ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (ΑΚΙΝΗΤΑ) ΛΤΔ ν. Ανδρέας Θεμιστοκλέους, Αρ. Αίτησης: Κ26/23, 26/10/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (ΑΚΙΝΗΤΑ) ΛΤΔ ν. Ανδρέας Θεμιστοκλέους, Αρ. Αίτησης: Κ26/23, 26/10/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ

Τμήμα Δικαστηρίου Λεμεσού

Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Πρόεδρου

 

                                                                                                               Αρ. Αίτησης: Κ26/23

Μεταξύ:

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (ΑΚΙΝΗΤΑ) ΛΤΔ

Αιτητές

και

 

Ανδρέας Θεμιστοκλέους

Καθ' ου η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 3.7.2025

 

Ημερομηνία: 26.10.2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή/ Καθ’ ου η αίτηση στην Κυρίως Αίτηση:  κα Μ. Χαραλαμπίδου για ERMINA PAPASOLOMOU & CO LLC

Για Καθ’ ων η αίτηση/ Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση): κ. Σ. Παρπούνας για EFSTATHIOS C. EFSTATHIOU LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής στην παρούσα  Αίτηση (Καθ’ ου η αίτηση στην αρχική Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, που για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας θα αναφέρεται στο εξής ως “ο Αιτητής”), ζητά από το Δικαστήριο να “παραμερίσει” την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος και ερήμην του στις  08.11.2017. 

 

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση και Καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα, θα καλούνται «Καθ’ ων η αίτηση».

 

 

Iστορικό Αίτησης:

Για την πληρέστερη κατανόηση της απόφασης αυτής, θα πρέπει σ’ αυτό το στάδιο να αναφέρω ότι με την κυρίως Αίτηση (με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό), οι Καθ’ ων η αίτηση  ζητούσαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται το ενοίκιο του υποστατικού που κατείχε ο Αιτητής στην οδό Νίκου Παττίχη στην Λεμεσό (στο εξής αναφερόμενο ως «το μίσθιο»).

 

Είναι παραδεκτό ότι ο Αιτητής κατέχει, ως θέσμιος ενοικιαστής, το μίσθιο.

 

Ο Αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει Απάντηση εντός της προβλεπόμενης, από τους Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, προθεσμίας με αποτέλεσμα να καθοριστεί ερήμην του, στις 11.10.2024, το ενοίκιο του μίσθιου.

 

Η παρούσα αίτηση:

 

Αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες, ο Αιτητής:

Α.        Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 11.10.2024, την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού/Πάφου – Τμήμα Δικαστηρίου Λεμεσού στην αίτηση  υπ’ αριθμό Κ26/2023 εναντίον του αιτητή στην παρούσα αίτηση.

Β.        Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στον αιτητή/καθ’ ου η αίτηση στην αίτηση υπ’ αριθμό Κ26/2023 να παρουσιάσει την Απάντηση/Υπεράσπιση του χωρίς όρους.

Γ.         Οποιαδήποτε  άλλη  θεραπεία ή οδηγίες θεωρεί ορθές και δίκαιες να δώσει το Σεβαστό Δικαστήριο.

 

Η αίτηση βασίζεται «επί της Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.48 Θ.2, Θ.9 (h) στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρος 14.3, 23, 25, 37 3-5, στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην αρχή φυσικής δικαιοσύνης και στα ατομικά δικαιώματα ιδιωτικής ζωής και απόλαυσης περιουσίας, στο φάκελο του Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου».

 

Υποστηρίζεται η αίτηση από την ένορκη δήλωση της Κ.Στ., δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, η οποία αναφέρεται στην ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου και στην Αίτηση Καθορισμού ενοικίου, για την οποία ο Αιτητής έλαβε γνώση τον Ιούλιο του 2023.

 

Διόρισε τότε συνήγορο ο οποίος ήταν προσωπικός του φίλος και ανέλαβε να ζητήσει γραπτώς από τους Καθ’ ων η αίτηση παράταση χρόνου με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση.

 

Η επόμενη ενημέρωση που έλαβε ο Αιτητής ήταν στις 18.10.2024, όταν πλέον του επιδόθηκε η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του (στις 11.10.2024).

 

Η απουσία του Αιτητή προέκυψε λόγω της ασυνεννοησίας με τον συνήγορο του, ενώ ο ίδιος δεν επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια ή περιφρονητική συμπεριφορά. Μετά από έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, ο Αιτητής διαπίστωσε πως το διοριστήριο που υπέγραψε ουδέποτε καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο.

 

Την 1.11.2024 ο Αιτητής διόρισε τους συνηγόρους που τον εκπροσωπούν στην παρούσα διαδικασία, οι οποίοι προώθησαν έφεση εναντίον της επίδικης απόφασης. Η έφεση καταχωρήθηκε μόλις ο Αιτητής πληροφορήθηκε την ύπαρξη  της απόφασης σε βάρος του. Η έφεση απορρίφθηκε από το Εφετείο, με ενδιάμεση απόφαση η οποία αφορούσε τη δικαιοδοσία του και/ή «το ορθό δικονομικό διάβημα».

 

Με την παρούσα διαδικασία ο Αιτητής αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης διότι το Δικαστήριο είχε υπόψη του τα γεγονότα που παρέθεσε μόνο η μία πλευρά. Ο Αιτητής θα αμφισβητήσει την επιδικαζόμενη αύξηση ως “υπέρμετρη και μη δικαιολογημένη από τις περιστάσεις”.

 

Η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ώστε να δοθεί στον Αιτητή το δικαίωμα να απαντήσει στην κυρίως Αίτηση και να υπερασπιστεί τον εαυτό του, διότι έχει πολύ καλή και γνήσια υπεράσπιση, την οποία δεν μπόρεσε να παρουσιάσει λόγω της συμπεριφοράς τρίτου προσώπου, δηλαδή του τότε δικηγόρου του.

 

Η Ένσταση:

Οι  Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις  20.11.2025, με την οποία προβάλλουν τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

 

«

1.            Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος.

2.            Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 11/10/2024.

3.            Ο Αιτητής έχει αποκρύψει ουσιώδεις και σημαντικά γεγονότα από το Δικαστήριο.

4.            Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Αιτητής δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.

5.            Η παρούσα αίτηση ως καταχωρήθηκε είναι παράτυπη και/ή αντικανονική τόσο στην καταχώρηση καθώς και στην προώθηση της και/ή η νομική της βάση είναι λανθασμένη και/ή ελαττωματική.

6.            Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού και/ή ακύρωσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/10/2024 και/ή τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει η ενόρκως δηλούσα και/ή τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση δεν παρέχουν σοβαρούς και/ή ικανοποιητικούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες.

7.            Η έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 11/10/2024  είναι ορθή, νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και συνάδει απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις και το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία για την έκδοση της απόφασης.

8.            Δεν υπάρχει καμία παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή των Ευρωπαϊκών και/ή Διεθνών Κανονισμών και Συμβάσεων και/ή καμία παρατυπία η οποία να ακυρώνει την όλη διαδικασία.

9.            Οι Καθ’ ων η αίτηση ακολούθησαν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή την Νομοθεσία και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς.

10.          Ο Αιτητής δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης του αντιμετωπίζει όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αίτηση.

11.          Ο Αιτητής, όσον αφορά τα Διατάγματα που ζητεί με την Αίτηση του, δεν απέσεισε το βάρος που ήταν επιφορτισμένος προς απόδειξη των ισχυρισμών του για έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων όπως απαιτείται από τη σχετική νομοθεσία και νομολογία.

12.          Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει και να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες και/ή λόγους και/ή περιστάσεις και/ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τον αιτούμενο παραμερισμό.

13.          Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στη καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης.

14.          Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία μεταξύ άλλων προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων των Καθ’ ων η αίτηση και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

15.          Ο Αιτητής δεν έδωσε κανένα λόγο ουσίας που να δικαιολογεί την καθυστέρηση και/ή αδιαφορία που επέδειξε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και/ή στην καθυστέρηση/αδιαφορία που επέδειξε σε σχέση με την διαδικασία/έκβαση της κυριως αίτησης.

16.          Ο Αιτητής κωλύεται από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Αίτηση του ημερ. 03/07/2025 και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει αυτή. Και αυτό διότι ο Αιτητής έλαβε εγκαίρως πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της κυρίως αίτησης των Καθ’ ων η αίτηση εναντίον του και το περιεχόμενο αυτής καθώς επίσης έλαβε γνώση και για την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 11/10/2024 εναντίον του, με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να καθίσταται άνευ αντικειμένου και/ή νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική. 

17.          Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έχει ξεκάθαρα ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην διαδικασία με στόχο την επίτευξη αλλότριων σκοπών από μέρους του Αιτητή.

18.          Το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, είναι πρόσωπο το οποίο, υπό τις περιστάσεις, είναι ακατάλληλο και/ή δεν έχει νόμιμο δικαίωμα vα προβεί σε τέτοια ένορκη δήλωση.

19.          Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν έχει υπογραφεί από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και/ή δεν προβάλλεται δικαιολογία γιατί δεν υπογράφει ο Αιτητής και/ή η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγορική υπάλληλο χωρίς να προβάλλεται λόγος γιατί δεν υπογράφει ο Αιτητής. 

20.          Στην παρούσα υπόθεση δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις (Special Circumstances) οι οποίες δικαιολογούν τη στέρηση από τους Καθ’ ων η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας τους.

21.          Ο Αιτητής δεν εξασφαλίζει με οποιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των Καθ’ ων η Αίτηση και τους αποστερεί τους καρπούς της επιτυχίας τους.

22.          Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι Καθ’ ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα αποστερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους εντός εύλογου χρόνου.

23.          Η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 11/10/2024 θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ’ ων η αίτηση.»

 

Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θ.θ. 2 και 3Δ5, Δ.5Α, Δ.5Β, Δ.6, Δ.17, Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.Θ 2,3 και 5, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ7 και 11, Δ.41 ΘΘ1-3, Δ.48 ΘΘΙ, 2, 3, 4, 8, Δ.42Α, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 8, 9 και 13, Δ.50, Δ.51, Δ.59, Δ.61, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Άρθρα 29 – 32, στο Άρθρο 9 (όχι περιοριστικά) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και επί του άρθρου 163, 169 και 30 του Συντάγματος, στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, επί της Πρακτικής και των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου.

 

Υποστηρίζεται η ένσταση από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των καθ’ ων η αίτηση (Δ.Κ.), στην οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τις θέσεις του Αιτητή.

 

Διαδικασία:

            Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν  ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις  υποστηρίζοντας, αντίστοιχα, την έγκριση και την απόρριψη της αίτησης. 

 

            Αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει εκεί όπου κρίνεται απαραίτητο. 

 

Νομική Πτυχή:

 

Α. Ο τύπος της αίτησης

Οι αιτήσεις για αναθεώρηση, ακύρωση ή τροποποίηση διατάγματος ή απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, καταχωρούνται σύμφωνα με τον «Τύπο 2» των περί Ενοικιοστασίου Κανονισμών και αποτελούν νέα αυτοτελή διαδικασία.  Αυτό επιβάλλει ο κανονισμός 7 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών:

“7(α)  Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση αιτήσεως σύμφωνα με τον Τύπο 1 ή 2 που καθορίζεται στο παράρτημα των Κανονισμών.

(β)  Ο Τύπος 1 ακολουθείται σε περιπτώσεις για τον καθορισμό ή αύξηση ενοικίου, την ανάκτηση κατοχής και εξώσεις.  Ο Τύπος 2 σε περιπτώσεις που αφορούν την αναθεώρηση διαταγμάτων, αιτήσεις για αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων και σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν προνοείται ρητά στους παρόντες Κανονισμούς.   

…………………………………………………………………………………..…

(ζ) Αίτηση που υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 2 πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες για τα θέματα που καθορίζονται πιο κάτω ανάλογα με τη φύση της αιτήσεως:

(ι) Όταν η αίτηση αποσκοπεί στην αναθεώρηση Διατάγματος λεπτομέρειες του διατάγματος που εκδόθηκε και των γεγονότων που δικαιολογούν την αναθεώρησή του.

(η)  Αίτηση που υποβάλλεται κατά τον Τύπο 1 ή 2 υπογράφεται από τον αιτητή ή το δικηγόρο του και ορίζει ότι το πρόσωπο ή πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται έχουν δικαίωμα να αμφισβητήσουν την αίτηση στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών από την επίδοση της αιτήσεως. Η αίτηση καταχωρίζεται στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου και ο αιτητής εφοδιάζει τη Γραμματεία με τον αναγκαίο αριθμό κατά την κρίση του Γραμματέα αντιγράφων

………………………………………………………………………………….”

Στην παρούσα υπόθεση, συγκρίνοντας τον Τύπο 2 με την καταχωρηθείσα αίτηση, είναι φανερό ότι ο Αιτητής δεν ακολούθησε τα όσα προνοούν οι  σχετικοί Κανονισμοί. Οι συνέπειες της παρατυπίας προβλέπονται στον Κανονισμό 12(β) (ως έχει αναριθμηθεί ο Κανονισμός 11(α)  του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού), ως εξής:

 

«12 (β)  Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο.»

 

     Η αντίστοιχη πρόνοια των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας, είναι η Δ.64[1].

 

«1. (1) H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.

(2) Τηρουμένης της παραγράφου (3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.

(3) To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.

2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.»

 

(Η σχετική πρόνοια στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι το Μέρος 3 των Κανονισμών).

Είναι η άποψη μου ότι οι νομικές αρχές, όπως έχουν εδραιωθεί μέσω της νομολογίας που ασχολήθηκε με την Δ.64, στα πλαίσια των προηγούμενων θεσμών[2], τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.

 

            Βασική αυθεντία στο ζήτημα της παράλειψης συμμόρφωσης με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποτελεί η απόφαση Wunderlich v. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία διευκρινίστηκε ότι:

“[Σ]σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64.  Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά. (1995) 3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd (1995) 3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 3 A.A.Δ. 323).  Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των  θεσμών").

…

Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας.”

Στην μεταγενέστερη απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009 ANS SECRETARIES LTD v. ORIANDA MANAGEMENT FZ LLC κ.α., ημερομηνίας 3.7.2014, λέχθηκαν επίσης τα πιο κάτω:

 

“Με τη νέα Διάταξη 64, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Διαδικαστικό Κανονισμό 2/95, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ προηγουμένως αυτό θα εθεωρείτο άκυρο.  Ωστόσο,  στη νομολογία τονίζεται ότι η Δ.64 δεν είναι πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς αυτούς (βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ (1998) 1 ΑΑΔ 81 και Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω και Κυριάκου κ.α. ν. Φραντζίδη (1999) 1 ΑΑΔ 2035). […]

 

Εάν όλες οι παρατυπίες θεραπεύονται αυτόματα, δεν θα υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο για το διάδικο που διαπράττει την παρατυπία να αποτείνεται στο δικαστήριο για να την θεραπεύσει (βλ. Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω).  Αντίθετα, για να αποφύγει την πληρωμή τυχόν εξόδων, θα προτιμά να επαναπαύεται αναμένοντας τον αντίδικό του να κινηθεί και το δικαστήριο να ενεργήσει κατά τρόπο που να θεωρεί την παρατυπία ως θεραπευθείσα.”

 

 

Σε κανένα στάδιο έχει αιτηθεί ο Αιτητής την απαλλαγή της αίτησης του από την παρατυπία.

 

Παρόλα αυτά, εξετάζοντας κατά πόσο η παρατυπία θα, μπορούσε να θεραπευθεί, διαπιστώνω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε ως ενδιάμεση αίτηση και αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει απλή παρατυπία. Σε αντίθεση με τις κυρίως Αιτήσεις του Τύπου 2 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών, οι ενδιάμεσες αιτήσεις εμπίπτουν στους περιορισμούς των εκάστοτε Κανονισμών πολιτικής δικονομίας (Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή Μέρος 23 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας[3]),  με τις προφανείς επιπτώσεις στον χειρισμό της διαδικασίας καθώς και στην παρουσίαση της μαρτυρίας. 

 

Ο Αιτητής με την προώθηση του αιτήματος του, υπό τον τύπο ενδιάμεσης αίτησης, έχει προβεί σε λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της παρατυπίας και το γεγονός ότι αυτή επηρεάζει δυσμενώς, τα δικαιώματα των Καθ’ ων η αίτηση, βρίσκω ότι η παρατυπία δεν δύναται να θεραπευθεί. Ως εκ τούτου οδηγεί αναπόφευκτα στην ακυρότητα της όλης διαδικασίας.

 

Παρά την διαπίστωση μου αυτή, για σκοπούς πληρότητας θα ασχοληθώ και με την νομική βάση της παρούσας αίτησης.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί επιβάλλουν όπως στις ενδιάμεσες αιτήσεις παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό τους υπόβαθρο.  Οι Κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο[4], εφόσον δεν υπάρχει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ή στους Κανονισμούς άλλη ρητή πρόνοια. 

 

Ανατρέχοντας στη Δ.48 Θ.2(1) διαπιστώνουμε ότι σε αυτή προνοούνται τα ακόλουθα:

“Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.”

           

Η συγκεκριμένη διάταξη έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας στην οποία έχει επεξηγηθεί ότι ο καθορισμός των σχετικών διατάξεων στις ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά, επειδή οι ενδιάμεσες διαδικασίες εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης.  Για το λόγο αυτό, πρέπει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα να καθορίζονται με ακρίβεια, ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα σύντομης εκδίκασης των ενδιάμεσων αυτών διαβημάτων [βλ. Kouppa and another v. Vassiliades (1981) 1 J.S.C. 120].

 

            Προκειμένου να διαπιστωθεί  η ορθότητα ή μη της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να εξεταστούν μία προς μία οι διατάξεις που αποτελούν την νομική της βάση.  

 

Δ.17 θ.10  Ο θεσμός αυτός αφορά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίζει ή να τροποποιεί αποφάσεις που έχουν εκδοθεί λόγω παράλειψης του Εναγομένου να καταχωρήσει εμφάνιση, υπό δίκαιους όρους. Σημειώνω  όμως ότι στο παρόν Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια αυτή, εφόσον δεν προνοείται η καταχώρηση,  σύμφωνα με τους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς “σημειώματος  εμφάνισης” .

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η εφαρμοζόμενη πρόνοια είναι μόνο το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/83, καθότι αυτό υπαγορεύει ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός, στον Κανονισμό 12(α):

 

«Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.»

 

            Επομένως, δεν σχετίζεται η Διαταγή αυτή  με το αίτημα για παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο.

 

Δ.26 θ.14 Ισχύουν και εδώ τα όσα πιο πάνω αναφέρω σε σχέση με τις πρόνοιες των κανονισμών 2(β) και 12(α) των  περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών.

 

            Η Διαταγή αυτή αφορά σε περιπτώσεις όπου έχει εκδοθεί απόφαση ερήμην του διάδικου, στη βάση των θεσμών της Πολιτικής δικονομίας και όχι δυνάμει των περί Ενοικιοστασίου Κανονισμών.

 

Δ.33 θ.05 Η διαταγή αυτή είναι άσχετη με την παρούσα αίτηση, αφού αφορά την παράλειψη του διαδίκου να παρουσιαστεί στη δίκη. 

 

Δ.48 Δεν βοηθά την υπόθεση του Αιτητή η επίκληση της διαταγής αυτής.  Αναφορικά με αυτή τη διάταξη υιοθετώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Evand Promotions Ltd κ.ά. (1998) 1B 736, το οποίο ομιλεί αφ’ εαυτού:

 

“Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ’ όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades (1981) 1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.α. ν. Άνιφτου (1992) 1 Α.Α.Δ. 529).”

 

 

Ν.14/60: Η αναφορά στην νομοθεσία αυτήν είναι γενική και αόριστη.

 

Το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 30 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α.

 

Αξίζει να αναφερθεί πως καμία αναφορά υπάρχει στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/83.

 

Σημειώνω  πως το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία ακύρωσης, αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ή απόφασης, δυνάμει των άρθρων 6 και 15  του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/83 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Νόμος»).  Η επιλογή στην επίκληση των άρθρων αυτών, εξαρτάται από το κατά πόσο ο ενοικιαστής συνεχίζει να κατέχει το μίσθιο ή όχι.

 

            Αυτές οι πρόνοιες διαφέρουν από τις πρόνοιες της Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμοζόμενη νομοθεσία είναι μόνο ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος.

 

Επομένως, το κατά πόσο ο Αιτητής έχει «καλή» ή «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση στην κυρίως Αίτηση, δεν είναι επίδικο θέμα. Στην απόφαση Συμεού ν. Είκοσι και άλλοι (2006) 1 Α.Α.Δ. 61, λέχθηκαν τα εξής, εν παρόδω, από τον Νικολάου Δ.:

 

«… ως προς το θέμα ενδεχόμενης υπεράσπισης δεν διακρίναμε οποιαδήποτε αδυναμία στην πρωτόδικη κρίση.  Αφήνουμε όμως ανοιχτό το κατά πόσο, βάσει του προαναφερθέντος Άρθρου 6(δ) του Νόμου, εξετάζεται τέτοιο θέμα.»

(δική μου υπογράμμιση)

ΚΑΤΑΛΗΞΗ:

Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον  Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

 

 

 

                                                            (Υπ.) ……………………………………….

                                                                                     Χρ. Ραγουζαίου

                                                                              Πρόεδρος Δικαστηρίου

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

 

Γραμματέας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject:  Rent Control/Interim

Αναφορά:  Αίτηση παραμερισμού απόφασης, τύπος – νομική βάση

 

 



[1] Με δεδομένη την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης τον Απρίλιο του 2023, δηλαδή πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2023, τυγχάνουν εφαρμογής (όπου αυτό είναι θεμιτό) οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.

[2] Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364, 1 Α.Α.Δ. 399, Χόππης ν. Παναγή (1993) Α.Α.Δ. 140, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 257,  Βουριά ν. Δασκάλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 808, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΑΣ ΚΑΡΑΣΑΒΒΑ (2012)

[3] Βλ. Μέρος 23, κανονισμός 23.13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

[4] Δυνάμει των Κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο