ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΝΝΑΒΑ ν. ARTO ESTATE LIMITED, Αρ. Αίτησης: Ε22/2024, 3/11/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΝΝΑΒΑ ν. ARTO ESTATE LIMITED, Αρ. Αίτησης: Ε22/2024, 3/11/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ

Τμήμα Δικαστηρίου Λεμεσού

Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Πρόεδρου

                                                                                                              Αρ. Αίτησης: Ε22/2024

Μεταξύ:

 

ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΝΝΑΒΑ

Αιτητές

και

 

ARTO ESTATE LIMITED

Καθ' ων η αίτηση

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 15.1.2026

 

Ημερομηνία: 03.11.2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές (Κυρίως Αίτηση)/Καθ’ ων η ενδιάμεση αίτηση: κ. Τιμοθέου με κα Α. Αρκαδίου  για Χ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ & Λ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Για Καθ’ ων η αίτηση (Κυρίως Αίτηση)/ Αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση: κ. Χρ. Νικολαΐδης  για ANDREAS L. NEOKLEOUS CHAMBERS LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό (που καταχωρήθηκε στις  13.03.2024), αφορά την απαίτηση του Αιτητή για έξωση των Καθ’ ων η αίτηση και ανάκτηση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος (στο εξής αναφερόμενο ως «το μίσθιο»), ώστε αυτό να χρησιμοποιηθεί από τον υιό του Αιτητή.

 

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι Καθ’ ων η αίτηση (Αιτητές στην παρούσα αίτηση), θα αποκαλούνται «Αιτητές» και ο Αιτητής στην κυρίως Αίτηση (Καθ’ ου στην παρούσα αίτηση) θα αποκαλείται «Καθ’ ου  αίτηση».

Το αίτημα για τροποποίηση:

Με την παρούσα αίτηση που καταχώρησαν στις 15.01.2026, οι Αιτητές, αιτούνται από το Δικαστήριο τα εξής:

 

(Α)       Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Απάντησης της Καθ’ ης η αίτηση στην πιο πάνω Αίτηση, ημερομηνίας 12.04.2024, ως ακολούθως:

(1)        Στην παράγραφο 8 στην 7η γραμμή της Απάντησης την προσθήκη της φράσης «και/ή υπαλλήλων και/ή ενοικιαστών της Καθ’ ής η Αίτηση» ακολούθως της φράσης «των υπαλλήλων του εστιατορίου συμφερόντων της Καθ’ ής η Αίτηση….», ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως:

 

«Η Καθ’ ής η Αίτηση παραδέχεται το περιεχόμενο της υποπαράγραφου 3 της Αίτησης υπό τον τίτλο Γ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ, υπό την διευκρίνιση που λέγει στην παράγραφο 11 πιο κάτω στη παρούσα απάντηση. Είναι επιπλέον ισχυρισμός της Καθ’ ής η Αίτηση ότι ευθύς εξ’ αρχής ενημέρωσε δεόντως τον Αιτητή για το σκοπό που επιθυμούσε την ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος, που αφορούσε την στέγαση των υπαλλήλων του εστιατορίου συμφερόντων της Καθ’ ής η Αίτηση και/ή υπαλλήλων και/ή ενοικιαστών της Καθ’ ής η Αίτηση, ως αναλυτικά παρατίθεται στην παράγραφο 15 πιο κάτω της παρούσας απάντησής της. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Καθ’ ής η Αίτηση ότι προς τούτο συμφώνησε μαζί με τον Αιτητή όπως το ενοικιαστήριο έγγραφο προνοεί όπως η Καθ’ ής η Αίτηση έχει δικαίωμα να υπενοικιάσει, παραχωρήσει άδεια χρήσης ή κατοχής του διαμερίσματος σε οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο, νομικό ή φυσικό ή να εκχωρήσει τα δικαιώματά της χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του Αιτητή, ως ο όρος 8.1 του ενοικιαστήριου εγγράφου ημερ. 31/01/2022.»

 

(2)        Στην παράγραφο 10 στην 7η γραμμή της Απάντησης την αντικατάσταση της λέξης «εμπρόθεσμη» με την λέξη «εκπρόθεσμη» ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως:

 

«Η Καθ’ ής η Αίτηση απορρίπτει τους τεθειμένους ισχυρισμούς της υποπαραγράφου 5 της Αίτησης υπό τον τίτλο Γ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ, πλην του ότι στις 29/01/2024 έλαβε επιστολή εκ μέρους του Αιτητή ημερ. 23/01/2024. Εις απάντηση των ισχυρισμών που παραθέτει ο Αιτητής στην εν λόγω υποπαράγραφο, η Καθ’ ής η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιστολή της γνωστοποιήθηκε μόλις στις 29/01/2024, ήτοι 2 ημέρες πριν τη λήξη της περιόδου ενοικιάσεως, με αποτέλεσμα να έχει δοθεί στην Καθ’ ής η Αίτηση εκπρόθεσμη προειδοποίηση για μη ανανέωση της ενοικιάσεως του διαμερίσματος. Κατά συνέπεια, είναι ισχυρισμός της Καθ’ ής η Αίτηση ότι η εν λόγω επιστολή δεν αποτελεί έγκαιρη ειδοποίηση για τη μη ανανέωση της ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος. Όσον αφορά τον τεθειμένο ισχυρισμό του Αιτητή ότι απαιτεί το επίδικο διαμέρισμα για να κατοικήσει εντός αυτού ο υιός του, η Καθ’ ής η Αίτηση αρνείται κατηγορηματικά τον εν λόγω ισχυρισμό και καλεί τον Αιτητή προς πλήρη απόδειξη του ισχυρισμού του, ως αναλυτικά παρατίθεται η θέση της στην παράγραφο 14 της παρούσας απάντησης»

 

(3)        Στην παράγραφο 15 της Απάντησης οι εξής τροποποιήσεις:

 

(α)       3η γραμμή την διαγραφή της φράσης «κατέχει και χρησιμοποιεί» και αντικατάσταση της με την φράση «μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2024 κατείχε και χρησιμοποιούσε»,

(β)       7η γραμμή την αντικατάσταση της λέξης «ευρίσκεται» με την λέξη «ευρίσκετο»,

(γ)        8η γραμμή την αντικατάσταση της λέξης «είναι» με την λέξη «ήτο»,

(δ)        10η γραμμή την αντικατάσταση της λέξης «χαρακτηρίζει» με την λέξη «χαρακτήριζε»,

(ε)        12η γραμμή την προσθήκη της φράσης «Επιπλέον, περί τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 2024 το εν λόγω εστιατόριο ολοκλήρωσε τον κύκλο εργασιών του, και ακολούθως η Καθ’ ής η Αίτηση ενοικίασε το διαμέρισμα με γραπτό ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 31/09/2024 προς τον κ. Simo Radulovic, με μηνιαίο ενοίκιο προς Ευρώ 440, για την χρονική περίοδο μέχρι τις 31/12/2025 με δικαίωμα ανανέωσης για 1 επιπλέον έτος, και ο οποίος διαμένει επ’ αυτού μαζί με την οικογένειά του. Ο ενοικιαστής είναι εργοδοτούμενος της Καθ’ ής η Αίτηση.» ακολούθως της φράσης «…από το επίδικο διαμέρισμα προς το εστιατόριο, και αντίστροφα.»,

(στ)      14η γραμμή την προσθήκη της φράσης «πληροί τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς τον ενοικιαστή της, καθώς επίσης και να» μεταξύ των φράσεων «του επίδικου διαμερίσματος για να είναι σε θέση να…» και «…εξυπηρετεί και παρέχει ευκολίες στη ζωή…»,

(ζ)        15η γραμμή την διαγραφή της φράσης «προσωπικού του εστιατορίου,» και αντικατάσταση της με την φράση «εν λόγω υπαλλήλου και ενοικιαστή της»,

ώστε να διαβάζεται συνολικά η παράγραφος 15 ως ακολούθως:

           

 «Η Καθ’ ής η Αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί τίθενται   στην υποπαράγραφο 5 της Αίτησης υπό τον τίτλο Δ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ, και ισχυρίζεται ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2024 κατείχε και χρησιμοποιούσε το επίδικο διαμέρισμα με σκοπό τη στέγαση των υπαλλήλων του εστιατορίου συμφερόντων της, με την ονομασία  «Tokio Restaurant Bar», που ευρίσκεται επί της Λεωφόρου Αμαθούντος 80, στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσού. Είναι ισχυρισμός της Καθ’ ής η Αίτηση ότι το εν λόγω εστιατόριο ευρίσκετο σε πολύ κοντινή απόσταση από το επίδικο διαμέρισμα και σαφώς η τοποθεσία του ήτο καθοριστικός παράγοντας που επιλέγηκε εξ’ αρχής η ενοικίασή του από την Καθ’ ής η Αίτηση για λόγους εξυπηρέτησης του ανωτέρω σκοπού, κάτι που το χαρακτήριζε ως βολικό και εύκολο για τη μεταφορά των υπαλλήλων από το επίδικο διαμέρισμα προς το εστιατόριο, και αντίστροφα. Επιπλέον, περί τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 2024 το εν λόγω εστιατόριο ολοκλήρωσε τον κύκλο εργασιών του, και ακολούθως η Καθ’ ής η Αίτηση ενοικίασε το διαμέρισμα με γραπτό ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 31/09/2024 προς τον κ. Simo Radulovic, με μηνιαίο ενοίκιο προς Ευρώ 440, για την χρονική περίοδο μέχρι τις 31/12/2025 με δικαίωμα ανανέωσης για 1 επιπλέον έτος, και ο οποίος διαμένει επ’ αυτού μαζί με την οικογένειά του. Ο ενοικιαστής είναι εργοδοτούμενος της Καθ’ ής η Αίτηση. Προς τούτο, είναι ισχυρισμός της Καθ’ ής η Αίτηση ότι είναι αναγκαίο να διατηρήσει τη κατοχή του επίδικου διαμερίσματος για να είναι σε θέση να πληροί τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς τον ενοικιαστή της, καθώς επίσης και να εξυπηρετεί και παρέχει ευκολίες στη ζωή και καθημερινότητα του εν λόγω υπαλλήλου και ενοικιαστή της, ως και αξιοπρεπή, άνετη και κατάλληλη διαμονή.»

 

(4)        Στην υποπαράγραφο 18(Α) στην 5η γραμμή της Απάντησης την διαγραφή της φράσης «το προσωπικό του εστιατορίου» και αντικατάσταση της με την φράση «τον υπάλληλο και ενοικιαστή της Καθ’ ής η Αίτηση», ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως:

«Ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης περαιτέρω κατοικιών εντός της αστικής περιοχής Λεμεσού, ως και επί της πολυκατοικίας που ευρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα, τα οποία είναι διαθέσιμα, ικανά και κατάλληλα για να στεγάζουν τον υιό του, χωρίς να προκαλέσουν οιανδήποτε αναστάτωση και ταλαιπωρία τόσο προς την Καθ’ ής η Αίτηση, όσο και προς τον υπάλληλο και ενοικιαστή της Καθ’ ής η Αίτηση.»

 

(5)        Στην υποπαράγραφο 18(Β) στην 5η γραμμή της Απάντησης την διαγραφή της φράσης «των υπαλλήλων του εστιατορίου» και αντικατάσταση της με την φράση «του υπαλλήλου και ενοικιαστή της Καθ’ ής η Αίτηση», ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως:

 

«Ο Αιτητής προβάλει ισχυρισμούς που διακατέχονται από αλλότρια κίνητρα, ενώ γνωρίζει ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης δεν θα προκαλούσε οιανδήποτε πραγματική ταλαιπωρία τόσο στον ίδιο, όσο και στον υιό του, εις αντίθεση με τα δεδομένα προβλήματα που θα δημιουργήσει στην Καθ’ ής η Αίτηση και κατ’ επέκταση στη ζωή και καθημερινότητα του υπαλλήλου και ενοικιαστή της Καθ’ ής η Αίτηση.»

 

(Β)       Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή οδηγία που το Δικαστήριο θεωρεί ορθή, δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

(Γ)       Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. 19% (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 10330914Y).

 

Η Αίτηση βασίζεται “στο Μέρος 1.2, 3.1(1), 3.1(2)(μ), 16, 17, 18.1(2)(β), 18.2, 18.4, 18.5(1), 18.6(2)-(7), 22, 23.1, 23.2, 23.4, 23.5, 23.8, 23.11, 23.13, 23.15, 25.1(2)–(4), 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (14/1960), επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.»

 

Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Α. Σπ. Αξιωματούχου των Αιτητών, στην οποία υποστηρίζει τα εξής:

 

Σε χρόνο που ακολούθησε την καταχώριση της Απάντησης των Αιτητών, η επιχείρηση εστιατορίου που αυτοί διατηρούσαν, ολοκλήρωσε τον κύκλο εργασιών της (περί τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 2024). Επειδή μέχρι τότε το μίσθιο χρησιμοποιείτο για τη στέγαση των υπαλλήλων του εστιατορίου, οι Αιτητές αποφάσισαν να ενοικιάσουν το διαμέρισμα στον εργοδοτούμενο τους  Simo Radulovic, δυνάμει γραπτής συμφωνίας με διάρκεια μέχρι την 31.12.2026 και με πρόνοια ανανέωσης για δύο επιπλέον έτη ώστε να κατοικεί σε αυτό με την οικογένεια του. 

 

Ζητήθηκε τότε από τους δικηγόρους των Αιτητών να προωθήσουν αίτημα για τροποποίηση, κάτι που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, διότι οι διάδικοι βρίσκονταν σε διαδικασία εξώδικης διευθέτησης.  Δεν διευθετήθηκε εξώδικα η Αίτηση, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να προωθήσει εκ νέου το αίτημα για τροποποίηση καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Επομένως, η κυρίως Αίτηση προωθήθηκε για ακρόαση. Μεσολάβησε στο μεταξύ και ο μεγάλος φόρτος εργασίας των συνηγόρων των Αιτητών με αποτέλεσμα η αίτηση να προωθηθεί στις 15.1.2026.

 

Η τροποποίηση αφορά αποκλειστικά το γεγονός της ενοικίασης του διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο από την 31.9.2024 και με αυτή θα προστεθεί ένα ουσιώδες γεγονός στο δικόγραφο των Αιτητών, το οποίο έλαβε χώρα μετά την καταχώριση της Απάντησης.

 

Η καθυστέρηση που παρουσιάστηκε είναι μεν μεγάλη, αλλά δεν είναι κακόπιστη και η τροποποίηση σκοπεύει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα.

 

Σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτήματος των Αιτητών δεν θα είναι δυνατή η παρουσίαση στο Δικαστήριο όλων των ζητημάτων που υποστηρίζουν τις θέσεις των Αιτητών, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να θιγούν με ανεπανόρθωτο τρόπο.

 

Ένσταση:

Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε στις 09.03.2026, ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, στο αίτημα για τροποποίηση, προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:

 

(α)       Τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν με την τροποποίηση ήταν γνωστά στην Καθ' ης η Αίτηση από την 31/9/2024 και σε ουδέν μέτρο προέβη για τροποποίηση της Απάντησης της, παρά μόνο μετά την πάροδο 16 μηνών αργότερα.

(β)         Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, και δη μετά την καταχώρηση της μαρτυρίας της πλευράς του Αιτητή.

 (γ)       Ουδεμία βάσιμη εξήγηση και δικαιολογία δίδεται για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.

(δ)        Τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή, αφού θα τον θέσει αντιμέτωπο με άλλη υπόθεση – υπεράσπιση από αυτήν που αρχικά αντιμετώπιζε, και μάλιστα μετά που καταχωρήθηκε η μαρτυρία για την υπόθεση του.

(ε)        Η Καθ' ης η Αίτηση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρεί να εισάξει νέα υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί άρδην στην ουσία η υφιστάμενη Υπεράσπιση της.

(στ)      Τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση θα εκτροχίαζε την πορεία της δίκης κατά παράβαση του δικαιώματος του Αιτητή για διεξαγωγή της εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος.

(ζ)        Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

Η ένσταση “βασίζεται στους Κανονισμούς 1.2, 3, 16, 17, 18. 1 (2) (β), 18.2, 18.4, 18.5(1), 18,6 (2) - (7), 23, 25 και 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960), στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της επιείκειας, στην πρακτική, νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου”.

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, ο Καθ’ ου η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή.   

 

Διαδικασία:

            Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις[1]. Σε αυτές θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου κρίνεται  απαραίτητο.

 

Νομική Πτυχή:

Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται πλέον από το Μέρος 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.

 

“18.1. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα

(1) Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.

(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:

(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή

(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.”

      (Δική μου υπογράμμιση)

 

Το Μέρος αυτό εφαρμόζεται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 61 και των Κανονισμών 2(β), 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983.

           

Ελλείψει Κυπριακής νομολογίας (λόγω της πρόσφατης τροποποίησης των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), θα αντλήσουμε ασφαλή καθοδήγηση από τους αντίστοιχους Αγγλικούς θεσμούς, στο βαθμό που αυτοί περιέχουν όμοιες πρόνοιες επί των οποίων έχει ήδη διαμορφωθεί σχετική νομολογία.

 

Στο Μέρος 17, Κανονισμός 1(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου, προνοούνται τα ακόλουθα:

 

“Amendments to statements of case

17.1 – (1) […]”

(2) If this statement of case has been served, a party may amend it only-

(a) with the written consent of all the other parties; or

(b) with the permission of the court.”

 

Η σχετική πρόνοια του White Book 2023 (σελ. 518, παρ. 17.3.5), αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«An obvious starting point is that the court should have regard to all the matters mentioned in r. 1.1 (2) so as to deal with the case "justly and at proportionate cost" in accordance with the overriding objective (as to which, see r. 1.1 and the commentary thereto). Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused and injustice to the opposing party and other litigants in general if the amendment is permitted.»

 

Εφόσον οι δυο πρόνοιες είναι πανομοιότυπες, βρίσκω πως είναι ασφαλές να ανατρέξω στην νομολογία που παρατίθεται στο ίδιο σύγγραμμα. Το White Book 2023, παραπέμπει στις πιο κάτω υποθέσεις, αναφορικά με τους παράγοντες που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευxέρειας.

 

«General principles for grant of permission to amend

17.3.5 There are many cases how the discretionary power to permit an amendment should be exercised in different contexts. See a list of factors at [10] in Pearce v East and North Hertfordshire NHS Trust [2020] EWHC 1504 (QB), as drawn by Lambert J from GIP Properties (AIPT) Ltd v Galliford Try Infrastructure Ltd [20151 EWHC 1345 (TCC) and Quah v Goldman Sachs International [20151 EWHC 759 (Comm).»

Στην υπόθεση Pearce v East and North Hertfordshire NHS Trust [2020] EWHC 1504 (QB) καθορίστηκε με σαφήνεια το νομικό πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευxέρειας του Δικαστηρίου.

«The Legal Framework

10. The legal framework is not in dispute and can be stated succinctly here. The starting point is CPR 17.3 which confers on the Court a broad discretionary power to grant permission to amend. The case-law is replete with guidance as to how the discretionary power should be exercised in different contexts. I need cite only two cases which taken together provide a helpful list of factors to be borne in mind when considering an application such as this: CIP Properties (AIPT) Ltd v Galliford Try Infrastructure Ltd [2015] EWHC 1345 (TCC) and Quah Su-Ling v Goldman Sachs International [20151 EWHC 759 (Comm). From those cases, I draw together the following points.

a) In exercising the discretion under CPR 17.3, the overriding objective is of central importance. Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused, and injustice to the opposing party and other litigants in general, if the amendment is permitted.

b) A strict view must be taken to non-compliance with the CPR and directions of the Court. The Court must take into account the fair and efficient distribution of resources, not just between the parties but amongst litigants as a group. It follows that parties can no longer expect indulgence if they fail to comply with their procedural obligations: those obligations serve the purpose of ensuring that litigation is conducted proportionately as between the parties and that the wider public interest of ensuring that other litigants can obtain justice efficiently and proportionately is satisfied.

c) The timing of the application should be considered and weighed in the balance. An amendment can be regarded as 'very late' if permission to amend threatens the trial date, even if the application is made some months before the trial is due to start. Parties have a legitimate expectation that trial dates will be met and not adjourned without good reason. Where a very late application to amend is made the correct approach is not that the amendments ought, in general, to be allowed so that the real dispute between the parties can be adjudicated upon. A heavy burden lies on a party seeking a very late amendment to show the strength of the new case and why justice to him, his opponent and other court users requires him to be able to pursue it. The timing of the amendment, its history and an explanation of the lateness, is a matter for the amending party and is an important factor in the necessary balancing exercise: there must be a good reason for the delay.

 

d) The prejudice to the resisting parties if the amendments are allowed will incorporate, at one end of the spectrum, the simple fact of being 'mucked around' to the disruption of and additional pressure on their lawyers in the runup to trial and the duplication of cost and effort at the other. The risk to a trial date may mean that the lateness of the application to amend will of itself cause the balance to be loaded heavily against the grant of permission. If allowing the amendments would necessitate the adjournment of the trial, this may be an overwhelming reason to refuse the amendments.

e) Prejudice to the amending party if the amendments are not allowed will, obviously, include its inability to advance its amended case, but that is just one factor to be considered. Moreover, if that prejudice has come about by the amending party's own conduct, then it is a much less important element of the balancing exercise.»

 

 

Έχοντας κατά νου τον Πρωταρχικό σκοπό των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως καθορίζεται στο Μέρος 1[2], εξετάζω πιο κάτω την αναγκαιότητα και τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

 

 Υποστηρίζει ο Αιτητής πως η διαμορφωθείσα κατάσταση ως προς την  κατοχή του  μίσθιου, δεν δικογραφείται διότι μεταβλήθηκε μετά την καταχώρηση της Απάντησης και είναι σημαντικό να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου πριν την ακροαματική διαδικασία.

 

Παρατηρώ τα εξής:

1.    Οι Αιτητές έχοντας πλήρη γνώση της Αίτησης έξωσης που βρισκόταν σε εξέλιξη, προχώρησαν συνειδητά στην μεταβολή των γεγονότων (δηλαδή στην ενοικίαση του μίσθιου σε τρίτο πρόσωπο) την οποία επικαλούνται τώρα για να εξασφαλίσουν την αιτούμενη τροποποίηση.

2.    Παρόλα αυτά, τα «νέα» γεγονότα που οι Αιτητές επικαλούνται δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση, του οποίου η ένταση βασίζεται κατά κύριο λόγο στην καθυστέρηση της προώθησης της παρούσας αίτησης (και στην μεταβολή της γραμμής υπεράσπισης, το οποίο εξετάζεται πιο κάτω). 

3.    Ούτε οι λόγοι που προβάλλονται προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, έχουν αμφισβητηθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση.

 

Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με την νομοθεσία (βλ. άρθρο 11(1)(στ) Ν.23/1983) το Δικαστήριο εξετάζοντας τις αιτήσεις εξώσεις του άρθρου 11(1)(στ) οφείλει πριν αποφασίσει, επι της ουσίας του αιτήματος για έξωση του θέσμιου ενοικιαστή, να σταθμίσει την ταλαιπωρία της κάθε πλευράς[3] και να λάβει υπόψη του «όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης». Ο δε  ουσιώδης χρόνος εξέτασης των «περιστάσεων» είναι ο χρόνος της ακρόασης. Σχετική είναι η αναφορά στην απόφαση  στην υπόθεση Yiannopoulos v. Theodoulou (1979) 1 C.L.R. 215:

 

“[…]the onus of proving that greater hardship will be caused if the order for possession is granted, than if it is refused, lies, under section 16(1)(g) of Law 36/75, on the tenant; that in considering reasonableness, under section 16(1)(g) of this Law, the duty of the Judge is to take into account all relevant circumstances as they exist at the date of hearing;” 

(Δική μου υπογράμμιση)

 

 

Δεν μου διαφεύγει ότι η προαναφερόμενη απόφαση αναφέρεται στον Ν.36/1975. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη ότι η «αρχή της στάθμισης της ταλαιπωρίας» εξακολουθεί να υφίσταται και στον ισχύοντα Ν.23/1983, βρίσκω ότι η σχετική νομολογία τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής.

Κρίνω επομένως, πως:

 

(α) η τυχούσα απόρριψη της παρούσας αίτησης, θα στερήσει το Δικαστήριο από την δυνατότητα διερεύνησης όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και αυτό πιθανόν να έχει σοβαρές συνέπειες στην υπεράσπιση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

(β) δεν διακρίνω να «αλλάζει η γραμμή υπεράσπισης» των Αιτητών με την αιτούμενη τροποποίηση. 

 

(γ) η όποια ζημιά θα προκύψει σε βάρος του Αιτητή αφορά την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και θα μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και τον επαναπρογραμματισμό της κατάθεσης της γραπτής μαρτυρίας  σε σύντομες ημερομηνίες.

 

(Νοείται πως λόγω της ήδη κατατεθείσας μαρτυρίας του Καθ’ ου η αίτηση, είναι αναγκαία η έκδοση νέων οδηγιών (στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης) για κατάθεση περαιτέρω μαρτυρίας από μέρους του, πριν την κατάθεση της μαρτυρίας των Αιτητών).

 

(δ) η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για τροποποίηση είναι μεν μεγάλη, αλλά θα εξυπηρετηθεί ο Πρωταρχικός σκοπός με την έγκριση της παρούσας Αίτησης, αφού το δικαστήριο θα έχει ενώπιον του (κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακρόασης της κυρίως Αίτησης) «όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης».

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ:

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση της Απάντησης, στην ολότητα της.

 

Ως εκ τούτου, η αίτηση ημερομηνίας 04.06.2024, εγκρίνεται. Εκδίδονται οδηγίες ως εξής:

 

Η τροποποιημένη Απάντηση να καταχωρηθεί μέχρι την 09.11.2026 και η Ανταπάντηση στην τροποποιημένη Απάντηση εντός 10 ημερών από την κατάθεση της τροποποιημένης Απάντησης.

 

Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών (Καθ’ ων η κυρίως Αίτησης) και καθορίζονται σε €750,00 πλέον ΦΠΑ.

 

 

 

                                                                                    (Υπ.) ………………………………

                                                                                                     Χρ. Ραγουζαίου

                                                                                                Πρόεδρος Δικαστηρίου

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Γραμματέας

 

 

 



[1] Οι οποίες κατατέθηκαν γραπτώς.

[2] “1.2. Πρωταρχικός σκοπός

    (1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.

   (2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:

(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·

(β) την εξοικονόμηση δαπανών·

(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:

(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·

(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·

(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και

(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·

(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·

(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και

(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.[…]”

 

[3] Βλ. επιφύλαξη στο άρθρθο 11(1)(στ) του Ν.23/1983

“Νοείται ότι ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα θα εκδίδωνται δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν το Δικαστήριο πεισθή ότι, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστάσεων της υποθέσεως, θα επροξενείτο μεγαλυτέρα ταλαιπωρία διά της εκδόσεως του διατάγματος ή της αποφάσεως παρά της αρνήσεως εκδόσεως τούτου.”


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο