Δημοκρατία ν. Χ. Χ, Αρ. Υπόθεσης: 6378/2023, 3/11/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ. Χ, Αρ. Υπόθεσης: 6378/2023, 3/11/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:   Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

            Αρ. Υπόθεσης: 6378/2023

 

Δημοκρατία

 

v.

 

Χ. Χ

                                                                                                                        Κατηγορούμενου

                                                           

Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα. Ξ. Ξενοφώντος

Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Αργυρού και κ. Γ. Θεοδώρου

Κατηγορούμενος: Παρών 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

(Η παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό για προστασία των τελευταίων.)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 05-06/07/23 κακοποίησε σεξουαλικά δύο ανήλικες από την Αγγλία, οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο έκαναν διακοπές στην Κύπρο και διέμεναν με τον πατέρα της μίας σε ξενοδοχείο στην Πάφο όπου ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως μέλος της διεύθυνσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορείται ότι διείσδυσε το δάκτυλό του στον κόλπο τους, στον πρωκτό τους, ότι άγγιζε τα οπίσθια τους, το στήθος τους, τα πόδια τους, ότι τους έκανε μασάζ στην πλάτη, ότι τις φιλούσε στο στόμα και ότι έπιασε το χέρι της μίας και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο. Οι ανήλικες είχαν καταναλώσει προηγουμένως αλκοολούχα ποτά. 

 

Έπειτα από τροποποίηση του κατηγορητηρίου, καταλογίζεται σε αυτόν η διάπραξη συνολικά 30 αδικημάτων, τα οποία όμως αφορούν στο ίδιο περιστατικό και εδράζονται στις πρόνοιες του άρθρου 146Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, του άρθρου 6(3) και του άρθρου 6(4)(β) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμος του 2014 (Ν. 91(I)/2014). Ειδική αναφορά σε κάθε μία από τις κατηγορίες θα γίνει πιο κάτω.

 

Για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε συνολικά 20 μάρτυρες. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, σειρά από γεγονότα έχουν δηλωθεί από κοινού ως παραδεκτά και έχουν εγκριθεί ως τέτοια. Ειδική αναφορά σε αυτά θα γίνει πιο κάτω όπου κριθεί σκόπιμο.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Παραθέτουμε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας, ως αυτή μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο:

 

Κατά την έναρξη της ακρόασης, δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός, και εγκρίθηκε ως τέτοιο, ότι η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα καθώς και ότι οι οπτικογραφημένες καταθέσεις που λήφθηκαν από τις δύο παραπονούμενες στις 06.07.23 λήφθηκαν ορθά τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του Ν. 95(Ι)/2001[1].

 

Μ.Κ.1 - Αστ. 3402 κ. Π. Πολυδώρου

 

Ο Μ.Κ.1 υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου και είναι υπεύθυνος για τη φύλαξη τεκμηρίων που κατακρατεί η αστυνομία. Κατέθεσε ότι στις 12.09.23 έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή του διάφορα αντικείμενα τα οποία παραλήφθηκαν από την αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και αφορούν σε είδη ένδυσης των παραπονούμενων, παρειακά επιχρίσματα και δειγματοληψίες από τα γεννητικά όργανα των δύο παραπονούμενων καθώς και παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο. Με αναφορά σε κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων[2], ο μάρτυρας προχώρησε στην κατάθεση των εν λόγω πραγμάτων στο Δικαστήριο. Σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 3 μέχρι 21. Επίσης, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι στις 09.10.25 παρέλαβε από άλλο αστυφύλακα ένα ψηφιακό δίσκο με διακριτικά PMDVD, ο οποίος περιέχει αρχεία εικόνας και βίντεο για τις ημερομηνίες 05-06.07.23 τα οποία είχαν εξαχθεί από τα κινητά τηλέφωνα των παραπονούμενων στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης[3]. Ο ψηφιακός δίσκος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22. Δήλωσε ότι, πέραν από τη φύλαξη τεκμηρίων δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα.

 

 

 

 

Μ.Κ.2 - Αστ. 3661 κα. Μ. Δημητριάδη 

 

Η Μ.Κ.2 είναι αστυφύλακας και από τον Σεπτέμβριο του 2020 υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Την 06.07.23 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης. Την ίδια μέρα και η ώρα 14:20 μετέβη μαζί με την Αστ. 4367 στο Μακάρειο Νοσοκομείο, όπου προσήλθαν η [C] και η [E], 16 ετών[4] (παραπονούμενες) μαζί με τον πατέρα της [E], τον [T],  για διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις διενεργήθηκαν από την Δρ. Α. Παπέττα και τον Δρ. Ο. Ορθοδόξου, στην παρουσία του γυναικολόγου Δρ. Αργυρίδη. Κατά τις ιατροδικαστικές εξετάσεις των δύο παραπονούμενων, η μάρτυρας εκτελούσε χρέη φωτογράφου και έλαβε αριθμό φωτογραφιών καθ’ υπόδειξη της Δρ. Αγγελικής Παπέττα. Κατέθεσε τις εκτυπωμένες φωτογραφίες που έλαβε κατά την ιατροδικαστική εξέταση των παραπονούμενων ως Τεκμήριο 38 και τον ψηφιακό δίσκο στον οποίο αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ηλεκτρονική μορφή ως Τεκμήριο 38Α[5]. Οι φωτογραφίες με αρ. 001-039 αφορούν την ιατροδικαστική εξέταση της [E], ενώ οι φωτογραφίες με αρ. 040-073 αφορούν την ιατροδικαστική εξέταση της [C][6].

 

Αργότερα, την 06.07.2023 έλαβε οπτικογραφημένες καταθέσεις από τις δύο παραπονούμενες ξεχωριστά σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο στο Σπίτι του Παιδιού[7]. Η μάρτυρας, επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο κείμενα των απομαγνητοφωνημένων καταθέσεων των παραπονούμενων, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 61 (σε σχέση με την οπτικογραφημένη κατάθεση της [E] και Τεκμήριο 62 (σε σχέση με την οπτικογραφημένη κατάθεση της [C].

 

Έπειτα από τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων, η μάρτυρας παρέλαβε τα κινητά τηλέφωνα των παραπονούμενων και τα παρέδωσε σε αρμόδιο αστυφύλακα με σκοπό την εξαγωγή αρχείων φωτογραφιών και βίντεο για τις ημερομηνίες 05-06.07.23. Προβλήθηκε στο Δικαστήριο ο ψηφιακός δίσκος με τα εν λόγω δεδομένα[8] και, αφού αυτά υποδείχθηκαν στη μάρτυρα, η μάρτυρας αναγνώρισε τις δύο παραπονούμενες, τον [T] και τον κατηγορούμενο, καθώς και χώρους του ξενοδοχείου, σε διάφορες φωτογραφίες και βίντεο που περιέχονταν σε αυτόν.

 

Στις 08.07.23 οι παραπονούμενες προέβησαν ξεχωριστά σε υποδείξεις σκηνών στο ξενοδοχείο […] στην Πάφο. Τα όσα ανέφεραν οι παραπονούμενες, κατά την υπόδειξη σκηνών, καταγράφηκαν σε σχετικό έντυπο[9]. Κατά τη διάρκεια των υποδείξεων η μάρτυρας έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Κατέθεσε τις εκτυπωμένες φωτογραφίες όπου παρουσιάζονται διάφοροι χώροι του ξενοδοχείου, περιλαμβανομένου και του μπαρ όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ως Τεκμήριο 39, καθώς και ψηφιακό δίσκο με τις φωτογραφίες σε ηλεκτρονική μορφή ως Τεκμήριο 39Α[10]. Οι φωτογραφίες με αρ. 001-028 αφορούν στις υποδείξεις σκηνών στις οποίες προέβη η [E] και οι υπόλοιπες, ήτοι από 029-044, αφορούν στις υποδείξεις στις οποίες προέβη η [C][11]. Κατά την κυρίως εξέταση, η μάρτυρας προχώρησε σε αντιστοίχηση των υποδείξεων που απαριθμούνται στο σχετικό έντυπο που συμπληρώθηκε σε σχέση με κάθε μία από τις παραπονούμενες με τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την ίδια κατά την διαδικασία υπόδειξης σκηνών[12]. 

 

Στις 08.07.23 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον πατέρα της [E][13] καθώς και από τους γονείς της [C][14]. Την ίδια μέρα έλαβε κατάθεση και από τον διευθυντή του ξενοδοχείου, κ. Α.Σ[15].

 

Η μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 40, αντίγραφο της ανακριτικής κατάθεσης που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 11.07.23.

 

Στις 10.07.23, περί η ώρα 11:00 η μάρτυρας, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον S.K., 16 ετών από το Ηνωμένο Βασίλειο (φίλο της [C]). Ο [S] ανέφερε στη μάρτυρα ότι στις 05.07.23, περί η ώρα 20:30, είχε επικοινωνία με τη [C], μέσω της εφαρμογής Snapchat, η οποία του είπε ότι αφού έφαγαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, ο [T] μετέβη στο δωμάτιο του για ύπνο, και οι δύο παραπονούμενες παρέμειναν στο μπαρ του ξενοδοχείου μόνες τους. Εκεί γνώρισαν κάποιον άντρα που εργαζόταν εκεί, ο οποίος του κέρασε κάποια ποτά και κάπνισαν ναργιλέ. Ο [S] της είπε να μην πίνουν τα ποτά που τους προσφέρει ο άντρας και να μην τον εμπιστεύονται επειδή δεν τον γνωρίζουν. Μετά από αυτό για αρκετή ώρα ο [S] δεν είχε επικοινωνία με τη [C]. Του έστειλε μήνυμα λίγο πριν της 01:00 το πρωί στις 06.07.23 αναφέροντάς του ότι συνέβη κάτι κακό. Σε επικοινωνία που είχαν, η [C] ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε. Του είπε ότι εκείνη και η [E] είχαν πάει με τον άντρα σε άλλο μπαρ του ξενοδοχείου, όπου ήταν μόνοι τους, και αυτός τις άγγιξε σε διάφορα μέρη του σώματός τους και έβαλε τα δάκτυλά του εντός του κόλπου τους. Όταν κατάφεραν να απομακρυνθούν από εκείνον, πήγαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και έβγαλαν φωτογραφίες κάποια σημάδια που τους άφησε στο σώμα τους όταν τις άγγιζε. O [S] τη συμβούλευσε να ενημερώσουν τον [T] και να προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία. Αργότερα, την 06.07.23 το πρωί, μίλησε με τη [C] και πληροφορήθηκε ότι προχώρησαν σε καταγγελία. Η μάρτυρας κατέγραψε τα πιο πάνω σε ημερολόγιο ενέργειας το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 30.

 

Η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο έκθεση του Γενικού Χημείου του κράτους που ετοιμάστηκε βάσει δειγματοληψιών ούρων και αίματος που έλαβε η Δρ. Παπέττα από τις παραπονούμενες. Σημειώθηκε ως Τεκμήριο 47. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 48, Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που ετοιμάστηκε από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου με αρ. 4743-2023 και όπου παρατίθενται τα αποτελέσματα δικανικής εξέτασης των διαφόρων ενδυμάτων που λήφθηκαν από τις παραπονούμενες, καθώς και των επιχρισμάτων που λήφθηκαν από τα γεννητικά τους όργανα με σκοπό τον εντοπισμό γενετικού  υλικού του κατηγορούμενου. Τα αποτελέσματα των ιατροδικαστικών εξετάσεων της [E] και της [C] κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 49 και 50 αντίστοιχα, ενώ οι εκθέσεις ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοιμάστηκαν από Ανώτερη Ειδική Κλινική Ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού των πιο πάνω παραπονούμενων κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 52 και 51 αντίστοιχα.

 

Ερωτηθείσα η μάρτυρας εάν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης εντόπισε κατά πόσο οι παραπονούμενες είχαν οποιοδήποτε κίνητρο για να προβούν ψευδώς στην υπό κρίση καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι η καταγγελία “ήταν αυθεντική και γνήσια”, χωρίς να προκύπτει “κάποια άλλη σκοπιμότητα εις βάρος του κατηγορούμενου”.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ρωτήθηκε για τις ενέργειες που προέβη η αστυνομία από το χρόνο υποβολής του υπό εξέταση παραπόνου στην αστυνομία, κατά τις πρωινές ώρες της 06.07.23  μέχρι το χρόνο που η αστυνομία συνέλεξε τα ενδύματα των παραπονούμενων ως τεκμήρια στην υπόθεση, κατά τις 11:00 το πρωί της 06.07.23. Απαντώντας περιέγραψε κάποιες ενέργειες που έγιναν από το ΤΑΕ Πάφου κατά τις πρωινές ώρες αμέσως μετά την υποβολή της καταγγελίας και τις οδηγίες που δόθηκαν στις ανήλικες (να διατηρήσουν τα ρούχα τους, να μην πλυθούν κτλ). Η ίδια ενημερώθηκε για την υποβολή καταγγελίας το βράδυ τηλεφωνικώς και έπειτα γραπτώς το πρωί όταν ανέλαβε υπηρεσία. Εξήγησε, όμως, ότι λόγω του προχωρημένου της ώρας, της αναστατωμένης κατάστασης που βρίσκονταν οι ανήλικες αλλά και λόγω του ότι οι καταθέσεις από τις ανήλικες καθώς και ιατροδικαστικές εξετάσεις θα γίνονταν στη Λευκωσία σε συντονισμό με το Σπίτι του Παιδιού, οι ουσιαστικές ενέργειες διερεύνησης της υπόθεσης έλαβαν χώρα, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, το επόμενο πρωί, αφού προηγήθηκαν οι απαραίτητες διευθετήσεις και συνεννοήσεις με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα καθώς και λήψη συγκαταθέσεων από τους γονείς της [C], οι οποίο βρίσκονταν στην Αγγλία.

 

Ερωτηθείσα ως προς εάν έγιναν οποιεσδήποτε έρευνες από την αστυνομία σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ο οποίος περιέχεται στην κατάθεσή του, ότι οι παραπονούμενες ερωτοτροπούσαν πριν το επίδικο περιστατικό με ένα ναυαγοσώστη του ξενοδοχείου, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν εντόπισε στο φάκελο της υπόθεσης οποιαδήποτε καταγραφή σε σχέση με αυτό. Θυμάται με βεβαιότητα, ως είπε, ότι εντοπίστηκε το συγκεκριμένο άτομο το οποίο ήταν τότε 26 ετών και ότι  εκείνο το χρονικό διάστημα είχε απολυθεί από το ξενοδοχείο και έγινε κάποια επικοινωνία μαζί του σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό. Εντούτοις, ως φαίνεται, για κάποιο λόγο, κακώς, δεν του λήφθηκε γραπτή κατάθεση ώστε να υπάρχει κάποια καταγραφή αυτής της ενέργειας στο φάκελο της υπόθεσης. Υπάρχουν, όμως, τα στοιχεία του στο φάκελο και θα μπορούσε να κληθεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο.

 

Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασής της, η μάρτυρας κλήθηκε να σχολιάσει ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από άλλα πρόσωπα και περιέχονται στην έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Κλήθηκε, μεταξύ άλλων να σχολιάσει, πόσα αλκοολούχα ποτά είχαν καταναλώσει οι παραπονούμενες τον επίδικο χρόνο, εάν τις κέρασε ποτά ο κατηγορούμενος και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων σε σχέση με την ταύτιση του γενετικού υλικού στις δειγματοληψίες από τα ενδύματα των παραπονούμενων. Πρόκειται, όμως, για γεγονότα για τα οποία η μάρτυρας δεν έχει ιδίαν γνώση, οπότε δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω σε αυτό το στάδιο.

 

Επιπλέον, αντεξετάστηκε επί της τοποθέτησης της ότι η καταγγελία των παραπονούμενων είναι γνήσια, χωρίς σκοπιμότητες και η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό αποτελεί δική της άποψη από μελέτη του μαρτυρικού υλικού, εφόσον δεν έχει εντοπίσει κάποιο κίνητρο των παραπονούμενων να προβούν σε ψευδή καταγγελία. Συμφώνησε, όμως,  ότι κριτής για το εάν η καταγγελία είναι γνήσια ή όχι θα είναι το Δικαστήριο.

 

Διευκρινίζουμε ότι, όπως αναφέραμε και κατά την ακροαματική διαδικασία, αυτός ο ισχυρισμός της μάρτυρας, ήτοι κατά πόσο η καταγγελία των παραπονούμενων είναι γνήσια ή όχι, άπτεται προφανώς τελικού (έσχατου) συμπεράσματος για το οποίο μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να καταλήξει αφού εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του. Δεν αποτελεί, λοιπόν, αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας της και θα αγνοηθεί παντελώς από το Δικαστήριο.

 

Μ.Κ.3 - Αστ. 4367 κα. Α. Πίτρη

 

Είναι αστυφύλακας η οποία υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, τοποθετημένη στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και η οποία εργάζεται μαζί με τη Μ.Κ.2. Κατέθεσε ότι στις 06.07.23 χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκαν οι οπτικογραφημένες καταθέσεις των παραπονούμενων στο Σπίτι του Παιδιού και σφράγισε τους 3 ψηφιακούς δίσκους στους οποίους καταγράφηκε η κατάθεση κάθε μίας από τις παραπονούμενες. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 24 και 25. Μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων, στις 07.08.23 προχώρησε στην απομαγνητοφώνηση των καταθέσεων. Αναγνώρισε τα κείμενα των απομαγνητοφωνημένων οπτικογραφημένων καταθέσεων ως τα Τεκμήρια 61 και 62. Στις 08.07.23 έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τις παραπονούμενες και τον κατηγορούμενο για σκοπούς σύγκρισης με τα ληφθέντα τεκμήρια της υπόθεσης. Την ίδια μέρα, ήταν παρούσα κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας υπόδειξης σκηνών από τις παραπονούμενες στο ξενοδοχείο και ετοίμασε τα σχετικά έντυπα υπόδειξης σκηνών[16]. 

 

Οι οπτικογραφημένες καταθέσεις των παραπονούμενων προβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Έπειτα η μάρτυρας υπέδειξε στο Δικαστήριο μερικά λάθη που εντόπισε στα κείμενα των απομαγνητοφωνημένων καταθέσεων έτσι ώστε αυτά να αντικατοπτρίζουν πιστά τα όσα λέχθηκαν κατά τις οπτικογραφημένες καταθέσεις που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο.

 

Η πλευρά της Υπεράσπισης επιχείρησε να αντεξετάσει τη μάρτυρα ως προς το κατά πόσο τα λάθη που υπέδειξε στα εν λόγω κείμενα, όντως εντοπίστηκαν καλόπιστα από τη μάρτυρα κατά το χρόνο προβολής των καταθέσεων στο Δικαστήριο. Σύντομα, όμως, εγκαταλείφθηκε αυτή η αντεξεταστική γραμμή εφόσον, αφενός η μάρτυρας εξήγησε ότι κατά την προβολή των οπτικογραφημένων καταθέσεων στο Δικαστήριο παράλληλα η ίδια έλεγχε ξανά την ορθότητα των κειμένων που είχε ετοιμάσει τότε και αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, οι διορθώσεις που υπέδειξε η μάρτυρας στα κείμενα της απομαγνητοφώνησης όντως συνάδουν με τα όσα λέχθηκαν κατά τις οπτικογραφημένες καταθέσεις, οι οποίες προβλήθηκαν στο Δικαστήριο.

 

Μ.Κ.4 – [E] (παραπονούμενη)

 

Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η οπτικογραφημένη κατάθεση της [E] αποτέλεσε την κυρίως εξέτασή της. Η [E], η οποία διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 16 ετών, έφθασε στην Κύπρο για διακοπές μαζί με τον πατέρα της, [T], και τη φίλη της, [C] στις 03.07.23. Διέμεναν στο ξενοδοχείο […] στην Πάφο. Στις 05.07.23, αφού δείπνισαν σε εστιατόριο του ξενοδοχείου, πήγανε και οι τρεις στο μπαρ που βρίσκεται απέναντι από το εστιατόριο και εκεί ήπιαν 2-3 ποτά. Περί η ώρα 22:00, αφού κάθισαν στο μπαρ για περίπου μία ώρα, ο [T] πήγε στο δωμάτιο του. Τους είπε μόλις τελειώσουν το ποτό του να πάνε και εκείνες στο δωμάτιο τους. Οι παραπονούμενες έμειναν στο μπαρ όπου και παράγγειλαν ακόμη ένα ποτό. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κάποιο κοντινό τραπέζι και έπινε ναργιλέ. Kάποια στιγμή, περίπου δέκα λεπτά απ’ όταν έφυγε ο [T], ο κατηγορούμενος πέρασε μπροστά από το τραπέζι τους και οι παραπονούμενες τον ρώτησαν πόσα κόστιζε ο ναργιλές και εκείνος τους απάντησε ότι για “όμορφα κορίτσια” σαν εκείνες ήταν δωρεάν. Τις κάλεσε να καθίσουν μαζί του στο τραπέζι που καθόταν και τους έφερε ποτά από το μπαρ. Για κάποιο διάστημα κάθισαν και οι τρεις τους εκεί, περνώντας ωραία, κουβεντιάζοντας, καπνίζοντας και πίνοντας τα ποτά τους. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους είπε ότι εργαζόταν ως διευθυντής στο ξενοδοχείο, τις αποκαλούσε “τα κορίτσια” του και συζητούσαν για διάφορα πράγματα, όπως το σχολείο, τον πατέρα της [E], εάν θα τις άφηνε να πάνε μαζί σε κάποιο νυχτερινό κέντρο, για ναρκωτικά και άλλα. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας τους (περίπου μισή ώρα μετά), τους έδωσε τη συσκευή τηλεφώνου του και τους ζήτησε να συνδέσουν τους λογαριασμούς τους μέσω της πλατφόρμας Instagram. H [E] δεν μπορούσε να εντοπίσει το λογαριασμό της και για αυτό δεν τον έκανε, αλλά το έκανε η [C]. Κάποια στιγμή, οι παραπονούμενες πήγαν στην τουαλέτα και εκεί, λόγω του ότι ήταν μεθυσμένες, έπεσαν στο πάτωμα. Όταν επέστρεψαν, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο τραπέζι με έναν άλλο άντρα, παρόμοιας ηλικίας με εκείνον. Σύμφωνα με τα όσα της είπε η [C] (λίγο αργότερα όταν μετέβαιναν προς τον μπαρ της οροφής), όταν επέστρεψαν από την τουαλέτα, ο κατηγορούμενος ψιθύρισε στο αυτί της [C], αστειευόμενος, ότι ενώ έλειπαν τους έβαλε κάτι στο ποτό ή στον ναργιλέ. Και οι δυο τους ήταν πολύ μεθυσμένες και δεν αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ο άλλος άνδρας, έμεινε μαζί τους περίπου 45 λεπτά και έπειτα όταν έφθασε το ταξί του, έφυγε από το ξενοδοχείο. Αφού πήραν κι άλλο ποτό από το μπαρ του ισογείου, το οποίο επρόκειτο να κλείσει, ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να πάνε σε άλλο μπαρ του ξενοδοχείου που βρίσκεται στην οροφή (5ο όροφο).

Καθώς βρίσκονταν μαζί με τον κατηγορούμενο, οι παραπονούμενες κατανάλωσαν περίπου 6 ποτά, τα οποία τους πρόσφερε ο κατηγορούμενος, πηγαίνοντας στο μπαρ και φέρνοντάς τα στο τραπέζι που κάθονταν. Η μάρτυρας περιέγραψε το είδος του ποτού που τους πρόσφερε ο κατηγορούμενος, το οποίο ως είπε, ήταν πολύ ωραίο, πορτοκαλί, περιείχε βότκα και από ότι τους είπε ο κατηγορούμενος, ήταν το ξεχωριστό ποτό του άλλου κυρίου.

 

Όταν έφθασαν στο μπαρ της οροφής, πίσω από το μπαρ βρίσκονταν δύο άνδρες, οι οποίοι φαίνονταν ότι προετοιμάζονταν για να κλείσουν το μπαρ. Ο κατηγορούμενος τους μίλησε και αυτοί έφυγαν. Στο μπαρ υπήρχε σκοτάδι γιατί τα φώτα ήταν κλειστά. Κάθισαν σε μπλε ξύλινες καρέκλες που βρίσκονταν εκεί, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Ο κατηγορούμενος κάθισε στη μέση τους. H [E] βρισκόταν στα δεξιά του και η [C] στα αριστερά του. Στην αρχή οι τρεις τους μιλούσαν και όλα ήταν εντάξει. H [E] είπε ότι ήταν μεθυσμένη και γελούσε συνέχεια. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρχισε να αρπάζει το πόδι της και η [E] ένιωθε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Έπειτα, χωρίς να του το ζητήσει, ο κατηγορούμενος άρχισε να της κάνει με δύναμη μασάζ στην πλάτη, βάζοντας τα δάκτυλά του γύρω από το λαιμό της και τραβούσε και τα μαλλιά της. Μετά άρχισε να κάνει μασάζ στην πλάτη της [C]. Άρχισε, επίσης, να φιλά την [E] στο στόμα και αυτό κράτησε λίγη ώρα. Μετά έβαλε τα δάκτυλά του στον κόλπο της [E] και το ίδιο έκανε και στη [C], την οποία άγγιξε και στο στήθος. Εξήγησε ότι όταν ο κατηγορούμενος είχε βάλει τα δάκτυλά του στον κόλπο της, ταυτόχρονα είχε στραμμένο το κεφάλι προς τη [C] φιλώντας την στο στόμα. Η [E], η οποία γενικά ένιωθε κουρασμένη, αντιλαμβανόταν ότι συνέβαινε κάτι κακό αλλά, ως είπε, ο εγκέφαλός της δεν μπορούσε να αντιδράσει. Πρόσθεσε ότι όταν ο κατηγορούμενος εισχώρησε τα δάκτυλά του στον κόλπο της, τα οποία, από ότι θυμάται ήταν δύο, η ίδια ένιωσε πόνο.

 

Κάποια στιγμή, είπε στον κατηγορούμενο ότι ο πατέρας της τους έβλεπε από το δωμάτιο του και ότι έπρεπε να φύγουν. Ο κατηγορούμενος τους ζήτησε να μείνουν αλλά οι παραπονούμενες σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς τον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου. Ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε. Είτε ενώ ακόμη περπατούσαν, είτε καθώς ανέμεναν να ανοίξει ο ανελκυστήρας, ο κατηγορούμενος άρπαξε τον πισινό της E και έβαλε το δάκτυλό του στον πρωκτό της, βάζοντας την παλάμη του χεριού του κάτω από το φόρεμά της, από την πίσω μεριά και μετακινώντας το λεπτό εσώρουχο που φορούσε (στρινγκ). Η [E] “νομίζει” ότι ο κατηγορούμενος έκανε το ίδιο και με την [C]. Ο κατηγορούμενος μπήκε στον ανελκυστήρα μαζί με τις παραπονούμενες και συνέχισε να τις φιλά χρησιμοποιώντας έντονα τη γλώσσα του και άγγιζε τους πισινούς τους. Μόλις έφθασαν στο ισόγειο, ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε πολύ γρήγορα από αυτές και οι παραπονούμενες επέστρεψαν στο δωμάτιο τους. H [E] υπολογίζει ότι πρέπει να επέστρεψαν στο δωμάτιο τους κατά τις 1:00 το πρωί. Ερωτηθείσα σχετικά, η μάρτυρας ανέφερε ότι θεωρεί ότι κάθισαν στο μπαρ της οροφής περίπου 30 λεπτά και ότι οι υπό κρίση ενέργειες του κατηγορούμενου διήρκεσαν περίπου 20 λεπτά.

 

Όταν οι παραπονούμενες έφθασαν στο δωμάτιο τους, χρησιμοποιώντας τα κινητά τους, έβγαλαν φωτογραφία τα σημάδια που τους προκάλεσε ο κατηγορούμενος στο λαιμό τους. Κάθισαν στο κρεβάτι και σκέφτονταν τι θα έπρεπε να κάνουν και εάν θα έπρεπε να ενημερώσουν τον [T]. Μίλησαν, μέσω της εφαρμογής “facetime”, με μία φίλη τους, την [B], που βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μητέρα της, η οποία άκουσε τη συζήτηση, είπε στις παραπονούμενες ότι πρέπει να ενημερώσουν τον [T] και ότι εάν δεν το έκαναν, θα τον ενημέρωνε η ίδια. Έτσι, αφού μεσολάβησε περίπου μία ώρα, αποφάσισαν να ενημερώσουν τον [T] για το τι είχε γίνει. Η μάρτυρας κτύπησε την πόρτα του δωματίου του και αφού του είπε τι είχε συμβεί, ο [T] πήγε αμέσως κάτω στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου.

 

Υποδείχθηκαν, επίσης, στη μάρτυρα οι φωτογραφίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 39 (αρχεία με φωτογραφίες και σύντομα βίντεο που εξάχθηκαν από τα κινητά τηλέφωνα των παραπονούμενων) και η μάρτυρας σχολίασε τι απεικόνιζαν τα εν λόγω αρχεία, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, τον κατηγορούμενο αλλά και τους διάφορους χώρους του ξενοδοχείου τους οποίου περιέγραψε στην κατάθεσή της. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο που απεικονίζουν τον κατηγορούμενο μαζί με τις παραπονούμενες λήφθηκαν πριν την ισχυριζόμενη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Υποδείχθηκε και η φωτογραφία που φέρει ονομασία αρχείου IMG1919 και η οποία απεικονίζει κόκκινα σημάδια στο λαιμό της μάρτυρας, τα οποία σύμφωνα με την ίδια προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Αυτή λήφθηκε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων. Αντίστοιχα, η φωτογραφία με ονομασία IMG 1920 απεικονίζει, ως είπε, τα σημάδια στο λαιμό της [C]. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα και ένα σύντομο βίντεο, λίγων δευτερολέπτων, με ονομασία IMG1918, που απεικονίζει τον κατηγορούμενο μαζί με τις παραπονούμενες να λένε ευδιάθετοι ότι όλα είναι υπό έλεγχο. Η μάρτυρας είπε ότι τράβηξε αυτό το βίντεο και το έστειλε στον φίλο της [C] ώστε να γνωρίζει ότι όλα ήταν εντάξει. Επίσης, υποδείχθηκε το βίντεο με ονομασία 1923. Η μάρτυρας ανέφερε ότι το βίντεο απεικονίζει τον κατηγορούμενο να περπατά στο ισόγειο του ξενοδοχείου κατευθυνόμενος προς τον ανελκυστήρα ώστε να μεταβεί στο μπαρ του 5ου ορόφου. Το κορίτσι που φαίνεται να τον ακολουθεί κρατώντας ένα ποτό στο χέρι είναι η [C], ενώ η φωνή που ακούγεται να λέει ότι ο “[όνομα κατηγορούμενου] is my best friend” είναι της ίδιας της μάρτυρας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι και η ίδια κρατούσε ένα ποτό στο χέρι της, τα οποία τους είχε προσφέρει ο κατηγορούμενος καθώς βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου και τα μετέφεραν μαζί τους στο μπαρ της οροφής. Ο λόγος που ξεστόμισε την πιο πάνω φράση, ως ανέφερε, ήταν επειδή ακόμη περνούσαν καλά, συνομιλούσαν και γελούσαν και όλα ήταν εντάξει. Περαιτέρω, υποδείχθηκε ένα πολύ σύντομο βίντεο, λίγων δευτερολέπτων, που σύμφωνα με τη μάρτυρα λήφθηκε από τη [C] ενώ βρίσκονταν στον μπαρ της οροφής και κάθονταν στις μπλε ξύλινες καρέκλες όπου έλαβαν χώρα τα υπό κρίση αδικήματα. Στο βίντεο φαίνονται μόνο τα πόδια της [C], η [E] να κοιτάζει το κινητό της και το χέρι του κατηγορούμενου που καθόταν δίπλα από την [E] (ενδιάμεσα από τις δύο κοπέλες).

 

Υποδείχθηκε, επίσης, στη μάρτυρα το Τεκμήριο 38 (φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση). Ερωτηθείσα πώς προκλήθηκαν διάφορα σημάδια στο σώμα της που απεικονίζονται στις φωτογραφίες, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Κατέθεσε μόνο ότι τα σημάδια που φαίνονται στο λαιμό της προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο.

 

Η αντεξέταση της μάρτυρας διήρκεσε πολλές ώρες. Ρωτήθηκε για κάθε ένα από τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της και επανέλαβε ουσιαστικά με λεπτομέρεια την εκδοχή της ως προς το πώς εκτυλίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα.  Δεν χρειάζεται να αναπαράγουμε τα όσα, ούτως ή άλλως, ήδη παρατίθενται πιο πάνω. Παραθέτουμε, μόνο, τα εξής σημεία, τα οποία δεν καλύφθηκαν από τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της:

 

Ερωτηθείσα σχετικά, δεν ήταν βέβαιη ως προς τη φύση του επαγγέλματος του πατέρας της, πέραν από το ότι έχει διευθυντική θέση και μεταβαίνει σε διαφορετικές περιοχές. Η ίδια κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως σερβιτόρα σε τοπική μπιραρία και λάμβανε 12 στερλίνες και 50 πένες την ώρα. Η οικογένειά της δεν δυσκολευόταν οικονομικά και η ίδια εργαζόταν τότε για να λάβει επαγγελματική εμπειρία και να εμπλουτίσει το βιογραφικό της.

 

Με την [C] διατηρούσαν τότε μια πολύ στενή φιλία εξού και αποφάσισαν να ταξιδέψουν μαζί στην Κύπρο για να γιορτάσουν την αποφοίτησή τους. Όταν πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα έπειτα από το επίδικο περιστατικό, άρχισαν να απομακρύνονται καθώς η συχνή επαφή τους θύμιζε το περιστατικό, τους προκαλούσε λύπη και τις αναστάτωνε. Έπειτα από το επίδικο περιστατικό, ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο πατέρας της επικοινώνησαν με οποιονδήποτε δικηγόρο. Όταν ενημερώθηκε για την έναρξη της ακρόασης και την ανάγκη να ταξιδέψει στην Κύπρο με σκοπό να καταθέσει, η ίδια δεν επιθυμούσε να έρθει γιατί ένιωθε φόβο να επιστρέψει ενώ παράλληλα η προοπτική της επιστροφής της προκάλεσε άσχημα συναισθήματα και σκέψεις.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, διευκρίνισε ότι όταν έφθασε στο ξενοδοχείο, της είχε δοθεί βραχιολάκι για ενήλικες από άτομο της υποδοχής και αυτό τους επέτρεπε, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους εκεί, να μεταβαίνουν στο μπαρ και να παίρνουν αλκοολούχο ποτό.

 

Κατά την περιγραφή του επίδικου περιστατικού, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν ακόμη βρίσκονταν στο μπαρ του ισόγειου του ξενοδοχείου με τον πατέρα της, είχε καταναλώσει περίπου 2-3 αλκοολούχα ποτά (τα οποία είχαν διάφορα χρώματα). Έπειτα, όταν πλέον γνώρισαν τον κατηγορούμενο και κάθονταν στο τραπέζι του με τους ναργιλέδες, ο κατηγορούμενος πήγαινε στο μπαρ και τους έφερνε και άλλα ποτά, τα οποία ονόμασε “gentlemen’s special drink” και ήταν διαφορετικά από αυτά που κατανάλωσε προηγουμένως. Ήπιε περίπου 6 από αυτά τα ποτά. Αν και δεν θυμόταν τις συζητήσεις που είχαν με τον κατηγορούμενο ενώ ακόμη βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου, θυμόταν ότι γενικά μιλούσαν για τη ζωή. Συζήτησαν και για τα ναρκωτικά γενικά αλλά, ως διευκρίνισε, δεν μίλησαν για το ενδεχόμενο να κάνουν ναρκωτικά εκείνη την ημέρα. Κάποια στιγμή, η [C] είχε μεταβεί στο δωμάτιο της για να βάλει ένα γκρίζο τρικό και επέστρεψε. Ερωτηθείσα σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό αναφορά του κατηγορούμενου προς τη [C] ότι, καθώς βρίσκονταν στο αποχωρητήριο, τοποθέτησε κάτι στο ποτό ή στο ναργιλέ, η μάρτυρας εξήγησε ότι ο τρόπος που αυτό της μεταφέρθηκε ήταν υπό μορφή αστείου, η [C] και ο κατηγορούμενος γελούσαν και η ίδια δεν προβληματίστηκε περαιτέρω επί τούτου. Θεώρησε ότι πρόκειται για αστείο. Επίσης, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε εάν η [C] και ο φίλος της είχαν “λογομαχήσει” εκείνο το βράδυ, ούτε εάν αυτός της ζήτησε να φύγει από το μπαρ.

 

 

Φθάνοντας στο μπαρ της οροφής, κάθισαν πάνω στις μπλε καρέκλες που βρίσκονταν εκεί. Δεν πολυσκέφτηκαν που θα καθόταν ο κάθε ένας από αυτούς και ειδικότερα εάν ο κατηγορούμενος θα καθόταν στη μέση, απλά κάθισαν. Ο κατηγορούμενος πήγε να μιλήσει με τους δύο άνδρες που βρίσκονταν στο μπαρ και σύντομα από εκείνη τη χρονική στιγμή, εκείνοι έφυγαν και έσβησαν το φωτισμό. Σε υποβολή που της έγινε ότι τα φώτα του μπαρ της οροφής είναι αυτόματα ρυθμισμένα με χρονοδιακόπτη να παραμένουν ανοικτά μέχρι κάποια ώρα, η μάρτυρας επέμεινε ότι όταν έφυγε το προσωπικό, αυτά είχαν κλείσει και υπήρχε σκοτάδι στο χώρο.

 

Σε σχέση με τις ενέργειες που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, η μάρτυρας επανέλαβε τα όσα κατέθεσε και κατά την κυρίως εξέτασή της. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να της κάνει μασάζ στεκόταν και με τα δύο χέρια του της έκανε μασάζ στους ώμους και στην περιοχή του λαιμού με δύναμη και κάποια στιγμή της τράβηξε και τα μαλλιά. Δεν μπορεί να γνωρίζει πόση ώρα κράτησε το μασάζ αλλά θυμάται ότι ήταν αρκετή ώρα, περίπου πέντε με δέκα λεπτά. Διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος είχε εισχωρήσει δύο δάκτυλα στον κόλπο της αλλά, ερωτηθείσα σχετικά, απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να υποδείξει ποια δάκτυλα συγκεκριμένα, ούτε πόσα εκατοστά εισχώρησε τα δάκτυλά του στον κόλπο της. Θυμάται ότι αυτό την πόνεσε αλλά δεν ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δύναμη όταν το έκανε. Ο κατηγορούμενος έβαλε τα δάκτυλά του μέσα στον κόλπο της και τα μετακινούσε μπροστά- πίσω. Σε κανένα σημείο η μάρτυρας δεν αντέδρασε λεκτικά ή με κάποια χειρονομία γιατί ως επανέλαβε αρκετές φορές, βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, δεν μπορούσε να κινηθεί και ήταν  φοβισμένη. Ούτε η [C] αντέδρασε από ότι μπορούσε να δει η μάρτυρας, αν και ως ανέφερε υπήρχε σκοτάδι και δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό της. Ερωτηθείσα γιατί δεν δάγκωσε τη γλώσσα του κατηγορούμενου όταν την φιλούσε στο στόμα, η μάρτυρας απάντησε “υπήρχε ένας άντρας 50 ετών που με φιλούσε, ένας άντρας που ήταν μεγαλύτερος από εμένα, δυνατότερος από εμένα, γιατί εγώ ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι να δαγκώσω μία γλώσσα ενός πενηντάχρονου άντρα ο οποίος είναι δυνατότερος από εμένα;”. Για τον ίδιο λόγο, ήτοι επειδή ο κατηγορούμενος μπορούσε να θυμώσει, δεν επιχείρησε να βγάλει βίντεο ή φωτογραφία τον κατηγορούμενο. Αν και δεν διαφάνηκε να πέρασε από το μυαλό της κάτι τέτοιο εκείνη την ώρα, ούτως ή άλλως, ως ανέφερε, το κινητό της δεν είχε μπαταρία, ενώ θα έπρεπε μάλιστα να χρησιμοποιήσει και φλας λόγω του ότι ήταν σκοτεινά. Κάποια στιγμή, για λόγους που δεν μπορούσε να εξηγήσει, ανέκτησε τη δύναμη να σηκωθεί και να επιχειρήσει να φύγει. Όταν οι παραπονούμενες εισήλθαν στον ανελκυστήρα με σκοπό να φύγουν, ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε και κατάφερε να εισέλθει και αυτός “απότομα” μέσα μαζί τους. Καθώς οι παραπονούμενες και ο κατηγορούμενος βρίσκονταν στον ανελκυστήρα, η μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να τις φιλά στο στόμα, να αγγίζει το πισινό τους (χωρίς να είναι απολύτως βέβαιη εάν έκανε το ίδιο στη [C] και ότι κάποια στιγμή, από ότι είδε, άρπαξε το χέρι της [C] και το τοποθέτησε στο σημείο που βρίσκεται το πέος του, πάνω από τα ρούχα.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι ο ανελκυστήρας είχε αυτόματο φωτισμό και ότι από την έξω πλευρά του είχε γυαλί, επιτρέποντας κάποιον να δει από έξω τι συμβαίνει μέσα και αντίστροφα. Είπε, επίσης, “ήταν πολύ αργά, πρώτες πρωινές ώρες 01:00 η ώρα. Αμφιβάλλω αν υπήρχαν πολλά άτομα να περιτριγυρίζουν εκεί και ποιος μπορεί να πει ότι κοίταζαν το ασανσέρ.”. Σίγουρα, δεν υπήρχαν 200 με 300 άτομα στο ισόγειο, ως η θέση που της υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση.

 

Όταν έφθασαν στο δωμάτιο τους, ήταν “φοβισμένες”, “πολύ αναστατωμένες”, παρηγορούσαν η μία την άλλη και δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν αυτό που είχε συμβεί.  Συζητούσαν για το τι είχε συμβεί και για το εάν θα το έλεγαν στο [Τ]. Ερωτηθείσα σχετικά, απάντησε ότι εκείνη την ώρα δεν ήταν “πολύ μεθυσμένη”, καθώς βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει στο μυαλό της τι είχε συμβεί. Εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού, βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και από το φόβο δεν μπορούσε να κουνηθεί, να σκεφτεί ή να κάνει οτιδήποτε, αλλά έπειτα όταν επέστρεψε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, το “σοκ” συνδεόταν με την προσπάθειά της να επεξεργαστεί όλα όσα συνέβησαν. H [C] επικοινώνησε με μία κοινή τους φίλη, την [B], για να ζητήσουν τη συμβουλή της αφού της περιέγραψαν το περιστατικό. Ερωτηθείσα γιατί δεν ενημέρωσε αμέσως τον πατέρα της, είπε ότι ήταν “τρομαγμένη να το [πει] στον πατέρα [της] ότι η δεκαεξάχρονη κόρη του κακοποιήθηκε και αυτό είναι ένα απαίσιο πράγμα να ακούσει ένας πατέρας για τη θυγατέρα του. Κανείς πατέρας δεν πρέπει ποτέ να ακούσει ότι κακοποιήθηκε η θυγατέρα του”. Για τον ίδιο λόγο, δεν ένιωσε ότι έπρεπε να επικοινωνήσει μέσω τηλεφώνου με τη θετή αδελφή της. Τα όσα της ανέφερε η μητέρας της [B], την ώθησαν εν τέλει να μεταβεί στο δωμάτιο του πατέρα της, μαζί με τη [C], και να τον ενημερώσει για το τι είχε συμβεί, αν και θεωρεί ότι θα τον ενημέρωνε, ούτως ή άλλως, ακόμη και χωρίς την ώθηση της μητέρας της [B]. Όταν τον ενημέρωσαν βρίσκονταν και οι δύο παραπονούμενες στο διάδρομο έξω από την πόρτα του δωματίου του. Αφού άκουσε τι είχε συμβεί, ο [T] θύμωσε και μετέβη απευθείας στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου ζητώντας στο προσωπικό να καλέσει την αστυνομία. Οι κοπέλες τον ακολούθησαν στο χώρο υποδοχής, ο οποίος ήταν σε κοντινή απόσταση από το δωμάτιο τους, αλλά λόγω του ότι εκείνες ήταν ακόμη σοκαρισμένες, η ίδια δεν ένιωθε άνετα να βρίσκεται εκεί και το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψουν στο δωμάτιο τους. Λίγο αργότερα έφυγαν, αφήνοντας τον πατέρα της εκεί. Κλείνοντας την πόρτα του δωματίου τους, η μάρτυρας τοποθέτησε μια καρέκλα του δωματίου κάτω από το χερούλι, ώστε να μην μπορεί να εισέλθει κανένας, επειδή ήταν πολύ φοβισμένη.

 

Η μάρτυρας απέστειλε στον πατέρα της από το κινητό της τηλέφωνο φωτογραφία που απεικονίζει τον κατηγορούμενο (πρόκειται για λήψη οθόνης από το λογαριασμό που διατηρεί ο κατηγορούμενος στο Instagram) ώστε να φαίνεται καθαρά το πρόσωπό του. Ερωτηθείσα γιατί ήταν αναγκαίο να αποστείλει στον πατέρα της τέτοια φωτογραφία, εφόσον η ίδια θα μπορούσε να υποδείξει τον κατηγορούμενο απευθείας από το κινητό της στο προσωπικό του ξενοδοχείου, η μάρτυρας απάντησε πως από όσα θυμάται, το κινητό της δεν είχε μπαταρία και θεωρεί ότι η [C] δεν το είχε μαζί της όταν μετέβησαν στο χώρο υποδοχής, για αυτό και έστειλαν τη φωτογραφία στο κινητό του πατέρα της. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε έγινε η λήψη αυτής της φωτογραφίας και ότι είχε δείξει τη φωτογραφία στον πατέρα της “εκείνο το πρωί”. Εξήγησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς τις περιστάσεις και ότι έδειξε στον πατέρα της την φωτογραφία “μέσα σε εκείνο το χρονικό πλαίσιο”.

 

Ερωτηθείσα για το τι έλαβε χώρα έπειτα από την καταγγελία, η μάρτυρας είπε ότι ο [T] επέστρεψε στο δωμάτιο των παραπονούμενων και τις αγκάλιασε. Η μάρτυρας θυμάται ότι, όταν ήρθε ο πατέρας της, έκλαιγε και ότι ζητούσε να δει τη μητέρα της (η οποία είχε αποβιώσει πριν κάποια χρόνια). Κατά τη διάρκεια της νύκτας, ήρθε αρκετές φορές για να ελέγξει ότι όλα είναι καλά. Κάθονταν στο κρεβάτι του δωματίου και περίμεναν να ξημερώσει ώστε να έρθει η αστυνομία. Δεν πλυθήκαν, ούτε άλλαξαν τα ρούχα τους, αλλά η μάρτυρας θυμάται ότι χρησιμοποίησε το αποχωρητήριο και έπειτα σκουπίστηκε. Δεν θυμόταν η μάρτυρας εάν ο λόγος που δεν πλύθηκαν και δεν άλλαξαν τα ρούχα τους ήταν επειδή τους το ζήτησε ο πατέρας της ή όχι.  Περαιτέρω, δεν θυμάται να είχε κοιμηθεί εκείνο το βράδυ ή το πρωί (αλλά δεν ήταν βέβαιη). Όταν ξημέρωσε, ήρθε η αστυνομία, παρέλαβαν τα ρούχα που φορούσαν και τα έβαλαν σε σακούλες ενώ συνάντησαν και μία κοινωνική λειτουργό με το όνομα [Μ]. Έπειτα, μετέβηκαν στο νοσοκομείο. Αφού ολοκληρώθηκε η εξέταση στο νοσοκομείο, η μάρτυρας είπε ότι έκανε για πολλές ώρες μπάνιο γιατί ένιωθε “αηδιασμένη".  

 

Της υποβλήθηκε η θέση ότι κατά την παραμονή της στην Κύπρο και πριν γνωρίσει τον κατηγορούμενο, η ίδια και [C] "ερωτοτροπούσαν” με κάποιον ναυαγοσώστη που εργαζόταν στην πισίνα του ξενοδοχείου με το όνομα, [B], και κάποιον ομοεθνή του και ότι είναι αυτός που προκάλεσε τα σημάδια στο λαιμό της. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε κάτι τέτοιο, ούτε γνωρίζει το συγκεκριμένο άτομο. Επανέλαβε ότι τα σημάδια προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά το επίδικο περιστατικό.

 

Της υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι είναι η ίδια που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της κάνει μασάζ εκείνο το βράδυ και ότι αυτό διήρκεσε μόνο κάποια δευτερόλεπτα. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της κάνει μασάζ και ότι αυτό διήρκεσε περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα.

 

Μ.Κ.5 – [T] (πατέρας της [E])

 

Ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 08.07.23[17]. Κατέθεσε ότι κατάγεται από την Αγγλία, είναι αδειούχος μηχανολόγος για συντηρήσεις ακινήτων και εργάζεται ως σύμβουλος στον οικοδομικό τομέα συντήρησης ακινήτων[18]. Είναι διευθύνον σύμβουλος της δικής του επιχείρησης. Έφθασε στην Κύπρο για διακοπές, με την κόρη του, [E], και τη φίλη της, [C]. Διέμεναν στο ξενοδοχείο […] με πακέτο ολοκληρωμένης διαμονής (all inclusive). Στις 05.07.23, αφού δείπνησαν σε εστιατόριο του ξενοδοχείου, περί η ώρα 21:00, μετέβηκαν στο μπαρ του ξενοδοχείου όπου παράγγειλαν κάποια ποτά. Οι παραπονούμενες είχαν πιει ένα αλκοολούχο ποτό με την ονομασία “traffic light” και ένα “strawberry dacquiri”. Περί η ώρα 22:45, ο ίδιος έφυγε από το μπαρ και πήγε στο δωμάτιο του. Την τελευταία φορά που έλεγξε τις παραπονούμενες ήταν η ώρα 23:40 όταν τις είδε από το παράθυρο του μπαλκονιού του να κάθονται σε ένα τραπέζι με δύο άντρες, οι οποίοι του φάνηκαν από τα ρούχα που φορούσαν να ανήκαν στο προσωπικό του ξενοδοχείου. Γύρω στις 01:00, ενώ κοιμόταν, άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στην πόρτα. Αφού ντύθηκε, άνοιξε την πόρτα και είδε τις παραπονούμενες, οι οποίες ήταν και οι δύο “αναστατωμένες, σοκαρισμένες και έκλαιγαν”. Ρώτησε τι συνέβη και η [E] του είπε ότι συνέβη κάτι κακό. Του είπε ότι πήγαν στο μπαρ της οροφής, στον 5ο όροφο του ξενοδοχείου με ένα διευθυντή του ξενοδοχείου, “ο οποίος τις κρατούσε και πίεζε και τις δύο, φιλούσε και τις δύο και έβαλε τα δάκτυλά του στον κόλπο της [E]. Την ίδια ώρα έκανε το ίδιο πράγμα στην [C]”. Η [E] του είπε ότι είχε τη φωτογραφία του προσώπου αυτού. Αφού βεβαιώθηκε ότι τα κορίτσια ήταν ασφαλή, κατέβηκε στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου και ενημέρωσε το προσωπικό, ζητώντας όπως κληθεί η αστυνομία. Καθώς μιλούσε με το προσωπικό του ξενοδοχείου, η E του είχε στείλει τη φωτογραφία του κατηγορούμενου και την έδειξε στον φρουρό ασφαλείας του ξενοδοχείου. Μάλιστα, προώθησε την φωτογραφία μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στον φρουρό ασφαλείας του ξενοδοχείου η ώρα 01:31.  Τα πρόσωπα αυτά είχαν σοκαριστεί και ήταν αρχικά απρόθυμα να καλέσουν την αστυνομία αλλά τελικά ο φρουρός ασφαλείας κάλεσε την αστυνομία. Τότε ο μάρτυρας επέστρεψε στο δωμάτιο των παραπονούμενων για να βεβαιωθεί ότι εκείνες ήταν ασφαλείς και έπειτα από 15 λεπτά πήγε πίσω στο χώρο υποδοχής, όπου εκεί είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται με άλλα άτομα του προσωπικού. Έγινε προσπάθεια από τον κατηγορούμενο, και άλλα άτομα του προσωπικού που βρίσκονταν εκεί μαζί του, να πλησιάσουν τον μάρτυρα και να του μιλήσουν αλλά ο μάρτυρας σήκωσε το χέρι του πάνω λέγοντας ότι δεν επιθυμεί να τους μιλήσει. Όταν έφθασε η αστυνομία στο χώρο, ο μάρτυρας κατήγγειλε το περιστατικό και επέμεινε ότι επιθυμεί να προχωρήσει σε καταγγελία. Ένας από τους αστυνομικούς του είπε ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του το πρωί της ίδιας μέρας ώστε να ληφθεί κατάθεση. Του είπαν ότι στο μεσοδιάστημα οι παραπονούμενες δεν πρέπει να αλλάξουν ρούχα, ούτε να βουρτσίσουν τα δόντια τους. Αργότερα, το πρωί κατέφθασε η αστυνομία στο ξενοδοχείο, παρέλαβε τα ρούχα των παραπονούμενων και έπειτα μετέβηκαν στη Λευκωσία για να διεξαχθούν οι ιατροδικαστικές εξετάσεις και να ληφθούν οι καταθέσεις από τις παραπονούμενες.

 

Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν εργοδοτείτο σε κάποια εταιρεία αλλά ότι ήταν (και συνεχίζει να είναι) ελεύθερος επαγγελματίας. Αν και δεν έχει σταθερό εισόδημα εφόσον αυτό διαφέρει ανάλογα με τα έξοδα και τις ώρες εργασίας που καλείται να διεκπεραιώσει, κατέθεσε ότι το μέσο εβδομαδιαίο του εισόδημα το 2023 ανερχόταν σε Αγγλικές λίρες 2.500 τη βδομάδα. Επίσης, παρέθεσε τα περιουσιακά του στοιχεία και είπε ότι είναι διατεθειμένος εάν του ζητηθεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο λογαριασμούς όπου φαίνονται οι απολαβές του. Δεν του ζητήθηκε.

 

Κατέθεσε ότι, έπειτα από το επίδικο περιστατικό, οι παραπονούμενες ήταν αχώριστες και δεν πήγαιναν οπουδήποτε η μία χωρίς την άλλη. Έγιναν πολλά τηλεφωνήματα και βιντεοκλήσεις με διάφορες υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο για να διευθετηθεί η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στις παραπονούμενες. Κάποιους μήνες αργότερα, οι παραπονούμενες σιγά-σιγά απομακρύνθηκαν.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν είδε, από το μπαλκόνι του δωματίου του, τις παραπονούμενες να κάθονται σε τραπέζι στο μπαρ του ισογείου με δύο άλλους άνδρες, δεν ανησύχησε επειδή οι δυο τους τον χαιρέτησαν, χαμογελούσαν και φαινόταν ότι περνούσαν καλά. Δεν ανησύχησε που δεν επέστρεψαν σύντομα, έπειτα από την αποχώρησή του ίδιου από το μπαρ, στο δωμάτιο τους, επειδή βρισκόντουσαν σε διακοπές σε οικογενειακό ξενοδοχείο, ήταν όλοι χαλαροί και ένιωθε ότι ήταν ασφαλείς.

 

Όταν οι παραπονούμενες κτύπησαν την πόρτα του δωματίου του για να τον ενημερώσουν σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ο μάρτυρας είπε ότι “έκλαιγαν, έτρεμαν, ήταν πολύ αγχωμένες”. Δεν αντιλήφθηκε να ήταν μεθυσμένες. Είδε δύο κορίτσια που βίωναν τραύμα, πολύ αγχωμένα και αναστατωμένα. Αυτό έγινε στο διάδρομο έξω από το δωμάτιο του. Εκεί βρισκόταν και η [C], η οποία δεν του είπε κάτι και κρυβόταν κάπως πίσω από την [E]. Από όσα θυμάται, εκείνες έμειναν στο δωμάτιο τους και ο ίδιος μετέβη στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου για να καταγγείλει το περιστατικό. Επανέλαβε ότι η [E] του έστειλε τη φωτογραφία του κατηγορούμενου περί η ώρα 01:31 το πρωί και ο ίδιος την προώθησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πρόσωπο που εργαζόταν στον χώρο υποδοχής. Συνεπώς, ως ανέφερε, οι παραπονούμενες είχαν έρθει στο δωμάτιο του για να τον ενημερώσουν για το περιστατικό περί η ώρα 01:00 το πρωί. Κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει εάν οι παραπονούμενες πρώτα επικοινώνησαν με την [B] για να την ενημερώσουν για το επίδικο περιστατικό, ενώ είπε ότι δεν γνωρίζει καθόλου τη μητέρα της [B], την οποία έχει συναντήσει μόνο μία φορά χωρίς να έχουν ανταλλάξει στοιχεία επικοινωνίας. Αφού κλήθηκε η αστυνομία και προτού να φθάσει στο ξενοδοχείο, ο μάρτυρας μετέβη και πάλι στο δωμάτιο των κοριτσιών για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλείς και να τις παρηγορήσει. Είπε ότι είχαν τοποθετήσει μια καρέκλα κάτω από το χερούλι της πόρτας του δωματίου τους ώστε να μην μπορεί να εισέλθει οποιοσδήποτε. Τις επισκέφθηκε ξανά αφού έφυγε από το ξενοδοχείο η αστυνομία. Πέραν τούτου, στο μεσοδιάστημα μέχρι το πρωί, δεν επισκέφθηκε ξανά το δωμάτιο τους. Επίσης, περιέγραψε τα όσα έλαβαν χώρα το πρωί τις 06.07.23 όταν έφθασε στο ξενοδοχείο η αστυνομία και η κοινωνική λειτουργός.

 

Πέραν από αυτά που του περιέγραψε η [E] εκείνη την ημερομηνία σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκαν οι παραπονούμενες, ο ίδιος δεν ήθελε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες, ούτε μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης στο Δικαστήριο της ζήτησε να του περιγράψει περαιτέρω το τι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Είπε ότι, από τότε που απεβίωσε η μητέρα της [E], ο ίδιος διατηρεί και τους δύο γονεϊκούς ρόλους αλλά κλίνει περισσότερο προς τον ρόλο του πατέρα και κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να εργάζεται και να φροντίζει την [E].

 

 

Μ.Κ.6 – [C] (παραπονούμενη)

 

Κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε ως αληθές από την ίδια και αποτέλεσε την κυρίως εξέτασή της, η μάρτυρας κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 16 ετών και έφθασε στην Κύπρο μαζί με την φίλη της, [E], και τον [T] στις 03.07.23 για διακοπές. Η [C] εξιστορώντας τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το βράδυ της 05.07.23 και  οδήγησαν στην γνωριμία τους με τον κατηγορούμενο πριν μεταβούν στο μπαρ της οροφής μαζί του, επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα είχε περιγράψει και η [E] στο Δικαστήριο. Είπε ότι ενώ κάθονταν με τον κατηγορούμενο και έναν άλλο άνδρα στο μπαρ του ισογείου, κάποια στιγμή είχε πάει στο αποχωρητήριο μαζί με την [E]. Έπειτα επέστρεψαν και ο κατηγορούμενος είχε ψιθυρίσει στο αυτί της ότι έβαλε κάτι είτε στο ποτό, είτε στον ναργιλέ αλλά, ως είπε, δεν θυμόταν τι ακριβώς της είπε ο κατηγορούμενος, ούτε έδωσε ιδιαίτερη σημασία αφού το εξέλαβε ως αστείο και γέλασαν και οι δύο. Πέρασαν αρκετή ώρα στο μπαρ του ισογείου, συζητώντας σε εύθυμο κλίμα και καταναλώνοντας ποτά.

 

Συνολικά, υπολογίζει ότι ήπιαν οχτώ με δέκα ποτά περίπου εκείνο το βράδυ, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς πόσα ήπιαν.

 

Οι δύο άνδρες μιλούσαν για τις δουλείες τους και πόσο απολαμβάνουν το γεγονός ότι εργάζονται εκεί. Οι παραπονούμενες είπαν στον κατηγορούμενο ότι ήταν 17 ετών. Επίσης, η μάρτυρας θυμάται ότι ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι θα μπορούσαν να πάνε την ερχόμενη Παρασκευή σε κάποιο κλαμπ μαζί του αλλά ότι θα χρειαζόταν η συγκατάθεση του πατέρα της [E] για αυτό. Κάποια στιγμή, η μάρτυρας πήγε στο δωμάτιο της για να φορτίσει το κινητό της και να βάλει και ένα πανωφόρι. H [E] παρέμεινε μαζί με τους δύο άνδρες στο μπαρ του ισογείου, όμως δεν έγινε κάτι. Καθώς βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου, η μάρτυρας συνομιλούσε μέσω του κινητού της με τον φίλο της το [S], ο οποίος την παρότρυνε να φύγει από εκεί και ότι “δεν ήταν καλή ιδέα” και έτσι “λογομάχησαν”. Αφού έφθασε το ταξί που περίμενε ο άλλος άνδρας και αποχώρησε, ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να μεταβούν στο μπαρ της οροφής, όπως και έπραξαν.

 

Όταν έφθασαν στο μπαρ της οροφής, βρίσκονταν εκεί δύο άνδρες που εργάζονταν στο μπαρ, οι οποίο ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους για να φύγουν. Ο κατηγορούμενος μίλησε μαζί τους, πήρε δύο σφηνάκια από το μπαρ (για τον ίδιο) και έπειτα οι άνδρες έφυγαν. Στο μπαρ παρέμειναν μόνο ο κατηγορούμενος και οι δύο παραπονούμενες. Ο κατηγορούμενος κάθισε ανάμεσα στις δύο παραπονούμενες. Κάποια στιγμή άρχισε να κινεί τα χέρια του πάνω στα πόδια της και η μάρτυρας είδε ότι ο κατηγορούμενος φιλούσε την [E] στο στόμα. Έπειτα άρχισε να βάζει το δάκτυλο του στον κόλπο της μάρτυρας. Μετά άρχισε να κάνει το αντίστροφο, δηλαδή να φιλά την ίδια στο στόμα και να τοποθετεί τo δάκτυλο του στον κόλπο της [E]. Ήταν αρκετά μεθυσμένη, όπως και η [E], και αν και προσπάθησε ένιωθε ότι δεν είχε τη δύναμη να κινηθεί ή να αντιδράσει. Είπε ότι ενώ βρισκόταν στο μπαρ ένιωθε αρκετά άβολα και φοβισμένη και θυμάται ότι ήθελε να βλέπει τη θέα από εκεί αλλά δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί ο κατηγορούμενος.  Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής της, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να τους κάνει μασάζ, αρπάζοντας το λαιμό τους και το στήθος τους. Κάποια στιγμή η [E] είπε ότι πρέπει να φύγουν και ο κατηγορούμενος σταμάτησε. Όταν κατευθύνθηκαν προς τον ανελκυστήρα, ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε και συνέχισε να τις αγγίζει. Την άγγιξε στο πισινό της, πάνω από τα ρούχα. Μπήκε στον ανελκυστήρα μαζί τους και ενώ βρίσκονταν στον ανελκυστήρα, η μάρτυρας “νομίζει” ότι ο κατηγορούμενος φιλούσε την [E]. Πήρε το χέρι της μάρτυρας και το πίεσε πάνω από το παντελόνι του, στο σημείο του πέους του. Μόλις έφθασε ο ανελκυστήρας, οι παραπονούμενες έφυγαν προς την κατεύθυνση του δωματίου τους και ο κατηγορούμενος προς μία άλλη. Τότε η μάρτυρας άρχισε να κλαίει και η [E] δεν ήξερε τι να κάνει. 

 

Επέστρεψαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμεναν και η μάρτυρας επικοινώνησε, μέσω facetime, με τη φίλη της τη [B] και παράλληλα συνομιλούσε με τον φίλο της το [S] λέγοντάς τους τι είχε συμβεί. Η μητέρα της [B], η οποία άκουσε τι είχε γίνει, τους είπε ότι θα πρέπει να ξυπνήσουν τον [T] και να τον ενημερώσουν. Επίσης, τους είπε, εάν έχουν σημάδια στο σώμα τους, να τα βγάλουν φωτογραφία. Έβγαλαν φωτογραφία τα σημάδια στο λαιμό τους. Οι παραπονούμενες έπειτα αποφάσισαν να ενημερώσουν τον [T] για το τι είχε συμβεί. Έπειτα, ο [T] πήγε στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου για να καταγγείλει το περιστατικό και οι παραπονούμενες τον ακολούθησαν. Μετά από αυτό επέστρεψαν στο δωμάτιο τους και το επόμενο πρωί έφθασε η αστυνομία.

 

Της υποδείχθηκαν, επίσης, φωτογραφίες και βίντεο τα οποία είχαν εξαχθεί από τα κινητά τηλέφωνα των παραπονούμενων (Τεκμήριο 22) και σχολίασε τα όσα απεικονίζονται σε αυτά, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τις κακοποίησε σεξουαλικά, τη φωτογραφία που φέρει αριθμό αναφοράς 44[19], ως τη φωτογραφία που έλαβε η ίδια με το κινητό της και στην οποία απεικονίζονται τα σημάδια στο λαιμό που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος αλλά και τους διάφορους χώρους του ξενοδοχείου στους οποίους αναφέρθηκε κατά την αφήγησή της.

 

Η [C] αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με όλους τους ισχυρισμούς της. Επισημαίνουμε τα εξής σημεία:

 

Το 2023 είχε ολοκληρώσει το σχολείο και το 2024 πήγε κολέγιο. Περί το 2024 εργαζόταν σε διάφορες μπιραρίες και λάμβανε τον κατώτατο ωριαίο μισθό ώστε να παίρνει δικά της χρήματα “για να κάνει πράγματα για την ψυχαγωγία της” ενώ από το 2025 εργάζεται στον τομέα φροντίδας νηπίων (child care). Η μητέρας της εργάζεται ως προσωπική βοηθός διευθυντή σε σχολείο και ο πατέρας της είναι μηχανολόγος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε δεσμό με τον [S].

 

Κατά το σύντομο χρόνο διαμονής τους στο ξενοδοχείο στην Κύπρο, δεν γνώρισαν οποιουσδήποτε άλλους άνδρες, πέραν από τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε ότι υπήρχε κάποιος άνδρας, ο οποίος την ρώτησε εάν ήθελαν να παίξουν θαλάσσιο σπορ μαζί αλλά δεν γνωρίζει το όνομά του. Αρνήθηκε την υποβολή της Υπεράσπισης, ότι ερωτοτροπούσε με αυτόν τον άνδρα ή ότι αυτός, ή άλλος με το όνομα [B], της προκάλεσε τα σημάδια στο λαιμό της.

 

Όταν κάθισαν στο μπαρ με τον [T], αφού τελείωσαν το δείπνο, θυμάται ότι κατανάλωσαν 2-3 αλκοολούχα ποτά. Όταν έφυγε ο [T], επανέλαβε τα όσα ανέφερε και στην κυρίως εξέτασή της σε σχέση με τον τρόπο που γνωρίστηκαν με τον κατηγορούμενο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν έκατσαν στο τραπέζι που καθόταν αρχικά ο κατηγορούμενος ή εάν μεταφέρθηκαν και οι τρεις σε άλλο τραπέζι. Όταν κάθονταν με τον κατηγορούμενο στο μπαρ του ισογείου, θυμάται ότι ο κατηγορούμενος πήγαινε στο μπαρ και έφερνε στο τραπέζι τους αλκοολούχα ποτά. Δεν αρνήθηκε ότι παράγγειλαν και οι ίδιες κάποια ποτά από το μπαρ αλλά σημείωσε ότι δεν θυμάται να κάνει κάτι τέτοιο. Όταν, κατά τη διάρκεια που βρίσκονταν ακόμη στο μπαρ του ισογείου, πήγαν στο αποχωρητήριο μαζί με την [E], ήταν και οι δύο “αρκετά μεθυσμένες”. Θυμάται ότι γλίστρησαν και έπεσαν στο έδαφος αλλά νομίζει ότι αυτό έγινε στο χώρο της τουαλέτας και όχι στο διάδρομο προς το αποχωρητήριο. Ερωτηθείσα γιατί ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι ήταν 17 ετών (ενώ ήταν 16) απάντησε αρχικά ότι δεν θυμάται το λόγο και έπειτα ότι αυτό που μπορεί να σκεφτεί είναι ότι το έκανε για να φανεί μεγαλύτερη, ενόψει και του ότι κάπνιζε τσιγάρα και ναργιλέ και έπινε αλκοόλ. Δεν θυμάται να συζήτησαν για ναρκωτικά με τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε την υποβολή που της έγινε ότι εκείνη και η [E] κάθονταν “πρόστυχα” στις καρέκλες και ότι τους έκανε παρατήρηση ο κατηγορούμενος για να κάθονται πιο κόσμια.

 

Επανέλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που εισηγήθηκε στις παραπονούμενες να μεταβούν στο μπαρ της οροφής. Παρά το ότι άρχισε να διαισθάνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, λόγω των παροτρύνσεων του [S] και της [B] να επιστρέψουν στο δωμάτιο τους, με τους οποίους είχε επικοινωνία μέσω του τηλεφώνου της, η ίδια ένιωθε ασφαλής γιατί βρισκόταν με την [E] και γιατί ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής του ξενοδοχείου. Επέμεινε ότι οι δύο άνδρες που εργάζονταν στο μπαρ της οροφής ετοίμαζαν τα πράγματά τους και έπειτα έφυγαν. Τα φώτα του μπαρ ήταν κλειστά και υπήρχε σκοτάδι. Το φως που υπήρχε προερχόταν από κάτω από τον 5ο όροφο του ξενοδοχείου και από την πισίνα. Ήταν πιο φωτεινά στο σημείο όπου υπήρχε ο ανελκυστήρας και υπήρχε κάποιος χαμηλός φωτισμός περιμετρικά του μπαρ. Όταν κάθισαν στις μπλε καρέκλες, στην αρχή χρησιμοποιούσαν το κινητό τους τηλέφωνο, κάπνιζαν και κουβέντιαζαν. Κάποια στιγμή θυμάται το χέρι του κατηγορούμενου πάνω στο πόδι της και έπειτα το δάκτυλό του βρισκόταν στον κόλπο της και τον είδε να φιλά την [E] στο στόμα. Έπειτα, τη φιλούσε ο κατηγορούμενος και έκανε το ίδιο στον κόλπο της [E]. Κάποια στιγμή θυμάται ότι ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ, το χέρι του ήταν γύρω από το λαιμό της (προς την αριστερή πλευρά) και άγγιξε και το στήθος της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί περαιτέρω λεπτομέρειες, όπως εάν είχε τις γάμπες τις κλειστές ή εάν υπήρχε κενό μεταξύ τους ή την ακριβή σειρά που έλαβαν χώρα οι πιο πάνω ενέργειες, πιο χέρι χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να εισχωρήσει στον κόλπο της, πώς μετακίνησε το εσώρουχο της, πόσο χρόνο διήρκεσαν οι ενέργειες του ή εάν εκείνη την ώρα κρατούσε το κινητό της ή εάν κάπνιζε. Είπε ότι ο ακριβής τρόπος που εκτυλίχθηκε το περιστατικό είναι θολός στη μνήμη της και ανέφερε ότι έχει εικόνες στο μυαλό της από τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε αυτές τις ενέργειες. Συγκεκριμένα είπε: “Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου, έχω κάποια κομμάτια, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ πολύ καλά”. Δεν θυμόταν εάν το μασάζ προηγήθηκε ή ακολούθησε τα φιλιά και την εισχώρηση του δακτύλου στον κόλπο της αλλά προέβη με τα χέρια της σε αναπαράσταση του τρόπου που ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ στους ώμους. Αρνήθηκε ότι η ίδια ή η [E] ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους κάνει μασάζ. Θυμόταν, όμως, ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να φιλάει την E πρώτα και μετέπειτα τοποθέτησε το δάκτυλο του στον κόλπο της ίδιας. Δεν είδε τα δάκτυλα του κατηγορούμενου να εισέρχονται στον κόλπο της [E] αλλά μπορούσε να δει τον βραχίονα του χεριού του να κινείται σε εκείνο το σημείο του σώματός της, ενώ το φόρεμα της E βρισκόταν πιο πάνω. Και αυτό ενώ είχε προηγηθεί η εισχώρηση του χεριού του κατηγορούμενου στον δικό της κόλπο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού, δεν αντέδρασε γιατί ήταν φοβισμένη, δεν ήξερε τι να πει, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να κουνηθεί και τα πόδια της ένιωθαν “περίεργα”. Ερωτηθείσα σχετικά, απάντησε ότι δεν πέρασε από το μυαλό της να βγάλει φωτογραφία τον κατηγορούμενο ενώ εκτυλισσόταν το περιστατικό. Επίσης, δεν θυμάται να μπορούσε να δει το πρόσωπο της E ενώ εκτυλισσόταν το επίδικο περιστατικό αλλά θεωρεί ότι ούτε η [E] αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο.

 

Συμφώνησε με την πλευρά της Υπεράσπισης ότι στον ανελκυστήρα υπήρχε φωτισμός και ότι επειδή ήταν από γυαλί, εάν υπήρχα άτομα στο ισόγειο ενώ έφευγαν από το μπαρ της οροφής θα μπορούσαν να τους δουν.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι όταν επέστρεψαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ένιωθε φοβισμένη και ότι ήθελε να μιλήσει με την [B] γιατί ένιωθε ότι θα την έκανε να νιώσει καλύτερα και θα τη βοηθούσε να ηρεμήσει. Παράλληλα, επικοινωνούσε και με τον [S] μέσω γραπτών μηνυμάτων. Καθώς μιλούσε με την [B], η μητέρα της εισήλθε στο δωμάτιο και κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. H [B] της μετέφερε τι είχε γίνει και η μητέρα της είπε στις παραπονούμενες ότι γνωρίζει ότι είναι δύσκολο αλλά ότι θα πρέπει να ενημερώνουν τον [T].

 

Όταν πήγαν να ενημερώσουν τον [T] για το τι είχε συμβεί, η μάρτυρας ανέφερε ότι του είχε μιλήσει η [E]. Η ίδια ήταν πολύ αναστατωμένη και δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς τι του είχε πει η [E] λέξη προς λέξη. Θυμάται ότι ο [T] έβαλε γρήγορα τη φανέλα του και πήγε κατευθείαν προς το χώρο της υποδοχής για να καταγγείλει το περιστατικό. Οι παραπονούμενες τον ακολούθησαν εκεί αλλά έμειναν μόνο 5 λεπτά και έπειτα επέστρεψαν στο δωμάτιο τους, αφήνοντας τον [T] στο χώρο υποδοχής. Αργότερα, θυμάται ότι ο [T] επέστρεψε στο δωμάτιο τους και τους είπε να μην κάνουν ντους. Είπε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας ξάπλωνε στο κρεβάτι αλλά δεν θυμάται εάν κοιμήθηκε ή όχι.

 

Της υποβλήθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, από την αρχή της βραδιάς μέχρι την ώρα της καταγγελίας, η ίδια ουδέποτε ήταν μεθυσμένη. Η μάρτυρας επανέλαβε ότι ήταν.

 

Έπειτα από το επίδικο περιστατικό, αφού επέστρεψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μάρτυρας περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί με την [E] από ότι προηγουμένως αλλά αυτό τους δημιούργησε σχέση εξάρτησης και τους θύμιζε το επίδικο περιστατικό. Έτσι έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα απομακρύνθηκαν, όμως παραμένουν φίλες.

 

 

 

Μ.Κ.7 – [S] (μητέρα της [C])

 

Η Μ.Κ.7 υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής της στην αστυνομία ημερομηνίας 08.07.23[20]. Ανέφερε ότι είναι η μητέρα της [C] και ότι η [C] είχε έρθει με την [E] και τον πατέρα της, [T], για διακοπές στην Κύπρο στις 03.07.23. Στις 06.07.23, περί η ώρα 8:00 το πρωί, έλαβε τηλεφώνημα από τον [T] ο οποίος της είπε ότι η [C] υπέστη σεξουαλική κακοποίηση. Της διευκρίνισε ότι η [C] δεν υπέστη βιασμό αλλά δακτυλική διείσδυση. Η μάρτυρας ζήτησε να μιλήσει με τη [C], η οποία ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε και της περιέγραψε σε πολύ γενικές γραμμές τι είχε συμβεί. Η μάρτυρας δεν ρώτησε περισσότερες λεπτομέρειες λόγω της κατάστασης στην οποία η βρισκόταν η [C]. Η μάρτυρας έπειτα μίλησε με τον σύζυγο της και έκλεισαν πτήσεις για να έρθουν στην Κύπρο, το οποίο έπραξαν στις 07.07.23.

 

Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας  ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα εργάζεται ως προσωπική βοηθός διευθυντή σε σχολείο και αποκάλυψε το μηνιαίο μισθό που λαμβάνει. Είπε ότι η οικογένειά της δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ανέφερε επίσης, ότι η θυγατέρα της δεν εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο αλλά έπειτα από το επίδικο περιστατικό, όταν φοιτούσε στο κολέγιο, εργαζόταν για κάποιο διάστημα ως γκαρσόνι σε εστιατόριο. Ερωτηθείσα για το λόγο που η θυγατέρα της εργαζόταν εφόσον η οικογένεια δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, η μάρτυρας απάντησε ότι είναι πολύ σύνηθες για έφηβους στο Ηνωμένο Βασίλειο να εργάζονται σε ημιαπασχόληση και ότι επί αυτού του σημείου ίσως υπάρχει “πολιτισμικό χάσμα μεταξύ της Κύπρου και του Ηνωμένου Βασιλείου”. Περιέγραψε, επίσης, τη σχέση της ίδιας και του Μ.Κ.8 με τον [T] και πως προγραμματίστηκε το ταξίδι στην Κύπρο. Ανέφερε ότι διατηρεί καλή σχέση με τη θυγατέρα της. Ερωτηθείσα σχετικά, είπε ότι δεν γνωρίζει το λόγο που η [C] δεν επικοινώνησε αμέσως μαζί της όταν επέστρεψε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου έπειτα από το επίδικο περιστατικό για να την ενημερώσει για το τι είχε συμβεί. Υποθέτει ότι η [C] λόγω του προχωρημένου της ώρας αλλά και λόγω της στενής φιλίας που έχε με τη [B] προτίμησε να μιλήσει πρώτα μαζί με εκείνη, η οποία ήταν και ξύπνια. Όταν μίλησαν στο τηλέφωνο στις 06.07.23 το πρωί, επέλεξε να μην ζητήσει πολλές λεπτομέρειες από τη [C] γιατί ήταν εμφανές στην ίδια ότι η [C] ήταν αναστατωμένη και δεν ήθελε να την αναγκάσει να βιώσει ξανά το περιστατικό. Ερωτηθείσα σχετικά, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι επιπτώσεις του επίδικου περιστατικού υπήρξαν αισθητές για την οικογένειά της τα τελευταία τρία χρόνια. Η [C] είχε “χαμηλή διάθεση κατάθλιψης, φοβόταν του άντρες, τους οποίους δεν γνώριζε, είχε εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά και φοβόταν να φύγει από το σπίτι”. Αυτή η κατάσταση επηρέασε την ίδια και το σύζυγο της αλλά και τη μεγαλύτερη της θυγατέρα, η οποία είχε άγχος και εκείνη την περίοδο παρουσίασε διατροφική διαταραχή. Ανέφερε, επίσης, ότι η [C] δεν ήταν ακόμη έτοιμη να λάβει ψυχολογική θεραπεία για το τραύμα που της προκλήθηκε και, αναγνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να επιβάλεις μία θεραπεία σε κάποιον ο οποίος δεν είναι έτοιμος να τη δεχτεί, αναμένει ότι κάτι τέτοιο θα είναι δυνατό αφού ολοκληρωθεί και η εκδίκαση της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν επικοινώνησε με οποιονδήποτε δικηγόρο στην Αγγλία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό.

 

Μ.Κ.8 – [R] (πατέρας [C])

 

Υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 08.07.23[21], ο Μ.Κ.8, ο πατέρας της [C], ανέφερε ότι στις 06.07.23 περί η ώρα 08:07 π.μ., έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό του από τον [T], ο οποίος του ζητούσε να τον πάρει πίσω για κάποιο επείγον ζήτημα. Ο μάρτυρας προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του αλλά ο [T] ήταν κρατημένος και του έστειλε μήνυμα να τον πάρει πίσω. Λίγο αργότερα τον πήρε τηλέφωνο η σύζυγος του, M.K.7, και του είπε ότι ενημερώθηκε από τον [T] ότι η [C] την προηγούμενη μέρα υπέστη σεξουαλική κακοποίηση. Χρειάστηκε να γίνουν κάποιες διευθετήσεις μέσω της Βρετανικής Ύπατης Αρμοστείας ώστε να αποσταλεί η συγκατάθεση των γονιών και να διεξαχθεί ιατροδικαστική εξέταση της [C] και άλλες διαδικασίες, όπως και έγινε. Ακολούθως την ίδια μέρα, επικοινώνησαν με τη [C] μέσω βιντεοκλήσης, στην οποία τους είπε ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά αλλά δεν υπεισήλθε σε λεπτομέρειες, ούτε της ζήτησαν να το πράξει. Ο μάρτυρας με τη σύζυγο του έφθασαν στην Κύπρο στις 07.07.23 και τότε μίλησαν με τη θυγατέρα τους και την [E] και έμαθαν περισσότερα ως προς το τι είχε συμβεί, τα οποία ο μάρτυρας περιγράφει στην κατάθεσή του. Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι ηλεκτρονικός μηχανικός και κατά το 2023 μέχρι και σήμερα, εργάζεται ως σύμβουλος σχεδιασμού και κατασκευής πυροκίνητων επιθετικών υποβρυχίων, ηγείται άμεσα μιας ομάδας περίπου 50 ατόμων (αλλά έμμεσα ως ανέφερε στο ναυπηγείο εργάζονται γύρω στα 15.000 άτομα). Λαμβάνει μηναίο εισόδημα γύρω στις Αγγλικές λίρες 12.000 και προχώρησε σε παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση.

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι, αφού αποφοίτησε από το σχολείο, η [C] εργαζόταν ως γκαρσόνι σε τοπική μπιραρία αλλά δεν θυμόταν εάν ξεκίνησε να εργάζεται πριν ή μετά το επίδικο περιστατικό. Εξήγησε ότι ο ίδιος ενθάρρυνε και τα δυο του παιδιά να εργάζονται από νεαρή ηλικία για να αντιληφθούν την αξία του χρήματος, ειδικότερα εφόσον τους έχει παρασχεθεί ένα ψηλό επίπεδο ζωής και ότι αυτό δεν σχετίζεται με κάποια οικονομική ανάγκη. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν τηλεφώνησε πρώτα η [C] στον ίδιο για να τον ενημερώσει για το επίδικο περιστατικό, απάντησε ότι ο ίδιος πάντα έλεγε στα παιδιά του ότι μπορούν να τηλεφωνήσουν στον ίδιο ή στη μητέρα τους εάν μπλέξουν σε οτιδήποτε, αλλά ότι αντιλαμβάνεται πως η [C] ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει πρώτη με τη [B], η μητέρα της οποίας της έδωσε εντέλει τη σωστή συμβουλή, ήτοι να ενημερώσουν τον [T]. Ερωτηθείς σχετικά, περιέγραψε τη σχέση του με τον [T] πριν και μετά το επίδικο περιστατικό. Οι σχέσεις τους πριν το ταξίδι ήταν τυπικές, ως γονείς που τα παιδιά τους περνούν αρκετό χρόνο μαζί. Αμέσως έπειτα από το επίδικο περιστατικό ήρθαν πιο κοντά λόγω του ότι οι θυγατέρες τους για κάποιο διάστημα ήταν αχώριστες. Έπειτα οι παραπονούμενες απομακρύνθηκαν σταδιακά και έτσι η σχέση του με τον [T] επέστρεψε στην προηγούμενη της κατάσταση. Δεν τον θεωρεί υπεύθυνο για το τι έχει συμβεί, αντιθέτως απευθυνόμενος προς τον κατηγορούμενο του είπε ότι θεωρεί τον ίδιο υπεύθυνο.

 

Σε υποβολή ότι η σχέση του με τη [C] δεν είναι στενή, ο μάρτυρας απάντησε ότι “για βδομάδες μετά από αυτό είμαι εγώ με τη σύζυγο μου που βρισκόμασταν κάθε βράδυ στο πλευρό της όταν ξυπνούσε από τρόμο. Είμαι εγώ που ταξίδευα σε λεωφορείο με την κόρη μου ώστε αυτή να μπορεί να νιώθει ασφαλής. Είμαι εγώ που ταξίδευα μαζί της σε δημόσιους χώρους και την έκανα να νιώθει ασφαλής όταν υπήρχαν άντρες κοντά από εκείνη. Είμαι εγώ που οργάνωνα επισκέψεις στους γιατρούς […] και είμαι εγώ και η σύζυγος μου που θα το ξανακάνουμε όταν επιστρέψουμε στο σπίτι την επόμενη βδομάδα”. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι όταν πρωτάκουσε ότι η [C] υπέστη σεξουαλική κακοποίηση ένιωσε πανικό και τρόμο και έπειτα άρχισε να διερευνά τα κατάλληλα διαβήματα που θα έπρεπε να ακολουθήσουν ώστε η [C] να τύχει ορθής αντιμετώπισης και να λάβει την απαραίτητη εξειδικευμένη βοήθεια.

 

Κατά την βιντεοκλήση που έλαβε χώρα στις 06.07.23 το πρωί, ο μάρτυρας, ερωτηθείς σχετικά, απάντησε ότι δεν ζήτησε λεπτομέρειες από τη [C] σε σχέση με το επίδικο περιστατικό γιατί εκείνη την ώρα εκείνη βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, επρόκειτο να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση και ήταν “πλήρως τρομοκρατημένη”. Παρά το ότι ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τον ίδιο, την ενθάρρυνε να προχωρήσει με την εξέταση γιατί αυτό θεωρούσε ορθό τη δεδομένη στιγμή. Μίλησαν για το επίδικο περιστατικό με περισσότερη λεπτομέρεια την επόμενη μέρα όταν έφθασε με τη σύζυγο του στην Κύπρο.

 

Του υποβλήθηκαν αρκετές ερωτήσεις που αφορούσαν τις περιστάσεις διάπραξης του υπό κρίση αδικήματος και ο μάρτυρας απάντησε αυτά που του εξιστόρησε η [C] (και περιλαμβάνονται στην κατάθεσή του), επαναλαμβάνοντας ότι ο ίδιος δεν έχει ιδίαν γνώση για αυτά τα θέματα. Δεν κρίνεται σκόπιμο να τις επαναλάβουμε.

 

Αρνήθηκε υποβολή που του έγινε ότι ο ίδιος λέει ψέματα, ότι η καταγγελία προωθείται με αλλότρια κίνητρα και ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ του ίδιου και της [C] ως προς το τι θα καταθέσει, διερωτώμενος για ποιο λόγο να προβεί σε ψευδή καταγγελία και να υποβάλει την οικογένεια του σε αυτή τη διαδικασία. Μάλιστα, ανέφερε ότι ο ίδιος συμβούλευσε τη θυγατέρα του στο παρελθόν να μην μεταβεί στην Κύπρο για να δώσει κατάθεση και να προχωρήσει με τη ζωή της, επειδή θεωρούσε ότι η διαδικασία της ακρόασης θα της προκαλούσε “πόνο και ζημιά”. Η ίδια, όμως, ήθελε να το πράξει και ο ίδιος προσήλθε στο Δικαστήριο, όχι επειδή τον ενδιαφέρει η διαδικασία, αλλά μόνο για να στηρίξει την κόρη του. Πρόσθεσε, σε άλλο σημείο, ότι η [C] ήταν πολύ φοβισμένη στο αεροδρόμιο στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρειάστηκε αρκετό θάρρος για να ταξιδέψει στην Κύπρο για τους σκοπούς της ακρόασης. Όταν κατέφθασε στο αεροδρόμιο Πάφου “είναι σαν να άνοιξε το παράθυρο στο μυαλό της και όλα τα τέρατα πετάγονταν έξω”. Για αυτό ο ίδιος και η σύζυγος του χρειάστηκε να την στηρίξουν και να την “κρατούν στενά” κατά τις μέρες που βρισκόταν εδώ.

 

Μ.Κ.9 - κ. Α.Σ

 

Ο Μ.Κ.9 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου [..]. Υιοθετώντας το περιεχόμενο καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία στις 08.07.23 και στις 10.07.23[22] ανέφερε ότι στις 05.07.23 είχε αποχωρήσει από το ξενοδοχείο περί η ώρα 21:00 και ενημερώθηκε για την επίδικη καταγγελία το επόμενο πρωί, περί η ώρα 08:00. Τότε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε τι έγινε. Αυτός του είπε ότι δύο κορίτσια κάθονταν με τον πατέρα τους στο εστιατόριο του ισογείου και έπειτα, όταν έφυγε ο πατέρας τους, πλησίασαν και τον ρώτησαν πόσα στοιχίζει ο ναργιλές. Τους είπε την τιμή, η οποία τους φάνηκε ακριβή. Αυτές έκατσαν στο τραπέζι που καθόταν ο κατηγορούμενος “από μόνες τους” και, γύρω στις δώδεκα και μισή το βράδυ, του ζήτησαν να πάνε να δουν το μπαρ οροφής του ξενοδοχείου. Πήγαν και κάθισαν σε ένα τραπεζάκι και όπως κάθισαν έβαλαν τα πόδια τους πάνω του, αγγίζοντας τον στο σημείο του γεννητικού του οργάνου. Ως του ανέφερε ο κατηγορούμενος, ο ίδιος “εμπήκε στον πειρασμό, τις άγγιξε πάνω στα πόδια, στη ζάμπα τους και μετά έφυγαν και οι τρεις από εκεί χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα, χωρίς να γίνει τίποτε”. Σε άλλο σημείο, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι, αφού μπήκε στον πειρασμό και τις άγγιζε (ως αναφέρεται πιο πάνω), “ύστερα ετράβισ(ε) πίσω” και “εν έγινε τίποτε”. Ο μάρτυρας του είπε ότι λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών, θα έπρεπε να τεθεί σε διαθεσιμότητα μέχρι την εξιχνίαση της υπόθεσης. Πρόσθεσε ότι “στη συνέχεια η εταιρεία τον απόλυσε”.

 

Κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν στο ξενοδοχείο τα τελευταία 10-15 χρόνια, ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία και τον έλεγχο των εστιατορίων και των μπαρ του ξενοδοχείου. Είχε ελεύθερο ωράριο και συνήθως παρέμενε στο ξενοδοχείο μέχρι να κλείσουν τα εστιατόρια και τα μπαρ.

 

Ερωτώμενος σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ξενοδοχείο εργοδοτούσε ένα ναυαγοσώστη με το όνομα [B]. Το συγκεκριμένο άτομο προσλήφθηκε στις 09.04.23 και απολύθηκε στις 30.06.23. Επαναπροσλήφθηκε το επόμενο έτος αλλά έφυγε επειδή δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού του ξενοδοχείου από τις 03.07.23 μέχρι τις 09.07.23[23] καθώς και μια κατάσταση όπου καταγράφονται οι ώρες άφιξης και αποχώρησης του προσωπικού κατά τις 05-06.07.23, βάσει μηχανογραφημένου συστήματος δακτυλικών αποτυπωμάτων που εφαρμόζεται στο ξενοδοχείο[24]. Στην εν λόγω κατάσταση, ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται ότι στις 05.07.23 αποχώρησε από το ξενοδοχείο (δηλαδή τοποθέτησε το δακτυλικό του αποτύπωμα στο σύστημα) στις 23:49.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, ότι το μπαρ του ισογείου αλλά και το μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου λειτουργούν κανονικά μέχρι τις 01:00. Επαφίεται στην κρίση της διεύθυνσης, στην οποία περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, εάν τα άτομα που εργάζονται εκεί μπορεί να σχολάσουν πιο γρήγορα, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν πελάτες αν και όπως είπε κανονικά τα μπαρ πρέπει να τηρούν το ωράριο λειτουργίας τους, ανεξαρτήτως εάν έχει πελάτες ή όχι. Τα πρόσωπα που εργάζονται στο μπαρ της οροφής, αναλόγως των αναγκών του μπαρ, καλύπτουν και μια αίθουσα εκδηλώσεων του ξενοδοχείου με την ονομασία […]. Στις 05.07.23 εργάζονταν στο μπαρ της οροφής και στο […], τρία άτομα, ο ένας εκ των οποίων ήταν τοποθετημένος μόνο στο μπαρ της οροφής (με τους άλλους δύο να καλύπτουν και την αίθουσα εκδηλώσεων). Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει που ακριβώς βρίσκονταν τα άτομα αυτά, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν και επισήμανε ότι δεν θα μπορούσαν να σχολάσουν πιο γρήγορα “εκτός και αν τους σχολάσει ο τμηματάρχης τους”. “Εάν απουσιάζει ο Χ.Χ τον αναπληρώνει ο κατηγορούμενος”. Ερωτηθείς σε σχέση με τα άτομα που εργάζονταν στο μπαρ του ισογείου, ο μάρτυρας εξετάζοντας τον εβδομαδιαίο πρόγραμμα και την κατάσταση του μηχανογραφημένου συστήματος είπε ότι τα άτομα που ήταν τοποθετημένα στο μπαρ του ισογείου (…) το βράδυ της 05.07.23 φαίνεται να σχόλασαν, σε διαφορετικές ώρες, μετά τα μεσάνυχτα αλλά πριν τις 01:00 το πρωί.

 

Σε σχέση με το φωτισμό του μπαρ της οροφής, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι αυτός δεν είναι ρυθμισμένος να λειτουργεί αυτόματα, δηλαδή με χρονοδιακόπτη αλλά “manual”, δηλαδή πατώντας το διακόπτη με το χέρι. Εξήγησε ότι αυτός που ανοίγει το μπαρ ανοίγει και το φωτισμό ενώ αυτός που θα το κλείσει, θα κλείσει και τα φώτα πριν φύγει.

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ποτέ προηγουμένως δεν είχε λάβει κάποιο παράπονο από πελάτη σε σχέση με τον κατηγορούμενο στο παρελθόν. Ανέφερε, επίσης, ότι το μπαρ της οροφής λειτουργεί από τις 18:00 μέχρι τις 01:00 το πρωί. Συνήθως για τους πελάτες λειτουργεί μέχρι τα μεσάνυχτα και έπειτα αρχίζει η διαδικασία κλεισίματος, χωρίς να σημαίνει ότι εάν κάποιος πελάτης έρθει μετά τα μεσάνυχτα δεν θα σερβιριστεί. Υπήρχαν περιπτώσεις, όμως, όπου το μπαρ θα μπορούσε να κλείσει νωρίτερα.

 

Ο μάρτυρας επέμεινε σε αυτά που κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ως προς το τι του είπε ο κατηγορούμενος σε σχέση με το επίδικο περιστατικό κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχαν. Επίσης, ανέφερε ότι σε σχέση με τον ναυαγοσώστη με το όνομα [B], αυτός έπαυσε να εργάζεται στο ξενοδοχείο στις 30.06.23 και ότι αυτό το γνωρίζει από ενημέρωση που είχε από το λογιστήριο του ξενοδοχείου.

 

Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι, παρά το ότι τα τρία άτομα που εργάζονταν στο μπαρ της οροφής στις 05.07.23 φαίνεται από το Τεκμήριο 44 ότι αποχώρησαν από το ξενοδοχείο μετά τις 01:00 το πρωί της 06.7.23, εντούτοις ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει που βρίσκονταν και τι έκαναν από τις 12:00 τα μεσάνυχτα μέχρι την ώρα που αποχώρησαν. Γνωρίζει μόνο που θα έπρεπε να βρίσκονταν βάσει του εβδομαδιαίου προγράμματος εργασίας.

 

Μ.Κ.10 - κα. Μαρία Λεμψέογλου (κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού)

 

Η μάρτυρας κατέθεσε[25] ότι εργάζεται ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού και όταν ενημερώθηκε για την υποβολή της επίδικης καταγγελίας, μετέβη στις 06.07.23 στο ξενοδοχείο […] όπου ήταν παρούσα κατά την συλλογή τεκμηρίων από τις παραπονούμενες (δηλαδή των ρούχων τους), κατά τη διεξαγωγή των ιατροδικαστικών εξετάσεων αλλά και κατά τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων από τις ανήλικες. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι όταν εισήλθε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρίσκονταν οι παραπονούμενες αυτές “ήταν αγκαλιασμένες στην πλάτη του κρεβατιού, φοβισμένες, κρατούσε η μία το χέρι της άλλης και τρέμανε”.

 

Αντεξεταζόμενη, απάντησε ότι δεν θυμάται κατά πόσο οι ανήλικες είχαν ρωτηθεί κατά την ιατροδικαστική εξέταση “εάν είχαν πλυθεί, λουστεί ή καθαριστεί πριν την εξέταση” και απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι ψεύδεται αναφορικά με την περιγραφή της κατάστασης των παραπονούμενων όταν τις πρωτοαντίκρυσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, η μάρτυρας επέμεινε ότι λέει την αλήθεια τονίζοντας ότι είναι ο ρόλος της να στηρίζει ψυχολογικά ανήλικα πρόσωπα κατά το στάδιο διερεύνησης αδικημάτων.

 

Μ.Κ.11 - Αστ. 3699 - κ. Μάριος Ιωάννου

 

Ο Μ.Κ.11 είναι αστυφύλακας και υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του ημερομηνίας 07.07.23[26]. Στις 06.07.23 ήταν υπηρεσία στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Περί η ώρα 1:30 το πρωί έλαβε τηλεφώνημα από υπάλληλο υποδοχής του ξενοδοχείου σε σχέση με την υπό κρίση καταγγελία και περίπου 15 λεπτά αργότερα μετέβηκε στο ξενοδοχείο. Εκεί συνομίλησε με τον κατηγορούμενο, από τον οποίο ζήτησε να αποχωρήσει από το χώρο του ξενοδοχείου ενόψει του ότι εκεί θα διανυκτέρευαν και οι παραπονούμενες, και με τον [T], ο οποίος υπέβαλε την καταγγελία. Ο μάρτυρας δεν συνομίλησε με τις παραπονούμενες, οι οποίες βρίσκονταν στο δωμάτιο τους επειδή, ως του λέχθηκε από τον [T], “ήταν στο δωμάτιο τους, βρίσκονταν σε τρομερή ένταση και ανήσυχες και κλαίγανε” και “δεν ήταν σε κατάσταση να επικοινωνήσουν στον παρόν στάδιο με οποιονδήποτε”.  Αφού έλαβε τις απαραίτητες πληροφορίες σε σχέση με την επίδικη καταγγελία, ανέφερε στον [T] ότι οι παραπονούμενες θα πρέπει να ενημερωθούν άμεσα όπως να μην πλυθούν, να μην αλλάξουν τα ρούχα τους και να μην πάνε στην τουαλέτα. Όταν επέστρεψε στο ΤΑΕ Πάφου, συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο και το απέστειλε με τηλεομοιότυπο στο Τμήμα Διερεύνησης Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου. Οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ήταν διευκρινιστικής φύσεως, χωρίς να αναφερθεί οτιδήποτε άξιο αναφοράς.

 

Μ.Κ.12 - Αστ. 1430, κ. Πέτρος Μάος

 

Ο Μ.Κ.12 υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα στο οποίο περιγράφεται η εκπαίδευση που έχει λάβει[27] καθώς και δύο εκθέσεις εμπειρογνωμοσύνης στις οποίες αναφέρεται ότι στις 08.07.23 παρέλαβε τις δύο συσκευές τηλεφώνου των παραπονούμενων και προχώρησε σε εξαγωγή των αρχείων φωτογραφιών και βίντεο για τις ημερομηνίες 05.07.23 και 06.07.23[28]. Τα αρχεία βίντεο και εικόνας που εξάχθηκαν από τις συσκευές κινητού τηλεφωνού των παραπονούμενων έχουν αποθηκευτεί στο σχετικό ψηφιακό δίσκο[29]. Διευκρίνισε ότι η ημερομηνία και ώρα που παρουσιάζεται στα αρχεία που περιλαμβάνονται στον ψηφιακό δίσκο δεν ανταποκρίνεται στην ημερομηνία και ώρα λήψης των φωτογραφιών. Αντεξεταζόμενος απάντησε ότι έχει διενεργήσει έλεγχο μόνο σε σχέση με τις δύο αυτές συσκευές και όχι στη συσκευή κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου. Επίσης, δεν μπορεί να γνωρίζει από τον έλεγχο στον οποίο προέβη εάν οι φωτογραφίες ή τα βίντεο έχουν ληφθεί από τις συγκεκριμένες συσκευές ή εάν βρίσκονταν εκεί επειδή είχαν αποσταλεί από άλλες συσκευές.

 

Μ.Κ.13 - κ. Χάρης Κράσος

 

Ο Μ.Κ.13 εργάζεται στο Γενικό Χημείο του κράτους και συγκεκριμένα στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας από το 2010. Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Κύπρου στη χημεία. Κατέθεσε ότι στις 10.07.23 του παραδόθηκαν δείγματα ούρων και αίματος, τα οποία λήφθηκαν από τις παραπονούμενες και, κατόπιν εργαστηριακών εξετάσεων, δεν ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη, ούτε κάποια άλλη ουσία, πέραν από παρακεταμόλη σε αυτά[30]. Εξήγησε ότι η παρακεταμόλη είναι ουσία που παραπέμπει στην λήψη παυσίπονου (π.χ. για πονοκέφαλο) από τις παραπονούμενες. Όσον αφορά την απουσία αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα και στα ούρα των παραπονούμενων, ο μάρτυρας εξήγησε ότι, ακόμη και εάν οι παραπονούμενες είχαν καταναλώσει 7-9 αλκοολούχα ποτά το βράδυ τις 05.07.23 μέχρι περίπου 00:30 π.μ. της επόμενης μέρας, λόγω του ότι οι δειγματοληψίες έλαβαν χώρα περί η ώρα 15:25 - 15:30 στις 06.07.23, δηλαδή 15 περίπου ώρες μετά, δεν θα αναμενόταν να εντοπιστεί αιθηλική αλκοόλη στο αίμα ή στα ούρα τους, επειδή “το αλκοόλ μεταβολίζεται στον οργανισμό σταδιακά και αποβάλλεται”. Ρωτηθείς σχετικά, απάντησε ότι οι επιπτώσεις της κατανάλωσης ποσότητας αλκοόλ σε ένα άτομο διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, τη συχνότητα κατανάλωσης αλκοόλ από το άτομο αυτό, το φύλο, το σωματικό βάρος και άλλους παράγοντες. Γενικά, αναμένεται μετά από κατανάλωση 7-8 αλκοολούχων ποτών να υπάρχει “ευφορία, σύγχυση, μείωση κριτικής σκέψης, υπερεμπιστοσύνης, μείωση αντίληψης, ανισορροπία κτλ”. Αναμένεται να υπάρχει, επίσης, “μείωση αντανακλαστικών” καθώς και μειωμένη ικανότητα άμυνας. 

 

Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εκτιμά ότι η ποσότητα αλκοόλης στον οργανισμό έπειτα από κατανάλωση 7-8 ποτών ανέρχεται στα 200 μιλιγραμμάρια περίπου. Το αλκοόλ αποβάλλεται από τον οργανισμό κατά 15 μιλιγραμμάρια ανά ώρα και άρα έπειτα από 15 ώρες αναμένεται ότι θα έχει αποβληθεί από τον οργανισμό όλη η ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης. Οι παραπονούμενες θα θεωρούνταν “νηφάλιες” όταν δεν θα είχαν πλέον αλκοόλη στο αίμα τους και ο χρόνος που αυτό θα επιτυγχάνετο, εξαρτάται από τη συγκέντρωση της αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα της κάθε μίας. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι, σε περίπτωση που οι παραπονούμενες προέβαιναν σε χρήση κάνναβης, τότε αυτό θα εντοπιζόταν κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις. Παρά το ότι η δραστική ουσία της κάνναβης αποβάλλεται από τον οργανισμό με το πέρας περίπου 12 ωρών από τη χρήση, ο μεταβολίτης, και συγκεκριμένα το τετραϋδροκανναβικό οξύ, παραμένει στον οργανισμό για πάνω από 24 ώρες. Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετική υποβολή, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι τα δείγματα που εξετάστηκαν από τον ίδιο είχαν αλλοιωθεί από το χρόνο παραλαβής μέχρι τον χρόνο ανάλυσής τους καθώς ως εξήγησε φυλάγονται σε “καταψύκτη σε θερμοκρασία μικρότερη από μείον 15 βαθμούς Κελσίου”.

 

Μ.Κ.14 - Δρ. Σταυρούλα Ξενοφώντος

 

Η Μ.Κ.14 εργάζεται από τον Οκτώβριο του 2024 ως διευθύντρια στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου[31]. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 48 ως την έκθεση του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, η οποία ετοιμάστηκε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και φέρει την υπογραφή της. Αποτέλεσε από κοινού παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε ως τέτοιο, ότι τα διάφορα ενδύματα των παραπονούμενων που αποτέλεσαν αντικείμενο της εν λόγω έκθεσης σε συνδυασμό με τα επιχρίσματα που ληφθήκαν από αυτές αλλά και από τον κατηγορούμενο αφορούν στα αντίστοιχα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο.

 

Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, πέραν από την εσωτερική επιφάνεια του γκρίζου φορέματος που φορούσε η E, το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου δεν εντοπίστηκε σε κανένα άλλο από τα ενδύματα, εσώρουχα ή επιχρίσματα που λήφθηκαν εξωτερικά των γεννητικών οργάνων των παραπονούμενων. Η μάρτυρας εξήγησε ότι η δειγματοληψία στην εσωτερική πλευρά του φορέματος της E[32] έγινε με τη χρήση κολλητικής ταινίας, με την οποία σαρώθηκε όλη η επιφάνεια εσωτερικά του φορέματος (και από τις δύο πλευρές). Από τη δειγματοληψία απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Η [E] είναι δότρια μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το φόρεμα ενώ τόσο η [C], όσο και ο κατηγορούμενος “δεν μπορούν να αποκλεισθούν” από δότες. Διευκρίνισε ότι η φράση “δεν μπορούν να αποκλεισθούν” χρησιμοποιείται όταν απουσιάζουν κάποια αλλήλια, ωστόσο εντοπίζονται γενετικά χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν με αυτά των πιο πάνω προσώπων. Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε υποβλήθηκε σε εξέταση 23 θέσεων στο ανδρικό χρωματόσωμα Υ ώστε να ληφθεί το γενετικό προφίλ του ανδρικού χρωματοσώματος και εντοπίστηκε παρουσία μικρής ποσότητας ανδρικού γενετικού υλικού με μερικό γενετικό προφίλ (21 από τα 24 αλλήλια) του χρωματοσώματος Υ που “ταυτίζεται” με τα αλλήλια στις αντίστοιχες χρωμοσωμικές θέσεις του χρωματοσώματος Υ του κατηγορούμενου. Εξήγησε ότι στο δείγμα που λήφθηκε υπάρχουν μόνο 3 αλλήλια από τα 24 που εντοπίστηκαν τα οποία είναι “ξένα”, δηλαδή προέρχονται από άλλη πηγή, ενώ τα υπόλοιπα 21 αλλήλια ταυτίζονται με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι ενόψει των εργαστηριακών ευρημάτων δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να έβαλε το χέρια του εσωτερικά του φορέματος και να εναπόθεσε έτσι το γενετικό του υλικό. Εξήγησε, επίσης, με παραπομπή σε σχετικές μελέτες[33], ότι όταν κάποιος αγγίζει ένα αντικείμενο ή μια επιφάνεια δεν αναμένεται πάντοτε να εναποθέσει το γενετικό του υλικό σε αυτό. Υπάρχει πιθανότητα να μην αφήσει καθόλου γενετικό υλικό, να αφήσει μερικό ή πλήρες γενετικό υλικό. Επίσης, ανέφερε ότι όταν ένας άνδρας εισχωρήσει το δάκτυλό του στον κόλπο μια γυναίκας και η δειγματοληψία στα γεννητικά της όργανα λάβει χώρα περίπου 13 ώρες μετά, είναι πιθανόν να μην εντοπιστεί το γενετικό του υλικό. Αυτό λόγω των συνθηκών που επικρατούν στον γυναικείο κόλπο όπου ενεργούν διάφορα ένζυμα που καταστρέφουν ξένα κύτταρα σε συνδυασμό με τον χρόνο που έχει παρέλθει από την εισχώρηση του δακτύλου μέχρι τη λήψη του δείγματος. Επίσης, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορούν να συνδράμουν στο να μην εντοπιστεί γενετικό υλικό, όπως το κατά πόσο ο άνδρας είναι κακός δότης και άρα να μην αφήσει εξ αρχής ποσότητες γενετικού υλικού, το σκούπισμα στην τουαλέτα από τη γυναίκα στο ενδιάμεσο το οποίο μπορεί να αφαιρέσει το γενετικό υλικό κτλ.

 

Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας διευκρίνισε ότι από εξέταση που διεξήχθη ως προς τη σπανιότητα του γενετικού προφίλ του κατηγορούμενου προέκυψε ότι σε 103.000 καταχωρήσεις σε βάση δεδομένων που τηρείται σε σχέση με γενετικό προφίλ στο Υ χρωματόσωμα, δεν έχει ξαναβρεθεί το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου, αναφέροντας όμως ότι αυτό αναμένεται να είναι κοινό μεταξύ όλων των ανδρών της οικογένειας του κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι το γενετικό προφίλ ενός προσώπου μπορεί να μεταφερθεί σε ένα αντικείμενο και με άλλους τρόπους, πέραν από την άμεση επαφή του ατόμου σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο αλλά οι πιθανότητες να εντοπιστεί έπειτα από τέτοια έμμεση εναπόθεση επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες όπως το είδος της επιφάνειας, ο χρόνος που η μία επιφάνεια αγγίζει με ένα δεύτερο αντικείμενο κ.α.. Η πιθανότητα το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε να προέρχεται από άλλη τυχαία πηγή και όχι από τον κατηγορούμενο είναι αμελητέα αφού, όπως ανέφερε η μάρτυρας, πέραν από άλλους άνδρες της οικογένειας του κατηγορούμενου, το γενετικό προφίλ του είναι σπάνιο (και δεν έχει ξαναπαρατηρηθεί σε 103.000 καταχωρήσεις που έγιναν σε σχετική βάση δεδομένων γενετικού προφίλ) άρα στην προκειμένη περίπτωση όταν “λέμε ταυτίζεται, ταυτίζεται”.

 

Λόγω του τρόπου που έγινε η δειγματοληψεία στο εν λόγω φόρεμα, δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές σημείο εναπόθεσης του γενετικού υλικού στο φόρεμα, παρά μόνο ότι ήταν στην εσωτερική πλευρά του φορέματος. Ερωτώμενη σχετικά, απάντησε ότι δεν υπάρχει “επιστημονικό εύρημα, ούτε να επιβεβαιώσει, αλλά ούτε και να ακυρώσει” το ενδεχόμενο δακτυλικής διείσδυσης από μέρους του κατηγορούμενου στον κόλπο των παραπονούμενων. Επανέλαβε ότι το κατά πόσο θα μπορούσε να εντοπιστεί το γενετικό υλικό του κατηγορούμενο στο δείγμα που λήφθηκε από τα γεννητικά όργανα των παραπονούμενων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως εάν ο ίδιος είναι καλός δότης και άρα εάν εναπόθεσε εξ αρχής αρκετό γενετικό υλικό, εάν το δείγμα είχε παρθεί σύντομα, από το χρόνο που το δάκτυλο του βρισκόταν σε επαφή με τον κόλπο και άλλα. Επίσης, εξήγησε ότι ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού στα ενδύματα ή σε άλλα σημεία του σώματος των παραπονούμενων δεν συνεπάγεται ότι δεν υπήρξε επαφή εφόσον το κατά πόσο θα παραμείνει το γενετικό υλικό σε μία επιφάνεια εξαρτάται από διάφορους παράγοντες (εφόσον αυτό θα μπορούσε να αφαιρεθεί ερχόμενο σε επαφή με άλλα  ενδύματα ή επιφάνειες) ενώ η εναπόθεση του γενετικού υλικού μέσω αγγίγματος από ένα πρόσωπο σε μία επιφάνεια δεν είναι εξ αρχής δεδομένη. Περαιτέρω, το γεγονός ότι εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό στο συγκεκριμένο γκρίζο φόρεμα 13 ώρες αργότερα δεν τον καθιστά “καλό δότη”, ούτε επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς κατά πόσο άγγιξε και τα άλλα ενδύματα ή τα σώματα των παραπονούμενων ή όχι. Αυτό λόγω των διάφορων παραγόντων από τους οποίους εξαρτάται ο εντοπισμός του γενετικού υλικού σε μία επιφάνεια. Για να μπορεί να θεωρηθεί ο κατηγορούμενος ως “καλός δότης” θα πρέπει να υποβληθεί σε συγκεκριμένο εργαστηριακό πείραμα, ενώ ως σημείωσε κατά το στάδιο της επανεξέτασης, επανάληψη του πειράματος έχει καταδείξει ότι άτομα δεν παραμένουν σταθερά όσον αφορά το φαινόμενο του καλού ή κακού δότη (κάποια στιγμή ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί “καλός" και σε άλλη στιγμή μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ενδιάμεσος” ή “κακός” - παρόλο που είναι σπάνιο να μεταφερθεί από το ένα προς το άλλο άκρο).

 

Μ.Κ.15 - Αστ. 1714 Π. Κωνσταντίνου

 

Η μαρτυρία του αστυφύλακα, ο οποίος εργάζεται στο Αρχηγείο Αστυνομίας, αφορούσε στην διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης (είδη ένδυσης των παραπονούμενων, δειγματοληψίες, παρειακά επιχρίσματα)[34]. Μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι οι δειγματοληψίες για σκοπούς ανίχνευσης ναρκωτικών και αλκοόλης από την [C] και την [E] έγιναν στις 06.07.23 η ώρα 15:25 και 15:30 αντίστοιχα. Κατέθεσε ότι στις 11.07.23 παρέδωσε έγγραφο στον κατηγορούμενο με το οποίο του γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματά του ως υπόπτου/κατηγορούμενου[35] και ότι ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε γραπτώς στη λήψη μετρήσεων για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων.[36] Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

 

Μ.Κ.16 - Αστ. 4044, κα. Ε. Τσέλεπου

 

Η μαρτυρία της αστυφύλακα, η οποία υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, αφορούσε την παραλαβή κάποιων τεκμηρίων (ειδών ένδυσης και εσωρούχων) από τις παραπονούμενες και παράδοσή τους σε άλλον αστυφύλακα στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης[37]. Επίσης, κατέθεσε ότι ήταν παρούσα κατά το χρόνο υπόδειξης από μέρους των παραπονούμενων του χώρου όπου έλαβε χώρα η κατ’ ισχυρισμό σεξουαλικά κακοποίηση τους από τον κατηγορούμενο, ήτοι σε κάποιο κυκλικό τραπέζι στο μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου[38]. Αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε εάν ο τρόπος με τον οποίο ήταν διαμορφωμένες οι καρέκλες δημιουργούσε απόσταση μεταξύ των προσώπων που κάθονταν σε αυτές και απάντησε ότι λόγω του ότι κατά το χρόνο που της υποδείχθηκαν οι καρέκλες δεν καθόταν κάποιος εκεί, δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει τη συγκεκριμένη απόσταση.

 

Μ.Κ.17 - Αν. Λοχίας 3892, κ. Α. Νικολάου

 

Ο μάρτυρας, που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως αναπληρωτής λοχίας στο ΤΑΕ Πάφου, κατέθεσε ότι στις 07.07.23 συνέλαβε, κατόπιν δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος του απάντησε “εν έκαμα έτσι πράμα”[39]. Επίσης, του παρέδωσε έγγραφο στο οποίο καταγράφονταν τα δικαιώματά του ως κρατούμενου, το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε[40]. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

 

Μ.Κ.18 - Δρ. Ο. Ορθοδόξου

 

Ο Μ.Κ.18 εργάζεται ως ιατροδικαστής στο Υπουργείο Υγείας από το 2016, ο οποίος μέχρι σήμερα έχει διενεργήσει ένα μεγάλο αριθμό εξετάσεων σε σχέση με υποθέσεις βιασμών ή κακοποιήσεων ανήλικων. Τα πλείστα περιστατικά της Κύπρου, ως ανέφερε, εξετάζονται είτε από τον ίδιο, είτε από τη Δρ. Α. Παπέττα (διευθύντρια της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας), είτε και από τους δύο μαζί.

 

Στις 06.07.23 εξέτασε στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσία, μαζί με τη Δρ. Παπέττα,  τις δύο παραπονούμενες έπειτα από την υποβολή της υπό κρίση καταγγελίας. Παρόντες κατά την ιατροδικαστική εξέταση ήταν η Α/Αστ. 3661 Μ. Δημητριάδη, ο Δρ. Σ. Αργυρίδης (γυναικολόγος), η Μ.Κ.2, η οποία έλαβε και αριθμό φωτογραφιών[41] και η Μ.Κ.10. Ετοιμάστηκαν δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις (μία για κάθε παραπονούμενη) και τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτές αποτελούν κοινά ευρήματα και των δύο ιατροδικαστών.

 

Η ιατροδικαστική έκθεση σε σχέση με την εξέταση της [E] κατατέθηκε ως Τεκμήριο 49. Εκεί περιλαμβάνονται όλα τα ευρήματα στα οποία κατέληξε ο μάρτυρας, κάποια από τα οποία αφορούν παλαιά τραύματα και δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω. Ο ιατροδικαστής εντόπισε “ερυθρότητα και πολλαπλές μικρές αιμοραγικές διηθήσεις στην πρόσθια τραχηλική χώρα”[42], οι οποίες ως εξήγησε μπορούν να προκληθούν από έντονη και εκτεταμένη πίεση στο συγκεκριμένο σημείο “όπου περνούν πολλά αγγεία”. Συμφώνησε ότι θα μπορούσαν να προκληθούν από ανθρώπινο χέρι και διευκρίνισε ότι λόγω του ότι συνοδεύονται από ερυθρότητα, πρόκειται για πρόσφατες εκχυμώσεις που προκλήθηκαν εντός 24 ωρών από την ώρα της εξέτασης. Εντόπισε επίσης, “δύο γραμμοειδείς εκδορές στην θωρακική χώρα, μήκους 3.5 εκ και 1.5 εκ. εκάστη”[43] και “μία γραμμοειδή εκδορά στην δεξιά εξωτερική άνω βραχιόνια χώρα, μήκους 5 εκ.”[44], τις οποίες χαρακτήρισε ως “πρόσφατες”, ήτοι ότι προκλήθηκαν εντός 24 ωρών. Η εκδορά είναι “λύση της συνέχειας του δέρματος με απογύμνωση του δέρματος από την επιδερμίδα συνήθως σε μικρή έκταση και βάθος”. Προκαλείται όταν μια δύναμη εφαρμόζεται στο δέρμα και δεν ενεργεί κάθετα αλλά λοξώς αποσπώντας διαδοχικά τους ιστικούς κρημνούς της επιδερμίδας. Μπορεί να προκληθεί από αιχμηρό αντικείμενο όπως τα “νύχια”. Με παραπομπή στο Τεκμήριο 38, ο μάρτυρας υπέδειξε κάθε ένα από τα ευρήματά του στις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση. Στην έκθεσή του, ο ιατροδικαστής σημειώνει, επίσης, ότι η “γεννητική και περιγεννητική περιοχή άνευ κακώσεων. Παρθενικός υμένας ακέραιος- άθικτος” και “η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή άνευ κακώσεων”[45].

 

Η ιατροδικαστική έκθεση σε σχέση με την εξέταση της [C] κατατέθηκε ως Τεκμήριο 50. Κατά την εξέταση εντοπίστηκε "ωοειδής εκχύμωση στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, μέγιστης διαμέτρου 0.7 εκ.”[46]. Εξήγησε πως η εκχύμωση είναι η “ρήξη αγγείων μετά από την πλήξη/ σύνθλιψη του δέρματος ή και των υποδόριων ιστών από την έκχυση και διήθηση του αίματος στους μεσοκυττάριους χώρους”. Μπορεί να προκληθεί από ένα χέρι και την χαρακτήρισε ως “πρόσφατη”, ήτοι ότι προκλήθηκε εντός 24 ωρών από την εξέταση. Επίσης, εντόπισε “πρόσφατη γραμμοειδής εκδορά στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, μήκους 2.5 εκ.”[47] Ο μάρτυρας υπέδειξε τις εν λόγω κακώσεις στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 38.  Στην έκθεση αναγράφεται επίσης ότι δεν υπήρχαν κακώσεις στην γεννητική και περιγεννητική περιοχή, ούτε στην πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή ενώ εδώ παρατηρείται παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα[48].

 

Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι φωτογραφίες που κατ’ ισχυρισμό λήφθηκαν από τις ίδιες τις παραπονούμενες με το κινητό τους τηλέφωνο αμέσως έπειτα από το επίδικο περιστατικό και οι οποίες απεικονίζουν κακώσεις στην περιοχή του λαιμού της κάθε μιας[49]. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι όποιες διαφορές παρατηρούνται στις εν λόγω κακώσεις μεταξύ των φωτογραφιών που λήφθηκαν πολύ σύντομα έπειτα από το επίδικο περιστατικό και αυτές που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση δικαιολογούνται επιστημονικά καθότι, για τους λόγους που εξήγησε, όλες οι κακώσεις (εν προκειμένω εκχυμώσεις και αιμορραγικές διηθήσεις) αλλάζουν μορφή με την πάροδο του χρόνου.

 

Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η είσοδος ενός ή δύο δακτύλων είτε στον κόλπο, είτε στον πρωκτό μιας γυναίκας 16 ετών δεν προκαλεί απαραίτητα κακώσεις. Σε σχέση με τον κόλπο της γυναίκας είπε ότι “στις πλείστες εξετάσεις δεν υπάρχουν κακώσεις, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε διείσδυση”. Το ίδιο ισχύει, ως είπε, και σε σχέση με τον πρωκτό. “Σπάνια” εντοπίζονται κακώσεις και εκεί όπου υπάρχει “εξαιρετική βία”. Σε σχέση με την είσοδο δύο δακτύλων στον κόλπο μιας γυναίκας, η οποία είναι παρθένα με άθικτο παρθενικό υμένα, ο μάρτυρας απάντησε ότι θα ανέμενε να διαπιστώσει “ρήξη παρθενικού υμένα” “όπως γίνεται στις πλείστες των περιπτώσεων”. Εντούτοις, επισήμανε ότι η σύγχρονη ιατροδικαστική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι η μορφολογία του παρθενικού υμένα δεν αποτελεί “αξιόπιστο δείκτη προηγούμενης σεξουαλικής επαφής”. Ο παρθενικός υμένας, ως είπε, “παρουσιάζει σημαντική ποικιλομορφία και ελαστικότητα, με αποτέλεσμα να είναι δυνατό να διαταθεί ο παρθενικός υμένας χωρίς να υπάρξει ρήξη”[50].

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό ή όχι, ή εάν ο κατηγορούμενος προκάλεσε οποιεσδήποτε κακώσεις στις παραπονούμενες. Η μαρτυρία του περιορίζεται στα ευρήματα στα οποία προέβη μαζί με τη Δρ. Παπέττα κατά την ιατροδικαστική εξέταση των παραπονούμενων. Επανέλαβε ότι λόγω της ερυθρότητας που παρατηρείται στις κακώσεις που χαρακτήρισε ως “πρόσφατες”, αυτές βάσει της ισχύουσας βιβλιογραφίας θεωρούνται ότι προκλήθηκαν εντός περιόδου 24 ωρών από την εξέταση, επισημαίνοντας όμως ότι “εάν υπάρχει κάποια πάθηση αίματος για παράδειγμα ή οτιδήποτε άλλο το οποίο εγνώριζε και αλλοίωνε την εμφάνιση μιας εκχύμωσης” τότε η χρονική εκτίμηση θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Συμφώνησε ότι οι κακώσεις που αναφέρονται πιο πάνω θα μπορούσαν να προκληθούν και από το ίδιο το άτομο με το χέρι του. Εξήγησε ότι δεν προχώρησε στη λήψη δειγματοληψίας στον κόλπο της [E] για να αποφευχθεί ρήξη το παρθενικού υμένα, ο οποίος ήταν άθικτος. Διευκρίνισε ότι είναι “άλλο το να θεωρούμε ότι ένας παρθενικός υμένας λόγω ποικιλομορφίας και ελαστικότητας θα μπορούσε να διαταθεί χωρίς να προκαλέσει ρήξη και άλλο οι γιατροί να προσπαθούν με ένα τρόπο [να λάβουν δείγμα], ο οποίος θα μπορούσε να προκαλέσει ρήξη του παρθενικού υμένα”. Τέτοια προσπάθεια θα θεωρείτο “λάθος ιατρικά”.

 

Μ.Κ.19 - Υπ/αστ. Αντώνης Μουστάκα

 

Ο Μ.Κ.19, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως λοχίας στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων που εδρεύει στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση του αδικήματος (παραλαβή τεκμηρίων και επιχρισμάτων)[51] ενώ έλαβε και ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, την οποία αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 40. Επίσης, κατέθεσε ότι στις 11.07.23 μετέβη στο ξενοδοχείο και συνομίλησε με αριθμό προσώπων που εργάζονται εκεί σε διάφορα πόστα (κάποια εκ των οποίων στο μπαρ του ισογείου), τα οποία όμως δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε επιλήψιμο[52]. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του και κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτές καταθέσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης από τον G.A.I και τον Z.Z.B. Πρόκειται, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεων για άτομα που εργάζονταν κατά τον επίδικο χρόνο στο μπαρ του ισογείου και τα οποία είδαν τον κατηγορούμενο να κάθεται σε ένα τραπέζι με δύο κοπέλες και να συνομιλούν[53]. Παράγγειλε αλκοολούχα ποτά για αυτές μέχρι τα μεσάνυχτα περίπου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι έγινα προσπάθειες εντοπισμού του πρώτου (του οποίου το όνομα αναγράφεται και στο κατηγορητήριο) αλλά δεν κατέστη εφικτό να εντοπιστεί καθότι, ως φαίνεται, έχει αποχωρήσει από την Κύπρο[54].

 

Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι διερευνήθηκε από την αστυνομία ο ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι οι παραπονούμενες “ερωτοτροπούσαν” με ένα ναυαγοσώστη με το όνομα [B] και κάποιον ομοεθνή του νωρίτερα στις 05.07.23. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι αφού έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 11.07.23, την ίδια μέρα έδωσε οδηγίες στην αστυφύλακα 3661 (Μ.Κ.2) σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Εκείνη του ανέφερε ότι εντοπίστηκε ο [B] και ότι αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση ή με τις παραπονούμενες. Ερευνώντας το φάκελο της υπόθεσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε ημερολόγιο ενέργειας ή άλλο έγγραφο σε σχέση με αυτή την ενέργεια της αστυνομίας, επισημαίνοντας ότι αυτή η ενέργεια έλαβε χώρα έπειτα από την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο (ήτοι μετά τις 12.07.23). Τόνισε ότι θυμάται με βεβαιότητα ότι έλαβε ενημέρωση από τη Μ.Κ.2 ότι ο [B] εντοπίστηκε και ερωτήθηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, αρνούμενος οποιαδήποτε ανάμειξη.

 

Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε ο μάρτυρας το λόγο που δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει ότι η αστυνομία διερεύνησε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενο ότι οι παραπονούμενες ερωτοτροπούσαν με τον [B] και κάποιο ομοεθνή του νωρίτερα την μέρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου διερευνήθηκε από την αστυνομία και ότι ενδεχομένως “εκ λάθους ή εκ παραδρομής δεν έγινε οποιοδήποτε σχετικό έντυπο για να καταχωρηθεί εντός της υπόθεσης” λόγω του ότι η υπόθεση είχε ήδη καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Δεν μπορεί να γνωρίζει, όμως, το λόγο που δεν ενημερώθηκε ο φάκελος της υπόθεσης σε σχέση με αυτή την ενέργεια της αστυνομίας. Υποβλήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι η αστυνομία ακολούθησε “επιλεκτική μέθοδο” κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης καταστρατηγώντας τα συμφέροντα του κατηγορούμενου και ο μάρτυρας απάντησε ότι σε καμία περίπτωση δεν στοχοποιήθηκε ο κατηγορούμενος από την αστυνομία, ούτε ακολουθήθηκε “επιλεκτική διερεύνηση”. Αντιθέτως, ως ανέφερε, λήφθηκε μεγάλος αριθμός καταθέσεων και σε άλλο σημείο της αντεξέτασης διερωτήθηκε ποια ενέργεια της αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης θα μπορούσε να ερμηνευτεί ότι στοχοποιεί τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που υπαινίχθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Του υποβλήθηκε, περαιτέρω, ότι ο [B] δεν είχε άδεια παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για αυτό δεν αναφέρεται το όνομά του στο πρόγραμμα εργασίας του ξενοδοχείου και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν εξετάστηκε το καθεστώς απασχόλησης του συγκεκριμένου ατόμου, ούτε εγέρθηκε τότε ισχυρισμός περί τούτου. Ο μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι δεν περιορίστηκε στον ισχυρισμό του [B] ότι δεν είχε κάποια εμπλοκή στην υπόθεση αλλά αξιολόγησε τον ισχυρισμό του ίδιου του κατηγορούμενου σε σχέση με αυτό το ζήτημα και κάποιες αντιφάσεις που εντόπισε καθώς του λάμβανε κατάθεση. 

 

Μ.Κ.20 - κα. Ιωάννα Δρουσιώτου

 

Η Μ.Κ.20 εργάζεται ως συντονίστρια στον οργανισμό Hope of Children στο τμήμα "Σπίτι του Παιδιού” και κατά το χρόνο ψυχολογικής αξιολόγησης των παραπονούμενων εργαζόταν ως “ειδική ανώτερη κλινική ψυχολόγος”[55]. Κατόπιν αιτήματος της αστυνομίας, της ζητήθηκε να διενεργήσει ψυχολογική αξιολόγηση των παραπονούμενων και προς τούτο πραγματοποίησε αριθμό ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων ξεχωριστά με κάθε μία από τις παραπονούμενες (αλλά και με τους γονείς τους). Τα ευρήματά στο οποία κατέληξε σε σχέση με κάθε μία από τις παραπονούμενες ξεχωριστά καταγράφονται σε εκθέσεις τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο και οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 51 (σε σχέση με τη [C]) και 52 (σε σχέση με την [E]). 

 

Στο Τεκμήριο 51 η μάρτυρας καταγράφει, μεταξύ άλλων, στοιχεία από το ιστορικό της [C] καθώς και τις κλινικές της παρατηρήσεις σε σχέση με αυτήν. Η [C] ανέφερε ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό εντάσσεται στα “στρεσογόνα ή τρομακτικά γεγονότα στη ζωή” της. Με αναφορά σε παραδείγματα από την καθημερινότητά της, τα οποία σημειώνονται στην έκθεση, η μάρτυρας περιγράφει τα διάφορα συμπτώματα που αντιμετωπίζει η [C] έπειτα από το καταγγελλόμενο περιστατικό, περιλαμβανομένων διεισδυτικών σκέψεων και εικόνων του περιστατικού τα οποία είχαν σωματικές επιπτώσεις στην ίδια, αποφυγής εσωτερικών και εξωτερικών υπενθυμίσεων του περιστατικού, επίμονες και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις και προσδοκίες για τον εαυτό της και τους άλλους, επίμονη συγκινησιακή κατάσταση, διαταραχές ύπνου, μειωμένο ενδιαφέρον και συμμετοχή σε δραστηριότητες λόγω φόβου στο να βρίσκεται σε δημόσιους χώρους κ.α.  Αντιστοιχώντας τη συμπτωματολογία που εντοπίζεται με τα διαγνωστικά κριτήρια που αναγράφονται στο διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, απόσπασμα από το οποίο κατέθεσε το Δικαστήριο[56], κατέληξε ότι η [C] έπειτα από το καταγγελλόμενο περιστατικό ανέπτυξε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετά-τραυματικού Στρες και συνέστησε τη συνεργασίας της με ψυχολόγο.

 

Ομοίως, στο Τεκμήριο 52, αφού η μάρτυρας αναφέρθηκε στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, το ιστορικό της [E], τα όσα παρατήρησε σε σχέση με την κλινική της εικόνα, επισήμανε ότι η [E] κατατάσσει ως “στρεσογόνα ή τρομακτικά γεγονότα στη ζωή” της το καταγγελλόμενο περιστατικό, τη ιατροδικαστική εξέταση στην οποία υπεβλήθη και το ξαφνικό θάνατο της μητέρας της, ο οποίος επήλθε το 2018. Σημείωσε ότι η [E] τοποθέτησε το καταγγελλόμενο περιστατικό και την ιατροδικαστική εξέταση ως τα κύρια αίτια των συναισθηματικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο της αξιολόγησης, με τη συμπτωματολογία λόγω της ιατροδικαστικής εξέτασης να επικάθεται στην ήδη βεβαρημένη ψυχικής της κατάσταση λόγω του καταγγελλόμενου περιστατικού. Με αναφορά σε παραδείγματα από την καθημερινότητά της, αναφέρθηκε στη συμπτωματολογία που η [E] ανέπτυξε στο μεσοδιάστημα έπειτα από το επίδικο περιστατικό η οποία περιλαμβάνει διεισδυτικές σκέψεις και εικόνες, διαταραχή ύπνου και εφιάλτες, αποφυγή εσωτερικών και εξωτερικών υπενθυμίσεων, υπερεπαγρύπνηση, έντονη συναισθηματική και σωματική ταραχή σε υπενθυμίσεις του καταγγελλόμενου περιστατικού κ.α.. Διαπίστωσε ότι εφαρμόζονται και στην περίπτωσή της αρκετά από τα διαγνωστικά κριτήρια που περιλαμβάνονται στο σχετικό εγχειρίδιο και κατέληξε ότι και η [E] ανέπτυξε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετά-τραυματικού Στρες, συστήνοντας τη συνεργασία της με ψυχολόγο για σκοπούς θεραπείας.

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι κλινικές συναντήσεις με τις παραπονούμενες έλαβαν χώρα στην Αγγλία, όπου μετέβη η ίδια, κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται στις εκθέσεις, ήτοι περί τα τέλη Αυγούστου του 2023. Διευκρίνισε ότι δεν κρατούνται πρακτικά των συνεντεύξεων αλλά η ίδια κρατούσε σημειώσεις σε σχέση με πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις. Κατά τις συνεντεύξεις δεν παρευρισκόταν τρίτο άτομο, ούτε ενδείκνυται κάτι τέτοιο.  Τόνισε ότι οι παραπονούμενες δεν ρωτήθηκαν να περιγράψουν στην ίδια το καταγγελλόμενο περιστατικό καθότι ο ρόλος της μάρτυρας δεν ήταν να λάβει πληροφορίες σε σχέση με τα γεγονότα που το περιβάλλουν. Σκοπός ήταν να συζητήσουν “για τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους επί των γεγονότων”. Οτιδήποτε αναφέρθηκε στο πλαίσιο αυτό σε σχέση με τα γεγονότα καταγράφεται στις εκθέσεις.

 

Ερωτηθείσα να σχολιάσει με βάση την εμπειρία της την αναφορά της [E] ως προς το ότι “κάποιες στιγμές” κατά τη διάρκεια του καταγγελλόμενου περιστατικού ένιωθε “παράλυτη”, απάντησε ότι αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Το ένα σκέλος αφορά την κατανάλωση αλκοόλ και τις επιπτώσεις στο σώμα που αυτή μπορεί να επιφέρει και το άλλο αφορά στην πολύ έντονη συναισθηματική φόρτιση που υφίσταται όταν ένα άτομο φοβάται πολύ, είναι τρομοκρατημένο ή σε κατάσταση σοκ και η οποία μπορεί να επιφέρει δυσκολία στην αντίδραση/κίνηση, χωρίς να σημαίνει ότι το άτομο αυτό καθίσταται κυριολεκτικά “παράλυτο”.

 

Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο θάνατος ενός οικείου προσώπου, κλινικά μιλώντας, δεν αποτελεί τραυματικό γεγονός ώστε να οδηγήσει σε διάγνωση συμπτωματολογίας μετά-τραυματικού στρες, εκτός και εάν το άτομο είναι παρόν κατά τη διάρκεια του θανάτου, ή εάν φοβήθηκε για τη δική του σωματική ακεραιότητα ή αυτή άλλου ατόμου. Ο θάνατος ενός οικείου προσώπου ενεργοποιεί τη διαδικασία πένθους, η οποία είναι φυσιολογική και εμπεριέχει έντονη φόρτιση και συναισθηματική δυσκολία, χωρίς να οδηγεί σε κλινική διάγνωση.

 

Κατηγορούμενος

 

Ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε το περιεχόμενο ανακριτικής κατάθεσης ημερομηνίας 11.07.23 που έδωσε στην αστυνομία[57]. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εργαζόταν στο ξενοδοχείο από το 2014 μέχρι 2023, περιγράφοντας τα εργασιακά του καθήκοντα τα οποία περιλάμβαναν έλεγχο του προσωπικού (κατά πόσο τηρούσαν το ωράριο και τα καθήκοντά τους) και επέβλεπε τη λειτουργία των μπαρ και των εστιατορίων του ξενοδοχείου. Όταν του υποδείχθηκε το εβδομαδιαίο πρόγραμμα του προσωπικού που εργαζόταν στα μπαρ και τα εστιατόρια του ξενοδοχείου (Τεκμήριο 83) ανέφερε ότι δεν πρόκειται για το αυθεντικό πρόγραμμα γιατί απουσιάζουν από αυτό οι “υπογραφές” των διευθυντών και “η σφραγίδα” ενώ σε αυτό δεν καταγράφεται το όνομα του Bertrand (του ναυαγοσώστη που κατ’ ισχυρισμό ερωτοτροπούσε με τις παραπονούμενες πριν το επίδικο περιστατικό) ενώ καταγράφεται το όνομα του "Z.B”, από τον οποίο λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία[58], χωρίς να εργάστηκε ποτέ, ως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, το συγκεκριμένο άτομο στο ξενοδοχείο. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι το γεγονός ότι  [B] εργαζόταν στο ξενοδοχείο υποστήριξε και ο Μ.Κ.19 στο Δικαστήριο (αλλά αυτό, ως διαφαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεν ισχύει).

 

Ερωτώμενος σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού, ανέφερε ότι το πρόγραμμα του προσωπικού ρυθμιζόταν και από τον ίδιο και συμφώνησε ότι υπήρχε γενικά μια ευελιξία στο ωράριο του προσωπικού, το οποίο μπορούσε να αλλάξει μέχρι τελευταία στιγμή. Εάν κάποιο πρόσωπο χρειαζόταν να φύγει νωρίτερα, ή ολοκλήρωνε τη βάρδια του νωρίτερα, τότε ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα φρόντιζε να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο. Τόσο το μπαρ του ισογείου όσο και του μπαρ της οροφής λειτουργούσαν μέχρι η ώρα 01:00 το πρωί ως ανέφερε.

 

Στις 05.07.23, όταν τελείωσε κάποια παράσταση που οργανώνει το ξενοδοχείο για τους τουρίστες, ο κατηγορούμενος κάθισε για να ξεκουραστεί στο μπαρ του ισογείου, πίνοντας το ειδικό κοκτέιλ της ημέρας και καπνίζοντας ναργιλέ. Είδε ότι οι παραπονούμενες κάθονταν με ένα “ηλικιωμένο άνδρα” (αναφερόμενος στον [T]) σε ένα άλλο τραπέζι 2-3 μέτρα μακριά από το δικό του. Όταν έφυγε ο [T], οι παραπονούμενες τον προσέγγισαν και τον ρώτησαν πόσα κοστίζει ο ναργιλές. Ο ίδιος τους απάντησε ότι κοστίζει 20 ευρώ και όταν τον ρώτησαν για τις διαθέσιμες γεύσεις, ο ίδιος τους είπε εκείνη που του αρέσει και τους επέτρεψε, εφόσον ήθελαν, να δοκιμάσουν από το δικού του ναργιλέ. Το έκανε μόνο από καλοσύνη, ως είπε. Είδε ότι οι παραπονούμενες φορούσαν το βραχιολάκι στο χέρι που υποδήλωνε ότι βρίσκονταν στο ξενοδοχείο με το “all inclusive” πακέτο, ότι κάπνιζαν τσιγάρα και έπιναν ποτό και δεν θεώρησε ότι ήταν ανήλικες. Αφού αυτές έκατσαν στο τραπέζι και έπιναν από το ναργιλέ του κατηγορούμενου, ο ίδιος σηκώθηκε για να τους φέρει νέο “στόμιο” ώστε να το χρησιμοποιούν εκείνο. Μέχρι να επιστρέψει στο τραπέζι του, είδε ότι οι παραπονούμενες είχαν πιει σχεδόν όλο το ποτό του.

 

Καθώς κάθονταν στο τραπέζι, οι παραπονούμενες τον ρώτησαν εάν είναι διευθυντής του ξενοδοχείου καθότι, ως του είπαν, τον είδαν νωρίτερα την ίδια μέρα να κάνει παρατήρηση στον ναυαγοσώστη, ο οποίος έπρεπε να φύγει γιατί τελείωσε το ωράριο του. Εκείνες του είπαν ότι ήταν οι ίδιες κοπέλες που βρίσκονταν μαζί με τον ναυαγοσώστη και τον ομοεθνή του εκείνη την ώρα. Ο κατηγορούμενος τους είπε ότι δεν ήταν ο διευθυντής αλλά ότι εργαζόταν στην διεύθυνση του ξενοδοχείου. Ζήτησαν να βγάλουν μαζί του φωτογραφίες με το κινητό τους, κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε αφού δεν είχε να χάσει οτιδήποτε, ως είπε, ενώ χρησιμοποιώντας τη συσκευή του τηλεφώνου του κατηγορούμενου καταχώρησαν στοιχεία επικοινωνίας στο κινητό του μέσω instagram. Τους είπε, επίσης, ότι την επόμενη μέρα θα βρισκόταν στο χώρο της πισίνας του ξενοδοχείου και ότι θα μπορούσε να γνωρίσει και τον πατέρα τους, τον οποίο σε κάποια στιγμή είχε δει να τις χαιρετά από το μπαλκόνι του δωματίου του και να τις ρωτά στο τηλέφωνο κατά πόσο όλα ήταν εντάξει. Οι παραπονούμενες δεν παρέμειναν μαζί με τον κατηγορούμενο πολλή ώρα στο χώρο του μπαρ του ισογείου γιατί έφευγαν συνέχεια, είτε προς το αποχωρητήριο, είτε για να φορτίσουν το κινητό τους, είτε “για να αλλάξουν pullover”. Συνολικά, “ούτε ένα 20λεπτο” δεν έμειναν μαζί εκεί. Τον χρόνο που ήταν εκεί, οι παραπονούμενες ήταν χαμογελαστές, “χόρευαν με χαρά” και περνούσαν καλά. Δύο φορές χρειάστηκε να τους κάνει παρατήρηση λόγω του ότι μία από τις δύο τοποθέτησε τα πόδια της “πάνω στο γυαλί” του μπαρ και θα μπορούσαν να την δουν οι τουρίστες. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ο κατηγορούμενος είπε ότι η συμπεριφορά τους ήταν “προκλητική και απρεπής”. Ο κατηγορούμενος τόνισε ότι δεν τις είδε να πίνουν ποτό πέραν από εκείνα που ήπιαν με τον πατέρα τους προηγουμένως (και το ποτό του ίδιου που βρισκόταν ήδη στο τραπέζι) και αρνήθηκε ότι τις κέρασε ποτά, επισημαίνοντας ότι εφόσον βρίσκονταν στο ξενοδοχείο με το πακέτο “all inclusive” δεν υπήρχε και οποιοσδήποτε λόγος να τους κεράσει ή να τους προσφέρει οποιοδήποτε ποτό. Το μόνο που έκανε ήταν να τους πει την ονομασία του ποτού που έπινε ήδη ο ίδιος στην αρχή της συνάντησής τους.

 

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, οι παραπονούμενες ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τις συνοδεύσει στο μπαρ της οροφής, το οποίο μπορεί να επισκεφθεί κάποιος πριν τις 22:30 μόνο με κράτηση. Ο κατηγορούμενος τους είπε “πάμε”. Έφθασαν χρησιμοποιώντας τον εξωτερικό ανελκυστήρα του ξενοδοχείου, ο οποίος, ως τόνισε επανειλημμένα ο κατηγορούμενος, ήταν “πανοραμικός” και “φωτισμένος” και λόγω του ότι ήταν φτιαγμένος από γυαλί στο πλάι, επέτρεπε σε εκείνο που ήταν μέσα να βλέπει προς τα έξω και το αντίστροφο, ήτοι όποιος βρισκόταν μέσα ήταν ορατός από ανθρώπους που βρίσκονταν έξω. 

 

Στο μπαρ της οροφής βρίσκονταν οι δύο μπάρμαν και ένα ζευγάρι το οποίο έφυγε. Ο κατηγορούμενος πήγε στο μπαρ για να πάρει ζιβανία. Έπειτα έκατσαν σε ένα τραπέζι με στρογγυλές καρέκλες και ο κατηγορούμενος έκατσε στη μέση. Ο κατηγορούμενος περιέγραψε τις καρέκλες επισημαίνοντας ότι έχουν μεγάλη βάση που δημιουργεί απόσταση μεταξύ των προσώπων που κάθονται σε αυτές. Ανέφερε, επίσης, ότι εκείνη την ώρα ο φωτισμός στο μπαρ της οροφής, αν και μειωμένος συγκριτικά με το χρόνο που ο χώρος λειτουργούσε το εστιατόριο, ήταν αρκετά καλός και “βλέπεις κανονικά, δεν είναι σκοτεινά”. Είναι πιο “ρομαντικός αλλά όχι σκοτεινά”.

 

Αφού κάθισαν και οι τρεις, οι παραπονούμενες έβαλαν τα πόδια τους πάνω στο τραπέζι και έπειτα τα τοποθέτησαν πάνω στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος τους έκανε παρατήρηση και απομάκρυνε τα πόδια τους από πάνω του. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι η [C] ήταν πιο προκλητική από την [E]. “Έγειρε πάνω στην καρέκλα ακουμπούσε τα πόδια της, μετά έβαλε τα πάνω μου, μετά έφευκα της τα”, είπε. Οι παραπονούμενες φαίνονταν “πιωμένες” αλλά όχι μεθυσμένες. Διερωτήθηκε εάν έκαναν χρήση ναρκωτικών προηγουμένως και ανέφερε ότι η [C] του ζητούσε επίμονα  “χασίσι”. Αρνήθηκε ότι τις άγγιξε με τον τρόπο που του αποδίδεται στις κατηγορίες. Άγγιξε μόνο τα πόδια τους για να τα απωθήσει από πάνω του. Κάποια στιγμή η [E] γύρισε την περιστρεφόμενη καρέκλα της και του είπε ότι ήταν πιασμένη και ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ στον αυχένα και στους ώμους, χωρίς όμως να την πιάσει από το μπροστινό μέρος του λαιμού. Ζήτησε μασάζ και η [C] αλλά ο κατηγορούμενος δεν της έκανε. Η [C] του έλεγε “θέλω weed”. Κάποια στιγμή, όταν του ξαναζήτησαν “χασίσι”, ο κατηγορούμενος είπε ότι “εδώ είναι ξενοδοχείο, τέλειωσε το all inclusive και θα κλείσουν το μπαρ”. Περίπου 10 με 15 λεπτά από το χρόνο που έφθασαν στο μπαρ της οροφής, με δική του πρωτοβουλία λόγω της “εμμονής” των παραπονούμενων να εξεύρουν χασίσι, ο κατηγορούμενος είπε ότι θα πρέπει να φύγουν από το μπαρ της οροφής και έφυγαν περί η ώρα 00:25 - 00:30. Οι δύο μπάρμαν βρίσκονταν ακόμη εκεί. Χρησιμοποίησαν τον ανελκυστήρα και όταν έφθασαν στον πρώτο όροφο, ο κατηγορούμενος έφυγε. Οι παραπονούμενες τον αποχαιρέτησαν λέγοντάς του: “ευχαριστώ, καληνύχτα, love you”. 

 

Έπειτα τον ειδοποίησαν από το χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου ότι κάποιος κύριος (εννοεί τον [T]) ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την κόρη του. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο και τον πλησίασε για να του μιλήσει με σκοπό να τον ενημερώσει ότι η κόρη του κάνει χρήση κάνναβης και ότι αυτά που ισχυρίζεται δεν ισχύουν. Ο [T] δεν του επέτρεψε να τον πλησιάσει λέγοντας ότι ήθελε να μιλήσει με την αστυνομία και τότε, κατόπιν και υπόδειξης του αστυφύλακα που βρισκόταν εκεί, ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε. 

 

Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν αναγνωρίζει ως γνήσιο το πρόγραμμα εργασίας (Τεκμήριο 81) που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου (Μ.Κ.9), το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ορθό “κατά 70%”. Κατά την άποψή του, ο Μ.Κ.9 κατασκεύασε ένα ψεύτικο πρόγραμμα και το παρέδωσε στην αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν φέρει τις υπογραφές των υπεύθυνων του ξενοδοχείου και απουσιάζουν από αυτό πρόσωπα τα οποία εργάζονταν στον ξενοδοχείο κατά τον επίδικο χρόνο. Ένα από αυτά είναι ο ναυαγοσώστης [B], ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο συνέχισε να εργάζεται στο ξενοδοχείο κατά τον επίδικο χρόνο, κάτι το οποίο, ως είπε, επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.19 ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά δεν αναγράφεται στο πρόγραμμα εργασίας. Επίσης, ανέφερε ότι είχε κάποιο “L” που εργαζόταν στο ξενοδοχείο αλλά το επίθετό του δεν ήταν “M” όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 83. Επέμεινε, ότι το πρόγραμμα εργασίας που παρουσιάστηκε δεν είναι “καθόλου” το ίδιο με το πραγματικό.

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι, όταν συνάντησε τις παραπονούμενες, τους είπε ότι ο ναργιλές για  “όμορφα κορίτσια” είναι δωρεάν, επιμένοντας ότι τους ανέφερε απλά ότι ο ναργιλές στοίχιζε Ευρώ 20. Θα ήταν “ντροπή του”, ως είπε, να έλεγε τέτοιο πράγμα. Ερωτώμενος εάν τελικά οι παραπονούμενες πλήρωσαν Ευρώ 20, ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν πλήρωσαν επειδή κάπνιζαν από το δικό του ναργιλέ, τον οποίο τους πρόσφερε “από καλοσύνη”.

 

Αρνήθηκε ότι, κατά το χρόνο που κάθονταν στο μπαρ του ισογείου, παρήγγειλε οποιαδήποτε ποτά  (κοκτέιλ) για τις παραπονούμενες, οι οποίες, ως τόνισε αρκετές φορές, είχαν το βραχιολάκι του πακέτου “all inclusive” και μπορούσαν να παραγγείλουν ποτά μόνες τους χωρίς χρέωση. Απλά τους ανέφερε το όνομα του κοκτέιλ που έπινε ο ίδιος επειδή τους άρεσε και ουδέποτε παρήγγειλε ποτά από το προσωπικό για εκείνες. Παράγγελναν ποτά από μόνες τους. Αρνήθηκε ότι κατανάλωσαν περίπου 6 ποτά όταν βρίσκονταν μαζί του στο μπαρ του ισογείου, ως ισχυρίστηκαν οι ίδιες. Είπε ότι έφεραν, αρχικά, ένα ποτό μαζί τους στο τραπέζι που είχαν παραγγείλει από προηγουμένως, μετά ήπιαν το μισό από το δικό του κοκτέιλ, το οποίο τους άρεσε και ζήτησαν την ονομασία του. Δεν είδε να παραγγέλνουν άλλα ποτά, εφόσον πηγαινοέρχονταν σε διάφορους τόπους και δεν κάθισαν πολλή ώρα στο τραπέζι μαζί του. Προς το τέλος, πριν πάνε στο μπαρ της οροφής, παρήγγειλαν από μόνες τους ακόμη ένα κοκτέιλ η κάθε μία, τα οποία μετέφεραν μαζί τους πάνω. 

 

Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κανέναν με το όνομα "Z.Z.B”, δηλαδή το πρόσωπο που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 10.07.23 ισχυριζόμενο ότι εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου του ξενοδοχείου στις 05.07.23 και ότι ο κατηγορούμενος παρήγγειλε ποτά για τις παραπονούμενες με τις οποίες καθόταν σε ένα τραπέζι μέχρι τα μεσάνυχτα (Τεκμήριο 103). Επέμεινε ότι τέτοιο πρόσωπο δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο κατά τον επίδικο χρόνο. Αποδέχτηκε ότι στο Τεκμήριο 83 αναγράφεται ως πρόσωπο που εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου κάποιος “Z.B”, τον οποίο γνωρίζει αλλά επισήμανε ότι τα ονόματα των δύο δεν έχουν “καμία σχέση”, “πρόκειται για διαφορετικά ονόματα” και ότι δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 43 (κατάσταση αφιξοαναχωρήσεων των υπαλλήλων του ξενοδοχείου) αναγράφεται και πάλι το όνομα “Z.Z.B”, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μπορεί να εργαζόταν στο ξενοδοχείο κάποιος με αυτό το όνομα αλλά όχι στο μπαρ του ισογείου του ξενοδοχείου κατά το επίδικο βράδυ. Όταν του υποδείχθηκε ότι ο [B] φαίνεται, βάσει του Τεκμηρίου 43, να έφθασε στην εργασία του η ώρα 14:08 στις 05.07.23 και να σχόλασε στις 00:13 στις 06.07.23, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αυτό αποτελεί ακόμη μία ένδειξη του ότι πρόκειται για διαφορετικά πρόσωπα γιατί σύμφωνα με το Τεκμήριο 83, ο Z.B ήταν προγραμματισμένος να εργαστεί από τις 15:00 μέχρι τις 00:00 εκείνη την ημέρα και θα ήταν υποχρεωμένος να έρθει και να φύγει ακριβώς στην ώρα του (και όχι να φθάσει στο ξενοδοχείο λίγο νωρίτερα και να φύγει λίγο αργότερα).

 

Ερωτώμενος σε σχέση με τον “Artur” ο οποίος και πάλι κατέθεσε στην αστυνομία ότι εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι είδε τον κατηγορούμενο να παραγγέλνει ποτά για τις παραπονούμενες (Τεκμήριο 101), ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε ότι γνωρίζει αυτό το πρόσωπο. Δεν ήταν κάποιος “super barman”, είπε, ήταν απλά “βοηθός” και “ήξερε μόνο ορισμένα πράγματα” να κάνει στο μπαρ, τα οποία του έμαθαν άλλοι υπάλληλοι. Δεν είχε κάποια προσωπική διαφορά μαζί του. Διαφώνησε με τον ισχυρισμό του ότι το μπαρ του ισογείου έκλεισε κατά τα μεσάνυχτα εκείνη την ημέρα καθότι εκείνο το μπαρ κλείνει πάντοτε περί η ώρα 01:00 και όχι νωρίτερα. Επανέλαβε ότι ουδέποτε παρήγγειλε ποτά για τις παραπονούμενες, διευκρινίζοντας “ο άνθρωπος [αναφερόμενος στον [A]] απλώς ρώτησε την ονομασία του κοκτέιλ και είπα του την ονομασία του κοκτέιλ, εν τζιαι παράγγειλα εγώ ποτά για τις κοπέλες, έχει μεγάλη διαφορά”.

 

Ερωτώμενος για τη σημασία της αναφοράς του στην αστυνομία ότι οι παραπονούμενες ερωτοτροπούσαν με τον [B] και ένα ομοεθνή του σε συνάρτηση με τις επίδικες καταγγελίες εναντίον του, ο κατηγορούμενος επανέλαβε ότι το απόγευμα της 05.07.23 είδε τον [B] αγκαλιά με τη [C] και την [E] να κουβεντιάζει με ένα ομοεθνή του, αν και δεν γνώριζε τότε ότι πρόκειται για τις παραπονούμενες κάτι το οποίο του ανέφεραν οι ίδιες το βράδυ όταν συναντήθηκαν. Σκοπός του ήταν να κάνει παρατήρηση στον [B] ότι έπρεπε να σχολάσει και να αποχωρήσει από το ξενοδοχείο. Όπως φάνηκε, είπε, ο [B] ήταν μαζί τους “ούλη μέρα”, “αν επήγε και έδωσε τους οτιδήποτε ή χασίσια ή οτιδήποτε εν τζαι ξέρεις κάθε υπάλληλο από τις Αφρικανικές Χώρες που έρκουνται, τζιαι ξέρετε νάμπου γίνεται στις Αφρικανικές Χώρες”. Διερωτήθηκε: “ήταν ούλη μέρα τζιαι έρκουντα τζιαι κατηγορούν με εμένα ή τη νύχτα η [C] εζητούσε χασίσι ούλη νύχτα ξέρω ήνταμπου έκαμνε ούλη μέρα;”.

 

Παρά το ότι πήγαν στο τραπέζι του περί η ώρα 22:00 και μεταφέρθηκαν στο μπαρ της οροφής λίγο μετά τα μεσάνυχτα, παρέμειναν μαζί στο χώρο του μπαρ του ισογείου συνολικά 20 λεπτά περίπου καθότι οι παραπονούμενες πηγαινοέρχονταν συνέχεια. Σε εκείνο το σύντομο χρονικό διάστημα, συζήτησαν πολύ λίγο. Ο κατηγορούμενος τους εξήγησε ότι δεν ήταν διευθυντής αλλά εργαζόταν στη διεύθυνση του ξενοδοχείου, χαιρέτησε τον πατέρα της [E], ο οποίος κάποια στιγμή βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου του, είπε στις κοπέλες ότι θα μπορούσαν να συναντηθούν την επόμενη μέρα με τον [T] στην ελληνική ταβέρνα του ξενοδοχείου που βρίσκεται κοντά στην πισίνα, έβγαλαν φωτογραφίες και βίντεο και οι παραπονούμενες άφησαν τα στοιχεία επικοινωνίας τους στο κινητό του.

 

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, οι παραπονούμενες του ζήτησαν να τις συνοδεύσει στο μπαρ της οροφής καθότι τους “είπαν” ότι χρειάζεται κράτηση από προηγουμένως για να μπεις. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να τις συνοδεύσει. Ερωτώμενος αποδέχτηκε ότι εκείνη την ώρα, θα μπορούσε κάποιος να επισκεφθεί το μπαρ χωρίς κράτηση, εντούτοις τις συνόδευσε. Το έκανε “για να εξυπηρετήσει τις πελάτισσες, τίποτε παραπάνω”.

 

Όταν έφθασαν στο μπαρ της οροφής, πίσω από το μπαρ εργάζονταν δύο άτομα, τα οποία αρνήθηκε ότι ετοιμάζονταν να φύγουν. Ο ένας μπάρμαν ετοίμασε τρία ποτηράκια ζιβανία, νομιζόμενος ότι θα έπιναν και οι τρεις, αλλά ο κατηγορούμενος πήρε μόνο το ένα ποτηράκι ζιβανία και ήπιε. Οι παραπονούμενες έπιναν από το κοκτέιλ που έφεραν από το μπαρ του ισογείου. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο μπάρμαν του άφησε και τα κλειδιά για να έχει πρόσβαση στα ποτά αλλά και τα οποία χρησιμοποιούνται για να κλειδώσουν το μπαρ, είπε ότι τα κλειδιά ήταν αφημένα σε σημείο κοντά στην μπουκάλα με τη ζιβανία, στο μπαρ. Δεν τα πήρε μαζί του.

 

Του υποδείχθηκε φωτογραφία με τα κυκλικό τραπέζι και τις καρέκλες του μπαρ της οροφής και σημείωσε χειρόγραφα σε μία φωτογραφία[59] τα σημεία όπου βρίσκονταν οι καρέκλες και που κάθισαν οι τρεις τους. Αν και αποδέχτηκε ότι κάθισε ανάμεσα στις δύο παραπονούμενες, τόνισε ότι οι καρέκλες είχαν αρκετή απόσταση μεταξύ τους σε συνδυασμό με τον τρόπο που είναι κατασκευασμένες (μεγάλη βάση και κάθισμα που γέρνει προς τα πίσω) ώστε να ήταν “ανθρωπίνως αδύνατο” να προβεί στις καταγγελλόμενες ενέργειες.

 

Όταν κάθισαν, η [C] έβαλε τα πόδια της πάνω στην καρέκλα που βρισκόταν απέναντί της και έπειτα πάνω στο τραπέζι. Έπειτα τα τοποθέτησε πάνω στο πόδι του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι και οι δύο παραπονούμενες έβαλαν τα πόδια τους πάνω στα πόδια του, “δύο φορές, όχι μία”. Η [C] είχε τοποθετήσει το δεξί της πόδι στο αριστερό πόδι του κατηγορούμενου και η [E] έπραξε το αντίστοιχο με το αριστερό της πόδι, εφόσον εκείνος καθόταν στη μέση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το γεννητικό όργανο της [C] δεν άγγιξε το πόδι του και ότι στην κατάθεση του εκ παραδρομής ανέφερε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Εννοούσε ότι “σχεδόν” το άγγιξε, εφόσον λόγω της απόστασης μεταξύ τους δεν θα μπορούσε να αγγίξει ως ισχυρίστηκε. Όταν του υποβλήθηκε ότι τροποποίησε τον ισχυρισμό που έδωσε κατά την ανακριτική του κατάθεση επειδή αυτός υποδήλωνε ότι η απόσταση μεταξύ των καρεκλών ήταν πολύ μικρή, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι λέει την αλήθεια και δεν επιθυμεί να κάνει σχόλιο. Τοποθέτησαν τα πόδια τους πάνω του 2-3 φορές και ο ίδιος, επειδή δεν ένιωθε άνετα και επειδή ως, σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι το θεώρησε “προσβολή”, έσπρωξε τα πόδια τους με τα χέρια του ώστε να τα κατεβάσουν. Τους είπε: “δεν είναι σωστό να βάλλετε τα πόδια σας”.

 

Ερωτώμενος σχετικά, αποδέχτηκε ότι όταν κάθισαν στις καρέκλες, και μετά που οι παραπονούμενες τοποθέτησαν τα πόδια τους πάνω του για πρώτη φορά, η [E] του είπε ότι ήταν λίγο πιασμένη και ότι είχε λίγο πρόβλημα στον αυχένα της και ο κατηγορούμενος, καθούμενος στην καρέκλα του (και εφόσον η [E] είχε γυρίσει την περιστρεφόμενη καρέκλα) της έκανε μασάζ στο λαιμό και στον αυχένα. Του είχε ζητήσει μασάζ και η [C] αλλά επειδή του ζητούσε και ναρκωτικά της είπε: “Νο, εν έχει τίποτε”.

 

Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι κακοποίησε σεξουαλικά τις παραπονούμενες, τονίζοντας ότι ο ίδιος “δίδασκε πειθαρχία στο ξενοδοχείο” και ποτέ δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν τις είδε “πονηρά” ποτέ του αλλά σχεδόν πατρικά, “φιλικά σαν πελάτισσες του ξεονοδοχείου”. Θεωρεί ότι οι παραπονούμενες τον κατηγόρησαν ψευδώς επειδή αρνήθηκε να τους δώσει χασίσι. Σε άλλο σημείο διερωτήθηκε: “Γιατί δεν εσυνεχίσαν να φκάλουν βίντεο αφού επαρενόχλησα τες, ήμουν κοντά, ένα βίντεο να φκάλασειν ήταν να έρθουν να πουν έλα κύριε έκαμες το. Γιατί δεν υπήρχε τίποτε.”.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον διευθυντή του ξενοδοχείου Μ.Κ.9, έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας, ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι οι παραπονούμενες έβαλαν τα πόδια τους πάνω του και εκείνος τα απώθησε για να μην μπει στον πειρασμό. Μάλιστα, πρόσθεσε ότι ο Μ.Κ.9 ανέφερε το ίδιο και στο Δικαστήριο κατά την κατάθεσή του. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι δεν φοβήθηκε ότι θα ενέδιδε σε πειρασμό επειδή ήταν όμορφες. Είπε: “Όταν δυο κοπέλες με φούστα κοντή, φόρεμα κοντό, να φαίνεται το σλιπάκι τους, βάλουν τα πόδια τους πάνω σου, την ώρα εκείνη είπα του [Μ.Κ.9] αυτό το πράγμα. […] Δεν τις είδα ποτέ μου ως ομορφιά μπροστά στον κόσμο”.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι καθώς βρίσκονταν εκεί η [C] ήταν εκείνη που του ζητούσε “εμμονικά” και “ανήσυχα” να τους προμηθεύσει ναρκωτικά ενώ η [E] δεν αντέδρασε αποδοκιμαστικά στο αίτημα της πρώτης. Ο ίδιος κάποια στιγμή θύμωσε και είπε “είναι ξενοδοχείο δαμέ μην ξαναζητήσετε” και, αν και δεν τους το είπε ρητά, αυτός ήταν και ο λόγος που τον οδήγησε να τους πει να φύγουν από το μπαρ της οροφής. Παρέμειναν στο μπαρ της οροφής 8-10 λεπτά περίπου. Περί “η ώρα 00:30 - μια παρά” έφυγαν και καθώς αποχαιρετίστηκαν οι παραπονούμενες “ήταν μια χαρά” και του είπαν “we love you”. Οι δυο μπάρμαν παρέμειναν εκεί ως τις 01:00 π.μ. Δεν μπορεί να διανοηθεί για ποιο λόγο οι παραπονούμενες τον κατήγγειλαν για σεξουαλικά παρενόχληση και εικάζει ότι αυτό έχει κάτι να κάνει με το ότι του ζήτησαν ναρκωτικά και ο ίδιος αρνήθηκε να τους δώσει.

 

Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Έχουμε εξετάσει τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας (τα οποία περιλαμβάνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, είτε σε μορφή γραπτών αγορεύσεων, είτε ως καταγραφή στα πρακτικά που τηρήθηκαν) και τα έχουμε αποτιμήσει, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να τα επαναλάβουμε για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχαμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.

 

Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[60], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[61]. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, μέσω των αντιδράσεών του, τον τρόπο που απαντά, την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και την ιδιοσυγκρασία του. Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται στην εξωτερική εντύπωση που ο κάθε μάρτυρας προκαλεί στο Δικαστήριο με τον τρόπο που καταθέτει στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά η μαρτυρία του τίθεται στο βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια[62]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία ενός προσώπου δεν κλονίζουν, δίχως άλλο, την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες κατά τη διήγηση γεγονότων, ειδικότερα έπειτα από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος,  είναι αναμενόμενες και δύνανται να προσδώσουν περισσότερη αληθοφάνεια και πειστικότητα στην υπό αξιολόγηση μαρτυρία[63].  Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[64]. Είναι ανεπίτρεπτη η σύζευξη της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του βάρους απόδειξης. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[65].

 

Μαρτυρία αστυνομικών σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης

 

Οι Μ.Κ.1-3, Μ.Κ.11, M.K.12, Μ.Κ.15-17 και Μ.Κ.19 άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως πρόσωπα τα οποία ήρθαν να παραθέσουν την αλήθεια. Πρόκειται για αστυνομικούς οι οποίοι έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης, είτε μέσω της παρουσίας τους κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από τις παραπονούμενες, είτε βγάζοντας φωτογραφίες από τη σκηνή ή κατά την ιατροδικαστική εξέταση, είτε παραλαμβάνοντας και φυλάττοντας διάφορα τεκμήρια, είτε εκτελώντας ένταλμα σύλληψης, λαμβάνοντας καταθέσεις από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα κτλ. Υπό αυτή την έννοια, η μαρτυρία τους ήταν τυπικής φύσεως. Δεν πρόκειται για αυτόπτες μάρτυρες του επίδικου περιστατικού. Ο κάθε ένας από αυτούς περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Μέρος της μαρτυρίας τους αναφορικά με τα τεκμήρια που λήφθηκαν και τον τρόπο που διαφυλάχθηκαν και διακινήθηκαν έγινε, μάλιστα, αποδεκτό ως παραδεκτό γεγονός από την Υπεράσπιση ενώ διάφορες φωτογραφίες και καταθέσεις που λήφθηκαν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση εκ μέρους της Υπεράσπισης ως προς τη νομιμότητα λήψης τους ή την αυθεντικότητά τους. Όλοι οι ποιο πάνω μάρτυρες απάντησαν με φυσικότητα και άμεσο τρόπο στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς να εντοπίζονται υπεκφυγές, υπερβολές, αντιφάσεις ή αδυναμίες στις μαρτυρία τους ενώ δεν διαφάνηκε να είχαν οποιοδήποτε προκατάληψη, κίνητρο ή όφελος να αλλοιώσουν την εκδοχή των γεγονότων που παρέθεσαν στο Δικαστήριο. Όλοι τους κατέθεσαν με πηγαίο και ειλικρινή τρόπο. Η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε σε σχέση με τους εν λόγω μάρτυρες (όπου υπήρξε αντεξέταση) δεν κατάφερε να πλήξει την αξιοπιστία τους. Στις πλείστες των περιπτώσεων οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Δεν εντοπίζουμε, λοιπόν, οποιονδήποτε λόγο να μην αποδεχτούμε τη μαρτυρία καθενός από αυτούς ως προς τις ενέργειες που προέβησαν στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης ως αληθή και την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη[66].

 

Εξ ακοής μαρτυρία

 

Η αποδοχή της μαρτυρίας των πιο πάνω αστυνομικών αφορά στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεση. Με εξαίρεση την εξ ακοής μαρτυρία του G.A.I, η οποία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.19 ενσωματωμένη στο Τεκμήριο 101, διευκρινίζουμε ότι η αποδοχή της μαρτυρίας των αστυνομικών δεν επεκτείνεται, ούτε αφορά στην αλήθεια του περιεχομένου οποιονδήποτε καταθέσεων/πληροφοριών που λήφθηκαν από τα διάφορα εμπλεκόμενα με την υπόθεση πρόσωπα και οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από αυτούς (ως μέρος των ενεργειών τους και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους).

 

Ειδικότερα, σε σχέση με τις μαρτυρίες: (α) του S.K. (ενσωματωμένη στο Τεκμήριο 30) η οποία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τη Μ.Κ.2, καθώς και (β) του Z.Z.B (ενσωματωμένη στο Τεκμήριο 103) η οποία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.19, παρά τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί μαρτυρία εξ ακοής προερχόμενη, δυνάμει του άρθρου 24 του περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.9, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή καθότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ως προς το λόγο που τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν κλήθηκαν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο ώστε να παραθέσουν οι ίδιοι τη μαρτυρία τους και να υποβληθούν σε αντεξέταση σε σχέση με αυτή. Πρόκειται, εξάλλου, για πρόσωπα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο μαρτύρων που επισυνάπτεται στο κατηγορητήριο. Μάλιστα, η μαρτυρία του S.K., ο οποίος φαίνεται να αποτελεί ένα από τα πρώτα πρόσωπα στα οποία η [C] έκφρασε το παράπονό της σε σχέση με τις καταγγελλόμενες ενέργειες του κατηγορούμενου αμέσως έπειτα από το επίδικο περιστατικό, θα μπορούσε να λάβει μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας στη μαρτυρία των παραπονούμενων, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 10 του Κεφ. 9, και να αποτελέσει, υπό αυτή την έννοια, μία από τις κύριες μαρτυρίες εναντίον του κατηγορούμενου. Ανεξαρτήτως του ότι η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τη θέση της [C] ότι όντως επικοινώνησε με τον [S] αμέσως έπειτα από το επίδικο περιστατικό και του ανέφερε τι είχε συμβεί, τυχόν αποδοχής της υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, χωρίς δηλαδή να δοθεί η δυνατότητα στην Υπεράσπιση να αντεξετάσει το μάρτυρα, ενδέχεται λόγω της πιο πάνω αναφερόμενη σημασίας της να παραβίαζε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη[67].

 

Δεν ισχύουν τα ίδια σε σχέση με τη μαρτυρία του [A], η οποία ενσωματώθηκε στο Τεκμήριο 101 και κατατέθηκε στο Δικαστήριο, χωρίς ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο [A] αποτελούσε πρόσωπο το οποίο συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο μαρτύρων που απαρτίζει το κατηγορητήριο αλλά ως εξήγησε με πειστικό τρόπο ο Μ.Κ.19, υποστηρίζοντας τα λεγόμενά του με έγγραφη μαρτυρία (Τεκμήριο 102), έγιναν αρκετές προσπάθειες εντοπισμού του και διαφάνηκε ότι στο μεσοδιάστημα από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν διαμένει πλέον στην Κύπρο, χωρίς να είναι γνωστός στην αστυνομία ο τόπος διαμονής του. Αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Κ.19 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η μαρτυρία του [A] περιλαμβάνεται σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 10.07.23, ήτοι 4 μέρες έπειτα από το επίδικο περιστατικό, και φέρει την υπογραφή του επιβεβαιώνοντας έτσι την ακρίβεια του περιεχομένου της. Αποτελεί, συνεπώς, εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, με την υπό εξέταση δήλωση να λαμβάνει χώρα πολύ σύντομα έπειτα από τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Ο [A], ως αναφέρει και στην κατάθεσή του, είναι πρόσωπο το οποίο εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου του ξενοδοχείου κατά τον επίδικο χρόνο και αυτό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 44 και 83, εφόσον το όνομά του εμπεριέχεται εκεί, αλλά και από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα, ερωτώμενος σχετικά, επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορά με τον [A] και άρα ο [A] δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να καταθέσει ψευδώς στην αστυνομία κατά το στάδιο διερεύνησης της καταγγελίας εναντίον του.

 

Κατ’ εφαρμογή των συνδυαστικών προνοιών του άρθρου 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9[68], κρίνουμε η μαρτυρία του [A] δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Στο Τεκμήριο 101 καταγράφεται ότι στις 05.07.23 ο [A] εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου, ότι είδε τον κατηγορούμενο να κάθεται με κάποιον άλλο άνδρα και δύο κοπέλες σε ένα τραπέζι του μπαρ. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε να ετοιμάσει “special drinks” για τις κοπέλες, το οποίο και ο [A] έκανε. Ενώ κάθονταν στο τραπέζι, ο κατηγορούμενος ζήτησε να ετοιμαστούν ξανά τα ίδια αλκοολούχα ποτά για τις κοπέλες “ακόμη μία ή δύο φορές”, χωρίς να θυμάται ακριβώς πόσα ποτά παρήγγειλε.  Κατά τα μεσάνυχτα ο κατηγορούμενος και οι κοπέλες βρισκόταν ακόμη στο μπαρ του ισογείου αλλά ο Artur δεν ξέρει πότε έφυγαν, παρά μόνο ότι μέχρι η ώρα 01:00 το πρωί δεν βρίσκονταν πλέον εκεί.

 

Όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω, ο ισχυρισμός του [A] ότι εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου κατά τον επίδικο χρόνο επιβεβαιώνεται και από άλλη μαρτυρία. Ο ισχυρισμός του ότι οι κοπέλες κατανάλωσαν το “special drink” εκείνη τη βραδιά υποστηρίζεται και από τις ίδιες τις παραπονούμενες, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση τους και επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι οι τρεις τους παρέμειναν στο μπαρ του ισογείου μέχρι τα μεσάνυχτα περίπου, προτού μεταβούν στο μπαρ της οροφής, επίσης αποτελεί κοινό έδαφος (με την διαφορά ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο μπαρ παρέμεινε ανοικτό μέχρι τις 01:00). Επαναλαμβάνουμε ότι ο [A] αποτελεί τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο, το οποίο δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να καταθέσει ψευδώς στην αστυνομία. Δεν γνώριζε τις παραπονούμενες, ούτε θα μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί τους (εφόσον αυτές είχαν ήδη φύγει από το ξενοδοχείο στις 06.03.23) ενώ δεν είχε οποιαδήποτε διαφορά με τον κατηγορούμενο ή προσωπικό όφελος στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Εξάλλου, όταν έδιδε κατάθεση στην αστυνομία, ο [A] δεν μπορούσε να γνωρίζει το περιεχόμενο της μαρτυρίας των παραπονούμενων ή τις θέσεις του κατηγορούμενου και άρα αγνοούσε τη σημασία οποιουδήποτε ισχυρισμού περιέχεται στο Τεκμήριο 101 για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και εάν αυτός θα μπορούσε να προσμετρήσει υπέρ ή κατά του κατηγορούμενου κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Συνεπώς, δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να καταθέσει στην αστυνομία ψευδώς ότι ο κατηγορούμενος είχε παραγγείλει (ή ζητήσει την ετοιμασία) “special drinks” για τις παραπονούμενες, τουλάχιστον 2-3 φορές εκείνο το βράδυ, ισχυρισμός, ο οποίος εν πάση περιπτώσει, συνάδει και με τη μαρτυρία των δύο παραπονούμενων. Προφανώς ο [A] κατέθεσε στην αστυνομία την αλήθεια σε σχέση με αυτό το σημείο.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνουμε ασφαλές να αποδεχτούμε και να προσδώσουμε αποδεικτική βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του [A] ως αυτή περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 101. 

 

Άλλοι μάρτυρες

 

Ο Μ.Κ.9, γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με ήρεμο και άμεσο τρόπο, με προσοχή αναφέρθηκε μόνο σε γεγονότα που ενέπιπταν εντός της σφαίρας της γνώσης του, ενώ δεν δίσταζε να δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά που δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν, απαντούσε χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές και δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Δεν διαφαίνεται να διακατεχόταν από οποιαδήποτε αρνητικά αισθήματα προς τον κατηγορούμενο, ούτε παρατηρείται κάποιο κίνητρο που δυνητικά θα μπορούσε να τον ωθήσει να παραθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο. Υπήρξε σαφής και σταθερός στη θέση του, τόσο κατά το χρόνο λήψης κατάθεσής από την αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αφού ενημερώθηκε για την επίδικη καταγγελία ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο. Μετέφερε στο Δικαστήριο την εκδοχή που του παρέθεσε ο κατηγορούμενος ως προς το τι είχε γίνει κατά τον ουσιώδη χρόνο και βάσει της οποίας, οι παραπονούμενες ήταν εκείνες που προσέγγισαν τον κατηγορούμενο, που του ζήτησαν να τις μεταφέρει στο μπαρ της οροφής καθώς και ότι εκείνες τον προσέγγισαν με ερωτικές διαθέσεις, τοποθετώντας τα πόδια τους πάνω στο σημείο του γεννητικού του οργάνου.

 

Παρεμβάλλεται πως το όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στον μάρτυρα, έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας εναντίον του, πέραν του ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με την οποία δόθηκε η δυνατότητα στον ίδιο τον κατηγορούμενο να καταθέσει στο Δικαστήριο, δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία υποστηρικτικής φύσεως στην εκδοχή του κατηγορούμενου, λόγω του κινδύνου να αποτελούν κατασκευασμένες δηλώσεις αυτοεξυπηρετικής φύσεως. Αυτό που έχει σημασία, εν προκειμένω, είναι ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9, την οποία αποδεχόμαστε, ο κατηγορούμενος του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι “εμπήκε στον πειρασμό, τις άγγιξε πάνω στα πόδια, στη ζάμπα τους”. Ο μάρτυρας υπήρξε σταθερός και κάθετος ότι θυμόταν με βεβαιότητα αυτά τα λόγια του κατηγορούμενου αλλά τόνισε παράλληλα στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος του είχε ξεκαθαρίσει τότε, κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία, πως πέραν των πιο πάνω ενεργειών του, δεν είχε πράξει οτιδήποτε άλλο για το οποίο τον κατήγγειλαν οι παραπονούμενες. Έφυγαν “χωρίς πρόβλημα” και “χωρίς να γίνει τίποτε”. Νοείται ότι η πρόσθετη αναφορά του μάρτυρα (για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου έπειτα από την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασής του) ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι “ετράβισε πίσω” και “εν έγινε τίποτε”  δεν αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο την εκδοχή που ο ίδιος παρέθεσε αρχικά στην αστυνομία, ούτε καν αποτελεί αντίφαση σε σχέση με τα όσα περιέγραψε αρχικά κατά την κυρίως εξέτασή του. Η θέση παραμένει η ίδια: ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι δεν προχώρησε στις ενέργειες που του καταλογίζουν οι παραπονούμενες, πέραν από το να μπει στον πειρασμό να τις αγγίξει “στα πόδια” και “στη ζάμπα” τους. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η αναφορά του κατηγορούμενου περί ένδοσης σε πειρασμό και αγγιγμάτων στα πόδια των ανήλικων παραπονούμενων αποτελεί δήλωση του κατηγορούμενου που αντιτίθεται στην εκδοχή που ο ίδιος παρέθεσε στην αστυνομία κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσής του.

 

Αποδεχόμαστε, επίσης, τη θέση του μάρτυρα ότι ο φωτισμός στο μπαρ της οροφής λειτουργούσε (χειρωνακτικά) με διακόπτη και όχι αυτόματα με χρονοδιακόπτη. Παρά το ότι η πλευρά της Υπεράσπισης είχε υποστηρίξει το αντίθετο, μέσω υποβολών που τέθηκαν στις παραπονούμενες σε προγενέστερο χρόνο όταν εκείνες κατέθεταν στο Δικαστήριο, παρατηρούμε ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί αυτής του της θέσης, η οποία παρέμεινε αναμφισβήτητη.

 

Περαιτέρω, εκ της θέσεώς του ως γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου, ο μάρτυρας ήταν το πλέον κατάλληλο άτομο να εξηγήσει το ωρολόγιο πρόγραμμα λειτουργίας του ξενοδοχείου, όπως και έπραξε, υποστηρίζοντας τα λεγόμενά του με σχετικά έγγραφα τα οποία προσκόμισε στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι το μπαρ της οροφής λειτουργεί κανονικά μέχρι η ώρα 01:00 το πρωί αλλά ότι, εάν δεν υπάρχουν πελάτες, κατά τα μεσάνυχτα, ήτοι κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος μετέβη με τις παραπονούμενες εκεί, συνήθως ξεκινά η διαδικασία κλεισίματος του μπαρ. Αυτή του η δήλωση συνάδει και με τη μαρτυρία των παραπονούμενων οι οποίες κατέθεσαν ότι όταν έφθασαν στο μπαρ, τα δύο πρόσωπα που εργάζονταν εκεί προέβαιναν σε ετοιμασίες για το κλείσιμο του. Εκείνη την ημέρα, ήταν τοποθετημένα, βάσει προγράμματος να εργάζονται στο μπαρ της οροφής 3 άτομα, 2 εκ των οποίων εκτελούσαν παράλληλα καθήκοντα εστίασης και σε άλλο χώρο του ξενοδοχείου. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει που βρίσκονταν τα άτομα αυτά κατά τον ουσιώδη χρόνο, μόνο να υποδείξει την ώρα αποχώρησής τους από το ξενοδοχείο. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.9, ότι αναλόγως των αναγκών του μπαρ, ο κατηγορούμενος, λόγω της θέσης του ως υπεύθυνος της λειτουργίας των εστιατορίων και των μπαρ, θα μπορούσε να αποδεσμεύσει το προσωπικό νωρίτερα από τις 01:00 π.μ. που αυτό κανονικά έκλεινε, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει εάν όντως έγινε κάτι τέτοιο. Ούτε αυτή η θέση αντιτίθεται της μαρτυρίας των παραπονούμενων, οι οποίες ανέφεραν ότι όταν εισήλθαν στο μπαρ της οροφής δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες εκεί και ότι, αφού ο κατηγορούμενος συνομίλησε με τα δύο άτομα που εργάζονταν εκεί και παρήγγειλε ποτό, αυτοί αποχώρησαν αφήνοντάς τους μόνους στο χώρο.

 

Περαιτέρω, αποδεχόμαστε τον ισχυρισμό του Μ.Κ.9, ο οποίος κατόπιν σχετικής έρευνας που διεξήγαγε πριν να προσέλθει στο Δικαστήριο, κατέθεσε με σαφήνεια και ειλικρίνεια στο Δικαστήριο ότι όντως στο ξενοδοχείο εργοδοτείτο ένας ναυαγοσώστη με το όνομα [B]. Όπως έλαβε ενημέρωσης από το τμήμα λογιστηρίου του ξενοδοχείου, το συγκεκριμένο άτομο προσλήφθηκε στις 09.04.23 και απολύθηκε στις 30.06.23. Επαναπροσλήφθηκε το επόμενο έτος, ήτοι το 2024 αλλά έφυγε επειδή δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία εφόσον ο ίδιος ο μάρτυρας χρειάστηκε να λάβει πληροφόρηση από το λογιστήριο της εταιρείας ως προς τις ακριβείς ημερομηνίες εργοδότησης του [B] και ανατρέχοντας σε σημείωσή του να τις μεταφέρει στο Δικαστήριο. Κατ’ εφαρμογή των συνδυαστικών προνοιών του άρθρου 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κρίνουμε ότι δύναται να δοθεί βαρύτητα στον εν λόγω ισχυρισμό, λόγω της φύσης της υπό συζήτηση πληροφορίας, η οποία θα ήταν αναμενόμενο να διαφύγει της μνήμης του συγκεκριμένου μάρτυρα αλλά να είναι καταχωρημένη στα σχετικά λογιστικά αρχεία της εταιρείας στα οποία, ουσιαστικά, ο μάρτυρας ανέτρεξε ζητώντας πληροφόρηση από το λογιστήριο της εταιρείας, λόγω του ότι έγινε εμφανώς προσπάθεια επακριβούς μεταφοράς της πληροφορίας στο Δικαστήριο και λόγω της απουσίας οποιουδήποτε κινήτρου είτε από μέρους του Μ.Κ.9, είτε οποιουδήποτε εργαζόμενου στο λογιστήριο της εταιρείας για να αλλοιώσει τα πιο πάνω στοιχεία. Πέραν του ότι Μ.Κ.9 δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, η θέση του υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι το όνομα του [B] δεν αναγράφεται στα προγράμματα εργασίας και αφιξοαναχωρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και αφορούσαν τις ημερομηνίες 05-06.0.7.23.

 

Σημειώνεται ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτόν από την πλευρά της Υπεράσπισης η θέση (η οποία τέθηκε για πρώτη φορά, ως υποβολή, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.19) ότι το ξενοδοχείο είχε απολύσει εικονικά το συγκεκριμένο άτομο λόγω του ότι δεν είχε άδεια εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά συνέχιζε να τον εργοδοτεί ανεπίσημα και ότι για αυτόν το λόγο δεν αναγράφεται το όνομά του στα σχετικά έγγραφα. Ο μάρτυρας υπήρξε κάθετος ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο εκείνη την περίοδο και η εκ των υστέρων προβληθείσα θέση εκ μέρους της Υπεράσπισης περί του αντιθέτου δεν δύναται, υπό τις περιστάσεις, να αποδυναμώσει την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Ομοίως, ουδέποτε υποβλήθηκε η θέση σε αυτόν ότι το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού που παρέδωσε στην αστυνομία είναι ψεύτικο. 

 

Για τους λόγους που εξηγούμε πιο πάνω, αποδεχόμαστε, χωρίς ενδοιασμούς, την μαρτυρία του Μ.Κ.9 ως αξιόπιστη στο σύνολό της.

 

Η Μ.Κ.10 άφησε, επίσης, θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας.  Η μαρτυρία της ήταν σύντομη και κατέθεσε με ηρεμία, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στο Δικαστήριο. Πρόκειται για τη λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού, η οποία, έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας μετέβη στο ξενοδοχείο για να παρέχει ψυχολογική στήριξη στις παραπονούμενες και ήταν παρούσα, ως εξήγησε, καθ’όλη τη διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης από την αστυνομία σε σχέση με αυτές. Ενήργησε στο πλαίσιο των επαγγελματικών της καθηκόντων και πριν την εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση δεν γνώριζε προσωπικά ούτε τις παραπονούμενες, ούτε τον κατηγορούμενο.  Δεν διαφάνηκε, συνεπώς, να είχε οποιοδήποτε κίνητρο να παραθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο ή οποιοδήποτε όφελος να προσκομίσει από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Διευκρινίζεται ότι η Μ.Κ.10 υπήρξε πειστική και σταθερή και στον ισχυρισμό της, ο οποίος έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά της Υπεράσπισης, ότι όταν εισήλθε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρίσκονταν οι παραπονούμενες, είδε ότι αυτές “ήταν αγκαλιασμένες στην πλάτη του κρεβατιού, φοβισμένες, κρατούσε η μία το χέρι της άλλης και τρέμανε”. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι η Μ.Κ.10 έλεγε την αλήθεια σε σχέση με αυτόν. Εντούτοις, δεν προσδίδουμε αποδεικτική βαρύτητα στην αναστατωμένη κατάσταση των παραπονούμενων, ως περιγράφηκε από τη Μ.Κ.10, ούτε θεωρούμε ότι θα μπορούσε, εν προκειμένω, να αποτελέσει μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας εφόσον η αναστάτωση αυτή παρατηρήθηκε από τη Μ.Κ.10 αρκετές ώρες έπειτα από την ισχυριζόμενη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων και έπειτα από την υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό[69].   

 

Μαρτυρία γονέων των παραπονούμενων

 

Ο Μ.Κ.5 άφησε πάρα πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως πρόσωπο που προσήλθε για να καταθέσει την αλήθεια. Με απλό και ήρεμο τρόπο περιέγραψε τα όσα βίωσε. Υπομονετικά, χωρίς εξάρσεις θυμού, παρά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κάποιες εκ των οποίων έτειναν να του επιρρίψουν ευθύνες ως προς το ότι δεν προστάτευσε τις παραπονούμενες. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με σταθερό, άμεσο και ειλικρινή τρόπο, χωρίς οπισθοχωρήσεις. Η περιγραφή των γεγονότων που προηγήθηκαν του επίδικου περιστατικού, ήτοι το γεγονός ότι στην αρχή της βραδιάς ο ίδιος καθόταν μαζί με τις παραπονούμενες στο εστιατόριο που βρίσκεται στο ισόγειο του ξενοδοχείου για δείπνο, έπειτα είχε κάποια ποτά μαζί τους και μετά αποχώρησε λόγω της κούρασης που ένιωθε, δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση.

 

Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 αφορά τα όσα ακολούθησαν του επίδικου συμβάντος. Ο ίδιος περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο και αρκετή λεπτομέρεια ότι περί η ώρα 01:00 π.μ. στις 06.07.23 ξύπνησε από κτυπήματα στην πόρτα του δωματίου του και ότι αντίκρισε της παραπονούμενες σε ιδιαίτερα αναστατωμένη κατάσταση. Ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο διάδρομο έξω από το δωμάτιο, η θυγατέρα του του ανέφερε με λυγμούς όσα είχαν συμβεί, δηλαδή ότι γνώρισαν ένα διευθυντή του ξενοδοχείου ο οποίος τις μετέφερε στο μπαρ της οροφής “τις κρατούσε και πίεζε και τις δυο, φιλούσε και τις δύο και έβαλε τα δάκτυλά του στον κόλπο της [E]. Την ίδια ώρα έκανε το ίδιο πράγμα στη [C]”. Αφού τα άκουσε αυτά, ο ίδιος μετέβη αμέσως στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου ώστε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία, όπως και έπραξε, αφού αρχικά αντιμετώπισε κάποια απροθυμία από τα μέλη του προσωπικού. Κατά το χρόνο που βρισκόταν εκεί, η [E] του απέστειλε φωτογραφία του κατηγορούμενου την οποία υπέδειξε σε άτομο που εργαζόταν στο χώρο υποδοχής. Τα πιο πάνω συνάδουν με την μαρτυρία των παραπονούμενων ενώ, ως ανέφερε ο Μ.Κ.11, είχε λάβει τηλεφώνημα από το χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου σε σχέση με την υπό κρίση καταγγελία περί η ώρα 01:30 π.μ. Στην γραπτή του κατάθεση ο κατηγορούμενος αναφέρει επίσης ότι ο Μ.Κ.5 μετέβη στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου, κατ΄εκείνο το χρόνο, για να καταγγείλει το περιστατικό και ότι είχε στην κατοχή του φωτογραφία του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε στη διαδικασία υποβολής της καταγγελίας καθώς και στις οδηγίες που του δόθηκαν από την αστυνομία και τις οποίες μετέφερε στις παραπονούμενες σε σχέση με το ότι δεν θα έπρεπε να βουρτσίσουν τα δόντια τους ή να αλλάξουν ρούχα. Αυτά συνάδουν και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.11, ήτοι του αστυφύλακα που μετέβη στο ξενοδοχείο κατά την υποβολή της καταγγελίας.

 

Τονίζεται ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.5, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των ισχυρισμών του Μ.Κ.5 σε σχέση με το ότι οι παραπονούμενες τον πληροφόρησαν για το τι είχε συμβεί, την κατάσταση στην οποία εκείνες βρίσκονταν και ότι ο ίδιος έπειτα μετέβη στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου ζητώντας να ειδοποιηθεί η αστυνομία. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η αλήθεια των λεχθέντων των ίδιων των παραπονούμενων.

 

Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζονται μεταξύ της μαρτυρίας των παραπονούμενων και αυτήν του Μ.Κ.5 αφορούν στο κατά πόσο οι παραπονούμενες ακολούθησαν τον Μ.Κ.5 στο χώρο υποδοχής και έπειτα αποχώρησαν (ή εάν παρέμειναν στο δωμάτιο τους) όταν αυτός εξέφρασε την επιθυμία του να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην αστυνομία καθώς και στο πόσες φορές, έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας, ο Μ.Κ.5 μετέβη στο δωμάτιο των παραπονούμενων για να τις παρηγορήσει και για να ελέγξει εάν είναι καλά. Ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι θυμόταν ότι πήγε δύο φορές ενώ η [E] αναφέρθηκε σε περισσότερες. Πρόκειται για ασήμαντες, μη ουσιώδης διαφορές στην εκδοχή των εν λόγω μαρτύρων, συγγνωστές ενόψει του χρόνου που έχει διαρρεύσει από το επίδικο περιστατικό, οι οποίες εξάλλου αφορούν σε γεγονότα που έπονται των επίδικων θεμάτων.

 

Περαιτέρω, η λεπτομερής περιγραφή της πολύ καλής του οικονομικής κατάστασης καθώς και του γεγονότος ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε νομική συμβουλή στην Αγγλία με σκοπό να κινηθεί νομικά εναντίον του κατηγορούμενου καταρρίπτουν τυχόν υπαινιγμό ότι η προώθηση της υπό κρίση καταγγελίας έγινε με σκοπό οικονομικό όφελος (με ή χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τις παραπονούμενες). Εξάλλου, δεν υποβλήθηκε ευθέως και με συγκεκριμένο τρόπο τέτοια θέση από πλευράς Υπεράσπισης, ούτε στον ίδιο αλλά ούτε και στις παραπονούμενες. Ως διαφαίνεται από τη μαρτυρία του, παρά την συγγενική σχέση που έχει με την Εvie την οποία λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις, ο ίδιος δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο πριν το επίδικο περιστατικό και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο, κίνητρο ή όφελος να αλλοιώσει τη μαρτυρία του για να πετύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

 

Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν διαφάνηκε οποιοδήποτε ψήγμα ανειλικρίνειας ή επιτήδευσης στα όσα ο μάρτυρας περιέγραφε, τα οποία αποδεχόμαστε χωρίς ενδοιασμούς ως αληθή. Την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη.

 

Πάρα πολύ θετική εντύπωση αποκομίσαμε και από τους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.8, δηλαδή τη μητέρα και τον πατέρα της [C]. Παρά την στενή σχέση τους με την [C], δεν διαφάνηκε να διακατέχονται από οποιοδήποτε κίνητρο ή εχθρότητα εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο δεν γνώριζαν καν, ούτε έχουν κάποιο όφελος, οικονομικό ή άλλο, από την καταδίκη του, το οποίο θα τους οδηγούσε να χαλκέψουν τη μαρτυρία τους για αυτόν τον σκοπό. Εξάλλου, οι μαρτυρία τους περιορίστηκε στην παράθεση των συγκεκριμένων γεγονότων ως αυτά υπέπεσαν στην αντίληψή τους και είχε να κάνει ουσιαστικά με τον τρόπο που έλαβαν γνώση για το επίδικο περιστατικό, την ψυχολογική κατάσταση της θυγατέρας τους κατά τα χρόνια που ακολούθησαν αυτού και την οικονομική κατάσταση των ίδιων κατά τον επίδικο χρόνο.

 

Η Μ.Κ.7 υπήρξε πιο μετρημένη και συγκρατημένη όταν κατέθετε στο Δικαστήριο ενώ, συγκριτικά, ο Μ.Κ.8, ήταν πιο συναισθηματικά φορτισμένος και διαχυτικός. Και οι δύο κατέθεσαν με αμεσότητα, σαφήνεια, ευθύτητα, χωρίς αμφιταλαντεύσεις στα λεγόμενά τους, αποπνέοντας σιγουριά για την αλήθεια των όσων περιέγραψαν. Δεν εντοπίσαμε ούτε υπεκφυγές, ούτε ουσιώδεις αντιφάσεις, ούτε υπερβολές στον τρόπο που κατέθεσαν. Η μαρτυρία τους, μάλιστα, αλληλο-υποστηρίζεται, στοιχείο που, σαφώς, προσδίδει σε αυτήν περαιτέρω πειστικότητα.

 

Η σημασία της μαρτυρίας των γονέων της [C] για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ήταν περιορισμένη καθότι οι ίδιοι δεν ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό. Βρίσκονταν στην Αγγλία και ειδοποιήθηκαν για το τι έλαβε χώρα το πρωί στις 06.07.23. Ενημερώθηκαν από πρόσωπα τα οποία κατέθεσαν πρωτογενώς στο Δικαστήριο και η μαρτυρία των οποίων αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης. Συνεπώς η περιγραφή των επίδικων γεγονότων από αυτούς, η οποία λαμβάνει μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω. Ομοίως αναφορές των εν λόγω μαρτύρων ως προς το γνήσιο της καταγγελίας της θυγατέρας τους, απόρροια σχετικών ερωτήσεων που υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση τους, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές καθότι άπτονται τελικού (έσχατου) συμπεράσματος για το οποίο μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να καταλήξει. Συνεπώς, θα αγνοηθούν παντελώς από το Δικαστήριο.

 

Ό,τι ενδιαφέρει, εν προκειμένω, είναι η περιγραφή της πολύ καλής οικονομικής τους κατάστασης, η οποία υποδηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι ούτε η [C] (ούτε οι ίδιοι) είχαν καμία ανάγκη να προωθήσουν την υπό κρίση καταγγελία ψευδώς εναντίον του κατηγορούμενου ώστε να αποκομίσουν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από αυτόν. Μάλιστα, δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, ούτε συμβουλεύτηκαν κάποιον δικηγόρο για να διερευνήσουν τέτοιο ενδεχόμενο. Ήταν εμφανές ότι η έγνοια τους επικεντρωνόταν στην ορθή αντιμετώπιση της ψυχολογικής κατάστασης της θυγατέρας τους  και δεν τους απασχολούσε καθόλου οποιαδήποτε οικονομική αξίωση θα μπορούσε δυνητικά να εγερθεί εναντίον του κατηγορούμενου. Ενόψει και της μαρτυρίας τους, εξάλλου, δεν υποβλήθηκε κάποια συγκεκριμένη θέση από την πλευρά της Υπεράσπισης περί ύπαρξης κινήτρου προώθησης της υπό κρίση καταγγελίας εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίον δεν γνώριζαν καν.

 

Περαιτέρω, και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο στο Δικαστήριο ότι κατά την περίοδο έπειτα από το επίδικο συμβάν, η [C] παρουσίασε πεσμένη ψυχολογική διάθεση, υπέφερε από εφιάλτες και δυσκολευόταν να κοιμηθεί, ένιωθε ανασφάλεια σε δημόσιους  χώρους και φοβόταν άνδρες που δεν γνώριζε. Ειδικότερα στις αρχές, η [C], παρότι δεν ήταν έτοιμη να λάβει θεραπεία για τη ψυχική της υγεία, χρειάστηκε την στήριξη των γονιών της για να αντιμετωπίσει τις φοβίες της και οι επιπτώσεις του επίδικου περιστατικού στην οικογένειά τους παρέμειναν αισθητές μέχρι και την ημερομηνία της ακρόασης, ήτοι 3 χρόνια αργότερα. Η εν λόγω περιγραφή των γονέων της [C] ως προς τη συμπτωματολογία που παρουσίασε η θυγατέρα τους έπειτα από το επίδικο περιστατικό, πέραν του ότι αλληλουποστηρίζεται, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό και υποστηρίζει τις παρατηρήσεις της κλινικής ψυχολόγου, Μ.Κ.20 και υπό αυτή την έννοια κρίνεται ως σχετική με τα επίδικα γεγονότα. Επιπλέον, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν διαφάνηκε να αμφισβητεί, μέσω της αντεξεταστικής γραμμής που ακολουθήθηκε, αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι εξάλλου προβλήθηκαν με τέτοιο αυθορμητισμό και πηγαίο τρόπο και από τους δύο μάρτυρας ώστε να καθίστανται απόλυτα πειστικοί.  

 

Για τους λόγους που εξηγήσαμε, με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, η μαρτυρία των Μ.Κ.7 και Μ.Κ.8 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη.

 

Μαρτυρία εμπειρογνωμόνων

 

Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, ήτοι των Μ.Κ.13, Μ.Κ.14, Μ.Κ.18 και Μ.Κ.20. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, όπου αυτή κρίνεται αναγκαία βάσει των περιστατικών της εκάστοτε υπόθεσης. Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, αφού εξετάσαμε το επάγγελμά τους, την εκπαίδευση της οποίας έτυχαν, την πείρα τους και τα προσόντα τους, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας[70], είναι η κατάληξη μας ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι εμπειρογνώμονες. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δύναται να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[71].

 

Ειδικότερα όσον αφορά τη μαρτυρία ψυχίατρου ή ψυχολόγου (όπως η Μ.Κ.20), δεν υπάρχει γενική καθιερωμένη αρχή αποδοχής ή απόρριψης τέτοιας μαρτυρίας. Όπως ειπώθηκε στην απόφαση Νικολάου Χρίστος Σ. ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390: «Η κάθε περίπτωση αποφασίζεται ανάλογα με τις ιδιάζουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και ειδικότερα διερευνάται ο στόχος τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη όμως είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση στο έργο αυτό».

 

Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστήριου στη ΣΑΒΒΑΣ ΟΜΗΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 91/2017, 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214. Συνοπτικά, στην εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, επισήμανε ότι, παρά το γεγονός ότι “η μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου, είναι σχετική, εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του”, τούτο δεν την καθιστά, άνευ ετέρου και αποδεκτή (admissible). “Απαιτείται, πέραν της σχετικότητας (που είναι εκ των ων ουκ άνευ), η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του δικαστή”. Λέχθηκε, επίσης ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εμπειρογνώμονα “που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping» evidence)”, ούτε μαρτυρία που αποσκοπεί “να επεξηγήσει τον τρόπο που ένα φυσιολογικό άτομο, το οποίο δεν υποφέρει από ψυχική νόσο, είναι πιθανό να αντιδράσει υπό συνθήκες ψυχικής έντασης και άγχους”.  Γίνεται, όμως, αποδεκτή “όταν προσφέρεται με σκοπό να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων, ιδιαίτερα μικρών παιδιών […], χωρίς τούτο να σημαίνει ότι επιτρέπεται να εκτραπεί σε σχολιασμό ή τοποθέτηση επί της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.”[72].

 

Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, προχωρούμε να εξετάσουμε τη μαρτυρία τους.

 

Ο Μ.Κ.13, ο οποίος εργάζεται στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του κράτους, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Πρόκειται για ανεξάρτητο πρόσωπο, μη εμπλεκόμενο στα επίδικα γεγονότα, το οποίο, ως εξήγησε, κατόπιν αιτήματος της αστυνομίας διενήργησε εργαστηριακές εξετάσεις επί των δειγμάτων ούρων και αίματος που λήφθηκαν από τις παραπονούμενες. Με σαφή, άμεσο και αρκούντως επεξηγηματικό τρόπο παρέθεσε στο Δικαστήριο τα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών, παρέχοντας σχετικές διευκρινίσεις όπου χρειαζόταν. Η επιστημονική προσέγγιση που ακολούθησε στον τρόπο διενέργειας των εργαστηριακών εξετάσεων δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στο ότι κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις δεν ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη, ούτε κάποια άλλη ουσία, πέραν από παρακεταμόλη[73] στα δείγματα που λήφθηκαν από τις παραπονούμενες. Ερωτώμενος σχετικά εξήγησε με κατατοπιστικό τρόπο ότι, λόγω του ότι η αλκοόλη αποβάλλεται από τον οργανισμό κατά 15 μιλιγράμματα ανά ώρα περίπου, εάν οι παραπονούμενες είχαν καταναλώσει 7-8 αλκοολούχα ποτά 15 ώρες πριν τη λήψη των δειγμάτων, δεν θα αναμένετο να εντοπιστεί αιθυλική αλκοόλη στον οργανισμό τους. Σημειώνουμε, συνεπώς, ότι ο μη εντοπισμός αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα και τα ούρα των παραπονούμενων δεν προσκρούει στη θέση τους, η οποία ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ότι οι ίδιες κατανάλωσαν αριθμό αλκοολούχων ποτών το βράδυ που κατ’ ισχυρισμό έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν ισχύει το ίδιο σε σχέση με την ουσία της κάνναβης, εφόσον ο μεταβολίτης της κάνναβης (και όχι η “δραστική ουσία” ως φαίνεται να συγχέεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης) παραμένει στον ανθρώπινο οργανισμό για πάνω από 24 ώρες έπειτα από τη χρήση, αν και σημειώνουμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας ισχυρισμός ότι οι παραπονούμενες είχαν προβεί σε χρήση κάνναβης πριν το επίδικο περιστατικό.  Πέραν τούτων, ο μάρτυρας παρέθεσε γενικά τις επιπτώσεις κατανάλωσης αλκοόλης στη συμπεριφορά ενός ατόμου, οι οποίες περιλαμβάνουν “ευφορία, σύγχυση, μείωση κριτικής σκέψης, υπερεμπιστοσύνη, μείωση αντίληψης, ανισορροπία”, “μείωση ανανακλαστικών” καθώς και μειωμένη ικανότητα άμυνας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι οι επιπτώσεις αυτές δύναται να διαφέρουν ανά άτομο εφόσον εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, τους οποίους ανέφερε. Ο μάρτυρας διατύπωσε τις θέσεις του με σαφήνεια αλλά συνάμα απλό και κατανοητό τρόπο και δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε στοιχεία αναξιοπιστίας στη μαρτυρία του. Την αποδεχόμαστε στο σύνολό της.

 

Η Μ.Κ.14 άφησε, επίσης, πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Πρόκειται για τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο χωρίς κίνητρο να αλλοιώσει τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της είχε συνοχή, ήταν αντικειμενική, εμπεριστατωμένη και πλήρως επεξηγηματική ως προς τον τρόπο που κατέληξε στα συμπεράσματά της, τα οποία, μάλιστα, παρέθεσε στο Δικαστήριο με την απαιτούμενη σαφήνεια και παραπομπή σε σχετική αρθρογραφία όπου χρειαζόταν. Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε στοιχεία αναξιοπιστίας στη μαρτυρία της Μ.Κ.14, η οποία παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και την αποδεχόμαστε στο σύνολό της ως αξιόπιστη.

 

Ό,τι ενδιαφέρει, εν προκειμένω, είναι πως κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις η μάρτυρας δεν εντόπισε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στις δειγματοληψίες που λήφθηκαν από τα ενδύματα των παραπονούμενων (περιλαμβανομένων των εσωρούχων, πλην του γκρίζου φορέματος της [E]) καθώς και από σημεία των γενετικών τους οργάνων. Εξήγησε, όμως, με κατατοπιστικό τρόπο, πώς ο μη εντοπισμός γενετικού υλικό δεν συνεπάγεται ότι ο κατηγορούμενος δεν άγγιξε τις επιφάνειες αυτές καθότι η εναπόθεση του γενετικού υλικού αρχικά και έπειτα κατά πόσο αυτό θα παραμείνει εκεί ώστε να εντοπιστεί κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως το κατά πόσο το υπό κρίση άτομο αποτελεί “καλός δότης”, η χρονική περίοδος που διαρρέει από την επαφή μέχρι τη λήψη δείγματος, το είδος των επιφανειών και κατά πόσο στο μεσοδιάστημα μία επιφάνεια έρχεται σε επαφή με άλλη. Σε σχέση δε με την περιοχή των γενετικών οργάνων των παραπονούμενων (εσωτερικά), ανέφερε ότι εκεί, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στον γυναικείο κόλπο όπου λειτουργούν διάφορα ένζυμα που καταστρέφουν ξένα κύτταρα καθώς και του χρόνου που είχε παρέλθει από το κατ’ ισχυρισμό άγγιγμα μέχρι τη λήψη δειγματοληψιών είναι πιθανόν να μην εντοπιστεί γενετικό υλικό ακόμη και εάν υπήρξε εισχώρηση δακτύλου. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στα ενδύματα και τα σημεία των γενετικών οργάνων των παραπονούμενων δεν προσκρούει, ούτε αποδυναμώνει αλλά ούτε και υποστηρίζει την εκδοχή των παραπονούμενων.

 

Περαιτέρω, η μάρτυρας εξήγησε ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στην εσωτερική επιφάνεια του γκρίζου φορέματος, το οποίο παρέδωσε η [E] στην αστυνομία, ως το φόρεμα που φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Με θετικό και εμπεριστατωμένο τρόπο, η μάρτυρας κατέθεσε ότι το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε και εξετάστηκε, αντιστοιχεί με τα γενετικά χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου (21 “αλλήλια” από τα 24 του χρωματοσώματος Υ ταυτίζονται με αυτά του κατηγορούμενου). Κατά την κρίση μας, εφόσον, βάσει της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε, δεν τίθεται ζήτημα εναπόθεσης γενετικού υλικού από κάποιον άλλο άνδρα της οικογένειας του κατηγορούμενου (και δεν αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος συναναστράφηκε τουλάχιστον με την [E] κατά τον επίδικο χρόνο), για τους λόγους που η μάρτυρας εξήγησε, οι πιθανότητες το γενετικό υλικό να ανήκει σε άλλο άτομο πέραν από τον κατηγορούμενο είναι αμελητέες. Ενόψει του τρόπου που έλαβε χώρα η δειγματοληψία στην εσωτερική επιφάνεια του φορέματος (ήτοι με τη χρήση κολλητικής ταινίας που σαρώθηκε σε όλη την εσωτερική επιφάνεια μπρος-πίσω), δεν μπορεί να προσδιοριστεί το σημείο του φορέματος όπου έγινε η εναπόθεση του γενετικού υλικού, πέραν από το ότι επρόκειτο για την εσωτερική επιφάνεια αυτού. Περαιτέρω, ερωτηθείσα σχετικά η μάρτυρας ανέφερε ότι το ενδεχόμενο η εναπόθεση να έγινε άμεσα με άγγιγμα του χεριού του κατηγορούμενου στο εσωτερικού του φορέματος της [E] αποτελεί “ένα πιθανό σενάριο”, χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο η εναπόθεση να έλαβε χώρα με άλλο τρόπο, περιλαμβανομένης και της έμμεσης (δευτερεύουσας) εναπόθεσης, κάτι για το οποίο, σημειώνουμε, δεν ρωτήθηκε να επεξηγήσει εις βάθος. Έτσι, η εκτίμηση της ως προς τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού, ήτοι κατά πόσο ήταν πιο πιθανόν αυτή να ήταν άμεση ή έμμεση (και σε πιο βαθμό), παρέμεινε ασαφής.

 

Στη βάση των πιο πάνω, ο εντοπισμός του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην εσωτερική επιφάνεια του φορέματος της [E] (χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές σημείο της εναπόθεσης ή να δοθεί θετική μαρτυρία ως προς τον τρόπο εναπόθεσης), σαφώς, δεν δύναται, δίχως άλλο, να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ενέργειες που του καταλογίζονται. Ωστόσο, αν και δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα στο στοιχείο αυτό, δεν παραγνωρίζουμε ότι, εντασσόμενο στην υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν παύει να αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις και το οποίο συνάδει με την εκδοχή των παραπονούμενων. Ως τέτοιο, τείνει να την υποστηρίξει σε περιορισμένο όμως βαθμό, για τους λόγους που εξηγήσαμε.

 

Πολύ θετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας και ο Μ.Κ.18. Κατέθεσε με αμεσότητα, βεβαιότητα λόγου και πλήρως εμπεριστατωμένο τρόπο, χωρίς να διακατέχεται από οποιοδήποτε κίνητρο να παραθέσει ψεύδη στο Δικαστήριο ή να αλλοιώσει την αλήθεια. Τα ευρήματα που αναφέρονται στις ιατροδικαστικές εκθέσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζονται και από το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε από τη Μ.Κ.2 κατά τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, ενώ η θέση που προέβαλε σε σχέση με την πιθανότητα η διείσδυση  δακτύλων στο κόλπο να μην προκαλέσει ρήξη στον παρθενικό υμένα υποστηρίζονται και από σχετική βιβλιογραφία/ αρθρογραφία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο. Η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε δεν κατάφερε να πλήξει την αξιοπιστία του με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε σημείο στη μαρτυρία του, ή στον σχολιασμό που γίνεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ικανό να εγείρει προβληματισμό είτε ως προς την κατάρτιση του μάρτυρα, είτε ως προς την αντικειμενικότητά του, είτε ως προς την ορθότητα των όσων κατέθεσε στο Δικαστήριο. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του στην ολότητά της.

 

Η σημασία της μαρτυρίας του έγκειται στο ότι η διαπίστωση απουσίας κακώσεων στον κόλπο ή τον πρωκτό των παραπονούμενων δεν αποκλείει την πιθανότητα να έλαβε χώρα διείσδυση δακτύλων καθότι κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε τη χρήση έντονης βίας ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις, ως ανέφερε ο μάρτυρας, δεν εντοπίζονται τέτοιες κακώσεις.

 

Ομοίως, η διαπίστωση ότι ο παρθενικός υμένας της [E] παρέμεινε άθικτος δεν συνεπάγεται, σύμφωνα με τα όσα εξήγησε ο ιατροδικαστής με παραπομπή σε βιβλιογραφία (αλλά και επισημαίνεται και στην γραπτή αγόρευση της Υπεράσπισης), ούτε ότι υπήρξε, ούτε ότι δεν υπήρξε διείσδυση δακτύλου στον κόλπο της. Πρόκειται για ιατροδικαστικά ευρήματα, ουδέτερης σημασίας, που, ενώ γίνονται αποδεκτά, στην ουσία δεν ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των παραπονούμενων αλλά ούτε και την καταρρίπτουν.

 

Περαιτέρω, οι κακώσεις που εντοπίστηκαν στο σημείο του λαιμού (τραχηλική χώρα) και των δύο παραπονούμενων, συνάδουν με τη μαρτυρία των παραπονούμενων ως προς το ότι ο κατηγορούμενος τους έκανε μασάζ με κάποια ένταση γύρω από το λαιμό (εντός περιόδου μικρότερης των 24 ωρών πριν από την εξέταση) και αντιστοιχούν στις φωτογραφίες που έλαβαν οι ίδιες από το κινητό τους έπειτα από το επίδικο συμβάν. Αν και η ύπαρξη και μόνο των κακώσεων αυτών δεν καταδεικνύει, βεβαίως, ότι οι κακώσεις προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που περιέγραψαν οι παραπονούμενες, εντούτοις αποτελεί περιστατική μαρτυρία επιστημονικής φύσεως η οποία, συνεκτιμούμενη με τη δική τους μαρτυρία, τείνει να υποστηρίξει την εκδοχή τους.

 

Σημειώνουμε ότι όσον αφορά κακώσεις οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως παλαιές ή κακώσεις που εντοπίστηκαν στη θωρακική ή βραχιόνια χώρα της [E] (ακόμη και εάν χαρακτηρίστηκαν ως “πρόσφατες”) αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον, ενόψει της μαρτυρίας των παραπονούμενων, δεν φαίνεται να συνδέονται με το επίδικο περιστατικό.

 

Η Μ.Κ.20 άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Με υπομονή, ηρεμία, προσεκτικό και σαφή λόγο, επεξήγησε με κατατοπιστικό τρόπο τη μεθοδολογία που ακολούθησε και τους λόγους που οδηγήθηκε στα ευρήματά της. Ήταν προσεκτική στο να μην επεκταθεί σε αναφορά των επίδικων γεγονότων, ούτε κατέθεσε την άποψή της ως προς αυτά, αλλά επικεντρώθηκε στις συναισθηματικές δυσκολίες που παρατήρησε ότι αντιμετώπιζαν οι παραπονούμενες κατά την περίοδο της αξιολόγησης δικαιολογώντας πλήρως τη διάγνωσή της περί ύπαρξης συμπτωματολογίας μετά-τραυματικού στρες, με σχετική παραπομπή σε βιβλιογραφία. Η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε δεν έπληξε καθόλου την αξιοπιστία της, την αντικειμενικότητά της ή την ορθότητα των ευρημάτων της. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας, με σταθερό, ευθύ και εμφανώς καταρτισμένο τρόπο, είχαν λογική συνοχή. Αποδεχόμαστε, λοιπόν, τη μαρτυρία της στην ολότητά της ως αξιόπιστη.

 

Μαρτυρία παραπονούμενων

 

Κάθε μία ξεχωριστά από τις παραπονούμενες (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6) άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Και οι δύο, κατέθεσαν με φυσικότητα, άμεσο και πηγαίο τρόπο, χωρίς να εντοπίζονται υπεκφυγές, υπερβολές ή ουσιώδεις αντιφάσεις στα λεγόμενά τους. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους δεν εντοπίσαμε οποιοδήποτε ίχνος επιτήδευσης ή προσπάθειας να αλλοιώσουν τα γεγονότα ώστε να πετύχουν την καταδίκη του κατηγορούμενου. Διαφάνηκε, τόσο κατά τη διάρκεια των οπτικογραφημένων καταθέσεων, όσο και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής τους, ότι η ακροαματική διαδικασία υπήρξε ιδιαίτερα επίπονη για τις ίδιες ενώ ειδικότερα όταν αναφέρονταν στις καταγγελλόμενες ενέργειες του κατηγορούμενου υπήρξαν και οι δύο, εμφανώς, συναισθηματικά φορτισμένες, σε βαθμό που χρειάστηκε να γίνουν και ολιγόλεπτα διαλείμματα για να ηρεμήσουν. Παρά την μακρά και εξουθενωτική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν, η κάθε μία ξεχωριστά, απαντούσε υπομονετικά στις δύσκολές, λόγω της ευαίσθητης θεματολογίας, ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της. Όταν οι παραπονούμενες δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να θυμηθούν με βεβαιότητα κάποιο συγκεκριμένο σημείο των γεγονότων που συνθέτουν το επίδικο περιστατικό, δεν δίσταζαν να το επισημάνουν. Γενικότερα, απέπνεαν με τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σιγουριά για τα όσα έλεγαν δίνοντας την εντύπωση προσώπων τα οποία ήρθαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν την αλήθεια ως αυτές την βίωσαν και ως μπορούσαν να την ανακαλέσουν στη μνήμη τους.

 

Καμία από αυτές δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο πριν τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο, ούτε επικοινώνησαν μαζί του, απευθείας ή μέσω δικηγόρων, μεταγενέστερα. Δεν εντοπίζουμε να είχαν οποιοδήποτε κίνητρο ή οικονομικό όφελος να αποκομίσουν από την προώθηση της υπό κρίση καταγγελίας εναντίον του. Παρά τις υποβολές της Υπεράσπισης ότι η καταγγελία προωθήθηκε ψευδώς προς εξυπηρέτηση “αλλότριων κινήτρων”, από το σύνολο της τεθείσας μαρτυρίας δεν αναφύεται οποιαδήποτε πιθανότητα να υπήρχαν τέτοια. Σε αυτό συντελεί και η μαρτυρία των γονέων τους, οι οποίοι παρέθεσαν με λεπτομέρεια τις απολαβές και την οικονομική κατάσταση των οικογενειών τους αναδεικνύοντας ότι κανένας από αυτούς, περιλαμβανομένων των παραπονούμενων, δεν είχε οικονομική ανάγκη να χρησιμοποιήσει την παρούσα υπόθεση για να επωφεληθεί οικονομικά, ούτε υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια ή ενέργεια από τις παραπονούμενες ή από την οικογένειά τους προς αυτή την κατεύθυνση εναντίον του κατηγορούμενου.

 

Η εκδοχή της κάθε μίας από αυτές υποστηρίζεται από την εκδοχή της άλλης σε όλα τα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση σημεία, χωρίς να παρατηρούνται ουσιώδεις αποκλίσεις στην περιγραφή των γεγονότων, από το χρόνο της γνωριμίας τους με τον κατηγορούμενο μέχρι και έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας, ως την παρέθεσαν στο Δικαστήριο.

 

Παρατηρήσαμε ότι η Μ.Κ.4 ήταν σε θέση να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το καταγγελλόμενο περιστατικό που έλαβε χώρα στο μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου ενώ, συγκριτικά, η μνήμη της Μ.Κ.6 ήταν σε σημεία κάπως πιο θολή ή περιορισμένη. Ειδικότερα, παρά το ότι η Μ.Κ.6 δεν θυμόταν την ακριβή χρονική αλληλουχία των ισχυριζόμενων ενεργειών του κατηγορούμενου ως αυτές έλαβαν χώρα ενώ οι τρεις τους βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου, εντούτοις, αναγνωρίζοντας και δηλώνοντας ρητά ότι υπήρχαν κάποια κενά στη μνήμη της, κατέθεσε με ευθύτητα και σαφήνεια την φύση των ενεργειών του, τις οποίες θυμόταν με βεβαιότητα, σε σχέση με το πρόσωπό της (αλλά και σε σχέση με τα όσα είδε τον κατηγορούμενο να κάνει στην Μ.Κ.4), τα οποία συνάδουν και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4. Αυτές οι διαφορές στον τρόπο που κατέθεσαν, οι οποίες δεν προσκρούουν στο πυρήνα της εκδοχή της κάθε μίας (ή ακόμη και σε επιμέρους λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα), προσέδωσαν περισσότερη πειστικότητα στη μαρτυρία και των δυο τους εφόσον διαφάνηκε η απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους ή επιτήδευσης στον τρόπο που κατέθεσε η κάθε μία στο Δικαστήριο. 

 

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μετάβασής τους στο μπαρ της οροφής δεν είναι ιδιαίτερα ουσιώδη ή άμεσα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα. Εξάλλου, αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι παραπονούμενες συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο ενώ βρίσκονταν μόνες τους στο μπαρ του ισογείου του ξενοδοχείου λίγες ώρες πριν την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων και ότι κουβέντιασαν σε εύθυμη διάθεση με αυτόν, κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά και κάπνιζαν. Περνούσαν καλά. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι έβγαζαν διάφορες φωτογραφίες μαζί και βίντεο από το κινητό τους ενώ βρίσκονταν στο συγκεκριμένο χώρο, τα οποία προβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Και οι δύο παραπονούμενες υπήρξαν κάθετες στο ότι όταν ρώτησαν τον κατηγορούμενο πόσα κοστίζει ο ναργιλές, όταν περνούσε από το τραπέζι τους, εκείνος τους απάντησε ότι για όμορφα κορίτσια σαν και αυτές, ο ναργιλές ήταν δωρεάν. Αυτή η θέση τους συνάδει και με το γεγονός ότι εν τέλει χρησιμοποίησαν τον ναργιλέ του κατηγορούμενου χωρίς να πληρώσουν.

 

Με την ίδια σιγουριά κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος παράγγελνε ποτά από το μπαρ και τους τα πρόσφερε, τα οποία μάλιστα περιέγραψαν στο Δικαστήριο, αν και η [C] κατά την αντεξέταση της δεν απέκλεισε το να παρήγγειλαν και οι ίδιες κάποια από αυτά. Αυτή η θέση τους υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του [A]. Συνολικά, από όσα θυμούνται, κατανάλωσαν 2-3 ποτά πριν γνωρίσουν τον κατηγορούμενο και, σύμφωνα με την [E], άλλα περίπου 6 ποτά ενώ βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου με αυτόν. Η [C] ανέφερε ότι συνολικά κατανάλωσαν 8-10 ποτά η κάθε μία πριν μεταβούν στο μπαρ της οροφής. Το τελευταίο ποτό το μετέφεραν μαζί τους στο μπαρ της οροφής. Οι πιο πάνω αριθμοί δόθηκαν κατά προσέγγιση εφόσον, ως ανέφεραν και οι δύο, δεν μπορούσαν να θυμηθούν τον ακριβή αριθμό των ποτών που κατανάλωσαν συνολικά εκείνο το βράδυ. Δεν παρατηρείται ιδιαίτερη διαφορά στην εκδοχή τους ως προς την ποσότητα αλκοόλ που κατανάλωσαν ενώ και οι δύο ανέφεραν ότι ήταν “αρκετά μεθυσμένες", ευδιάθετες, γελούσαν, χωρίς αίσθηση κινδύνου ως προς τις προθέσεις του κατηγορούμενου, ενός ατόμου πολύ μεγαλύτερου ηλικιακά από αυτές, τον οποίο μόλις είχαν γνωρίσει. Μάλιστα σε μία κοινή επίσκεψή τους στο αποχωρητήριο, λόγω της ποσότητας αλκοόλ που κατανάλωσαν, έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν στο έδαφος. Εντούτοις, δεν μέθυσαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να χάσουν τις αισθήσεις τους ή να μην έχουν αντίληψη του τι συνέβαινε. Δεν θυμόντουσαν ακριβώς το αντικείμενο των συζητήσεων που είχαν με τον κατηγορούμενο όταν βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου. Και οι δύο ανέφεραν ξεχωριστά στην οπτικογραφημένη τους κατάθεση ότι κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος τους πρότεινε  να μεταβούν κάποιο άλλο βράδυ μαζί του σε κάποιο κλαμπ της Πάφου και διερωτώντο κατά πόσο θα συγκατατίθετο σε κάτι τέτοιο ο πατέρας της [E]. H [E] θυμόταν ότι ο κατηγορούμενος τις αποκαλούσε “τα κορίτσια του”, ότι συζήτησαν για τη ζωή τους και το σχολείο και για τα ναρκωτικά γενικά. Η [C] ανέφερε ότι κουβέντιαζαν για τη ζωή γενικά, ότι ο κατηγορούμενος και ένας άλλο κύριος που βρισκόταν εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα περιέγραφαν την εργασία τους και πόσο την απολαμβάνουν. Κατά την αντεξέταση της, η [C] ανέφερε ότι όταν ρωτήθηκαν για την ηλικία τους, απάντησαν ότι είναι 17 ετών (ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει το 17ο της ηλικίας τους) αλλά δεν θυμόταν για ποιο λόγο είπαν ψέματα. Υπέθεσε ότι το έκαναν για να εκληφθούν ως πιο μεγάλες ενόψει του ότι κατανάλωναν αλκοόλ και κάπνιζαν τσιγάρα. Σε σχέση με αυτό το σκέλος της μαρτυρίας τους, η εκδοχή που παρέθεσαν και οι δύο τους ταυτίζεται στα πλείστα και κυριότερα σημεία ενώ οι όποιες μικροδιαφορές ή κενά στη μνήμη που παρατηρούνται στην περιγραφή των γεγονότων που προηγήθηκαν της μετάβασης τους στο μπαρ της οροφής (π.χ. πού ακριβώς βρισκόταν το τραπεζάκι όπου καθόταν αρχικά ο κατηγορούμενος πριν γνωριστούν, εάν κάθισαν οι τρεις τους στον τραπέζι που καθόταν αρχικά ο κατηγορούμενος ή μεταφέρθηκαν σε άλλο τραπέζι, εάν έπεσαν ενώ βρίσκονταν στο διάδρομο που οδηγεί στο αποχωρητήριο ή στο χώρο του αποχωρητηρίου, πόσα ακριβώς ποτά τους πρόσφερε ο κατηγορούμενος και εάν παράγγειλαν και οι ίδιες ποτά, ο ακριβής τρόπος που συνδέθηκαν με το προφίλ στην πλατφόρμα instagram του κατηγορούμενου ή τι ακριβώς κουβέντιαζαν καθ’ όλο το χρόνο που βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου) κρίνονται επουσιώδη, αλλά και, με γνώμονα την ανθρώπινη εμπειρία, αναμενόμενα ενόψει της μικρής σημασίας τους σε σχέση με τα περιστατικά εκείνης της βραδιάς, της ποσότητα αλκοόλης που είχαν καταναλώσει αλλά και του χρόνου που έχει παρέλθει μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο. Εξάλλου, επαναλαμβάνεται ότι δεν αμφισβητείται η ουσία του ζητήματος, ήτοι ότι οι τρεις τους, αφού γνωρίστηκαν, κάθισαν μαζί στο μπαρ του ισογείου, ότι κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά, ότι κουβέντιασαν για διάφορα θέματα, ότι αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας, έβγαλαν διάφορες φωτογραφίες και βίντεο και ότι έπειτα μετέβησαν μαζί στο μπαρ της οροφής. Η οικειότητα που αναπτύχθηκε μεταξύ τους υποστηρίζεται και από τις διάφορες φωτογραφίες και ειδικότερα τα βίντεο που λήφθηκαν εκείνο το βράδυ και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, παρουσιάζοντας τους τρεις τους σε εύθυμη και παρεΐστικη διάθεση.  Δεν είχαν, συνεπώς, κανένα λόγο οι παραπονούμενες να ανατρέξουν σε ψεύδη ως προς την τοποθεσία του τραπεζιού που κάθονταν πριν μεταβούν στο μπαρ της οροφής, ως προς τον τρόπο που αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας με τον κατηγορούμενο ή προς το ακριβές περιεχόμενο της συζήτησής τους. Αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι οι παραπονούμενες απαντούσαν με εμφανή ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν στο βαθμό που μπορούσαν να  ανακαλέσουν τα στοιχεία αυτά στη μνήμη τους.

 

Η [E] ήταν σε θέση να ανακαλέσει πολλές λεπτομέρειες από τα όσα έλαβαν χώρα κατά το χρόνο που βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής. Περιέγραψε το χώρο, πού κάθισαν, το φωτισμό καθώς και το ότι εκεί, αρχικά, βρίσκονταν δύο άτομα του προσωπικού, οι οποίοι εργάζονταν στο μπαρ και αφού μίλησαν με τον κατηγορούμενο αποχώρησαν. Το ότι τα πρόσωπα που εργάζονταν στο μπαρ αποχώρησαν δεν ξενίζει καθότι ο κατηγορούμενος, λόγω της θέσης του στο ξενοδοχείο, σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ώρας και το ότι δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες στο μπαρ, είχε την εξουσία να τους αποδεσμεύσει. Αυτό συνάδει και με τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Κ.9. Μάλιστα, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ως προς το εάν οι δύο εργαζόμενοι στο μπαρ βρίσκονταν ακόμη εκεί ή όχι, καθότι ως ανέφερε είχε καθίσει με την πλάτη προς το μπαρ και αυτοί, ως είπε, θα μπορούσαν να είχαν αποχωρήσει για να καθαρίσουν.

 

Συναισθηματικά φορτισμένη και με τρεμάμενη φωνή, η [E] υπήρξε ακριβής και παραστατική καθώς περιέγραφε τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος εναντίον της. Ο τρόπος που περιέγραψε, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, την αλληλουχία των ενεργειών στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος εναντίον της (αλλά και εναντίον της [C]) ήτοι ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να της κάνει μασάζ, έγινε πιο βίαιος στον τρόπο που το έκανε, έπειτα άρχισε να τη φιλά στο στόμα και έπειτα, να διεισδύει τα δάκτυλά του στον κόλπο της, ενώ καθώς τη φιλούσε, διείσδυσε το δάκτυλο του στον κόλπο της [C] (και αντιστρόφως) προσέδιδαν αληθοφάνεια και πειστικότητα στα λεγόμενά της. Η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ στο λαιμό και τους ώμους συνάδει και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ίδιου, με τη διαφορά ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το έπραξε γιατί του ζήτησε η ίδια, κάτι το οποίο η [E] αρνήθηκε κατηγορηματικά. Επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος διείσδυσε δύο δάκτυλα στον κόλπο και προέβαινε σε παλινδρομικές κινήσεις, αλλά δεν θυμόταν να προσδιορίσει ποια ακριβώς δάκτυλα χρησιμοποίησε, ούτε μπορούσε να υπολογίσει το βάθος της διείσδυσης. Δεν εντοπίζουμε κάτι ασύνηθες ή ύποπτο στο ότι, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, δεν ήταν σε θέση να αποτυπώσει στο μυαλό της και να προσδιορίσει στο Δικαστήριο λεπτομέρειες τέτοιου είδους.  Παρεμβάλλεται πως, καθότι έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί από την Υπεράσπιση κάποια αντίφαση στα λεγόμενά της ως προς το εάν στην οπτικογραφημένη της κατάθεση αναφέρθηκε στη διείσδυση ενός δακτύλου ενώ σε άλλο σημείο, καθώς και κατά την αντεξέτασή της, αναφέρθηκε σε δύο δάκτυλα, παρατηρώντας την οπτικογραφημένη της κατάθεση, η [E] ουδέποτε αναφέρθηκε (στην αγγλική γλώσσα) σε διείσδυση ενός δακτύλου αλλά χρησιμοποίησε τη φράση “he fingered me”, η οποία μεταφράστηκε στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο στα ελληνικά ως “μου έβαλε δάκτυλο”. Η χρήση της εν λόγω φράσης στην αγγλική γλώσσα δεν είναι προσδιοριστική του αριθμού των δακτύλων που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, παρά μόνο της ίδιας της ενέργειάς του. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής της ανέφερε ρητά ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δύο δάκτυλα.

 

H [C], με τη σειρά της, περιέγραψε τα όσα θυμόταν από το περιστατικό με παραστατικό τρόπο, χωρίς να διστάσει να επισημάνει σε ποια σημεία υπήρχαν κενά στη μνήμη της και σε ποια είχε καθαρή εικόνα των όσων εκτυλίχθηκαν. Ο ευθύς και ειλικρινής τρόπος που το έπραξε προσέδωσε ακόμη περισσότερη πειστικότητα στα λεγόμενά της. Ο λόγος της και η τονικότητα της φωνής της καθιστούσαν εμφανές ότι δεν αναπαρήγαγε μια χαλκευμένη εκδοχή των γεγονότων, προϊόν κάποιας δόλιας συνεννόησης με την [E], αλλά ότι αντιθέτως αναβίωνε αναγκαστικά, με πολλή δυσκολία, ένα τραυματικό γεγονός για την ίδια. Η περιγραφή της ότι κάποια στιγμή ένιωσε το χέρι του κατηγορούμενου να της χαϊδεύει τα πόδια και τις γάμπες υποστηρίζεται και από τα όσα μετέφερε ο Μ.Κ.9 στο Δικαστήριο ως αναφορές του ίδιου του κατηγορούμενου κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία. Θυμόταν ότι έπειτα ο κατηγορούμενος διείσδυσε το δάκτυλό του στον κόλπο της, ενώ παράλληλα είχε το κεφάλι γυρισμένο προς την [E] και την φιλούσε, στοιχείο που συνάδει απόλυτα με τα όσα περιέγραψε και η [E]. Ανέφερε ότι, έπειτα ο κατηγορούμενος άρχισε να τη φιλά στο στόμα και, παρά τον μειωμένο φωτισμό, μπορούσε να δει ότι το φουστάνι της [E] ήταν σηκωμένο προς τα πάνω (καθώς εκείνη καθόταν) και το χέρι του κατηγορούμενου βρισκόταν στο σημείο του κόλπου της. Η υπόθεσή της ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα δάκτυλα του στον κόλπο της [E], όπως είχε κάνει προηγουμένως και στην ίδια, επιβεβαιώνεται από τα όσα κατέθεσε η [E]. H [C], θυμόταν, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ στην περιοχή του λαιμού και της άγγιζε το στήθος αλλά δεν μπορούσε να τοποθετήσει χρονικά αυτή του την πράξη, ήτοι εάν έλαβε χώρα πριν ή μετά τα πιο πάνω. Ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος της έκανε μασάζ συνάδει και από την ερυθρότητα στο λαιμό που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που έλαβε αμέσως έπειτα από το επίδικο περιστατικό αλλά και με το σχετικό εύρημα του Μ.Κ.18 κατά την ιατροδικαστική της εξέταση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της [E]. Γενικότερα, η περιγραφή της [C] ως προς τα όσα εκτυλίχθηκαν στο μπαρ της οροφής, παρουσιαζόμενη προφανώς από τη δική της οπτική, υποστηρίζεται και από την περιγραφή της [E], χωρίς να εντοπίζονται αντιφάσεις ή διάθεση υπερβολής στα λεγόμενά οποιασδήποτε εκ των δύο.

 

Εναρμονισμένη στα ουσιώδη σημεία της ήταν και η εκδοχή που παρέθεσε η κάθε μία από τις παραπονούμενες σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου όταν πλέον αυτές εξέφρασαν την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από το χώρο του μπαρ. Ως ήταν αναμενόμενο, η κάθε μία ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα και κατηγορηματικό τρόπο ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου που αφορούσαν στο άτομό της, παραθέτοντας συνάμα, όχι όμως πάντοτε με την ίδια βεβαιότητα, και όσα αντιλήφθηκε η κάθε μία ότι συνέβαιναν στο άλλο άτομο. Και οι δύο κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε στον ανελκυστήρα. Η [E] κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος φιλούσε και τις δύο στο στόμα ενώ, ως παρατηρούμε, η [C] ανέφερε μόνο ότι “νομίζει” πως ο κατηγορούμενος φιλούσε την [E] αλλά δεν ισχυρίστηκε ότι φίλησε και την ίδια κατ’ εκείνο το χρόνο. Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο αυτή η διαφορά στην περιγραφή (ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος φίλησε και τη [C]) οφείλεται σε εσφαλμένη αντίληψη της [E] ή σε κενό στη μνήμη της [C] σε σχέση με τη συγκεκριμένη πτυχή του περιστατικού. Εφόσον, όμως, η ίδια η [C] δεν ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τη φίλησε στο στόμα εντός του ανελκυστήρα, κρίνουμε ότι θα ήταν επισφαλές να στηριχτούμε μόνο στην αναφορά της [E] σε σχέση με αυτό το σημείο.

 

Επιπλέον, και οι δύο ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε τα οπίσθιά τους (πάνω από τα ρούχα) ενώ κάποια στιγμή έπιασε το χέρι της [C] και τον τοποθέτησε πάνω από το πέος του (πάνω από τα ρούχα). Σημειώνεται ότι σε σχέση με την ενέργεια του κατηγορούμενου να τοποθετήσει το χέρι της [C] πάνω από το πέος του, η [E] ανέφερε ότι “νομίζει” ότι είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε αυτή την ενέργεια ενώ η [C] κατέθεσε με θετικό τρόπο ως προς τούτο. Επίσης, η [E] περιέγραψε με παραστατικό τρόπο ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το δάκτυλο του στον πρωκτό της, εξηγώντας λεπτομερώς πώς το έκανε αυτό μέσα από τα ρούχα, κάτι το οποίο δεν ανέφερε η [C], η οποία περιορίστηκε σε αναφορά ότι ο κατηγορούμενος τις άγγιζε στα οπίσθια πάνω από τα ρούχα. Σε αντίθεση με την εισήγηση της Υπεράσπισης, στην πραγματικότητα δεν φρονούμε ότι τα πιο πάνω συνιστούν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακολουθίες στη μαρτυρία των δύο παραπονούμενων. Ενόψει της φύσεως του περιστατικού ως εξελίχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα (το οποίο αποτελούνταν από διάφορες ενέργειες του κατηγορούμενου) και της κατά τα άλλα, κοινής περιγραφής των δύο παραπονούμενων ως προς τις επίδικες σεξουαλικής φύσεως ενέργειες του, δεν θεωρούμε ότι η εν λόγω ασυμφωνία στην περιγραφή επιμέρους ενεργειών προς ένα άτομο, οι οποίες μπορεί να μην έγιναν αντιληπτές με τον ίδιο τρόπο από το άλλο άτομο, δύναται να αναχθεί ως ουσιώδης αντίφαση στην εκδοχή τους, δυνάμενη να πλήξει την αξιοπιστία των παραπονούμενων. Εξάλλου, κρίνουμε φυσιολογικό και απόλυτα συμβατό με την ανθρώπινη εμπειρία το γεγονός ότι η κάθε παραπονούμενη θυμήθηκε και περιέγραψε με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα έλαβαν χώρα στο δικό της πρόσωπο παρά όσα αντιλήφθηκε να συμβαίνουν στην άλλη (στο βαθμό που είχε την ευκαιρία να τα αντιληφθεί), αφού είναι λογικό το βίωμα κάποιου να παραμένει πιο ζωντανό και λεπτομερές στη μνήμη του σε σχέση με γεγονότα τα οποία απλώς παρατήρησε να συμβαίνουν σε τρίτο πρόσωπο. Τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι η συνολική εικόνα του συμβάντος παρέμεινε κοινή μεταξύ των δύο παραπονούμενων, πλην ορισμένων επιμέρους λεπτομερειών που αφορούσαν αποκλειστικά την κάθε μία από αυτές.

 

Το γεγονός ότι αυτά έλαβαν χώρα ενώ οι τρεις τους βρισκόταν στον χώρο του ανελκυστήρα, ο οποίος ήταν φωτισμένος και περιμετρικά είχε γυαλί δεν αποδυναμώνει την μαρτυρία των παραπονούμενων. Η ώρα ήταν εξάλλου προχωρημένη και είναι αβέβαιο εάν τα άτομα που βρίσκονταν γύρω στο μπαρ του ισογείου (το οποίο, μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία των παραπονούμενων αλλά και του [A] είχε κλείσει πριν ώρα) μπόρεσαν να παρατηρήσουν τι λάμβανε χώρα στον ανελκυστήρα μεταξύ τους ή εάν μπορούσαν να αντιληφθούν ότι επρόκειτο για ανήλικες κοπέλες, για μη συναινετικές πράξεις κτλ. ώστε να προσδώσουν κάποια σημασία ή να αντιδράσουν με οποιονδήποτε τρόπο.

 

Ρωτήθηκαν κατ’ επανάληψη και οι δύο γιατί δεν αντέδρασαν με οποιονδήποτε τρόπο όταν ο κατηγορούμενος προέβη στις καταγγελλόμενες ενέργειες. Και οι δύο επέμειναν ότι ουδέποτε ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους κάνει μασάζ, ουδέποτε του ζήτησαν λεκτικά να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, ούτε με τις αντιδράσεις του σώματός τους ή με κάποια χειρονομία ανταπόδωσαν ή αποδέχτηκαν τις ενέργειές του. Η [E] εξήγησε ότι ήταν πολύ φοβισμένη ενόψει του ότι βρισκόταν μαζί με ένα άνδρα πολύ μεγαλύτερο και δυνατότερο σωματικά από την ίδια, βρισκόταν σε “κατάσταση σοκ”, ένιωθε σωματικά “κουρασμένη” και ανήμπορη να κινηθεί εφόσον “ο εγκέφαλός [της] δεν μπορούσε να αντιδράσει” αν και αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε. Ομοίως, η [C] ανέφερε ότι φοβήθηκε, “δεν ήξερε τι να πει” και δεν μπορούσε να κινηθεί καθώς τα πόδια της ένιωθαν “περίεργα”. Ουσιαστικά, αυτό που μετέδωσαν στο Δικαστήριο οι παραπονούμενες είναι ότι πάγωσαν από το φόβο τους και το ξάφνιασμα που τους προκάλεσαν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και ένιωθαν ανήμπορες να αντιδράσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Χρειάστηκε να περάσει κάποιο χρονικό διάστημα μέχρις ότου η [E] ανακτήσει δυνάμεις και επιχειρήσει να διαφύγει μαζί με τη φίλη της. Δεν θεωρούμε ότι τα πιο πάνω θα μπορούσαν με οποιοδήποτε τρόπο να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία των παραπονούμενων, ούτε η αδυναμία τους να αντιδράσουν προβάλλει ως μη αληθοφανής ή παράλογη. Επρόκειτο για πολύ νεαρά κορίτσια, τα οποία είχαν καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ και βρίσκονταν, σε άλλη χώρα, σε απόμερο σκοτεινό μέρος με έναν άνδρα, στην ουσία ξένο προς εκείνες (εφόσον τον γνώρισαν λίγη ώρα προηγουμένως) και αρκετά μεγαλύτερο και πιο δυνατό από τις ίδιες. Δεν θα ήταν ορθό να εξεταστεί η αντίδρασή των παραπονούμενων και κατ΄επέκταση η αξιοπιστία τους με εκλογικευμένη αυστηρότητα και με το μέτρο της νηφαλιότητας που επιτρέπει η μεταγενέστερη θεώρηση των πραγμάτων, αποστασιοποιημένη από τον επικείμενο κίνδυνο και ενίοτε την έκπληξη που νιώθει το κάθε θύμα (ειδικότερα όταν πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο) που βρίσκεται αντιμέτωπο με τέτοιου είδους κακοποιητική συμπεριφορά, ως αυτή που περιέγραψαν οι παραπονούμενες. Υπενθυμίζεται ότι αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.20 (κλινική ψυχολόγος) ανέφερε ότι, βάσει της εμπειρίας της, η θέση των παραπονούμενων όταν ένιωσαν ανήμπορες να κινηθούν (και κατ’ επέκταση να αντιδράσουν) μπορεί να εξηγηθεί με διάφορους τρόπους: Το ένα σκέλος αφορά την κατανάλωση αλκοόλ και τις επιπτώσεις στο σώμα που αυτή μπορεί να επιφέρει και το άλλο αφορά στην πολύ έντονη συναισθηματική φόρτιση που υφίσταται όταν ένα άτομο φοβάται πολύ, είναι τρομοκρατημένο ή σε κατάσταση σοκ και η οποία μπορεί να επιφέρει δυσκολία στην αντίδραση/κίνηση, χωρίς να σημαίνει ότι το άτομο αυτό καθίσταται κυριολεκτικά “παράλυτο”. Δεν παραγνωρίζεται, επίσης, αυτό που επανειλημμένως αναφέρεται στη νομολογία ότι σεξουαλικής φύσεως αδικήματα “αγγίζουν τόσο βαθιά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με τον ψυχισμό τους”[74]. Όταν πλέον εξέφρασαν την επιθυμία τους να αποχωρήσουν και ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε στον ανελκυστήρα, αυτό που προκύπτει από τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα είναι ότι οι ίδιες βιάζονταν να απομακρυνθούν από εκείνον, χωρίς όμως να έρθουν σε λεκτική ή σωματική σύγκρουση μαζί του, κάτι το οποίο συνάδει με τον ισχυρισμό τους ότι ένιωθαν έντονο φόβο. Αποδεχόμαστε, λοιπόν, τη θέση τους η οποία αλληλουποστηρίζεται από την μαρτυρία και των δύο, βρίσκει έρεισμα στις εξηγήσεις της κλινικής ψυχολόγου και συνάδει με την υφιστάμενη νομολογιακή προσέγγιση επί του θέματος.

 

Λογική συνοχή χαρακτηρίζει και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα έπειτα από το επίδικο περιστατικό και συνθέτουν την διαδικασία αποκάλυψης του περιστατικού, αρχικά προς τη φίλη της [C], [Β], και το φίλο της [S]. Οι παραπονούμενες τελούσαν σε κατάσταση σοκ και δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν το τι συνέβη. Η [E] είχε ενδοιασμούς ως προς το να προχωρήσει άμεσα σε αποκάλυψη του γεγονότος προς τον πατέρα της, ο οποίος κοιμόταν στο δωμάτιο του, ανησυχώντας για την αντίδρασή του. Δεν ξενίζει το γεγονός ότι προτίμησαν να μεταβούν αρχικά στο δωμάτιό τους για να συζητήσουν το τι είχε συμβεί και να συνομιλήσουν με τους συγκεκριμένους φίλους, με τους οποίους η [C] εξάλλου είχε επαφή, μέσω αποστολής μηνυμάτων, και πριν το επίδικο περιστατικό. Σχετικά προς τούτο είναι και τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.20 ως προς το ότι η διαδικασία αποκάλυψης μιας σεξουαλικής κακοποίησης, ειδικότερα από νεαρά άτομα, είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία και πολλές φορές παρατηρείται καθυστερημένη, μη “γραμμική”, αποκάλυψη ενώ τα θύματα αναζητούν “ασφαλές περιβάλλον” για να προχωρήσουν σε αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ως ισχυρίστηκαν και οι δύο παραπονούμενες (και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση), κατόπιν παρότρυνσης από τη μητέρα της [B], η οποία άκουσε τη συνομιλία που οι παραπονούμενες είχαν με την θυγατέρα της, οι παραπονούμενες αποφάσισαν να ξυπνήσουν τον Μ.Κ.5 και να τον ενημερώσουν για το τι είχε συμβεί. Η περιγραφή τους ως προς τον τρόπο που το έπραξαν συνάδει και με την μαρτυρία του ίδιου του Μ.Κ.5. Δεν αμφισβητείται ότι ο Μ.Κ.5 ενημερώθηκε λίγη ώρα έπειτα από το επίδικο περιστατικό (αναφέρθηκε κατά προσέγγιση περίπου μία ώρα από την αποχώρησή τους από το μπαρ της οροφής) ενώ εξάλλου, περί η ώρα 01:30 π.μ., ο Μ.Κ.5 βρισκόταν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου και απαιτούσε όπως το περιστατικό καταγγελθεί στην αστυνομία. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα κατέθεσε ο Μ.Κ.11, ήτοι ο αστυφύλακας που έλαβε το τηλεφώνημα από το χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου σε σχέση με την καταγγελία.  Συνάδει και με αυτά που κατέθεσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ήτοι ότι περί η ώρα 2:00 π.μ. (χωρίς να μπορεί να θυμάται ακριβώς την ώρα) ενημερώθηκε από υπαλλήλους του ξενοδοχείου ότι ο Μ.Κ.5 κρατούσε τη φωτογραφία του και επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση.

 

Μικροαντιφάσεις που παρατηρούνται μεταξύ της μαρτυρίας της [E] και αυτής του Μ.Κ.5 ως προς το κατά πόσο ή όχι οι παραπονούμενες τον ακολούθησαν στο χώρο υποδοχής όπου παρέμειναν για πολύ λίγο (ως υποστήριξαν οι ίδιες), ως προς το πότε στάλθηκε ηλεκτρονικά η φωτογραφία του κατηγορούμενου στο κινητό του Μ.Κ.5 από την [E][75] και ως προς το πόσες φορές ο Μ.Κ.5 επισκέφθηκε το δωμάτιό τους έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας για να τις καθησυχάσει κρίνονται περιθωριακής σημασίας, εάν όχι άσχετες, εφόσον δεν άπτονται καν των επίδικων θεμάτων. Είναι, εξάλλου, συγγνωστές λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων και της συναισθηματικής φόρτισης που διακατείχε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για να πλήξουν την αξιοπιστία τους.

 

Δεν εντοπίζεται, λοιπόν, οποιοδήποτε στοιχείο αναξιοπιστίας στη μαρτυρία που προσέφερε κάθε μία από τις παραπονούμενες. Σφαιρικά ιδωμένη, η μαρτυρία τους υπήρξε συνεκτική και συμπαγής, χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις ή εγγενείς αδυναμίες, υπερβολές ή διάθεση επιτήδευσης. Σαφώς, η μαρτυρία της μίας υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της άλλης σε όλα τα σημαντικά για την παρούσα υπόθεση σημεία.

 

Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου να αναδείξει στη γραπτή του αγόρευση κάθε μία από τις ανακολουθίες που εντόπισε στη μαρτυρία των παραπονούμενων ως “δυσχερώς συμβατές” με την εκδοχή τους, ανάγοντας τις σε “αντιφάσεις” τέτοιας εμβέλειας ώστε να δύνανται να αποδυναμώσουν “ουσιωδώς” την αξιοπιστία τους, αν και θεμιτή, απολήγει ως μια μικροσκοπική και αποσπασματική προσέγγιση της μαρτυρίας των παραπονούμενων, η οποία παραγνωρίζει τη σφαιρική εικόνα και την ουσία των θέσεων που παρέθεσαν στο Δικαστήριο. Τα σημεία που απαριθμούνται στη γραπτή αγόρευση της Υπεράσπισης (τα κυριότερα από τα οποία έχουν τύχει σχολιασμού πιο πάνω), ακόμη και αθροιστικά ιδωμένα, δεν έχουν τη δυναμική να πλήξουν την αξιοπιστία των παραπονούμενων. Πρόκειται είτε για κενά μνήμης σε σχέση με συγκεκριμένες λεπτομέρειες, είτε για ασήμαντες αποκλίσεις ή μικροανακρίβειες, αναμενόμενες υπό τις περιστάσεις και απολύτως συμβατές με την ανθρώπινη φύση, την ηλικία των  παραπονούμενων κατά τον ουσιώδη χρόνο, την κατάσταση μέθης και σοκ στην οποία βρίσκονταν καθώς και την πάροδο του χρόνου μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο. Το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, πολυσύνθετο ως είναι, δεν περιορίζεται στον εντοπισμό και την απαρίθμηση τέτοιου είδους αποκλίσεων.[76]

 

Η διεργασία, όμως, της αξιολόγησης της μαρτυρίας των παραπονούμενων δεν τελειώνει εδώ.

 

Επισημαίνουμε ότι, δυνάμει των συνδυαστικών προνοιών του άρθρου 5, του άρθρου 29 και του σχετικού Πίνακα του Ν.115(I)/2021 υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι μία μάρτυρας είναι παραπονούμενη σε αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης στη βάση του άρθρου 146Α του Ποινικού Κώδικα[77].  Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 21 του Ν. 91(Ι)/2014, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον συγκεκριμένο Νόμο (και περιλαμβάνουν αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων) ενώ καταγγελία που γίνεται από θύμα σε πρόσωπο του στενού του περιβάλλοντος εντός εύλογου χρόνου αποτελεί “ικανή μαρτυρία”.

 

Βεβαίως, η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δύναται να προκύψει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος. Ακόμη και στην απουσία νομοθετικής επιταγής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας σε τέτοιες περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι το Δικαστήριο, στηριζόμενο στη μαρτυρία ενός αξιόπιστου μάρτυρα, να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία[78]. Εξάλλου, η ενισχυτική μαρτυρία ως ζήτημα αρχής, δεν είναι λάθος να αναζητείται έστω και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία του θύματος βιασμού, εφόσον την κρίνει αξιόπιστη. Αυτό γιατί οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία, ενδυναμώνει το ήδη αξιόπιστο της δικαστικής κρίσης[79].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε ήδη κρίνει ότι κάθε μία από τις παραπονούμενες αποτελεί αξιόπιστη μάρτυρα και άρα δεν χρειάζεται, υπό τις περιστάσεις, η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας με σκοπό την αποδοχή της εκδοχής τους. Παρά ταύτα, εντοπίζεται στην τεθείσα μαρτυρία και μαρτυρία ενισχυτικής φύσεως υπό τη μορφή “άμεσου παραπόνου”, η οποία αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που ενδυναμώνει περαιτέρω το ήδη κριθέν ως αξιόπιστο της μαρτυρίας τους.

 

Το άμεσο ή πρώτο παράπονο του θύματος προς τρίτο πρόσωπο αποτελεί κλασική μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας.  Για να γίνει αποδεκτό ένα παράπονο προς ενίσχυση υφιστάμενης αξιόπιστης μαρτυρίας πρέπει: (α) το παράπονο ή η δήλωση να έγινε λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υπόθεσης, αμέσως μετά την διάπραξη του αδικήματος, και (β) το παράπονο πρέπει να έγινε προς το πρώτο πρόσωπο ή πρόσωπα στο οποίο ή στα οποία ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ή τα πρόσωπα προς τα οποία το δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σχετικά με το ποινικό αδίκημα[80].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, εντός μίας ώρας περίπου έπειτα από το επίδικο περιστατικό[81], οι παραπονούμενες, κατόπιν προτροπής της μητέρας της [B], αποφάσισαν να ενημερώσουν τον πατέρα της [E] ως προς το τι είχε συμβεί. Αφού τον ξύπνησαν κτυπώντας την πόρτα του δωματίου του, η [E] του περιέγραψε συνοπτικά τι είχε συμβεί λέγοντάς του ότι πήγαν με ένα διευθυντή του ξενοδοχείου στο μπαρ της οροφής και εκείνος τις κρατούσε, τις πίεζε, τις φιλούσε και έβαλέ τα δάκτυλα του στον κόλπο τους. Η [E] του είπε ότι έχει φωτογραφία του συγκεκριμένου προσώπου. Ο Μ.Κ.5 αφού βεβαιώθηκε ότι τα κορίτσια ήταν ασφαλή, μετέβη στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου για να υποβάλει καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, ως αυτός απεικονιζόταν στη φωτογραφία που του είχε αποστείλει η [E].

 

Η έκφραση του παραπόνου ως περιγράφηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.5 (και ταυτίζεται με την περιγραφή των παραπονούμενων), τόσο λόγω της χρονικής αμεσότητας σε σχέση με το επίδικο περιστατικό όσο και ενόψει και του περιεχομένου του, διακατέχεται κατά την κρίση μας από τον απαιτούμενο αυθορμητισμό ώστε να αποτελεί ικανή ενισχυτικής φύσεως μαρτυρία “άμεσου παραπόνου”. Αν και αποτελεί μία συνοπτική περιγραφή των όσων έλαβαν χώρα, η περιγραφή της [E] ήταν αρκούντως λεπτομερής για να ενημερωθεί ο Μ.Κ.5 ως προς το τι είχε συμβεί. Εξάλλου, δεν θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, αναμενόμενο από την [E] να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς την κάθε ενέργεια του κατηγορούμενου από το χρόνο της συνάντησής τους μέχρι τη διαφυγή τους από αυτόν - ούτε της ζητήθηκε από τον Μ.Κ.5 να πράξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, ως εξηγήσαμε πιο πάνω, το σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το επίδικο περιστατικό μέχρι την έκφραση του παραπόνου δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις εφόσον οι παραπονούμενες τελούσαν σε κατάσταση σοκ και αφού διέφυγαν από τον κατηγορούμενο πήγαν αμέσως στο δωμάτιο τους για να αποφασίσουν πως θα διαχειριστούν το τι είχε συμβεί. Εντός εκείνου του διαστήματος, και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, συζήτησαν το τι είχε συμβεί και με τη φίλη της [C], την [B], αλλά και με τον [S], στους οποίους, επίσης, περιέγραψαν τη σεξουαλική κακοποίηση που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκαν[82]. Είναι κατόπιν προτροπής της μητέρας της [B] που προέβησαν άμεσα στην έκφραση του παραπόνου προς τον Μ.Κ.5, διαφορετικά, ως ανέφεραν, ίσως και να απέφευγαν να τον ενημερώσουν αμέσως, και αυτό αποτελεί περαιτέρω ένδειξη του αυθόρμητου τρόπου με τον οποίο ενήργησαν. 

 

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι συνθήκες και ο χρόνος εντός του οποίου η [E], στην παρουσία της [C], ανέφερε στον Μ.Κ.5 τι έγινε συνιστά άμεσο (διαδοχικό) παράπονο, στοιχείο το οποίο ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της μαρτυρίας και των δύο παραπονούμενων (η οποία ταυτίζεται) σε σχέση με το επίδικο περιστατικό.

 

Σημειώνουμε ότι η ταραγμένη κατάσταση των παραπονούμενων ως την περιέγραψε ο Μ.Κ.5 κατά το χρόνο έκφρασης του παραπόνου σε αυτόν δεν αποτελεί, ούτε εκλαμβάνεται εν προκειμένω, ως επιπρόσθετη ενισχυτική μαρτυρία, για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΙΛΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 7490, 21 Απριλίου, 2004, στην οποία παραπέμπουμε.

 

Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης της μαρτυρίας κάθε μίας από τις παραπονούμενες ξεχωριστά, η εκδοχή των οποίων λαμβάνει ενίσχυση υπό την μορφή άμεσου παραπόνου, και αφού την αντιπαραβάλαμε με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία και την προσεγγίσαμε με την επιβαλλόμενη προσοχή και με διερευνητική διάθεση, αλλά όχι με προκατάληψη, η σφαιρική εικόνα που αποκομίσαμε ήταν ότι κάθε μία από τις παραπονούμενες κατέθεσε στο Δικαστήριο με πλήρη ειλικρίνεια. Για όλους τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όντας πεπεισμένοι για την γνησιότητα της εκδοχής τους, την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη και αληθή, με μοναδική εξαίρεση τον ισχυρισμό της [E] ότι όταν οι τρεις τους εισήλθαν στον ανελκυστήρα, ο κατηγορούμενος φίλησε στο στόμα και τη [C] (εφόσον η ίδια η [C] δεν ήγειρε τέτοιο ισχυρισμό).

 

Περαιτέρω, η διάγνωση της Μ.Κ.20, ήτοι ότι κατά την περίοδο της ψυχολογικής αξιολόγησης που ακολούθησε του επίδικου περιστατικού, οι παραπονούμενες αντιμετώπιζαν συμπτωματολογία μετατραυματικού στρες, με τον τρόπο που περιγράφεται στις σχετικές εκθέσεις (και που σε σημαντικό βαθμό συνάδει και με τη μαρτυρία των γονέων τους ως προς τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν έπειτα από το επίδικο περιστατικό), συνηγορεί στο ήδη κριθέν ως αξιόπιστο της εκδοχής τους.

 

Μαρτυρία Κατηγορούμενου

 

Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου:

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενο ενόσω κατέθετε ενόρκως στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν άφησε θετική εικόνα ως μάρτυρας αλήθειας. Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε πιο κάτω, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος σε όλη την πορεία της κατάθεσής της μαρτυρίας του ενώπιον μας επιχείρησε να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης λέγοντας αναλήθειες. Παλινδρομήσεις, αντιφατικές προσεγγίσεις και αναπροσαρμογές χαρακτηρίζουν τις ανάλογες θέσεις του.

 

Ως γενικό σχόλιο σημειώνουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε σε πολλές από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν δεν περιοριζόταν σε ευθεία ή άμεση παράθεση των γεγονότων ως ο ίδιος τα έζησε, αλλά συστηματικά συνοδευόταν από επιχειρηματολογία, επικαλούμενος το ότι δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό στο σώμα των παραπονούμενων, το ότι είναι αδύνατον για κάποιον να μετακινήσει με το ένα χέρι το εσώρουχο μιας κοπέλας ενώ αυτή κάθεται και να διεισδύσει το δάκτυλο του στον κόλπο της (διερωτώμενος εάν είναι ο “spiderman”), το ότι δεν υπήρχε λόγος να προσφέρει ποτά σε αυτές εφόσον φόραγαν το βραχιολάκι του «all inclusive» πακέτου, το ότι λόγω της κατασκευής των καρεκλών του μπαρ της οροφής αλλά και της απόστασης μεταξύ τους θα ήταν “ανθρωπίνως αδύνατο” να τις αγγίζει με τον τρόπο που του αποδίδεται (χρησιμοποιώντας μάλιστα την έκφραση ότι δεν είναι “χταπόδι ή σουπιά”) και ισχυριζόμενος ότι είναι αδύνατο για κάποιο να εισχωρήσει το δάκτυλό του στον πρωκτό μιας κοπέλας ενόσω αυτή περπατά ή στέκεται. Πέραν του ότι τίποτα από τα πιο πάνω δεν είναι πρακτικά ή “ανθρωπίνως” αδύνατο να συμβούν (ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία), αρνητική εντύπωση άφησε η απουσία ευθύτητας στον τρόπο που απαντούσε, ο οποίος δεν απέπνεε βεβαιότητα για την αλήθεια των όσων έλεγε.

 

Η περιγραφή του περιστατικού από τον ίδιο, σφαιρικά ιδωμένη, χαρακτηρίζεται από εκτενή ηθικολογική περιγραφή της συμπεριφοράς των παραπονούμενων, την οποία αποκάλεσε ως “προκλητική” και “απρεπή”. Έκανε αναφορά στο πώς ήταν ντυμένες, ότι κάθισαν με τρόπο που φαίνονταν τα εσώρουχά τους και χόρευαν προκλητικά, ότι τοποθέτησαν τα πόδια τους πάνω του αγγίζοντας την περιοχή των γεννητικών του οργάνων, στο ότι παρά την ηλικία τους κάπνιζαν και ζητούσαν επίμονα ναρκωτικά, στον τρόπο που τύλιγαν το τσιγάρο και στο ότι νωρίτερα το ίδιο απόγευμα “ερωτοτροπούσαν” με ένα αλλοδαπό ναυαγοσώστη και ένα ομοεθνή του. Αυτό έγινε με έντονο τρόπο διάχυτο σε όλη την έκταση της μαρτυρίας του. Ο ίδιος, από την άλλη, σκιαγράφησε τον εαυτό του ως ένα σοβαρό και αξιοπρεπή επαγγελματία, ο οποίος “δίδασκε πειθαρχία” στο ξενοδοχείο και που ποτέ δεν θα διανοείτο να αντικρίσει αυτές, ή οποιαδήποτε άλλη πελάτισσα του ξενοδοχείου, σε ώρα εργασίας σεξουαλικά, παρά μόνο τις προσέγγισε με “πατρικό” ή “φιλικό” τρόπο ως πελάτισσες του ξενοδοχείου και μάλιστα τους έκανε αρκετές φορές παρατήρηση ώστε να συμπεριφέρονται ευπρεπώς.

 

Όμως, οι ηθικολογικές αναφορές στη συμπεριφορά των παραπονούμενων, ειδικότερα ο προκλητικός τρόπος που σύμφωνα με τον ίδιο συμπεριφέρονταν, δεν προβάλλονται ως εξήγηση ή δικαιολογία σε σχέση με τη διάπραξη των καταγγελλόμενων πράξεων από μέρους του ή προς υποστήριξη της θέσης ότι οι ίδιες συναίνεσαν (μέσω της συμπεριφοράς τους) στις πράξεις αυτές, εφόσον ο ίδιος αρνείται ότι ενήργησε με αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς, εντάσσονται σε μια αφήγηση που επιτηδευμένα και με στοιχεία υπερβολής παρουσιάζει τις παραπονούμενες υπό αρνητικό πρίσμα, με εμφανή σκοπό να επηρεάσει δυσμενώς την αξιολόγηση της δικής τους εκδοχής και να ενισχύσει τη δική του.

 

Πέραν τούτου, παρατηρούμε ότι η εικόνα που παρουσίασε για τον εαυτό του, δηλαδή αυτή του υπεύθυνου, πειθαρχημένου και σοβαρού επαγγελματία που σκοπό είχε να εξυπηρετήσει τις παραπονούμενες ως μέλος της διεύθυνσης του ξενοδοχείου, μη διστάζοντας να τους κάνει και παρατήρηση όταν συμπεριφέρονταν “απρεπώς”, δεν συνάδει με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που συνθέτουν τον τρόπο και χρόνο που διήρκεσε η συνάντησή τους. Ειδικότερα, αποδέχθηκε ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας τους (ακόμη και εάν δεν γνώριζε την ακριβή τους ηλικία) τους επέτρεψε να χρησιμοποιούν κατά τη διάρκεια της βραδιάς τον δικό του ναργιλέ, φέρνοντάς τους μάλιστα και ξεχωριστά “στόμια”, κάθισε μαζί τους καπνίζοντας και καταναλώνοντας αλκοόλ, βγάζοντας φωτογραφίες και βίντεο ενώ στη συνέχεια, τις συνόδευσε, μετά τα μεσάνυχτα, σε άλλο περισσότερο απόμερο χώρο με χαμηλότερο “πιο ρομαντικό” φωτισμό, ήτοι στο μπαρ της οροφής. Εκεί, δεν δίστασε να έρθει σε σωματική επαφή με μία εκ των δύο παραπονούμενων, κάνοντάς της μασάζ, ως αποδέχτηκε, στον λαιμό και τους ώμους λόγω ενόχλησης στον αυχένα της. Τα πιο πάνω, ως ζήτημα ανθρώπινης εμπειρίας και κοινής λογικής, ουδόλως συμβαδίζουν με την εικόνα που ο ίδιος επιχείρησε να προβάλει περί μίας αποκλειστικά επαγγελματικής ή πατρικής στάσης απέναντι στις παραπονούμενες, στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε υπόψη.

 

Η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε ζήτησε από το προσωπικό του μπαρ του ισογείου να ετοιμάσουν ποτά για τις παραπονούμενες και ότι εκείνες, στην παρουσία του, είχαν καταναλώσει ένα ποτό που έφεραν μαζί τους από την αρχή της συνάντησης, το μισό από το ποτό που είχε παραγγείλει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του προηγουμένως και ακόμη ένα το οποίο παρήγγειλαν οι ίδιες πριν φύγουν από το μπαρ του ισογείου και πήραν μαζί τους στο μπαρ της οροφής, προσκρούει με τη μαρτυρία του [A] (Τεκμήριο 101). Ο [A] ανέφερε στην κατάθεσή του ότι καθώς εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου, περί η ώρα 22:00, είδε τον κατηγορούμενο να κάθεται σε ένα τραπέζι μαζί με τις παραπονούμενες. Κάποια στιγμή, ως ανέφερε, ο κατηγορούμενος τον πλησίασε και του ζήτησε να ετοιμάσει “special drinks” για τις παραπονούμενες, όπως και έπραξε. Στη συνέχεια και ενώ κάθονταν στο τραπεζάκι, ο [A] ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρήγγειλε ακόμα “μία ή δύο φορές” τα ίδια αλκοολούχα ποτά για τις παραπονούμενες, χωρίς να θυμάται ακριβώς τον αριθμό (δηλαδή θυμόταν ότι ο κατηγορούμενος του παρήγγειλε ποτά για τις παραπονούμενες συνολικά 2-3 φορές τουλάχιστον). Ο κατηγορούμενος έμεινε με τις παραπονούμενες μέχρι τα μεσάνυχτα, όταν ο [A] πλέον προχώρησε στο κλείσιμο του μπαρ. Η θέση των παραπονούμενων ως προς τον αριθμό των ποτών που κατανάλωσαν σε εκείνο το χρονικό σημείο (περί τα 6 ποτά), αν και δεν αντιστοιχεί ακριβώς στους ισχυρισμούς του [A], συνάμα δεν προσκρούει με αυτούς, εφόσον ο [A] δεν θυμόταν πόσα ποτά ήπιαν συνολικά οι παραπονούμενες (ούτε θα ήταν λογικά αναμενόμενο να θυμόταν τέτοια λεπτομέρεια αφού εργαζόταν και δεν τις παρακολουθούσε προσεκτικά καθ’ όλη τη βραδιά), παρά μόνο ότι του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να ετοιμάσει για αυτές ποτά, τουλάχιστον μία ή δύο φορές. Παρατηρούμε, ότι ενώ κατέθεταν οι παραπονούμενες, η Υπεράσπιση ουδέποτε τους υπέβαλε τη θέση ότι ψεύδονταν ως προς τον αριθμό τον ποτών που περίπου κατανάλωσαν καθώς βρίσκονταν στο μπαρ του ισογείου, παρά μόνο ως προς το ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε τους πρόσφερε ποτά. Η αναντιστοιχία, με την έννοια που εξηγείται πιο πάνω, που παρατηρείται μεταξύ της θέσης του [A] και των παραπονούμενων υποδηλώνει και την απουσία προηγούμενης συνεννόησης μεταξύ τους. Εξάλλου, ο [A] είναι πρόσωπο που δεν συνδέεται με τις παραπονούμενες, δεν τις γνωρίζει προσωπικά και δεν είχε κάποιο συμφέρον ή κίνητρο να παραθέσει ψεύδη στην κατάθεσή του εναντίον του κατηγορούμενου. Έτσι, ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος, εξ όσων υπέπεσε στην αντίληψή του, παρήγγειλε συνολικά τουλάχιστον 2-3 φορές ποτά για τις παραπονούμενες δεν αποτελεί απλή αναπαραγωγή της εκδοχής των παραπονούμενων, αποδυναμώνει όμως την πειστικότητα της εκδοχής του κατηγορούμενου.

 

Ομοίως, η περιγραφή του [A] δεν φαίνεται να συνάδει με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ο οποίος και πάλι δεν τέθηκε με τέτοιο συγκεκριμένο τρόπο στις παραπονούμενες κατά την αντεξέταση τους, ότι οι τρεις τους, πριν μεταβούν στο μπαρ της οροφής, συναναστράφηκαν συνολικά περίπου 15-20 λεπτά, λόγω του ότι οι παραπονούμενες πηγαινοέρχονταν συνέχεια. Αν και είναι κοινώς αποδεκτό ότι κάποια στιγμή οι παραπονούμενες μετέβηκαν στο αποχωρητήριο όπου μάλιστα γλίστρησαν στο έδαφος και ότι η [C] είχε μεταβεί για κάποιο χρονικό διάστημα στο δωμάτιο της (με την [E] να παραμένει στο τραπέζι), εντούτοις ο [A] τους είδε γενικά να κάθονται στο τραπέζι και οι τρεις τους και να παραγγέλνουν ποτά κατά τη διάρκεια περιόδου 2 ωρών (χωρίς αυτό να αποκλείει ότι υπήρχαν και κάποιες διακοπές). Ανεξαρτήτως της εικόνας που αναφύεται από τη μαρτυρία του [A], αυτό προκύπτει και από τη μαρτυρία των ίδιων των παραπονούμενων, οι οποίες ανέφεραν ότι παρέμειναν αρκετό χρόνο στο μπαρ του ισογείου μαζί με τον κατηγορούμενο, περιέγραψαν τη συναναστροφή τους ως ευχάριστη, κουβέντιαζαν, έπιναν ναργιλέ, ποτά, αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας, έβγαζαν φωτογραφίες και βίντεο κτλ. Η εισήγηση ότι όλα αυτά έγιναν σε διακεκομμένη περίοδο 15-20 λεπτών αποδοκιμάζεται από την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Ακόμη και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του στην αστυνομία ανέφερε ότι οι παραπονούμενες έφευγαν περίπου “κάθε 15 με 20 λεπτά” κατά τη διάρκεια της δίωρης γνωριμίας τους και άρα ο συνολικός χρόνος της συναναστροφής τους δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να κυμαίνεται συνολικά στα 15-20 λεπτά ως μετέπειτα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος. Συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, διαισθανόμενος, υπό το φως του καταγγελλόμενου περιστατικού που ακολούθησε, πως η επιλογή του να καθίσει μαζί με τις παραπονούμενες για μεγάλο χρονικό διάστημα και να αναπτύξει τέτοια οικειότητα μαζί τους δεν συνάδει με την υπερασπιστική του γραμμή και ειδικότερα τον ισχυρισμό του ότι αυτές δεν κατανάλωσαν περισσότερα αλκοολούχα ποτά στην παρουσία του και ότι ο ίδιος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε σεξουαλικά ή ερωτικά για αυτές, επιτηδευμένα αναπροσάρμοσε τη θέση του σε μία προσπάθεια να μειώσει τη χρονική έκταση της γνωριμίας τους και άρα το βαθμό οικειότητας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, πριν οι τρεις τους μεταβούν στο μπαρ της οροφής.

 

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ότι ποτέ δεν αντίκρισε τις παραπονούμενες ερωτικά ή σεξουαλικά και ότι ποτέ δεν προέβη σε τέτοιας φύσης αγγίγματα στο σώμα τους προσκρούει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9. Όπως κατέθεσε ο Μ.Κ.9, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο λίγο μετά την υποβολή της καταγγελίας εναντίον του, ο κατηγορούμενος, περιγράφοντας τη δική του εκδοχή του είπε, μεταξύ άλλων, ότι “εμπήκε στον πειρασμό, τις άγγιξε πάνω στα πόδια, στη ζάμπα τους και μετά έφυγαν και οι τρεις από εκεί χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα, χωρίς να γίνει τίποτε”. Σε άλλο σημείο, ο Μ.Κ.9 διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι, αφού μπήκε στον πειρασμό και τις άγγιζε (ως αναφέρεται πιο πάνω), “ύστερα ετράβισ(ε) πίσω” και “εν έγινε τίποτε”. Ανεξαρτήτως της αλήθειας ή όχι της περιγραφής που έδωσε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ.9 (χωρίς ουσιαστικά να παραδέχεται τις ενέργειες που του αποδίδονται), εντούτοις η χρήση της φράσης “μπήκα σε πειρασμό”, τα περιγραφόμενα αγγίγματα στα πόδια και στη γάμπα των παραπονούμενων, ακόμη και η φράση “ετράβησα πίσω”, ουδόλως συμβαδίζουν με τον πιο πάνω ισχυρισμό του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του δεν αρνήθηκε ότι είχε σχετική συνομιλία με τον Μ.Κ.9 . Ισχυρίστηκε όμως ότι αυτό που είπε στον Μ.Κ.9 ήταν ότι απώθησε τις παραπονούμενες “για να μην μπει στον πειρασμό” και μάλιστα, ανέφερε ότι αυτό είχε πει και ο ίδιος ο Μ.Κ.9 στο Δικαστήριο. Σαφώς, το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.9 αλλά και τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο αποκαλύπτουν ότι η θέση του κατηγορούμενου ως προς το τι είπε ο Μ.Κ.9 δεν ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.9, παρά το ότι υποβλήθηκε σε αυτόν γενικά η θέση ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν του είπε την πιο πάνω φράση, ωστόσο δεν υποβλήθηκε σε αυτόν η διαφοροποιημένη φράση που, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ξεστόμισε ο ίδιος κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία, ώστε ο Μ.Κ.9 να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί αυτού του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Πάντως η διαφοροποιημένη φράση που προέβαλε ο κατηγορούμενος δεν θα δικαιολογούσε ερμηνευτικά τη χρήση της φράσης “ετράβισα πίσω” την οποία και πάλι απέδωσε ο Μ.Κ.9 στον κατηγορούμενο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η αναφορά του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του περί διαφοροποιημένης φράσης που ειπώθηκε στον Μ.Κ.9, με εντελώς διαφορετικό νόημα, προβάλλει ως μια εκ των υστέρων αναπροσαρμογή της θέσης του κατηγορούμενου ώστε επιτηδευμένα να πλησιάζει τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 χωρίς όμως να προσκρούει με την δική του υπερασπιστική γραμμή.

 

Ουσιώδης αντίφαση εντοπίζεται και στον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, τον οποίο προέβαλε με κατηγορηματικό τρόπο στο Δικαστήριο, ότι οι δύο μπάρμαν που εργάζονταν στο μπαρ της οροφής παρέμειναν εκεί μέχρι τις 01:00 το πρωί και μάλιστα, ότι βάσει των κανονισμών του ξενοδοχείου δεν δικαιούνταν να φύγουν νωρίτερα. Πέραν από το ότι αυτή η θέση δεν συνάδει με τα όσα περιέγραψε ο Μ.Κ.9 σε σχέση με την ελαστικότητα του ωραρίου που παρατηρείται στο κλείσιμο του μπαρ της οροφής όταν δεν εξυπηρετούνται πελάτες, ο πιο πάνω ισχυρισμός προσκρούει  ευθέως με την απάντηση που ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδωσε στην αστυνομία όταν ρωτήθηκε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Στην κατάθεσή του, ερωτώμενος εάν οι δύο μπάρμαν βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής κατά τη διάρκεια της παρουσίας του ίδιου και των παραπονούμενων στο μέρος, ο κατηγορούμενος απάντησε[83]: “την ώρα που έκατσα δεν ξέρω εάν μετακινήθηκαν για καθαρισμό, έκατσα 3-4 μέτρα που το bar, και είχα οπτική επαφή προς τα κάτω και όχι στο bar”. Ενώ, δηλαδή, κατά την κατάθεση του στην αστυνομία εξέφρασε άγνοια ως προς το πού βρίσκονταν οι δύο μπάρμαν, κάτι το οποίο συνάδει και με τον ισχυρισμό των παραπονούμενων ότι είχαν αποχωρήσει από το μέρος, κατά την κατάθεσή του στο Δικαστήριο αλλοίωσε τη θέση του, ισχυριζόμενος με προβαλλόμενη σιγουριά ότι εκείνοι βρίσκονταν εκεί μέχρι η ώρα 01:00 π.μ., σε μια προσπάθεια αποκλεισμού της εκδοχής των παραπονούμενων, η οποία όμως απολήγει ως στοιχείο που αποδυναμώνει περαιτέρω την πειστικότητα της μαρτυρίας του.

 

Πολύ σημαντικό είναι, επίσης, και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση πως οι καρέκλες, στις οποίες κάθισαν καθώς βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής βρίσκονταν σε τέτοια απόσταση μεταξύ τους που δεν θα ήταν δυνατό να φιλήσει τη μία παραπονούμενη (που βρισκόταν στη μια πλευρά) και παράλληλα να χαϊδεύει και να διεισδύσει το δάκτυλό του στον κόλπο της άλλης (που καθόταν από την άλλη πλευρά). Σημειώνουμε ότι οι παραπονούμενες ισχυρίστηκαν ότι η απόσταση μεταξύ τους δεν ήταν μεγάλη και ότι ο κατηγορούμενος ήταν δυνατόν να προβεί παράλληλα σε αυτές τις ενέργειες, εφόσον σύμφωνα με τη θέση τους, αυτό ακριβώς ήταν που έκανε. Η θέση του κατηγορούμενου προσκρούει στον ισχυρισμό που ο ίδιος προέβαλε κατά την ανακριτική του κατάθεση ότι οι παραπονούμενες, ενώ κάθονταν, είχαν τοποθετήσει τα πόδια τους πάνω του με τέτοιο τρόπο ώστε τα γεννητικά τους όργανα να αγγίζουν τα πόδια του. Συγκεκριμένα, στην προσπάθειά του αρχικά να καταδείξει πόσο προκλητικές ήταν, ανέφερε: “Ξαναβάλαν τα πόδια τους στα πόδια μου, σχιρόττερα, δηλαδή εγυρίσαν την καρέκλα τους τζαι έβλεπαν με αποτέλεσμα το μουνί τους να τζιήζει πας στα πόθκια μου με τη φούστα τους να ψηλώσει πολλά τζαι να φαίνεται το εσώρουχό τους”. Κατά την κατάθεσή του στο Δικαστήριο, όμως, διαφοροποίησε την εκδοχή του, λέγοντας ότι ποτέ δεν είπε ότι τα γεννητικά τους όργανα άγγιξαν τα πόδια του και αφού του υποδείχθηκε το σχετικό σημείο από την κατάθεσή του στην αστυνομία, και ότι αυτό που εννοούσε και ήθελε να πει ήταν ότι με τον τρόπο που οι παραπονούμενες τοποθέτησαν τα πόδια τους “σχεδόν” να τα άγγιζαν. Ο ετεροχρονισμένος ισχυρισμός του περί απροσεξίας ή λάθους στην καταγραφή της απάντησής του στο Τεκμήριο 40 δεν κρίνεται πειστικός ενόψει της μεγάλης σημασίας που είχε το συγκεκριμένο σημείο σε συνάρτηση με τις καταγγελίες που αντιμετώπιζε και του γεγονότος ότι, ως φαίνεται από το συγκεκριμένο έγγραφο, ο κατηγορούμενος το διάβασε όταν αυτό δακτυλογραφήθηκε και μάλιστα προέβη και σε κάποιες χειρόγραφες διορθώσεις επί άλλων σημείων.   Όταν του υποβλήθηκε ότι ο πραγματικός λόγος που μετέβαλε τη θέση του ήταν γιατί αντιλήφθηκε ότι αυτή δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του περί μεγάλης απόστασης μεταξύ των καρεκλών, ο κατηγορούμενος με εμφανή αμηχανία απάντησε ότι λέει την αλήθεια και ότι δεν θέλει να κάνει περαιτέρω σχόλιο ως προς αυτό το ζήτημα. Ενόψει των πιο πάνω, η θέση του κατηγορούμενου ότι θα ήταν “ανθρωπίνως αδύνατο” να κακοποιήσει τις παραπονούμενες με τον τρόπο που οι ίδιες περιέγραψαν λόγω της απόστασης που δημιουργούσαν οι καρέκλες στις οποίες κάθονταν προβάλλει ως μια εκ των υστέρων επινόηση του ίδιου εφόσον, κατά την αρχική εκδοχή του, αρνούμενος τις καταγγελίες, προέβαλε ισχυρισμούς που δεν συμβαδίζουν με κάτι τέτοιο. Και αυτό το στοιχείο εντάσσεται στη γενικότερα παρατηρηθείσα τάση του να αναπροσαρμόζει τις θέσεις του όταν αντιλαμβάνεται πως ένας προηγούμενος ισχυρισμός του αποδυναμώνει ένα μεταγενέστερο επιχείρημά του.

 

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αναφερόμενος στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα του προσωπικού (Τεκμήριο 83) ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν “ψευδές” και καταρτίστηκε εκ των υστέρων από τον Μ.Κ.9, χωρίς όμως να του αποδίδει οποιοδήποτε κίνητρο για κάτι τέτοιο και παρά το ότι όταν ο Μ.Κ.9 προσήλθε στο Δικαστήριο, το συγκεκριμένο έγγραφο (το οποίο είχε ήδη δοθεί στην Υπεράσπιση) είχε κατατεθεί χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης ως προς τη γνησιότητά του και χωρίς να υποβληθεί στο Μ.Κ.9 οποιαδήποτε θέση επί τούτου, ώστε ο Μ.Κ.9 να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί. Αυτός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου φαίνεται να προέκυψε αργότερα και αφού κατατέθηκαν στο Δικαστήριο οι καταθέσεις των δύο μπάρμαν[84] που εργάζονταν στο μπαρ του ισογείου (δηλαδή του [A] και του [Z]), οι οποίες περιείχαν στοιχεία επιβαρυντικά προς την εκδοχή του. Όταν υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο, κατά την αντεξέτασή του, η κατάθεση του [Z], ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι τέτοιο πρόσωπο δεν εργαζόταν στο μπαρ του ισογείου, παρά το ότι το όνομά του καταγράφεται στο Τεκμήριο 83, τη γνησιότητα του οποίου αμφισβήτησε ευθέως. Όταν του υποδείχθηκε ότι το όνομα του [Z] αναγράφεται και στον κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων του προσωπικού (Τεκμήριο 44), ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι εκεί όπως και στο Τεκμήριο 103 αναγράφεται ένα πρόσωπο με το όνομα “Z.Z.B”, τον οποίο αναγνωρίζει αλλά δεν πρόκειται για μπάρμαν. Στο Τεκμήριο 83 αναφέρεται ως μπάρμαν κάποιος “Z.B” και επικαλούμενος τη διαφοροποίηση στην κατάληξη του επωνύμου, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για άλλο πρόσωπο, το οποίο ψευδώς προστέθηκε στο πρόγραμμα. Η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται πειστική, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προβλήθηκε κατά το χρόνο της κατάθεσης είτε του Τεκμηρίου 83, είτε του Τεκμηρίου 103, αλλά για πρώτη φορά κατά το στάδιο αντεξέτασης του κατηγορούμενου.

 

Επίσης, αν και πρόκειται για παρεμφερές ζήτημα, ο Μ.Κ.9 ισχυρίστηκε ότι ο [B] δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο κατά την επίδικη περίοδο εξού και δεν εντοπίζεται το όνομά του στο πρόγραμμα εργασίας. Εντούτοις, δεν υποβλήθηκε στο Μ.Κ.9 η θέση, η οποία υποβλήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης αργότερα στον Μ.Κ.19, ότι ο [B] εργαζόταν στο ξενοδοχείο παράνομα λόγω του ότι δεν είχε άδεια διαμονής στην Κύπρο και για αυτό το λόγο δεν αναγραφόταν το όνομά του στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Αυτό που προβάλλεται, όμως από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, είναι ότι εάν το πρόγραμμα ήταν γνήσιο, το όνομα του [B] θα ήταν καταγεγραμμένο σε αυτό και ο λόγος που απουσιάζει από το Τεκμήριο 83 οφείλεται στο ότι αυτό είναι “ψευδές”. Ούτε αυτή η θέση του κατηγορούμενου, όμως, κρίνεται πειστική ή δυνάμενη να πλήξει τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.9, εφόσον, πέραν του ότι η γνησιότητα των εγγράφων δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά το χρόνο κατάθεσης της μαρτυρίας του ΜΚ.9, το όνομα του [B] δεν εντοπίζεται ούτε στον κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων του προσωπικού του ξενοδοχείου (Τεκμήριο 44).

 

Εν πάση περιπτώσει, ως διαφάνηκε από την αδυναμία του κατηγορούμενου να εξηγήσει ή να συσχετίσει με οποιοδήποτε τρόπο το καταγγελλόμενο περιστατικό με τον ισχυρισμό του ότι είδε τις παραπονούμενες να ερωτοτροπούν νωρίτερα το απόγευμα με τον [B] και ένα ομοεθνή του, η επανειλημμένη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού και της ανάγκης διερεύνησής του απολήγει ως μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού από  τα ουσιώδη γεγονότα για την παρούσα υπόθεση και παρουσίασης των παραπονούμενων υπό αρνητικό πρίσμα συνδεόμενη με υπαινιγμούς περί σεξουαλικής ελευθεριότητας τους.  Το σχόλιο δε του κατηγορούμενου ότι ο [B] ενδεχομένως να προμήθευσε τις παραπονούμενες με ναρκωτικά προηγουμένως, το οποίο συνέδεσε, ατυχώς, με την αλλοδαπή καταγωγή του, στερείται οποιουδήποτε πραγματικού ερείσματος και αποτελεί μία αυθαίρετη εικασία του κατηγορούμενου, η οποία σε κάθε περίπτωση, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.13 (και των αποτελεσμάτων των τοξικολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν σε σχέση με τις παραπονούμενες).

 

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου στερείται πειστικότητας και αξιοπιστίας και την απορρίπτουμε, χωρίς ενδοιασμούς, στην έκταση που συγκρούεται με την εκδοχή των παραπονούμενων, δηλαδή πέραν των σημείων που αποτελούν κοινό έδαφος ή παραδοχές του ίδιου.

 

ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

Υπό το φως της αξιολόγησης που προηγήθηκε ανωτέρω και με δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, ανάλογα είναι και τα ευρήματά μας. Καταγράφουμε τα ουσιαστικά για την υπόθεση:

 

-    Η [E] και η [C], οι οποίες κατάγονται από την Αγγλία, ήρθαν στην Κύπρο για διακοπές στις 03.07.23 μαζί με τον πατέρα της [E], τον [T]. Διέμεναν στο ξενοδοχείο [….] στην Πάφο. Η [C] γεννήθηκε την 01.03.2007 και η [E] την 02.10.2006. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 05.07.23 δεν είχαν ολοκληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους.

-    Στις 05.07.23, αφού δείπνισαν σε εστιατόριο του ξενοδοχείου, πήγανε και οι τρεις στο μπαρ που βρίσκεται απέναντι από το εστιατόριο και εκεί ήπιαν περίπου 2-3 ποτά. Περί η ώρα 22:00, αφού κάθισαν στο μπαρ για περίπου μία ώρα, ο [T] πήγε στο δωμάτιο του. Οι παραπονούμενες έμειναν μόνες τους στο μπαρ όπου και παράγγειλαν ακόμη ένα ποτό. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 57 ετών, ο οποίος εργαζόταν ως μέλος της διεύθυνσης του ξενοδοχείου, βρισκόταν σε κάποιο κοντινό τραπέζι και έπινε ναργιλέ. Kάποια στιγμή, περίπου δέκα λεπτά απ’ όταν έφυγε ο [T], ο κατηγορούμενος πέρασε μπροστά από το τραπέζι τους και οι παραπονούμενες τον ρώτησαν πόσα κόστιζε ο ναργιλές και εκείνος τους απάντησε ότι για “όμορφα κορίτσια” σαν εκείνες ήταν δωρεάν.

-    Έπειτα κάθισαν σε ένα τραπέζι μαζί με τον κατηγορούμενο και έπιναν ναργιλέ ενώ κατανάλωναν και αλκοολούχα ποτά. Περνούσαν ωραία, κουβέντιαζαν, κάπνιζαν και έπιναν ποτά, κάποια εκ των οποίων παράγγελνε ο κατηγορούμενος. Οι παραπονούμενες του είπαν ότι ήταν 17 ετών. Κάποια στιγμή, οι παραπονούμενες πήγαν στην τουαλέτα και εκεί, λόγω του ότι ήταν μεθυσμένες, έπεσαν στο πάτωμα. Όταν επέστρεψαν, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο τραπέζι με έναν άλλο άντρα, όμοιας ηλικίας με εκείνον. Ο άλλος άνδρας, έμεινε μαζί τους περίπου 45 λεπτά και έπειτα έφυγε από το ξενοδοχείο. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, αφού πήραν κι άλλο ποτό από το μπαρ του ξενοδοχείου, το οποίο επρόκειτο να κλείσει, ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να πάνε σε άλλο μπαρ του ξενοδοχείου που βρίσκεται στην οροφή (5ο όροφο).

-    Καθώς βρίσκονταν μαζί με τον κατηγορούμενο, οι παραπονούμενες κατανάλωσαν αρκετά μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ήτοι περίπου 6 αλκοολούχα ποτά.

-    Όταν οι τρεις τους έφθασαν στο μπαρ της οροφής, πίσω από το μπαρ βρίσκονταν δύο άνδρες, οι οποίοι φαίνονταν ότι προετοιμάζονταν για να κλείσουν το μπαρ. Δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Ο κατηγορούμενος τους μίλησε και λίγο αργότερα αυτοί έφυγαν και έσβησαν τα φώτα. Στο μπαρ πλέον υπήρχε πολύ περιορισμένος φωτισμός, φωτιζόταν περιμετρικά το έπιπλο του μπαρ και ερχόταν φως από το ισόγειο του ξενοδοχείου που ήταν ανοικτός χώρος, αλλά τα φώτα του χώρου του μπαρ της οροφής είχαν πλέον σβήσει. Κάθισαν σε μπλε ξύλινες καρέκλες που βρίσκονταν εκεί, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Ο κατηγορούμενος κάθισε στη μέση τους. H [E] βρισκόταν στα δεξιά του και η [C] στα αριστερά του. Για κάποιο χρονικό διάστημα, οι τρεις τους μιλούσαν και οι παραπονούμενες, έχοντας καταναλώσει ήδη αρκετά αλκοολούχα ποτά, ένιωθαν μεθυσμένες, ήταν ευδιάθετες και γελούσαν συνέχεια. Αντιλαμβάνονταν, όμως, τι γινόταν.

-    Κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει με το χέρι του τις γάμπες της [E] και η [E] δεν αντέδρασε καθότι ένιωθε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Έπειτα, χωρίς να του το ζητήσει, ο κατηγορούμενος άρχισε να της κάνει με δύναμη μασάζ στην πλάτη, βάζοντας τα δάκτυλά του γύρω από το λαιμό της και τραβούσε και τα μαλλιά της. Με τον ίδιο τρόπο, κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος έκανε μασάζ γύρω από το λαιμό της [C] ενώ έσφιξε και το στήθος της. H [C] δεν αντέδρασε καθόλου.

-    Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος άρχισε να φιλά την [E] στο στόμα, και ταυτόχρονα, ενώ είχε στραμμένο το κεφάλι του προς την [E], άγγιζε τις γάμπες της [C] και έπειτα διείσδυσε το δάκτυλό του στον κόλπο της, ενώ η ίδια καθόταν στην καρέκλα, χωρίς να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο. Έπειτα, άρχισε να φιλά την [C] στο στόμα και ενώ τη φιλούσε, με το ένα του χέρι, διείσδυσε δύο δάκτυλα στον κόλπο της [E], κάνοντας παλινδρομικές κινήσεις. Το όλο περιστατικό διήρκεσε κάποια λεπτά.

-    Και οι δύο παραπονούμενες, έχοντας προηγουμένως καταναλώσει αλκοολούχα ποτά, περίπου έξι από τα οποία στην παρουσία του κατηγορούμενου, ήταν αρκετά μεθυσμένες αλλά όχι σε βαθμό που να μην έχουν επίγνωση του τι συνέβαινε. Η [E], η οποία γενικά ένιωθε κουρασμένη, αντιλαμβανόταν ότι συνέβαινε κάτι κακό αλλά, δεν μπορούσε να αντιδράσει είτε λεκτικά, είτε με κάποια χειρονομία ή κίνηση. Βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και ήταν φοβισμένη. Ομοίως, η [C] ήταν, επίσης, φοβισμένη, δεν ήξερε πως να αντιδράσει και ένιωθε ανήμπορη να κινηθεί.

-    Κάποια στιγμή, η [E] ανέκτησε δυνάμεις και πρόβαλε ως δικαιολογία ότι ο πατέρας της τους έβλεπε από το δωμάτιο του και ότι έπρεπε να φύγουν. Ο κατηγορούμενος τους ζήτησε να μείνουν αλλά οι παραπονούμενες σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς τον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου. Ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε.

-    Πριν εισέλθουν στον ανελκυστήρα,  ο κατηγορούμενος άρπαξε τον πισινό της [E] και έβαλε το δάκτυλό του στον πρωκτό της (μέσα από τα ρούχα). Αφού εισήλθε μαζί τους στον ανελκυστήρα, ο κατηγορούμενος φιλούσε την [E] στο στόμα, χρησιμοποιώντας έντονα τη γλώσσα του ενώ άγγιζε τους πισινούς και των δυο τους (πάνω από τα ρούχα). Πριν φθάσουν, ο κατηγορούμενος άρπαξε το χέρι της [C] αναγκάζοντάς την να αγγίξει το σημείο όπου βρισκόταν το πέος του (πάνω από τα ρούχα). Όταν έφθασαν στον πρώτο όροφο, οι παραπονούμενες έφυγαν προς την κατεύθυνση του δωματίου τους και ο κατηγορούμενος προς άλλη κατεύθυνση.

-     Όταν οι παραπονούμενες έφθασαν στο δωμάτιο τους, χρησιμοποιώντας τα κινητά τους, έβγαλαν φωτογραφία τα σημάδια που τους προκάλεσε ο κατηγορούμενος στο λαιμό τους. Κάθισαν στο κρεβάτι και σκέφτονταν τι θα έπρεπε να κάνουν και εάν θα έπρεπε να ενημερώσουν τον [T]. Μίλησαν, μέσω της εφαρμογής “facetime”, με μία φίλη τους, την [B], που βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα η [C] συνομιλούσε μέσω μηνυμάτων με τον [S]. Η μητέρα της [B], η οποία άκουσε τη συζήτηση, είπε στις παραπονούμενες ότι πρέπει να ενημερώσουν τον [T] και ότι εάν δεν το έκαναν, θα τον ενημέρωνε η ίδια. Έτσι, αφού μεσολάβησε περίπου μία ώρα από το περιστατικό, αποφάσισαν να ενημερώσουν τον [T] για το τι είχε γίνει. Κτύπησαν την πόρτα του δωματίου του και ο [T], ο οποίος κοιμόταν, ξύπνησε και άνοιξε την πόρτα. Βρισκόμενη στο διάδρομο έξω από την πόρτα του [T], η [E] του περιέγραψε τι είχε συμβεί, ενώ η [C] στεκόταν πίσω της, και ο [T] αφού βεβαιώθηκε ότι οι δυο τους ήταν καλά και ασφαλείς, πήγε αμέσως στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου, ζητώντας να καταγγελθεί το περιστατικό στην αστυνομία, όπως και έγινε περί η ώρα 01:30 π.μ. στις 06.07.23.

-    Κατά την ιατροδικαστική εξέταση που έλαβε χώρα αργότερα την ίδια μέρα, ήτοι στις 06.07.23, εντοπίστηκε, μεταξύ άλλων, “ερυθρότητα και πολλαπλές μικρές αιμορραγικές διηθήσεις στην πρόσθια τραχηλική χώρα” της [E] και σε σχέση με τη [C] εντοπίστηκε “ωοειδής εκχύμωση στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, μέγιστης διαμέτρου 0.7 εκ.” και “πρόσφατη γραμμοειδής εκδορά στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, μήκους 2.5 εκ.”

-    Κατά την ψυχολογική αξιολόγηση που διενεργήθηκε σε σχέση με κάθε μία από τις παραπονούμενες, περί τον Αύγουστο του 2023, διαπιστώθηκε ότι και οι δύο ανέπτυξαν συμπτωματολογία Διαταραχής Μετά-τραυματικού Στρες.

 

Εισήγηση περί πλημμελούς αστυνομικής διερεύνησης

 

Ταιριάζει σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε στο παράπονο που εκφράζεται από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι οι αστυνομικές αρχές διερεύνησαν τα υπό κρίση αδικήματα πλημμελώς, εστιάζοντας κυρίως στο ότι δεν διερευνήθηκε ενδελεχώς ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ο οποίος προβλήθηκε κατά την ανακριτική του κατάθεση, ότι ο ίδιος είδε δύο κοπέλες, οι οποίες θεωρεί ότι είναι οι παραπονούμενες, να “ερωτοτροπούν” με ένα ναυαγοσώστη με το όνομα [B] και ένα ομοεθνή του στις 05.07.23, το απόγευμα, δηλαδή λίγες ώρες πριν τις γνωρίσει ο ίδιος.

 

Θα πρέπει, βεβαίως, να επισημάνουμε ότι σε σχέση με τη διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού, οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.19 κατέθεσαν στο Δικαστήριο ότι έπειτα από τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου, δόθηκαν οδηγίες για εντοπισμό του [B], ο οποίος εντοπίστηκε και ερωτώμενος σχετικά, αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή με την υπόθεση ή με τις παραπονούμενες.  Οι μάρτυρες δεν θυμόνταν ποιο πρόσωπο από την ανακριτική ομάδα συνομίλησε με τον [B], ούτε γνώριζαν για ποιο λόγο δεν  λήφθηκε γραπτή κατάθεση ή δεν ετοιμάστηκε άλλο έντυπο όπου να καταγράφονται οι πιο πάνω ενέργειες της αστυνομίας. Ήταν βέβαιοι όμως ότι ο [B] ρωτήθηκε για αυτό το ζήτημα. Σημειώνουμε ότι ο Μ.Κ.9, γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο [B] δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο ενώ το όνομά του δεν αναγράφεται στο πρόγραμμα εργασίας ή στον κατάλογο αφιξο-αναχωρήσεων του προσωπικού. Παράλληλα, οι παραπονούμενες αρνήθηκαν ότι ερωτοτροπούσαν με οποιονδήποτε άνδρα πριν το επίδικο περιστατικό ενώ κατέθεσαν ότι δεν γνώριζαν κανένα [B]. Παρά ταύτα, αποτέλεσε εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η πιο πάνω παράληψη της αστυνομίας να λάβει γραπτή κατάθεση από τον [B] και να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο είχε ως αποτέλεσμα να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου.

 

Εξετάσαμε την εισήγηση της Υπεράσπισης υπό το φως της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Συνοπτικά, εάν διαφανεί ότι οι διωκτικές αρχές παρέλειψαν να λάβουν σημαντική μαρτυρία, η οποία ενδεχομένως να αθώωνε τον κατηγορούμενο ή να ήταν δυνητικά υποστηρικτική της υπεράσπισης, τότε αυτό πλήττει τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενου, τα οποία προστατεύονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος καθώς και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Αυτό γιατί κατά την ανακριτική διαδικασία, η διακρίβωση των ουσιωδών γεγονότων, η οποία καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, εξαρτάται αποκλειστικά από τους χειρισμούς της αστυνομίας επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν έχει κανένα έλεγχο. Οι παραλείψεις της αστυνομίας μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε απαλλαγή του κατηγορούμενου, νοουμένου ότι πράγματι θέτουν το κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, ενώ το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[85].

 

Με κάθε σεβασμό στην σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ήτοι ότι είδε τις παραπονούμενες να “ερωτοτροπούν” νωρίτερα το απόγευμα με τον [B] και έναν άλλο ομοεθνή του, σχετίζεται ή θα μπορούσε να στηρίξει την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορούμενου αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει:

 

Αυτό που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβη στις ενέργειες που του καταλογίζουν οι παραπονούμενες κατά τις πρωινές ώρες της 06.07.23, ενώ βρίσκονταν μαζί τους στο μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου. Δεν αναφύεται οποιαδήποτε ασάφεια ως προς το ότι το πρόσωπο που βρισκόταν μαζί με τις παραπονούμενες στο συγκεκριμένο χώρο ήταν ο κατηγορούμενος, ούτε τούτο αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Η θέση του κατηγορούμενου, λοιπόν, η οποία έχριζε διερεύνησης από την αστυνομία και την οποία καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο ο ίδιος προέβη ή όχι στις ενέργειες που του καταλογίζονται από τις παραπονούμενες. Συνεπώς, κατά πόσο οι παραπονούμενες “ερωτοτροπούσαν” ή όχι με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο το απόγευμα της 05.07.23 δεν σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα. Ούτε συνδέθηκε, έστω μέσω κάποιας υποβολής, ο [B], ή τα όσα κατ΄ισχυρισμό είδε ο κατηγορούμενος, με οποιοδήποτε κίνητρο των παραπονούμενων να εμπλέξουν ψευδώς τον κατηγορούμενο στην υπό κρίση υπόθεση. Ακόμη και εάν ο εν λόγω ισχυρισμός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αυτό δεν θα συνιστούσε υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο ως προς την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, ούτε η περαιτέρω διερεύνηση αυτού του ισχυρισμού (πέραν της σχετικής επί του θέματος μαρτυρίας που έχει ήδη τεθεί ενώπιον μας και η οποία προέρχεται από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.19, το Μ.Κ.9 και τις ίδιες τις παραπονούμενες) θα μπορούσε δυνητικά να επιβεβαιώσει οποιαδήποτε ουσιώδη πτυχή της εκδοχής του κατηγορούμενου ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο.

 

Στο βαθμό που η ανησυχία του κατηγορούμενου, ως αυτή εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του, συνδεόμενη μάλιστα αυθαίρετα με την καταγωγή του [B] από κάποια Αφρικανική χώρα, έγκειται στο ότι αυτός μπορεί να προμήθευσε τις παραπονούμενες με ναρκωτικές ουσίες,  επισημαίνουμε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκαν δείγματα ούρων και αίματος των παραπονούμενων και, κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, δεν διαπιστώθηκε να είχαν προβεί σε χρήση ναρκωτικών ουσιών πριν το επίδικο περιστατικό. Παραπέμπουμε στη μαρτυρία του Μ.Κ.13. 

 

Συναφώς, υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τη φύση της υπό κρίση καταγγελίας, κρίνουμε ότι η ατυχής ίσως παράληψη των αστυνομίας να συμπεριλάβει στο φάκελο της υπόθεσης (και κατ’ επέκταση να προσκομίσει στο Δικαστήριο) περαιτέρω μαρτυρία ως προς τη θέση του [B] για το εάν “ερωτοτροπούσε” με τις παραπονούμενες ή όχι, σε μη ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά “σοβαρή παράληψη” από πλευράς της αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ούτε θέτει με οποιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής. Αναπόδραστα, η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης περί πλημμελούς διερεύνησης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.

 

Εισηγείται, περαιτέρω, η Υπεράσπιση ότι η πλημμέλεια στην διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου εκτείνεται και στην “καθυστέρηση” που παρατηρείται στη λήψη δειγμάτων από τις παραπονούμενες για εντοπισμό γενετικού υλικού στα γεννητικά τους όργανα καθώς και ούρων και αίματος για σκοπούς τοξικολογικών εξετάσεων. Η παρέλευση περίπου 13-15 ωρών από την υποβολή της καταγγελίας μέχρι τη διενέργεια της ιατροδικαστικής εξέτασης και τη λήψη των εν λόγω δειγμάτων αποτελεί, σύμφωνα με την προωθούμενη θέση, αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία ανάγεται σε σοβαρή πλημμέλεια κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και κατ’ επέκταση παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Η πιο πάνω εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Καταρχάς, υπό τις περιστάσεις όπως αυτές προέκυψαν από τη μαρτυρία, η πορεία που ακολουθήθηκε από την αστυνομία διαφαίνεται λογική και δικαιολογημένη. Η Μ.Κ.2 εξήγησε ότι, λόγω του προχωρημένου της ώρας κατά την υποβολή της καταγγελίας (περίπου 1:30 - 2:00 το πρωί της 06.07.23), της αναστατωμένης κατάστασης στην οποία βρίσκονταν οι ανήλικες παραπονούμενες, καθώς και του ότι οι καταθέσεις και οι ιατροδικαστικές εξετάσεις θα διεξάγονταν στη Λευκωσία σε συντονισμό με το Σπίτι του Παιδιού, πέραν από τις ενέργειες του Μ.Κ.11, ο οποίος μετέβη αμέσως στο ξενοδοχείο λαμβάνοντας προφορική κατάθεση από τον Μ.Κ.5, δίνοντας οδηγίες όσων αφορά τις παραπονούμενες και έπειτα ετοιμάζοντας και αποστέλλοντας το σχετικό έντυπο στο αρμόδιο τμήμα για ενεργοποίηση της ανακριτική διαδικασίας που σχετίζεται με αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, οι ουσιαστικές ενέργειες διερεύνησης έλαβαν χώρα, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, το επόμενο πρωί, αφού προηγήθηκαν οι απαραίτητες διευθετήσεις και συνεννοήσεις με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της λήψης συγκατάθεσης από τους γονείς της [C], οι οποίοι βρίσκονταν στην Αγγλία και μεταφοράς των παραπονούμενων από την Πάφο στη Λευκωσία. Δεν θεωρούμε ότι συνιστά σοβαρή πλημμέλεια το γεγονός ότι, ενόψει της ηλικίας και της κατάστασης στην οποία βρίσκονταν οι παραπονούμενες κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 06.07.23, η αστυνομία επέλεξε να μην τις μεταφέρει αμέσως τότε στη Λευκωσία, αλλά να προχωρήσει στο εν λόγω διάβημα, το επόμενο πρωί, κατόπιν των αναγκαίων διευθετήσεων. Αντιθέτως, κρίνουμε ότι μια τέτοια προσέγγιση ήταν συνετή και σύμφωνη με την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων δύο ανήλικων προσώπων που είχαν πρόσφατα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, βιώσει ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός.

 

Ανεξαρτήτως όμως του εύλογου ή μη της παρέλευσης του χρόνου μέχρι τη λήψη των σχετικών δειγμάτων, εγείρεται το ερώτημα εάν η “καθυστέρηση” που παρατηρείται συνιστά στοιχείο που έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής (με το βάρος απόδειξης να επωμίζεται η πλευρά της Υπεράσπισης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων). Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας, και ειδικότερα των εξηγήσεων που δόθηκαν από τους Μ.Κ.13 και 14 σε σχέση με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων στις οποίες προέβησαν, δεν εντοπίζουμε κάτι τέτοιο.

 

Σε σχέση, ειδικότερα, με τις τοξικολογικές εξετάσεις, παρατηρούμε ότι αποτελεί κοινό έδαφος στην παρούσα υπόθεση ότι οι παραπονούμενες είχαν καταναλώσει αλκοόλ κατά το επίδικο βράδυ. Ο κατηγορούμενος εξάλλου αποδέχεται ότι οι παραπονούμενες ήταν “πιωμένες” και ότι κατανάλωσαν και στην παρουσία του αλκοόλ. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν προκύπτει με ποιο τρόπο θα μεταβαλλόταν οτιδήποτε ουσιώδες στην υπόθεση εάν εντοπιζόταν αιθυλική αλκοόλη στα δείγματα ούρων ή αίματος των παραπονούμενων. Η καθυστέρηση στη λήψη αυτών των δειγμάτων οδήγησε μεν στον μη εντοπισμό της εν λόγω ουσίας στα ούρα και το αίμα των παραπονούμενων για τους λόγους που εξηγούνται από το Μ.Κ.13 αλλά, με δεδομένο το ότι, κατά κοινή παραδοχή, οι παραπονούμενες είχαν όντως καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο μη εντοπισμός αλκοόλης δεν αλλοιώνει τα γεγονότα της υπόθεσης, ούτε λειτουργεί με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς ως προς τη θέση του κατηγορούμενου.

Όσον αφορά την αναζήτηση γενετικού υλικού στα γεννητικά όργανα των παραπονούμενων, η Μ.Κ.14 εξήγησε με σαφήνεια ότι ο εντοπισμός ή μη γενετικού υλικού εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο δότης είναι «καλός» ή «κακός» κατά το χρόνο της εναπόθεσης (εάν υπήρξε τελικά εναπόθεση), του χρόνου που μεσολαβεί από την επαφή μέχρι τη δειγματοληψία και της δράσης ενζύμων στον γυναικείο κόλπο που καταστρέφουν ξένα κύτταρα. Προκύπτει, συνεπώς, από τη μαρτυρία της ότι ακόμη και εάν υποτεθεί ότι μια ταχύτερη δειγματοληψία θα κατέδειχνε απουσία γενετικού υλικού του κατηγορούμενου, τούτο και πάλι δεν θα απέκλειε από μόνο του τη θέση ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε τις παραπονούμενες στα γεννητικά τους όργανα αλλά θα παρέμενε ένα ουδέτερο στοιχείο, το οποίο δεν θα λειτουργούσε ούτε υπέρ, ούτε κατά των προβαλλόμενων θέσεων από αμφότερες τις πλευρές[86]. Συνεπώς, η όποια καθυστέρηση στη λήψη δειγμάτων για σκοπούς εξέτασης γενετικού υλικού δεν κρίνεται ότι  λειτούργησε στην προκειμένη περίπτωση με οποιονδήποτε τρόπο εις βάρος του κατηγορούμενου. Εξάλλου, θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχθεί ότι μια ταχύτερη δειγματοληψία ενδέχετο να είχε οδηγήσει στον εντοπισμό γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στα γεννητικά όργανα των παραπονούμενων, στοιχείο το οποίο, σε τέτοια περίπτωση, θα λειτουργούσε εις βάρος, και όχι υπέρ του.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγουμε ότι η Υπεράσπιση δεν απέδειξε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η επίδικη καθυστέρηση στη λήψη των δειγμάτων ήταν αδικαιολόγητη ή ότι, εν πάση περιπτώσει, έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής ή ότι του αποστέρησε μαρτυρία δυνητικά υποστηρικτική της υπεράσπισής του. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης σε σχέση με την πλημμέλεια στην διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, αρκεί αυτή να είναι εύλογη, τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[87].

 

 

 

 

Σεξουαλική κακοποίηση δια διείσδυσης (κατηγορίες αρ. 1, 2, 45 και 46)

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 146Α του Π.Κ. προνοεί ότι “όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε κολπική, πρωκτική ή στοματική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώμα άλλου προσώπου με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικείμενο, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου”.

 

Προκύπτει από το  λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι για στοιχειοθέτηση του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διείσδυσε οποιοδήποτε μέρος του σώματός του στον κόλπο, πρωκτό ή στόμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεση του, ήτοι χωρίς την αποδοχή, συγκατάνευση ή ελεύθερη βούλησή του. Το αδίκημα διαπράττεται και στην περίπτωση που υπάρχει συναίνεση πλην όμως αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου. Το κατά πόσο ένα πρόσωπο συγκατατέθηκε ή όχι στη σεξουαλική πράξη είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό. Δεν απαιτείται όπως αυτό επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συγκατάθεσής του, ούτε απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους του. Ωστόσο, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συγκατάθεσης[88]. Έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκημα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για την υπό κρίση διείσδυση οποιουδήποτε μέρους του σώματός του στον κόλπο, πρωκτό ή στόμα του άλλου ή εάν χρησιμοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράμετροι που κάμπτουν την αντίδραση του θύματος[89].

 

Η συναίνεση σε κατάσταση μέθης δεν παύει να είναι συναίνεση εφόσον το άτομο έχει την ικανότητα να αποφασίσει εάν θα συμφωνήσει κατ' επιλογή του. Ωστόσο, εάν το παραπονούμενο πρόσωπο μεθύσει τόσο ώστε να μην έχει πλέον την ικανότητα να συμφωνήσει, δεν θα υπάρχει συναίνεση. Ένα άτομο μπορεί να φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση λόγω μέθης, χωρίς όμως να χάσει τις αισθήσεις του. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να μην θέλει να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα με κάποιον, αλλά να μην μπορεί να το πει. Εναλλακτικά, το άτομο μπορεί να έχει επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό που, ενώ έχει κάποια περιορισμένη επίγνωση του τι συμβαίνει, δεν είναι σε θέση να λάβει καμία απολύτως απόφαση[90].

 

Για να αποδειχθεί σεξουαλική κακοποίηση δια διείσδυσης, πρέπει να υπάρχει εισδοχή ενός μέρους του σώματος του κατηγορούμενου στον κόλπο, πρωκτό ή στόμα της παραπονούμενης, έστω και αν είναι του ελάχιστου βαθμού. Όπου αποδεικνύεται εισδοχή, χωρίς τη συναίνεση του παραπονούμενου προσώπου, το αδίκημα συντελείται παρά το γεγονός ότι δεν τραυματίσθηκε ο παρθενικός υμένας (εάν η εισδοχή έγινε στον κόλπο του θύματος)[91].

 

Πέραν βέβαια της απόδειξης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος απαιτείται και η απόδειξη της ένοχης διάνοιας του κατηγορούμενου (mens rea). Το αδίκημα συντελείται όταν ο κατηγορούμενος έχει προχωρήσει στην υπό κρίση διείσδυση στον κόλπο, πρωκτό ή στόμα του παραπονούμενου προσώπου γνωρίζοντας ότι αυτό δεν έχει συγκατατεθεί στην πράξη ή αδιαφορώντας για την ύπαρξη ή μη συγκατάθεσης εκ μέρους του. Αδιαφορία υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται ότι το παραπονούμενο πρόσωπο πιθανόν να μην συγκατατίθεται ή όταν δεν τον απασχολεί το ζήτημα και προχωρεί στην υπό κρίση σεξουαλική πράξη. Από την άλλη όμως όταν από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να πιστεύει πραγματικά ότι το παραπονούμενο πρόσωπο συγκατατίθετο στη σεξουαλική πράξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη[92]. Η ένοχη διάνοια ενός κατηγορούμενου δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενη αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση[93].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προέκυψε είσοδος του ενός δακτύλου του κατηγορούμενου στο σώμα της [C] και είσοδος των δύο δακτύλων του κατηγορούμενου στο σώμα της [E] ενώ οι τρεις τους βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής. Επίσης, όταν πλέον οι παραπονούμενες επιχείρησαν να διαφύγουν και πριν εισέλθουν στον ανελκυστήρα, ο κατηγορούμενος εισχώρησε το δάκτυλο του στον πρωκτό της [E]. Οι παραπονούμενες δεν συναίνεσαν στις εν λόγω πράξεις αλλά λόγω του ότι ήταν “αρκετά μεθυσμένες”, φοβισμένες και σε κατάσταση σοκ, μη γνωρίζοντας πώς να αντιδράσουν, δεν αντέδρασαν. Αποδείχθηκε, δηλαδή, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος σε τρεις περιπτώσεις.

 

Σημειώνεται ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εισχώρησε το δάκτυλο του (ή άλλο μέρος του σώματός του) στον πρωκτό της [C] και άρα δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αφορά στην κατηγορία αρ. 46.

 

Κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η διείσδυση στον κόλπο των παραπονούμενων[94], εκείνες δεν αντέδρασαν με οποιονδήποτε τρόπο, είτε λεκτικά, είτε σωματικά. Παρέμειναν εντελώς αδρανείς. Όπως έχει γίνει αποδεκτό, οι παραπονούμενες έχοντας ήδη καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ και λόγω φόβου καθώς και της κατάστασης σοκ που βρίσκονταν, ενώ αντιλαμβάνονταν ότι συνέβαινε κάτι κακό στις ίδιες, ένιωθαν σωματικά ανήμπορες να κινηθούν. Βεβαίως, η αδράνεια ή απουσία αντίστασης από τις παραπονούμενες, υπό τις περιστάσεις, δεν ισοδυναμεί με ένδειξη συναίνεσης ή συγκατάθεσης. Το ερώτημα, όμως, που τίθεται είναι κατά πόσο αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι παραπονούμενες δεν συγκατατίθεντο.

 

Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι παραπονούμενες νωρίτερα το ίδιο βράδυ αποδέχτηκαν να καθίσουν στο τραπέζι του κατηγορούμενου, να καταναλώσουν αλκοόλ μαζί του, συζητώντας σε ευδιάθετο κλίμα, βγάζοντας φωτογραφίες και βίντεο, ανταλλάσσοντας στοιχεία επικοινωνίας καθώς και το ότι αποδέχτηκαν να μετακινηθούν στο μπαρ της οροφής μετά το μεσάνυχτα μαζί του.

 

Λαμβάνοντας υπόψη σφαιρικά το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων και συνεκτιμώντας ακόμη και τα στοιχεία που παρατίθενται αμέσως πιο κάτω, διατηρούμε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος όντως “γνώριζε” ότι οι παραπονούμενες δεν συγκατατίθεντο στις υπό κρίση ενέργειές του.

 

Ωστόσο, έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση μας, καθιστούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εμφανή τον κίνδυνο μη συναίνεσης των παραπονούμενων στις ενέργειες του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο όταν δηλαδή βρίσκονταν πλέον στο μπαρ της οροφής, γνώριζε τα ακόλουθα: (α) το νεαρό της ηλικίας των παραπονούμενων (ακόμη και εάν θεωρούσε ότι αυτές ήταν 17 ετών) σε συνάρτηση με την μεγάλη διαφορά ηλικίας που υπήρχε με τον ίδιο (ο οποίος ήταν 57 ετών), (β) το γεγονός ότι εκείνες κατανάλωσαν ήδη στην παρουσία του αρκετά αλκοολούχα ποτά η κάθε μία (ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου, του είχαν πει ότι είχαν καταναλώσει κάποια ποτά και προηγουμένως), και άρα ακόμη και εάν θεωρούσε ότι αντιλαμβάνονταν ή είχαν επίγνωση του τι συνέβαινε και μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του, εντούτοις ήταν αντιληπτό στον ίδιο, ο οποίος παρατήρησε ότι ήταν “πιωμένες”, ότι υπήρχε κίνδυνος η κρίση τους και η δυνατότητα αντίδρασής τους να είχε αμβλυνθεί σε κάποιο βαθμό ενόψει της κατάστασης μέθης στην οποία βρίσκονταν, ενώ ταυτόχρονα, (γ) είδε ότι και οι δύο τους έμειναν παντελώς απαθείς και παθητικές σε όλες τις ενέργειές του, δίχως να προβούν σε οποιοδήποτε νεύμα, χειρονομία ή επιφώνημα το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί, έστω και έμμεσα, ως αποδοχή τους σε αυτές ή ακόμη και στις πράξεις που προηγήθηκαν της διείσδυσης των δακτύλων του στον κόλπο της κάθε μίας.

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις, σφαιρικά ιδωμένες, ο κίνδυνος μη συναίνεσης των παραπονούμενων σε αυτές τις πράξεις του κατηγορούμενου θα ήταν προφανής σε κάθε ευλόγως ενεργούντα. Εντούτοις, ο κατηγορούμενος δεν ρώτησε τις παραπονούμενες με οποιονδήποτε τρόπο κατά πόσο συναινούν σε οποιαδήποτε από τις ενέργειές του, ούτε προσπάθησε να βεβαιωθεί για τη συγκατάθεσή τους. Αντί αυτού, συνέχισε να τις αγγίζει, να τις φιλά και, ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς των υπό εξέταση αδικημάτων, διείσδυσε τα δάκτυλά του στον κόλπο τους. Κανείς σώφρων άνθρωπος στην ηλικία του κατηγορούμενου δεν θα παρέλειπε να διακρίνει αυτόν τον κίνδυνο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ούτε εντοπίζουμε οποιοδήποτε στοιχείο στην τεθείσα μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι ο κατηγορούμενος αδυνατούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο και για οποιονδήποτε λόγο, να αντιληφθεί τον κατά τ’ άλλα πασιφανή και αυτονόητο κίνδυνο. Εξάλλου, δεν προβλήθηκε τέτοια θέση από την Υπεράσπιση εφόσον ο κατηγορούμενος επέλεξε να αρνηθεί ότι προχώρησε στις καταλογιζόμενες σε αυτόν ενέργειες προς τις παραπονούμενες. Συνεπώς, κατά την τέλεση των εν λόγω πράξεων, παρόλο που ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο μη συναίνεσης των παραπονούμενων στις πράξεις του, προχώρησε σε αυτές αδιαφορώντας ως προς το κατά πόσο οι παραπονούμενες συναινούσαν ή όχι.

 

Όταν πλέον οι παραπονούμενες εξέφρασαν την επιθυμία τους να αποχωρήσουν από το μέρος και άρχισαν να φεύγουν βιαστικά με κατεύθυνση προς τον ανελκυστήρα του 5ου ορόφου, ο κατηγορούμενος τις ακολούθησε και πριν εισέλθουν στον ανελκυστήρα, τοποθέτησε το χέρι του από το κάτω μέρος του φορέματος της [E], εισχωρώντας το δάκτυλό του στον πρωκτό της[95]. Κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, εφόσον οι ίδιες είχαν πλέον εκφράσει την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από το μέρος, ο κίνδυνος μη συναίνεσης τους σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια του κατηγορούμενου ήταν ακόμη πιο ορατός. Αυτό ακόμη και εάν οι παραπονούμενες, όταν έφευγαν από το μέρος, απέφυγαν να εκφράσουν ρητά στον κατηγορούμενο ότι δεν συναινούσαν με τις πράξεις που προηγήθηκαν (αντί αυτού η [E] επικαλέστηκε μια πρόχειρη δικαιολογία), ενώ συνέχισαν να διατηρούν παθητική στάση, μη προβάλλοντας αντίσταση σε αυτόν, όταν επιχείρησε να τις αγγίξει εκ νέου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η [E] είτε με λόγια, είτε με κάποια αντίδραση του σώματός της, προσπάθησε να απωθήσει τον κατηγορούμενο από κοντά της μη επιτρέποντάς του να εισχωρήσει το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Εντούτοις, καμία ενέργεια της [E], η οποία εκείνη τη στιγμή επιχειρούσε να διαφύγει, δεν μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη συναίνεσης στην διείσδυση του δακτύλου του κατηγορούμενου στον πρωκτό της. Συνεπώς, σε σχέση με αυτή του την ενέργεια, αν και δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η [E] δεν συναινούσε, υπό τις περιστάσεις ως αυτές είχαν διαμορφωθεί, διαφαίνεται ότι ο κίνδυνος μη συναίνεσής της ήταν πασιφανής. Η κατάσταση των πραγμάτων ως υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο (και περιγράφεται πιο πάνω) σε συνδυασμό με την μετέπειτα έκφραση της επιθυμίας των παραπονούμενων να αποχωρήσουν από το μέρος, καθώς και του τρόπου που ο κατηγορούμενος εισχώρησε το δάκτυλό του στον πρωκτό της [E], ακολουθώντας τις ενώ οι παραπονούμενες επιχειρούσαν να εισέλθουν στον ανελκυστήρα, καταδεικνύει με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε (τουλάχιστον) απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο μη συναίνεσης της [E] στην υπό κρίση, σεξουαλικής φύσεως, πράξη του.

 

Πληρούνται, λοιπόν, σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 45.

 

Σεξουαλικά κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν. 91(Ι)/2014 (κατηγορίες αρ. 4, 7, 8, 9, 10, 28, 31, 32, 33, 34, 35, 56, 58)

 

Το άρθρο 6(3) του Ν. 91(Ι)/2014 διαλαμβάνει ότι “όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.”.

 

Δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νόμου, «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών και «ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά (17) ετών. Επίσης, «σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει “οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται: (α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική”.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου, δεν αποτελεί υπεράσπιση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης, ούτε το κατά πόσο το παιδί συναίνεσε ή όχι στην σεξουαλική πράξη.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι παραπονούμενες δεν είχαν ολοκληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους, συνεπώς αποτελούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο “παιδιά”, τα οποία δεν είχαν φθάσει σε “ηλικία συναίνεσης”. Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18, το υπό κρίση αδίκημα συντελείται ανεξαρτήτως του ότι οι παραπονούμενες είχαν πει στον κατηγορούμενο, νωρίτερα το ίδιο βράδυ, ότι ήταν 17 ετών.

 

Βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ενώ οι τρεις τους βρίσκονταν μονάχοι στο μπαρ της οροφής του ξενοδοχείου, ο κατηγορούμενος, χωρίς να του το ζητήσουν οι ίδιες με οποιονδήποτε τρόπο, έκανε μασάζ με έντονο τρόπο στο λαιμό των παραπονούμενων, άγγιξε (έσφιξε) το στήθος της [C], φίλησε και τις δύο στο στόμα, άγγιζε τις γάμπες της κάθε μίας και εισχώρησε ένα δάκτυλο στον κόλπο της [C] και δύο δάκτυλα στον κόλπο της [E]. Περαιτέρω, όταν πλέον οι παραπονούμενες επιχείρησαν να αποχωρήσουν από το χώρο, κατευθυνόμενες προς τον ανελκυστήρα και εισερχόμενες σε αυτόν, ο κατηγορούμενος άρπαξε τον πισινό της [E] και διείσδυσε το δάκτυλό του στον πρωκτό της, φίλησε την [E] στο στόμα, άγγιξε τα οπίσθια και των δύο πάνω από τα ρούχα ενώ άρπαξε και το χέρι της [C] και το τοποθέτησε στο σημείο του πέους του (πάνω από τα ρούχα). Αναμφίβολα, όλες οι πιο πάνω ενέργειες, οι οποίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο ενός ενιαίου περιστατικού, αποτελούν πράξεις “σεξουαλικής φύσεως”.

 

Περαιτέρω, βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν φίλησε την [C] στο στόμα όταν βρίσκονταν στον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου, ούτε διείσδυσε το δάκτυλό του στον πρωκτό της ενώ καθώς οι τρεις τους βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής, παρότι έκανε μασάζ και άγγιξε τα πόδια της [E], δεν την άγγιξε στο στήθος. Συνεπώς, δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών με αρ. 31 και 33, ενώ σε σχέση με την κατηγορία με αρ. 56, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ενέργειες που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος άγγιζε την [E] στο στήθος.

 

Όλες οι πιο πάνω πράξεις του κατηγορούμενου έγιναν εκούσια. Ενόψει των προνοιών του άρθρου 18 του Νόμου, δεν ενδιαφέρει το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι παραπονούμενες δεν συναινούσαν στις εν λόγω πράξεις ή εάν ήταν αδιάφορος ως προς αυτό το ζήτημα. Αρκεί το ότι οι παραπονούμενες δεν είχαν φθάσει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, την ηλικία συναίνεσης.

 

Σε κάθε περίπτωση, ισχύουν τα όσα αναφέραμε πιο πάνω σε σχέση με την ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου, ήτοι ότι σε σχέση με όλες τις ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο που οι τρεις τους βρίσκονταν στο μπαρ της οροφής, αλλά και έπειτα, καθώς οι παραπονούμενες επιχείρησαν πλέον να διαφύγουν, ο κατηγορούμενος ενήργησε απερίσκεπτα, αδιαφορώντας ως προς τον κίνδυνο, ο οποίος υπό τις περιστάσεις ήταν εμφανής, ότι οι παραπονούμενες ενδεχομένως να μην συναινούσαν στις σεξουαλικής φύσεως ενέργειές του προς εκείνες.

 

Πληρούνται, λοιπόν, σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες με αρ. 4, 7, 8, 9, 10, 28, 32, 34, 35, 56 (εξαιρουμένου του αγγίγματος στο στήθος που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος) και 58.

Σεξουαλική κακοποίηση κατά κατάχρηση ευάλωτης θέσης κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β) του Νόμου (κατηγορίες με αρ. 12, 15, 16, 17, 18, 37, 40, 41, 42, 43, 44, 57 και 59)

 

Επισημαίνουμε από την αρχή ότι οι καταγγελλόμενες ενέργειες του κατηγορούμενου οι οποίες αφορούν στις κατηγορίες που εδράζονται στο άρθρο 6(4)(β) του Νόμου ταυτίζονται με αυτές που εξετάσαμε πιο πάνω και αφορούν στις κατηγορίες που εδράζονται στο άρθρο 6(3) του Νόμου.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6(4)(β), “όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν […] γίνεται κατάχρηση ευάλωτης θέσης του παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.”

 

Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι εκτός από τα συστατικά στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 6(3), τα οποία έχουμε ήδη εξετάσει πιο πάνω, για να καταδικαστεί ένας κατηγορούμενος στο αδίκημα του άρθρου 6(4)(β) πρέπει να αποδειχθεί ότι το παιδί βρισκόταν σε “ευάλωτη θέση” και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό βρισκόταν σε ευάλωτη θέση και, δια της πράξης του, καταχράστηκε τη θέση αυτή[96].

 

Παρατηρούμε ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που εδράζονται στο άρθρο 6(4)(β), ατυχώς, δεν προσδιορίζεται ποια, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, είναι η αιτία της ευάλωτης θέσης κάθε μίας εκ των παραπονούμενων. Από το σύνολο, όμως, της μαρτυρίας προκύπτει αβίαστα ότι, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης των παραπονούμενων, αυτό το στοιχείο συνδέεται με την κατανάλωση αλκοόλ στην οποία είχαν προβεί οι παραπονούμενες πριν από το επίδικο περιστατικό.

 

Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη, στη λέξη “ευάλωτη” αποδίδονται δύο ερμηνείες: (1) αυτός που προσβάλλεται εύκολα (από νόσο ή άλλη παθολογική κατάσταση), (2) μεταφορικά, αυτός που έχει αδύναμο χαρακτήρα, που εύκολα παρασύρεται, παραπλανάται ή υποκύπτει σε πιέσεις. Όμως μπορεί να έχει και την έννοια αυτού που κυριεύεται εύκολα ή που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση.

 

Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι «κατάχρηση […] ευάλωτης θέσης» περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα “δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση”.

 

Η χρήση της λέξης “κυρίως” στο λεκτικό του άρθρου 6(4)(β) συνεπάγεται ότι η φράση “ευάλωτη θέση” για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου δεν περιορίζεται εννοιολογικά σε περιπτώσεις όπου υφίσταται “διανοητική ή σωματική αναπηρία ή κατάσταση εξάρτησης” του παιδιού, αλλά εκτείνεται και σε άλλες περιπτώσεις όπου το παιδί μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε τέτοια θέση. Στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ η οποία ενσωματώθηκε στο Νόμο 91(Ι)/2014 αναφέρονται τα ακόλουθα στην παράγραφο (22) του Προοιμίου για το πως πρέπει να ερμηνεύεται η σωματική ή ψυχική ανικανότητα:

 

«(22) Η σωματική ή ψυχική ανικανότητα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εξυπακούεται ότι περιλαμβάνει και καταστάσεις σωματικής ή ψυχικής ανικανότητας που οφείλονται στην επήρεια ναρκωτικών και οινοπνεύματος».

 

Κρίνουμε, λοιπόν, ότι όταν ένα παιδί βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, και η κατάσταση αυτή το επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό που “δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει” στις ενέργειες του κατηγορούμενου, τότε θεωρείται ότι βρίσκεται σε “κατάσταση ευάλωτης θέσης”.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι παραπονούμενες είχαν καταναλώσει ένα μεγάλο αριθμό αλκοολούχων ποτών. Πριν από το επίδικο περιστατικό και στην παρουσία του κατηγορούμενου είχαν καταναλώσει περίπου 6 ποτά ενώ πριν τον συναντήσουν είχαν καταναλώσει άλλα περίπου 2-3 ποτά. Σημειώνουμε ότι οι αριθμοί αυτοί δόθηκαν κατά προσέγγιση εφόσον οι παραπονούμενες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τον ακριβή αριθμό των ποτών που κατανάλωσαν εκείνο το βράδυ. Αυτό δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι οι παραπονούμενες είχαν καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ πριν το επίδικο περιστατικό. Εντούτοις, ως διαφαίνεται από το μαρτυρικό υλικό, είχαν επίγνωση του τι συνέβαινε, μπορούσαν να μετακινηθούν και να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους ενώ αμέσως έπειτα από το επίδικο συμβάν, αφού χρησιμοποίησαν τον ανελκυστήρα και πήγαν στο δωμάτιο τους, είχαν επικοινωνία με φιλικά τους πρόσωπα και εν τέλει, μία ώρα περίπου αργότερα, με τον [T], ο οποίος δεν διέκρινε στη συμπεριφορά τους ότι ήταν μεθυσμένες (αλλά πολύ αναστατωμένες). Αναφερόμενες στη μη αντίδρασή τους στις καταγγελλόμενες ενέργειες του κατηγορούμενου, οι ίδιες περιέγραψαν ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αρκετά μεθυσμένες, αλλά και ότι φοβόντουσαν και τελούσαν σε κατάσταση σοκ. Η μη αντίδρασή τους στις ενέργειες του κατηγορούμενου και ειδικότερα η αναφορά τους ότι ένιωθαν πως δεν μπορούσαν να κινηθούν δεν αποδόθηκε, με σαφή και θετικό τρόπο, στην κατάσταση μέθης στην οποία βρίσκονταν αλλά, σύμφωνα με τις ίδιες, οφείλεται και σε άλλες παραμέτρους όπως ο φόβος που ένιωσαν και η κατάσταση σοκ στην οποία βρίσκονταν. Αν και αποδεχόμαστε, βεβαίως, ότι η κατανάλωση αλκοόλης επηρέασε ουσιωδώς τη συμπεριφορά τους, εφόσον αυτό το στοιχείο είναι διάχυτο στην τεθείσα μαρτυρία, εντούτοις δεν προκύπτει με σαφήνεια και με θετικό τρόπο από τη μαρτυρία ότι η κατάσταση μέθης τους ήταν τέτοιου μεγάλου βαθμού που τις καθιστούσε σωματικά ή ψυχικά ανίκανες από το να αντιδράσουν, μη αφήνοντάς τους “άλλη πραγματική ή αποδεκτή επιλογή από το να υποστούν ή να υποκύψουν” στις ενέργειες του κατηγορούμενου.

 

Ενόψει των πιο πάνω, και έχοντας πάντοτε κατά νου πως οι ποινικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά[97], κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι παραπονούμενες βρίσκονταν σε “ευάλωτη θέση” ως αυτή η φράση τυγχάνει ερμηνείας από το άρθρο 2 του Νόμου.

 

Συνεπώς, δεν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που εδράζονται στο άρθρο 6(4)(β) του Νόμου.

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 4, 7, 8, 9, 10, 28, 32, 34, 35, 45, 56 (εξαιρουμένου του αγγίγματος στο στήθος που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος) και 58, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν έχει πετύχει, όμως, να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες αρ. 12, 15, 16, 17, 18, 31, 33, 37, 40, 41, 42, 43, 44, 46, 57 και 59. 

 

Αναπόδραστα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αρ. 1, 2, 4, 7, 8, 9, 10, 28, 32, 34, 35, 45, 56 (εξαιρουμένου του αγγίγματος στο στήθος που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος) και 58 και αθωώνεται στις κατηγορίες με αρ. 12, 15, 16, 17, 18, 31, 33, 37, 40, 41, 42, 43, 44, 46, 57 και 59.

 

 

                                                (Υπ.)   ………………………

                                                                                                                        Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                                                                        ………………………

                                                                                                                        Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

 

                                                                                                                        ………………………

                                                                                                                        Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Έγγραφο Α

[2] Τεκμήριο 2

[3] Τεκμήριο 1 (κατάθεση του Μ.Κ.1)

[4] Συγκεκριμένα, η ημερομηνία γέννησης της [C] είναι η 01.03.2007 (Τεκμήριο 27) και της [E] είναι η 02.10.2006 (Τεκμήριο 28)

[5] Στην κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 37 η μάρτυρας περιγράφει τη διαδικασία που ακολούθησε για τη μεταφορά των δεδομένων της κάρτας μνήμης της φωτογραφικής μηχανής σε υπολογιστή και έπειτα τη δημιουργία των ψηφιακών δίσκων και την εκτύπωση των φωτογραφιών.

[6] βλ. Τεκμήριο 73 (ημερολόγιο ενέργειας που ετοίμασε η μάρτυρας και το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως αληθές)

[7] Ψηφιακοί δίσκοι (σε πρωτότυπη μορφή) στην οποία καταγράφηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της [E] που λήφθηκε στο Σπίτι του Παιδιού με τον τρόπο που εξήγησε η μάρτυρας κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 24. Αντίστοιχα, οι ψηφιακοί δίσκοι στους οποίους περιέχεται η οπτικογραφημένη κατάθεση της [C] κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 25.

[8] Ο ψηφιακός δίσκος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22. Έκθεση από το Δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων της ΥΠ.ΕΓ.Ε σε σχέση με τον τρόπο εξαγωγής των αρχείων που βρίσκονταν στα κινητά τηλέφωνα των παραπονούμενων και αποθήκευσης τους στον ψηφιακό δίσκο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 54 ( σε σχέση με τη διαδικασία ετοιμασίας αντιγράφων των ψηφιακών δίσκων σχετικό είναι το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 55).

[9] βλ. Τεκμήρια 71Α, 71Β, 72Α και 72Β.

[10] βλ. επίσης Τεκμήριο 37

[11] βλ. Τεκμήριο 73 (ημερολόγιο ενέργειας)

[12] βλ. Τεκμήριο 74 (ημερολόγιο ενέργειας όπου επεξηγείται η κάθε υπόδειξη χώρου του ξενοδοχείου  που έγινε από τις παραπονούμενες σε συνάρτηση  με τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 39)

[13] Η κατάθεση που έδωσε ο T, Μ.Κ.5, στην αστυνομία κατατέθηκε στην αγγλική γλώσσα ως Τεκμήριο 60Α και πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήριο 60Β.

[14] Η κατάθεση του Μ.Κ.8, πατέρα της C, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 58Α στην αγγλική γλώσσα και πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 58Β. Η κατάθεση της μητέρας της, Μ.Κ.7 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 59Α και 59Β αντίστοιχα.

[15] Η αρχική κατάθεση του διευθυντή του ξενοδοχείου στην αστυνομία ημερομηνίας 08.07.23 σημειώθηκε ως Τεκμήριο 42. Στις 10.07.23 ο διευθυντής του ξενοδοχείου προχώρησε σε συμπληρωτική κατάθεση στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 43. Σε αυτήν κάνει αναφορά σε καταγραφή των ωρών εργασίας του προσωπικού κατά τον επίδικο χρόνο. Αντίγραφο αυτής κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 44.

[16] βλ. Τεκμήρια 71Α, 71Β, 72Α και 72Β

[17] Τεκμήριο 60 Α και 60Β

[18] Η φράση που χρησιμοποίησε στην κατάθεσή του για να περιγράψει την εργασία του ήταν “properties and maintenance manager”.

[19] Τεκμήριο 22, φάκελος PM2-Phone Evidence

[20] Τεκμήριο 59 Α και Β

[21] Τεκμήριο 58 Α και Β

[22] Τεκμήρια 42 και 43

[23] Τεκμήρια 80-83

[24] Τεκμήριο 44

[25] Υιοθετώντας και την κατάθεσή της στην αστυνομία ημερομηνίας 08.07.23 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 84

[26] Τεκμήριο 75

[27] Τεκμήριο 85

[28] Τεκμήρια 54 και 55

[29] Τεκμήριο 22

[30] Η έκθεση όπου παρατίθενται τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 47.

[31] Τα ακαδημαϊκά της προσόντα και η επαγγελματική της εμπειρίας παρατίθενται σε βιογραφικό σημείωμα που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 86.

[32] Τεκμήριο 3

[33] Τεκμήριο 87

[34] Υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 88

[35] Τεκμήριο 89

[36] Τεκμήριο 90

[37] Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 91 ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η αντιστοιχία των αντικειμένων που παρέλαβε με τα τεκμήρια του Δικαστηρίου με αρ. 3-8, 16 και 17.

[38] Υιοθέτησε ως αληθές το περιεχόμενο “ημερολογίων ενέργειας” που συνέταξε στις 06.07.23 κατά το χρόνο υποδείξεων σκηνών και τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 92 και 93.

[39] Τεκμήριο 94

[40] Τεκμήριο 95

[41] βλ. Τεκμήριο 38

[42] Εύρημα αρ. 3 στο Τεκμήριο 49

[43] Εύρημα αρ. 4 στο Τεκμήριο 49

[44] Εύρημα αρ. 5 στο Τεκμήριο 49

[45] Ευρήματα αρ. 1 και 2 στο Τεκμήριο 49

[46] Εύρημα αρ. 3 στο Τεκμήριο 50

[47] Εύρημα αρ. 4 στο Τεκμήριο 50

[48] Ευρήματα αρ. 1 και 2 στο Τεκμήριο 50

[49] Τεκμήριο 22

[50] Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε απόσπασμα από σχετικό σύγγραμμα (Τεκμήριο 96) καθώς και άρθρο από διεθνές ιατρικό περιοδικό (Τεκμήριο 97).

[51] βλ. Τεκμήριο 98, το οποίο αποτελεί γραπτή δήλωση του μάρτυρα που υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του.

[52] βλ. Τεκμήριο 99, το οποίο αποτελεί ημερολόγιο ενέργειας που ετοίμασε ο μάρτυρας.

[53] Τεκμήριο 101 και 103

[54] βλ. Τεκμήριο 102 σε σχέση με τις προσπάθειες εντοπισμού του Gandajev Artur Igorjevics

[55] Κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα ως Τεκμήριο 104

[56] Τεκμήριο 105

[57] Τεκμήριο 40

[58] Τεκμήριο 103

[59] Τεκμήριο 38

[60] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 563

[61] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη (1997) 1 (Β) ΑΑΔ 614

[62] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339 και Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016

[63] Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας (2009) 2ΑΑΔ148

[64] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266

[65] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα (2011) 1(Β) ΑΑΔ 1422

[66] Διευκρινίζεται ότι η αποδοχή της μαρτυρίας των εν λόγω αστυνομικών αφορά στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεση. Δεν επεκτείνεται, ούτε αφορά στην αλήθεια του περιεχομένου οποιονδήποτε καταθέσεων/πληροφοριών που λήφθηκαν από τα διάφορα εμπλεκόμενα με την υπόθεση πρόσωπα και οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από αυτούς (ως μέρος των ενεργειών τους και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους). 

[67] βλ. Delta v. France (1993) 16 EHRR 574 και Saidi v. France (1994) 17 EHRR 251

[68] Σε σχέση με τη νομολογιακή προσέγγιση των εν λόγω νομοθετικών προνοιών παραπέμπουμε ενδεικτικά στην απόφαση ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΖΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 142/2014, 17/12/2015

[69] Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kαϊλής Kυριάκος ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 251, στην οποία παρατίθεται και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Αρχιδικαστή Λόρδου Parker στην Αγγλική υπόθεση Redpath [1962] 46 Cr. App. R. 319 (σε ελληνική μετάφραση):

«Μου φαίνεται ότι η αναστατωμένη κατάσταση της παραπονούμενης είναι σαφώς ικανή να ισοδυναμεί με ενισχυτική μαρτυρία. Βέβαια οι περιστάσεις μπορούν να διαφέρουν σημαντικά, και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αρκετά καθαρό ότι δεν μπορεί να αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα ή λίγη βαρύτητα σε τέτοια μαρτυρία, ως ενισχυτική. Έτσι αν ένα κορίτσι πάει σε αναστατωμένη κατάσταση στη μητέρα της και κάμει παράπονο, ενώ η μαρτυρία της μητέρας για την κατάσταση του κοριτσιού μπορεί νομικά να είναι ικανή για να ισοδυναμεί ως ενισχυτική μαρτυρία, είναι αρκετά καθαρό ότι στους ενόρκους πρέπει να λεχθεί ότι πρέπει να αποδώσουν μικρή, αν όχι καθόλου, βαρύτητα σε εκείνη τη μαρτυρία, γιατί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παραπόνου. Η ανήλικη που κάμνει το παράπονο μπορεί κάλλιστα να προσποιείται και να υποκρίνεται την αναστατωμένη. Πλην όμως στην παρούσα υπόθεση οι περιστάσεις είναι καθ' ολοκληρίαν διαφορετικές. Εδώ έχουμε το μικρό κορίτσι να βγαίνει από το ανοικτό μέρος σε ζήτημα δευτερολέπτων ευθύς μετά που έφυγε ο εφεσείων χωρίς να προτίθεται να κάμει παράπονο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή και χωρίς να έχει ιδέα ότι παρακολουθείτο ή ότι κάποιος ενόμιζε ότι είχε συμβεί κάτι το ανάρμοστο. Είναι αρκετά σαφές, ότι κάτω από εκείνες τις περιστάσεις η παρατήρηση του κ. Hall, που ήταν ένας ανεξάρτητος θεατής, ήταν μια ισχυρή απόδειξη, αν γινόταν δεκτή από τους ενόρκους, της ιστορίας του μικρού κοριτσιού»

[70] Evangelou v. Ambizas (1982) 1 C.L.R. 41, 57

[71] βλ. ενδεικτικά Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 934 , Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 1) (2013) 1 ΑΑΔ 438 και Philippou v Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1

[72] βλ. επίσης R. v. Turner [1975] QB 834, 841, R. v. Robinson (Raymond) [1994] 3 All E.R. 346, R v. S (VJ) [2006] EWCA Crim 2389 και R v. Marquard [1993] 4 SCR 233 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, στις οποίες γίνεται αναφορά στην απόφαση Ομήρου (πιο πάνω)

[73] Πρόκειται για ουσία που συνδέεται με τη χρήση παυσίπονου για πονοκέφαλο.

[74] βλ. ενδεικτικά Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 και Σοφοκλής Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 146

[75] Σημ.: σύμφωνα με το Μ.Κ.5, ο ίδιος είχε λάβει τη φωτογραφία με το πρόσωπο του κατηγορούμενου και την υπέδειξε στο προσωπικό του χώρου υποδοχής όταν ζήτησε να ειδοποιηθεί η αστυνομία ενώ η [E] δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ακριβώς πότε την απέστειλε στον πατέρα της.

[76] βλ. ενδεικτικά ATAKLTI MESFIN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 211/2025, 12/2/2026

[77] βλ. Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερ. 31.07.25. Στην εν λόγω υπόθεση επισημαίνεται ότι οι πρόνοιες του άρθρου 29 είναι διαδικαστικής φύσης και ρυθμίζουν κανόνες απόδειξης. Κατά συνέπεια, και ως ζήτημα ορθολογιστικής προσέγγισης, τυγχάνουν εφαρμογής ανεξαρτήτως του εάν συμπεριλαμβάνονται στη νομική πτυχή των εκάστοτε κατηγοριών ως αυτές αναγράφονται στο κατηγορητήριο μιας υπόθεσης ή όχι.

[78] βλ. ενδεικτικά Σ. Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 97/2022, 16/11/2022

[79] βλ. ενδεικτικά Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 101/2011, ημερ. 19.7.2012, η

[80] Βλ. ενδεικτικά Trussler Sammy John Lee και Άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου (2013) 2 ΑΑΔ 38, Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 618, 636 καθώς και το Άρθρο 10 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί

[81] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την εκτίμηση της [E], το περιστατικό έλαβε χώρα μετά τα μεσάνυχτα (όταν έκλεινε το μπαρ του ισογείου) και πριν τις 01:00 π.μ., όταν υπολογίζει ότι έφθασαν στο δωμάτιο τους και άρχισαν να συνομιλούν για κάποιο χρονικό διάστημα με τη [B] και τον [S]. Ο Μ.Κ.5 υπολογίζει ότι οι παραπονούμενες τον ξύπνησαν περί η ώρα 01:00 π.μ. για να τον ενημερώσουν ως προς το τι έλαβε χώρα ενώ, έπειτα από κάποια συζήτηση με το προσωπικό, η αστυνομία ειδοποιήθηκε, σύμφωνα με τον Μ.Κ.11, περί η ώρα 01:30 π.μ.

[82] Το πρώτο παράπονο δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην πρώτη δήλωση που γίνεται στο πρώτο πρόσωπο που συναντά ο παραπονούμενος αλλά μπορεί να περιλαμβάνει διαδοχικά παράπονα ή δηλώσεις που πληρούν τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ. 9. Παραπέμπουμε στην Sutton v. The King (No.2) (1929-1933) 14 CLR 160 και στο σύγγραμμα Ηλιάδης & Σάντης, “Το δίκαιο της απόδειξης”, Β’ Έκδοση, Κεφ. 13, σελ. 521-522

[83] Βλ. σελ. 8 του Τεκμηρίου 40 όπου υπάρχει και χειρόγραφη διόρθωση με την υπογραφή του κατηγορούμενου αντικαθιστώντας το “[δεν ξέρω] που ήταν” με το “[δεν ξέρω] εάν μετακινήθηκαν για καθαρισμό”.

[84] Τεκμήρια 101 και 103

[85] Παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 23/13, ημερομηνίας 22.5.2014, Κάππελος ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 241 και την υπόθεση του ΕΔΑΔ Panovits v. Cyprus Application No. 4 268/04 ημερ. 11.13.08.

[86] Όπως, δηλαδή, συνέβη εν προκειμένω σε σχέση με τα ενδύματα των παραπονούμενων στα οποία δεν εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Βλ. ενδεικτικά την TANER TOLGA TARLACI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 238/2023, 16/7/2026 σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

[87] βλ. Woolmigton v. D.P.P. (1935) AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97).

[88] Βλ. ενδεικτικά Bejandi v. Δημοκρατίας (2014) 2Β ΑΑΔ 935, R. v. Olugboja [1981] EWCA Crim 2 και Πετρίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 153/2021, ημερ. 14/11/2023

[89] R. v. Howard [1965] 3 All E.R. 684

[90] Βλ. Blackstone’s Criminal Practice 2022/ Part B Offences/ Section B3 Sexual Offences (LexisNexis - Ηλεκτρονική Έκδοση)

[91] Κατ’ αναλογία των όσων ισχύουν σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού βλέπε Brierley Scott Graham ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 476

[92] Βλ. κατ’ αναλογία με όσα ισχύουν σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού την απόφαση Ν.Χ. v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 503, σύγγραμμα Archbold 2000 (παρα. 20-33) και Morgan v. D.P.P. (1976) A.C.

[93] Βλ. ενδεικτικά Youssef v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289

[94] Οι ενέργειες αυτές αφορούν στις κατηγορίες με αρ. 1 και 45 ως καταγράφονται στο κατηγορητήριο

[95] Πρόκειται για την κατηγορία αρ. 2 στο κατηγορητήριο.

[97] βλ. Eurofreight Logistics Ltd. v. Γεωργίου (2006) 2 ΑΑΔ 29


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο