για πολλά χρόνια και ήταν απεριποίητο σε αντίθεση με το δικό του ενώ όσες φορές είχε μεταβεί στο τεμάχιο του δεν είχε δει τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο δικό του. 

 

Με εξαίρεση λοιπόν, το μη αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας του ή το μέρος αυτής το οποίο προέκυψε από συμφωνία του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, μεταξύ άλλων του γεγονότος ότι ως ιδιοκτήτης του τεμαχίου 618 δεν είχε ερωτηθεί ή δώσει την συγκατάθεση του για την είσοδο της Αστυνομίας στις 19.02.2025 σε αυτό για σκοπούς παρακολούθησης του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι υπάρχει σημείο όπου το τεμάχιο του εφάπτεται με το επίδικο τεμάχιο και μπορεί να επιτευχθεί πρόσβαση χωρίς οποιαδήποτε υψομετρική διαφορά, και το ότι δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε παράπονο για την είσοδο της Αστυνομίας μέχρι και σήμερα ενώ ούτε οποιαδήποτε ζημιά φαίνεται να του προκλήθηκε από την είσοδο αυτής, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτό αφού διακατέχεται από έλλειψη αντικειμενικότητας.

 

Ευρήματα

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας για τους περιορισμένους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας, ανάλογα είναι και τα ευρήματά μας:

 

Στις 19.02.2025 ομάδα παρακολούθησης απαρτιζόμενη από μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Αρχηγείου μεταξύ άλλων τους Αστ. 3484 & Αστ. 3489, μετέβηκε στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου για να θέσει σε παρακολούθηση των κατηγορούμενο για τον οποίο υπήρχε πληροφορία ότι αποτελεί μέλος κυκλώματος εμπορίας και διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, ενώ σύμφωνα με την ίδια πληροφορία αυτός εκτελεί χρέη παραλαβής και αποθήκευσης ναρκωτικών τα οποία και αποκρύβει στο χωριό Παναγιά χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα οχήματα για τις διακινήσεις του.

Η πληροφορία ήταν γενική περί απόκρυψης των ναρκωτικών στην περιοχή του χωριού Παναγιάς και δεν υπήρχε πληροφόρηση για συγκεκριμένο χώρο φύλαξης των ναρκωτικών εξου και δεν επιδιώχθηκε η έκδοση οποιουδήποτε εντάλματος έρευνας για έρευνα σε συγκεκριμένο χώρο. Ο Κατηγορούμενος είχε τεθεί και στις 18.02.2025 αλλά και σε προγενέστερο χρόνο υπό περιστασιακή παρακολούθηση από μέλη της ΥΚΑΝ χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε το επιλήψιμο στα πλαίσια των παρακολουθήσεων αυτών. 

 

Την αρχική παρακολούθηση του κατηγορούμενου στις 19.02.2025 ανέλαβε ο Αστ. 3484 Μ. Κοντονικόλας ο οποίος στις 11:15 εντόπισε σταθμευμένο το όχημα του με αριθμούς εγγραφής […] στο χωριό Παναγιά και συγκεκριμένα έξω από το COFFEE LEAF SNACKS AND MORE και ενημέρωσε σχετικά μέσω ασυρμάτου την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης. Στην συνέχεια και περί ώρα 11:30 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα […] αναχώρησε και κατέληξε στην πατρική του οικία στην οδό [….]. Ακολούθως και περί ώρα 13:45 αυτός αναχώρησε εκ νέου, οδηγώντας το όχημα […] και κατευθύνθηκε προς το χωριό Ασπρογιά, όπου ο μάρτυρας τον είδε να εισέρχεται σε δασική περιοχή και για τον λόγο αυτό η συνέχιση της παρακολούθησης του δεν ήταν εφικτή. Ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες όπως παραμείνει στο εν λόγω σημείο ως παρατηρητής. Περί ώρα 14:28 είδε τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την δασική περιοχή οδηγώντας το πιο πάνω όχημα και να κατευθύνεται προς το χωριό Παναγιά, όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, στο χωριό Παναγιά με συντεταγμένες 34.922180, 32.635491, όπου και στάθμευσε. Για όλα τα ανωτέρω ο μάρτυρας κρατούσε ενήμερη την ομάδα παρακολούθησης μέσω ασυρμάτου.

 

Ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο εν λόγω σημείο και την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 18.02.2025 όπου κατά την μετάβαση του ασχολήθηκε με την κοπή ξύλων, τα οποία στην συνέχεια, αφού τοποθέτησε στο όχημα […], τα μετέφερε στην οδό […] όπου βρίσκεται η πατρική του κατοικία.

 

Ο Αστ. 3484 παρέμεινε πλησίον της περιοχής όπου στάθμευσε ο κατηγορούμενος και την συνέχιση της παρακολούθησης του ανέλαβε ο Αστ. 3489 Α. Αριστείδου ο οποίος αφού στάθμευσε το όχημα στο οποίο μετέβαινε, μετέβηκε πεζός σε συγκεκριμένο ανοικτό χώρο τον οποίο και υπέδειξε κατά την ακροαματική διαδικασία εντός του τεμαχίου 618, βρισκόμενος σε συγκεκριμένη απόσταση και ακτίνα από τον χώρο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και μετακινούμενος φρόντιζε να έχει συνεχή οπτική επαφή μαζί του χρησιμοποιώντας και υπηρεσιακά κιάλια τα οποία είχε στην κατοχή του. Ενημέρωνε μέσω ασυρμάτου για τις ενέργειες του κατηγορούμενου τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας παρακολούθησης που βρίσκονταν στην περιοχή συμπεριλαμβανομένου και του Αστ. 3484.

 

Ο Αστ. 3489 είδε τον κατηγορούμενο περί ώρα 14:42 να εξέρχεται του οχήματος του, να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με τρόπο ο οποίος φανέρωνε ότι έλεγχε την περιοχή. Αμέσως μετά είδε τον κατηγορούμενο να φορεί γάντια, να ανεβαίνει πεζός και να προσεγγίζει σημείο το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημα του. Στο εν λόγω σημείο είδε τον Κατηγορούμενο να γονατίζει στο έδαφος και με τα χέρια του να μετακινεί χώμα. Κατά την παρουσία του εκεί ο Κατηγορούμενος κοίταζε συνεχώς δεξιά και αριστερά. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας τον είδε να βγάζει ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου και να το τοποθετεί στα αριστερά του. Την ίδια στιγμή, τον είδε να βγάζει από το σημείο που έβγαλε το καπάκι προηγουμένως, μια συσκευασία την οποία τοποθέτησε στα αριστερά του. Για όλα τα πιο πάνω, ο μάρτυρας ενημέρωσε την ομάδα παρακολούθησης μέσω ασυρμάτου με τον υπεύθυνο της να δίδει οδηγίες όπως ανακοπεί και ερευνηθεί ο Κατηγορούμενος. Από το σημείο που βρισκόταν ο Αστ. 3489 ως παρατηρητής, είδε τον Κατηγορούμενο να παίρνει το άσπρο πλαστικό καπάκι και να το τοποθετεί πίσω στο σημείο που βρισκόταν προηγουμένως και με τα χέρια του να προσπαθεί να το καλύψει με χώμα. Μέλη της ομάδας παρακολούθησης συμπεριλαμβανομένου και του Αστ. 3484 προσέγγισαν τον Κατηγορούμενο φωνάζοντας του δυνατά <<Αστυνομία>> με τον Αστ. 3489 να μεταβαίνει μετέπειτα στο σημείο της ανακοπής του Κατηγορούμενου όπου εκεί είδε την συσκευασία που είδε προηγουμένως τον Κατηγορούμενο να βγάζει από το σημείο που βρισκόταν το άσπρο πλαστικό καπάκι. Στην εν λόγω διαφανή νάιλον συσκευασία υπήρχε ξηρή φυτική ύλη. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωτο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Εντοπίστηκαν επίσης από τον Αστ. 3484 στο πλαίσια της εισόδου και έρευνας κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και συγκεκριμένα δίπλα από την συσκευασία με την πράσινη ξηρή φυτική ύλη, δύο γάντια, ενώ στο έδαφος εντοπίστηκε και ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου. Σε σωματική έρευνα που διενέργησε στον κατηγορούμενο εντοπίστηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. 

 

Αφού έλαβαν σχετική ειδοποίηση, στο μέρος έφτασαν μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Πάφου, δυόμισι ώρες περίπου αργότερα, όπου και ανέλαβαν την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Από έλεγχο που έκανε ο Αστ. 3326, αφού άνοιξε το άσπρο πλαστικό καπάκι εντόπισε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού που μέσα είχε συνολικά είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες οι οποίες περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη, όμοιες με αυτήν που ο Μ.Κ.2 τον είδε να βγάζει προηγουμένως από το εν λόγω σημείο.   

 

O υπαίθριος χώρος στον οποίο ο Κατηγορούμενος στάθμευσε και εξήλθε του οχήματος του μεταβαίνοντας σε παραπλήσιο σημείο στο οποίο εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, ήταν ένας ανοικτός χώρος ο οποίος σύμφωνα με το Τμήμα Κτηματολογίου & Χωρομετρίας αποτελεί μέρος του τεμαχίου 853 με υψομετρικές διαφορές τόσο εντός του τεμαχίου όσο και σε σχέση με τα γειτονικά τεμάχια, στο οποίο δεν έχει ανεγερθεί οποιαδήποτε κατοικία ή άλλης φύσεως υποστατικό. Ο χώρος αυτός είναι προσβάσιμος με αυτοκίνητο από χωμάτινο ανηφορικό δρόμο, ενώ περιλαμβάνει τυχαία δασική άγρια βλάστηση αλλά και δέντρα και αμπέλι το οποίο δεν είχε καλλιεργηθεί για χρόνια και γενικά ήταν απεριποίητο. Επιπρόσθετα το τεμάχιο δεν διέθετε οποιαδήποτε μορφή περίφραξης με τέλι ή άλλο υλικό, ενώ υπήρχαν σημεία του τεμαχίου στα οποία μπορούσε να επιτευχθεί είσοδος σε αυτό από πεζό πρόσωπο όπως για παράδειγμα σημείο από το σύνορο του τεμαχίου 853 με το τεμάχιο 618 ως αυτό υποδείχθηκε από τον ΜΥ3 και το οποίο βρισκόταν στην ακτίνα δράσης που είχε τοποθετηθεί ως παρατηρητής του κατηγορούμενου ο ΜΚ2.

 

Πέραν κάποιων σημείων όπου η ορατότητα εντός του τεμαχίου εμποδίζεται λόγω της άγριας βλάστησης ή της μορφολογίας του εδάφους, γενικά λόγω της απουσίας περίφραξης ή συνεχής βλάστησης οριακά του τεμαχίου, υπήρχε δυνατότητα ορατότητας στο εσωτερικό του τεμαχίου από κάποιον που βρίσκεται έξω από αυτό, ειδικότερα από τα γειτονικά τεμάχια.

 

Επιπρόσθετα εντός του τεμαχίου 853, δεν υπήρχε τοποθετημένη οποιαδήποτε πινακίδα ή άλλη ένδειξη ότι επρόκειτο για ιδιωτικό χώρο ή είσοδος ή εμπόδιο το οποίο κάποιος θα έπρεπε να μετακινήσει για να εισέλθει στον χώρο αυτό. Μάλιστα στον χώρο αυτόν υπήρχαν παρατημένα παλιά αντικείμενα που δημιουργούσαν την εντύπωση ότι μέρος του χρησιμοποιείτο ως σκουπιδότοπος.  

Η έρευνα της Αστυνομίας και ο εντοπισμός και παραλαβή των τεκμηρίων έλαβε χώρα χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος έρευνας. Ούτε εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση του Μ.Υ.3 πριν ο Μ.Κ.2 εισέλθει εντός του τεμαχίου του.  

Σημειώνεται ότι κατά την ακρόαση της δίκης εντός δίκης, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την ιδιοκτησία του τεμαχίου 853 ή την κατοχή αυτού δυνάμει ενοικίασης ή άλλης μορφής παραχώρησης προς οποιοδήποτε πρόσωπο.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Το ερώτημα λοιπόν που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι το κατά πόσον η έρευνα που διεξήχθη στις 19.02.2025 από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου στο τεμάχιο όπου βρισκόταν ο κατηγούμενος έγινε νόμιμα και άρα κατά πόσο τα τεκμήρια που συλλέχθηκαν από την αστυνομία κατά τη διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία και να ενταχθούν στο μαρτυρικό υλικό της κυρίως δίκης. Επαναλαμβάνουμε ότι οι λόγοι ένστασης ως προς τη μη νομιμότητα της υπό κρίση έρευνας, έχουν οριοθετηθεί με σαφήνεια κατά τις δικασίμους ημερομηνίας 09.12.25 και 11.12.25 (βλ. πιο πάνω). Έχοντας αυτό το πλαίσιο κατά νου, προχωρούμε να εξετάσουμε τα εγειρόμενα ζητήματα:

 

Θα ξεκινήσουμε την πραγμάτευση του ζητήματος κάνοντας αναφορά στο άρθρο 25 της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 το οποίο παρέχει την γενική εξουσία σε μέλη της Αστυνομικής Δύναμης να διενεργούν έρευνες σε πρόσωπα και τόπους χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση εντάλματος και το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«25.(1)  Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα-

 

(α)  []

 

(β)  να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο-

    (i)  αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή ή  με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα

  []

(2)  Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που  κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα.»

 

(υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Επιπρόσθετα στο άρθρο 2 του Κεφ. 155 που τιτλοφορείται Ερμηνεία δίδεται ο ορισμός της λέξης ‘’τόπος’’ που περιλαμβάνεται στο άρθρο 25 ανωτέρω:

 

“τόπος” περιλαμβάνει οποιαδήποτε οικία, γραφείο, δωμάτιο ή κτίριο και οποιοδήποτε χώρο ή τοπικό σημείο είτε ανοικτό είτε περίκλειστο, επίσης δε οποιοδήποτε όχημα, προσγειωμένο αεροσκάφος και οποιοδήποτε πλοίο, λέμβο ή άλλο σκάφος που επιπλέει ή όχι∙

 

Τόσο το άρθρο 25 όσο και το άρθρο 2 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 έχουν υιοθετηθεί επί Αγγλοκρατίας, πριν δηλαδή την θέσπιση του Συντάγματος του 1960 συνεχίζουν όμως να εφαρμόζονται μέχρι και σήμερα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 188 του Συντάγματος.[1] Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο ημεδαπό Νόμο και τυχόν διατάξεις νομοθετημάτων που αντίκεινται, αντιβαίνουν ή είναι ασυμβίβαστες με Συνταγματικά δικαιώματα, υποχωρούν και προσαρμόζονται αναλόγως.

 

Τίθεται λοιπόν προς απάντηση το ερώτημα κατά πόσον η γενική εξουσία της Αστυνομίας να εισέρχεται για σκοπούς έρευνας σε ένα τόπο χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση εντάλματος έρευνας, παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (Άρθρο 15 του Συντάγματος) ή το απαραβίαστο της κατοικίας (Άρθρο 16 του Συντάγματος) τα οποία επικαλέστηκε η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης.

 

Το ζήτημα έχει ήδη απασχολήσει την Κυπριακή νομολογία. Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα θεωρούμε ότι είναι η απλή: Η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης (βλ. Psaras & Another v. Republic (1987) 2 CLR 132).  Είσοδος για σκοπούς έρευνας προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικού εντάλματος έρευνας μόνο όταν πρόκειται για κατοικία (βλ. άρθρο 16 του Συντάγματος και Henri Jean Queiss v. The Republic (1987) 2 C.L.R. 49 και Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α. (2005) 2 Α.Α.Δ. 653).[2]  Επομένως το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (που θεσπίστηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος), καθ' όση έκταση αφορά χώρο άλλο από κατοικία, είναι συνταγματικό. 

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως έχει διαφανεί από την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία, τουλάχιστον για σκοπούς του ενδιάμεσου αυτού σταδίου, το χωράφι όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος και στο οποίο διεξήχθη η υπό κρίση έρευνα από την αστυνομία ήταν ανοικτός και υπαίθριος, χωρίς οποιαδήποτε περίφραξη ή ένδειξη ιδιωτικότατης και χωρίς να βρίσκεται στο σημείο οποιαδήποτε κατοικία ή άλλο υποστατικό. Συνεπώς ενόψει των πιο πάνω δεν τίθεται καν εξέταση του ενδεχομένου παραβίασης του άρθρου 16 του Συντάγματος[3] το οποίο διασφαλίζει το απαραβίαστο της κατοικίας. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι το εν λόγω χωράφι αποτελούσε την “κατοικία” του κατηγορούμενου, ή ότι χρησιμοποιήθηκε ουδέποτε για σκοπούς διαμονής σε αυτό.

 

Εγείρεται περαιτέρω από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι στην ευρύτερη ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 16 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και που καλύπτει πλέον σε κάποιες περιπτώσεις και επαγγελματικό υποστατικό ή στέγη, εντάσσεται και το υπό κρίση χωράφι, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που προωθήθηκε, να μην είναι επιτρεπτή η διεξαγωγή έρευνας σε αυτό, παρά μόνο με την έκδοση προηγουμένως σχετικού εντάλματος έρευνας από το Δικαστήριο. Θεωρούμε πως η απάντηση και στο ερώτημα αυτό είναι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης,  απλό να δοθεί. Και αυτό εφόσον καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία που να τείνει να υποστηρίξει ότι ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείτο επαγγελματικά με την κοπή και πώληση ξυλείας και ειδικότερα, ότι χρησιμοποιούσε το επίδικο τεμάχιο ως επαγγελματική στέγη/υποστατικό για το σκοπό αυτό.

 

Υπενθυμίζεται η προσπάθεια προώθησης τέτοιας εκδοχής από πλευράς Υπεράσπισης, μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, όχι μόνο δεν καρποφόρησε, αλλά απεναντίας είχε ως αποτέλεσμα, η όποια επιχειρηματολογία επί τούτου να απολέσει το οποιοδήποτε υπόβαθρο της. Συνέπεια των πιο πάνω, όλες οι υποβολές της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ουσιαστικά παρέμειναν μετέωρες και χωρίς καμιά αποδεικτική αξία.[4] Ερωτηθείς σχετικά, ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά το στάδιο των αγορεύσεων ανέφερε ότι από μόνη της η κοπή ξυλείας από τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο χωράφι (χωρίς αυτή να συνδέεται, βάσει του μαρτυρικού υλικού, με οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη εμπορική δραστηριότητα) θα μπορούσε να υποστηρίξει τη θέση ότι το συγκεκριμένο χωράφι δύναται να θεωρηθεί το “επαγγελματικό υποστατικό” του κατηγορούμενου και να λάβει την προστασία που δίδεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο, η θέση αυτή παραμένει γενική και παντελώς ανυπόστατη ενώ δεν εντοπίζεται, ούτε έχει υποδειχθεί εξάλλου, οποιαδήποτε νομολογία (είτε ημεδαπή, είτα του ΕΔΑΔ), που να τείνει να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.

 

Έπεται ότι η είσοδος από μέλη της αστυνομία στο συγκεκριμένο χωράφι, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος έρευνας, δεν συνιστά, δίχως άλλο, παραβίαση των άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος. Αυτή η πτυχή της ένστασης της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται.

 

Ένεκα της κατάληξης αυτής, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής, εν προκειμένω, οι πρόνοιες των άρθρα 25 του Κεφ. 155 και του άρθρου 29 του Ν. 29/1977 τα οποία δίδουν την δυνατότητα έρευνας σε περίπτωση δημιουργίας εύλογης υπόνοιας. 

 

Εφόσον το υπό κρίση τεμάχιο αποτελεί “τόπος” ως αυτό ερμηνεύεται από το άρθρο 2 του Κεφ. 155, η αστυνομία είχε την εξουσία να διεξάγει έρευνα σε αυτό, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 χωρίς την προηγούμενη εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος έρευνας, νοούμενου ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το συγκεκριμένο άρθρο (βλ. Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.α. (1996) 2 Α.Α.Δ. 126).

 

Στρεφόμενοι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κρίνουμε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Κεφ. 155 ως περί το εύλογο της υπόνοιας που οδήγησε στην διεξαγωγή της έρευνας στον επίδικο χώρο: Έχοντας η Αστυνομία προηγουμένως λάβει πληροφορίες περί ενδεχόμενης εμπλοκής του κατηγορούμενου στην διακίνηση ναρκωτικών, τον έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση. Στα πλαίσια αυτής, τα μέλη της ομάδας ενημερώθηκαν μέσω του Αστ. 3489 που είχε υπό παρακολούθηση τον κατηγορούμενο ότι αυτός ενώ στάθμευσε το αυτοκίνητο του στον ανοικτό χώρο που αποτελεί μέρος του τεμαχίου 853 τον είδε περί ώρα 14:42 να εξέρχεται του οχήματος του, να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με τρόπο ο οποίος φανέρωνε ότι έλεγχε την περιοχή και αμέσως μετά να φορεί γάντια, να ανεβαίνει πεζός και να προσεγγίζει σημείο το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημα του όπου και γονάτισε στο έδαφος και να μετακινεί χώμα συνεχίζοντας να κοιτάζει δεξιά και αριστερά καθώς και να βγάζει ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου και να το τοποθετεί στα αριστερά του και στην συνέχεια να βγάζει από το ίδιο σημείο μια συσκευασία που τοποθέτησε επίσης στα αριστερά του. Αθροιστικά ιδωμένα τα πιο πάνω, ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν την απαιτούμενη εύλογη υπόνοια ότι στον χώρο διαπράττετο ή επρόκειτο να διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέραν των δύο χρόνων (βλ. Al-Hamad κ.α v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 117), δηλαδή αυτού της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 25(1)(β)(ι) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.

 

Η συνύπαρξη αυτών των δεδομένων, τους παρείχε το νομοθετικό δικαίωμα να εισέλθουν στον χώρο, με σκοπό να διεξάγουν έρευνα, χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας. Το δικαίωμα αυτό νομιμοποιεί και τις εντός του τεμαχίου, μετέπειτα πράξεις τους, ήτοι της αυτόφωρης σύλληψης του κατηγορούμενου και της κατάσχεσης των σχετικών με την υπόθεση τεκμηρίων είτε αυτών που εντοπίστηκαν εντός του τεμαχίου είτε στην κατοχή του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο της αυτόφωρης σύλληψης του.

 

Ούτε μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της Υπεράσπισης, ότι η έρευνα δεν έλαβε χώρα κατά τον χρόνο εισόδου στο χωράφι και της αυτόφωρης σύλληψης του κατηγορούμενου από τα μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, αλλά 2 ½ ώρες μετά, όταν μετέβησαν στον χώρο τα μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου για να διενεργήσουν τη συλλογή τεκμηρίων.

 

Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για σκοπούς της δίκης εντός δίκης, μόλις δόθηκε οδηγία για είσοδο στο χώρο, την ανακοπή και έλεγχο του κατηγορούμενου από τον υπεύθυνο της ομάδας παρακολούθησης, ο ΜΚ1 ήταν αυτός που πρώτος εισήλθε στο χώρο και συνέλαβε τον κατηγορούμενο αφού διαπίστωσε με τα ίδια του τα μάτια, ότι είχε στην κατοχή του συσκευασίας πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Με άλλα λόγια, η υπό κρίση έρευνα ξεκίνησε όταν ο Μ.Κ.1. εισήλθε στο χωράφι που βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι, εφόσον συνελήφθη ο κατηγορούμενος στη σκηνή και ο χώρος τέθηκε υπό την ασφαλή φύλαξη των μελών της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, η διαδικασία της έρευνας συνεχίστηκε από μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου, δυόμισι ώρες αργότερα δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω.  Η έρευνα ξεκίνησε αμέσως μετά την είσοδο των μελών της ΥΚΑΝ Αρχηγείου στο επίδικο ακίνητο όπου εντοπίστηκαν τόσο τα γάντια όσο και η συσκευασία της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης  που είχε προηγουμένως αφαιρέσει από το έδαφος ο κατηγορούμενος, καθώς και τα κινητά τηλέφωνα, όλα εντοπιζόμενα και κατασχεθέντα από τον Μ.Κ.1, ενώ συνεχίστηκε από τα μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου που κατέφθασαν μεταγενέστερα στην σκηνή, με αποτέλεσμα η διαδικασία της έρευνας και γενικά των ανακριτικών ενεργειών να καθίσταται συνεχής και ενιαία, χωρίς να αναφύεται οποιαδήποτε ανάγκη εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος σύλληψης στο ενδιάμεσο. Εξάλλου, υπό τις περιστάσεις και εφόσον είχε ήδη επιτευχθεί είσοδος στο χώρο και εντοπισμός των αναφερόμενων ναρκωτικών σε αυτό, η μετέπειτα προώθηση αίτησης για έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας θα  καθίστατο άνευ αντικειμένου.

 

Παρεμβάλλεται ότι ουδέποτε τέθηκε ως επίδικο κατά την αντεξέταση των ΜΚ1 και ΜΚ2 από πλευράς υπεράσπισης ότι αυτοί δεν διενέργησαν οποιαδήποτε έρευνα στο επίδικο ακίνητο και ότι η όποια έρευνα εκτελέστηκε 2 ½ ώρες αργότερα από άλλα μέλη της Αστυνομικής δύναμης. Περαιτέρω τονίζεται πως αυτό που αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ως τέθηκε ρητά και περιοριστικά κατά τον καθορισμό του πλαισίου διεξαγωγής της δίκης εντός δίκης, ήταν το δικαίωμα εισόδου στο επίδικο τεμάχιο για σκοπούς έρευνας και όχι ως προς το πώς ή ποιος διεξήγαγε την έρευνα μετά την είσοδο στο ακίνητο. 

 

Στρεφόμενοι στην επιχειρηματολογία της υπεράσπισης περί αποκλειστικής εφαρμογής σε υποθέσεις ναρκωτικών του άρθρου 29(2) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (Ν.29/1977)[5] το οποίο όμως δεν καλύπτει τις περιπτώσεις έρευνας τόπων ή υποστατικών στη βάση δημιουργηθείσας εύλογης υπόνοιας όπως εμπίπτει η υπό εξέταση περίπτωση σημειώνονται τα ακόλουθα:

 

Καταρχάς προκύπτει μια παραδοξότητα στην επιχειρηματολογία της υπεράσπισης από τα όσα διατυπώνει. Θεωρεί με επίκληση την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Βασίλη Βάσου και Άλλου (2005) 2 ΑΑΔ 653 ότι σε υποθέσεις προσπάθειας εντοπισμού και κατάσχεσης ναρκωτικών ουσιών η δυνατότητα έρευνας χωρίς ένταλμα, λαμβάνει χώρα μόνο στη βάση του άρθρου 29(2) του Ν. 29/77 χωρίς δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 25 του Κεφ. 155. Παρά την πιο πάνω επιχειρηματολογία προσθέτει στην συνέχεια και την θέση πως το άρθρο 29(2) του Ν. 29/77 ακόμα και όταν εφαρμόζεται σε υποθέσεις προς εντοπισμό ναρκωτικών άνευ δικαστικού εντάλματος, δεν περιλαμβάνει την δυνατότητα έρευνας σε τόπο ή υποστατικό στην βάση δημιουργίας εύλογης υπόνοιας αλλά περιορίζεται στην δυνατότητα έρευνας προσώπων και οχημάτων.

 

Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους και εξηγούμε:

 

Ο Ν. 29/1977 θεσπίστηκε μετά που τέθηκε σε εφαρμογή το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και το οποίο δεν καταργεί ή αντικαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο την γενική εξουσία έρευνας χωρίς ένταλμα ‘’τόπου’’ που περιλαμβάνει το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.

 

Ακόμα και η απόφαση Βάσου (πιο πάνω) στην οποία παραπέμπει η Υπεράσπιση αναφέρει ρητά ότι το επίδικο ένταλμα στα υποστατικά όπου διέμενε ο εφεσίβλητος και αφορούσε το αίτημα για εντοπισμό ναρκωτικών και ελεγχόμενων φαρμάκων ως αυτά περιλαμβάνονται και περιγράφονται στο άρθρο 3 του Ν.29/1977 και εκδόθηκε στη βάση των νομοθετικών προνοιών του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.

 

Το ζήτημα που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση ήταν ο χρονικός περιορισμός που τίθεται στο άρθρο 29 του Κεφ. 155 σε αντίθεση με το άρθρο 29(3) του Ν. 29/1977 όπου σε περιπτώσεις ναρκωτικών δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό αναφορικά με τις ώρες της ημέρας κατά τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας.

 

Η αντιστοιχία που επιχειρήθηκε να γίνει μεταξύ των λεχθέντων στη Βάσου (πιο πάνω) και της παρούσας υπόθεσης από πλευράς Υπεράσπισης είναι ατυχής. Αυτό που αποφασίστηκε στην υπόθεση Βάσου[6] είναι ότι στην περίπτωση που ένταλμα έρευνας επιζητείται στη βάση του άρθρου 29 του Ν.29/1977, δεν τίθενται οποιοιδήποτε «περιορισμοί» σε σχέση με τον χρόνο εκτέλεσης του, ως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 29 του Κεφ. 155 και, συνακόλουθα, δεν υπάρχει αναγκαιότητα εξασφάλισης ειδικής εξουσιοδότησης για την εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος έρευνας σε ώρα άλλη από αυτή μεταξύ της πέμπτης πρωινής και όγδοης νυκτερινής. Σε αντίθεση με την υπόθεση Βάσου, όπου τα δύο νομοθετήματα περιλαμβάνουν διαφορετικές πρόνοιες ως προς το επιτρεπτό χρονικό πλαίσιο διεξαγωγής έρευνας βάσει εντάλματος έρευνας και όπου επισημάνθηκε ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών τυγχάνει εφαρμογής ο ειδικός Νόμος 29/1977, στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίζονται στα δύο νομοθετήματα οποιεσδήποτε συγκρουόμενες νομοθετικές πρόνοιες. Το άρθρο 29 του Ν. 29/1977 δεν απαγορεύει την διεξαγωγή έρευνας από την αστυνομία σε τόπο χωρίς δικαστικό ένταλμα έρευνας, ούτε καταργεί τις πρόνοιες του άρθρου 25 του Κεφ. 155. Τέτοια προσέγγιση, εξάλλου, θα προσέκρουε στον σκοπό θέσπισης του Ν. 29/1977 που ανάγεται προφανώς στη προσπάθεια της πολιτείας να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τα αδικήματα που σχετίζονται με τη χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και ελεγχόμενων φαρμάκων. Το άρθρο 29 του Ν. 29/1977 παραμένει σιωπηλό επί του θέματος που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση. Μπορεί μεν ο νομοθέτης στις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 29/1977 να μην έχει περιλάβει ή ρυθμίσει την δυνατότητα έρευνας σε ‘’τόπο’’ από μέλη της Αστυνομίας χωρίς ένταλμα στη βάση δημιουργηθείσας εύλογης υπόνοιας, το ζήτημα όμως συνεχίζει να ρυθμίζεται από το άρθρο 25 του Κεφ. 155, νομοθετική πρόνοια η οποία δεν έχει καταργηθεί ή αντικατασταθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ενόψει των πιο πάνω και στην απουσία συγκρουόμενων νομοθετικών προνοιών, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση το αξίωμα της ιεράρχησης των κανόνων δικαίου ότι ο ειδικός νόμος κατισχύει του γενικού (lex specialis derogal legi generali), που επικαλείται η πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, αποτελεί κατάληξή μας ότι η αστυνομία είχε την εξουσία να διεξάγει την υπό κρίση έρευνα στο χωράφι που βρισκόταν ο κατηγορούμενος στη βάση του άρθρου 25 του Κεφ. 155, εφόσον το συγκεκριμένο χωράφι αποτελεί “τόπος” εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Κεφ. 155 και οι ενέργειες του κατηγορούμενου, ως τις περιέγραψε ο Μ.Κ.2, αρκούσαν για να δημιουργήσουν εύλογη υπόνοια ότι στο συγκεκριμένο χωράφι διαπραττόταν αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης πέραν των 2 ετών. Η διεξαγωγή της έρευνας στον συγκεκριμένο τόπο δεν αποτελεί παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και δεν ήταν αναγκαία η εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος έρευνας προηγουμένως. Συνεπώς, το μαρτυρικό υλικό που προέκυψε κατά τη διεξαγωγή της υπό κρίση έρευνας, ήτοι των πραγμάτων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 ως κατατέθηκε στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Πίνακα με αρίθμηση με Α/Α 1 - 34) δεν αποτελεί παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία και μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Σε σχέση με την θέση από πλευράς υπεράσπισης για την ισχυριζόμενη παράλειψη κατάθεσης των τεκμηρίων που αποτελούν αντικείμενο της δίκης εντός δίκης, ως τεκμήρια προς αναγνώριση στο πλαίσιο της κυρίως δίκης και τεκμήρια στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο τόσο για την λήψη τους όσο και για την ταύτιση τους με τα επίδικα – καταλογιζόμενα, αφήνοντας να νοηθεί ότι η παράλειψη αυτή προκαλεί ή θα πρέπει να προκαλέσει ακυρότητα στην διαδικασία, δεν έχουμε παρά να σημειώσουμε απαντητικά τα ακόλουθα:

 

Η ένσταση της υπεράσπισης εγέρθηκε σε σχέση με την κατάθεση των αντικειμένων με Α/Α 1 έως 34 τα οποία περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της κυρίως δίκης από τον Μ.Κ.1. Η ένσταση υποβλήθηκε αμέσως μετά την κατάθεση του σχετικού καταλόγου. Ο κ. Τσολακίδης ενημέρωσε αμέσως ότι θα υπήρχε ένσταση στην κατάθεση όλων των πραγμάτων που περιγράφονται σε αυτόν εξου και εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκη για να αποφασιστεί η αποδεκτότητα ή μη των εν λόγω τεκμηρίων.

Ο σκοπός της δίκης εντός δίκης αφορούσε την εξέταση του κατά πόσο η έρευνα που έλαβε χώρα στις 19.02.25 στο χωράφι που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκαν τα πράγματα με Α/Α 1 έως 34 που περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στην κυρίως δίκη ήταν νόμιμη, καθιστώντας αχρείαστη και την κατάθεση όλων των πραγμάτων που ανευρέθηκαν κατά την υπό κρίση έρευνα ως τεκμηρίων στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Ουδέποτε η υπεράσπιση έθεσε ως ζήτημα ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 ενδεχόμενα να μην ήταν αυτά που είχαν εντοπιστεί κατά την έρευνα στις 19.02.2025 ή ότι δεν υπήρχε ταύτιση αυτών ή οποιαδήποτε παρανόηση ως προς τη φύση των εν λόγω πραγμάτων. Δεν ήταν αυτή η φύση της ένστασης που εγέρθηκε. Εξάλλου ο εντοπισμός των συγκεκριμένων πραγμάτων κατά την έρευνα αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός το οποίο τέθηκε ως πραγματικό υπόβαθρο για την εξέταση της διεξαγωγής της δίκης εντός δίκης.

 

Δεν εντοπίζουμε, λοιπόν, να υφίστατο, στην προκειμένη περίπτωση, κάποια δικονομική ανάγκη κατάθεσης όλων των πραγμάτων που ανευρέθηκαν κατά την έρευνα, εφόσον, όλοι οι παράγοντες της δίκης γνωρίζουν περί ων ο λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάθεση ή μη των επίμαχων τεκμηρίων στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης δεν θα βοηθούσε στην απάντηση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει εν προκειμένω. Ούτε, βεβαίως, προκύπτει ότι η μη κατάθεσή τους στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ή έπληξε τους σκοπούς της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης που ακολουθήθηκε.

 

Σε σχέση με την παραπομπή στο σύγγραμμα <<ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ>> των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλας Γ. Σάντη, Β’ έκδοση και συγκεκριμένα στις σελίδες 900 με 902, επισημαίνουμε πως οι αναφορές των συγγραφέων σε σχέση με την ανάγκη κατάθεσης του υπό ένσταση τεκμηρίου ως τεκμηρίου προς αναγνώριση στα πλαίσια της κυρίως δίκης και ακολούθως ως τεκμήριο στην δίκη εντός δίκη αφορούν περίπτωση όπου υπάρχει ένσταση ως προς την θεληματικότητα γραπτής ομολογίας κατηγορούμενου ως τεκμήριο χωρίς να διατυπώνεται οποιοσδήποτε άλλος αυστηρώς ή άκαμπτος κανόνας σε σχέση με την ανάγκη κατάθεσης άλλων αντικειμένων, όπου η φύση της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης αφορά στην εξέταση άλλων ζητημάτων, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση.

Παρεμβάλλεται, ότι παρόμοιος χειρισμός, δηλαδή της μη κατάθεσης στο Δικαστήριο των αντικειμένων που αποτελούσαν αντικείμενο της δίκης εντός δίκης, έτυχε και από το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου στα πλαίσια της υπόθεσης 3231/2022 με σχετική την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 13.06.2025 η οποία αφορούσε την απόπειρα κατάθεσης δύο σεντονιών και δύο μαξιλαροθηκών, καθώς και από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 20055/14 με σχετική την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 06.03.2015 η οποία αφορούσε την απόπειρα κατάθεσης ναρκωτικών που εντοπίστηκαν σε αυτοκίνητο.

 

Έπεται ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να γίνει αποδεκτός και συνεπώς απορρίπτεται.

 

Τα πιο πάνω απαντούν σε όλους τους λόγους ένστασης που προώθησε η πλευρά της Υπεράσπισης κατά της αποδοχής της εν λόγω μαρτυρίας, στο βαθμό που αυτοί, βεβαίως, εντάσσονται στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης που οριοθετήθηκε κατά την έναρξη της υπό κρίση διαδικασίας. 

 

Παρατηρούμε ότι κατά την αγόρευσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Υπεράσπιση κατά παρέκκλιση του πλαισίου της ένστασης που έθεσε προωθήθηκε αρχικά (και παρά τις διευκρινιστικές δηλώσεις που έγιναν από το συνήγορο Υπεράσπισης στις 11.12.25) επεκτάθηκε και στην προώθηση άλλων, εντελώς ξέχωρων του εν λόγω πλαισίου, λόγων ένστασης, οι οποίοι εγέρθηκαν μετά το τέλος της παράθεσης της μαρτυρίας της δίκης εντός δίκης. Αν και αφορούν σε γεγονότα που προηγήθηκαν της επίδικης έρευνας (και υπό αυτή την έννοια συνδέονται τρόπων τινά με αυτήν), στην πραγματικότητα η προώθησή τους προϋποθέτει, ως μπορεί να διαπιστωθεί και από το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνήγορου Υπεράσπισης, στην εξέταση εντελώς ξεχωριστού νομικού και πραγματικού υπόβαθρου από αυτόν που αφορά στη νομιμότητα της επίδικης έρευνας και αποτέλεσε το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

 

Συγκεκριμένα, εισηγείται η Υπεράσπιση ότι η αιτούμενη κατάθεση των πραγμάτων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 θα πρέπει να απορριφθεί (α) επειδή η παρακολούθηση του κατηγορούμενου από την αστυνομία, η οποία προηγήθηκε της επίδικης έρευνας, συνιστά παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος και του αντίστοιχου άρθρου 8 του ΕΣΔΑ καθώς και (β) επειδή η είσοδος του Μ.Κ.2 στο όμορο τεμάχιο του Μ.Υ.3 για σκοπούς παρακολούθησης έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή του τελευταίου και κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος  με αποτέλεσμα τα όσα είδε ο Μ.Κ.2 σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου, αμέσως πριν τη διεξαγωγή της έρευνας, να αποτελούν παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία. Η πιο πάνω επιχειρηματολογία εμφανώς εκφεύγει του αντικειμένου της δίκης εντός δίκης που είχε τεθεί εξαρχής.

 

Δεν παραγνωρίζουμε ότι σε αντίθεση με το ζήτημα της αστυνομικής παρακολούθησης, το οποίο ήταν εις γνώση της πλευράς της Υπεράσπισης κατά το χρόνο υποβολής αιτήματος για διεξαγωγή της δίκης εντός δίκης (και άρα όφειλε, εφόσον προτίθετο να το εγείρει ως λόγο ένστασης να το συμπεριλάβει στο αίτημά της από την αρχή), το ζήτημα της εισόδου του Μ.Κ.2 στο τεμάχιο του Μ.Υ.3 και κατ’ επέκταση της μη λήψης συγκατάθεσης από αυτόν, προέκυψε στο στάδιο κατάθεσης του Μ.Κ.2 κατά τη διάρκεια της δίκης εντός δίκης. Ωστόσο, η Υπεράσπιση δεν γνωστοποίησε την πρόθεσή της να στηριχθεί σε αυτόν το λόγο ένστασης, σε εύλογο χρόνο έστω και έπειτα από την έναρξη της δίκης εντός δίκης (αλλά πριν την ολοκλήρωσή της), ώστε αφενός να γνωρίζει η Κατηγορούσα Αρχή το τι είχε να αντιμετωπίσει και αφετέρου να εξετάσει το Δικαστήριο το ενδεχόμενο διεύρυνσης του πλαισίου της διαδικασίας και διεξαγωγής συνενωμένης δίκης εντός δίκης (ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που διατηρεί να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία κατά τις πρόνοιες του άρθρου 175 του Κεφ. 155).

 

Τούτων δοθέντων, φρονούμε ότι τυχόν εξέταση και αποδοχή των πιο πάνω λόγων ένστασης, οι οποίοι επαναλαμβάνουμε εγέρθηκαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων και μετά την ολοκλήρωση της δίκης εντός δίκης, θα καταστρατηγούσε την αρχή της ισότητας των όπλων και της επιτακτικής ανάγκης τήρησης των εχέγγυων της δίκαιης δίκης. Συνακόλουθα, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης υπόκεινται, δίχως άλλο, σε απόρριψη.

 

Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξής μας, σημειώνουμε, εκ του περισσού, τα εξής:

 

Αναφορικά με το ζήτημα της αστυνομικής παρακολούθησης, ως προκύπτει και από την ισχύουσα νομολογία του ΕΔΑΔ στην οποία γίνεται παραπομπή στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η δυνατότητα αστυνομικής παρακολούθησης ενός προσώπου, ακόμη και σε δημόσιους χώρους, δεν είναι απόλυτη και σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τον σκοπό και τον τρόπο που διεξάγεται, τη διάρκεια και την έκτασή της, τη φύση των δεδομένων που συλλέγονται και πως αυτά τυγχάνουν επεξεργασίας ή δημοσιοποίησης, μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση των προνοιών του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ενδεικτικά την απόφαση Peck v. Ηνωμένου Βασιλείου της 28ης Ιανουαρίου 2003, Recueil des arrêts et décisions 2003-I, § 57-59).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας την φύση της υπό κρίση παρακολούθησης και τον τρόπο που αυτή έλαβε χώρα (ήτοι με περιστασιακή, περιορισμένη ως προς την χρονική έκτασή της, φυσική/οπτική παρακολούθηση του κατηγορούμενου, ενώ βρισκόταν σε δημόσιους χώρους ή χώρους που μπορεί να μην ήταν δημόσιοι αλλά είχαν τέτοια χαρακτηριστικά που δεν προσέδιδαν ιδιωτικότητα στο υπό παρακολούθηση πρόσωπο, χωρίς τη χρήση μυστικής ηχογράφησης, ή βιντεογράφισης, ή παρακολούθησης ιδιωτικών επικοινωνιών ή άλλων δεδομένων και χωρίς τη συστημική ή μόνιμη καταγραφή οποιωνδήποτε προσωπικών του δεδομένων και διατήρησης ή δημοσιοποίησης ή χρήσης αυτών με οποιωνδήποτε τρόπο), κρίνουμε ότι αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό ή παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου στην ιδιωτική ζωή ως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

 

Εφόσον, εν προκειμένω, δεν υφίστατο επέμβαση ή περιορισμός στο δικαίωμα του κατηγορούμενου στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στην κατοικία ή την αλληλογραφία του, συνάγεται ότι η διεξαγωγή της υπό συζήτηση παρακολούθησης  από την αστυνομία ήταν επιτρεπτή, ανεξαρτήτως ύπαρξης ή μη νομοθετικής ρύθμισης ως προς τούτο (βλ. HERBECQ AND THE ASSOCIATION "LIGUE DES DROITS DE L'HOMME" v. BELGIUM, 32200/96 32201/96, 14.01.1998)

 

Συνεπώς θα απορρίπταμε, εν πάση περιπτώσει, την επιχειρηματολογία που προωθήθηκε  περί παραβίασης του άρθρου 15 του Κυπριακού Συντάγματος ή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ως επακόλουθο της αστυνομικής παρακολούθησης.

 

Περαιτέρω, εξετάζοντας και την επιχειρηματολογία περί ισχυριζόμενης παραβίασης του άρθρου 16 του Συντάγματος σε σχέση με τον Μ.Υ.3, ήτοι του ιδιοκτήτη του όμορου τεμαχίου 618 λόγω της εισόδου του Μ.Κ.2 σε αυτό για σκοπούς παρακολούθησης του κατηγορούμενου, παρατηρούμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει ότι το συγκεκριμένο αμπέλι (το οποίο δεν ήταν περιφραγμένο, ούτε και είχε ανεγερθεί οποιοδήποτε υποστατικό σε αυτό) αποτελεί είτε “κατοικία”, είτε “επαγγελματική στέγη” του Μ.Υ.3. Ο Μ.Υ.3 δεν ισχυρίστηκε καν ότι το χρησιμοποιεί στο πλαίσιο των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων. Δεν ενεργοποιείται, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση, η συνταγματική προστασία που παρέχεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος.

 

Περαιτέρω, η είσοδος και μόνο του Μ.Κ.2 στο αμπέλι για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με τον τρόπο που προκύπτει από την τεθείσα μαρτυρία, χωρίς να γίνει καν αντιληπτή από τον Μ.Υ.3 (ο οποίος εξάλλου επισκέπτεται σύμφωνα με τα λεγόμενά του στο συγκεκριμένο αμπέλι, περίπου 10 φορές το χρόνο), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό του δικαιώματος του Μ.Υ.3 στο να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαμβάνει ή να διαθέτει την ακίνητη του ιδιοκτησία, δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος (και στο οποίο δεν γίνεται επίκληση από πλευράς Υπεράσπισης).

 

Ενόψει των πιο πάνω, δεν κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει έννομο συμφέρον, υπό τις περιστάσεις, να επικαλείται την παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος άλλου προσώπου προς υποστήριξη της θέσης του περί παράνομης διεξαγωγής έρευνας στο δικό του χωράφι. Σημειώνουμε μόνο πως τα γεγονότα αλλά και το σκεπτικό της απόφασης Norster Gareth και Άλλοι ν. Δημοκρατίας και Άλλου (2013) 2 ΑΑΔ 797, στην οποία μας έχει παραπέμψει ο συνήγορος της Υπεράσπισης, διαχωρίζεται από την παρούσα υπόθεση (εφόσον εκείνη αφορούσε στην διεξαγωγή έρευνας σε τόπο άλλο από αυτό που καταγραφόταν σε δικαστικό ένταλμα έρευνας) και, εν πάση περιπτώσει, δεν καταπιάνεται με αυτό το ζήτημα.

 

Συνεπώς, και αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας θα υπόκειτο σε απόρριψη.  

 

Ακόμη, όμως, και αν βρίσκαμε ότι η έρευνα της Αστυνομίας στο επίδικο χωράφι, η οποία οδήγησε στην ανεύρεση και παραλαβή των υπό κρίση τεκμηρίων, έγινε κατά τρόπο αθέμιτο (improper), ή παράνομο (βλ. Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά. (2004) 2 Α.Α.Δ. 51), και η οποία, επαναλαμβάνουμε, βρίσκουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν έγινε κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, θα ασκούσαμε τη διακριτική μας ευχέρεια υπέρ της κατάθεσης τους ως τεκμηρίων με βάση τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Sang (1979) 2 Αll E.R. 1221, αφού βρίσκουμε ότι η αποδεικτική τους αξία υπερβαίνει τον οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό ήθελε προκληθεί στον κατηγορούμενο. Δεν βρίσκουμε εδώ ότι με την κατάθεση των υπό κρίση πραγμάτων ως τεκμηρίων, ο κατηγορούμενος δεν θα έχει δίκαιη δίκη.

 

Κατάληξη

 

Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της νομιμότητας λήψης των υπό κρίση τεκμηρίων.  Η ένσταση που προβλήθηκε από μέρους της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, επιτρέπεται η κατάθεση των αντικειμένων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 και τα οποία εντοπίστηκαν εντός του τεμαχίου 853 στην περιοχή Βρύση του χωριού Παναγιάς ή στην κατοχή του κατηγορούμενου καθώς αυτός βρισκόταν εντός του τεμαχίου αυτού στις 19.02.2025 στο πλαίσιο της κυρίως δίκης.

 

         (Υπ)……………………………………….

                                                                                  Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.         

 

                                  (Υπ)………………………………………

                                                              Ν. Φακοντής, Ε.Δ. 

 

                                                    (Υπ)………………………………………

                                                                        Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] ΑΡΘΡΟΝ 188

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των ακολουθουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου, πας κατά την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ισχύων νόμος θέλει εξακολουθήσει να ισχύη κατά την ρηθείσαν ημερομηνίαν και μετ’ αυτήν, μέχρις ου τροποποιηθή, δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως δι’ οιουδήποτε νόμου ή κοινοτικού τοιούτου ψηφιζομένου κατά το Σύνταγμα, από δε της ημερομηνίας ταύτης θα ερμηνεύηται και θα εφαρμόζηται προσαρμοζόμενος, καθ’ ο μέτρον είναι αναγκαίον, προς το Σύνταγμα.

[2] Από το Σύγγραμμα Εισαγωγή στο Κεφ. 155, Κώστας Ηλία Σατολιάς, Λευκωσία 2017, σελίδα 84 & 85 ‘’Έπεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης έχει καταστήσει την κατοικία κάθε προσώπου απαραβίαστη, επιτρέποντας την είσοδο και έρευνα, μόνο (α) στις περιπτώσεις που ρητά καθορίζει ο κοινός νομοθέτης, υπό την προϋπόθεσή της έκδοσης δικαστικού εντάλματος έρευνας ή (β) όταν η είσοδος διενεργείται με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου της κατοικίας ή (γ) με σκοπό τη διάσωση θυμάτων οποιουδήποτε αδικήματος βίας ή οποιασδήποτε καταστροφής. Η συνδυαστική ερμηνεία του Άρθρου 16 του Συντάγματος και του άρθρου 25 του Κεφ. 155 θα πρέπει να θεωρείται, ότι περιορίζουν την εξουσία αστυνομικού, για τη διενέργεια έρευνας σε κατοικία, χωρίς ένταλμα, μόνο, όταν εισέρχεται (α) με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου της κατοικίας ή (β) με σκοπό τη διάσωση θυμάτων οποιουδήποτε αδικήματος βίας ή οποιασδήποτε καταστροφής.   

[3] Το Άρθρο 16 του Συντάγματος προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.  Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος.

2.  Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής.»

[4] Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι τα όσα ειπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2010, 23/10/2012:

«Ασφαλώς και επρόκειτο για υποβολή του συνηγόρου η οποία από μόνη της δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία, αφού δε συνιστά μαρτυρία. Μέσω μιας υποβολής προς ένα μάρτυρα, τίθεται απλά μια θέση ή ένας ισχυρισμός προς αυτόν, τον οποίο ο μάρτυρας μπορεί είτε να τον αποδεχτεί, οπότε τότε καθίσταται μαρτυρία προερχόμενη από τον ίδιο το μάρτυρα, είτε να τον απορρίψει, οπότε αυτός παραμένει ένας απλός ισχυρισμός, ο οποίος αν δεν εμπεδωθεί αργότερα με άλλη μαρτυρία, ασφαλώς και θα παραμείνει μετέωρος. Στην προκείμενη περίπτωση, η υποβολή εκείνη απορρίφθηκε εμφαντικά από τον παραπονούμενο και αργότερα δεν προσήχθη μαρτυρία από το πρόσωπο που θα μπορούσε να δώσει τη σχετική με το θέμα μαρτυρία, οπότε πολύ ορθά σχολίασε το Δικαστήριο ότι παρέμεινε απλά μια μετέωρη υποβολή.»

[5] Εξουσία ερεύνης και λήψεως μαρτυρίας

29.-(1) Αστυφύλαξ ή έτερον πρόσωπον εξουσιοδοτηθέν προς τούτο διά γενικού ή ειδικού διατάγματος του Υπουργού κέκτηται εξουσίαν  προς τον σκοπόν εφαρμογής του παρόντος Νόμου όπως εισέρχηται εις οιονδήποτε υποστατικόν ένθα πρόσωπον τι ασκεί την επιχείρησιν του παραγωγού ή προμηθευτού παντός ελεγχομένου φαρμάκου και απαιτήση όπως προσάγωνται αυτώ προς επιθεώρησιν άπαντα τα βιβλία ή έγγραφα τα αφορώντα εις τας περί τα τοιαύτα φάρμακα δοσοληψίας και επιθεωρή παν απόθεμα τοιούτων φαρμάκων.

(2) Αστυφύλαξ έχων εύλογον αιτίαν να υποπτεύηται ότι οιονδήποτε πρόσωπον κατέχει ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται-

(α) να ερευνήση το πρόσωπον τούτο και να κρατήση τούτο διά σκοπούς ερεύνης˙

(β) να ερευνήση οιονδήποτε όχημα ή σκάφος εν τω οποίω ο αστυφύλαξ υποπτεύεται ότι το φάρμακον δυνατόν να ευρίσκηται και προς τον σκοπόν τούτον να απαιτήση όπως το πρόσωπον το έχον υπό τον έλεγχον αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήση τούτο˙

(γ) να κατάσχη και κατακρατήση διά τους σκοπούς της διαδικασίας δυνάμει του Νόμου, ο,τιδήποτε ανευρέθη κατά την διάρκειαν της ερεύνης όπερ φαίνεται κατά την γνώμην του αστυφύλακος ότι αποτελεί μαρτυρίαν δι’ αδίκημα κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου.

Εν τω παρόντι εδαφίω “σκάφος” περιλαμβάνει ταχύπλουν σκάφος και ουδέν εν τω παρόντι εδαφίω θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε εξουσίαν δι’ έρευναν ή διά σύλληψιν ή κατακράτησιν περιουσίας ην δύναται να ασκήση αστυφύλαξ τις ανεξαρτήτως του παρόντος άρθρου.

…………….

[6] Βλ. επίσης ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ Λ. Μ. (ΑΔΤ [ ]) ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 72/2025, 12/6/2025


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο