ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α, Αρ. Υπόθεσης: 1092/25, 31/7/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α, Αρ. Υπόθεσης: 1092/25, 31/7/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:    Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

     Αρ. Υπόθεσης: 1092/25

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

v.

Α. Α

         Κατηγορούμενος

                                               

Ημερομηνία: 31.07.2026 

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κ. Ανδρέας Χατζηκύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Για Κατηγορούμενο: κ. Δημήτρης Τσολακίδης

Κατηγορούμενος: Παρών 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α) Της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η Κατηγορία).

 

(β) Της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2,3, 6(1)(2), 30, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (2η Κατηγορία).

 

(γ) Της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5(1)(β), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (3η Κατηγορία).

 

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, όλα τα αδικήματα φέρονται να έχουν λάβει χώρα στην Επαρχία Πάφου, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 19.02.2025, ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη και η επιχείρηση της Αστυνομίας στα πλαίσια της οποίας συνελήφθη ο κατηγορούμενος, ενώ εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν αριθμός τεκμηρίων συμπεριλαμβανομένης και ποσότητας κάνναβης βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων.

 

Σημειώνεται ότι στις 12.06.2026 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι η φυτική ύλη που ανευρέθηκε σε ανοικτό χώρο που αποτελεί μέρος του τεμαχίου 853 που βρίσκεται στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας της μητέρας του κατηγορούμενου, αφορά στο είδος και την ποσότητα του ελεγχόμενου φαρμάκου για το οποίο γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 & 3 και αποτελούν τα Τεκμήρια 6.1, 6.6 μέχρι και 6.34.

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις προαναφερθείσες κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε για ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάστηκαν 3 μάρτυρες. Mετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Νοείται ότι από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν εξάγονται οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police (1981) 2 C.L.R. 200). Πρόκειται για άσκηση συνταγματικού δικαιώματός του και αυτό δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να επενεργήσει εις βάρος του (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 250).

 

Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.1) κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστυφύλακας 3326 κ. Σάββας Νεοκλέους ο οποίος κατέθεσε στην διαδικασία τα τεκμήρια 1 μέχρι και 11. Σε σχέση με τα αντικείμενα που περιγράφονται στον πίνακα τεκμηρίων της υπόθεσης ήτοι το Τεκμήριο 1, δηλαδή όσα εντοπίστηκαν κατά την έρευνα της Αστυνομίας στις 19.02.2025 στο χωράφι στην Παναγιά και στην κατοχή του κατηγορούμενου[1], αυτά κατατέθηκαν στην διαδικασία ως Τεκμήρια 6.1 – 6.35 & 7[2] και τα οποία περιλάμβαναν μεταξύ άλλων, τόσο την νάιλον συσκευασία που εντοπίστηκε εκτός του θαμμένου ντεποζίτου, όσο και τις συσκευασίες που βρίσκονταν εντός αυτού και περιείχαν τη συνολική ποσότητα κάνναβης που αφορά η υπόθεση, τα δύο κινητά τηλέφωνα που ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια εργασίας χρώματος μπλέ καθώς και ένα στρογγυλό πλαστικό καπάκι ντεποζίτου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα (σχετικές οι καταθέσεις του Τεκμ. 2 - 4) στις 19.02.2025 και ενώ βρισκόταν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ενημερώθηκε όπως μεταβεί σε ανοικτό χώρο – χωράφι στην τοποθεσία <<Βρύση>> του χωριού Παναγιά καθότι είχε συλληφθεί ένα πρόσωπο για παράνομη κατοχή κάνναβης, με τον ίδιο να μεταβαίνει στο μέρος στις 17:15 μαζί με τον Υπαστυνόμο Π. Ταμπούρα, την Α/Αστ. 1505 και τους Αστυφύλακες 495, 4059 και 4460 της ΥΚΑΝ Πάφου. Κατά την άφιξη του έτυχε ενημέρωσης από τον Αστ. 3484 Μ. Κοντονικόλα της ΥΚΑΝ ότι κατόπιν πληροφορίας και μετά από διακριτική παρακολούθηση, ανακόπηκε ο κατηγορούμενος και αφού του επεξήγησε τους λόγους σύλληψης του, του υπέδειξε στο έδαφος μια νάιλον διαφανή συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη ήτοι κάνναβη, ένα ζευγάρι γάντια εργασίας, ένα στρογγυλό πλαστικό καπάκι ντεποζίτου χρώματος άσπρου το οποίο ήταν βιδωμένο πάνω σε ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού που ήταν θαμμένο μέσα στο χώμα, ενώ την ίδια ώρα του παρέδωσε και δύο κινητά τηλέφωνα που ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου.

 

Αφού υπέδειξε στον κατηγορούμενο 29 νάιλον διαφανείς συσκευασίες οι οποίες ήταν κλειστές αεροστεγώς εντός των οποίων υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης και συγκεκριμένα κάνναβης τις οποίες είχε βγάλει από το θαμμένο ντεπόζιτο, ο κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν ήξερε τίποτα σε σχέση με αυτές. Η Α/Αστ. 1505 έλαβε αριθμό φωτογραφιών που αποτελούν το Τεκμήριο 5 το οποίο και ο μάρτυρας αναγνώρισε και περιέγραψε ως τα τεκμήρια που είχαν εντοπιστεί και φωτογραφηθεί στην σκηνή. Σε έρευνες που έλαβαν χώρα στην πατρική κατοικία του κατηγορούμενου στην Παναγιά και στο διαμέρισμα του στην Πάφο καθώς και στα οχήματα KMS413 και KMP716, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το παράνομο, ενώ στις 19.02.2025 που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει ανακριτική κατάθεση (Τεκμ. 9), αυτός ενημέρωσε ότι κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε μπορεί να έδιδε κατάθεση σε μεταγενέστερο στάδιο πράγμα το οποίο επανέλαβε και κατά τον χρόνο εκτέλεσης του δικαστικού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του την ίδια ημέρα (Τεκμ. 8). Επιπρόσθετα ο μάρτυρας κατέθεσε στην διαδικασία και την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 25.02.2025 (Τεκμ. 10).

 

Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 19.02.2025 (Τεκμ. 9) απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με τον ίδιο τρόπο και συγκεκριμένα πως ‘’Μετά από νομική συμβουλή που έλαβα μπορεί να δώσω κατάθεση σε μεταγενέστερο χρόνο’’.

Στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 25.02.2025 (Τεκμ. 10) αυτός έδωσε απαντήσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν ουσιαστικά αρνούμενος την διάπραξη των αδικημάτων. Ο ίδιος στην κατάθεση του παραδέχεται πως πράγματι είχε επισκεφτεί το συγκεκριμένο τεμάχιο στις 19.02.2025 πράγμα το οποίο έπραξε και την προηγούμενη ημέρα με τον ισχυρισμό ότι πρόθεση του ήταν η κοπή ξυλείας. Μάλιστα στις 19.02.2025 ως περαιτέρω αναφέρει μετέβηκε στον χώρο με το αυτοκίνητο του και έχοντας μέσα σε αυτό δύο δεντροκοπτικές μηχανές, κατέβηκε από αυτό και πεζός περπάτησε εντός του τεμαχίου για να δει από που θα ξεκινούσε την κοπή ξυλείας, χωρίς όμως να κατεβάσει τις μηχανές κοπής από το αυτοκίνητο, ενώ σε σχέση με τα γάντια που βρέθηκαν κατά την ανακοπή του ισχυρίστηκε πως είχαν μείνει στον χώρο από την επίσκεψη του την προηγούμενη ημέρα.

Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών μέσα στο ντεπόζιτο και πως το συγκεκριμένο χωράφι είναι ανοικτό και όποιος θέλει μπορεί να μπει και να τοποθετήσει οτιδήποτε σε αυτό. Δεν γνώριζε για την ύπαρξη του ντεπόζιτου θαμμένου εντός του επίδικου χωραφιού και ποτέ στη ζωή του δεν είδε, ούτε άγγιξε  ναρκωτικά. Ανέφερε ότι ο ίδιος ότι ουδέποτε έσκαψε το έδαφος και ότι αυτά που του καταλογίζονται ότι έκανε πριν την παρέμβαση της αστυνομίας στο χώρο είναι ψέματα. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ήταν ένας αστυνομικός που ζήτησε από συνάδελφο του να φέρει τσάπα και φτυάρι και πως ήταν οι ίδιοι που έσκαψαν και βρήκαν το πλαστικό καπάκι του ντεπόζιτου (χωρίς να γίνεται, όμως, από τον ίδιο κάποια μνεία ως προς το πώς εντοπίστηκε η νάιλον συσκευασία με κάνναβη εκτός του συγκεκριμένου ντεπόζιτου).

Τέλος ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 ως τον χώρο που είχαν κληθεί να μεταβούν, επεξηγώντας ότι σε αυτό παρουσιάζεται τόσο ο χωματόδρομος που οδηγεί στον χώρο όπου εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης και ο χώρος όπου ήταν σταθμευμένο τόσο το όχημα του τελευταίου όσο και ο χώρος με το θαμμένο ντεπόζιτο και τα αντικείμενα που περιέγραψε.

 

Αντεξεταζόμενος, σημείωσε πως ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τον υπεύθυνο της ΥΚΑΝ Πάφου για την ανάγκη μετάβασης τους στην Παναγιά για μια υπόθεση που αφορούσε ένα πρόσωπο στην κατοχή του οποίου εντοπίστηκε κάνναβη και αυτό μάλιστα έγινε με κάποια καθυστέρηση καθότι αρκετοί συνάδελφοι του δεν εργάζονταν και κλήθηκαν εσπευσμένα να μεταβούν στην εργασία τους, ενώ χρειάστηκαν περί τα 45 περίπου λεπτά για να φτάσουν στον χώρο. Ο ίδιος έτυχε ενημέρωσης για το τί προηγήθηκε από τον Αστ. 3484 Μ. Κοντονικόλα, ότι δηλαδή εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος να προσπαθεί με τα χέρια του να φύγει το χώμα, να ανοίγει ένα καπάκι και να παίρνει από μέσα μία συσκευασία κάνναβης, με τον Αστ. 3484 να του υποδεικνύει τα τεκμήρια στον χώρο και να του παραδίδει και τα κινητά τηλέφωνα που εντοπίστηκαν. Σε σχέση μάλιστα με τα γάντια που εντοπίστηκαν, ανέφερε πως ήταν αυτά που φορούσε ο κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας ως σχετικό το Τεκμήριο 6.2, ενώ σημείωσε πως δεν φωτογράφισε το χώμα που ισχυρίστηκε ότι θυμόταν να βρίσκεται πάνω στα γάντια. 

 

Ερωτώμενος σε σχέση με τον χώρο και το είδος της βλάστησης που υπήρχε, ο μάρτυρας ανέφερε πως επρόκειτο για ανοικτό χώρο ανηφορικό από το σημείο που στάθμευσαν τα οχήματα τους όπου και χρειάστηκε να περπατήσουν περί τα 20 μέτρα, ενώ πιο αριστερά υπήρχαν διάφορες συσκευές που έμοιαζαν με σκουπίδια. Υπήρχαν επίσης διάφορα δέντρα και θάμνοι τονίζοντας όμως πως η βλάστηση δεν ήταν πυκνή δηλαδή δεν ήταν δάσος, ενώ οι θάμνοι που υπήρχαν ήταν χαμηλοί και μπορούσες να περπατήσεις από πάνω τους. Mάλιστα σε σχέση με το χώρο που εντοπίστηκε το ντεπόζιτο, αυτό βρισκόταν κάτω από ένα μεγάλο πεύκο, ενώ ο χώρος για να μεταβείς σε αυτό ήταν ανηφορικός και ανέβαινες με δυσκολία. Ο ίδιος δεν είχε επικοινωνία με τον Αστ. 3489 Α. Αριστείδου και έμαθε εκ των υστέρων για το ποιος ήταν ο παρατηρητής, ενώ δεν ζήτησε να του υποδείξουν το σημείο από το οποίο γινόταν η παρακολούθηση.

 

Όπως επεξήγησε ο ίδιος στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης μετέβηκε μαζί με τον Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγιάς για να του υποδείξει τον χώρο όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά για να διακριβωθεί σε ποιον ανήκει, ενώ δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει τα όσα οι συνάδελφοι του, του είχαν αναφέρει, ή ότι ο παρατηρητής πράγματι είχε ορατότητα ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου από το συγκεκριμένο σημείο που βρισκόταν.

 

Σημείωσε πως κατά την μετάβαση του στον χώρο είδε τα αντικείμενα ως αυτά παρουσιάζονται στην φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 5 χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε τσίγκος όπως του υποβλήθηκε, ενώ συμφώνησε πως στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε κατάθεση και από τον υπεύθυνο εργασίας του κατηγορούμενου, τον κ. Κώστα Τρικούπη, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι εργαζόταν κοντά του συνεπώς δεν έκρινε ότι απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με την εργασία του κατηγορούμενου. Τέλος αρνήθηκε τις υποβολές ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης θα έπρεπε να είχαν λάβει φωτογραφίες όλου του ακινήτου εκτός από το σημείο που εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά αλλά και του σημείου από το οποίο γινόταν η παρατήρηση προς το σημείο εντοπισμού, τονίζοντας για ακόμα μια φορά πως δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τον συνάδελφο του που είχε πει ότι είχε δει τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες.  

 

Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.2) κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας 3484 Μ. Κοντονικόλας. Σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμ. 12 στις 19.02.2025 μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του στην Παναγιά για περιστασιακή παρακολούθηση του κατηγορούμενου αφού υπήρχαν πληροφορίες ότι αυτός αποτελεί μέλος κυκλώματος εμπορίας και διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών. Επίσης κατά την ίδια πληροφορία ο κατηγορούμενος εκτελεί χρέη παραλαβής και αποθήκευσης των ναρκωτικών τα οποία αποκρύβει στο χωριό Παναγιά όπου και κατάγεται σημειώνοντας πως είχαν προηγηθεί και περιστασιακές παρακολουθήσεις χωρίς να προκύψει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 19.02.2025 και περί ώρα 11:15 εντόπισε σταθμευμένο το όχημα του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής KMS413 στο χωριό Παναγιά και συγκεκριμένα έξω από το COFFEE LEAF SNACKS AND MORE και ενημέρωσε σχετικά μέσω ασυρμάτου την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης. Στην συνέχεια και περί ώρα 11:30 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα KMS413 αναχώρησε και κατέληξε στην πατρική του οικία στην οδό Τάκη Σοφοκλέους 7. Ακολούθως και περί ώρα 13:45 αυτός αναχώρησε εκ νέου, οδηγώντας το όχημα KMS413 και κατευθύνθηκε προς το χωριό Ασπρογιά, όπου ο μάρτυρας τον είδε να εισέρχεται σε δασική περιοχή και για τον λόγο αυτό η συνέχιση της παρακολούθησης του δεν ήταν εφικτή. Ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες όπως παραμείνει στο εν λόγω σημείο ως παρατηρητής. Περί ώρα 14:28 είδε τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την δασική περιοχή οδηγώντας το πιο πάνω όχημα και να κατευθύνεται προς το χωριό Παναγιά, όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, στο χωριό Παναγιά με συντεταγμένες 34.922180, 32.635491, όπου και στάθμευσε.

 

Ο μάρτυρας είχε ενημερωθεί, ότι ο Κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο εν λόγω σημείο και την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 18.02.2025 όπου κατά την μετάβαση του ασχολήθηκε με την κοπή ξύλων, τα οποία στην συνέχεια, αφού τοποθέτησε στο όχημα KMS413, τα μετέφερε στην οδό Τάκη Σοφοκλέους 7. Όπως πληροφορήθηκε μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3489 Α. Αριστείδου ο οποίος εκτελούσε χρέη παρατηρητή, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του, φόρεσε γάντια και αφού παρατηρούσε δεξιά και αριστερά με τρόπο που φαινόταν ότι έλεγχε την περιοχή, ανέβηκε πεζός σε κοντινό σημείο από το όχημα του. Εκεί όπως και πάλι πληροφορήθηκε ο μάρτυρας από τον Αστ. 3489, ο Κατηγορούμενος αφού γονάτισε στο έδαφος, άρχισε να μετακινεί χώμα με τα χέρια του, κοιτάζοντας ταυτόχρονα δεξιά και αριστερά. Στην συνέχεια με βάση την πληροφόρηση από τον παρατηρητή, ο Κατηγορούμενος έβγαλε ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου το οποίο τοποθέτησε στα αριστερά του και αμέσως μετά έβγαλε από το χώμα μια συσκευασία. Εκείνη την στιγμή, ο υπεύθυνος έδωσε οδηγίες όπως προσεγγίσουν το εν λόγω σημείο και ανακόψουν και ερευνήσουν τον Κατηγορούμενο. Με την βοήθεια άλλων συναδέλφων, προσέγγισαν τον κατηγορούμενο φωνάζοντας του δυνατά <<αστυνομία>>. Αφού ο μάρτυρας τον πλησίασε, του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και την ίδια στιγμή είδε στο έδαφος μια νάιλον διαφανή συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, κάνναβη την οποία του υπέδειξε και τον πληροφόρησε ότι μέσα στην συσκευασία υπάρχει κάνναβη η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία απάντηση. Στην συνέχεια και ώρα 14:53 ο μάρτυρας πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο χωρίς αυτός να δίδει οποιαδήποτε απάντηση. Στο έδαφος δίπλα από την συσκευασία με την κάνναβη, υπήρχαν δύο γάντια χρώματος μπλέ, άσπρο με κόκκινη γραμμή με την επιγραφή BENMAN με τον κατηγορούμενο όταν του υποδείχθηκαν και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε πως <<εν τα γάντια μου>>.

Από έλεγχο που έκανε ο μάρτυρας στο σημείο που βρήκαν την συσκευασία και τα γάντια, εντόπισε στο έδαφος ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου, το οποίο υπέδειξε στον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να δίδει οποιαδήποτε απάντηση, ενώ σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε σε αυτόν εντοπίστηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε προφορικά για τα νομικά του δικαιώματα ως συλληφθέντας ενώ στην συνέχεια έφτασαν στο μέρος μέλη του κλιμακίου Υ.Κ.Α.Ν Πάφου όπου η ώρα 17:15 ο μάρτυρας παρέδωσε τον συλληφθέντα στον Αστ. 3326 καθώς και τα δύο ανευρεθέντα κινητά τηλέφωνα, ενώ του υπέδειξε και την νάιλον διαφανή συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, κάνναβη, τα δύο γάντια χρώματος μπλε, άσπρο με κόκκινη γραμμή με την επιγραφή BENMAN και το άσπρο πλαστικό καπάκι τα οποία βρίσκονταν στην αρχική θέση ανεύρεσης τους με τον μάρτυρα να εξηγεί και τις συνθήκες εντοπισμού τους. Τέλος, ως ο μάρτυρας σημειώνει, σε έρευνα που ακολούθησε από τον Αστ. 3326 κάτω από το άσπρο πλαστικό καπάκι εντοπίστηκε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού, εντός του οποίου εντοπίστηκαν ακόμα είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη, όμοιες με αυτή που εντόπισε ο μάρτυρας προηγουμένως κατά την άφιξη του στο σημείο, δίπλα από τον κατηγορούμενο.

 

Σε υπόδειξη τόσο του Τεκμ. 11 όσο και του Τεκμ. 5 αναγνώρισε και υπέδειξε τον ανοικτό χώρο όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά ενώ αναγνώρισε και τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την σκηνή στις οποίες απεικονίζονται τα ανευρεθέντα αντικείμενα που περιγράφει στην κατάθεση του.

 

Αντεξεταζόμενος σημείωσε πως είχε ενημερωθεί από τον προϊστάμενο του ότι κάποιες ημέρες πριν την επιχείρηση είχαν ληφθεί πληροφορίες για την εμπλοκή του κατηγορούμενου και πως έγιναν περιστασιακές παρακολουθήσεις χωρίς όμως να μπορεί να γνωρίζει για τις ημέρες και τις ώρες που αυτές έλαβαν χώρα. Ο ίδιος ενημέρωνε προφορικά τον υπεύθυνο του Αστ. 3021 Αναστάση Κωνσταντίνου. Επιπρόσθετα ερωτώμενος σχετικά αποδέχτηκε ότι κατά τις παρακολουθήσεις οι οποίες γίνονταν ενώ ο κατηγορούμενος κινείτο σε δημόσιους χώρους, τον είδαν να μπαίνει από το δημόσιο χώρο και στο σπίτι της μητέρας του, που αποτελεί ιδιωτικός χώρος.

 

Ερωτώμενος αναφορικά με το χωράφι όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, ανέφερε πως πρόκειται για ανοικτό χώρο με δασώδη άγρια βλάστηση με υψομετρική διαφορά. Ο ίδιος εντόπισε τον κατηγορούμενο δίπλα από την συσκευασία με την κάνναβη  σε απόσταση περί το 1 ½ μέτρο, ενώ τα γάντια βρίσκονταν στο έδαφος δίπλα από την συσκευασία, επεξηγώντας πως το καπάκι του ντεπόζιτου ήταν καλυμμένο με φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ο μάρτυρας μετακίνησε το χώμα και εντόπισε το καπάκι από κάτω. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο της ανακοπής του από την αστυνομία βρισκόταν περί τα 10 μέτρα μακριά από το σημείο που εντοπίστηκε η συσκευασία με την κάνναβη και τα γάντια, επαναλαμβάνοντας πως αυτός βρισκόταν δίπλα από αυτά.

 

Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (Μ.Κ.3) κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας 3489 Α. Αριστείδου μέλος και αυτός της ομάδας παρακολούθησης του κατηγορούμενου που είχε μεταβεί στις 19.02.2025 στο χωριό Παναγιά της Επαρχίας Πάφου (σχετική η κατάθεση του Τεκμήριο 13). Ενημερώθηκε και αυτός μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3484 Μ. Κοντονικόλα, για τον εντοπισμό του οχήματος του κατηγορούμενου έξω από το αναφερόμενο café, περί της αναχώρησης του στην συνέχεια και της μετάβασης του στην πατρική του οικία στην οδό Τάκη Σοφοκλέους 7, καθώς και της αναχώρησης του από την κατοικία και την είσοδο του στην συνέχεια σε δασική περιοχή προς το χωριό Ασπρογιά. Ενημέρωση μέσω ασυρμάτου έλαβε από τον Αστ. 3484 και για την έξοδο του Κατηγορούμενου από την δασική περιοχή και την κατεύθυνση του προς το χωριό Παναγιά όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, έδαφος του χωριού Παναγιά, όντας επίσης ενήμερος πως στον συγκεκριμένο χώρο ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί και στις 18.02.2025 όπου ασχολήθηκε με την κοπή ξύλων. Κατά την μετάβαση του κατηγορούμενου στο εν λόγω σημείο, ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες όπως ενεργήσει ως παρατηρητής πράγμα το οποίο και έπραξε. Στην συνέχεια και περί ώρα 14:42 είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται του οχήματος του, να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με τρόπο ο οποίος φανέρωνε ότι έλεγχε την περιοχή.

 

Αμέσως μετά είδε τον κατηγορούμενο να φορεί γάντια, να ανεβαίνει πεζός και να προσεγγίζει σημείο το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημα του. Στο εν λόγω σημείο είδε τον Κατηγορούμενο να γονατίζει στο έδαφος και με τα χέρια του να μετακινεί χώμα. Κατά την παρουσία του εκεί ο Κατηγορούμενος κοίταζε συνεχώς δεξιά και αριστερά. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας τον είδε να βγάζει ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου και να το τοποθετεί στα αριστερά του. Την ίδια στιγμή, τον είδε να βγάζει από το σημείο που έβγαλε το καπάκι προηγουμένως, μια συσκευασία την οποία τοποθέτησε στα αριστερά του. Για όλα τα πιο πάνω, ο μάρτυρας ενημέρωσε την ομάδα παρακολούθησης μέσω ασυρμάτου με τον υπεύθυνο να δίδει οδηγίες όπως ο κατηγορούμενος ανακοπεί και διεξαχθεί έρευνα. Από το σημείο που βρισκόταν ο μάρτυρας ως παρατηρητής, είδε τον Κατηγορούμενο να παραλαμβάνει το άσπρο πλαστικό καπάκι και να το τοποθετεί πίσω στο σημείο που βρισκόταν προηγουμένως και με τα χέρια του να προσπαθεί να το καλύψει με χώμα. Μέλη της ομάδας παρακολούθησης προσέγγισαν τον Κατηγορούμενο φωνάζοντας του δυνατά <<Αστυνομία>> με τον μάρτυρα να μεταβαίνει μετέπειτα στο σημείο της ανακοπής του Κατηγορούμενου. Εκεί είδε από κοντά την συσκευασία την οποία είχε ξεθάψει ο κατηγορούμενος μαζί με το άσπρο πλαστικό καπάκι του ντεπόζιτου. Στην εν λόγω διαφανή νάιλον συσκευασία υπήρχε κάνναβη και όπως ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από τον Αστ. 3484 ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Στην συνέχεια στο μέρος έφτασαν μέλη της Υ.Κ.Α.Ν Πάφου όπου και ανέλαβαν την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Από έλεγχο που έκανε ο Αστ. 3326, αφού άνοιξε το άσπρο πλαστικό καπάκι εντόπισε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού που μέσα είχε συνολικά είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες, όμοιες με αυτή που ο μάρτυρας τον είδε να βγάζει προηγουμένως από το εν λόγω σημείο.   

 

Ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε ως σχετική την φωτογραφία 1 του Τεκμ. 5 στην οποία παρουσιάζονται τόσο η συσκευασία στα αριστερά του ντεπόζιτου όσο και τα γάντια του κατηγορούμενου που είδε ενόσω αυτός ήταν παρατηρητής, ενώ αναγνώρισε και το πλαστικό καπάκι που είδε τον κατηγορούμενο να ξεβιδώνει και να τοποθετεί στα αριστερά ενώ στην συνέχεια το τοποθέτησε πάλι πίσω και το κάλυψε με το χώμα. Σε υπόδειξη του Τεκμ. 11 αναγνώρισε ως το τεμάχιο 853 το χωράφι όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά, ενώ σε σχέση με την θέση που αυτός βρισκόταν σημείωσε πως δεν ήταν σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο αφού υπήρξε κάποια χρονική διάρκεια με τον ίδιο να καλύπτει μια συγκεκριμένη ακτίνα την οποία και υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 11 που σημειώθηκε με μπλέ χρώμα, ενώ με το γράμμα Χ υπέδειξε και το σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και τα ναρκωτικά.

 

Αντεξεταζόμενος και σε υποβολή ότι από το σημείο που ευρισκόταν για την παρακολούθηση δεν θα μπορούσε να δεί αυτά που περιέγραψε να κάνει ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας επέμεινε ότι από το σημείο που βρισκόταν και με τη χρήση κιαλιών,  είχε συνεχή και καλή ορατότητα των ενεργειών του κατηγορούμενου, επαναλαμβάνοντας ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του είναι ορθά. Μπορούσε να δει καθαρά τις κινήσεις του κατηγορούμενου από το σημείο που βρισκόταν. Κατέθεσε ότι ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του, να φορεί τα γάντια που κρατούσε, να μεταβαίνει στο σημείο του χωραφιού που, έπειτα διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν το ντεπόζιτο, να γονατίζει να αφαιρεί το χώμα, να προβαίνει σε κίνηση για αφαίρεση του πλαστικού άσπρους καπακιού, ενώ είδε και την κίνηση όπου ο κατηγορούμενος ψήλωσε το καπάκι και το τοποθέτησε δίπλα του, ενέργειες οι οποίες έγιναν με την χρήση γαντιών από μέρος του κατηγορούμενου.

Το μόνο σημείο όπως τόνισε που έχασε οπτική επαφή μαζί του, ήταν μόνο, όταν, αφού δόθηκαν οδηγίες για ανακοπή του κατηγορούμενου, οι συνάδελφοι του εισήλθαν στο χωράφι και ο ίδιος ξεκίνησε να κατευθύνεται πεζός προς το μέρος. Σημείωσε πως ο κατηγορούμενος βρισκόταν περί το ένα μέτρο περίπου μακριά από το ντεπόζιτο, ενώ αναγνώρισε τόσο την φωτογραφία Aerial 0833 που του υποδείχθηκε, υποδεικνύοντας την γραμμή που βρισκόταν ως παρατηρητής σε γειτονικό τεμάχιο από αυτό που εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος και τα ναρκωτικά, όσο και τις φωτογραφίες Aerial 0815 και 0826 που υποδείκνυαν τους ίδιους τόπους από διαφορετική γωνιά λήψης. Επίσης αναγνώρισε και το βίντεο που του υποδείχθηκε που τελειώνει σε 141225 (Τεκμ. 14) ως το χωράφι που είδε στις προηγούμενες φωτογραφίες ενώ σημείωσε πως το σημείο λήψης του φαίνεται να είναι το σημείο της ακτίνας παρακολούθησης που ο ίδιος είχε υποδεικνύοντας ως σχετικό συγκεκριμένο σημείο του Τεκμηρίου 11.   

Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

Αγορεύσεις:

Με την ολοκλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας, τόσο ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης  έθεσαν τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του.

Παρόλο που ο κ. Τσολακίδης αγόρευσε τελευταίος θα αναφερθούμε πρώτα στην δική του αγόρευση ενόψει των θεμάτων που εγείρει σε αυτήν.

Ο κος Τσολακίδης ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση στην εισαγωγή της οποίας (παρα. 6 σελ. 2) αποδέχεται ότι οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες εντοπίστηκαν στο τεμάχιο ιδιοκτησίας της μητέρας του κατηγορούμενου, καθ όν χρόνο αυτός βρισκόταν εντός του τεμαχίου. Επίσης δεν αμφισβητείται ούτε και το γεγονός ότι  κατά τον χρόνο ανακοπής του πελάτη του από τον Μ.Κ.2 ο πρώτος βρισκόταν σε κοντινή (χωρίς όμως να την προσδιορίζει περαιτέρω) απόσταση από την μία συσκευασία κάνναβης (Τεκμ. 6.1), τα γάντια (Τεκμ. 6.2) και το στρογγυλό άσπρο καπάκι ντεποζίτου (Τεκμ. 6.3) το οποίο ήταν καλυμμένο με χώμα.

Αποδέχεται ως αξιόπιστη την μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.1, ενώ θεωρεί χωρίς ουσιαστικά να την αμφισβητεί, περιορισμένη την εμπλοκή του Μ.Κ.2 ως το πρόσωπο που ανέκοψε και σύλλαβε τον κατηγορούμενο μετά τις οδηγίες για είσοδο εντός του τεμαχίου. Στρεφόμενος προς την μαρτυρία του παρατηρητή Μ.Κ.3, προβάλλεται από μέρος του συνηγόρου, έντονη αμφισβήτηση για το κατά πόσον ο μάρτυρας μπορούσε να δει τον κατηγορούμενο να ενεργεί με τον τρόπο που περιέγραψε στην κατάθεση του και ενώπιον Δικαστηρίου, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση στο κατά πόσον μπορούσε να δει τον κατηγορούμενο ‘’με τα χέρια του να μετακινεί χώμα’’. Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στη βάση του περιεχομένου του βίντεο αρ. 141225 του Τεκμ. 14 που υποδείχθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του και το οποίο αναγνώρισε όπου με βάση το περιεχόμενο του καθιστά κατά τον συνήγορο, ανθρωπίνως αδύνατη τέτοια παρακολούθηση αφού διαπιστώνεται να μην υπάρχει καμία ορατότητα. Επιπρόσθετα διερωτάται και αυτό στη βάση της επιχειρηματολογίας περί απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, πως είναι δυνατό να λέει αλήθεια ότι πράγματι ΄΄δεν έχασε τον κατηγορούμενο από τα μάτια του’’ αλλά στην συνέχεια να παραδέχεται ότι δεν το είχε δει να αφαιρεί τα γάντια, ενώ κατά τον συνήγορο καμία εξήγηση δεν έδωσε ο μάρτυρας αυτός για τι μεσολάβησε κατά την διάρκεια των 7 λεπτών από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του μέχρι που εξήλθε από αυτό. 

Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η παράλειψη από μέρους της Αστυνομίας φωτογράφισης του τεμαχίου ιδιαίτερα από το σημείο που βρισκόταν ο παρατηρητής προς το σημείο που ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.3 ότι έβλεπε τον κατηγορούμενο, αποστέρησε από το Δικαστήριο την πλήρη εικόνα και από την Υπεράσπιση την δυνατότητα αντίκρουσης, ως αποτέλεσμα μάλιστα η παράλειψη αυτή, να αποτελεί κραυγαλέα περίπτωση πλημμελούς διερεύνησης. Καλεί το Δικαστήριο ο κ. Τσολακίδης όχι μόνο να απορρίψει την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ως μη αξιόπιστη, αλλά και να διαπιστώσει πλημμέλεια στην διερεύνηση αναγόμενη σε επίπεδο παράβασης του συνταγματικού δικαιώματος για δίκαιη δίκη η οποία άρχετε από το στάδιο της διερεύνησης. Από την άλλη εισηγείται ότι ακόμα και αξιόπιστη να κριθεί η μαρτυρία του Μ.Κ.3, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτοχος όλης της ποσότητας ναρκωτικών που εντοπίστηκε στο ντεπόζιτο. 

Επιπρόσθετα ο κ. Τσολακίδης επιχειρηματολογεί και ζητά ουσιαστικά την αναθεώρηση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στη δίκη εντός δίκης ημερ. 08.04.2026 σε σχέση με την νομιμότητα της έρευνας που έλαβε χώρα στις 19.02.2025. Και αυτό στη βάση της επιχειρηματολογίας ότι η συνολική παρακολούθηση του κατηγορούμενου παραβιάζει το δικαίωμα του στην ιδιωτική ζωή (Άρθρο 15 του Συντάγματος & 8 της ΕΣΔΑ) (σελ 10 έως 18 αγόρευσης), καθώς και στη βάση επιχειρηματολογίας ότι η είσοδος των μελών της Αστυνομίας για σκοπούς έρευνας χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος σύλληψης σε χώρο που θεωρείται κατά τον συνήγορο επαγγελματικό υποστατικό και συγκεκριμένα όπως το διατυπώνει ‘’φυσικά περιφραγμένου αγροτεμαχίου στο οποίο ο κατηγορούμενος απασχολείτο με την κοπή ξυλείας και αποτελούσε την αποκλειστική επαγγελματική του στέγη’’, παραβιάζει το άρθρο το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και κατ επέκταση τα άρθρα 15 και 16 του Κυπριακού Συντάγματος (σελ 18 έως 29 αγόρευσης), με αποτέλεσμα η όποια μαρτυρία έχει συλλεγεί κατά παράβαση των άρθρων αυτών είναι απαράδεκτη προς απόδειξη της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου.

Τέλος στην βάση της ίδιας ανωτέρω επιχειρηματολογίας, ο κ. Τσολακίδης, θεωρεί πως στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 29 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/1977, ή το άρθρο 25 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 τα οποία θα επέτρεπαν στα μέλη της Αστυνομίας, είσοδο και έρευνα στο επίδικο ακίνητο στη βάση μόνο δημιουργηθείσας εύλογης υπόνοιας, επιμένοντας στην θέση πως η είσοδος σε αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο δυνάμει εντάλματος ερεύνης ή συγκαταθέσεως. 

Από την άλλη πλευρά ο κ. Χατζηκύρου κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως μάρτυρες της αλήθειας τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2. και Μ.Κ.3 οι οποίοι ως εισηγείται, προσήλθαν στο Δικαστήριο για να παραθέσουν τα γεγονότα ως περιήλθαν στην αντίληψη τους με ειλικρίνεια και σεβασμό προς την αλήθεια, ενώ μέσω της μαρτυρίας αυτής αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Αναφορικά στα όσα ο κ. Τσολακίδης επιχειρηματολόγησε και προς αντίκρουση αυτών, ο κ. Χατζηκύρου τόνισε πως, κατά την ανακοπή του από την αστυνομία, ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε απόσταση 1 με 1 ½ μέτρο από την συσκευασία της κάνναβης, τα γάντια και το καπάκι το οποίο μάλιστα ήταν καλυμμένο με φρεσκοσκαμμένο χώμα. Επικαλέστηκε την ξεκάθαρη κατά τον συνήγορο μαρτυρία του παρατηρητή Μ.Κ.3 ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο να βγάζει την συσκευασία από το ντεπόζιτο και η οποία στην συνέχεια εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.2 να βρίσκεται δίπλα του περί το 1 ½ μέτρο μαζί με τα γάντια και το φρεσκοσκαμμένο, χώμα διερωτώμενος μάλιστα ποιος άλλος θα μπορούσε να προβεί στις ενέργειες αυτές, εκτός από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν το μόνο πρόσωπο που βρισκόταν στο χώρο.

Στρεφόμενος στην επιχειρηματολογία περί της παράλειψης φωτογράφησης του χώρου, σημείωσε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ3 μπορούσε να δει τις ενέργειες του κατηγορούμενου και ότι ο μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο να καταθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο ως προς το τι είδε. Όσον αφορά το ότι ο Μ.Κ.3 δεν είδε τον κατηγορούμενο να αφαιρεί τα γάντια παρά την αναφορά του πως δεν τον είχε χάσει από τα μάτια του, ο κ. Χατζηκύρου αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη αναφορά του μάρτυρα ότι κάποια στιγμή αυτός σταμάτησε την παρατήρηση και κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος δίδοντας έτσι εξήγηση για το ζήτημα αυτό.

Τέλος στρεφόμενος στην επιχειρηματολογία για τις ισχυριζόμενες παράνομες παρακολουθήσεις, ο κ. Χατζηκύρου παρέπεμψε και υιοθέτησε το σκεπτικό του Δικαστηρίου ως αυτό καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση της δίκης εντός δίκης ημερ. 08.04.2026, τονίζοντας μάλιστα πως το σύνολο των αποφάσεων του ΕΔΑΔ στις οποίες κάνει αναφορά ο κ. Τσολακίδης προς υποστήριξη των θέσεων του, αφορούν παρακολουθήσεις τηλεφώνων, ύπαρξη καμερών μέσα σε ιδιωτικούς χώρους, τοποθέτηση GPS, παρακολουθήσεων πολλών μηνών και διατήρηση βάσης δεδομένων, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην υπό εξέταση περίπτωση, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο η ΥΚΑΝ, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έθεσε υπό παρακολούθηση τον κατηγορούμενο. 

 

 

Αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας:

Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων θα γίνει σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω.

Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου (1999) 1ΑΑΔ 1273, 1280, 1281 λέχθηκαν τα εξής:

«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου υ. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191».

Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506 και δη στη σελίδα 530 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια».

Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 371, αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 71, ειπώθηκαν τα ακόλουθα:

«Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας».

Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68).  Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά. (2002) 1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας.

Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων.  Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 612). 

Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί.  Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας  (1998) 2 ΑΑΔ 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 326). 

Η  αποδοχή   μέρους  μαρτυρίας  και  η απόρριψη  άλλου,  ενός  μάρτυρα,  δεν  αποτελεί διάβημα  μεμπτό  ή  αντινομικό.  Απεναντίας,  το  δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades  v.  The  Police  (1985) 2 CLR 56Kades vNikolaou and Another (1986)1 CLR 212, Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2022, 140/2022, 1/8/2025)Δεν είναι όμως η ευχέρεια αυτή ούτε ανεξέλεγκτη ούτε και απόλυτη.  Πρέπει να ασκείται προσεκτικά και αιτιολογημένα.  (Βλ. το πιο πάνω Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στις σελίδες 141-142). 

Στην προκειμένη περίπτωση κλήθηκαν και παρουσιάστηκαν τρείς μάρτυρες από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, όλoι μέλη της  Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου.

 

Πρόκειται για τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, και Μ.Κ.3, η μαρτυρία των οποίων έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω, οι οποίοι άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες αλήθειας. Μάλιστα, τα όσα κατέθεσαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αλληλοϋποστηρίζονται σε μεγάλο βαθμό ενώ η περιγραφή του Μ.Κ.3 ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου πριν την ανακοπή του από την αστυνομία συγκρινόμενη με την περιγραφή του Μ.Κ.2 ως προς το τι είδε όταν εισήλθε στο χωράφι παρουσιάζει λογική συνοχή, στοιχείο το οποίο προσδίδει αληθοφάνεια και πειστικότητα στην μαρτυρία και των δύο.

 

Η μαρτυρία των Μ.Κ.1-3 δεν παρουσιάζει αντιφάσεις, κενά ή αδυναμίες, ενώ αυτοί απαντούσαν με φυσικότητα, μη επιτηδευμένο και άμεσο τρόπο στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγής, ανακρίβειες ή υπερβολές στα όσα παρέθεσαν στο Δικαστήριο. Κανένας από αυτούς δεν διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου, κίνητρο ή όφελος στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης ώστε να αλλοιώσει την εκδοχή των γεγονότων που παρέθεσε στο Δικαστήριο. Με σαφή, πειστικό και αταλάντευτο τρόπο αναφέρθηκε ο καθένας ξεχωριστά στην δική του εμπλοκή και εξέλιξη του ανακριτικού έργου.

 

Πέραν των ανωτέρω, από μελέτη της αντεξέτασης προκύπτει ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη και αφορούσε σε συγκεκριμένα ζητήματα.

 

Ο ΜΚ1 ως εξεταστής της υπόθεσης και ο οποίος μετέβηκε από τα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου με άλλους συναδέλφους του στον επίδικο χώρο στις 19.02.2025 και αφού είχε ήδη προηγηθεί η ανακοπή και σύλληψη του κατηγορούμενου από τους συναδέλφους του της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, έτυχε πληροφόρησης από τον ΜΚ2 για τα όσα είχαν διαδραματιστεί και ανέλαβε από εκεί και πέρα την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης για την οποία έκαμε λεπτομερή αναφορά. Όπως ξεκάθαρα δήλωσε δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την ενημέρωση που έτυχε από τους συναδέλφους του για τα όσα του ανάφεραν ότι είχαν δει να διαδραματίζονται στον ανοικτό χώρο από πλευράς κατηγορούμενου. Σε σχέση με τα όσα εντοπίστηκαν εντός του τεμαχίου ή στην κατοχή του κατηγορούμενου στις 19.02.2025 και έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία και τυγχάνουν περιγραφής επί του Τεκμηρίου 1 δεν έτυχε αμφισβήτησης ο εντοπισμός και η παραλαβή τους, εμπλοκή κατά την οποία εκτός από τον ΜΚ2 είχε και ο ΜΚ1. Επιπρόσθετα και τα σημεία όπου βρέθηκαν τα τεκμήρια της υπόθεσης ως παρουσιάζονται επί του φωτογραφικού φακέλου Τεκμ. 5 όπως ρητά αναφέρθηκε από τον κ. Τσολακίδη στις 12.06.2026 δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης, ενώ στο τέλος της ημέρας με την γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος υπεράσπισης αποδέχεται ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 δηλώνοντας ρητά ότι δεν την αμφισβητεί. 

 

Στρεφόμενος προς την μαρτυρία του ΜΚ2 αυτός με αμεσότητα και λεπτομερή περιγραφή αναφέρθηκε στην παρακολούθηση του κατηγορούμενου στις 19.02.2025 μέχρι και την μετάβαση του στον ανοικτό χώρο, περιγραφή η οποία στο τέλος της ημέρας δεν έτυχε αμφισβήτησης. Μάλιστα η αντεξέταση είχε περιορισμένη έκταση και αφορούσε την γνώση του μάρτυρα για τις ημέρες, ώρες και τοποθεσίες που είχαν λάβει χώρα οι παρακολουθήσεις του κατηγορούμενου με τον μάρτυρα να δίδει τις δικές του απαντήσεις στο βαθμό και την έκταση που αφορούσαν την δική του εμπλοκή και γνώση καθώς και στην προφορική ενημέρωση του προϊστάμενου του, σημειώνοντας πως με βάση την ενημέρωση που είχε, οι παρακολουθήσεις είχαν ξεκινήσει κάποιες ημέρες πριν την επιχείρηση ημερ. 19.02.205.

 

Όσον αφορά το σημείο που εντόπισε τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο της ανακοπής του, ο μάρτυρας με σαφή και ξεκάθαρο λόγο απάντησε πως τον βρήκε να βρίσκετε περί το 1 ½ μέτρο μακριά από την συσκευασία και τα γάντια αλλά και το θαμμένο ντεπόζιτο και αρνήθηκε την υποβολή της θέσης ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν περί τα 10 μέτρα μακριά από τον χώρο που εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά.

 

Τέλος σε σχέση με τον ΜΚ3 που ανέλαβε τον ρόλο του παρατηρητή του κατηγορούμενου, δεν έχουμε παρά να τονίσουμε την από μέρους του σταθερή και λεπτομερή παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των όσων ο ίδιος είδε να εκτυλίσσονται εντός του συγκεκριμένου χώρου από πλευράς κατηγορούμενου από τον χρόνο άφιξης του στο μέρος με το αυτοκίνητο του μέχρι και το σημείο όπου λήφθηκαν οι οδηγίες για την ανακοπή του. Ο βαθμός των λεπτομερειών της περιγραφής των γεγονότων και η σταθερότητα του μάρτυρα σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν προσέδιδαν πειστικότητα στα λεγόμενά του. Δεν εντοπίσαμε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπεκφυγές στον τρόπο που κατέθεσε. Ούτως η άλλως και η αντεξέταση του περιορίστηκε σε υποβολές ότι αυτός από το σημείο που βρισκόταν και ένεκα της βλάστησης που υπήρχε δεν μπορούσε να δει τα όσα υποστήριξε να πράττει ο κατηγορούμενος, με τον μάρτυρα με ευθύτητα λόγου και χωρίς υπεκφυγές, με τρόπο που ενέπνεε βεβαιότητα για την αλήθεια των λεχθέντων του να επιμένει για την συνεχή οπτική επαφή που είχε με τον κατηγορούμενο από το σημείο που βρισκόταν με την χρήση μάλιστα και καλιών, εξού και ενημέρωσε ταυτόχρονα και τους συναδέλφους του μέσω ασυρμάτου μεταξύ άλλων και τον ΜΚ2 ο οποίος με την δική του μαρτυρία υποστηρίζει την αλληλουχία των γεγονότων ως αυτά έτυχαν περιγραφής από τον ΜΚ3, ενώ επιπρόσθετα και τα όσα εντοπίστηκαν στον ανοικτό χώρο στα πλαίσια της έρευνας που έλαβε χώρα από τον ΜΚ2 και στην συνέχεια και από τον ΜΚ1, επιβεβαιώνουν την ορθότητα των αναφορών του ΜΚ3. 

 

Ο κ. Τσολακίδης επιχειρηματολόγησε ότι ο ΜΚ3 κατασκεύασε τη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου με σκοπό να δικαιολογήσει την παρέμβαση της αστυνομίας στο χωράφι, εφόσον, ως ανέφερε, η αστυνομία γνώριζε εκ των προτέρων ότι σε αυτό βρίσκονταν κρυμμένα τα ναρκωτικά. Με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο Υπεράσπισης, τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή κάτι τέτοιο δεν βρίσκει έρεισμα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Εξάλλου,  ουδέποτε υποβλήθηκε σε οποιονδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας η θέση ότι η πληροφορία που έλαβε η αστυνομία περιείχε και αναφορά στην τοποθεσία όπου βρίσκονταν τα ναρκωτικά, ότι, δηλαδή, γνώριζαν εκ των προτέρων για την ύπαρξη του θαμμένου ντεποζίτου στο συγκεκριμένο τεμάχιο και ότι πρόθεση τους, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους, ήταν να ‘’φορτώσουν’’ ψευδώς την κατοχή των ναρκωτικών που βρίσκονταν εντός αυτού στον ανυποψίαστο κατηγορούμενο που έτυχε στις 19.02.2025 να βρίσκεται στον ίδιο χώρο για άλλους, όμως, σκοπούς. 

 

Περαιτέρω, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, παρατηρούμε ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ουδέποτε τέθηκε η θέση από πλευράς Υπεράσπισης ότι ήταν τα μέλη της Αστυνομίας τα οποία με την χρήση τσάπας και φτυαριού έσκαψαν και εντόπισαν το ντεπόζιτο το οποίο ήταν θαμμένο εντός του τεμαχίου, ούτε υπήρξε υποβολή από μέρους της Υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.2, ή κάποιος άλλος αστυνομικός που τον συνόδευσε κατά την επέμβαση της αστυνομίας στο χωράφι, αφαίρεσε μια συσκευασία από το ντεπόζιτο και την τοποθέτησε πάνω στο έδαφος δίπλα από αυτόν.

 

Απεναντίας από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε τεθεί υπό περιστασιακή παρακολούθηση κάποιες ημέρες προηγουμένως καθότι, η πληροφορία που έλαβε η αστυνομία αφορούσε το πρόσωπό του και όχι ότι αυτός φύλασσε ναρκωτικά σε συγκεκριμένο χώρο ή υποστατικό.

 

Συνεπώς στην απουσία γνώσης (ή ακόμη και υποβολής περί γνώσης) από προηγουμένως των μελών της αστυνομίας ή του ΜΚ3 ότι στον συγκεκριμένο χώρο υπήρχε κρυμμένο το ντεπόζιτο με την μεγάλη ποσότητα κάνναβης που αυτό περιείχε, εκθεμελιώνουν ως θέμα κοινής λογικής την προβληθείσα από την Υπεράσπισης θέση ότι τα όσα ο ΜΚ3 είδε να διαδραματίζονται από μέρους του κατηγορούμενου στις 19.02.2025, ήταν απότοκο της φαντασίας του με σκοπό να δικαιολογήσει την είσοδο άνευ εντάλματος στο ακίνητο και την ανακοπή και σύλληψη του κατηγορούμενου.  Εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης της αστυνομίας στο ακίνητο, ενώ εκεί βρισκόταν ο κατηγορούμενος, εάν προηγουμένως δεν υπήρχε εύλογη υποψία ότι σε αυτό φυλάγονταν από τον ίδιο παράνομα ναρκωτικές ουσίες. Μάλιστα, τα όσα ο Μ.Κ.3 είδε να εκτυλίσσονται μπροστά του και τα οποία οδήγησαν σε λήψη απόφασης ανακοπής του κατηγορούμενου τη συγκεκριμένη στιγμή, συνάδουν με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 και τα όσα ο ίδιος είδε να βρίσκονται στο έδαφος δίπλα από τον κατηγορούμενο και αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του Τεκμ. 5.

 

Ούτε βεβαίως γίνεται αποδεκτή η επιχειρηματολογία του συνηγόρου ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το πως ενώ επέμενε ο Μ.Κ.3 ότι δεν έχασε τον κατηγορούμενο από τα μάτια του τελικά παραδέχθηκε ότι δεν τον είχε δει να αφαιρεί τα γάντια. Αυτό γιατί ως ο μάρτυρας ξεκαθάρισε αντεξεταζόμενος ότι κατά τον χρόνο που δόθηκε οδηγία για ανακοπή του κατηγορούμενου από τους συναδέλφους του Μ.Κ.3, ο ΜΚ3 ξεκίνησε να κατευθύνεται πεζός προς το μέρος που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και στο σημείο αυτό έχασε την οπτική επαφή μαζί του. Εξήγηση βεβαίως έδωσε ο μάρτυρας και για το χρόνο που μεσολάβησε κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του αυτοκινήτου του ωσότου τελικά κατεβεί και κατευθυνθεί προς το σημείο του ντεποζίτου με τον ΜΚ3 να σημειώνει πως δεν θυμόταν για το τι έκανε στο χρόνο αυτό αλλά σε κάθε περίπτωση λόγω του γυαλιού του αυτοκινήτου δεν μπορούσε να δει και οτιδήποτε.

 

Παρά τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος στις ανακριτικές του καταθέσεις στην αστυνομία, τους οποίους έχουμε υπόψη (βλ. Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 693), από τη συμπεριφορά των μαρτύρων κατηγορίας στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, κατέστη εμφανές ότι οι Μ.Κ.1-3 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να παραθέσουν την αλήθεια, με ειλικρίνεια, χωρίς διαθλάσεις ή οπισθοχωρήσεις και χωρίς να διακατέχονται από εχθρότητα εναντίον του κατηγορούμενου ή υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε σχέση με την υπόθεση. Έχοντας εξετάσει, λοιπόν, το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας στο σύνολό του δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε στοιχείο αναξιοπιστίας στα λεγόμενά τους.

 

Συνεπώς, χωρίς ενδοιασμούς κρίνουμε τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ως αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε στην ολότητά της.

 

 

 

 

Ευρήματα:

Υπό το φως της αξιολόγησης που προηγήθηκε ανωτέρω και με δεδομένα τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας και τα οποία καταγράφουμε κατωτέρω:

-Σε συνέχεια πληροφοριών που λήφθηκαν από την ΥΚΑΝ Αρχηγείου για την ενδεχόμενη εμπλοκή του κατηγορούμενου ως μέλος κυκλώματος εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών και ότι αυτός εκτελεί χρέη παραλαβής και αποθήκευσης ναρκωτικών τα οποία αποκρύβει στο χωριό Παναγιά όπου και κατάγεται, τέθηκε κάποιες ημέρες πριν από την επιχείρηση που έλαβε χώρα στις 19.02.2025, κάτω από περιστασιακή παρακολούθηση. Η ΥΚΑΝ δεν τηρεί αρχείο δεδομένων σε σχέση με παρακολουθήσεις που γίνονται και αφορά και την παρούσα υπόθεση. 

-Στις 19.02.2025 οι ΜΚ2, ΜΚ3 και άλλοι συνάδελφοι τους από την ΥΚΑΝ Αρχηγείου, μετέβηκαν στο χωριό Παναγιά στην Πάφο για την περιστασιακή παρακολούθηση του κατηγορούμενου, και περί η ώρα 11:15 εντόπισαν το όχημα με αρ. εγγραφής KMS413 που χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος έξω από καφέ του χωριού. Περί ώρα 11:30, ο κατηγορούμενος θεάθηκε να αναχωρεί από το συγκεκριμένο καφέ και να μεταβαίνει στην οδό Τάκη Σοφοκλέους 7 όπου βρίσκεται η πατρική του κατοικία. Περί ώρα 13:45 αυτός αναχώρησε εκ νέου, οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής KMS413 και κατευθύνθηκε προς το χωριό Ασπρογιά, όπου θεάθηκε από τον ΜΚ2 να εισέρχεται σε δασική περιοχή και για τον λόγο αυτό η συνέχιση της παρακολούθησης του δεν ήταν εφικτή.

-Περί ώρα 14:28, ο ΜΚ2 είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται από την δασική περιοχή οδηγώντας το πιο πάνω όχημα και να κατευθύνεται προς το χωριό Παναγιά, όπου και κατέληξε σε ανοιχτό χώρο στην τοποθεσία Βρύση, στο χωριό Παναγιά με συντεταγμένες 34.922180, 32.635491, όπου και στάθμευσε, ενώ δόθηκαν οδηγίες στον ΜΚ3 να ενεργήσει ως παρατηρητής του κατηγορούμενου όπως και έπραξε.

-Ο κατηγορούμενος στάθμευσε σε ανοικτό χώρο με δασώδη άγρια βλάστηση και υψομετρικές διαφορές που αποτελεί μέρος του τεμαχίου 853, ιδιοκτησίας της μητέρας του.

 

-Ο ΜΚ3 για σκοπούς παρατήρησης του κατηγορούμενου μετέβηκε πεζός εντός του τεμαχίου 618 το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο 853, χωρίς όμως αυτός να παραμένει σε συγκεκριμένο σημείο εντός του τεμαχίου, αφού για τις ανάγκες της παρακολούθησης μετακινείτο για να καλύπτει συγκεκριμένη οπτική ακτίνα. Μάλιστα για σκοπούς καλύτερης οπτικής επαφής με τον κατηγορούμενο είχε μαζί του και χρησιμοποιούσε υπηρεσιακά κιάλια. 

-Περί ώρα 14:42, ο ΜΚ3, είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται του οχήματος του, να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με τρόπο ο οποίος φανέρωνε ότι έλεγχε την περιοχή. Στην συνέχεια, τον είδε να φορεί γάντια, να ανεβαίνει πεζός και να προσεγγίζει σημείο το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημα του. Στο εν λόγω σημείο, είδε τον κατηγορούμενο να γονατίζει στο έδαφος και με τα χέρια του να μετακινεί χώμα, ενώ αυτός συνέχιζε να κοιτάζει συνεχώς δεξιά και αριστερά. Ακολούθως ο ΜΚ3 είδε τον κατηγορούμενο να βγάζει ένα πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου και να το τοποθετεί στα αριστερά του. Την ίδια στιγμή, τον είδε να βγάζει από το σημείο που έβγαλε το καπάκι προηγουμένως, μια συσκευασία την οποία τοποθέτησε επίσης στα αριστερά του. Ο ΜΚ3 ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου, την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης που βρισκόταν στην περιοχή συμπεριλαμβανομένου και του ΜΚ2, με τον υπεύθυνο τους να δίδει οδηγίες όπως ο κατηγορούμενος ανακοπεί και διεξαχθεί έρευνα. Μέχρι την ανακοπή του κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 είδε τον κατηγορούμενο να παραλαμβάνει το άσπρο πλαστικό καπάκι και να το τοποθετεί πίσω στο σημείο που βρισκόταν προηγουμένως και με τα χέρια του να προσπαθεί να το καλύψει με χώμα.

-Με την άφιξη των συναδέλφων του ΜΚ3 στον χώρο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων και του ΜΚ2, ο ΜΚ3 ξεκίνησε και αυτός να κατευθύνεται προς το μέρος τους και μόνο τότε ήταν που έχασε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της παρακολούθησης του κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 είχε συνεχή οπτική επαφή μαζί του από το σημείο που αυτός βρισκόταν ως παρατηρητής,  διαπιστώνοντας να εξελίσσονται τα όσα περιγράφονται ανωτέρω.

-Με την άφιξη του ΜΚ2 στο σημείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος και αφού τον προσέγγισε φωνάζοντας του δυνατά <<αστυνομία>>, διαπίστωσε πλησιάζοντας τον και αφού του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, ότι στο έδαφος βρισκόταν μια νάιλον διάφανη συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη και κατά την επίστηση της προσοχής στο νόμο ότι αυτή αποτελούσε κάνναβη, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμιά απάντηση.

-Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι στο έδαφος δίπλα από την συσκευασία με την κάνναβη, υπήρχαν επίσης δύο γάντια χρώματος μπλέ, άσπρο με κόκκινη γραμμή με την επιγραφή BENMAN με τον κατηγορούμενο όταν του υποδείχθηκαν και του επεστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε πως <<εν τα γάντια μου>>. Σε σημείο δίπλα από τα γάντια, υπήρχε φρεσκοσκαμμένο χώμα και αφού ο Μ.Κ.2 μετακίνησε το χώμα, εντόπισε ένα άσπρο πλαστικό καπάκι, το οποίο υπέδειξε στον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να δίδει οποιαδήποτε απάντηση. Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο ανακοπής του από τον ΜΚ2 βρισκόταν περί το 1 ½ μέτρο μακριά από την συσκευασία, τα γάντια και το πλαστικό καπάκι χρώματος άσπρου. Το ντεπόζιτο βρισκόταν θαμμένο κάτω από ένα μεγάλο πεύκο. Η βλάστηση που υπήρχε δεν ήταν πυκνή ενώ οι θάμνοι που υπήρχαν ήταν χαμηλοί.

-Σε έρευνα που ακολούθησε από τον ΜΚ1, κάτω από το άσπρο πλαστικό καπάκι, εντοπίστηκε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό ντεπόζιτο νερού, εντός του οποίου εντοπίστηκαν ακόμα είκοσι εννέα νάιλον διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη, όμοιες με αυτή που εντόπισε ο Μ.Κ.2 προηγουμένως κατά την άφιξη του στο σημείο, δίπλα από τον κατηγορούμενο.

- Η συνολική ποσότητα κάνναβης που εντοπίστηκε στο χωράφι ήταν βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων.

Νομικά Ζητήματα που έγειρε η υπεράσπιση στα πλαίσια των αγορεύσεων:

Πριν την ενασχόληση του Δικαστηρίου με την νομική πτυχή που διέπει τις κατηγορίες της υπόθεσης και τα τελικά του συμπεράσματα, κρίνεται ορθότερο κατά σειρά προτεραιότητας να εξεταστούν κάποια ζητήματα που η υπεράσπιση έθεσε στο πλαίσιο των τελικών αγορεύσεων. 

Αυτά αφορούν: (α) το κατά πόσον η αστυνομική παρακολούθηση του κατηγορούμενου ήταν νόμιμη, δηλαδή συμβατή με το άρθρο 15 του Συντάγματος (β) την ύπαρξη οποιουδήποτε δεδομένου που θα δικαιολογούσε την αναθεώρηση της ενδιάμεσης απόφασης της δίκης εντός δίκης ημερ. 08.04.2026 σε σχέση με την νομιμότητα της έρευνας και (γ) κατά πόσο υπήρξε πλημμέλεια στην διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Αναφορικά με την ανωτέρω επιχειρηματολογία σημειώνουμε τα εξής:

Σε σχέση με το ζήτημα των παρακολουθήσεων του κατηγορούμενου:

Το ζήτημα της νομιμότητας των παρακολουθήσεων που έλαβαν χώρα μέχρι και τις 19.02.2025 επαναφέρεται εκ νέου από τον κ. Τσολακίδη αφού κατά τον συνήγορο το ζήτημα αυτό άπτεται της νομιμότητας της έρευνας στο ακίνητο και κατ’ επέκταση της νομιμότητας της μαρτυρίας που λήφθηκε στα πλαίσια αυτής. 

Για σκοπούς εξέτασης της προβαλλόμενης θέσης οφείλουμε να υπενθυμίσουμε τα ακόλουθα:

Κατά την έναρξη της κυρίως δίκης στις 09.12.2025, κλήθηκε ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ο εξεταστής της υπόθεσης, ήτοι ο Αστυφύλακας 3326 κ. Σάββας Νεοκλέους,  ο οποίος ως ανέφερε είχε στην κατοχή του όλα τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση. Μάλιστα προχώρησε και κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο τον περιγραφικό Πίνακα Τεκμηρίων της υπόθεσης. Αμέσως μετά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ο κ. Τσολακίδης ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι υπήρχε ένσταση σε σχέση με την κατάθεση ως τεκμηρίων στην υπόθεση των όσων περιγράφονται στον εν λόγω Πίνακα με αρίθμηση με Α/Α 1 - 34. Αιτήθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης ώστε να διαπιστωθεί η νομιμότητα της έρευνας που διεξήχθη από την αστυνομία και η λήψη αυτών των τεκμηρίων. Στις 11.12.2025, στο πλαίσιο της κυρίως δίκης, δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα εξής: «Την 19.02.2025 σε χωράφι στην περιοχή Βρύση του χωριού Παναγιάς, έγινε αστυνομική έρευνα χωρίς δικαστικό ένταλμα έρευνας και ανευρέθηκαν τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 1 υπ΄  αριθμό 1-34.» 

Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα για διεξαγωγή δίκης εντός δίκη εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και το πλαίσιο της διαδικασίας οριοθετήθηκε στη βάση εγγράφου το οποίο η Υπεράσπιση παρέδωσε στο Δικαστήριο ημερ. 09.12.2025 σε συνδυασμό με διευκρινιστικές δηλώσεις που έγιναν στις 11.12.25 από το συνήγορο Υπεράσπισης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου διασαφηνίζοντας το λεκτικό που περιέχεται στο εν λόγω έγγραφο και κατ' επέκταση τους λόγους στους οποίους στηριζόταν η ένσταση.

 

Στις 08.04.2026 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του επί της διαδικασίας δίκης εντός δίκης έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης της νομιμότητας λήψης των υπό κρίση τεκμηρίων, με την ένσταση που προβλήθηκε από μέρους της Υπεράσπισης να μην γίνεται αποδεκτή και να απορρίπτεται. Συνακόλουθα επιτράπηκε η κατάθεση των αντικειμένων που περιγράφονταν επί του Τεκμηρίου 1 και τα οποία εντοπίστηκαν εντός του τεμαχίου 853 στην περιοχή Βρύση του χωριού Παναγιάς ή στην κατοχή του κατηγορούμενου καθώς αυτός βρισκόταν εντός του τεμαχίου αυτού στις 19.02.2025 στο πλαίσιο της κυρίως δίκης και τα οποία έλαβαν τους αριθμούς Τεκμηρίων 6.1 έως 6.35 και 7.

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι στο πλαίσιο της αγόρευσης των συνηγόρων υπεράσπισης αναφορικά με την διαδικασία της δίκης εντός δίκης προωθήθηκε μεταξύ άλλων και η εισήγηση ότι η αιτούμενη κατάθεση των πραγμάτων που περιγράφονται στο Τεκμήριο θα πρέπει να απορριφθεί επειδή η παρακολούθηση του κατηγορούμενου από την αστυνομία, η οποία προηγήθηκε της επίδικης έρευνας, συνιστά παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος και του αντίστοιχου άρθρου 8 του ΕΣΔΑ.

Κατά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 08.04.2026 και για τους λόγους που εκεί εξηγούνται, κρίθηκε ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης περί μη νομιμότητας της αστυνομικής παρακολούθησης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εφόσον τέτοιος λόγος ένστασης εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων και μετά την ολοκλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Δεν εγέρθηκε, δηλαδή, είτε κατά το χρόνο καθορισμού του πλαισίου της δίκης εντός δίκης, πριν την παράθεση της μαρτυρίας, είτε ακόμη και μετά την έναρξή της δίκης εντός δίκης με σχετικό αίτημα (ή δήλωση) μόλις η Υπεράσπιση, σύμφωνα με τη θέση της, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο να εγείρει τέτοιο ζήτημα.

Παρόλα αυτά το Δικαστήριο προχώρησε σε εξέταση του ζητήματος και στην ενδιάμεση του απόφαση σημείωσε τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά: 

Αναφορικά με το ζήτημα της αστυνομικής παρακολούθησης, ως προκύπτει και από την ισχύουσα νομολογία του ΕΔΑΔ στην οποία γίνεται παραπομπή στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η δυνατότητα αστυνομικής παρακολούθησης ενός προσώπου, ακόμη και σε δημόσιους χώρους, δεν είναι απόλυτη και σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τον σκοπό και τον τρόπο που διεξάγεται, τη διάρκεια και την έκτασή της, τη φύση των δεδομένων που συλλέγονται και πως αυτά τυγχάνουν επεξεργασίας ή δημοσιοποίησης, μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση των προνοιών του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ενδεικτικά την απόφαση Peck v. Ηνωμένου Βασιλείου της 28ης Ιανουαρίου 2003, Recueil des arrêts et décisions 2003-I, § 57-59).

Στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας την φύση της υπό κρίση παρακολούθησης και τον τρόπο που αυτή έλαβε χώρα (ήτοι με περιστασιακή, περιορισμένη ως προς την χρονική έκτασή της, φυσική/οπτική παρακολούθηση του κατηγορούμενου, ενώ βρισκόταν σε δημόσιους χώρους ή χώρους που μπορεί να μην ήταν δημόσιοι αλλά είχαν τέτοια χαρακτηριστικά που δεν προσέδιδαν ιδιωτικότητα στο υπό παρακολούθηση πρόσωπο, χωρίς τη χρήση μυστικής ηχογράφησης, ή βιντεογράφισης, ή παρακολούθησης ιδιωτικών επικοινωνιών ή άλλων δεδομένων και χωρίς τη συστημική ή μόνιμη καταγραφή οποιωνδήποτε προσωπικών του δεδομένων και διατήρησης ή δημοσιοποίησης ή χρήσης αυτών με οποιωνδήποτε τρόπο), κρίνουμε ότι αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό ή παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου στην ιδιωτική ζωή ως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Εφόσον, εν προκειμένω, δεν υφίστατο επέμβαση ή περιορισμός στο δικαίωμα του κατηγορούμενου στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στην κατοικία ή την αλληλογραφία του, συνάγεται ότι η διεξαγωγή της υπό συζήτηση παρακολούθησης  από την αστυνομία ήταν επιτρεπτή, ανεξαρτήτως ύπαρξης ή μη νομοθετικής ρύθμισης ως προς τούτο (βλ. HERBECQ AND THE ASSOCIATION "LIGUE DES DROITS DE L'HOMME" v. BELGIUM, 32200/96 32201/96, 14.01.1998).

Συνεπώς θα απορρίπταμε, εν πάση περιπτώσει, την επιχειρηματολογία που προωθήθηκε  περί παραβίασης του άρθρου 15 του Κυπριακού Συντάγματος ή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ως επακόλουθο της αστυνομικής παρακολούθησης.”

Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια να αποκλείσει οποιαδήποτε δοθείσα μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία αυτή λήφθηκε παράνομα.  Εάν δε η παρανομία συνιστά παραβίαση Συνταγματικής πρόνοιας, η προσκομισθείσα μαρτυρία πρέπει να αποκλειστεί.[3] 

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η τεθείσα από τον κ. Τσολακίδη επαναλαμβανόμενη επιχειρηματολογία σε σχέση με το ζήτημα της νομιμότητας της αστυνομικής παρακολούθησης δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού.  Και αυτό γιατί, ακόμα και μέσα από τη μαρτυρία που δόθηκε στα πλαίσια της κυρίως δίκης, η οποία ας σημειωθεί ήταν πιο περιορισμένη σε σχέση με αυτή που δόθηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, συνεχίζει να διαφαίνεται ο περιστασιακός και περιορισμένος ως προς την χρονική έκταση, φυσική / οπτική παρακολούθηση του κατηγορούμενου κυρίως σε δημόσιους χώρους ή ακόμα και σε μη δημόσιους χώρους οι οποίοι είχαν τέτοια χαρακτηριστικά που δεν προσέδιδαν ιδιωτικότητα στο υπό παρακολούθηση πρόσωπο.

Εξάλλου η μόνη σχετική αναφορά του ΜΚ2 σε σχέση με την παρακολούθηση του κατηγορούμενου να εισέρχεται σε ιδιωτικό χώρο, ήταν ότι αυτός εισήλθε εντός της πατρικής του κατοικίας χωρίς βεβαίως η παρακολούθηση να επεκταθεί στα όσα έλαβαν χώρα εντός αυτής.  

Μάλιστα οι παρακολουθήσεις αυτές δεν γίνονταν με τη χρήση μυστικής ηχογράφησης, ή βιντεογράφισης, ή παρακολούθησης ιδιωτικών επικοινωνιών ή άλλων δεδομένων και χωρίς τη συστηματική ή μόνιμη καταγραφή οποιωνδήποτε προσωπικών του δεδομένων και διατήρησης ή δημοσιοποίησης ή χρήσης αυτών με οποιωνδήποτε τρόπο) όπως δηλαδή περιπτώσεις γεγονότων αποφάσεων του ΕΔΑΔ στις οποίες έκανε παραπομπή ο συνήγορος υπεράσπισης, συνεπώς ακόμα και για σκοπούς του τελικού αυτού σταδίου κρίνουμε ότι αυτή (η παρακολούθηση) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό ή παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 15 Συντάγματος) ως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε, λοιπόν, στο πλαίσιο της κυρίως δίκης δυνάμενο να αλλοιώσει τα όσα έχουμε ήδη αναφέρει επί του θέματος κατά την ενδιάμεση απόφασή μας ημερομηνίας 08.04.26, τα οποία υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε και για σκοπούς της παρούσας τελικής απόφασης.

Η νομιμότητα της έρευνας στο τεμάχιο:

Στρεφόμενοι προς την επιχειρηματολογία του κ. Τσολακίδη ως αυτή αναπτύσσεται στις σελίδες 18 – 29 της γραπτής του αγόρευσης, ότι δηλαδή η έρευνα ημερ. 19.02.2025 εντός του τεμαχίου χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση Δικαστικού εντάλματος έρευνας ήταν αυθαίρετη αφού αυτή παραβιάζει τα άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ καθώς και της μη εφαρμογής των άρθρων 25 του Κεφ. 155 και 29 του Ν. 29/1977, θα αρκεστούμε να αναφέρουμε ότι τα όσα προβάλλονται από μέρους της υπεράσπισης αποτέλεσαν ήδη επιχειρηματολογία που τέθηκε και εξετάστηκε στο πλαίσιο της ένστασης στην κατάθεση τεκμηρίων που οδήγησε στην διεξαγωγή της δίκης εντός δίκης. Προς απάντηση της εν λόγω πανομοιότυπης επιχειρηματολογίας, παραπέμπουμε στην εν λόγω απόφαση.

Προσθέτουμε ότι σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία, η επανεξέταση ενδιάμεσης απόφασης για αποδοχή μαρτυρίας μετά από δίκη εντός δίκης, δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία η οποία δίνεται στην κυρίως δίκη, δημιουργεί αμφιβολίες για την ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης (βλ. Μωυσή Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας , Ποινική Έφεση Αρ. 74/2021, 95/2021, 31/10/2023 Watson (1980) 2 All E.R. 293, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2012) 2 Α.Α.Δ. 320, Στυλιανού κ.α. ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 268/15 (Σχ. με 298/15, 304/15, 307/16) ημερ. 13.12.2018, Blackstone's Criminal Practice 2023, D16.48). Εν προκειμένω, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στο πλαίσιο της κυρίως δίκης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφοροποίηση της απόφασής μας ημερομηνίας 08.0.426, επί τους θέματος, ούτε υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση κάτι τέτοιο. Αν μη τι άλλο σημειώνεται ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στην κυρίως δίκη επί αυτών των θεμάτων ήταν πιο περιορισμένη συγκριτικά με αυτήν της δίκης εντός δίκης και εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίζει τις θέσεις της υπεράσπισης.

 

Πλημμέλεια στην διερεύνηση:

Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της ισχυριζόμενης πλημμελής διερεύνησης μιας υπόθεσης από την Αστυνομία εξετάστηκαν πολύ πρόσφατα στην υπόθεση V B κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 151/2023, 152/2023, 156/2023, 19/9/2025 όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

‘’Συμφώνως της νομολογίας το δικαίωμα δίκαιης δίκης περιλαμβάνει το ανακριτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας.  Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης στην υπόθεση Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 136/22, ημερ. 1.8.2025, όπου γίνεται ανασκόπηση των αρχών της νομολογίας. Τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι:  «το ανακριτικό στάδιο είναι σημαντικό για την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας καθότι η μαρτυρία η οποία συλλέγεται καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο εξέτασης των υπό κατηγορία αδικημάτων κατά τη δίκη». Παραβίαση των διαδικαστικών διασφαλίσεων, που εγγυάται το Άρθρο 6.3 της ΕΣΔΑ και αντίστοιχα Άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος, στο ανακριτικό στάδιο, δύναται να επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα δίκαιης δίκης. Είναι παγίως νομολογημένο ότι ο επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν κρίνεται κατά τρόπο αφηρημένο αλλά συγκεκριμένα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Ωσαύτως, δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά αλλά επί του συνόλου της ποινικής διαδικασίας. Η Υπεράσπιση έχει το βάρος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να καταδείξει την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού.

Η παράλειψη των αστυνομικών αρχών να συλλέξουν, διατηρήσουν ή διαφυλάξουν σχετική με την υπόθεση μαρτυρία δύναται επίσης να επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα δίκαιης δίκης. Η καθοδηγητική επί το θέματος αυθεντία είναι η υπόθεση R. (EbrahimvFeltham MagistratesCourt [2001] 1 CrAppR. 427παρ. 27, στην οποία επισημαίνεται ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς τη δίκαιη δίκη κάθε λάθος ή σφάλμα στο ανακριτικό στάδιο. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα:

"27. It must be remembered that it is a commonplace in criminal trials for a defendant to rely on "holes" in the prosecution case, for example, a failure to take fingerprints or a failure to submit evidential material to forensic examination. If, in such a case, there is sufficient credible evidence, apart from the missing evidence, which, if believed, would justify a safe conviction, then a trial should proceed, leaving the defendant to seek to persuade the jury or magistrates not to convict because evidence which might otherwise have been available was not before the court through no fault of his. Often the absence of a video film or fingerprints or DNA material is likely to hamper the prosecution as much as the defence"".

(ιδία υπογράμμιση)

Μεταγενέστερα, στην υπόθεση RvRD [2013] EWCA Crim. 1592διευκρινίστηκε ότι:

«15. In considering the question of prejudice to the defence, it seems to us that it is necessary to distinguish between mere speculation about what missing documents or witnesses might show, and missing evidence which represents a significant and demonstrable chance of amounting to decisive or strongly supportive evidence emerging on a specific issue in the case ... The court will then need to go on to consider the importance of the missing evidence in the context of the case as a whole and the issues before the jury»

(βλ. και PR v[2019] EWCA Crim. 1225, παρ. 65, Γ.Π.Β. ν. ΑστυνομίαςΠοινική Έφεση Αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30.07.2021, Δ.Σ.Δ. ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023].’’

(οι υπογραμμίσεις πιο πάνω παρατίθενται ως εμπεριέχονται στην εν λόγω απόφαση)

Η επιχειρηματολογία της υπεράσπισης στο ζήτημα αυτό στηρίχθηκε στο γεγονός ότι κατά τη διερεύνησης της υπόθεσης, ο Μ.Κ.1 δεν φωτογράφησε το σημείο που βρισκόταν ο παρατηρητής (Μ.Κ.3) και έβλεπε τον κατηγορούμενο να προβαίνει στα όσα ο μάρτυρας περιγράφει στην κατάθεση του αλλά και στο Δικαστήριο. Εισηγείται η υπεράσπιση ότι η παράλειψη αυτή παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη αφού αποστερείται από το Δικαστήριο η πλήρης εικόνα του χώρου και από την υπεράσπιση η δυνατότητα αντίκρουσης των λεχθέντων του μάρτυρα ως προς το βαθμό ορατότητας που επέτρεπε η μορφολογία του εδάφους. Μάλιστα τονίζεται από μέρους του συνηγόρου ότι το σημείο της παρατήρησης αποκαλύφθηκε από τον Μ.Κ.3 μόλις κατά το στάδιο αντεξέτασης του στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης με την Αστυνομία επιμελώς να αποφεύγει να αποκαλύψει το στοιχείο αυτό από προηγουμένως ένεκα της παράλειψης φωτογράφησης και της ασάφειας του ζητήματος αυτού στη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3.

 Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν βρίσκουμε ότι η πτυχή της διερεύνησης που εισηγείται η υπεράσπιση ήταν πλημμελής ή ότι επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του κατηγορούμενου.

Το ότι υπήρχε παρατηρητής ήταν γνωστό εξ αρχής αφού η μαρτυρία του ΜΚ3 δόθηκε στην υπεράσπιση ως μέρος του μαρτυρικού υλικού και εκεί αναφέρεται ρητά. Το ακριβές σημείο που αυτός βρισκόταν κατά την παρακολούθηση και κατά πόσον μπορούσε πράγματι να δει τα όσα περιέγραφε στην κατάθεση του αποτελούν ζητήματα που θα εξεταζόταν κατά την δίκη αν και εφόσον αυτά καθίσταντο αμφισβητούμενα και κατ’ επέκταση επίδικα. Αν το ζήτημα του ακριβώς σημείου παρατήρησης, η οποία οδήγησε στην επέμβαση της αστυνομίας, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της υπεράσπισης για την υπόθεση, τότε διερωτόμαστε γιατί αφού δεν καθίστατο ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.3 και δημιουργούσε τέτοιο πρόβλημα στην ετοιμασία της υπεράσπισης δεν ζητήθηκε από την Υπεράσπιση να τύχει περαιτέρω λεπτομερειών ή διευκρίνισης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κατά το χρόνο καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο (δηλαδή χρονικά κοντά στον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο, ώστε η Υπεράσπιση να προβεί η ίδια σε εξέταση της βλάστησης του χωραφιού εάν το επιθυμούσε) και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η Υπεράσπιση, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα, επέλεξε να μην προβεί σε τέτοιο διάβημα.

Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας, δεν εντοπίζεται ουσιώδες κενό ως προς την μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ούτε παράληψη διερεύνησης από μέρους της Αστυνομίας και συλλογής στοιχείων σε σχέση με μια ουσιώδη, προφανώς διαθέσιμη ή δυνητικά καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης πτυχή των γεγονότων. Εν προκειμένω, προσφέρθηκε άμεση μαρτυρία προερχόμενη από τον παρατηρητή ΜΚ3, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση, με την μαρτυρία του να μην κλονίζεται με οποιοδήποτε τρόπο και να γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ειλικρινής και αξιόπιστη για σκοπούς ευρημάτων. Ούτως η άλλως ο μάρτυρας αυτός ήταν σαφής, ότι δηλαδή, στο σημείο που μετέβηκε ως παρατηρητής δεν ήταν ένα συγκεκριμένο σημείο στο οποίο παρέμεινε ουσιαστικά ακίνητος, αλλά αυτός μετακινείτο με σκοπό να καλύπτει μια συγκεκριμένη ακτίνα την οποία και υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 11 (σημειώθηκε με μπλέ χρώμα). Μάλιστα, από το σημείο που βρισκόταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει κιάλια για να παρακολουθεί τις κινήσεις του κατηγορούμενου.

Περαιτέρω, ακόμα και φωτογραφίες γενικά από τη βλάστηση που υπήρχε στο μέρος να λαμβάνονταν από την αστυνομία (έπειτα από την ανακοπή του κατηγορούμενου), αδυνατούμε να κατανοήσουμε πώς από αυτές θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο Μ.Κ.3 δεν θα μπορούσε να δει τις ενέργειες του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για να γίνει κάτι τέτοιο, οι φωτογραφίες αυτές θα έπρεπε να ληφθούν από την ακριβή οπτική γωνία και σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.3 αλλά και ο κατηγορούμενος αντίστοιχα (παρά το ότι αυτοί βρίσκονταν σε κίνηση) και με τον ακριβή φακό μεγέθυνσης ώστε να προσομοιάζει στα όσα έβλεπε, μέσω της χρήσης υπηρεσιακών κιαλιών, ο Μ.Κ.3.  Τέτοιο εγχείρημα προβάλλει ως, πρακτικά, ιδιαίτερα δύσκολο εάν όχι αδύνατο και αχρείαστο υπό τις περιστάσεις.

Εξάλλου, όπως επισημαίνουμε πιο πάνω, η αλληλουχία των γεγονότων ως παρουσιάζονται από το Μ.Κ.3 συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, και ειδικότερα το γεγονός ότι κατά την επέμβαση της αστυνομίας, εντοπίστηκε φρεσκοσκαμμένο το σημείο όπου βρισκόταν θαμμένο το ντεπόζιτο καθώς και μια σακούλα με κάνναβη σε πολύ κοντινή απόσταση από τον κατηγορούμενο, επιβεβαιώνοντας εκ των πραγμάτων τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.3.

Η «παράληψη», εάν μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια, φωτογράφισης του χώρου από το σημείο όπου βρισκόταν ο Μ.Κ.3, με δεδομένο ότι ο ίδιος κλήθηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο δια ζώης, δεν αποτελεί, κατά την κρίση μας, στοιχείο που συνηγορεί σε συμπέρασμα ότι η αστυνομική διερεύνηση ήταν πλημμελής ή ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη για αυτό το λόγο. Η σχετική εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.

Νομική Πτυχή & Συμπεράσματα:

Έχοντας καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, στρεφόμαστε τώρα, ξεκινώντας από το νομικό πλαίσιο, στην εξέταση του κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει αναφορικά με τον κατηγορούμενο, στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής (2η κατηγορία) και κατοχής με σκοπό την προμήθεια (3η κατηγορία ) ελεγχόμενου φαρμάκου:

Υπενθυμίζεται ότι τα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας αφορούν την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα κάνναβης βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων με το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών να αποτελεί παραδεκτό γεγονός. 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(2) του Νόμου 29/1977, που διέπει την 2η κατηγορία, δεν είναι νόμιμο και αποτελεί ποινικό αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο, να προμηθεύεται ή να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο.

 

Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 6(3) του ιδίου νόμου που διέπει την 3η κατηγορία, δεν είναι νόμιμο και αποτελεί ποινικό αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο, να κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. 

 

Εδώ να σημειωθεί ότι η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου δεν απαγορεύονται εάν το συγκεκριμένο φάρμακο εξαιρείται της απαγόρευσης με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 του Νόμου 29/77. Στην παρούσα βεβαίως δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιστάσεις, δηλαδή ύπαρξη είτε εξαίρεσης είτε άδειας Υπουργού.

 

Αποτελεί δε κοινό συστατικό στοιχείο των κατηγοριών να αφορούν «ελεγχόμενον φάρμακον». Με βάση το άρθρο 3 (1) και το Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου 29/1977, η «Κάνναβις (Cannabis)», αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο.

 

Συμφώνως του άρθρου 30Α του Νόμου 29/1977, εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ή μετέφερε κάνναβη ή παράγωγο αυτής, σε ποσότητα που υπερβαίνει τα 30 γραμμάρια, θεωρείται ότι κατέχει τα ελεγχόμενα φάρμακα, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο.

 

Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου 30Α του Νόμου 29/1977, εξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2015, 02/06/2016.

 

Αναφέρθηκε ότι:

 

«Σύμφωνα με το άρθρο 30Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977, όπως τροποποιήθηκε) η κατοχή ποσότητας 30 ή περισσοτέρων γραμμαρίων κάνναβης ή παραγώγων αυτής δημιουργεί μαχητό τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Τούτο, δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο το οποίο παραμένει καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος έχει απλώς το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, χωρίς όμως να υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι. Δεν είναι συνεπώς αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον ίδιο, είτε από την κατηγορούσα αρχή (Μαυρικίου ν. Αστυνομίας  (2007) 2 ΑΑΔ 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 87, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 211, Phipson on Evidence 16η έκδοση, σελ. 133, παρ. 6-14, Blackstone's Criminal Practice 2004, σελ. 2054, F.3.32, Cross on Evidence, 6η έκδοση σελ. 140).».

 

Λαμβανομένων δε υπόψην και των λεπτομερειών των αδικημάτων της 2ης και 3ης κατηγορίας, προς στοιχειοθέτηση και των δύο, πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο, ελεγχόμενου φαρμάκου. Τα συστατικά στοιχεία της «κατοχής», ως ο όρος χρησιμοποιείται στο προαναφερόμενο άρθρο 6 (1) (2) και (3) του Νόμου 29/1977, είναι δύο. Υπάρχει το φυσικό και υπάρχει και το νοητικό στοιχείο.

Το φυσικό στοιχείο της κατοχής, περιλαμβάνει απόδειξη ότι το πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής, βρίσκεται στην φύλαξη του κατηγορουμένου ή υπόκειται στον έλεγχο του. Κατά την συνήθη γραμματική έννοια της λέξης «κατοχή», κάποιος έχει στην κατοχή του οτιδήποτε είναι, εξ όσων γνωρίζει, σωματικά στην φύλαξη του ή υπό τον φυσικό έλεγχο του («άμεση φυσική κατοχή»). Αυτή διευρύνεται από το άρθρο 2 (3) του Νόμου 29/1977, σύμφωνα με το οποίο: «Για τους σκοπούς του Νόμου, κάθε πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο του, αν και αυτά βρίσκονται στην φύλαξη άλλου προσώπου.». Συνεπώς, η έννοια της κατοχής, δεν περιορίζεται στην άμεση φυσική κατοχή, αλλά περιλαμβάνει και τη δυνατότητα ελέγχου του πράγματος, ακόμη και εξ αποστάσεως, έστω και αν αυτό φυλάσσεται από τρίτο πρόσωπο («εξ αποστάσεως εμπλοκή» ή «εξυπακουόμενη κατοχή») (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 123/2015, 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:B385, Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 166, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας, κ. α., (2010) 2 Α.Α.Δ. 633, Τάκη ν. Δημοκρατίας, (2009) 2 Α.Α.Δ. 599 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας, (2008) 2 Α.Α.Δ. 256).

 

Το νοητικό στοιχείο της κατοχής, αφορά στην γνώση του κατηγορουμένου, ότι το εν λόγω πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής, είναι υπό τον έλεγχο του. Ο κατηγορούμενος, για σκοπούς του Νόμου 29/1977, είναι αναγκαίο να γνωρίζει, όχι μόνο ότι το συγκεκριμένο πράγμα είναι στην κατοχή του, αλλά ταυτοχρόνως και ποια είναι η φύση του. Άγνοια για, ή λάθος, ως προς την φύση του εν λόγω πράγματος, εμποδίζει την κατοχή του από τον κατηγορούμενο για σκοπούς του Νόμου 29/1977, ακόμη και εάν το πράγμα αποδεικνύεται ότι είναι ελεγχόμενο φάρμακο (βλ. Eminiyet ν. Δημοκρατίας, κ. α., (2007) 2 Α.Α.Δ. 216, Καϊμης ν. Δημοκρατίας, (1999) 2 Α.Α.Δ. 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας, (1991) 2 Α.Α.Δ. 211 και Queiss ν. The Republic, (1987) 2 C.L.R. 49).

 

Στην υπόθεση Καϊμης v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 662, 666, τονίζεται πως "δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής, απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής για στοιχειοθέτηση της, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει πάντοτε ο κατήγορος." Σε άλλο μέρος της ίδιας απόφασης (στη σελ. 669) συμπληρώνεται ότι "..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορουμένου."

Στην ΜΩΥΣΗ ΜΑΥΡΟΛΟΥΚΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 74/2021, 95/2021, 31/10/2023 αναφέρθηκε επίσης ότι, η υπεράσπιση του άρθρου 32(2) του Ν. 29/77, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε γνώση ή υποψία ή λόγο να υποψιαστεί την ύπαρξη οποιουδήποτε γεγονότος προβαλλόμενου από την κατηγορούσα αρχή, το οποίο πρέπει να αποδείξει για να πετύχει την καταδίκη του, και τα όσα διαλαμβάνονται στο εδάφιο (3) του ιδίου άρθρου, δεν μεταθέτουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το αποδεικτικό βάρος (legal burden) στους ώμους του κατηγορούμενου. Το άρθρο 12.4 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το τεκμήριο της αθωότητας δεν επιτρέπει οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211). Για να πετύχει στις υπερασπίσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 32 (αντίστοιχο του άρθρου 28 του Misuse of Drugs Act 1971) ο κατηγορούμενος θα πρέπει με αξιόπιστη μαρτυρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία για το ζήτημα της γνώσης του (βλ. Maciuca v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 72/15, ημερ. 22.1.2018, Lambert (2002)2 A.C.545H.M. Advocate (2005) HCJAC 10, Blackstone's Criminal Practice 2013, B.19.104-109).

 

Η δημιουργία της προαναφερόμενης λογικής αμφιβολίας μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή.

 

Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία και τα αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος στις 19.02.2025 όταν ανακόπηκε από μέλη της ΥΚΑΝ σε ανοικτό χώρο που αποτελεί μέρος του τεμαχίου 853 που βρίσκεται στην Παναγιά της Επαρχίας Πάφου, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα ευρήματα, αυτός θεάθηκε να μεταβαίνει με το όχημα του σε συγκεκριμένο σημείο, να κατεβαίνει από αυτό, να φορεί γάντια και να ελέγχει την περιοχή, στην συνέχεια πεζός να μεταβαίνει σε συγκεκριμένο σημείο όπου γονατά πάνω από θαμμένο ντεπόζιτο και αφού ξανά ελέγχει την περιοχή, απομακρύνει το χώμα με τα χέρια του, εντοπίζει το καπάκι το οποίο ξεβιδώνει και βγάζει από αυτό μια νάιλον συσκευασία από κάνναβη. Στην συνέχεια έβαλε πίσω στην αρχική του θέση το καπάκι του ντεποζίτου και με τα χέρια του το καλύπτει ξανά με χώμα. Περαιτέρω εντός του ιδίου ντεποζίτου βρέθηκαν ακόμα 29 νάιλον διαφανές συσκευασίες οι οποίες ήταν κλειστές αεροστεγώς και οι οποίες περιείχαν επίσης ποσότητα κάνναβης. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τόσο για την ύπαρξη του επίδικου ντεπόζιτου (το οποίο βρισκόταν θαμμένο στο χωράφι που επισκεπτόταν ο ίδιος, ιδιοκτησίας της μητέρας του) όσο και για το περιεχόμενό του ντεπόζιτου αυτού, καθώς και ότι τουλάχιστον κατά τον επίδικο χρόνο, είχε πρόσβαση και διαχειριζόταν και τις συσκευασμένες ποσότητες κάνναβης που βρίσκονταν σε αυτό.

Καταρρίπτεται, λοιπόν, ως μη συνάδουσα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η  προωθούμενη από τον κατηγορούμενο θέση, ως αυτή εκφράστηκε στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 25.02.2025 (Τεκμ. 10), ότι αυτός δήθεν δεν γνώριζε για την ύπαρξη του ντεποζίτου και των ναρκωτικών εντός αυτού, η οποία εν πάση περιπτώσει παρέμεινε μετέωρη υποβολή χωρίς να βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία.  Η εν λόγω θέση προσκρούει τόσο στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 που τον είδε να προβαίνει στις συγκεκριμένες ενέργειες που περιγράφονται πιο πάνω καθώς και αυτή του Μ.Κ.2. που κατά τον χρόνο της ανακοπής εντόπισε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σε απόσταση 1 ½ μέτρου από την συσκευασία της κάνναβης που είχε προηγουμένως αφαιρέσει από το ντεπόζιτο, το οποίο ήταν καλυμμένο ξανά με φρεσκοσκαμμένο χώμα.

 

Για τους ίδιους λόγους δεν γίνεται αποδεκτή ούτε και η θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεσή του ότι δήθεν ήταν τα μέλη της Αστυνομίας που ξέθαψαν το ντεπόζιτο και το υπέδειξαν στον κατηγορούμενο, θέση η οποία ουδέποτε τέθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας για να τοποθετηθούν.

 

Στη βάση των ανωτέρω κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε υπό την κατοχή και πλήρη έλεγχο τόσο την ποσότητας της κάνναβης που εντοπίστηκε σε συσκευασία εκτός του ντεποζίτου την οποία ο ίδιος προηγουμένως είχε αφαιρέσει από αυτό, όσο και την υπόλοιπη ποσότητα που βρισκόταν στο θαμμένο ντεπόζιτο, συνολικού βάρους 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων, για το οποίο γνώριζε την ύπαρξη του καθώς και για το περιεχόμενο του. 

 

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία.

 

Σε σχέση με την 3η κατηγορία δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος στις 19.02.2025 κατείχε την συγκεκριμένη ποσότητα με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αναφέρουμε τα εξής:

Ως προς την πρόθεση αυτή (της προμήθειας), το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το ελεγχόμενο φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο.

Για την περίπτωση της κάνναβης που αφορά στην παρούσα υπόθεση, η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ποσότητα 29 κιλών και 911,2 γραμμαρίων, μια εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, συνεπώς το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30Α του Ν. 29/77 ενεργοποιείται και εναπόκειται πλέον στον Κατηγορούμενο να δημιουργήσει μια λογική αμφιβολία που να ανατρέπει το προαναφερόμενο μαχητό τεκμήριο που έχει ενεργοποιηθεί, δηλαδή ότι κατείχε μια τόσο μεγάλη ποσότητα για σκοπό άλλο από την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα.

Η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου δεν μπορεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο αφού το βάρος απόδειξης της κατηγορίας (το αποδεικτικό βάρος) παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του.

Η υπόθεση της 3ης Κατηγορίας όπως συνήθως συμβαίνει, εδράζεται σε περιστατική μαρτυρία[4] και στις πρόνοιες του άρθρου 30Α του Ν.29/77. Παρά την ύπαρξη του τεκμηρίου το Δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει τα διάφορα στοιχεία της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του για το κατά πόσον ισχυροποιούν η όχι το δημιουργηθέν τεκμήριο.

Το τεκμήριο ενδυναμώνεται από την ύπαρξη άλλων γεγονότων που το ενισχύουν. Για παράδειγμα όσο μεγαλώνει η ποσότητα τόσο πιο δύσκολο είναι να ανατραπεί το συμπέρασμα ότι τα ναρκωτικά κατέχονται με σκοπό την προμήθεια. Πιο εύκολα μπορεί να ανατραπεί το συμπέρασμα όταν η ποσότητα δεν είναι πολύ μεγάλη και δεν υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που αφ' εαυτών να δείχνουν ότι τα ναρκωτικά κατέχονταν για σκοπούς προμήθειας σε άλλα πρόσωπα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσέφερε κάποια μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι η κατοχή της ανευρεθείσας ποσότητας των ναρκωτικών προοριζόταν για σκοπό άλλο από την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα.  Συνεπώς η Υπεράσπιση δεν έχει καταφέρει να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77

Από σφαιρική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ειδικότερα ενόψει της εξαιρετικά μεγάλης ποσότητας κάνναβης που εντοπίστηκε στην κατοχή του, το μέρος και τον τρόπο που αυτή ήταν θαμμένη και διαχωρισμένη σε αεροστεγώς σφραγισμένες σακούλες προβάλει ως μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατείχε την επίδικη ποσότητα κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτα πρόσωπα.

Ως εκ τούτου και η 3η Κατηγορία στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 

Σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος που αφορά η 1η κατηγορία:

Οι αρχές για το πότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της συνωμοσίας είτε για την διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος περιλαμβάνονται στην αρκούντως διαφωτιστική υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 134, από την οποία προκύπτουν τα εξής:

-  Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ 216). Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328 O'Connell v. R. (1844) 5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, σελ. 2035 παρ. 28-4). Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ 633).

-  Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας.  Έτσι στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9).

-  Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. Όσον δε αφορά την δυνατότητα διάκρισης μεταξύ της έννοιας της συνωμοσίας και της σύμβασης με τη στενή έννοια του δικαίου των συμβάσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Glanville Williams 2η έκδοση, σελ. 666 παρ. 212.

Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4).  Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt (1996) Crim. L.R. 495). Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση.

Τέλος πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen (1995) 1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson (1986) A.C. 27, H.L).

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, υποστηρίζεται ότι κατηγορούμενος συνωμότησε μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 19.02.2025 με άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας.

Από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε περί της εμπλοκής τρίτου προσώπου στα γεγονότα της υπόθεσης. Τόσο κατά την διάρκεια των παρακολουθήσεων που είχαν χρονικά προηγηθεί όσο και στις 19.02.2025 όπου ανακόπηκε ο κατηγορούμενος με την επίδικη ποσότητα κάνναβης δεν φαίνεται να παρουσιάζεται από τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν εμπλοκή άλλου προσώπου με τον ένα ή άλλο τρόπο.

Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι στις καταθέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ3 γίνεται αναφορά περί ύπαρξης πληροφοριών ότι ο κατηγορούμενος αποτελούσε μέλος κυκλώματος εμπορίας ναρκωτικών, όμως κατά την παράθεση της μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής δεν παρουσιάστηκε αποδεκτή μαρτυρία που να υποστηρίζει αυτή την πτυχή της πληροφορίας που εξετάστηκε από την αστυνομία.

Ως εκ τούτου αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί της 1ης κατηγορίας. 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων της 2ης και 3ης κατηγορίας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις οποίες κρίνεται ένοχος.

 

Από την άλλη ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της 1ης κατηγορίας. 

 

         (Υπ)……………………………………….

                                                                                  Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.         

 

                                  (Υπ)………………………………………

                                                              Ν. Φακοντής, Ε.Δ. 

 

                                                    (Υπ)………………………………………

                                                                        Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Στις 11.12.2025, στο πλαίσιο της κυρίως δίκης, δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα εξής: «Την 19.02.2025 σε χωράφι στην περιοχή Βρύση του χωριού Παναγιάς, έγινε αστυνομική έρευνα χωρίς δικαστικό ένταλμα έρευνας και ανευρέθηκαν τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 1 υπ΄  αριθμό 1-34.» 

[2] Σχετική η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 08.04.2026 στην δίκη εντός δίκη όπου υπήρξε ένσταση στην κατάθεση τους.

[3] Αναφέρεται στην Parris v. Δημοκρατία (1999) 2 Α.Α.Δ.,186, 216 ότι:

"...σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο "δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα" (βλ. Δημοκρατία v. Κυπριανίδη κ.α. (1994) 2 Α.Α.Δ. 37, 47, Police v. Georghiades (1983) 2 C.L.R. 33, Georghiou v. Republic (1984) 2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police (1987) 2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.α. v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 117, 128, Enotiades v. Police (1986) 2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic (1987) 2 C.L.R. 132 και Αστυνομία v. Γιάλλουρος (1992) 2 Α.Α.Δ. 147)"

[4] Η περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic (1973) 2 CLR 139, Vouniotis v. Republic (1975) 2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic (1977) 2 CLR 97).  Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο