ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης: 28/2025
Μεταξύ:
Α.Χ. ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Αιτήτρια
- και -
Θ.Μ ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Καθ' ου η Αίτηση
Αίτηση Παρακοής ημερ. 9/7/2025 (ΒΑΦΤΙΣΗ)
Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον αιτητή στην παρούσα/ καθ΄ου η αίτηση: κος Χαράλαμπος Καστάνας
Για την καθ΄ης η αίτηση στην παρούσα/ αιτήτρια: κ.κ ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΣ Δ.Ε.Π.Ε
Καθ’ ης η αίτηση: Παρούσα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στις 13/5/25, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης εκδόθηκε εκ συμφώνου τελικό διάταγμα με το οποίο ανατέθηκε στην αιτήτρια, καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα, (στο εξής η καθ΄ης η αίτηση) η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, Ρ. Μ, καθορίστηκε ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο εκάστοτε τόπος διαμονής της καθ΄ης η αίτηση και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ΄ου η αίτηση, αιτητή στην παρούσα (στο εξής ο αιτητής) με την ανήλικη κάθε Τρίτη από η ώρα 17:00 έως η ώρα 20:00 χωρίς διανυκτέρευση και κάθε Σάββατο από η ώρα 17:00 έως η ώρα 20:00 χωρίς διανυκτέρευση.
Η καθ’ ης η αίτηση διατάχθηκε να παραδίδει στον και να παραλαμβάνει από τον αιτητή στον τόπο διαμονής της, το πιο πάνω ανήλικο τέκνο τους τις ημέρες και ώρες όπως πιο πάνω αναφέρεται και ο αιτητής διατάχθηκε να παραλαμβάνει από και να παραδίδει στην καθ΄ης η αίτηση στο τόπο διαμονής της το πιο πάνω ανήλικο τέκνο τους τις ημέρες και ώρες όπως πιο πάνω αναφέρεται. Στο εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα γίνεται επίσης πρόνοια ότι οι λοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούντο από κοινού.
Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 9/7/2025, ο αιτητής ζητά τη σύλληψη, φυλάκιση, επιβολή προστίμου και/ ή κατάσχεση της περιουσίας της καθ’ ης η αίτηση, Α.Χ και ή ως άλλως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει, επειδή παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την απόφαση και/ ή τελικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/5/25, παραλείποντας συγκεκριμένα να συμμορφωθεί και ή εφαρμόσει το διάταγμα του Δικαστηρίου και να προχωρήσει στη βάφτιση της ανήλικης θυγατέρας τους Ρ. Μ χωρίς τη συγκατάθεση του αιτητή.
Όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στην καθ’ ης η αίτηση στις 16/7/25, η οποία καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους η υπό κρίση θα πρέπει να απορριφθεί: Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, είναι καταχρηστική, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν έχει καταδειχθεί παρακοή και δη ηθελημένη παρακοή του διατάγματος, δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της παρακοής αναφορικά με την καθ’ ης η αίτηση, η καθ΄ης η αίτηση δεν έχει προβεί σε καμία πράξη που να αποδεικνύει παρακοή του διατάγματος και τέλος ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς ελλείπει τόσο η αντικειμενική (actus reus) όσο και η υποκειμενική (mens rea) υπόσταση του αδικήματος της παρακοής.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την ανταλλαγή της ένορκης μαρτυρίας των διαδίκων, και ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. Σημειώνω ότι δεν καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ενώ κανείς εκ των διαδίκων αντεξετάστηκε.
Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ο αιτητής καταχώρησε ακόμη μια αίτηση εναντίον της καθ’ ης η αίτηση για μη συμμόρφωση της με το ίδιο διάταγμα ημερομηνίας 13/5/25 ισχυριζόμενος ότι, κατά παράβαση του διατάγματος, η καθ΄ης η αίτηση δεν του επέτρεψε να επικοινωνήσει με την ανήλικη θυγατέρα του, όπως ακριβώς καθορίζεται στο διάταγμα, στις 3/6/25 ημέρα Τρίτη από η ώρα 17:00 έως 20:00. Για την αναφερόμενη αίτηση επιφυλάχθηκε επίσης απόφαση από το παρόν Δικαστήριο.
Ο αιτητής στην ένορκη δήλωσή του, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται στις πρόνοιες του εκ συμφώνου τελικού διατάγματος ημερομηνίας 13/5/2025 αντίγραφο του οποίο καταθέτει ως τεκμήριο Α. Όπως αναφέρει, η καθ’ ης η αίτηση ήταν παρούσα και αφού συμφώνησε, εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα το οποίο της διαβάστηκε από το Δικαστήριο και επιβεβαίωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του.
Αναφέρει ότι αντίγραφο του πιο πάνω διατάγματος επιδόθηκε στον ίδιο στις 26/5/25.
Όπως αναφέρει, η καθ’ ης η αίτηση δυο εβδομάδες πριν την βάφτιση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων του απέστειλε σχετική πρόσκληση και με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι η καθ΄ης η αίτηση διευθέτησε τη βάφτιση της ανήλικης χωρίς να ερωτηθεί ο ίδιος ενώ είχαν συμφωνήσει ότι θα το διευθετούσαν από κοινού κάτι το οποίο δεν έγινε. Η καθ’ ης η αίτηση εκδικητικά διευθέτησε και διοργάνωσε τη βάφτιση της ανήλικης χωρίς τη συγκατάθεση του. Καταθέτει ως τεκμήριο Β το προσκλητήριο της βάφτισης και ως τεκμήριο Γ στιγμιότυπα οθόνης των μηνυμάτων που αντάλλαξαν στις 24/5/25 με την καθ’ ης η αίτηση στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο ίδιος δεν συναίνεσε στην τέλεση της βάφτισης.
Στις 29/5/25 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Ιερέα της εκκλησίας των Τριών Ιεραρχών στα Λιβάδια, με τον Μητροπολίτη Κιτίου και δυο φορές με τον Γραμματέα του Επισκόπου Κιτίου, τους ανέφερε ότι δεν δίδει τη συγκατάθεση του για την βάφτιση της ανήλικης και όπως του ανέφεραν θα ενημέρωναν σχετικά τον Μητροπολίτη Κιτίου και θα επικοινωνούσαν ακολούθως μαζί του κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Καταθέτει ως τεκμήριο Δ ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο απέστειλε στον Μητροπολίτη Κιτίου.
Στις 30/5/25 μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης για να καταγγείλει την καθ΄ης η αίτηση για παρακοή του διατάγματος Γονικής Μέριμνας καθώς επέμενε να προχωρήσει στη βάφτιση της ανήλικης χωρίς τη συγκατάθεση του και ο επί καθήκοντι αστυνομικός τον ενημέρωσε ότι η Αστυνομία δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια πριν την προγραμματισμένη βάφτιση αλλά θα περιμένει να αποπερατωθεί και μετά να ενεργήσει.
Στη συνέχεια ο αιτητής απέστειλε μέσω του δικηγόρου του ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Αρχηγείο Αστυνομίας ενημερώνοντας τους σχετικά για αποτροπή της επερχόμενης βάφτισης χωρίς τη συγκατάθεση του. Ο δικηγόρος του έλαβε αυτοματοποιημένη απάντηση από το Αρχηγείο ότι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο παρακολουθείται σε συγκεκριμένες ώρες και σε εργάσιμες ημέρες και για θέματα άμεσου χειρισμού να αποσταλεί μήνυμα στην γραμμή εξυπηρέτησης του πολίτη. Επειδή μεσολαβούσε Σαββατοκυρίακο, ο δικηγόρος του απέστειλε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς την εξυπηρέτηση του πολίτη χωρίς να λάβει απάντηση. Καταθέτει ως τεκμήριο Ε σχετική αλληλογραφία.
Τελικά η βάφτιση τελέστηκε χωρίς τη συγκατάθεση του και στην απουσία του. Συγκεκριμένα, η καθ’ ης η αίτηση, την Κυριακή 1/6/25 στις 12μ.μ βάφτισε την ανήλικη χωρίς τη συγκατάθεση του αρνούμενη να εφαρμόσει το εν λόγω διάταγμα γονικής μέριμνας και προέβη σε ενέργειες που στοχεύουν και πέτυχαν την μη εφαρμογή του διατάγματος.
Μετά την τέλεση της βάφτισης και συγκεκριμένα στις 3/6/25, ο αιτητής μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης για να προβεί σε καταγγελία εναντίον της καθ’ ης η αίτηση για παρακοή του Διατάγματος γονικής μέριμνας. Καταθέτει ως τεκμήριο ΣΤ βεβαίωση της αστυνομίας και ως Τεκμήριο Ζ βεβαίωση ότι η καταγγελία διερευνάται.
Όπως αναφέρει, η παρακοή της καθ’ ης η αίτηση είναι αδικαιολόγητη γιατί το διάταγμα ουδέποτε ανεστάλη.
Έντιμα πιστεύει και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η καθ’ ης η αίτηση θα εξακολουθήσει να παραβαίνει και περιφρονεί το διάταγμα του Δικαστηρίου εκτός εάν αναγκαστεί σε συμμόρφωση από το Σεβαστό Δικαστήριο, είτε με την επιβολή ποινής είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο θα θεωρήσει πρέπον.
Στην ένορκο δήλωση της η οποία υποστηρίζει την ένσταση της η καθ’ ης η αίτηση παραδέχεται ότι στις 13/5/25 εκδόθηκε εκ συμφώνου τελικό διάταγμα με το οποίο μεταξύ άλλων καθορίστηκε ότι, οι λοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρα των διαδίκων θα ασκούνταν από κοινού.
Σύμφωνα με το νόμο, όπως αναφέρει, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Η ονοματοδοσία δεν γίνεται με την βάφτιση αλλά με την έκδοση του πιστοποιητικού γέννησης. Η γονική μέριμνα δεν περιλαμβάνει και εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζει ρητά την βάφτιση ως μέρος της άσκησης της. Επιπλέον δεν συνιστά εκπροσώπηση του τέκνου σε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορά το πρόσωπο του.
Συνακόλουθα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί οιονεί ποινική ευθύνη της σε κάτι που δεν καθορίζεται ρητά και ανεπιφύλακτα από το Νόμο.
Η καθ’ ης η αίτηση αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης της επιδόθηκε το διάταγμα το οποίο δήθεν παράκουσε και εξ όσων έχει πληροφορηθεί η προσωπική επίδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση αίτησης παρακοής.
Η βάφτιση της κόρης της, όπως αναφέρει, ήταν για την ίδια πολύ σημαντική, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αιτητής. Από τις αρχές Μαΐου του 2025 άρχισε να ρωτά τον αιτητή πότε θα βαφτίσουν την ανήλικη και ενώ αρχικά ο ίδιος συμφώνησε να είναι νονά της κόρης τους η αδελφή της καθ΄ης η αίτηση, στην πορεία άλλαξε γνώμη και αποφάσισε μόνος του ότι η κόρη τους θα είχε δυο νονές την αδελφή της καθ’ ης η αίτηση και την αδελφή του. Μετά την απόφαση του, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η καθ΄ης η αίτηση με την αδελφή του αιτητή, η αδελφή του αιτητή την ενημέρωσε ότι δεν επιθυμεί να βαφτίσει την ανήλικη πλην όμως ο αιτητής επέμενε να βαφτιστεί η ανήλικη από τις αδελφές και των δυο.
Από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάιο ο αιτητής απέφευγε να αποφασίσει ενώ η καθ΄ης η αίτηση κυριολεκτικά όπως αναφέρει τον παρακαλούσε. Ταυτόχρονα ο ίδιος, με καταχρηστικό τρόπο έλεγε: «εάν δεν συμφωνήσω δεν την βαφτίζεις» όχι για το καλό του παιδιού τους αλλά μόνο για να ταλαιπωρήσει την καθ’ ης η αίτηση. Καταθέτει ως τεκμήριο Α σχετικά μηνύματα ως επίσης και μηνύματα με την αδελφή του αιτητή.
Η καθ’ ης η αίτηση αναφέρει επίσης ότι όλη η οικογένεια του αιτητή καλέστηκε στη βάφτιση παρόλο που ο αιτητής αρνείτο να παρευρεθεί. Η πρόσκληση έγινε μέσω του facebook σε ομαδική συνομιλία που διατηρούσαν με την οικογένεια του αιτητή.
Η καθ’ ης η αίτηση προσέφυγε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Γεώργιο, αφού το θέμα του μυστηρίου της βάφτισης δεν αφορά τα Πολιτικά Δικαστήρια αλλά τους κανόνες της Εκκλησίας της Κύπρου. Ο Αρχιεπίσκοπος επικοινώνησε προσωπικά με τον αιτητή και κατάλαβε ότι δεν προτίθετο να δώσει τη συγκατάθεση του για να βαφτίσουν την ανήλικη. Έτσι, στη 14/5/25 έδωσε άδεια για την τέλεση της βάφτισης χωρίς τη συγκατάθεση του αιτητή. Καταθέτει ως τεκμήριο Β αντίγραφο της συγκατάθεσης που τους δόθηκε από τον εφημέριο του Ιερού Ναού των […..], ο οποίος έλαβε την πρωτότυπη επιστολή με την άδεια του Αρχιεπισκόπου.
Ζητά την απόρριψη της αίτηση με έξοδα σε βάρος του αιτητή.
Μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ
Σε περίπτωση μη εφαρμογής των διαταγμάτων από οποιονδήποτε διάδικο, στον μη υπαίτιο διάδικο προσφέρεται η δυνατότητα καταχώρησης αίτησης παρακοής.
Το Δ.Ο.Δ στην υπόθεση Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v Φ. Ντούμα & Α. Πεγειώτη (2002) 1Α Α.Α.Δ 133, 137, τόνισε τα ακόλουθα: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται προς τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου. Όπως τονίστηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 227):
"Παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης».
Στην απόφαση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (1989) 1 (Ε) A.A.Δ. 750, ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής τόνισε τα ακόλουθα (σελ. 758):
«Η υπακοή στα διατάγματα των Δικαστηρίων αποτελεί θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου».
Ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κ. Παμπαλλής, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου (2011) 1 (Α) ΑΑΔ 293 τόνισε τα ακόλουθα (σελ. 297):
«Πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν πλεονασμός να επιβεβαιώσουμε, για μια ακόμη φορά, την αναγκαιότητα συμμόρφωσης προς δικαστικά διατάγματα. Σε αντίθετη περίπτωση το κράτος δικαίου, επί του οποίου θεμελιώνονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των ατόμων και εδράζεται η απαίτηση του κοινωνικού συνόλου, για εφαρμογή του νόμου και της τάξης σε μια δημοκρατική κοινωνία, θα κατέρρεε. Photiou v. HadjiForados (1998) 1 C.L.R 384 ».
Η σπουδαιότητα εφαρμογής των διαταγμάτων που ρυθμίζουν θέματα οικογενειακού δικαίου καταδεικνύεται και από την πλούσια νομολογία του ΕΔΑΔ.
Η ιδιόμορφη φύση της διαδικασίας για καταφρόνηση έχει επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 ΑΑΔ 309 με το πιο κάτω απόσπασμα:
«Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.»
Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), το οποίο τιτλοφορείται «Εξαναγκασμός υποταγής σε διατάγματα», είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων για την παρακοή διαταγμάτων, αναφέρει τα ακόλουθα:
«Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον.
Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος».
Η άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, πριν την εφαρμογή των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ρυθμιζόταν από την Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συγκεκριμένη διάταξη αναφερόταν στις δικονομικές προϋποθέσεις που απαιτούντο για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν.14/60.
Μετά την εφαρμογή των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Μέρος 50 το οποίο τιτλοφορείται «ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ», το οποίο είναι το αντίστοιχο της παλαιάς Δ.42Α αναφέρεται στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του Α.42 του Ν.14/60 και συγκεκριμένα:
«50.1. Οπισθογράφηση και Επίδοση
(1) Όταν εκδίδεται διάταγμα από δικαστήριο το οποίο διατάσσει την τέλεση ή την απαγόρευση πράξης, αντίγραφο αυτού, το οποίο επιδίδεται στο πρόσωπο από το οποίο απαιτείται να το υπακούσει, οπισθογραφείται από τον πρωτοκολλητή με το ακόλουθο ή ανάλογο λεκτικό: «Αν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο παρόν διάταγμα εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σας σε κατάσχεση».
(2) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος επιδίδεται στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το διάταγμα. Η επίδοση, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, είναι προσωπική.
50.2. Σύλληψη για απείθεια σε διάταγμα
(1) (α) Όταν εκδίδεται διάταγμα από δικαστήριο σύμφωνα με τον κανονισμό 50.1
και το πρόσωπο το οποίο διατάσσεται να τελέσει ή το πρόσωπο στο οποίο απαγορεύεται να τελέσει πράξη (το οποίο εφεξής θα καλείται «ο καθ’ ου η αίτηση») αρνείται ή παραλείπει να την τελέσει ή να απέχει από την τέλεσή της σύμφωνα με τις οδηγίες του εν λόγω διατάγματος, το πρόσωπο υπέρ του οποίου δόθηκε το εν λόγω διάταγμα (το οποίο εφεξής θα καλείται «ο αιτητής») δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση εντάλματος σύλληψης.
(β) Η εν λόγω αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και πιστό αντίγραφό της, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδεται στον καθ’ ου η αίτηση προσωπικά. Αλλά αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η καθυστέρηση η οποία προκαλείται από την πιο πάνω διαδικασία θα συνεπαγόταν ή πιθανόν να συνεπάγεται ανεπανόρθωτη ή σοβαρή αδικία, δύναται να εκδώσει διάταγμα χωρίς ειδοποίηση με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά και υπό την αίρεση τέτοιας δέσμευσης, αν υπάρξει, ως το δικαστήριο θεωρήσει δίκαιο· και διάδικος ο οποίος επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα δύναται να λάβει μέτρα προς παραμερισμό του.
(2) Κατά την ημερομηνία επανορισμού της αίτησης, αν ο καθ’ ου η αίτηση δεν παρουσιαστεί και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έτυχε δέουσας επίδοσης, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του.
(3) Το δικαστήριο δύναται:
(α) να παρατείνει τον χρόνο για την εμφάνιση του καθ’ ου η αίτηση, ή
(β) κατά την ημερομηνία επανορισμού της αίτησης, να διατάξει όπως το ένταλμα σύλληψης εκδοθεί μόνο μετά από ορισμένο χρόνο και στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ’ ου η αίτηση εξακολουθεί να μην υπακούει κατά τον καθορισθέντα χρόνο στο διάταγμα σε σχέση με το οποίο είναι ένοχος παρακοής.
(4) Αν ο καθ’ ου η αίτηση:
(α) δεν δώσει επαρκή δικαιολογία για τη μη εμφάνισή του κατά την ημερομηνία επανορισμού της αίτησης·
ή
(β) αν παρουσιαστεί αλλά δεν δώσει ικανοποιητικό λόγο, γιατί δεν πρέπει να τιμωρηθεί για παρακοή,
το δικαστήριο δύναται να διατάξει τον καθ’ ου η αίτηση να πληρώσει πρόστιμο ή να φυλακισθεί για τέτοιο χρόνο ως το δικαστήριο διατάξει». (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου).
Συνεπώς, για την εφαρμογή του Α.42 του Ν.14/60, πρέπει πλέον να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Μέρους 50 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες δεν διαφοροποιούνται από αυτές που προνοούσε το Α.42Α των παλαιών Θεσμών, και συγκεκριμένα: (α) η ύπαρξη διατάγματος, (β) η ύπαρξη της αναγκαίας οπισθογράφησης, (γ) η προσωπική επίδοση του διατάγματος και (δ) η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. (βλ. Μαρκίδης (1991) 1 ΑΑΔ 401, Halin v. Timur κ.ά. (2005) 1 (α) ΑΑΔ 424, Ονουφρίου ν. Bye (2007) 1 (Α) ΑΑΔ 371).
Δεδομένου ότι με την εφαρμογή των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις δικονομικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για την εφαρμογή του Α.42 του Ν.14/60, η υφιστάμενη σχετική Νομολογία, παρά το γεγονός ότι είναι προγενέστερη των Νέων Κανονισμών εξακολουθεί να είναι δεσμευτική και το Δικαστήριο αντλεί σχετική καθοδήγηση.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις συνοψίζονται επίσης στο Κεφ.13 του συγγράμματος Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, σελ. 403, όπου παρατίθεται και συνοψίζεται η σχετική νομολογία επί του θέματος. Επιγραμματικά αναφέρεται ότι πρωτίστως θα πρέπει να καταδειχθούν τα ακόλουθα:
α) Η ύπαρξη επιβλητού (enforceable) διατάγματος
β) το οποίο θα πρέπει να περιέχει σαφείς και καθαρούς όρους ως προς τις συμφωνηθείσες και αναμενόμενες από τους διαδίκους ενέργειες ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα,
γ) το οποίο έχει δεόντως οπισθογραφηθεί και επιδοθεί προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση και
δ) ο καθ' ου η αίτηση σκόπιμα παράκουσε το διάταγμα, να αποδειχθεί δηλαδή ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως πως πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος.
Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Krashias (ανωτέρω, σελ. 761, 763):
«... η πρόνοια για προσωπική επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος είναι επιτακτική (εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά). Για τους ίδιους λόγους δεν είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από τις διατάξεις για προσωπική επίδοση της αίτησης για παρακοή η οποία επιβάλλεται από τον Κ.3 της Δ.42 Α.
.....................................
Η Δ.42Α. καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης, απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος».
Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 1085 τονίστηκαν τα εξής (σελ. 1089):
«Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 CLR 287, διευκρινίστηκε και, σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων βεβαιώθηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ένστασης της καθ’ ης η αίτηση που αφορά στην μη τήρηση των προϋποθέσεων, αφού όπως αναφέρει ουδέποτε πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης της επιδόθηκε το διάταγμα το οποίο δήθεν παράκουσε. Τυχόν επιτυχία του αναφερόμενου λόγου ένστασης θα καθορίσει και την τύχη της αίτησης.
Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του ο αιτητής αναφέρει ότι το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε στον ίδιο, ενώ καμία αναφορά κάνει για επίδοση του διατάγματος στην καθ’ ης η αίτηση.
Έχω διεξέλθει του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης και όντως διαπιστώνω ότι το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στον αιτητή στις 26/5/25 αλλά μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, δεν βρίσκεται καταχωρημένη στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση επίδοσης του επίδικου διατάγματος στην καθ’ ης η αίτηση.
Μέσω της αγόρευσης του ο αιτητής επικαλείται το Μέρος 23.16(1) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας στο οποίο αναφέρεται ότι «κάθε διάταγμα είναι δεσμευτικό για τον αιτητή και για όλους τους διαδίκους στους οποίους έχει επιδοθεί δεόντως η αίτηση, από την ημερομηνία κατά την οποία αυτό έχει εκδοθεί». Αναφέρει περαιτέρω ότι η πραγματική γνώση τεκμαίρεται ακόμη ισχυρότερα όταν το διάταγμα έχει εκδοθεί εκ συμφώνου και στην παρουσία των διαδίκων περίπτωση κατά την οποία καθίσταται ουσιαστικά περιττή η προσωπική επίδοση αφού η γνώση του διατάγματος αποδεικνύεται αυτοτελώς από την ίδια τη συμμετοχή της πλευράς στη διαδικασία. Αναφέρει επίσης ότι η καθ’ ης η αίτηση είχε πλήρη και επαρκή γνώση τόσο της ύπαρξης και της ισχύος του διατάγματος ημερ.13/5/25 όσο και των ποινικών συνεπειών που επισύρει η τυχόν μη συμμόρφωση με αυτό.
Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά σε παρακοή διατάγματος και το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, η θέση του ότι η επίδοση του εκ συμφώνου διατάγματος είναι περιττή, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως ήδη ανέφερα, στο Μέρος 50 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν απαραίτητα για την εφαρμογή του Α.42 του Ν.14/60 . (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Η φύση της διαδικασίας παρακοής, ως οιονεί ποινικής, (Halin v. Timour (2005) 1A A.A.Δ. 424) απαιτεί τη διαπίστωση της ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας (Μακρίδης (1991) 1 Α.Α.Δ. 401):
α. ύπαρξη διατάγματος
β. ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης
γ. προσωπική επίδοση του διατάγματος
δ. προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής.
(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Στην υπόθεση Krashias (ανωτέρω) ο κ. Πικής, Δ. (ως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα (σελ.761):
«Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42.»
Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι, πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ουδέποτε της επιδόθηκε το επίδικο διάταγμα ημερ. 13/5/25, η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι αναφορές του αιτητή ότι η επίδοση είναι περιττή αφού το διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου και στην παρουσία της καθ΄ης η αίτηση και ότι αυτό επιδόθηκε στον ίδιο, καμία βαρύτητα προσδίδουν στην υπό κρίση αίτηση αφού το επίδικο διάταγμα θα έπρεπε να επιδοθεί στην καθ΄ης η αίτηση εναντίον της οποία στρέφεται η υπό κρίση αίτηση για παράλειψη συμμόρφωσης της με αυτό.
Στη βάση των όσων ανέφερα, διαπιστώνω ότι το διάταγμα ημερομηνίας 13/5/25 δεν επιδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση, με αποτέλεσμα να μην πληρείται μια εκ των προϋποθέσεων του Μέρους 50 των Νέων Κανονισμών.
Συνακόλουθα ο αναφερόμενος λόγος ένστασης της καθ΄ης η αίτηση επιτυγχάνει.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση των όσων ανωτέρω ανέφερα και προσπάθησα να εξηγήσω, λαμβάνοντα υπόψιν ότι, από την ίδια τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιωνεί ποινικής, αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο πάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, κρίνω ότι η μη επίδοση του επίδικου διατάγματος προς την καθ΄ης η αίτηση είναι καταλυτική για την τύχη της αίτηση η οποία μοιραία οδηγείται σε απόρριψη.
Δεδομένου ότι η καθ’ ης η αίτηση είναι ο επιτυχόν διάδικος δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερα περιστατικά για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.
Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
(Υπ) ......................................
Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο