ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Παγιάση, Προέδρου
Αίτηση αρ.: K44/2025
[I-justice]
ΜΕΤΑΞΥ:
BIG SCREW LIMITED (HE 127447), εκ Λευκωσίας
Αιτητές
και
ΘΩΜΑΣ ΣΑΒΒΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 40358), εκ Λευκωσίας
Καθ’ ων η Αίτηση
Ημερομηνία: 27/04/2026
Για τους Αιτητές: κος Γεώργιος Παπαθεοδώρου.
Για τους Καθ’ ων: κος Όμηρος Καΐλης και κος Ι. Κακουρής για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Ενδιάμεση Απόφαση (Δοθείσα από έδρας)
(Αναφορικά με την οριστικοποίηση
του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, ημερ. 13/01/2026)
Στις 24/06/2025, οι Καθ’ ων (Ιδιοκτήτες) στην παρούσα αίτηση, εξασφάλισαν απόφαση εναντίον των εδώ Αιτητών (Ενοικιαστών) στο πλαίσιο της Ε28/25, για την ανάκτηση της κατοχής «ενός ακινήτου με ισόγεια κατοικία και αυλή». Η απόφαση εξασφαλίστηκε ερήμην των Ενοικιαστών.
Στις 13/01/2026, οι Αιτητές/Ενοικιαστές εξασφάλισαν υπό όρους και μονομερώς, προσωρινό διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας της Ε28/25.
Βρισκόμαστε στο στάδιο όπου θα κριθεί η οριστικοποίηση ή όχι του επίδικου διατάγματος.
Το Δικαστήριο έχει μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του και έχει μόλις ακούσει με προσοχή τις προφορικές εισηγήσεις και διευκρινίσεις των συνηγόρων των διαδίκων.
Βασικός ισχυρισμός στην Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την αίτηση, ήταν η κακή επίδοση της αίτησης.[1]
Στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων/Αιτητές στην Ε28/25, αμφισβητείται ότι υπήρξε κακή επίδοση. Μάλιστα, η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ιδιώτη επιδότη που επέδωσε την αίτηση, μέσω της οποίας το εν λόγω πρόσωπο υποστηρίζει ότι διενήργησε την επίδοση νομότυπα.
Δεν χρειάζεται να αναπτυχθούν όλοι οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Διότι πλέον, η εισήγηση περί κακής επίδοσης δεν προωθείται, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της τελικής αγόρευσης του δικηγόρου των Ενοικιαστών. Ως γνωστό, όπως λέχθηκε, στην υπόθεση Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020: «η τελική αγόρευση που δεν επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρούμε ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί». Έτσι και αλλιώς, ο κος Παπαθεοδώρου κατά την προφορική διαδικασία που μόλις προηγήθηκε, έχει ρητώς περιορίσει την αίτησή του σε άλλα ζητήματα.
Όμως, όταν το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα αναστολής, είχε ενώπιον του να εξετάσει ένα σοβαρό ισχυρισμό, περί κακής επίδοσης.
Είναι καλά γνωστό, ότι η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος δίχως να ακουστεί προηγουμένως η άλλη πλευρά, συνιστά βασική απόκλιση προς την πιο θεμελιώδη αρχή δικαίου, την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τις δύο πλευρές πριν να εκδώσει την απόφασή του. Εκτροπή από τη φυσιολογική πορεία της διαδικασίας, δικαιολογείται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση, της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Τούτο σημαίνει ότι ο αιτών το διάταγμα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο καλή τη πίστη και με καθαρά τα χέρια διότι, σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον δηλαδή διαπιστωθεί παράλειψη ουσιώδους γεγονότος που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης, το όλο ζήτημα εκλαμβάνεται ως προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον αρνείται να ακούσει τον διάδικο που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους. Η πρόθεση για εξαπάτηση αποτελεί ουδέτερο στοιχείο, είναι το αποτέλεσμα που έχει αξία. Ο αιτών πριν αποταθεί στο Δικαστήριο μονομερώς, οφείλει να διενεργήσει την κατάλληλη προετοιμασία. Σχετικά, στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions, 6η Έκδοση, Μέρος 9, αναλύεται με λεπτομέρεια τι σημαίνει ειλικρινής αποκάλυψη και αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι αφορά οτιδήποτε (absolutely anything) το οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει υπόψη και δίδονται παραδείγματα μιας τέτοιας συμπεριφοράς.
Αντικειμενικά λοιπόν κρινόμενο το όλο ζήτημα, ο ισχυρισμός περί κακής επίδοσης δεν μπορεί παρά να επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου για να εκδοθεί μονομερώς το διάταγμα. Διότι, το ενδεχόμενο να υπάρχει κακή επίδοση, σημαίνει ότι όλη η διαδικασία είναι εξ’ υπαρχής άκυρη. Το γεγονός ότι σήμερα, μετά την εμφάνιση της άλλης πλευράς και της ένορκης δήλωσης του ίδιου του ιδιώτη επιδότη που προχώρησε στην υπό αμφισβήτηση επίδοση, η πλευρά των Αιτητών δεν επιμένει στον εν λόγω ισχυρισμό, αρκεί για την απόρριψη της αίτησης.
Πέραν τούτου, υπάρχουν και άλλα ζητήματα τα οποία οδηγούν στην ίδια κατεύθυνση.
Είναι γνωστές οι αρχές εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστήριων Νόμου (Ν. 14/1960). Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν αξιολογεί εις βάθος τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, αλλά θα πρέπει στην όψη των πραγμάτων να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις. Εδώ, σε σχέση με την 3η προϋπόθεση,[2] δεν υπάρχει το παραμικρό. Η πιθανότητα να απωλεσθεί η κατοχή, δεν ισοδυναμεί με την πλήρωση της 3ης προϋπόθεσης, δοθέντος ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα, όποια ζημιά υποστούν οι Αιτητές, να αποζημιωθεί σε χρήμα.
Στο μέτρο δε, που το αίτημα βασίζεται στο Άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δηλαδή στην εξισορρόπηση της φυσιολογικής προσδοκίας του Αιτητή να απολαύσει τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της αίτησης παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, δεν συνεπάγεται ότι η ύπαρξη μιας αίτησης παραμερισμού, δημιουργεί κεκτημένο δικαίωμα για την αναστολή μιας δικαστικής απόφασης. Αντιθέτως είναι εξαιρετικό μέτρο που θα πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς, αντισταθμίζοντας την ανάγκη διαφύλαξης τελεσιδικίας, η οποία προσδίδει βεβαιότητα στην κοινωνία. Σχετική είναι η απόφαση στην ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ν. ΜΑΡΙΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ κλπ., Πολιτική Έφεση αρ.283/2015 ημερ. 23/03/2016. Συναφώς, στη DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED v. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED Πολιτική Έφεση Αρ. 372/2105 ημερ. 15/02/2017 λέχθηκε ότι ο αιτών την αναστολή δεν πρέπει απλά να αναφερθεί σε ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς αλλά και να την αποδείξει, ως το εξισορροπητικό στοιχείο μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος είτε έφεσης, είτε αίτησης παραμερισμού.
Δεν θα ήθελα στο στάδιο αυτό να προβώ σε ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Πλην όμως θα πρέπει να σημειώσω, όπως ορθά έχει αναφέρει και ο κος Καΐλης, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτο, όπως έχει επανειλημμένα αποφασιστεί. Σχετικά, ενδεικτική είναι η απόφαση Αναφορικά με τον Λοϊζίδη κλπ, Πολιτική Έφεση 32/19 ημερ. 17/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:D149. Τούτου λεχθέντος, έχω εξετάσει και όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που θέτει ο κος Παπαθεοδώρου σε σχέση με τη νομιμότητα του τερματισμού της επίδικης ενοικίασης. Έχω υπόψη τι λέει ο Νόμος και η επί του θέματος Νομολογία. Η υπόθεση Ονασαγόρας[3] είναι σχετική. Κρίνω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί της ενοικιαστικής πλευράς δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις ελλείψεις και τα προβλήματα της υπό κρίση αίτησης, όπως έχουν ήδη εξηγηθεί.
Πέραν όσων ειπώθηκαν, τίθεται ζήτημα και με τη νομιμοποιητική βάση της επίδικης αίτησης. Όντως, παρατηρώ ότι απουσιάζει το Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου - Κεφ. 6 από το αιτητικό της επίδικης αίτησης. Πρόκειται για άρθρο το οποίο είναι καταλυτικής σημασίας, αφού αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση για την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος μονομερώς. Ουδείς από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 που παραπέμπει ο κος Παπαθεοδώρου στην αίτηση του, δίδει δικαίωμα στο Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα. Δεν πρόκειται για απλή παρατυπία του μπορεί να αρθεί.[4] Η δε υπόθεση Καντούνα ν. Ηλιάδη κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 54/24 ημερ. 18/10/24 που παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κος Παπαθεοδώρου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια της παρούσας αίτησης.[5]
Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται.
Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων και εναντίον των Αιτητών.
(Υπ.)………………………………………….
Γ. Χρ. Παγιάσης
Πρόεδρος
Πιστό Αντίγραφο
Γραμματέας
[1] Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ο διευθυντής των Ενοικιαστών λέει ότι περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2025 εισήλθε στον χώρο που βρίσκεται το επίδικο υποστατικό, βρήκε «πεταμένα και εγκαταλειμμένα […] δύο έγγραφα», την Αίτηση Ε25/25 και το διάταγμα έξωσης ημερ. 24/06/2025, ενώ στην παρ. 3, δηλώνει ότι το «σημείο/μονογραφή» παραλαβής, στην πρώτη σελίδα της Αίτησης Ε28/25, δεν γνωρίζει ποιος το έθεσε.
[2] Ήτοι τη διαπίστωση ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
[3] Δείτε: Εταιρεία Ακινήτων Ονασαγόρας Λτδ ν. Κύπρος Σπανούδης (2014) 1 ΑΑΔ 1533.
[4] Παράλειψη προσδιορισμού της βασικής δικονομικής βάσης μιας ενδιάμεσης αίτησης συνιστά παράλειψη στήριξής της και όχι θεραπεύσιμη παρατυπία. Ο ασυνήθιστος χαρακτήρας των ενδιάμεσων διαδικασιών απαιτεί τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ως συναφώς σημειώθηκε στη Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α (2007) 1Α Α.Α.Δ 393, εάν η διάταξη στην οποία στηρίζεται μια αίτηση είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ομοίως, στη Παπακοκκίνου Κ.Α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσιά Εταιρεία Λτδ (αρ. 1) (2012) 1Α Α.Α.Δ 643 υποδείχθηκε ότι: «Επομένως, η παρούσα αίτηση δεν συνάδει με την πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας μας, ότι στο σώμα μιας αίτησης και ειδικά μιας ενδιάμεσης αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις στις οποίες αυτή βασίζεται». Τα προβλεπόμενα στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, (δείτε: Μέρος 3.8) δεν ακυρώνουν την πιο πάνω νομολογία.
[5] Εκείνη η υπόθεση αφορούσε αίτημα για παράταση χρόνου καταχώρισης εμφάνισης εφεσίβλητου. Η μη έγκαιρη καταχώριση Ειδοποίησης Εφεσίβλητου, κρίθηκε, υπό τις δικές της περιστάσεις, ότι οφειλόταν σε «καλόπιστη παραδρομή» καθώς και ότι η μη αναγραφή του Μέρους 1, επί της αίτησης, δεν ακύρωνε το διάβημα, ούτε κρίθηκε η εν λόγω παράλειψη, υπό τις περιστάσεις σοβαρή, ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του διαβήματος.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο