ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου
Αίτηση Αρ.:Ε80/2024
Μεταξύ:
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΜΙΤΣΗ ΛΕΜΥΘΟΥ, εκ Λευκωσίας
Αιτητές
και
1. ΑΓΙΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ, εκ Λευκωσίας
2. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ, εκ Λευκωσίας
Καθ' ων η Αίτηση
Ημερομηνία: 18/08/2026
Για τους Αιτητές: κος Α. Χατζησέργης για κ.κ. Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Καθ’ ων η Αίτηση: κος Αδ. Πετρίδης για κ.κ. Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτηση ημερ. 11/11/2025 για αντεξέταση και καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή Δήλωσης Μάρτυρα)
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ.
Με την Κυρίως Αίτηση ημερ. 03/09/2024, αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού (στο εξής: «το Υποστατικό») με βάση το άρθρο 11(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (στο εξής: «ο Νόμος»). Αξιώνονται επίσης καθυστερημένα ενοίκια, ενδιάμεσα οφέλη, τόκοι και έξοδα. Το κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό, συμποσούται στα €1.803,90, αφορά την περίοδο 1/10/2023 – 31/07/2024 και περιγράφεται ότι «αντιπροσωπεύει καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια», τα οποία «ο Καθ’ ου 1 παρέλειψε να καταβάλει». Ο Καθ’ ου 2 είναι ο εγγυητής των υποχρεώσεων του Καθ’ ου 1. Οι Αιτητές αξίωσαν μέσω της προβλεπόμενης στον Νόμο επιστολής των 21 ημερών, την πληρωμή των ενοικίων για την περίοδο 1/10/2023 – 31/07/2024, δίχως όμως ανταπόκριση. Συγκεκριμένα, καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €296,10 έναντι της συνολικής διεκδικούμενης οφειλής των €2.100,00 (€210,00 Χ 10 μήνες). Υποβάλλεται επίσης ότι οι Αιτητές, κατά καιρούς παραχωρούσαν «οικιοθελώς, σε χαριστικές και δίχως οποιονδήποτε αντάλλαγμα εκπτώσεις στα ενοίκια των ενοικιαστών» τις οποίες οι Αιτητές με μεταγενέστερη απόφασή τους, από την 01/07/2024, κατήργησαν.
Στην Απάντησή τους, οι Καθ’ ων 1 και 2, ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη διαφορά στην ουσία της σχετίζεται με διαφορά των διαδίκων ως προς το πραγματικό ύψος του οφειλόμενου ενοικίου. Κατά τη δική τους εισήγηση, το αρχικό μηνιαίο ενοίκιο των €210,00, έχει μειωθεί από τον Μάιο του 2013 στα €126,00 μηνιαίως.
Η υπόθεση κατηγοριοποιήθηκε, από την προηγούμενη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως «Μικρή Απαίτηση» και ακολούθως δόθηκαν οδηγίες όπως «μέχρι 15.09.2025 να καταχωρηθεί η Γραπτή Μαρτυρία από πλευράς των Αιτητών και από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση μέχρι 31.10.2025» και η υπόθεση ορίστηκε στις 18/11/2025 για «Αγορεύσεις/Διευκρινίσεις». Μετά την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων και μόλις μια βδομάδα πριν τις 18/11/2025, καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση.
(α) Η επίδικη Αίτηση.
Μέσω της υπό κρίσης αίτησης, οι Αιτητές, αξιώνουν:
«
Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να διατάσσει την παρουσία των κ.κ. Άγι Πετρίδη και Αλέξανδρο Αλεξάνδρου από την Λευκωσία, για αντεξέτασή τους, κατά την ημερομηνία Ακρόασης της Αίτησης Έξωσης, με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι προβάλλονται στις παραγράφους αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 8, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Άγι Πετρίδη, ημερομηνίας 27/10/2025, και στις παραγράφους αρ. 4, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ημερομηνίας 27/10/2025, η οποία αποτελεί την έγγραφη μαρτυρία των Καθ’ ων η αίτηση.
Β. Την έκδοση Διατάγματος, που να δίδει στους Αιτητές, άδεια και/ή να τους επιτρέπει, την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή Δήλωσης Μάρτυρα και με σκοπό την επισύναψη τεκμηρίων, η οποία να συμπληρώνει την Γραπτή Δήλωση του κ. Ηρακλή Παρασκευά, ημερομηνίας 12/9/2025, που υποστηρίζει την Αίτηση Έξωσης των Αιτητών, και να απαντούν και να αντικρούουν, τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 8, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Άγι Πετρίδη, ημερομηνίας 27/10/2025 και στις παραγράφους αρ. 4, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ημερομηνίας 27/10/2025, η οποία Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ "Α".
»
Η νομική βάση της Αίτησης, έχει ως εξής:
«
Η εν λόγω Αίτηση βασίζεται στα Μέρη 1,2, 3, 23,1 - 23.5, 23.8, 23.10 - 23.16, 25, 29, 31.1 - 31.4, 31.10, 31.11 και 32 (ειδικότερα στα Μέρη 32.6, 32.10, και 32.14) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960 άρθρο 32, καθώς επίσης στην Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
»
Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το αίτημα, αναλύονται στην ένορκη δήλωση του κ. Η. Παρασκευά, ο οποίος, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει:
«
Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω έχω διαβάσει και κατανοήσει πλήρως τα όσα αναφέρονται τόσον στην Γραπτή Δήλωση του κ. Άγι Πετρίδη ημερομηνίας 27/10/2025, καθώς επίσης και όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Γραπτή Δήλωση του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ημερομηνίας επίσης 27/10/2025 και είναι η θέση μου ότι σε αυτές περιέχονται ισχυρισμοί αναληθείς, ανακριβείς, παραπλανητικοί και που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς επίσης και ισχυρισμοί οι οποίοι είναι εκτός δικογράφων και τεκμήρια τα οποία δεν έχουν αποκαλυφθεί από τους Καθ' ων η αίτηση, που πρέπει να απαντηθούν και/ή να διευκρινιστούν, για να μπορέσει το Σεβαστό Δικαστήριο να αποκομίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης.
Είναι η θέση μου ότι οι Γραπτές Δηλώσεις των κ.κ. Άγι Πετρίδη και Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ημερομηνίας 27/10/2025, προσφέρουν μαρτυρία που χρήζει απάντησης και αντίκρουσης, με μαρτυρία δική μου υπό μορφή Συμπληρωματικής Γραπτής Δήλωσης και/ή Συμπληρωματικής Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης, της Γραπτής Δήλωσης μου ημερομηνίας 12/9/2025, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση.
Πρόθεση μου είναι να απαντήσω σε γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς που προκύπτουν από τις Γραπτές Δηλώσεις των κ.κ. Άγι Πετρίδη και Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, με τις οποίες προσπαθούν να στρεβλώσουν και να αλλοιώσουν γεγονότα που περιέχονται στην Γραπτή Δήλωση μου ημερομηνίας 12/9/2025 και να εισάξουν ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχουν δικογραφηθεί και έγγραφα ως τεκμήρια τα οποία δεν έχουν αποκαλυφθεί, παρουσιάζοντας μια εντελώς λανθασμένη και μακριά από την πραγματικότητα εικόνα στο Δικαστήριο, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του. Σκοπός μας είναι να προβούμε σε διευκρινίσεις των προβαλλόμενων ήδη ισχυρισμών και όχι να επαναλάβουμε αρχικούς ισχυρισμούς ή να εισάγουμε νέα μαρτυρία.
Είναι η θέση μου ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στους Αιτητές, όπως αντικρούσουν τους ισχυρισμούς, τους οποίους οι μάρτυρες αυτοί αναφέρουν στις Γραπτές τους Δηλώσεις ημερομηνίας 27/10/2025, οι οποίοι αν δεν απαντηθούν, θα παραμείνει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα ως προς το τί η κάθε πλευρά ισχυρίζεται και τί αποδέχεται και ενδεχομένως να επηρεάσουν την ορθή κρίση του Δικαστηρίου.
Υπό το πνεύμα της διατήρησης της ισότητας των όπλων και προς εξασφάλιση μίας δίκαιης δίκης σε σχέση με το αντικείμενο της υπόθεσης αυτής, θεωρώ ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί η ευκαιρία στους Αιτητές, να απαντήσουν στα όσα αναφέρονται στις Γραπτές Δηλώσεις των κ.κ. Άγι Πετρίδη και Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του, των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, επιθυμώ όπως το Σεβαστό Δικαστήριο, μου επιτρέψει να απαντήσω μόνο στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 8, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, και 20 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Άγι Πετρίδη, ημερομηνίας 27/10/2025 και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους αρ. 4,6, 7, 8, 9,10 και 11 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ημερομηνίας 27/10/2025.
Δεν επιθυμώ να επαναλάβω ένα προς ένα τα σημεία που κρίνω ότι χρειάζεται να απαντηθούν, γιατί έχουμε ετοιμάσει την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που προτιθέμεθα να καταχωρήσουμε, στην οποία καταγράφονται τα σημεία και οι παράγραφοι όπου εντοπίζουμε θέματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν ή γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της προς αιτιολόγηση του αιτήματος μας, για άδεια καταχώρησης της.
Στην παρούσα μου, επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ "Α", αντίγραφο της προτιθέμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μου που θα καταχωρήσουμε στο Δικαστήριο, αν το Σεβαστό Δικαστήριο μας παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια.
Η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης κρίνεται αναγκαία, καθώς με αυτό τον τρόπο θα τεθούν ξεκάθαρα ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα γεγονότα και στοιχεία που θα πρέπει να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της Ακροαματικής Διαδικασίας.
Τα στοιχεία και/ή γεγονότα που οι Αιτητές επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, για την οποία ζητούμε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουμε, είναι στοιχεία και γεγονότα που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλουν οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση στις Γραπτές τους Δηλώσεις, οι οποίοι αποτελούν όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, ισχυρισμούς που δεν έχουν δικογραφηθεί και τεκμήρια που δεν αποκαλύφθηκαν. Είναι η θέση μας ότι, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε για επανάληψη των αρχικών μας ισχυρισμών, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί σ' εμάς να προβάλουμε, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το γεγονός αυτό από μόνο του τεκμηριώνει την ύπαρξη καλού λόγου, όπως μας συμβουλεύει ο Δικηγόρος μας και τυγχάνουμε νομικής συμβουλής, για να μας επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
»
(β) Η Ένσταση.
Το επίδικο αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση (στο εξής: «η Ένσταση»), η οποία αναπτύσσεται στους ακόλουθους λόγους:
«
1. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και / ή νόμω αβάσιμη και / ή ως κακόπιστη.
2. Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, σπατάλη, άνευ λόγου και χωρίς ουσιαστικό όφελος, των δικαστικών πόρων και του πολύτιμου δικαστικού χρόνου, αποτελεί δε μέσο καταπίεσης των Καθ’ ων η Αίτηση, προσβολής των νόμιμων δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων αυτών.
3. Μέσω της εν λόγω Αίτησης, ημ. 11/11/2025, οι Αιτητές επιδιώκουν να εξασφαλίσουν Διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά των οποίων δεν νομιμοποιούνται και / ή δεν δύνανται να συμπεριλάβουν I αιτηθούν στο ίδιο Έντυπο Αρ. 34, αφού το, υπό Β, αιτούμενο Διάταγμα θα έπρεπε να είχε προηγηθεί του, υπό Α, αιτουμένου Διατάγματος, ακριβώς λόγω της φύσης αυτών.
4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων, αφού δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος προς τούτο, ούτε και εξυπηρετείται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον, μάλιστα, ακολουθείται η διαδικασία του Μέρους 29 (Μικρές Απαιτήσεις) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, στα πλαίσια των οποίων τίθενται περιορισμοί ως προς την εφαρμογή συγκεκριμένων Μερών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.
5. Η Αίτηση, ημ. 11/11/2025, είναι γενική και αόριστη, με τους Αιτητές να εξειδικεύουν μεν τις συγκεκριμένες παραγράφους, από τις Γραπτές Δηλώσεις Μαρτυρίας των μαρτύρων των Καθ’ ων η Αίτηση Άγι Πετρίδη και Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, για τις οποίες αιτούνται Διάταγμα Αντεξέτασης, χωρίς όμως να δίνουν επαρκείς και / ή ειδικούς λόγους, που να δικαιολογούν και να καθιστούν αναγκαία την κλήση των πιο πάνω προσώπων, για αντεξέταση, καθ’ ότι εκφεύγουν ζητημάτων, τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος και / ή της συγκεκριμένης διαφοράς, με αποτέλεσμα η Αίτηση να καθίσταται θνησιγενής και καταδικασμένη σε απόρριψη.
6. Η σκοπούμενη, με την Αίτηση, ημ. 11/11/2025, αντεξέταση είναι αχρείαστη και / ή δεν θα εξυπηρετήσει κανένα σκοπό ή άλλο καθιερωμένο από τη νομολογία λόγο, που θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του Διατάγματος Αντεξέτασης, αφού η Αίτηση αποσκοπεί σε αντεξέταση επί επουσιωδών και / ή άσχετων θεμάτων, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν χρήζουν οποιοσδήποτε διευκρίνισης, έχοντας, μάλιστα, υπόψιν πως τα θέματα, για τα οποία καλείται ν’ αποφανθεί το σεβαστό Δικαστήριο είναι, κατά κύριο λόγο, νομικά.
7. Οι Αιτητές, με την Αίτηση τους, αλλά και την Ένορκη Δήλωση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ “Α”), που τη συνοδεύει, δεν καταδεικνύουν και / ή απέτυχαν να καταδείξουν οποιονδήποτε αναγνωρισμένο από τη νομολογία «καλό λόγο» και / ή την ανάγκη «διευκρίνισης ισχυρισμών», ενώπιον του Δικαστηρίου» και / ή οποιανδήποτε, αναγνωρισμένη από τη νομολογία, «ανάγκη», που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων.
8. Η μαρτυρία, που επιθυμούν να εισαγάγουν οι Αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ “Α”), είναι ανεπίτρεπτη και γίνεται για αλλότριους σκοπούς, με σκοπό να συμπληρώσουν ελλείψεις στη μαρτυρία, που, ήδη, έχουν καταχωρήσει. Σύμφωνα δε με το Μέρος 31.4 (3), των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, διάδικος δεν δύναται να καταθέτει ως μαρτυρία οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο παρέλειψε να αποκαλύψει και προσάγει, εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπήρχαν ειδικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν τέτοια παράλειψη. Οι Αιτητές δεν δικαιολόγησαν, ως όφειλαν, τη σχετική παράλειψη.
9. Οι Αιτητές θα έπρεπε να είχαν αποκαλύψει τα συγκεκριμένα στοιχεία και έγγραφα σε προγενέστερο, χρονικά, στάδιο, τα οποία τώρα αποπειρώνται να παρουσιάσουν, καθ’ ότι αυτά ήταν γνωστά, στους Αιτητές, πολύ πριν την καταχώρηση της Αίτησης, ημ. 11/11/2025, διά της οποίας αιτούνται την έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων.
10. Η αίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση καιI ή στην πρόκληση περαιτέρω ταλαιπωρίας στους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι, στην περίπτωση αποδοχής της, ενδέχεται να αποταθούν στο Δικαστήριο ώστε να τους επιτραπεί να απαντήσουν με πρόσθετη μαρτυρία, γεγονός που θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα και θα καθυστερήσει την όλη διαδικασία.
11. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να δοθεί άδεια όπως καταχωρισθεί, μόνο σύγχυση και καθυστέρηση πρόκειται να προκαλέσει στο Δικαστήριο παρά να ξεκαθαρίσει τα γεγονότα της υπόθεσης, τυχόν δε έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα επιφέρει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ’ ων η Αίτηση, καθώς και υπέρμετρη αδικία, αφού η πρόσθετη αυτή μαρτυρία, την οποία επιχειρούν να εισάξουν οι Αιτητές, μέσω αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, δεν καλύπτεται ούτε από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους.
»
Ως προς τα γεγονότα, η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου 1, ο οποίος, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σημειώνει ότι οι Αιτητές επιχειρούν να εξασφαλίσουν δύο διαφορετικής φύσεως διατάγματα, γεγονός που το χαρακτηρίζει ως διαδικαστικά ανεπίτρεπτο και καταχρηστικό. Εν πάση περιπτώσει, αμφισβητεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποβάλλοντας πως δεν προκύπτει «καλός λόγος» που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Προτάσσει ακόμη ότι οι Αιτητές επιχειρούν, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, να εισαγάγουν νέα μαρτυρία και έγγραφα τα οποία όφειλαν να είχαν αποκαλύψει σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να παρέχουν οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψή τους, συμπεριφορά που αντίκειται στις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.
(γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης.
Δεν έχει ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.[1] Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των διαδίκων, καταχώρησαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των αντίθετων εισηγήσεών τους, στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα γίνει αναφορά μόνο εφόσον αυτό κριθεί σκόπιμο.
Πέραν αυτού, αξίζει να επισημανθεί ότι ο δικηγόρος των Αιτητών, μέσω της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ανέφερε ότι «θα περιορίσει την αίτηση της στο σημείο Β της Αίτησης και θα αποσύρει το σημείο Α».
Ακολούθως, ήτοι στις 24/06/2026, η απόφαση επιφυλάχθηκε.
ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.
(α) Ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 1983.
Στον Κανονισμό 4 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «οι διάδικοι παρουσιάζουν μαρτυρία και προσάγουν αποδεικτικά στοιχεία με τη σειρά που προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς. Μάρτυρες εξετάζονται, αντεξετάζονται και επανεξετάζονται όπως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας».
Στον δε Κανονισμό 12 του ίδιου Διαδικαστικού Κανονισμού, προστίθεται ότι «εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου». Οι εν λόγω αναφορές, πλέον, θα πρέπει να ερμηνεύονται ότι παραπέμπουν στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
(β) Οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Το Μέρος 29 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, αφορά τις υποθέσεις που ταξινομούνται ως «Μικρές Απαιτήσεις»,[2] όπως δηλαδή ταξινομήθηκε η παρούσα υπόθεση.
Μέσω των διαλαμβανομένων στο εν λόγω Μέρος 29, επιχειρείται η διαμόρφωση μιας πιο απλής[3] διαδικασίας διεκπεραίωσης εκείνων των υποθέσεων που το αντικείμενο τους επιτρέπει την ολοκλήρωσή τους με πιο συνοπτικό τρόπο, ήτοι δια της απλοποίησης ή παράκαμψης κάποιων σταδίων που προβλέπονται για τις υποθέσεις που ταξινομούνται ως «Συνήθεις Απαιτήσεις».[4] Η μη υποχρέωση για την ετοιμασία «λίστας προδικαστικού ελέγχου» και «χρονοδιαγραμμάτων διαδικασίας» που προβλέπονται στο Μέρος 30 για τις «Συνήθεις Απαιτήσεις», αποτελούν τέτοια παραδείγματα.
Οι υποθέσεις που ταξινομούνται ως «Μικρές Απαιτήσεις» ορίζονται απευθείας για ακρόαση, με δυνατότητα διεξαγωγής και «προκαταρτικής ακρόασης», εάν τούτο κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο (Μέρος 29.5). Η διεξαγωγή της τελικής ακρόασης γίνεται με «οποιανδήποτε μέθοδο διαδικασίας» το «δικαστήριο δύναται να υιοθετήσει» και παράλληλα, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να περιορίσει τον «επιτρεπόμενο χρόνο για την ακρόαση», είτε ως προς την αντεξέταση, είτε γενικότερα, «για την παρουσίαση της μαρτυρίας» καθώς επίσης και για τις αγορεύσεις (Μέρος 29.7).
Όσον αφορά γενικώς τα της μαρτυρίας, σχετικό είναι το Μέρος 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ό,τι όμως εκεί αναφέρεται, αφορά ως επί το πλείστον, τη διαδικασία της Συνήθους Απαίτησης, καθότι με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Μέρος 29.2, μόνο[5] το Μέρος 32.1, ήτοι η εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τη μαρτυρία, εφαρμόζεται στη διαδικασία των Μικρών Απαιτήσεων.
Παρά τα προαναφερόμενα, για σκοπούς αντιπαραβολής, αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στους Κανονισμούς 32.4 (3) και (4) όπου αναγράφονται τα εξής:
«
(3) Μάρτυρας ο οποίος δίδει προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη δύναται με την άδεια του δικαστηρίου:
(α) να ενισχύσει τη δική του δήλωση μάρτυρα· και
(β) να δώσει μαρτυρία σε σχέση με νέα θέματα τα οποία προέκυψαν από τον χρόνο επίδοσης τής δήλωσης μάρτυρα στους άλλους διαδίκους.
(4) Το δικαστήριο θα δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (3) μόνο αν κρίνει ότι υπάρχει καλός λόγος να μην περιοριστεί η μαρτυρία του μάρτυρα στο περιεχόμενο της δήλωσης μάρτυρά του.
»
Η πιο πάνω διατύπωση φαίνεται να αντανακλά και να υιοθετεί τις σχετικές επί του θέματος νομολογιακές αρχές που προϋπήρχαν των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Με βάση λοιπόν τη σχετική επί τούτου νομολογία, το τι ακριβώς συνιστά «καλό λόγο», είναι ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση και συνιστά ζήτημα διακριτικής εξουσίας. Γνώμονας είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης που περιλαμβάνει, ανάμεσα σε άλλα, την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων[6] καθώς και τη δίκαιη εξισορρόπηση των δικονομικών όπλων.
Η φύση της διαδικασίας αποτελεί σημαντικό στοιχείο συνυπολογισμού. Αναμφίβολα, είναι πιο εύκολο να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής μαρτυρίας στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης αίτησης παρά εν είδει απάντησης ή αντίκρουσης μαρτυρίας κατά την κυρίως ακροαματική διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει, ούτε η ανάπτυξη δικανικών συλλογισμών, ούτε οι νομικές προεκτάσεις αμφισβητούμενων γεγονότων δικαιολογούν την έγκριση τέτοιων αιτημάτων, διότι ως γνωστό, η νομική επιχειρηματολογία δεν έχει θέση σε μια ένορκη δήλωση[7] ή έγγραφη μαρτυρία.
ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.
Με βάση ό,τι τέθηκε προς το Δικαστήριο, τα συμπεράσματά μου είναι τα εξής.
Πριν οτιδήποτε άλλο, διευκρινίζεται ότι το μέρος της επίδικης αίτησης που αφορά το αίτημα για αντεξέταση δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, διότι το σχετικό αίτημα έχει αποσυρθεί.
Αυτό που απομένει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσον ενδείκνυται η έγκριση του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής/απαντητικής/αντικρουστικής μαρτυρίας.
Έχοντας σταθμίσει τις εκατέρωθεν θέσεις, η απάντηση είναι αρνητική.
Κατ’ αρχάς, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ειδικά στις υποθέσεις που έχουν ταξινομηθεί και προωθηθεί με βάση τη διαδικασία της Μικρής Απαίτησης των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 υφίσταται νομιμοποιητικό έρεισμα για την έγκριση αιτήματος αυτής της φύσης. Ούτε το γράμμα, ούτε το πνεύμα του Μέρους 29 οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή επιτρέπεται η παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου παρουσίασης μαρτυρίας. Τέτοια ειδική ρητή δικονομική πρόβλεψη δεν υπάρχει. Η απουσία τέτοιας πρόβλεψης συνάδει με τη φιλοσοφία και τον συνοπτικό χαρακτήρα της διαδικασίας εκδίκασης των Μικρών Απαιτήσεων.
Η δε επίκληση των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου προς αναπλήρωση του εν λόγω κενού δεν είναι αποδεκτή, αφού αυτές οι εξουσίες υπηρετούν διαφορετικό σκοπό και δεν αποσκοπούν στη δημιουργία δικονομικών δικαιωμάτων υπέρ των διαδίκων που διαφορετικά δεν υφίστανται.
Διασαφηνίζεται βεβαίως, ότι το Δικαστήριο αυτό έχει αυτεπαγγέλτως τη δυνατότητα να επανακαλέσει οποιονδήποτε μάρτυρα με σκοπό τη διεκπεραίωση και συμπλήρωση της αναγκαίας έρευνας.[8] Παρόμοιες διευρυμένες δυνατότητες, ως προαναφέρθηκε, παρέχονται πλέον και από το Μέρος 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προς υλοποίηση του πρωταρχικού σκοπού, ως ρητώς στον Κανονισμό 1.2(1) υποδεικνύεται.[9]
Έτερον, εκάτερον. Τώρα το επίδικο ζήτημα δεν σχετίζεται με τις αυτεπάγγελτες εξουσίες του Δικαστηρίου ως προς τη δίκαιη διαχείριση των υποθέσεων, αλλά αφορά το δικονομικό έρεισμα της υπό κρίση αίτησης.
Τα δικονομικά δικαιώματα ενός διαδίκου ούτε εξισώνονται, ούτε διευρύνονται κατ’ επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου.
Το νομικό πλαίσιο της επίδικης αίτησης έχει προηγουμένως παρατεθεί αυτούσιο. Δεν εντοπίζεται συγκεκριμένη δικονομική διάταξη επί της οποίας οι Αιτητές μπορούν να θεμελιώσουν το αίτημά τους για παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας, είτε αυτή φέρει τον χαρακτήρα της συμπλήρωσης, είτε της απάντησης, είτε της αντίκρουσης. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το «Μέρος 32 (μαρτυρία) εκτός από τον Κανονισμό 32.1 (εξουσία του δικαστηρίου να ελέγχει τη μαρτυρία)» δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία των Μικρών Απαιτήσεων, ως ο κανονισμός 29.2 προσδιορίζει. Κατά συνέπεια, ο Κανονισμός 32.4 που ομιλεί για δικαστική άδεια, στη βάση «καλού λόγου», «για να μην περιοριστεί η μαρτυρία του μάρτυρα στο περιεχόμενο της δήλωσης μάρτυρά του», δεν τυγχάνει εφαρμογής.[10]
Ούτε τα υπόλοιπα Μέρη και κανονισμοί που εκτίθενται στην Αίτηση παρέχουν έρεισμα για την έγκριση του υπό κρίση εναπομείναντος αιτήματος. Ούτε βεβαίως η επίκληση του Μέρους 23 διαφοροποιεί την κατάσταση. Το εν λόγω Μέρος σχετίζεται με τη δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής μαρτυρίας στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης και όχι κατά την Κυρίως δίκη.
Εξάλλου, η κυρίως δίκη, ανέκαθεν είχε και συνεχίζει να έχει προκαθορισμένη πορεία, ανεξαρτήτως της δικονομικής ταξινόμησής της. Ο διάδικος έχει υποχρέωση να παρουσιάσει με ολοκληρωμένο τρόπο[11] την υπόθεσή του. Και μία ευκαιρία για να την αποδείξει. Άλλως πως υπάρχει κίνδυνος για ανατροπή της φυσιολογικής δικονομικής και της αποδεικτικής πορείας για την απονομή της Δικαιοσύνης.
Η παρουσίαση «αντικρουστικής μαρτυρίας»[12] (evidence in rebuttal), δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας μηχανισμός για αποτροπή της πρόκλησης αδικίας, λόγω παραπλάνησης ή αιφνιδιασμού[13] διαδίκου από τη μαρτυρία του αντιδίκου του, ήτοι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα που επιτάσσει ότι ο διάδικος έχει υποχρέωση να παρουσιάσει με ολοκληρωμένο τρόπο την υπόθεσή του. Ακόμη δηλαδή και στο πλαίσιο των υποθέσεων που ταξινομούνται ως «Συνήθεις Απαιτήσεις» και εφαρμόζεται πλήρως το Μέρος 32 (Μαρτυρία), η έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά την εξαίρεσή του. Σχετικά, στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 2020, κεφ. 32.5.2, «Amplification of evidence (r.32.5(3) and (4))», σελ. 1081 -1082, αναφέρεται:
«
Where a party’s witness is allowed to amplify, prejudice to the opponent should not be regarded routinely as remediable simply by an order for costs. A late, unjustified change of tack may be regarded as an injustice to the opponent which, in the light of the overriding objective (r.1.1) should not be permitted.
»
Ως εκ των προαναφερόμενων, έχοντας υπόψιν ότι[14] ο ασυνήθιστος χαρακτήρας των ενδιάμεσων διαδικασιών απαιτεί τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων,[15] καθώς και ότι η παράλειψη προσδιορισμού της βασικής δικονομικής βάσης μιας ενδιάμεσης αίτησης συνιστά παράλειψη στήριξής της και όχι θεραπεύσιμη παρατυπία, ως επίσης ότι όταν η διάταξη στην οποία στηρίζεται μια αίτηση είναι εντελώς άσχετη τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη,[16] καταλήγω ότι η επίδικη αίτηση είναι εκ προοιμίου απορριπτέα, ως στερούμενη νομιμοποιητικού ερείσματος.
Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται ότι ούτε εάν το αίτημα εξεταζόταν ουσιαστικά, ήτοι υπό το πρίσμα της ανεύρεσης «καλού λόγου» θα δικαιολογείτο η έγκρισή του.
Διότι, για τους λόγους που ήδη έχουν αναλυθεί προηγουμένως, η έγκριση αιτήματος τέτοιας φύσης δεν μπορεί παρά να αποτελεί την εξαίρεση[17] στον κανόνα, εξαίρεση που δεν έχει καταδειχθεί, αφού η μαρτυρία που οι Αιτητές σήμερα θέλουν να παρουσιάσουν χαρακτηρίζοντάς την είτε ως «συμπληρωματική» είτε ως «αντικρουστική», δεν απορρέει ούτε από γεγονότα που δημιουργήθηκαν μετά τη σύνταξη της δικής τους μαρτυρίας, ούτε από άλλη αντικειμενική αδυναμία η οποία δεν τους επέτρεψε να τα παραθέσουν εξαρχής κατά τη σύνταξη της έγγραφης μαρτυρίας τους.
Οι περί του αντιθέτου εξηγήσεις που δίδονται προς αιτιολόγηση της παράλειψης των Αιτητών, δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο. Υποδεικνύεται συναφώς ότι το επίδικο ζήτημα στην πραγματική του διάσταση είναι απλό. Αφορά στο εάν υπήρξε οριστική συμφωνία μείωσης του ενοικίου του επίδικου υποστατικού, σε συνάρτηση με το εάν οι Αιτητές προχώρησαν ως διατείνονται «οικιοθελώς, σε χαριστικές και δίχως οποιονδήποτε αντάλλαγμα εκπτώσεις στα ενοίκια των ενοικιαστών». Όλα τα βασικά και τα παρεμφερή γεγονότα ήταν καλά γνωστά στους διαδίκους κατά τη σύνταξη της μαρτυρίας τους. Η έκταση των δικογράφων, τόσο της Εναρκτήριας Αίτησης, όσο και της Απάντησης, έχει αυτόδηλο περιεχόμενο, αποκαλύπτοντας με λεπτομέρεια τις διαφορετικές, αλλά ευκρινώς διακριτές προσεγγίσεις των διαδίκων. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι τα δικόγραφα καθορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα.[18] Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους Αιτητές, ότι μέσω της αιτούμενης επιπρόσθετης μαρτυρίας επιθυμεί να δώσει «διευκρινίσεις» και ότι αποσκοπεί στην παρουσίαση μιας «ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας των γεγονότων» δεν αρκούν ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει υπέρ των Αιτητών, τη διακριτική του εξουσία.
Ούτε ασφαλώς η παρούσα αίτηση παρέχει το ενδεδειγμένο πλαίσιο για να εξεταστεί το κατά πόσο η μαρτυρία των Καθ’ ων κινείται εκτός των δικογραφημένων τους ισχυρισμών. Εάν στη μαρτυρία τους έχει εμφιλοχωρήσει οτιδήποτε που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφά τους, η παροχή άδειας προς τους Αιτητές για να απαντήσουν επί μη δικογραφημένης μαρτυρίας δεν συνιστά την ορθή δικονομική προσέγγιση, ούτε θα διορθώσει, αλλά θα διαιωνίσει το πρόβλημα. Η Αίτηση θα απορριφθεί.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ.
Η Ένσταση επιτυγχάνει. Οι λόγοι ένστασης 4 και 7 έχουν έρεισμα.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης.
(Υπ.)………………………………………….
Γ. Χρ. Παγιάσης
Πρόεδρος
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] Σημειώνεται ότι, επειδή το υπό εξέταση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ’ εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κρίθηκε ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση.
[2] Το μέρος αυτό αντικατέστησε τη διαδικασία της «ταχείας εκδίκασης» των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
[3] Αντίστοιχη προς το αγγλικό «small claims track». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Civil Procedure (Volume 11 (2020), παρ. 1–496, 215. Claims normally allocated to the small claims track, αναφέρεται: «The small claims track is intended to provide a proportionate procedure by which most straightforward claims with a financial value of not more than £10,000 can be decided, without the need for substantial pre-hearing preparation and the formalities of a traditional trial, and without incurring large legal costs. Accordingly, the procedural rules for the preparation of the case and the conduct of the hearing on the small claims track are designed to make it possible for a litigant to conduct his own case without legal representation if he wishes».
[4] Παρόλο που το αίτημα για αντεξέταση πλέον δεν προωθείται, σημειώνεται ότι επί τούτου στο Μέρος 32.6, αναφέρονται τα εξής: «32.6. Διάταγμα αντεξέτασης (1) Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία. (2) Αν το δικαστήριο δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (1) αλλά το εν λόγω πρόσωπο δεν παραστεί όπως απαιτεί το διάταγμα, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.» Επίσης, στο Μέρος 32.10 αναφέρονται τα ακόλουθα: «32.10. Αντεξέταση επί δήλωσης μάρτυρα (1) Όταν μάρτυρας καλείται να δώσει μαρτυρία κατά τη δίκη, μπορεί να αντεξεταστεί επί της δήλωσης μάρτυρά του, είτε έχει γίνει αναφορά στη δήλωση ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα είτε όχι».
[5]Διαλαμβάνονται τα εξής: « 29.2. Έκταση στην οποία εφαρμόζονται άλλα Μέρη.
(1) Τα ακόλουθα Μέρη των παρόντων κανονισμών δεν εφαρμόζονται σε μικρές απαιτήσεις:
(α) Μέρος 25 (ενδιάμεσες θεραπείες) εκτός στον βαθμό που αφορά σε προστακτικά ή απαγορευτικά ενδιάμεσα διατάγματα·
(β) Μέρος 31 (αποκάλυψη και επιθεώρηση) παρά μόνο ως προνοείται από τον κανονισμό 31.1(2)·
(γ) Μέρος 32 (μαρτυρία) εκτός από τον κανονισμό 32.1 (εξουσία του δικαστηρίου να ελέγχει τη μαρτυρία)·
(δ) Τηρουμένου του Κανονισμού 29.2(3), το Μέρος 19 (περαιτέρω πληροφορίες) δεν εφαρμόζεται·
(ε) Μέρος 37 (ακροάσεις) εκτός από τον κανονισμό 37.2 (γενικός κανόνας: η ακρόαση να είναι δημόσια)·
(2) Τα άλλα Μέρη των παρόντων κανονισμών εφαρμόζονται σε μικρές απαιτήσεις εκτός στην έκταση στην οποία κανονισμός περιορίζει τέτοια εφαρμογή.
(3) Το δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα να διατάξει διάδικο να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες αν το κρίνει κατάλληλο.»
[6] Δείτε: Κοκκίνου ν. Κοκκίνου, Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας 03/11/2016.
[7] Δείτε: A. Messios and Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ. 1) (2010) 1 Α.Α.Δ. 195, και Pell Frischmann Cons. Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 33.
[8] Δείτε: Κανονισμό 4(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983.
[9] Ανάλογη προσέγγιση απαντάται και στην αγγλική πρακτική. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Atkin's Court Forms, Trials and Juries Vol 40(1), Practice, B: TRIALS IN THE SMALL CLAIMS, FAST, INTERMEDIATE AND MULTI-TRACKS, 11. ‘Trials’ in the small claims track: «The judge will take a proactive role and is likely to conduct the hearing in an inquisitorial manner. It is specifically provided that the judge may question any witnesses before allowing any other person to do this, may refuse to allow any cross-examination until all the witnesses have given evidence in chief, and may limit cross-examination of a witness to a fixed time and/or to a particular subject or issue».
[10] Ούτε τα «Μέρη 32.6, 32.10 και 32.14» επί των οποίων «ειδικότερα» βασίζεται η επίδικη αίτηση, ως προς τη δυνατότητα αντεξέτασης, εφαρμόζονται στη διαδικασία της Μικρής Απαίτησης. Εντούτοις, η σχετική δυνατότητα αναγνωρίζεται εμμέσως μέσω του κανονισμού 29.7(2). Συναφώς, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Civil Procedure (Volume 11 (2020), 18. Evidence (9) Witnesses (vii) Oral Examination of Witnesses at or Prior to Trial C. Cross-examination ,837. Time and scope of cross-examination, αναφέρεται: «Under the Civil Procedure Rules the court has a general discretionary power to limit cross-examination. This power applies to claims allocated to the small claims track. Where, at a hearing other than the trial, evidence is given in writing, any party may apply to the court for permission to cross-examine the person giving the evidence».
[11] Δείτε: Αττεσλή κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2013) 1Α.Α.Δ. 2222.
[12] Οι αρχές που διέπουν τη δυνατότητα να επιτραπεί αντικρουστική μαρτυρία, συνοψίζονται στην απόφαση ημερομηνίας 06/10/2022 στην Αίτηση ημερομηνίας 14/09/22 στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 7/2021 στην υπόθεση TELIA (VASILIKO) ν. Πλοίου «UNI TRADER» όπου λέχθηκαν τα εξής: «…αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Tsiartas and Another v. Taliotis (1989) 1 C.L.R. 216, 228-229). Στην Tsiartas έχει υιοθετηθεί σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92, που προσφέρεται σε μετάφραση στην Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά. (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2080, 2089-90:«Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα …….Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου».
[13] Εξάλλου, σήμερα οι τακτικές αιφνιδιασμού (trial by ambush) και η παραπλάνηση της άλλης πλευράς ως προς τη διαθέσιμη μαρτυρία (cat and mouse approach) ανήκουν σε άλλες, μακρινές εποχές. Η σύγχρονη δικονομική πρακτική, «with all the cards face up on the table», όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στη Naylor v Preston Area Health Authority and other appeals - [1987] 2 All ER 353, αφενός δια της υποχρέωσης για «καθαρά» δικόγραφα και αφετέρου δια της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, έχει, σε μεγάλο βαθμό, περιορίσει τέτοια φαινόμενα.
[14] Οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν διαφοροποιούν τις εν λόγω νομολογιακές αρχές.
[15] Δείτε: Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743.
[16] Δείτε: Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α. (2007) 1Α Α.Α.Δ 393 και Παπακοκκίνου Κ.Α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (αρ. 1) (2012) 1Α Α.Α.Δ 643
[17] Τούτη η θέση συμβαδίζει και με την αντίστοιχη αγγλική δικονομική πρακτική. Συναφώς, στο σύγγραμμα Butterworths Road Traffic Service, Division D Accident Offences and Civil Liability, 3 Miscellaneous Civil Law, Court Procedure, Court Procedure Section 2: Ordinary Part 7 Proceedings, Witness statements are used in all three tracks αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:«Practitioners should prepare statements on the presumption that elaboration or 'filling gaps' will not be permitted at trial. It is therefore very important that witness statements are properly prepared and contain all of the relevant evidence of that particular witness».
[18] Δείτε: Κούρτης v. Ιασωνίδης (1970) 1 Α.Α.Δ 180, Πουρίκκου v. Μυροφόρα Σάββα (1991) 1 Α.Α.Δ. 507.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο