ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 9888/2023
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
εναντίον
R. S.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 08/05/2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού
Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών (πρώτη και τέταρτη κατηγορία)∙
2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει στερηθεί της ικανότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης (δεύτερη και πέμπτη κατηγορία)∙
3. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (τρίτη και έκτη κατηγορία).
Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα στις 3/12/2022 στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο, ο M1 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], όπου διαπίστωσε ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Από συνομιλία του Μ1 με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι η ομιλία του ήταν συγχυσμένη και η συμπεριφορά του περίεργη, και τον υπέβαλε σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης. Από περαιτέρω έλεγχο που διενέργησε ο Μ1, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ενώ η άδεια οδήγησης του είχε ανασταλεί για περίοδο 4 μηνών από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, και συγκεκριμένα από τις 15/10/2022 μέχρι τις 26/02/2023, και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου.
Περαιτέρω, στις 21/11/2022 στην οδό Χριστόδουλου Σώζου στην Πάφο, ο M1 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], όπου διαπίστωσε ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Από συνομιλία του Μ1 με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι η ομιλία του ήταν συγχυσμένη και η συμπεριφορά του περίεργη και ύποπτη, και τον υπέβαλε σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης. Από περαιτέρω έλεγχο που διενέργησε ο Μ1, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ενώ η άδεια οδήγησης του είχε ανασταλεί για περίοδο 4 μηνών από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, και συγκεκριμένα από τις 15/10/2022 μέχρι τις 26/02/2023, και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου.
Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Περαιτέρω πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, και συγκεκριμένα στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 5475/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία επιβλήθηκε του χρηματικό πρόστιμο €600 και ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του για περίοδο 30 ημερών, καθώς και στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών.
Με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του Κατηγορούμενου. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Κατηγορούμενου, ήταν ότι με βάση της αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής, ο Κατηγορούμενος έχει τιμωρηθεί επαρκώς με την ποινή φυλάκισης 2 μηνών, η οποία του επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και η οποία υπόθεση αφορούσε όμοιας φύσης αδικήματα, την οποία ποινή ο Κατηγορούμενος εξέτισε. Μάλιστα, ήταν η θέση του κου Αλεξάνδρου ότι ο λόγος όπου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 ήταν γιατί η Κατηγορούσα Αρχή καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό κρίση υπόθεση, και έτσι όταν στις 25/08/2023 του επιβλήθηκε ποινή στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ενώ τα υπό κρίση αδικήματα είχαν ήδη διαπραχθεί και θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, δεν λήφθηκαν υπόψη καθ’ ότι η Κατηγορούσα Αρχή καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό κρίση υπόθεση, η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε στις 21/11/2023. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι ακόμη και να λαμβάνετο υπόψιν η παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η ποινή των 2 μηνών που επιβλήθηκε δεν θα διαφοροποιείτο. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε από τον κο Αλεξάνδρου, ο Κατηγορούμενος ένεκα του χωρισμού των γονιών του σε ηλικία 30 ετών επηρεάστηκε ψυχολογικά, κύλισε στον σκοτεινό δρόμο των ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που τον οδήγησε στην διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων.
Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών το άρθρο 11Ζ του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση τριών ετών ή το πρόστιμο των €8,000. Για το αδίκημα της οδήγησης από πρόσωπο του οποίου η άδεια οδήγησης του έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, το άρθρο 49(2) του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση 2 ετών ή το πρόστιμο των €6.000.
Πρόκειται για σοβαρά αδικήματα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης τους, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:
«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»
Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:
«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).
Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Δεν διαφωνούμε ποσώς με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικού ήταν εγωιστική, άκρως αντικοινωνική, απαράδεκτη και εμπεριέχουσα πλήρη αδιαφορία για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν η πρόκληση ενός σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος με αντίστοιχα σοβαρές σωματικές βλάβες και εν δυνάμει περαιτέρω κινδύνους στους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος. Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελούσε όντως υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών που θα επέβαλλε, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή».
Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκή την ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία επιβλήθηκε στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, αυξάνοντας αυτήν στους 5 μήνες. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:
«Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία.»
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η οδήγηση στην κατάσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος καθιστούσε το όχημα του ένα πραγματικά φονικό όπλο. Η αποτελεσματική άσκηση ελέγχου επί του οχήματος εκμηδενίζεται ενώ η ετοιμότητα του οδηγού να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κινδύνους που ήθελε τεθούν στην πορεία του είναι ανύπαρκτη. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και την σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).
Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι διέπραξε δύο φορές το ίδιο αδίκημα, ήτοι της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, σε χρονική περίοδο 15 ημερών περίπου, και μάλιστα καθ’ όσον η άδεια οδήγησης του είχε ανασταλεί από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Αυτό, αναμφίβολα, δίνει λαβή για έντονη ανησυχία ως προς την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και καθιστά την περίπτωση του ως ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Kατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του.
Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης, λόγω, μεταξύ άλλων, των σοβαρών επιπτώσεων για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57).
Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Όπως όμως λέχθηκε στην Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565, οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι ένας παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά, αν και είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει.
Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, δεν μπορώ να δεχτώ την εισήγηση του ότι για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ευθύνεται ο χωρισμός των γονιών του Κατηγορούμενου. Αυτός ο λόγος δεν μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην ηλικία των 30 ετών όταν οι γονείς του χώρισαν και επομένως είχε ήδη πλήρως ανεπτυγμένη και διαμορφωμένη προσωπικότητα. Επομένως ήταν σε θέση να διαχειριστεί την διάσταση των γονέων του. Δεν παραβλέπω επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε κάποια ιατρική γνωμάτευση που να καταδεικνύει το αδύναμο του χαρακτήρα του να το πράξει. Ούτε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, δικαιολογήσει την συνειδητή επιλογή του να οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια τους. Ένεκα και της ηλικίας στην οποία βρισκόταν, γνώριζε ή έστω όφειλε να γνωρίζει ότι η ικανότητα οδήγησης του θα επηρεαζόταν σημαντικά. Τα οποία προσωπικά προβλήματα και δυσκολίες αντιμετωπίζει κάποιο άτομο, δεν μπορούν να μετουσιώνονται σε πράξεις και ενέργειες που ελλοχεύουν σοβαρούς κινδύνους για ανυποψίαστα πρόσωπα. Συνεπώς όφειλε να μην οδηγήσει.
Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).
Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:
Το λευκό του οδικό μητρώο.
Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).
Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 37 ετών, άγαμος και άτεκνος. Όταν ήταν 7 ετών, οι γονείς του τον άφησαν στους παππούδες του για έναν ολόκληρο χρόνο, και μέχρι και το 2001 όπου εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με την οικογένεια του, οι οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του δεν ήταν καλές, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να εργαστεί από πολύ νεαρή ηλικία για να συνδράμει στα οικογενειακά βάρη. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του Κατηγορούμενου, και συγκεκριμένα φυματίωση, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τον Απρίλιο του 2024 να αποβιώσει. Στο παρόν χρονικό στάδιο ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως υδραυλικός με μηνιαίες απολαβές περί τα €1,000 με €1,200, και περαιτέρω καλύπτει τόσο τα δικά του έξοδα όσο και της μητέρας του.
Ιδιαίτερα σοβαρός μετριαστικός παράγοντας αποτελεί και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει παύσει να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Η παρουσίαση του Τεκμηρίου Α φανερώνει και ενισχύει την πιο πάνω θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου εφόσον σε πολύ πρόσφατη εργαστηριακή ανάλυση στην οποία υποβλήθηκε ο Κατηγορούμενος διαφάνηκε ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό του. Σύμφωνα με την νομολογία, ακόμη και η προσπάθεια απεξάρτησης, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίσει (βλ. Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 148).
Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και την απολογία του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορούμενου.
Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).
Στην υπό κρίση περίπτωση τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2022 και το κατηγορητήριο καταχωρίθηκε στις 21/11/2023, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή διαπιστώνω ότι παρήλθαν 2,5 χρόνια περίπου. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος μέχρι την επιβολή ποινής θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.
Λαμβάνεται επίσης υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο μηνών στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία αφορούσε όμοιας φύσης αδικήματα. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ενοχή στην προαναφερόμενη υπόθεση σε τρείς κατηγορίες οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και σε μια κατηγορία οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 24/6/2020, στις 3/1/2021 και στις 16/4/2021. Στις 25/8/2023 το Δικαστήριο του επέβαλε άμεση ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την οποία και ο Κατηγορούμενος εξέτισε.
Δεν παραβλέπω επίσης ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για σκοπούς επιβολής ποινής. Στην υπόθεση Παραρέ ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257 έγινε αναφορά στο άρθρο 81 του Κεφ, 155 που επιτρέπει να ληφθούν υπόψιν άλλα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η διαπίστωση από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι θα μπορούσαν τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από άλλο Δικαστήριο, έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στη Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 76:
«Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.»
Σημειώνεται ότι ακόμη και αν σε προηγούμενες υποθέσεις ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να ληφθούν υπόψιν εκκρεμούσες υποθέσεις, δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Ούτε και μπορεί να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποια θα ήταν η ποινή στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί να ληφθούν υπόψη τότε (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47).
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας των αδικημάτων που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες.
Ωστόσο, ως προς το ύψος της ποινής φυλάκισης, λαμβάνω υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας της ποινής η οποία υπαγορεύει ότι η τιμωρία δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του καταδικασθέντα. Όχι μόνο στα πλαίσια της υπόθεσης που εκδικάζεται, αλλά και με αναφορά σε υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη ή που έχει ήδη καταδικαστεί και του επιβλήθηκε ή και εκτίει ποινή (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 443). Όπως έχει νομολογηθεί επίκεντρο της ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του καταδικασθέντα ατόμου. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικατοπτρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του.
Ωστόσο, παράμετρος που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται είναι ότι η ποινή που θα επιβληθεί, δεν πρέπει να είναι τέτοια που να δημιουργεί στον κατηγορούμενο το αίσθημα ότι δεν τιμωρήθηκε για την αδικοπραξία του και γενικότερα την εντύπωση ότι μπορεί κάποιος να αδικοπραγεί χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη συνολικότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του παραβάτη και να διερωτηθεί ποια είναι η κατάλληλη ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί (βλ. Χατζίηκκος ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση αρ. 352/2018, 19/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:B333).
Στην υπό κρίση περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου την ποινή φυλάκισης 2 μηνών όπου εξέτισε ο Κατηγορούμενος, το γεγονός ότι τα υπό κρίση αδικήματα είναι ιδίας φύσεως με τα αδικήματα στα οποία του επιβλήθηκε η προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης, καθώς και ότι κατά τον χρόνο όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2 μηνών, τα υπό κρίση αδικήματα είχαν ήδη διαπραχθεί και θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ωστόσο δεν λήφθηκαν λόγω υπαιτιότητας της Κατηγορούσας Αρχής όπου καταχώρησε την υπό κρίση υπόθεση μετά την επιβολή ποινής στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022. Ταυτόχρονα λαμβάνω υπόψη μου ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν περί τα δύο έτη μεταγενέστερα από τα αδικήματα στην υπόθεση υπ΄ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
Έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνδυασμό πάντοτε με τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
· Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.
· Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
· Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ενός μήνα. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 2 μηνών από σήμερα.
· Στην τέταρτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.
· Στην πέμπτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
· Στην έκτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ενός μήνα. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 2 μηνών από σήμερα.
Οι ποινές φυλάκισης και οι ποινές στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να συντρέχουν.
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνονται τα ακόλουθα σχετικά με το ύψος της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στην πρώτη και τέταρτη κατηγορία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η συνολική ποινή των 8 μηνών, που προκύπτει από τις ποινές οι οποίες επιβλήθηκαν στο Κατηγορούμενο στην υπό κρίση υπόθεση καθώς και στην υπόθεση υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν είναι στο σύνολο τους υπέρμετρες και δυσανάλογες ως προς τα εν λόγω αδικήματα. Ή, θέτοντας το κάπως διαφορετικά, αν η υπόθεση αυτή ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επιβάλλετο ποινή στην υπόθεση υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και ελαμβάνετο υπόψη, κρίνω ότι η ποινή όπου θα επέβαλλε το Δικαστήριο, με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των δύο μηνών που το ίδιο έκρινε ως ορθό, θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επεβλήθη. Η επανάληψη της ίδιας ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς από τον Κατηγορούμενο, καθιστά την υπό κρίση περίπτωση ως ιδιαίτερα σοβαρή.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.
Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017, 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:
(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος,
(β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και
(γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψην όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, την παραδοχή του και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης 2 μηνών για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την ίδια επικίνδυνη και εγωιστική συμπεριφορά, ήτοι να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και ενώ η άδεια οδήγησης του είχε ανασταλεί από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, δύο φορές, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα και η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική.
Κατόπιν προσεκτικής μελέτης όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Ούτε η μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου ένεκα του ότι έχει απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, και ο πατέρας του έχει αποβιώσει, είναι τέτοια που να δικαιολογεί διαφορετική θεώρηση.
Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.
Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η συντρέχουσα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε.
Συνεπώς, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Σε σχέση με τα έξοδα των εργαστηριακών εξετάσεων, σημειώνονται τα ακόλουθα. Τα έξοδα είναι μέρος της ποινής και η πάγια αρχή και πρακτική των Δικαστηρίων μας είναι ότι κατηγορούμενος ο οποίος τιμωρείται με ποινή άμεσης φυλάκισης δεν καταδικάζεται και στην καταβολή των εξόδων της ποινικής δίκης (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω). Κατά συνέπεια, καμία διαταγή καταβολής εξόδων των εργαστηριακών εξετάσεων.
Τα έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων θα βαραίνουν την Δημοκρατία.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο