ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ενώπιον: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης: 165/2025
Μεταξύ:
Α.Λ ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Αιτητή
και
Ν.Γ. ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Καθ' ου η αίτηση.
ΑΙΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5/11/25
Ημερομηνία: 15 Iανουαρίου 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον αιτητή: κα Μικαέλλα Κωνσταντίνου για ΚΟΥΛΙΑΣ ΣΚΟΡΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε
Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Παντελίτσα Πατσαλή δια Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 21/10/25, ο αιτητής καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση με την οποία ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση να τoυ καταβάλλει από της καταχώρησης της αίτησης το ποσό των €1.200 μηνιαίως για τη διατροφή του ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο θα κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.
Στις 5/11/25, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση χωρίς ειδοποίηση με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο καθ’ ου η αίτηση να του καταβάλλει το ποσό των €1.200 μηνιαίως ως συνεισφορά του για την διατροφή του ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο θα κρίνει εύλογο και δίκαιο μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης στον καθ’ ου η αίτηση.
Η αίτηση χωρίς ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον καθ’ ου η αίτηση στις 11/11/25 και ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους για απόρριψη της αίτησης:
«(α) Η κυρίως αίτηση ή και επακόλουθα η ενδιάμεση αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει ή και δεν μπορεί παραδεκτά και νόμιμα να οδηγήσει σε διάταγμα ενάντια του καθ’ ου η αίτηση αφού η μητέρα του αιτητή Μαργαρίτα Λάμπρου δεν συνενώθηκε ως διάδικος στην αίτηση και δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση για το ζήτημα συνέχισης της υποχρέωσης διατροφής σε ανήλικο τέκνο που συνιστά προϋπόθεση για οιοδήποτε διάταγμα καταβολής συνεισφοράς και συνέχιση της υποχρέωσης διατροφής και σε κάθε περίπτωση δεν συνενώθηκε ως αναγκαίος διάδικος ώστε να καθοριστεί μεταξύ άλλων των αναγκαίων μερών η αναλογία των δυνάμεων και ή συνεισφοράς. Πέραν τούτου η προώθηση της αίτησης χωρίς την μητέρα του αιτητή εμποδίζει ή και επηρεάζει ή και η αίτηση αποκτά καταχρηστικό ρόλο και ή σκοπό και ως εκ των ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί.
(β) Δεν υπήρχαν ή και δεν υφίσταντο λόγοι έκδοσης του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος και δεν στοιχειοθετούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος.
(β) Η ένορκη δήλωση της αίτησης δεν αποκαλύπτει επαρκή πραγματική βάση για την αίτηση αφού δεν δικαιολογούνται ή στοιχειοθετούν αι οι ισχυριζόμενες από τον αιτητή ανάγκες ή έξοδα που ισχυρίζεται ο αιτητής και δεν παραθέτει στοιχεία που αφορούν και απαιτούνται για προϋποθέσεις και σχετικά γεγονότα ή περιστάσεις η εξέταση και ή επιβεβαίωση των οποίων απαιτείται για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για καταβολή μηνιαίου ποσού ως διατροφή ενήλικα από τον καθ’ ου η αίτηση.
(γ) Ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει ικανοποιητικά εισοδήματα ή και εισοδήματα με βάση τα λογικά έξοδα διαβίωσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί ούτε ενδείκνυται ούτε δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή και οποιουδήποτε άλλου ποσού.
(δ) Ο αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή και να πετύχει διάταγμα του Δικαστηρίου για υπερβολικό μάλιστα υπό τις περιστάσεις ποσό ως πιο κάτω αναφέρονται και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογούν το αιτούμενο διάταγμα:
(ι) ότι είναι δικαιούχος να λαμβάνει ετησίως χορηγία ή και επίδομα από την υπηρεσία φοιτητικής μέριμνας και με βάση τα εισοδήματα που ο ίδιος αναφέρει ως εισοδήματα του ιδίου και της μητέρας του αλλά και της οικογενειακής κατάστασης.
(ιι) ότι δύναται να εργαστεί ή και εργαστεί σε συνθήκες πλήρους ή μερικής απασχόλησης με σημαντικό ή καλό ποσό αμοιβής για την κάλυψη των αναγκών του ή και εξόδων του.
(ιιι) ότι η εκμίσθωση διαμερίσματος και ή του συγκεκριμένου διαμερίσματος και η απόφαση διαμονής στη Λευκωσία έγινε ερήμην ή και σε αντίθεση με τη θέση ή άποψη του καθ΄ου η αίτηση ή και σε αντίθεση με τα λεχθέντα που αφορούσαν την διάθεση ή και αγορά οχήματος.
(iv) ότι η μητέρα του αιτητή είναι σε θέση να λαμβάνει και λαμβάνει πολύ περισσότερα εισοδήματα και πως με βάση τους ισχυρισμούς του για τα έξοδα του είναι πέραν από προφανές πως αποκρύπτει από το Δικαστήριο τα αληθινά της εισοδήματα.
(v) ότι είναι δικαιούχος ο ίδιος κατά ½ μερίδιο της κατοικίας στο Μενεού που νοικιάζει σε τρίτο η μητέρα του και εισπράττει ενοίκιο πέραν των €900 μηνιαίως.
(η) To ποσό το οποίο εξαιτείται ο αιτητής δια διατροφή είναι υπέρογκο ή και εξωπραγματικό ή και τα ισχυριζόμενα έξοδα του είναι διογκωμένα ή και υπερβολικά χωρίς υποστηρικτικά.
(θ) η ενδιάμεση αίτηση του αιτητή στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε ψεύδη ή και λανθασμένα στοιχεία.
(ι) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, δεν αναφέρεται ούτε τίθενται στοιχεία για το ποσοστό της συνεισφοράς της μητέρας του αιτητή Μ. Λ. για να διαπιστωθεί ή καθορισθεί η πρέπουσα συνεισφορά ή και ποια είναι η συνολική ανάγκη ή και ανάγκες του ως φοιτητής.
(ια) Δεν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και θεραπειών όπως μεταξύ άλλων η αναγκαιότητα ή και το ότι ο αιτητής θα υποστεί οιαδήποτε ζημιά ή ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τυχόν υπέρ του εκδοθείσα απόφαση.
(ιβ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ή και το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι άκυρη ή και αντικανονική ή και αντίθετη με τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς αφού δεν αναφέρονται με διευκρίνιση γεγονότα στη βάση των ισχυρισμών του αιτητή με τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης.
(ιγ) Ελλείπει το πραγματικό ή και το νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη αντικανονική ή και καταχρηστική ή και καταπιεστική ή και ανεπαρκής ή και αδικαιολόγητη.
(ιδ) Απουσιάζει στο στοιχείο του κατεπείγοντος ή και δεν υπάρχει μαρτυρία ή και ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το επείγον για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(ιε) Δεν θα ήταν εύλογο το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού δεν αποκαλύπτεται λόγος για τον οποίο απαιτείται ή είναι αναγκαίο να εκδοθεί διάταγμα στο παρόν στάδιο αφού ο αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ότι καλύπτονται οι ανάγκες του χωρίς οιοδήποτε κώλυμα.
(κ) Γενικώς η αίτηση του αιτητή είναι καταχρηστική αφού γίνεται με ενέργειες ή και προς εξυπηρέτηση ή και ανάκτηση σε βάρος του καθ΄ου η αίτηση από τη μητέρα του αιτητή του πλήρους ή και επιπλέον ποσού της διατροφής του αντινομική και αδικαιολόγητη».
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την ανταλλαγή της ένορκης μαρτυρίας των διαδίκων και ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων τους. Σημειώνω ότι αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ενώ ουδείς εξ αυτών αντεξετάστηκε.
Στην ένορκο του δήλωση, η οποία υποστηρίζει την αίτηση του, μεταξύ άλλων o αιτητής αναφέρει ότι γεννήθηκε στις 13/11/06, κατά τη διάρκεια του γάμου του καθ’ ου η αίτηση με την μητέρα του, ο οποίος λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
Στις 13/11/24 συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας του, είναι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο […….] και διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Επαρχία Λευκωσίας. Καταθέτει ως τεκμήριο 1 αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου και ως τεκμήριο 3 βεβαίωση φοίτησης.
Πριν την ενηλικίωση του όπως αναφέρει, ο καθ’ ου η αίτηση κατέβαλλε το ποσό των €297 μηνιαίως για τη διατροφή του ενώ μετά την ενηλικίωση του καταβάλλει το ποσό των €100 μηνιαίως το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες του. Καταθέτει ως τεκμήριο 2 αποδείξεις πληρωμής διαφόρων εξόδων του.
Αποτελεί όνειρο του να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να εξεύρει εργασία επιθυμία την οποία συμμερίζεται και ο καθ’ ου η αίτηση.
Ο ίδιος ο καθ’ ου η αίτηση τον διαβεβαίωνε και του υποσχόταν από τον καιρό που ήταν μικρός ότι θα τον βοηθούσε με τις σπουδές του και πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων με τις οποίες ο αιτητής εξασφάλισε θέση στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο καθ’ ου η αίτηση τον μετέφερε σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο για να ενημερωθούν για τα προγράμματα σπουδών που παρέχει και αν επιθυμούσε να εγγραφεί εκεί.
Από τον Σεπτέμβριο του 2025 που φοιτά στο Πανεπιστήμιο, αναλώνει όλες του τις ώρες για μελέτη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργαστεί για να εξασφαλίσει εισόδημα ούτε έχει οποιοδήποτε εισόδημα από άλλη πηγή για να καλύψει τις ανάγκες του.
Ο καθ’ ου η αίτηση είναι επιστάτης σε οικοδομές και τα εισοδήματα του εκ της εργασίας του κυμαίνονται μεταξύ €3.500-€4.000 μηνιαίως ενώ λαμβάνει επίσης ενοίκια από τρία ακίνητα. Η μητέρα του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος και εκ της εργασίας της λαμβάνει περί τα €1.700 μηνιαίως, λαμβάνει ενοίκιο ύψους €750 μηνιαίως, ενώ καταβάλλει το ποσό των €850 μηνιαίως ως δόση για την αποπληρωμή πιστωτικών διευκολύνσεων.
Παραθέτει ενδεικτικό πίνακα με τις μηνιαίες ανάγκες του λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία και τις προσωπικές του συνθήκες καθώς και το επίπεδο ζωής που είχε πριν τη διάσταση των γονέων τις οποίες καθορίζει στο ποσό των €1.676 μηνιαίως και συγκεκριμένα:
€
- Ενοίκιο 550
- Κοινόχρηστα 30
- Βιβλία (€360 ετησίως) 30
- Ρεύμα 80
- Νερό 15
- Καύσιμα 150
- Ψυχαγωγία 200
- Ένδυση -Υπόδηση 100
- Διατροφή 400
- Τηλέφωνο 60
- Έκτακτα έξοδα (γυαλιά -ιατρικά έξοδα) 60
ΣΥΝΟΛΟ 1.676
Ο καθ’ ου η αίτηση αρνείται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μεγαλύτερο των €100 για τη διατροφή και εκπαίδευση του και έτσι αναγκάζεται να δανείζεται διάφορα ποσά για να καλύψει τις ανάγκες του από συγγενικά του πρόσωπα.
Αναφέρει ότι από της επίδοσης στον καθ’ ου η αίτηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης ο καθ’ ου η αίτηση τον κατήγγειλε στην Αστυνομία για κλοπή του οχήματος το οποίο ο ίδιος του παραχώρησε ως δώρο για τις μετακινήσεις του.
Με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του καθ’ ου η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό των €1.200 μηνιαίως για την κάλυψη των αναγκών του.
Πιστεύει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας και δικαιούται διατροφή από τον καθ’ ου η αίτηση ο οποίος είναι σε θέση να καταβάλλει το αιτούμενο ποσό. Είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί θα είναι αδύνατο για τον ίδιο να επωμιστεί όλα τα έξοδα αφού δεν έχει εισοδήματα.
Αν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στον καθ’ ου η αίτηση η οποία θα είναι δύσκολο και ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο ούτε η έκδοση του διατάγματος θα προξενήσει στον καθ’ ου η αίτηση οποιαδήποτε ζημιά. Αν δεν εκδοθεί του αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού δεν θα μπορεί από μόνος του να καλύψει τα έξοδα του με αποτέλεσμα να επηρεαστεί το επίπεδο ζωής του.
Στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση του, καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και καταβάλλει ως ενοίκιο το ποσό των €580 μηνιαίως. Καταθέτει ως τεκμήριο Α ενοικιαστήριο έγγραφο.
Αναφέρει ότι μετά την ενηλικίωση του αιτητή του κατέβαλλε κατά καιρούς διάφορα ποσά στο μέτρο των δυνατοτήτων του και ως άρμοζε στις ανάγκες του αιτητή οι οποίες αναμφισβήτητα όπως αναφέρει δεν είναι αυτές που καθορίζονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Αναφέρει επίσης ότι ο αιτητής δεν στοιχειοθετεί τη θέση του ότι ο καθ’ ου η αίτηση αρνήθηκε να τον βοηθά στο μέτρο που εύλογα του αναλογούσε λαμβάνοντας υπόψιν σειρά γεγονότων και δεδομένων στα οποία θα αναφερθεί στη συνέχεια της ενόρκου δηλώσεως του.
Οι αποδείξεις που καταθέτει ο αιτητής ως τεκμήριο 2 και αφορούν στην πληρωμή διαφόρων εξόδων του, δεν δικαιολογούνται ως αναγκαία έξοδα αφού δεν επεξηγεί για τι αγορές πρόκειται και πως αυτές εμπίπτουν στα έξοδα του αιτητή.
Παραδέχεται ότι ο αιτητής φοιτά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και αναφέρει ότι αφενός είναι πρόθεση του να βοηθήσει το γιό του στις σπουδές ωστόσο ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ την άποψη του ή και συζήτησε μαζί του αν έχει την δυνατότητα καταβολής ποσού την παρούσα χρονική περίοδο με βάση τις ανάγκες διαβίωσης του, αν μπορεί ο καθ’ ου η αίτηση να ανταπεξέλθει στα έξοδα που μονομερώς αποφάσισε ο αιτητής να καθορίσει χωρίς την συναίνεση του καθ’ ου η αίτηση, ενώ με το υβριδικό όχημα που του παραχώρησε για τις μετακινήσεις του, ανέμενε ότι δεν θα χρειαζόταν να ενοικιάσει διαμέρισμα στη Λευκωσία αλλά θα διέμενε στη Λάρνακα και θα μετέβαινε στο Πανεπιστήμιο τις ώρες που θα είχε μαθήματα.
Όπως αναφέρει, ο αιτητής μόνος του ή και ωθούμενος από τη μητέρα του αποφάσισε να αναλάβει κάποια έξοδα τα οποία δεν μπορεί να καλύψει, ενοικίασε διαμέρισμα κατέβαλε σημαντικά ποσά για να το εξοπλίσει χωρίς να λάβει συνετές αποφάσεις και να κάνει οικονομικές επιλογές στη βάση των οικονομικών δυνατοτήτων του και ζητά εκ των υστέρων την οικονομική του βοήθεια.
Σε σχέση με τα εισοδήματα του αναφέρει ότι είναι εργάτης σε συγκεκριμένη εταιρεία με απολαβές περί τα €350 εβδομαδιαίως και καταθέτει ως τεκμήριο Β πρόσφατο μισθολόγιο του όπου καταγράφεται το καθαρό ποσό που έλαβε τη συγκεκριμένη εβδομάδα του Νοέμβρη. Λαμβάνει επίσης το ποσό των €600 περίπου μηνιαίως από την ενοικίαση του διαμερίσματος στη Ορόκλινη το οποίο έλαβε ως δωρεά από τον πατέρα του, και το ποσό των €450 από ένα σπίτι παλιό στους Τρούλλους.
Πλην του ποσού των €580 που καταβάλλει ως ενοίκιο για το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει, καταβάλλει το ποσό των €350 για την αποπληρωμή της δόσης του δανείου ύψους €14.000 το οποίο σύναψε για την αγορά νέου οχήματος για τον αιτητή. Ουσιαστικά, όπως αναφέρει, το εισόδημα του περιορίζεται στις απολαβές του από την εργασία του ως οικοδόμος και επειδή συνήθως εργάζεται εκτός Λάρνακας δεν έχει άλλο χρόνο για άλλη εργασία και άλλες εισοδηματικές ικανότητες.
Σε σχέση με τα εισοδήματα της μητέρας του αιτητή, ο καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι τα εισοδήματα της από την εργασία της συμπεριλαμβανομένου του 13ου μισθού ξεπερνούν τα €1.840 μηνιαίως, διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία με τον συμβίο της με τον οποίο μοιράζονται τα έξοδα ενώ λαμβάνει από την ενοικίαση της πρώην συζυγικής κατοικίας το ποσό των €750 μηνιαίως τουλάχιστον. Σε σχέση με τη δόση του δανείου που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι καταβάλλει μηνιαίως η μητέρα του, ο καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι αυτή δεν ξεπερνά τα €250 μηνιαίως και το γνωρίζει αυτό με βάση τις συζητήσεις και τα στοιχεία που δόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών που είχαν μεταξύ τους.
Σε σχέση με την εισοδηματική ικανότητα του αιτητή, ο καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι αυτός μπορεί να εργαστεί με μερική απασχόληση και να λαμβάνει το ποσό των €500 μηνιαίως περίπου. Επιπλέον ο καθ’ ου η αίτηση λαμβάνει και ή έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει τη φοιτητική χορηγία ύψους €1.710 ετησίως, ενώ όπως γνωρίζει από τον ίδιο τον αιτητή έχει αρκετό ελεύθερο χρόνο και πέραν τις περιόδου των εξετάσεων δεν είναι πλήρως απασχολημένος με την μελέτη. Καταθέτει ως τεκμήριο Γ εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της πλατφόρμας του Υπουργείου Οικονομικών αναφορικά με την φοιτητική χορηγία.
Αναφέρει επιπλέον ότι, στα πλαίσια της διευθέτησης της υπόθεσης περιουσιακών που εκκρεμούσε μεταξύ του και της μητέρας του αιτητή, συμφωνήθηκε όπως το ½ μερίδιο της πρώην συζυγικής κατοικίας ανήκει στον αιτητή και να του μεταβιβαστεί όποτε καταστεί αυτό εφικτό αφού δεν υπάρχουν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Επομένως ο αιτητής δικαιούται να λαμβάνει απευθείας το ½ μερίδιο του ενοικίου της πρώην συζυγικής κατοικίας.
Σε σχέση με τα έξοδα του αιτητή, αναφέρει ότι ο αιτητής θα μπορούσε να αποφύγει την ενοικίαση του διαμερίσματος και να πηγαινοέρχεται στη Λευκωσία με το αυτοκίνητο που του παραχώρησε και έτσι θα μπορούσε να αποφύγει την ενοικίαση του διαμερίσματος και τα έξοδα που απορρέουν ήτοι τα έξοδα του ενοικίου, των κοινοχρήστων, του ηλεκτρικού και του νερού.
Το ποσό των €30 για τα βιβλία, όπως αναφέρει, δεν δικαιολογείται αφού μπορεί αν δανείζεται τα βιβλία που χρειάζεται για τη μελέτη του από την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου.
Το ποσό των €150 για τα καύσιμα δεν δικαιολογείται αφού το διαμέρισμα του αιτητή απέχει 4 λεπτά από το Πανεπιστήμιο και 15 λεπτά με τα πόδια.
Το ποσό των €200 για την ψυχαγωγία του είναι υπερβολικό και δεν δικαιολογείται κατά πόσο αυτό συνιστά αναγκαίο έξοδο για ένα φοιτητή αφού ο αιτητής διαμένει με την μητέρα του 2-3 μέρες την εβδομάδα.
Το ποσό των €400 για τη διατροφή του είναι υπέρογκο και αυξημένο αφού όπως ανέφερε ανωτέρω ο αιτητής δυο με τρις μέρες τις βδομάδας διαμένει με τη μητέρα του και δεν έχει τα εν λόγω έξοδα διατροφής.
Το ποσό των €60 για τηλέφωνο και το ποσό των €60 για τα έκτακτα έξοδα δεν δικαιολογούνται αφού για το μεν τηλέφωνο υπάρχουν πιο οικονομικά πακέτα για νεαρά άτομα που δεν υπερβαίνουν τα €20 μηνιαίως ενώ δεν αποκαλύπτεται ειδικός λόγος καταβολής περαιτέρω ποσού για τα ιατρικά έξοδα αφού αυτά καλύπτονται από το ΓΕΣΥ και δεν συντρέχει άλλο ιατρικό πρόβλημα του αιτητή που να τα δικαιολογεί.
Πρότεινε, όπως αναφέρει, μέσω του δικηγόρου του στους δικηγόρους του αιτητή, να καταβάλλει μεγαλύτερο ποσό από τα €100 μηνιαίως το οποίο θεωρεί σεβαστό και ικανό να καλύψει τις ανάγκες του αιτητή ο οποίος όμως το απέρριψε. Σημειώνει ότι έχει αυξημένα έξοδα και ανάγκες λόγω της εργασίας του σε άλλη πόλη αλλά και της διαμονής του χωριστά με ξεχωριστό νοικοκυριό και έξοδα που έχει αποκλειστικά μόνος του.
Τα εισοδήματα του σε καμία περίπτωση δεν είναι αυξημένα όπως τα παρουσιάζει ο αιτητής για να δικαιολογείται η καταβολή του ποσού των €1.200 μηνιαίως ως διατροφή στον αιτητή. Επαναλαμβάνει ότι η μητέρα του αιτητή διαμένει με τον σύντροφο της και μοιράζονται τα έξοδα του νοικοκυριού ενώ ο ίδιος διαμένει μόνος και καταβάλλει το ποσό των €580 μηνιαίως ως ενοίκιο. Επομένως, η οποιαδήποτε καταβολή ποσού εκ μέρους του θα πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με την οικονομική στήριξη που δύναται να λαμβάνει ο αιτητής από την μητέρα του σύμφωνα με τη δική της οικονομική δυνατότητα η οποία όμως δεν είναι μέρος της παρούσας.
Αναφέρει ότι ο αιτητής πρόσθεσε στο ονοματεπώνυμο του το επίθετο της μητέρας του γεγονός το οποίο τον πλήρωσε αλλά και τον προβλημάτισε ενώ οι σχέσεις τους με τον αιτητή, τον τελευταίο χρόνο, κλονίστηκαν ιδιαιτέρως, η επικοινωνία τους μειώθηκε και ο αιτητής απομακρύνθηκε πολύ από τον ίδιο αλλά ποτέ δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει στα πλαίσια όμως της λογικής και των δυνατοτήτων του.
Επαναλαμβάνει τέλος όλους τους λόγους ένστασης του και ζητά απόρριψη της αίτησης χωρίς έξοδα.
Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο αιτητής αναφέρει ότι ο καθ’ ου η αίτηση συνεχίζει να μην είναι πρόθυμος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μεγαλύτερο των €100 με αποτέλεσμα ο αιτητής να αντιμετωπίζει πολλά οικονομικά προβλήματα.
Σε σχέση με τις αποδείξεις που κατέθεσε στην πρώτη ένορκη του δήλωση, όπως αναφέρει, αυτές αφορούν στην αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή που του αγόρασε η μητέρα του για να μπορεί να διεκπεραιώνει τα μαθήματα και τις εργασίες του, το βασικό εξοπλισμό του διαμερίσματος του, αναλώσιμα και τρόφιμα ενώ επισυνάπτει ως τεκμήριο επιπλέον αποδείξεις πληρωμής από υπεραγορές και της τελευταίας πληρωμής του ενοικίου.
Αναφέρει ότι τα μαθήματα του είναι σε διάσπαρτες ώρες μέσα στην ημέρα και κάθε εξάμηνο το πρόγραμμα αλλάζει συνεπώς η ενοικίαση διαμερίσματος ήταν απαραίτητη. Αναφέρει επιπλέον ότι ο ισχυρισμός του καθ’ ου η αίτηση ότι κατέβαλε σημαντικά ποσά για να εξοπλίσει το διαμέρισμα του χωρίς να λαμβάνει συνετές αποφάσεις και οικονομικές επιλογές δεν ευσταθεί αφού το φοιτητικό του διαμέρισμα το παρέλαβε επιπλωμένο ενώ όσον αφορά στις αγορές του επικεντρώθηκε στην αγορά βασικού εξοπλισμού ήτοι πιάτα, ποτήρια και λευκά είδη χωρίς υπερβολές.
Αναφέρει ότι δήλωσε ξεκάθαρα τα εισοδήματα της μητέρας του η οποία δεν έχει άλλα εισοδήματα και δυνατότητες.
Όπως αναφέρει πιθανόν να δικαιούται φοιτητική χορηγία ωστόσο η καταβολή της γίνεται κατόπιν αξιολόγησης προϋποθέσεων και κριτηρίων τα οποία γίνονται γνωστά μετά την έναρξη της καταχώρησης των αιτήσεων και σε κάθε περίπτωση δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν θα εγκριθεί για την εν λόγω χορηγία στο παρόν στάδιο, ενώ δεν έχει λάβει μέχρι τώρα οιοδήποτε ποσό ως φοιτητική χορηγία.
Αδυνατεί να εργαστεί έστω και με ολιγόωρη εργασία αφού τα μαθήματα του είναι σε διάφορες ώρες μέσα στην ημέρα και κάθε εξάμηνο το πρόγραμμα του αλλάζει και καταθέτει ως τεκμήριο 2 εβδομαδιαίο πρόγραμμα των μαθημάτων του. Αναλώνει όπως αναφέρει όλες του τις ώρες για μελέτη και εκπόνηση εργασιών.
Αναφέρει τέλος ότι δεν μπορούσε να αποφύγει την ενοικίαση διαμερίσματος λόγω των μαθημάτων του αφού δεν είχε κάπου να μένει μετά το τέλος κάποιου μαθήματος μέχρι την έναρξη του επόμενου, η αγορά βιβλίων είναι απόλυτα αναγκαία αφού αφενός και το Πανεπιστήμιο διαθέτει βιβλιοθήκη αφετέρου όμως δεν διαθέτει όλα τα απαραίτητα εγχειρίδια που χρειάζεται. Αναφορικά με τις μετακινήσεις του αναφέρει ότι δεν χρησιμοποιεί το όχημα μόνο για την μεταφορά του από και προς το Πανεπιστήμιο αλλά και για οπουδήποτε αλλού. Σε σχέση με τη διατροφή του θεωρεί ότι είναι λογικό δεδομένου ότι οι τιμές αυξήθηκαν σημαντικά ενώ τα έκτακτα έξοδα δεν μπορούν να προβλεφθούν ούτε να αποφευχθούν και για το λόγο αυτό θεωρεί ότι το προτεινόμενο ποσό είναι απολύτως λογικό.
Στην συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ο καθ’ ου η αίτηση επαναλαμβάνει ότι πρότεινε συγκεκριμένο ποσό μέσω των δικηγόρων του στους δικηγόρους του αιτητή, το οποίο δύναται να καταβάλλει βάση των οικονομικών του δυνατοτήτων αλλά και υποχρεώσεων του και ο αιτητής το απέρριψε. Επαναλαμβάνει επίσης ότι το ποσό των €100 δεν στοιχειοθετεί θέση ή ισχυρισμό ότι ο ίδιος αρνήθηκε τη βοήθεια στον αιτητή στο μέτρο που εύλογα του αναλογούσε δεδομένων των οικονομικών του δυνατοτήτων και των προσωπικών του αναγκών.
Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, το οποίο καταθέτει με την συμπληρωματική ένορκο του δήλωση ο αιτητής, έχει μαθήματα τέσσερις ημέρες την βδομάδα, τις δυο εκ των οποίων ολοκληρώνει τα μαθήματα του στις 2μ.μ ενώ τις άλλες δυο ημέρες στις 5μ.μ, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει η ανάγκη ενοικίασης διαμερίσματος. Ο αιτητής θα μπορούσε να μεταβαίνει στο πανεπιστήμιο μόνο τις ημέρες και ώρες που πρέπει να παρακολουθεί τα μαθήματα του με το όχημα που του παραχώρησε ο καθ’ ου η αίτηση. Αναφέρει επίσης ότι το πρόγραμμα μαθημάτων του δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του ότι δεν έχει χρόνο για ολιγόωρη εργασία ενώ τα Σαββατοκυρίακα ο αιτητής δεν έχει μαθήματα και έχει τη δυνατότητα να εξεύρει εργασία.
Επαναλαμβάνει ότι η μητέρα του αιτητή θα έπρεπε να είναι μέρος της διαδικασίας προκειμένου να ληφθεί απόφαση για το ζήτημα συνέχισης της υποχρέωσης διατροφής πρώτα και μετά να ρυθμιστεί η συνεισφορά έκαστου γονέα στη βάση των δυνατοτήτων του.
Mελέτησα με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧH-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του Α.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 , ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
β. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και
γ. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη
σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία (βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ.557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996)1 (Α) Α.Α.Δ.253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ.255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland(1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ.2015, Γεν. Εισαγγελέας v Cyfield, Πολ.Εφ.Αρ. Ε52/21,10/2/22, ECLI:CY:AD:2022:A79, κ.α).
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ υψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Λόρδος v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Αρ. Ε143/15, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A102.
Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, η οποία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, στην Timberland ανωτέρω έχει λεχθεί ότι "η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία". Ομοίως στην Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. έχει λεχθεί: "όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ' όψη."
Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα και δεν αποφαίνεται επί αντικρουόμενων θέσεων, ούτε και καταλήγει στην εξαγωγή τελικών ευρημάτων και διαπιστώσεων, πράγμα το οποίο θα πράξει, ασφαλώς, κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης (βλ.CAT GMBH κ.α. v. AB PCO INV. LTD, Πολ. Εφ. Αρ.9/17, 11/7/2022), ECLI:CY:AD:2022:A306 .
Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης.
Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD (1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη, όπως ήταν τότε:
"Θα επαναλάβουμε, έστω και με κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικής απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν' αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της."
Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει επίσης να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος. Περαιτέρω, υπάρχει η υποχρέωση του αιτητή, όταν ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1 (Α) Α.Α.Δ. 583).
Σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του Α.32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ((βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α. (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α, Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α. (2007)1ΑΑΔ162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών.
Παρά το γεγονός ότι στην υπεράσπιση του ο καθ΄ου η αίτηση δεν εγείρει σχετική προδικαστική ένσταση, στους λόγους ένστασης τους στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι: «Η κυρίως αίτηση ή και επακόλουθα η ενδιάμεση αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει ή και δεν μπορεί παραδεκτά και νόμιμα να οδηγήσει σε διάταγμα ενάντια του καθ΄ου η αίτηση αφού η μητέρα του αιτητή Μαργαρίτα Λάμπρου δεν συνενώθηκε ως διάδικος στην αίτηση και δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση για το ζήτημα συνέχισης της υποχρέωσης διατροφής σε ανήλικο τέκνο που συνιστά προϋπόθεση για οιοδήποτε διάταγμα καταβολής συνεισφοράς και συνέχιση της υποχρέωσης διατροφής και σε κάθε περίπτωση δεν συνενώθηκε ως αναγκαίος διάδικος ώστε να καθοριστεί μεταξύ άλλων των αναγκαίων μερών η αναλογία των δυνάμεων και ή συνεισφοράς. Πέραν τούτου η προώθηση της αίτησης χωρίς την μητέρα του αιτητή εμποδίζει ή και επηρεάζει ή και η αίτηση αποκτά καταχρηστικό ρόλο και ή σκοπό και ως εκ των ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί».
Στην γραπτή του αγόρευση σε σχέση με το αναφερόμενο ζήτημα ο καθ’ ου η αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όταν ο αιτητής ζητά ως ενήλικας πλέον διατροφή από τον πατέρα του προϋπόθεση είναι η προηγούμενη απόφαση για τη συνέχιση της υποχρέωσης των δυο γονέων. Αυτή λοιπόν η υποχρέωση είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, διαπιστώνει δε υποχρέωση δεσμευτική για υποχρέωση και των δυο γονέων. Άρα δεν θα μπορούσε τέτοια απόφαση να ληφθεί χωρίς να είναι διάδικος η μητέρα του αιτητή».
Στο σχετικό άρθρο του Νόμου γίνεται αναφορά σε συνέχιση της υποχρέωσης των γονέων και κατά συνέπεια αν ένας εκ των δυο γονέων δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του αυτή, τότε το ενήλικο πλέον τέκνο, υπό προϋποθέσεις μπορεί να στραφεί εναντίον του. Ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση έμμεσα αναγνωρίζει ότι η μητέρα του αιτητή καλύπτει μέρος των εξόδων του αφού όπως αναφέρει στην παράγραφο 11 ε της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση του: «Το ποσό των €400 για διατροφή ενός μόνο ατόμου είναι υπέρογκο και αυξημένο απλά και μόνο για σκοπούς μεγάλου συνολικού ποσού εξόδων του αιτητή και για σκοπούς αίτησης. Όπως ανέφερα πιο πάνω διαμένει τις μισές μέρες ή δυο με τρεις ημέρες της εβδομάδας (κατά την πανεπιστημιακή περίοδο) στο σπίτι της μητέρας του και δεν έχει τα εν λόγω έξοδα διατροφής αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τα Σαββατοκυρίακα τις αργίες και τις διακοπές».
Επιπλέον, ο αιτητής κάνει αναφορά στα εισοδήματα της μητέρας του τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη απόκλιση από αυτά που αναφέρει ο καθ’ ου η αίτηση ότι λαμβάνει η μητέρα του αιτητή τα οποία ασφαλώς και θα ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης, για να καθοριστεί, σε συνάρτηση με αυτά, η συνεισφορά του καθ΄ου η αίτηση.
Σε κάθε περίπτωση, ο καθ’ ου η αίτηση έχει τη δυνατότητα να καταστήσει τη μητέρα του αιτητή διάδικο με την διαδικασία της προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου αλλά μέχρι σήμερα δεν προέβη σε τέτοιο διάβημα.
Συνακόλουθα, στη βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω ο αναφερόμενος λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει.
Αποτελεί επίσης λόγο ένστασης του καθ’ ου η αίτηση ότι o αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
Υπενθυμίζω ότι στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της αίτησης η οποία εκ των πραγμάτων κατέστη αίτηση δια κλήσεως.
Σύμφωνα με τη νομολογία, στις δια κλήσεως αιτήσεις δεν εφαρμόζονται οι κανόνες της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. (βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 ΑΑΔ 43, Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λ.τ.δ. (2011) 1 (β) ΑΑΔ 2011, The Royal Bank of Scotland ν. Πλοίο "KALIA" (2012) 1 ΑΑΔ 6).
Εν προκειμένω, η υπόσταση της αίτησης, ως αίτησης δια κλήσεως, έδωσε το δικαίωμα στoν καθ' oυ η αίτηση να ακουστεί και να προβάλει τους λόγους για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επομένως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των διαδίκων για να αποφασίσει αν δικαιολογείται η έκδοση ή όχι οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος.
Αποτελεί επίσης λόγω ένστασης του καθ’ ου η αίτηση ότι απουσιάζει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή και δεν υπάρχει μαρτυρία ή και ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το επείγον για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων
Για το θέμα του κατεπείγοντος, δεδομένου ότι με την επίδοση της η επίδικη αίτηση κατέστη δια κλήσεως και το θέμα του κατεπείγοντος τυγχάνει αυστηρής εφαρμογής στα πλαίσια εξέτασης μονομερούς αίτησης το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με το εν λόγω ζήτημα και ο αναφερόμενος λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Α.32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263).
Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το Α.32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33(2) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90.
Το Α.33 (2) του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα:
«Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου (1) είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτηση του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή."
Στην υπόθεση Χρίστου ν. Χρίστου (2000) 1 Α.Α.Δ. 189 αναφέρθηκε ότι δεν υφίσταται υποχρέωση συνέχισης της καταβολής διατροφής σε ενήλικο τέκνο, αν τα εισοδήματα του γονέα δεν δικαιολογούν κάτι τέτοιο και ότι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι κατά πόσο το ενήλικο τέκνο έκαμε τους σχεδιασμούς του χωρίς να είχε συμβουλευθεί τον πατέρα του, ως προς την περαιτέρω εκπαίδευση του.
Στη υπόθεση Βουνού ν. Βουνού (1998) 1(Α) Α.Α.Δ.490 αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα του τέκνου να δικαιούται σε διατροφή μετά την ενηλικίωση του επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η τελική κατάληξη του αιτήματος πρέπει να είναι το αποτέλεσμα συνυπολογισμού κάθε παράγοντα που προβάλλεται ως σχετικός. Προσθέτει δε, ότι ο ενήλικας έχει μεν δικαίωμα να κάνει τις επιλογές του, όμως όταν θέλει να αναλάβει άλλος τα έξοδα του, έστω ο πατέρας του, συνυπολογίζονται τα στοιχεία κάτω από το φακό της λογικής, ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα είναι περιορισμένες.
Στην απόφαση Χ.Σ. ν. Β.Σ. Έφεση αρ. 9/2019, ημερομηνίας 8/9/2020, που αφορούσε σε αίτηση ενήλικου τέκνου για οικονομική στήριξη του από τον πατέρα του προς το σκοπό φοίτησης σε Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, τονίστηκε η αξία της επιμόρφωσης του ατόμου προς το σκοπό της μελλοντικής επαγγελματικής του αποκατάστασης ιδιαίτερα στο σημερινό ανταγωνιστικό περιβάλλον, καταλήγοντας ότι όταν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα και το παιδί έχει γνήσιο ενδιαφέρον και την ικανότητα να σπουδάσει, ο γονέας, οφείλει να του παράσχει την ευκαιρία.
Το Α. 37 του ίδιου Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
(α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.
(β) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του".
Ως προς το τι συνιστούν ανάγκες του δικαιούχου, παραπέμπω στο σύγγραμμα του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» όπου στη σελ. 652, αναφέρονται τα πιο κάτω:
«1. Ανάγκες του δικαιούχου
Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του (πλήρης διατροφή: ΑΚ 1493 εδ. β΄). Στο περιεχόμενο της διατροφής περιλαμβάνονται ειδικότερα βιοτικές ανάγκες του δικαιούχου που είτε υφίστανται πραγματικά κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής είτε μπορούν με βεβαιότητα να προβλεφθούν μελλοντικά. Η διατροφή λοιπόν περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη: τροφή, στέγη, ένδυση, θέρμανση, φωτισμό, λοιπά λειτουργικά έξοδα της οικίας διαμονής, ψυχαγωγία, μόρφωση (π.χ. αγορά βιβλίων), διαπαιδαγώγηση, νοσηλεία και δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παραθέριση, συγκοινωνία και επικοινωνία. Ιδίως περιλαμβάνονται δαπάνες θεωρητικής, επαγγελματικής ή τεχνικής μόρφωσης, ακόμη και μεταπτυχιακής.»
Στην Εφ. Αρ. 36/2018 ημερ. 7/5/2020 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του". Στην παράγρ. (Ι) του ίδιου άρθρου, σαφώς ορίζει ότι "η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του.". Συνεπώς η λέξη "διατροφή" δεν αποδίδει την πλατιά έννοια που ο σοφός νομοθέτης φρόντισε επιγραμματικά να αποδώσει. Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση. Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμάντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε)
Στην υπό εξέταση αίτηση, είναι παραδεχτό ότι η αιτητής ενηλικιώθηκε και ότι από τον Σεπτέμβριο του 2025 φοιτά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Συνακόλουθα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
Με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού ο ενήλικας ως φοιτητής, ο οποίος δεν έχει αποκατασταθεί επαγγελματικά, λόγω του προγράμματος των σπουδών του, δεν είναι σε θέση να εργαστεί, όπως αναφέρει, για να καλύψει μέρος των εξόδων του ενώ δεν προκύπτει ότι στο παρόν, τουλάχιστον, στάδιο έχει στη διάθεση του εισοδήματα που μπορεί να χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες των σπουδών του.
Συνακόλουθα στη βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Α.32 και ο αιτητής έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτηση.
Σε σχέση τώρα με την τρίτη προϋπόθεση, αρχικά θα αναφέρω ότι δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του καθ΄ου η αίτηση ότι δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ο αιτητής αν δεν εκδοθεί προσωρινό διάταγμα και ότι οι ανάγκες του καλύπτονται χωρίς οποιοδήποτε κώλυμα. Ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκο του δήλωση ότι πρότεινε την καταβολή συγκεκριμένου ποσού στον αιτητή, πέραν των €100, το οποίο θεωρεί εύλογο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων το οποίο όμως ο αιτητής απέρριψε.
Προκύπτει λοιπόν ότι ο καθ’ ου η αίτηση φαίνεται να αναγνωρίζει ότι οι ανάγκες διατροφής, συντήρησης και εκπαίδευσης του αιτητή είναι άμεσες και τρέχουσες, τις οποίες ο αιτητής δεν είναι σε θέση να καλύπτει και χρειάζεται την ουσιαστική οικονομική συμβολή του και δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης για να αποκτήσει τα βασικά για την αυτοσυντήρηση και αυτοδιατροφή του.
Συνακόλουθα στη βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω κρίνω ότι πληρείται και η Τρίτη προϋπόθεση.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω, μέσω της μαρτυρίας του ο καθ’ ου η αίτηση ουσιαστικά δεν αμφισβητεί ότι συμμερίζεται την επιθυμία του παιδιού του να σπουδάσει αλλά και την υποχρέωση του να συνεισφέρει στα έξοδα του. Σε αυτό που ουσιαστικά διαφωνεί ο καθ΄ου η αίτηση είναι στο ύψος του ποσού το οποίο θα πρέπει να καταβάλλει στον αιτητή.
Η συνδρομή των τριών προϋποθέσεων του Α.32 του Ν.14/60 δεν οδηγεί δίχως άλλο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, Οδυσσέως, Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη , Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v Θεωρή ανωτέρω.
Μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων για το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα του αιτητή να εργαστεί παράλληλα με τις σπουδές του για να καλύπτει τα έξοδα του, κατά πόσο ήταν αναγκαίο να ενοικιάσει διαμέρισμα στη Λευκωσία για να διαμένει, ενώ αντικρουόμενες είναι επίσης οι θέσεις τους τόσο σε σχέση με τα εισοδήματα του καθ’ ου η αίτηση αλλά και με το ποσό το οποίο απαιτείται για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων διατροφής του αιτητή.
Όπως ανέφερα, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα προβεί σε μια περιορισμένη εξέταση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του χωρίς να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα αφού αυτό θα αποτελέσει έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Βλ. Σκουτέλα v Σκουτέλα Εφ. Αρ.43/12, ΔΟΔ, 24/3/17).
Εκ πρώτης όψεως και χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα προκύπτει ότι τα μηνιαία εισοδήματα του καθ΄ου η αίτηση από την εργασία του δεν είναι αυτά που αναφέρονται από τον αιτητή ήτοι €3.500 - €4.000 μηνιαίως αλλά ούτε και αυτά που αναφέρονται από τον καθ΄ου η αίτηση , ήτοι €350 εβδομαδιαίως.
Όπως προκύπτει από το τεκμήριο που κατέθεσε ο καθ’ ου η αίτηση προς απόδειξη των εισοδημάτων του, το ετήσιο φορολογητέο του εισόδημα ανέρχεται στις €30.000 περίπου ετησίως ενώ όπως ο ίδιος ανέφερε λαμβάνει ως ενοίκιο από τα δυο ακίνητα που ενοικιάζει το συνολικό ποσό των €1050 μηνιαίως. Είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει το ποσό των €580 μηνιαίως ως ενοίκιο και παρουσιάζει σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, ενώ αναφέρει επίσης ότι για την αγορά του υβριδικού οχήματος το οποίο παραχώρησε στον αιτητή για τις μετακινήσεις του σύνηψε δάνειο για την αποπληρωμή του οποίου καταβάλλει το ποσό των €350 μηνιαίως χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε σχετικό τεκμήριο.
Σε σχέση με τα εισοδήματα της μητέρας του αιτητή, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μικρή απόκλιση μεταξύ των θέσεων των διαδίκων σε σχέση με το ποσό το οποίο λαμβάνει μηνιαίως από την εργασία της, ενώ είναι παραδεκτό το ποσό το οποίο λαμβάνει από την ενοικίαση της πρώην συζυγικής κατοικίας. Αντικρουόμενες είναι οι θέσεις των διαδίκων σε σχέση με το ποσό το οποίο καταβάλλει μηνιαίως η μητέρα του αιτητή για την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων αφού ο μεν αιτητής αναφέρει ότι η μητέρα του καταβάλλει το ποσό των €850 μηνιαίως ενώ ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι το ποσό το οποίο καταβάλλει δεν ξεπερνά τα €250 μηνιαίως.
Σε σχέση με τη δυνατότητα του αιτητή να εργαστεί θα περιοριστώ να αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια των φοιτητικών τους χρόνων οι φοιτητές είναι καλό να επικεντρώνονται στη μελέτη τους και να αναλώνουν τον όποιο ελεύθερο τους χρόνο σε ψυχαγωγικές και άλλες δραστηριότητες που τους ευχαριστούν. Ειδικότερα δε στις περιπτώσεις που οι γονείς συμφωνούν και ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν ενώ παράλληλα διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών, όπως στην προκειμένη περίπτωση που εκ πρώτης όψεως προκύπτει ότι τα εισοδήματα των δυο γονέων είναι ικανοποιητικά, δεν χρειάζεται τα ενήλικα πλέον παιδιά ως φοιτητές να επιφορτίζονται με το άγχος και την ανησυχία για την εξεύρεση εργασίας έτσι ώστε να καλύπτουν τα έξοδα τους.
Ο ισχυρισμός του καθ’ ου η αίτηση ότι στα πλαίσια της διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών του με την μητέρα του αιτητή συμφωνήθηκε όπως το ½ μερίδιο της κατοικίας θα μεταβιβαστεί επ’ ονόματι του αιτητή όταν αυτό καταστεί εφικτό και κατά συνέπεια ο αιτητή δικαιούται να λαμβάνει το ½ του ενοικίου το οποίο εισπράττει η μητέρα του από την ενοικίαση της συζυγικής κατοικίας, δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αφού ο αιτητής δεν είναι ιδιοκτήτης της αναφερόμενης κατοικίας ενώ παραμένει άγνωστο, σύμφωνα με την μαρτυρία που προσέφερε ο καθ’ ου η αίτηση, πότε θα καταστεί ιδιοκτήτης.
Σε σχέση τώρα με τα ποσά που απαιτούνται μηνιαίως για την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων του αιτητή, χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα, εκ πρώτης όψεων διαφαίνεται ότι κάποια εξ αυτών είναι ελαφρώς διογκωμένα και θα μπορούσαν να καλυφθούν με χαμηλότερα ποσά χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διαβίωση του αιτητή.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι κρίνω υψηλό το ποσό των €400 μηνιαίως για τη διατροφή του, το ποσό των €150 για τα καύσιμα (λαμβάνοντας υπόψιν ότι χρησιμοποιεί υβριδικό όχημα και αποτελεί δικαστική γνώση ότι η κατανάλωση καυσίμων είναι μειωμένη σε σχέση με τα συμβατικά οχήματα) και το ποσό των €60 για το τηλέφωνο αφού αποτελεί επίσης δικαστική γνώση ότι υπάρχουν πακέτα πολύ πιο φθηνά δεδομένου δε ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και η αγορά συσκευής.
Γίνεται πολύς λόγος στην ένορκο του καθ’ ου η αίτηση ότι ο αιτητής θα μπορούσε να πηγαινοέρχεται στην Λευκωσία με το υβριδικό όχημα που του παραχώρησε και δεν ήταν απαραίτητη η ενοικίαση διαμερίσματος και συνακόλουθα η αύξηση των μηνιαίων εξόδων του αφού δεδομένης της ενοικίασης, πλην του ποσού του ενοίκιού και των κοινοχρήστων επιβαρύνεται με επιπλέον έξοδα για τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα, δεν μπορώ να συμμεριστώ τη θέση του καθ΄ου η αίτηση αφού αν υποχρεωνόταν ο αιτητής να μεταβαίνει καθημερινά στη Λευκωσία θα ανάλωνε αρκετές ώρες της ημέρας στις διαδρομές, θα περιοριζόταν ο διαθέσιμος χρόνο για την καθημερινή του μελέτη αλλά και ξεκούραση ενώ δεν μπορώ να παραγνωρίσω και τους κινδύνους που ελλοχεύουν καθημερινά στους αυτοκινητόδρομους.
Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η πλάστιγγά γέρνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης και της έκδοσης προσωρινού διατάγματος.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα όσα κατέγραψα ανωτέρω, τα οποία προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψιν τα εισοδήματα που έχουν στη διάθεση τους οι γονείς του αιτητή, τις υποχρεώσεις τους, το εύλογο των κονδυλίων, την ανάγκη του αιτητή να επικεντρωθεί στις σπουδές του απερίσπαστος χωρίς να προβληματίζεται για την καθημερινή του διαβίωση και χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο καθ’ ου η αίτηση παραχώρησε όχημα στον αιτητή για τις μετακινήσεις του κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €500 μηνιαίως είναι εύλογο για σκοπούς προσωρινού διατάγματος και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτητή του οποίου η διαβίωση δεν θα διατρέξει οποιοδήποτε κίνδυνο
Καθοδηγούμενη από την ισχύουσα νομολογία δεν προτίθεμαι να προσδώσω αναδρομική ισχύ στο προσωρινό διάταγμα που πρόκειται να εκδοθεί σήμερα. Παραπέμπω στην απόφαση ημερ.1/6/2023, του Δ.Ο.Δ η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Έφεσης Αρ. 23/22, μεταξύ Γ.Μ.-Β.Σ στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση, διαταγή για αναδρομική ισχύ είναι καλύτερα να εκδίδεται στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης Διατροφής, όπου αξιοποιούνται όλα τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη άμεσων και επείγουσων αναγκών.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Σε σχέση με το θέμα εξόδων, δεδομένου ότι ο αιτητής είναι ο επιτυχόν διάδικος κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερες περιστάσεις για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση από 1/1/26 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα να καταβάλλει το ποσό των €500 για τη διατροφή, συντήρηση και εκπαίδευση του αιτητή.
Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα καθίσταται οριστικό και θα ισχύει μέχρι αποπεράτωσης της εναρκτήριας αίτησης και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Το διάταγμα θα τελεί υπό τον όρο παρουσίασης από τον αιτητή βεβαίωσης φοίτησης του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με την έναρξη κάθε ακαδημαϊκού εξαμήνου.
Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση.
(Υπ.) ..................................
Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο