ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 8501/2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ
εναντίον
S. T.
Κατηγορούμενος
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 04/06/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κος K. Στυλιανού
Για Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής
Κατηγορούμενος παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε τρείς κατηγορίες, που αφορούν την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών.
Σχετικά με την πρώτη κατηγορία, στις 19/12/2022 στην οδό Άγιου Νικόλαου στη Χλώρακα ο Μ1 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ]. Από τον έλεγχο που έκανε ο Μ1 διαπίστωσε ότι το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος έδωσε δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, αφού προηγουμένως του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης.
Σχετικά με την δεύτερη κατηγορία, στις 3/4/2023 στον αυτοκινητόδρομο Πάφου – Λεμεσού, παρά τα Κονιά της Επαρχίας Πάφου ο Μ1 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ]. Από τον έλεγχο που έκανε ο Μ1 διαπίστωσε ότι το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ο Μ1 αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, τον υπέβαλε σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης.
Σχετικά με την τρίτη κατηγορία, στις 23/1/2023 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στη Γεροσκήπου, ο Μ1 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ]. Από τον έλεγχο που έκανε ο Μ1 διαπίστωσε ότι το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ο Μ1 αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, τον υπέβαλε σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης.
Συμπληρωματικά των ανωτέρω, ο κος Στυλιανού ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 4 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του.
Με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του. Ο κος Σιαηλής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη περίοδο ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ωστόσο σήμερα κατάφερε να απεξαρτοποιηθεί. Ανέφερε περαιτέρω ως μετριαστικό παράγοντα το λευκό ποινικό του μητρώο, την παραδοχή του και τον χρόνο όπου παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, να αναστείλει αυτή δεδομένων των πιο πάνω προσωπικών του συνθηκών.
Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών το άρθρο 11Ζ του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση τριών ετών ή το πρόστιμο των €8,000.
Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης του, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:
«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»
Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:
«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75.
Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, υπό την επήρεια αλκοόλης και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Εννοείται βέβαια πως ανάλογη περίπτωση εγωιστικής αδιαφορίας είναι και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών και δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, την έχει ταξινομήσει ως σοβαρότερη, προνοώντας ψηλότερη ποινή, έχοντας προφανώς υπ' όψιν τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Οι οποίοι βέβαια, από την άλλη πλευρά, και στις δύο περιπτώσεις σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα του ανθρώπου να χειρίζεται μηχανοκίνητο όχημα, να αντιληφθεί εγκαίρως τυχόν κίνδυνο και να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή του. Αυτονόητο είναι επίσης πως οι κίνδυνοι είναι πολλαπλάσιοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο χειριστής μηχανοκινήτου ευρίσκεται υπό την επήρεια και αλκοόλης αλλά και ναρκωτικής ουσίας».
Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκή την ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία επιβλήθηκε στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, αυξάνοντας αυτήν στους 5 μήνες. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:
«Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία.»
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η οδήγηση στην κατάσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος καθιστούσε το όχημα του ένα πραγματικά φονικό όπλο. Η αποτελεσματική άσκηση ελέγχου επί του οχήματος εκμηδενίζεται ενώ η ετοιμότητα του οδηγού να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κινδύνους που ήθελε τεθούν στην πορεία του είναι ανύπαρκτη. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).
Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τρείς φορές το ίδιο αδίκημα, ήτοι της οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, σε χρονική περίοδο 3,5 μηνών περίπου. Τα πιο πάνω αναμφίβολα δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία ως προς την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και καθιστούν την περίπτωση του ως ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Kατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του.
Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:
Το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο του δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.
Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).
Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και την απολογία του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορούμενου.
Δεν παραγνωρίζω φυσικά τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και στα όσα αναφέρθηκε προφορικά ο συνήγορος του. Είναι άτομο ηλικίας 51 ετών, διαζευμένος, και έχει ένα τέκνο ηλικίας 31 ετών σήμερα και δύο εγγόνια. Έχει υποστεί κύρωση του ύπατος και έκτοτε έχει μειωμένη αντοχή. Εργάζεται περιστασιακά ως οικοδόμος, και αυτό γιατί ένεκα του προβλήματος υγείας όπου αντιμετωπίζει έχει επηρεαστεί η ικανότητα του για εργασία.
Ιδιαίτερα σοβαρός μετριαστικός παράγοντας αποτελεί και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει παύσει να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Η παρουσίαση του Τεκμηρίου Α φανερώνει και ενισχύει την πιο πάνω θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου εφόσον σε πολύ πρόσφατη εργαστηριακή ανάλυση στην οποία υποβλήθηκε ο Κατηγορούμενος διαφάνηκε ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό του. Σύμφωνα με την νομολογία, ακόμη και η προσπάθεια απεξάρτησης, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίσει (βλ. Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 148).
Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).
Δεν παραβλέπω ότι στον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, υπήρξε ουσιαστική αλλαγή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ενώ πλέον καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v Aστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.
Σημειώνεται, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν τιμωρεί τον Κατηγορούμενο για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών αλλά για την παντελώς αδικαιολόγητη και δυνητικά επικίνδυνη επιλογή του να οδηγήσει ευρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.
Με αναφορά τώρα στη στέρηση της άδειας οδηγού θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτού του είδους η ποινή βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Σαρίδης v. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465). Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη όπως επίσης και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Ελευθερίου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300).
Το ότι το πρόσωπο που αποστερείται του δικαιώματος οδήγησης χρειάζεται καθημερινά την άδειά του στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματός του είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση του εύρους της περιόδου στέρησης της άδειας (αναγνωρίζοντας ότι το μέτρο αυτό αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής), αλλά δεν αποκλείει την επιβολή του μέτρου στέρησης της άδειας (βλ. Νικόλαος Νικοδήμου ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 67). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η επιβολή τέτοιου είδους ποινής είναι εφικτή ακόμα και στην περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης, όμως θα πρέπει, όποτε είναι αναγκαία στον κατηγορούμενο για την απασχόληση του, είτε να συμπίπτει με τον εγκλεισμό του, είτε να μην είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισής του (βλ. Ευθυμίου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327). Ωστόσο, δεν αποκλείεται η έναρξη της περιόδου στέρησης να ισχύει από την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Ανθίας ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερομηνίας 05/07/2022.
Έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το γεγονός ότι το ίδιο αδίκημα διαπράχθηκε σε διαφορετικές ημερομηνίες, σε συνδυασμό πάντοτε με τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ορθό, σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβληθεί στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής.
Ως εκ των ανωτέρω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
· Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών και 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από αύριο.
· Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από αύριο.
· Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από αύριο.
Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να συντρέχουν.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.
Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).
Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποινική. Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:
(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος,
(β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και
(γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτόν.
Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, την παραδοχή του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την ίδια επικίνδυνη και εγωιστική συμπεριφορά, ήτοι να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών τρείς φορές, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα και η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική.
Κατόπιν προσεκτικής μελέτης όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Ούτε η μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου ένεκα του ότι έχει απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, είναι τέτοια που να δικαιολογεί διαφορετική θεώρηση.
Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.
Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η συντρέχουσα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε.
Συνεπώς, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Σε σχέση με τα έξοδα των εργαστηριακών εξετάσεων, σημειώνονται τα ακόλουθα. Τα έξοδα είναι μέρος της ποινής και η πάγια αρχή και πρακτική των Δικαστηρίων μας είναι ότι κατηγορούμενος ο οποίος τιμωρείται με ποινή άμεσης φυλάκισης δεν καταδικάζεται και στην καταβολή των εξόδων της ποινικής δίκης (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω). Κατά συνέπεια, τα έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων θα βαραίνουν την Δημοκρατία.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο