Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4346/2024, 15/5/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4346/2024, 15/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 4346/2024

 

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

εναντίον

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 15/05/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού  

Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου

Κατηγορούμενος παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών.

 

Πριν την έκθεση γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, υποβλήθηκε αίτημα από την Υπεράσπιση όπως για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο ληφθούν υπόψιν ακόμη δύο υποθέσεις, ήτοι οι υποθέσεις υπ’ αριθμό 4536/2024 και 2112/2023 του Ε.Δ. Πάφου. Στο σχετικό αίτημα συγκατατέθηκε η Κατηγορούσα Αρχή, και το Δικαστήριο στη βάση των προνοιών του άρθρου 81 του Κεφ.155 ενέκρινε το σχετικό αίτημα. Ο κος Στυλιανού ζήτησε όπως για σκοπούς επιβολής ποινής θεωρηθεί ως κύρια η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση, και όπως σε αυτή ληφθούν υπόψιν οι αναφερόμενες υποθέσεις.

 

Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση (εφεξής ως «κύρια υπόθεση») αλλά και των άλλων δύο υποθέσεων που θα ληφθούν υπόψη δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση.

 

Σύμφωνα με τα εκτιθέντα γεγονότα της κύριας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος στις 3/9/2023 στην Λεωφόρο Έμπας στη Πάφο, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κάνναβης, αμφεταμίνης και μεθαμφεταμίνης.

 

Σε σχέση τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα έχουν ως εξής. Σχετικά με την υπόθεση υπ’ αριθμό 2112/2023 του Ε.Δ. Πάφου την 1/12/2022 ενώ ο Μ1 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας εντόπισε μέσω κινητού ταχύμετρου το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] να κινείται με ταχύτητα 87 ΧΑΩ αντί με 50 ΧΑΩ που ήταν το επιτρεπόμενο όριο. Ο Μ1 εισήλθε εντός του δρόμου κάνοντας κατάλληλο σήμα στον οδηγό να σταματήσει για έλεγχο. Ο οδηγός του οχήματος αντί να συμμορφωθεί συνέχισε ευθεία την πορεία του, και ξεκίνησε να οδηγεί αλόγιστα και επικίνδυνα αφού παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα STOP. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος.  Σχετικά με την υπόθεση υπ’ αριθμό 4536/2024 του Ε.Δ. Πάφου, στις 21/3/2024 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου.

 

Συμπληρωματικά των πιο πάνω γεγονότων, ο κος Στυλιανού ανέφερε ότι ο Kατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του.

 

Με την ικανή αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του Κατηγορούμενου. Ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνήγορου του Κατηγορούμενου, ήταν ότι με βάση την αρχή της συνολικότητας της ποινής, ο Κατηγορούμενος έχει τιμωρηθεί επαρκώς με την ποινή φυλάκισης 8 μηνών, η οποία του επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, την οποία ποινή ο Κατηγορούμενος εκτίει, και σήμερα βρίσκεται ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές με ημερομηνία αποφυλάκισης στις 26/5/2026. Μάλιστα, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ακόμη και να λαμβάνονταν υπόψη τόσο η κύρια υπόθεση όσο και οι άλλες δυο υποθέσεις, στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η ποινή των 8 μηνών που του επιβλήθηκε δεν θα διαφοροποιείτο.

 

Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών το άρθρο 11Ζ του Ν.174/86 προβλέπει ως μέγιστη τη φυλάκιση τριών ετών ή το πρόστιμο των €8,000.

 

Πρόκειται για σοβαρά αδικήματα όπου υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα και της αυξημένης συχνότητας διάπραξης τους, για την οποία λαμβάνεται δικαστική γνώση από την πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση  Παναγή ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 75:

 

«Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.»

 

Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, 5/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:

 

«Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου».

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους κανονισμούς της τροχαίας. Επιεικής μεταχείριση ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).

 

Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, υπό την επήρεια ναρκωτικών και της αμελούς οδήγησης. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, 8/10/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Δεν διαφωνούμε ποσώς με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικού ήταν εγωιστική, άκρως αντικοινωνική, απαράδεκτη και εμπεριέχουσα πλήρη αδιαφορία για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν η πρόκληση ενός σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος με αντίστοιχα σοβαρές σωματικές βλάβες και εν δυνάμει περαιτέρω κινδύνους στους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος. Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελούσε όντως υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών  που θα επέβαλλε, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή»

 

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ivan Zhel Yazkov, Ποινική Έφεση 64/2025, 9/10/2025, στην οποία το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκή την ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία επιβλήθηκε στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, αυξάνοντας αυτήν στους 5 μήνες. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:

 

«Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία

 

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η οδήγηση στην κατάσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος καθιστούσε το όχημα του ένα πραγματικά φονικό όπλο. Η αποτελεσματική άσκηση ελέγχου επί του οχήματος εκμηδενίζεται ενώ η ετοιμότητα του οδηγού να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κινδύνους που ήθελε τεθούν στην πορεία του είναι ανύπαρκτη. Το να επιλέγει κάποιος να οδηγεί σε αυτή την κατάσταση αποτελεί εγωιστική αυθαιρεσία, και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για τη σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και την σωματική τους  ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα.

 

Λαμβάνοντας υπ' όψιν και την έξαρση σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει το μήνυμα, μέσω των ποινών  που θα επιβάλει, ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).

 

Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψιν ακόμη δύο υποθέσεις. Στην Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 ΑΑΔ 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες. Ο Kατηγορούμενος με την όλη οδηγική του συμπεριφορά επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του και την ασφάλεια των συνανθρώπων του.

 

Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου, δεν μπορώ να δεχτώ την θέση της ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης, όσο και αυτών που λαμβάνονται υπόψη, ο Κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Στο Δικαστήριο, παραδόθηκε από την κα Σαββίδου η ποινή στα πλαίσια της υπόθεσης υπ΄ αριθμό 7139/2025, και από το κείμενο της προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία αδικημάτων περί τον Ιούνιο και Νοέμβριο του 2025.

 

Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:

 

Το λευκό του ποινικό μητρώο.

 

Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019).

 

Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 31 ετών, άγαμος και άτεκνος. Έχει μια αδελφή ηλικίας 34 ετών, και ο πατέρας του εργάζεται ως οδηγός σαφάρι και η μητέρα του ως υπάλληλος σε υπεραγορά. Δεν παραβλέπω επίσης ότι από την ηλικία των 20 ετών είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, και ότι ως αναφέρθηκε από την συνήγορο του πλέον δεν είναι χρήστης οποιονδήποτε ουσιών.

 

Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο.

 

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 2,5 χρόνια περίπου.

 

Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση το υπό τιμωρία αδίκημα διαπράχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023 και το κατηγορητήριο καταχωρίθηκε στις 24/9/2024, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή διαπιστώνω ότι παρήλθαν 1,5 χρόνια περίπου. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος μέχρι την επιβολή ποινής θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.

 

Λαμβάνεται επίσης υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 8 μηνών στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7129/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία του επιβλήθηκε στις 28/4/2026, και σύμφωνα με την διαταγή του Δικαστηρίου η περίοδος έκτισης της μειώθηκε κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης, και συγκεκριμένα από τις 14/11/2025.  Συνεπώς υπήρξε αντικειμενική διαφοροποίηση των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Από ελεύθερο άτομο βρίσκεται πλέον κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές.

 

Δεν παραβλέπω επίσης ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και αυτών που λαμβάνονται υπόψη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για σκοπούς επιβολής ποινής. Στην υπόθεση Παραρέ ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257 έγινε αναφορά στο άρθρο 81 του Κεφ, 155 που επιτρέπει να ληφθούν υπόψιν άλλα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η διαπίστωση από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι θα μπορούσαν τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από άλλο Δικαστήριο, έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στη  Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 76:

 

«Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.»

 

Σημειώνεται ότι ακόμη και αν σε προηγούμενες υποθέσεις ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να ληφθούν υπόψιν εκκρεμούσες υποθέσεις, δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Ούτε και μπορεί να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποια θα ήταν η ποινή στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί να ληφθούν υπόψη τότε (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47).

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540).  Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες.

 

Ωστόσο, ως προς το ύψος της ποινής φυλάκισης, λαμβάνω υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας της ποινής η οποία υπαγορεύει ότι η τιμωρία δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του καταδικασθέντα. Όχι μόνο στα πλαίσια της υπόθεσης που εκδικάζεται, αλλά και με αναφορά σε υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη ή που έχει ήδη καταδικαστεί και του επιβλήθηκε ή και εκτίει ποινή (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 443). Όπως έχει νομολογηθεί επίκεντρο της ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του καταδικασθέντα ατόμου. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικατοπτρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του. 

 

Ωστόσο, παράμετρος που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται είναι ότι η ποινή που θα επιβληθεί, δεν πρέπει να είναι τέτοια που να δημιουργεί στον κατηγορούμενο το αίσθημα ότι δεν τιμωρήθηκε για την αδικοπραξία του και γενικότερα την εντύπωση ότι μπορεί κάποιος να αδικοπραγεί χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη συνολικότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του παραβάτη και να διερωτηθεί ποια είναι η κατάλληλη ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί (βλ. Χατζίηκκος ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση αρ. 352/2018, 19/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:B333).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου την ποινή φυλάκισης 8 μηνών όπου επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στις 28/4/2026, στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε. Δ. Πάφου, ποινή την οποία σήμερα ο Κατηγορούμενος εκτίει. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας, την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, τρείς κατηγορίες που αφορούσαν την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών και διάφορα άλλα αδικήματα όπου σχετίζονται με τροχαίες παραβιάσεις. Για σκοπούς επιβολής ποινής μάλιστα λήφθηκαν υπόψη τα γεγονότα άλλων έξι υποθέσεων που αφορούσαν όμοιας φύσης αδικήματα με αυτά της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε.Δ. Πάφου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου ότι κατά τον χρόνο όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών στον Κατηγορούμενο, τα υπό κρίση αδικήματα είχαν ήδη διαπραχθεί και θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε. Δ. Πάφου.

 

Έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα του αδικήματος, σε συνδυασμό πάντοτε με την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην πρώτη και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.

 

Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.

 

Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017, 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:

 

«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:

(α)  Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του     εγκλήματος,

(β)  το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και

(γ)  η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψην όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, την παραδοχή του και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 8 μηνών για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την ίδια επικίνδυνη και εγωιστική συμπεριφορά, ήτοι να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία και ανευθυνότητα και η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη και αντικοινωνική.

 

Κατόπιν προσεκτικής μελέτης όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.

 

Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αναμένεται να εκτίσει την ποινή των 8 μηνών που του επιβλήθηκε και να αποφυλακιστεί στις 26/05/2026, δηλαδή σε 11 ημέρες από σήμερα, δεν είναι κάτι που δύναται να απασχολήσει το Δικαστήριο με δεδομένο ότι δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε γεγονότα που να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.

 

Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117(2) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης, που έχω σήμερα επιβάλει στον Κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέχει ή να είναι διαδοχική με την ήδη εκτιόμενη ποινή φυλάκισης 8 μηνών που του επιβλήθηκε στις 28/4/2026 από το Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε.Δ. Πάφου.

 

Το άρθρο 117(2) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά».

 

Στην υπόθεση Κουφού v Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 396 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή (ήτοι όπως η ποινή να συντρέχει) πρέπει να υπάρχουν στην υπό κρίση περίπτωση ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων εξέτιε ποινή φυλάκισης για σειρά εγκλημάτων εναντίον περιουσίας, και καταδικάστηκε για αδίκημα που αφορούσαν ναρκωτικές ουσίες. Το Εφετείο αναφέροντας ότι επρόκειτο για εντελώς διαφορετικά αδικήματα έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση διαταγής διαφορετικής της γενικής πρόνοιας του άρθρου 117(2).

 

Στη Χριστοφόρου ν Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 443, στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε ήδη καταδικαστεί στα πλαίσια άλλης υπόθεσης για παρόμοιας φύσης αδικήματα, το Εφετείο έκρινε ορθό ότι θα έπρεπε όλες οι επιβληθείσες ποινές να συντρέχουν.  Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:

 

«Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117(2) και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του.

 

Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής:

 

"If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive."

 

Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής.  Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου:

 

"It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences."»

 

Θα πρέπει να εξετάζεται σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα της συνολικότητας της ποινής, έννοια που έχει έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Χριστοφόρου ανωτέρω).

 

Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς την επιβολή συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Θωμά, Ποινική Έφεση 132/17, 26/6/2019, ως ακολούθως:

 

«Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas Principles of Sentencing, σελ. 47 κ. επ.).  Η ομοιότητα των  παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v P (1989) 2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 541, 6 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.).

 

Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (RvBuckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 91/2017, ημερ. 2.5.2018), ECLI:CY:AD:2018:B214, ECLI:CY:AD:2018:B214.

 

Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του 2012. Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το  Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (Blake [1961] 45 CrAppRep. 292). Στον Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο.»

 

Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για το εν λόγω ζήτημα, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να διέπει κατά ποσό οι ποινές πρέπει να δομούνται ως συντρέχουσες ή διαδοχικές. Η πρωταρχική αρχή είναι ότι η συνολική ποινή πρέπει να είναι δίκαια και αναλογική (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 54/2019, 19/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:D195). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου αν θα επιβάλει διαδοχικές ποινές, όπως βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (βλ. Σωτηριάδου ν Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 356).

 

Η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η τυχόν συνάφεια γεγονότων και ο χρόνος διάπραξης τους είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψιν G.MPikisSentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 331).

 

Ακόμη όμως και αν τα αδικήματα ήταν του ίδιου ή παρόμοιου χαρακτήρα, αν διαρπάχθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, είχαν ως θύματα πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους και βασίζονταν κάθε φορά σε αυτοτελή γεγονότα, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (βλ. Κατσιαρή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 163/2019, 20/12/2019, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 541). Κατά γενική δε αρχή, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών.

 

Από την άλλη, η διαφορετικότητα της φύσεως των αδικημάτων, δεν είναι το μόνο αποφασιστικό κριτήριο του κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να είναι διαδοχική. Έτσι για παράδειγμα στην Παραρέ v Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257 στην οποία τονίστηκε ξανά η σημασία της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής και πως η εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 117(2) του Κεφ.115 δεν πρέπει να είναι άκαμπτη, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των δυο μηνών που επιβλήθηκε σε σχέση με κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β συντρέχει με ποινή που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε σχέση με διαφορετικής φύσης αδικήματα, ήτοι ένοπλης ληστείας και κλοπής. 

 

Από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στο σύνολο της την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Θα πρέπει δηλαδή να αξιολογηθεί, με αναφορά το σύνολο της έκνομης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, το κατά πόσο η επιβολή της ποινής φυλάκισης ως συντρέχουσας με την ποινή που ήδη εκτίει ή επιβολής της ως διαδοχική με αυτή αποτελεί δίκαιη και ανάλογη ποινική μεταχείριση (βλ. Γ.Ε ν. Κύρρη Ποινική Έφεση 70/2022, 7/2/2023).

 

Λαμβάνοντας υπόψη μου την φύση του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης καθώς και την δυνατότητα που είχε η παρούσα υπόθεση να ληφθεί υπόψη στην προηγηθείσα καταδίκη του Κατηγορούμενου στην υπόθεση υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε.Δ. Πάφου, στην οποία επιβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο και για το ίδιο αδίκημα, ήτοι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, σε 3 άλλες ημερομηνίες, καθώς και το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, με δεδομένη πάντοτε την ποινή των 8 μηνών ως το μέτρο που το Ε.Δ. Πάφου έκρινε ως ορθό στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 7139/2025 του Ε.Δ. Πάφου, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε στην υπόθεση αυτή θα πρέπει να συντρέχει με την ήδη επιβληθείσα ποινή των 8 μηνών.

 

Ως εκ των ανωτέρω η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, και αρχίζει από σήμερα, να συντρέχει με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 8 μηνών που είχε επιβληθεί από το Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 7139/2025.  

 

Τα έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων θα βαραίνουν την Δημοκρατία (βλ. Θεόδωρος Κεσίδης ανωτέρω).

 

Λήφθηκαν υπόψιν οι υποθέσεις υπ’ αριθμό 4536/2024 και 2112/2023 του Ε.Δ. Πάφου.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                                Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο