ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης: 48/2008
Μεταξύ:
Π. Ι.
- και -
Π. Ζ.
Καθ' ου η Αίτηση
Τρείς Κλήσεις ημερομηνίας 6/8/24 και μια κλήση ημερομηνίας 16/1/25
(βάσει του άρθρου 124Α του Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε)
Ημερομηνία: 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κα Ραφαέλλα Παπαδοπούλου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Για Καθ' ου η Αίτηση: κ.κ ΓΙΩΡΓΟΣ Φ.ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με τρείς ένορκες δηλώσεις της ημερ.17/7/24, 2/8/24 (2) η αιτήτρια ζητά την έκδοση εντάλματος φυλάκισης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για την είσπραξη, υπό μορφή προστίμου, των ακόλουθων ποσών:
- Ένορκη δήλωση ημερ.17/7/24 που αφορά τη διατροφή για τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι και Ιούλιο (για Ζ. Π. μέχρι 2/1/24) για το ποσό των €2.800.(€2.795 πλέον €5 χαρτόσημο).
- Ένορκη δήλωση ημερ.2/8/24 που αφορά την αύξηση για την διατροφή για την περίοδο από 1/11/12-1/1/24 για το ποσό των €6.898.30 (€6.893.30 πλέον €5 χαρτόσημο).
- Ένορκη δήλωση ημερ.2/8/24 για το ποσό των €385 που αφορά τη διατροφή για τον Αύγουστο του 2024. (€380 πλέον €5 χαρτόσημο).
Στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας εκδόθηκαν στις 6/8/24 τρεις Κλήσεις προς τον καθ’ ου η αίτηση με βάση το Α.124Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της παραπάνω διάταξης κάλεσε τον καθ’ ου η αίτηση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα του, δίνοντας του την ευκαιρία να ακουστεί επί του θέματος.
Ο καθ’ ου η αίτηση μέσω των δικηγόρων του ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει την ένσταση του η οποία καταχωρήθηκε τελικά στις 8/1/25.
Στις 8/1/25, η αιτήτρια με νέα ένορκη δήλωση της ζητά την έκδοση εντάλματος φυλάκισης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για την είσπραξη, υπό μορφή προστίμου, του ποσού των €1.145 (€1140 πλέον €5 χαρτόσημο) που αφορά τη διατροφή για τους μήνες από Νοέμβριο του 2024 μέχρι και Ιανουάριο του 2025.
Στη βάση της πιο πάνω ένορκης δήλωση της αιτήτριας εκδόθηκε στις 16/1/25
Κλήση προς τον καθ’ ου η αίτηση με βάση το Α.124Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της παραπάνω διάταξης κάλεσε τον καθ’ ου η αίτηση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα του, δίνοντας του την ευκαιρία να ακουστεί επί του θέματος.
Σημειώνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκδίκαση της παρούσας οφείλεται στο γεγονός ότι ζητήθηκε επανειλημμένως χρόνος και από τις δυο πλευρές για να καταχωρήσουν τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους αλλά και επειδή καταβάλλονταν, ως ενημέρωναν το Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων, προσπάθειες για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης.
Οι όποιες προσπάθειες για διευθέτηση τελικά δεν τελεσφόρησαν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων.
Σημειώνω ότι, σε σχέση με την ένορκη δήλωση της αιτητριας ημερομηνίας 8/1/25 που αφορά στις διατροφές για τους μήνες Νοέμβριο του 2024 μέχρι Ιανουάριο του 2025 για το ποσό των €1.145 στη βάση της οποίας εκδόθηκε η Κλήση ημερ.16/1/25, ο καθ’ ου η αίτηση μέσω της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης, παραδέχεται ότι οφείλει το αναφερόμενο ποσό και ότι είναι πρόθυμος να το καταβάλει.
Στην ένσταση του καθ’ ου η αίτηση ημερ.8/1/25,(που αφορά την ένορκη δήλωση της αιτητριας ημερ.17/7/24 και τις δυο ένορκες δηλώσεις της ημερ.2/8/24) η οποία καταχωρήθηκε με το Έντυπο 36 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι οι κλήσεις είναι αβάσιμες, ότι οι ισχυρισμοί επί των οποίων εκδόθηκαν οι κλήσεις είναι αναληθείς και ότι δεν οφείλονται τα ποσά.
Η ένσταση του καθ’ ου η αίτηση, ημερομηνίας 8/1/25, υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση και ένορκη δήλωση του κ. Γ. Κ.
Στην ένορκη δήλωση του καθ’ ου η αίτηση, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ανέκαθεν ήταν συνεπής στην καταβολή των διατροφών και η αιτήτρια εκδικητικά προέβη στην καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων για καθυστερημένες διατροφές όταν της ανέφερε ότι αδυνατεί να καταβάλλει για τα επόμενα έξι τουλάχιστον χρόνια ένα σταθερό ποσό διατροφής για τον υιό τους, ο οποίος ενηλικιώθηκε και επιθυμούσε να σπουδάσει μόλις αποπερατώσει τη στρατιωτική του θητεία, όπως του ζητήθηκε από την αιτήτρια.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, περί τον Ιούνιο του 2024 η αιτήτρια επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και του ζήτησε να συνεχίσει να της πληρώνει για τον υιό τους, ο οποίος θα υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, το ποσό των €250 μηνιαίως και ακολούθως όταν ο υιός τους θα φοιτούσε σε ιδιωτικό ή δημόσιο Πανεπιστήμιο να της καταβάλλει μεγαλύτερο ποσό. Όταν ο καθ’ ου η αίτηση αρνήθηκε, η αιτήτρια, όπως ισχυρίζεται, του έκλεισε το τηλέφωνο αναφέροντας του «Να δεις τι θα σου κάνω» και στη συνέχεια ώθησε τον υιό τους να καταχωρήσει αίτηση διατροφής εναντίον του καθ’ ου η αίτηση ενώ η ίδια υπέγραψε ψευδώς ότι ο καθ’ ου η αίτηση τις οφείλει διατροφές.
Αναφέρει επίσης ότι, όταν χώρισαν, η αιτήτρια δεν του επέτρεπε να επικοινωνεί με τα ανήλικα και ο καθ’ ου η αίτηση εξασφάλισε διάταγμα επικοινωνίας με το οποίο η αιτήτρια δεν συμμορφωνόταν και καταχώρησε εναντίον της αιτήσεις παρακοής. Για το λόγο αυτό, καθυστερούσε τότε να της καταβάλλει τη διατροφή με την ελπίδα ότι θα συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα επικοινωνίας και για το λόγο αυτό η αιτήτρια προχωρούσε άμεσα στην κατάθεση φυλακιστηρίων τα οποία λογικά υπάρχουν στο φάκελο της παρούσας αίτησης. Διερωτάται ο καθ’ ου η αίτηση γιατί η αιτήτρια ανέμενε μήνες και χρόνια για να κινηθεί εναντίον του για τις οφειλόμενες διατροφές ενώ γνώριζε τη διαδικασία και θα μπορούσε να το πράττει έγκαιρα.
Ήταν ανέκαθεν συνεπής στην πληρωμή των διατροφών, όπως αναφέρει, τις οποίες πλήρωνε είτε προσωπικά είτε μέσω του συναδέλφου του Γ. Κ. επειδή η αιτήτρια δεν επιθυμούσε να της εμβάζει το ποσό της διατροφής στην Τράπεζα αφού όπως του ανέφερε είχε προβλήματα με τις Τράπεζες και θα γινόταν κατάσχεση των ποσών αν αυτά εμβάζονταν στην Τράπεζα. Τις πλείστες φορές, όπως αναφέρει, τις διατροφές τις πλήρωνε ο Γ. Κ. ο οποίος μένει στη Σωτήρα και όταν επέστρεφαν από την Λευκωσία τη Λάρνακα ή τη Λεμεσό όπου εργάζονταν, ο καθ’ ου η αίτηση του έδινε τα χρήματα αφού θα περνούσε από το Φρέναρος για να πληρώσει την αιτήτρια.
Με την αιτήτρια δεν είχαν συχνή επικοινωνία γιατί ανέκαθεν ήταν προκλητική και η συμπεριφορά της επιδεινώθηκε όταν ο καθ’ ου η αίτηση έκανε νέα οικογένεια και απέκτησε ακόμη τέσσερα παιδιά.
Η αιτήτρια, τα πρώτα χρόνια εξέδιδε αποδείξεις για τις διατροφές ενώ ακολούθως δεν εξέδιδε και η πληρωμή των ποσών κατόπιν επιθυμίας της αιτήτριας γινόταν σε μετρητά. Σε περίπτωση που ο καθ’ ου η αίτηση καθυστερούσε του απέστελλε μηνύματα τα οποία όπως αναφέρει δεν έχει γιατί χάλασε το κινητό του και αγόρασε καινούργιο.
Αναφέρει ότι τις διατροφές από τον Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι και τον Ιούλιο του 2024 τις πλήρωσε μέσω του συναδέλφου του Γ. Κ. όπως και τις πλείστες των προηγούμενων χρόνων ενώ την διατροφή για τον μήνα Αύγουστο του 2024 την πλήρωσε ο ίδιος στην αιτήτρια.
Αναφέρει τέλος ότι κανένα ποσό οφείλει στην αιτήτρια, ότι πλήρωσε όλα τα διεκδικούμενα ποσά και ζητά απόρριψη των κλήσεων αφού είναι άδικο να πληρώσει δεύτερη φορά τα ποσά αφού στερείται για να μεγαλώσει τα παιδιά του.
Στην ένορκη δήλωση του Γ. Κ, η οποία υποστηρίζει την ένσταση του καθ’ ου η αίτηση, αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι, είναι συνάδελφος με τον καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος διαμένει στην Ορμήδεια, ενώ ο ίδιος διαμένει στη Σωτήρα. Εργάζονται μαζί και ο τόπος διεξαγωγής των εργασιών τους είναι στη Λάρνακα, Λεμεσό και Λευκωσία.
Μεταβαίνουν μαζί στην εργασία τους τις πλείστες φορές και στην επιστροφή τον αφήνει στο σπίτι του στην Ορμήδεια και συνεχίζει το δρομολόγιο του μέχρι τη Σωτήρα.
Επειδή οι σχέσεις του καθ’ ου η αίτηση με την πρώην σύζυγο του δεν είναι καλές και επειδή το Φρέναρος στο οποίο διαμένει η πρώην σύζυγος του καθ’ ου η αίτηση, είναι στη διαδρομή του, τις πλείστες φορές ο καθ’ ου η αίτηση έδινε στον ίδιο τα ποσά τις διατροφής και πλήρωνε τη σύζυγο του καθ’ ου η αίτηση σε μετρητά χωρίς να λαμβάνει ποτέ απόδειξη.
Αναφέρει ότι ο καθ’ ου η αίτηση κανένα ποσό οφείλει αφού τις διατροφές για την περίοδο από Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι και Ιούλιο του 2024 τις κατέβαλε ο ίδιος όπως και τις πλείστες εκ των διατροφών των προηγούμενων ετών.
Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία καταχώρησε η αιτήτρια, στις 16/1/26, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αναφέρει ότι ο υιός τους Π. ενηλικιώθηκε στις 2/1/24 και η θυγατέρα τους Γ. στις 20/3/25.
Αρνείται ότι καταχώρησε εκδικητικά τις επίδικες ένορκες δηλώσεις ενώ όπως αναφέρει, μέσα από το φάκελο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση γενικά δεν ήταν συνεπής με την καταβολή της διατροφής από της έκδοσης του διατάγματος μέχρι και την ενηλικίωση των παιδιών τους. Ο καθ’ ου η αίτηση κατέβαλλε τις διατροφές μετά την πάροδο ενάμιση με δυο μηνών και κατόπιν επανειλημμένων τηλεφωνικών οχλήσεων της, ενώ πολλές φορές, όταν ο καθ’ ου η αίτηση δεν απαντούσε, η αιτήτρια επικοινωνούσε με το συνέταιρο του. Όταν ο καθ’ ου η αίτηση δεν συνεργαζόταν η αιτήτρια αναγκαζόταν να καταχωρεί εναντίον του φυλακιστήρια και να εισπράττει μέσω της Αστυνομίας τις οφειλόμενες διατροφές.
Μέχρι πρότινος, όπως αναφέρει, δεν καταχώρησε εναντίον του καθ’ ου η φυλακιστήρια για την μη καταβολή των αυξήσεων αφού λάμβανε είτε εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση είτε μέσω της Αστυνομίας κάποια ποσά και κάλυπτε τις ανάγκες των ανηλίκων και με τη βοήθεια των γονέων της. Δεν μπορεί όμως μόνη της πλέον να καλύπτει τα έξοδα τους παρόλο που ενηλικιώθηκαν. Αναφέρει επίσης ότι το καλοκαίρι του 2024 ο υιός τους κατατάχθηκε στο στρατό ενώ η θυγατέρα τους θα φοιτούσε στην Τρίτη Λυκείου και τα έξοδα τους ήταν αυξημένα.
Στις 4/7/24 επικοινώνησε με τον καθ’ ου η αίτηση και του ανέφερε ότι τα έξοδα του υιού τους είναι αυξημένα λόγω των φροντιστηρίων που παρακολουθούσε αφού επρόκειτο να παρακαθήσει στις Παγκύπριες εξετάσεις και του ζήτησε να καταβάλει ένα σεβαστό ποσό για να μπορέσει να εξοφλήσει τα ιδιαίτερα του υιού τους αφού δεν συνεισέφερε κανονικά στις διατροφή. Ο καθ’ ου η αίτηση της ανέφερε ότι πλέον ο υιός τους ενηλικιώθηκε και δεν ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει για τα έξοδα του και ούτε μπορεί να τον αναγκάσει ούτε και να κάνει οτιδήποτε εναντίον του.
Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο υιός των διαδίκων καταχώρησε την Αίτηση Διατροφής αρ.152/24 εναντίον του καθ’ ου η αίτηση και μετά δυσκολίας ο καθ’ ου η αίτηση αποδέχθηκε να καταβάλλει για τη διατροφή του υιού τους το ποσό των €150 μηνιαίως. Αναφέρει ότι ο καθ’ ου η αίτηση κατέβαλε στον υιό τους μόνο το ποσό των €1.000 που αντιστοιχούσε στις οφειλόμενες με βάση το προσωρινό διάταγμα διατροφές ενώ δεν κατέβαλε καμία δόση διατροφής σε σχέση με το τελικό διάταγμα που εκδόθηκε την 1/4/25. Καταθέτει ως τεκμήριο 1 το προσωρινό διάταγμα ημερ. 3/9/24 και το τελικό διάταγμα ημερ. 10/3/25 τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης διατροφής αρ.152/2024.
Αναφέρει ότι ο υιός και η θυγατέρα των διαδίκων σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στην Αθήνα αντίστοιχα, ο υιός τους εργάζεται κάποιες ώρες για να καλύπτει κάποιες από τις ανάγκες της οικογένειας τους ενώ τα λοιπά έξοδα των παιδιών καλύπτονται από την ίδια η οποία απασχολείται σε δυο εργασίες.
Η θυγατέρας τους δεν καταχώρησε αίτηση διατροφής εναντίον του καθ’ ου η αίτηση αφού σε κάθε περίπτωση δεν θα της καταβάλλει το ποσό ενώ θα δημιουργηθούν δικηγορικά έξοδα τα οποία δεν είναι σε θέση να καλύψουν.
Αποφάσισε όπως αναφέρει να διεκδικήσει τις αυξήσεις των διατροφών τώρα, όχι για να καλύψει τις δικές της ανάγκες αλλά για τα παιδιά της τα οποία δικαιούνται αυτά τα χρηματικά ποσά τα οποία έχουν ανάγκη.
Αναφέρει ότι την διατροφή την κατέβαλε κάποιες φορές ο καθ’ ου η αίτηση και κάποιες φορές ο συνάδελφος του Γ.Κ. ο οποίος της κατέβαλε τη διατροφή μέχρι και το καλοκαίρι του 2022.
Όπως αναφέρει, ζήτησε πολλές φορές από τον καθ’ ου η αίτηση να της καταβάλλει τις διατροφές μέσω Τράπεζας και του απέστειλε τα στοιχεία του τραπεζικού της λογαριασμού αλλά ο καθ’ ου η αίτηση δεν το έπραττε. Δυστυχώς όπως αναφέρει πέρασαν πολλά χρόνια άλλαξε τηλέφωνα και δεν έχει πλέον τις συνομιλίες της με τον καθ’ ου η αίτηση.
Εξέδιδε αποδείξεις πληρωμής της διατροφής μέχρι και το 2020 που ο καθ’ ου η αίτηση αποδεχόταν να λαμβάνει αποδείξεις ενώ στη συνέχεια ο καθ’ ου η αίτηση της έλεγε ότι δεν χρειάζεται και ότι δεν θέλει αποδείξεις πληρωμής. Όπως αναφέρει, τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση το έκανε επίτηδες για να μην έχει η αιτήτρια αποδείξεις πληρωμής στην κατοχή της που να αποδεικνύουν τι οφείλει ο καθ’ ου η αίτηση. Καταθέτει ως τεκμήριο 2 μπλοκ αποδείξεων τα οποία έχει στην κατοχή της στα οποία φαίνεται ότι εξέδιδε αποδείξεις για οτιδήποτε τις κατέβαλλε ο καθ’ ου η αίτηση μέχρι και το 2020.
Αναφέρει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν της κατέβαλε ποτέ την αύξηση και ο υπολογισμός του ποσού των €6.898,30 έγινε από την ίδια και προφανώς δεν τα υπολόγισε σωστά αφού στη συνέχεια ζήτησε από λογιστικό γραφείο να υπολογίσει τις αυξήσεις που όφειλε ο καθ΄ου η αίτηση μέχρι και την ενηλικίωση των παιδιών τους και υπολογίστηκαν συνολικά στο ποσό των €24,926.23 και αυτό είναι και το ορθό ποσό το οποίο οφείλεται για τις καθυστερημένες αυξήσεις για όλα τα έτη. Καταθέτει ως τεκμήριο 3 πίνακα με το υπολογισμένο ποσό.
Η αιτήτρια αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Γ. Κ. και αναφέρει ότι ο κ. Κ. προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον συνάδελφο του και όχι για να πει την αλήθεια. Ο κ. Κ. αναφέρει ότι δεν του εξέδωσε ποτέ απόδειξη ενώ αν ανατρέξει κάποιος στο 3ο μπλοκ αποδείξεων προς το τέλος θα παρατηρήσει ότι υπάρχουν αποδείξεις πληρωμής επ΄ονόματι του. Καταθέτει ως τεκμήριο 4 εκ νέου τις αποδείξεις που εκδόθηκαν στο όνομα του κ. Κ. Ουδέποτε ο κ. Κ της κατέβαλε διατροφές για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι Ιούλιο του 2024 και ο ισχυρισμός του είναι ψευδής και προβάλλεται με σκοπό να ενισχύσει τα όσα ανέφερε ο καθ’ ου η αίτηση.
Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία καταχώρησε ο καθ΄ου η αίτηση στις 9/4/26, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι δεν οφείλει διατροφή για τους μήνες που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.17/7/24, το ποσό των €380 που αναφέρεται στην μια εκ δυο ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας ημερ.2/8/24, αναφέρει ότι το πλήρωσε στην αιτήτρια, ενώ για το ποσό των €6.898,30 που αναφέρεται στην άλλη ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.2/8/24 αναφέρει ότι η αιτήτρια εισέπραττε τις διατροφές και ουδέν ποσό διεκδίκησε από το 2012 μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενώ συμφωνεί ότι οφείλει το ποσό το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.8/1/25 το οποίο όπως επίσης αναφέρει είναι πρόθυμος να πληρώσει.
Παραδέχεται ότι τα παιδιά τους ενηλικιώθηκαν τις ημερομηνίες που αναφέρει η αιτήτρια και αναφέρει περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν νομικά υποχρεωμένος, αφού ο υιός τους ενηλικιώθηκε, συνέχισε να καταβάλλει διατροφή μέχρι και την ημερομηνία που τελείωσε το σχολείο. Μετά που ο υιός τους τελείωσε το σχολείο, με τις απαιτήσεις που είχε η αιτήτρια στις οποίες έγινε αναφορά στις ένορκη του δήλωση ημερ.8/1/25, επήλθε ρήξη στη σχέση του με τον υιό του ο οποίος κατόπιν παροτρύνσεων της αιτήτριας καταχώρησε εναντίον του αίτηση διατροφής, αντίγραφο της οποίας καταθέτει ως τεκμήριο 1 ενώ καταθέτει επίσης ως τεκμήρια 4, 5 και 6 την μονομερή αίτηση που καταχώρησε ο υιός του στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης την ένσταση που καταχώρησε ο ίδιος και το εκ συμφώνου τελικό διάταγμα ημερ.10/3/25.
Αναφέρει ότι με τη νέα του σύζυγο απέκτησε ακόμη 4 τέκνα τα οποία είναι ανήλικα και καταθέτει ως τεκμήρια 2 και 3 πιστοποιητικό γάμου και πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του αντίστοιχα. Όπως αναφέρει, επειδή δημιούργησε εταιρεία καλουπιών με συνέταιρο, η αιτήτρια θεώρησε ότι έχει μεγάλα εισοδήματα και «φούσκωσε» τα μυαλά των παιδιών τους τα οποία ήρθαν μαζί του σε σύγκρουση. Όταν τα παιδιά τους ενηλικιώθηκαν κατάφερε να δημιουργήσει μια δυνατή σχέση μαζί τους αλλά η αιτήτρια εκμεταλλευόμενη το θέμα της διατροφής κατάφερε να προκαλέσει ξανά ρήγμα στις σχέσεις τους.
Αναφέρει επίσης ότι λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε υπάρχει κίνδυνος να εκποιηθεί το σπίτι που διαμένει με τη νέα του σύζυγο και τα παιδιά τους και προβαίνουν σε διαβήματα εξεύρεσης λύσης.
Επαναλαμβάνει ότι ανέκαθεν ήταν τυπικός στην πληρωμή των διατροφών και οι μόνοι περιόδοι που υπήρχαν καθυστερήσεις ήταν όταν του δημιουργούσε πρόβλημα η αιτήτρια στην επικοινωνία του με τα ανήλικα και ήταν πικραμένος. Η αιτήτρια τότε προχωρούσε στην καταχώρηση κλήσεων και εκδίδοντο εντάλματα εναντίον του.
Αρνείται ότι του δόθηκε αριθμό τραπεζικού λογαριασμού από την αιτήτρια για να εμβάζει το ποσό της διατροφής.
Αναφέρει ότι τις αποδείξεις, λόγο του χρόνου που η αιτητρια άφησε να παρέλθει, δεν τις έχει και είναι σε μειονεκτική θέση ενώ τις αποδείξεις που επισύναψε η αιτήτρια δεν μπορεί να τις αντιστοιχίσει με τις δικές του. Είναι βέβαιος όμως ότι δεν οφείλει διατροφές από το 2020 και είναι βέβαιος ότι η τελευταία διατροφή που πλήρωσε ήταν τον Αύγουστο του 2024.
Επειδή οι σχέσεις του με τα παιδιά τους είχαν εξομαλυνθεί τα τελευταία χρόνια και επειδή οι πλείστες διατροφές πληρώνονταν από το συνέταιρο του Γ, Κ. δεν λάμβανε αποδείξεις. Δεν περίμενε ποτέ ότι μετά από τόσα χρόνια η αιτήτρια θα εγείρει ζήτημα καθυστερημένων διατροφών και θα ισχυριστεί ότι δεν πλήρωνε κάθε μήνα τις διατροφές. Η αιτήτρια ποτέ δεν ανέφερε οτιδήποτε και ποτέ δεν δημιούργησε θέμα είτε στον ίδιος είτε στον Γ. Κ. για οφειλόμενες διατροφές και με τη στάση της τον έκανε να επαναπαυτεί και να μην απαιτεί την έκδοση αποδείξεων αφού θεωρούσε ότι όλα ήταν εντάξει.
Αναφορικά με το ποσό των €24.926.23 που διεκδικεί η αιτήτρια αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν θα έκανε λάθος ποτέ και δεν θα άφηνε να περάσουν τόσα χρόνια χωρίς να τον ενοχλήσει. Λειτούργησε στοχευμένα και μεθοδικά για να τον στείλει φυλακή και να του δημιουργήσει οικογενειακά προβλήματα ενώ όπως ισχυρίζεται δεν διεκδικούσε τόσα χρόνια της διατροφές διότι τον λυπόταν.
Αρνείται ότι οφείλει διατροφές ή αυξήσεις από το 2012 και ο πίνακας που καταθέτει ως τεκμήριο 3 η αιτήτρια είναι λανθασμένος και αναληθής.
Αναφέρει τέλος ότι η αιτήτρια δεν θα άφηνε να περάσουν 14 ολόκληρα χρόνια χωρίς να υπογράψει για να εκδοθεί ένταλμα εναντίον του και ενήργησε εκδικητικά επειδή αρνήθηκε τις παράλογες αξιώσεις που προέβαλε για την καταβολή ποσών μετά την ενηλικίωση του Π.
Αναφορικά με τις αποδείξεις που εκδόθηκαν επ’ ονόματι του Γ. Κ. τις οποίες καταθέτει ως τεκμήριο 4 η αιτήτρια, ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι ουδέποτε δόθηκαν στον Γ. Κ..
Μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και έλαβα σοβαρά υπόψιν μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ։
Το Α.124Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τη διαδικασία που ακολουθείται για την παράλειψη πληρωμής διατροφής:
«124Α.(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 124 του παρόντος Μέρους, στις περιπτώσεις που πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί με διάταγμα διατροφής , που εκδίδεται δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου και του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα δύναται να καταχωρίσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση για την έκδοση εντάλματος φυλάκισης του προσώπου που παρέλειψε να συμμορφωθεί και το Δικαστήριο, αφού καλέσει το επηρεαζόμενο πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2), δύναται να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης εναντίον του επηρεαζόμενου προσώπου για την περίοδο που ορίζεται στο ένταλμα και για τέτοια περαιτέρω περίοδο στην οποία το πρόσωπο δυνατό να υπόκειται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 128 σε σχέση με τα έξοδα εκτέλεσης του εντάλματος φυλάκισης.
(2) Για να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του επηρεαζόμενου προσώπου και να εκδοθεί το ένταλμα φυλάκισης δυνάμει του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο καλεί γραπτώς το επηρεαζόμενο πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του κατά την καθοριζόμενη στην κλήση ημερομηνία, που ορίζεται το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την καταχώριση της ένορκης δήλωσης, για να εξηγήσει τους λόγους γιατί παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα διατροφής και τον πληροφορεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισής του το ένταλμα φυλάκισης δύναται να εκδοθεί:
Η επίδοση της κλήσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται στον καθορισμένο τύπο και δύναται να επιτευχθεί με την αποστολή της κλήσης στο επηρεαζόμενο πρόσωπο με το σύνηθες ταχυδρομείο με επιστολή που απευθύνεται σε αυτό στον τελευταίο γνωστό ή το συνήθη τόπο διαμονής του».
Με βάση την σχετική νομολογία, δεν είναι δυνατή η έκδοση εντάλματος φυλάκισης του υπόχρεου στην καταβολή της διατροφής, αν δεν δοθεί σε αυτόν το δικαίωμα να ακουστεί επί του αιτήματος για έκδοση εντάλματος φυλάκισης του (βλ. Αναφ. Μ. Αποστόλου, Πολ. Αιτ. αρ. 116/2012, ημερομηνίας 30/07/2012).
Σύμφωνα με το Α.33 (1)του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90), οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.
Η φύση του δικαιώματος για διατροφή είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της από τον υπόχρεο. Δεν αποτελεί είσπραξη οφειλόμενου ποσού από ένα αστικό χρέος, αλλά είναι συνυφασμένη με την ίδια την αυτοσυντήρηση και διαβίωση του δικαιούχου ανηλίκου, η οποία πρέπει να τυγχάνει προτεραιότητας και αυστηρής προστασίας.
Τα εκδοθέντα διατάγματα διατροφής, δυνάμει του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90) δύνανται, στη βάση του άρθρου 40 να εκτελεσθούν και ως χρηματικές ποινές:
″Αρ. 40. Τα διατάγματα διατροφής που εκδίδονται δυνάμει των προνοιών του παρόντος νόμου μπορούν να εκτελεσθούν και ως χρηματικές ποινές σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τον καταργεί ή τον τροποποιεί.″
Το Δικαστήριο, όταν υποβληθεί ένορκη δήλωση από τον δικαιούχο, είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 124Α του Κεφ. 155, ανωτέρω, ήτοι, να καλέσει γραπτώς τον επηρεαζόμενο να εμφανιστεί ενώπιον του, «για να εξηγήσει τους λόγους γιατί παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα διατροφής ..».
Για πρώτη φορά στην γραπτή της αγόρευση η αιτήτρια αναφέρει ότι η ένσταση του καθ΄ου η αίτηση στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και καταχωρήθηκε σύμφωνα με το έντυπο που προνοούν οι νέοι Κανονισμοί ενώ η συμπληρωματική ένορκη του δήλωση καταχωρήθηκε σύμφωνα με του Παλαιούς Θεσμούς. Είναι η θέση της ότι η ένσταση του καθ’ ου η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη βάση και καταχωρήθηκε με λανθασμένο έντυπο και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί ή και να μην ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο.
Στο Μέρος 60 των Νέων Κανονισμών αναφέρονται τα ακόλουθα:
«ΜΕΡΟΣ 60 : ΠΑΛΙΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
60.1. Μεταβατική διευθέτηση
(1) Οι παρόντες κανονισμοί τίθενται σε ισχύ από την 3η Ιουλίου 2023, σε σχέση με το Εφετείο το οποίο εγκαθιδρύεται δυνάμει των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ. 3) του 2022, (Ν. 33/1964).
(2) Οι παρόντες κανονισμοί τίθενται σε ισχύ σε σχέση με τις υπόλοιπες δικαιοδοσίες, στις οποίες αφορούν, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 σε διαδικασίες που καταχωρίζονται από 1η Σεπτεμβρίου 2023.
(3) Οι παρόντες κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε σχέση με ειδικές διαδικασίες ή ειδικές δικαιοδοσίες για τις οποίες ισχύουν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί, οι οποίοι προβλέπονται από συγκεκριμένο νόμο ή κανονισμό. Νοείται ότι στο βαθμό που ο συγκεκριμένος νόμος ή κανονισμός παραπέμπει στην, ή επιτρέπει την, εφαρμογή των εκάστοτε κανονισμών πολιτικής δικονομίας, τότε εφαρμόζονται οι παρόντες κανονισμοί στο βαθμό που προβλέπεται».
Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτησης η οποία καταχωρήθηκε το 2008 πριν την υιοθέτηση των Νέων Κανονισμών και κατά συνέπεια εφαρμογή έχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Παρατηρώ ότι όντως η ένσταση του καθ’ ου η αίτηση καταχωρήθηκε με το Έντυπο 36 των Νέων Κανονισμών και οι ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν με το Έντυπο 53 των Νέων Κανονισμών γεγονός το οποίο συνεπάγεται μη συμμόρφωση του καθ’ ου η αίτηση με τους Θεσμούς.
Στην σχετική επί του θέματος απόφαση, Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, ημερ.23/3/1999, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. ΄Ετσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.α. (1995) 3 Α.Α.Δ.334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd (1995) 3 Α.Α.Δ.338 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96 - απόφαση της Ολομέλειας). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών").
…………………………………………..
Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγων της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64.θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη».
Κατά την κρίση μου, η καταχώρηση της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν με λανθασμένα έντυπα δεν αποτελεί θεμελιώδη παράλειψη αλλά παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί.
Δεν έχω διαπιστώσει να προκλήθηκε στην πλευρά της αιτήτριας οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός ή αδικία, συνέπεια της παρατυπίας του καθ’ ου η αίτηση, αφού στην συμπληρωματική ένορκη της δήλωση, στην οποία καμία αναφορά κάνει για την εν λόγω παρατυπία, απαντά με λεπτομέρεια σε όλους τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκ μέρους του αιτητή μέσω της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν.
Αντίθετα, κατά την κρίση μου, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αγνοήσει την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, ως εισηγείται μέσω της αγόρευσης της η αιτήτρια, τότε ο καθ΄ου η αίτηση θα στερηθεί του δικαιώματος του να ακουστεί σε υπόθεση με την οποία επιδιώκεται η έκδοση εντάλματος φυλάκισης εναντίον του.
Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η καταχώρηση εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση της έντασης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν με λανθασμένα έντυπα συνιστά απλή παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διαταγή για άρση της παρατυπίας.
Ως προς την ουσία της αίτησης, παρατηρώ ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι όλες οι κλήσεις επιδόθηκαν δεόντως στον καθ’ ου η αίτηση ο οποίος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.
Δεν αμφισβητήθηκε ότι, στις 26/10/10 εκδόθηκε εκ συμφώνου τελικό διάταγμα διατροφής στα πλαίσια της Αίτησης Διατροφής Α.48/08 με το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλλει από 1/11/10 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα, το ποσό των €430 για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων του, Π. και Γ. Ζ, ότι το αναφερόμενο διάταγμα επιδόθηκε στον καθ΄ου η αίτηση στις 26/11/10 και ότι ο υιός των διαδίκων Π. ενηλικιώθηκε στις 2/1/24 και η θυγατέρα των διαδίκων Γ. στις 20/3/25.
Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι από ένα χρονικό σημείο και μετά (η αιτήτρια καθορίζει αυτό στο έτος 2020 ενώ ο καθ ου η αίτηση καμία ειδική αναφορά κάνει) δεν εκδίδονταν αποδείξεις για τις διατροφές που καταβάλλονταν.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι έχω διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης διατροφής αρ.48/08 στον οποίο παραπέμπουν το Δικαστήριο και οι δυο πλευρές και διαπιστώνω ότι μεταξύ των ετών 2012-2016 καταχωρήθηκε σωρεία ενταλμάτων εναντίον του καθ’ ου η αίτηση για μη πληρωμή του ποσού της διατροφής. Διαπίστωσα επίσης πως σε μια μόνο περίπτωση η αιτητρια μέσω της ένορκης της δήλωσης ημερ.12/7/16, διεκδικεί την αύξηση του 10% για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2016 ήτοι το συνολικό ποσό των €129. Μετά το 2016, οι επόμενες κλήσεις που εκδόθηκαν ήταν από τον Αύγουστο του 2024 και εντεύθεν.
Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω δεν μπορώ να αποδεχθώ ως αξιόπιστες τις μαρτυρίες του καθ΄ου η αίτηση και του κ.Γ. Κ. ενώ κρίνω πιο λογική και αληθή τη μαρτυρία της αιτήτριας την οποία και αποδέχομαι.
Ο καθ΄ου η αίτηση μέσω της μαρτυρίας του αναφέρει ότι δεν οφείλει τα αναφερόμενα ποσά, ότι ήταν ανέκαθεν συνεπής στην πληρωμή των διατροφών τις οποίες πλήρωνε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω του συναδέλφου του Γ. Κ, ότι η μόνη περίοδος που καθυστερούσε να καταβάλει τη διατροφή ήταν όταν η αιτήτρια δεν συμμορφωνόταν με το εκδοθέν διάταγμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τότε τέκνα τους και η αιτητρια προχωρούσε άμεσα στην καταχώρηση φυλακιστηρίων εναντίον του.
Σε σχέση με το θέμα των αποδείξεων, ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι η αιτήτρια τα πρώτα χρόνια εξέδιδε αποδείξεις ενώ ακολούθως όχι και στην συμπληρωματική ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι λόγο του χρόνου που άφησε να παρέλθει η αιτήτρια, δεν έχει τις αποδείξεις ενώ τις αποδείξεις που επισύναψε η αιτήτρια δεν μπορεί να της αντιστοιχίσει με τις δικές του αλλά είναι βέβαιος ότι δεν οφείλει διατροφές από το 2020.
Στη συνέχεια της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης, διαφοροποιεί τη θέση του σε σχέση με τις αποδείξεις και αναφέρει ότι επειδή εξομαλύνθηκαν τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις του με τα παιδιά τους και επειδή οι πλείστες διατροφές πληρώνονταν από το συνέταιρο του δεν λάμβανε αποδείξεις ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι με τη στάση της η αιτήτρια τον έκανε να επαναπαυτεί και να μην απαιτεί την έκδοση αποδείξεων.
Σημειώνω ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν κατέθεσε ως τεκμήριο τις αποδείξεις τις οποίες προφανώς έχει στην κατοχή του αλλά όπως αναφέρει δεν μπορεί να τις αντιστοιχίσει με αυτές τις αιτήτριας ενώ δεν έχει εξειδικεύσει ποιες αποδείξεις δεν έχει, λόγο του χρόνου που άφησε να παρέλθει η αιτήτρια.
Οι διάφορες εξηγήσεις που δόθηκαν από τον καθ’ ου η αίτηση στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η παράλειψη έκδοσης αποδείξεων μετά το 2020 δεν οφείλεται στον ίδιο δεν έπεισαν το Δικαστήριο το οποίο αποδέχεται ως πιο λογική και αληθή την σταθερή θέση της αιτήτριας η οποία δεν διαφοροποιήθηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, ότι δηλαδή μετά το 2020 ο καθ’ ου η αίτηση δεν ήθελε να του εκδίδει αποδείξεις αφού όπως της ανέφερε δεν χρειαζόταν.
Ούτε η μαρτυρία του κ. Γ. Κ. έπεισε το Δικαστήριο αφού η θέση του ότι ουδέποτε η αιτήτρια του εξέδιδε αποδείξεις καταρρίπτεται από το τεκμήριο 4 το οποίο κατέθεσε η αιτήτρια στο οποίο φαίνονται διάφορες αποδείξεις επ’ ονόματι του κ. Κ. μέχρι το 2020. Κατά την κρίση μου, ο κ. Κ προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να ενισχύσει τη μαρτυρία του καθ’ ου η αίτηση για να τον βοηθήσει.
Μελετώντας το τεκμήριο 2, ήτοι τα μπλοκ των αποδείξεων τα οποία κατέθεσε η αιτήτρια, δεν προκύπτει ότι ο καθ’ ου η αίτηση ήταν συνεπής στην καταβολή της διατροφής ως αναφέρει. Αντίθετα μέσω της τεκμηριωμένης μαρτυρίας της αιτήτριας διαφαίνεται ότι ουδέποτε ο καθ’ ου η αίτηση ήταν τυπικός και η διατροφή καταβαλλόταν μετά την πάροδο ενός με ενάμιση μήνα. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 2, το ποσό της διατροφής δεν καταβαλλόταν κανονικά την πρώτη μέρα κάθε επόμενου μήνα όπως προνοεί το διάταγμα ημερ.26/10/10. Αναφέρω ενδεικτικά ότι για τον μήνα Νοέμβριο του 2010 η διατροφή πληρώθηκε στις 28/1/11, για τον μήνα Δεκέμβριο του 2010 η διατροφή πληρώθηκε στις 7/3/11 για το μήνα Φλεβάρη του 2011 η διατροφή πληρώθηκε στις 10/4/11, για το μήνα Ιούνιο του 2012 πληρώθηκε στις 28/10/12, για το μήνα Ιούλιο του 2012 πληρώθηκε στις 13/11/12, για το μήνα Μάιο του 2017 πληρώθηκε στις 21/7/17, για το μήνα Ιανουάριο του 2018 πληρώθηκε στις 13/4/18.
Επιπλέον ο καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι το μόνο διάστημα που δεν ήταν τυπικός στην καταβολή των διατροφών ήταν όταν η αιτήτρια του δημιουργούσε πρόβλημα με την επικοινωνία του με τα ανήλικα (χωρίς και πάλι να καθορίζει για πόσο διάστημα του δημιουργούσε η αιτήτρια προβλήματα με τα ανήλικα) και έτσι η αιτήτρια προχωρούσε με εντάλματα εναντίον του. Όπως κατέγραψα ανωτέρω, από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι τα εντάλματα καταχωρούνταν μεταξύ των ετών 2012-2016. Ακόμη και αν αποδεχόμουν ότι ολόκληρη την περίοδο από το 2012-2016 η αιτήτρια δημιουργούσε προβλήματα στον καθ’ ου η αίτηση με τα ανήλικα και για το λόγο αυτό ο καθ’ ου η αίτηση δεν κατέβαλλε κανονικά τη διατροφή, η θέση του ότι μετά από την αναφερόμενη περίοδο ήταν τυπικός καταρρίπτεται από τα μπλοκ αποδείξεων που κατέθεσε η αιτήτρια από τα οποία προκύπτει ότι και μετά το 2016 και μέχρι το 2020, ο καθ’ ου η αίτηση δεν ήταν τυπικός στην καταβολή των διατροφών ως αναλυτικά κατέγραψα και ανωτέρω.
Ακόμη ένας λόγος που δεν μου αφήνει περιθώρια να αποδεχτώ τη θέση του καθ΄ου η αίτηση ότι κατέβαλλε πάντα τις διατροφές του κανονικά και δεν οφείλει κανένα ποσό είναι και το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος παραδέχεται, οφείλει το ποσό των €1.145 για τη διατροφή των μηνών Νοέμβριου -Ιανουάριο του 2025. Αν ήταν τόσο τυπικός στην καταβολή των διατροφών ως διατείνεται και ενώ ήδη εκκρεμούσαν οι 3 κλήσεις εναντίον του για καθυστερημένες διατροφές, τις οποίες επιμένει ότι δεν οφείλει αφού πάντα ήταν τυπικός όπως ισχυρίζεται, γιατί παρέλειψε να καταβάλει τις διατροφές για τους μήνες Νοέμβριο του 2024-Ιανουάριο του 2025 χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη του;
Σε σχέση με το θέμα των αυξήσεων, η αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι δεν καταχώρησε φυλακιστήρια για την μη καταβολή τους εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση, γιατί λάμβανε εκ μέρους του είτε μέσω του ιδίου είτε μέσω της Αστυνομίας κάποια ποσά και έτσι κάλυπτε τις ανάγκες των παιδιών της ενώ πλέον επειδή δεν επιθυμούσε να στερήσει από τα παιδιά της την εκπαίδευση την οποία επιθυμούσαν, αποφάσισε να διεκδικήσει τις αυξήσεις γιατί τα παιδιά τους δικαιούνται αυτά τα ποσά και τα έχουν πραγματική ανάγκη.
Ο καθ’ ου η αίτηση σε σχέση με το θέμα των αυξήσεων αναφέρει ότι η αιτήτρια εισέπραττε τις διατροφές από το 2012 και ουδέν ποσό διεκδίκησε ως οφειλόμενο ποσό, και ότι δεν οφείλει από το 2012 ούτε διατροφές ούτε αυξήσεις.
Oυσιαστικά, η θέση του καθ΄ου η αίτηση, τόσο σε σχέση με τις αυξήσεις, εν προκειμένω, όσο και γενικότερα με την καταβολή του μηνιαίου ποσού της διατροφής είναι ότι, επειδή η αιτήτρια από το 2012 δεν διεκδίκησε οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό που αφορούσε ή τις αυξήσεις ή το ποσό της μηνιαίας διατροφής, δεν οφείλει τα ποσά αυτά.
Το Α.38 (2) του Ν.216/90 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), το ύψος του ποσού της διατροφής αυξάνεται αυτόματα κατά δέκα τοις εκατόν (10%) ανά περίοδο εικοσιτεσσάρων μηνών:
Νοείται ότι, το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης του υπόχρεου διατροφής, να διατάξει όπως μη ισχύσει η αυτόματη αύξηση και/ή το ύψος αυτής περιοριστεί. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού αύξησης:
Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος εδαφίου εκδίδεται εντός τριών μηνών από την καταχώρηση της αίτησης και δυνατόν να έχει αναδρομική εφαρμογή από την ημερομηνία κατά την οποία η αυτόματη αύξηση θα είχε εφαρμογή δυνάμει του παρόντος εδαφίου.»
Όπως προκύπτει και πάλι από τις αποδείξεις που κατέθεσε η αιτήτρια, (τεκμήριο 2), αποδέχομαι τη θέση της ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν κατέβαλλε την εκ του Νόμου αυτόματη αύξηση και εξηγώ: Σύμφωνα με το εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στις 26/10/10, ο καθ΄ου η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €430 για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων του από 1/11/10 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα. Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόνοιες του εν λόγω διατάγματος το μηνιαίο ποσό της διατροφής, με την αυτόματη αύξηση, με την πάροδο των χρόνων διαμορφωνόταν ως ακολούθως:
- Από 1/11/10-31/10/12 €430
- Από 1/11/12-31/10/14 €473 (€43 αύξηση)
- Από 1/11/14-31/10/16 €520.30 (€47.30 αύξηση)
- 1/11/16-31/10/18 €572.33 (€52.03 αύξηση)
- 1/11/18-31/10/20 €629.56 (€57.23 αύξηση)
- 1/11/20-31/10/22 €692.52 (€62.96 αύξηση)
- 1/11/22-31/10/24 €761.77 (€69.25 αύξηση)
Όπως και πάλι προκύπτει από το τεκμήριο 2 που κατέθεσε η αιτήτρια (μπλοκ αποδείξεων) δεν φαίνεται να καταβαλλόταν η αύξηση από τον καθ΄ου η αίτηση και αναφέρω ενδεικτικά: Στην απόδειξη ημερ. 20/3/15, για το συνολικό ποσό των €3.840 στην οποία καταγράφεται ότι αφορά τις διατροφές για ολόκληρο το έτος 2014, το ποσό το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλει ο καθ΄ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης, ανήρχετο στα €473 μηνιαίως μέχρι και τις 31/10/14 ενώ από 1/11/14 μέχρι και 31/12/14 στο ποσό των €520 μηνιαίως. Συνεπώς για ολόκληρο το έτος 2014 θα έπρεπε να πληρωθεί το συνολικό ποσό των €5.770.60 (10 μήνες χ €473 + 2 μήνες χ €520.30) και όχι το συνολικό ποσό των €3.840.
Ενώ, από την 1/11/14 μέχρι και τις 31/10/16 το ποσό της διατροφής που θα έπρεπε να καταβάλλει ο καθ΄ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης, ανερχόταν στα €520.30 μηνιαίως, στην απόδειξη ημερομηνίας 11/3/16 που ο καθ΄ου η αίτηση κατέβαλε τη διατροφή για τον μήνα Ιανουάριο του 2016, πλήρωσε το ποσό των €320.
Από την 1/11/16 μέχρι και τις 31/10/18 το ποσό της διατροφής που θα έπρεπε να καταβάλλει ο καθ’ ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης, ανερχόταν στα €572.33, στην απόδειξη ημερ. 21/7/17 που αφορά στη διατροφή για το μήνα Μάιο του 2017 πλήρωσε το ποσό των €320.
Είναι γεγονός ότι η καθ΄ης η αίτηση αναζήτησε το ποσό των αυξήσεων με μεγάλη καθυστέρηση για τους λόγους όμως που εξήγησε στην συμπληρωματική ένορκη της δήλωση. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτή της την αδράνεια θα μπορούσε να την θεωρήσει ο καθ΄ου η αίτηση ως παραίτηση της από το δικαίωμα της να αναζητήσει την αυτόματη εκ του νόμου αύξηση. Ούτε θεωρώ την ενέργεια της, να αποταθεί στο Δικαστήριο το χρόνο που επέλεξε, για τους λόγους που εξηγεί στην ένορκη της δήλωση, καταχρηστική, αφού σε κάθε περίπτωση, δικαιούχοι της διατροφής είναι τα τέκνα των διαδίκων και όχι η ίδια η αιτήτρια.
Στην Έφεση αρ. 1/2023 μεταξύ Ι.Γ.Σ. -ν- Κ.Π. ημερομηνίας 06/04/2023, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διατύπωση της δεύτερης επιφύλαξης του Άρθρου 38 για τη δυνατότητα αναδρομικής εφαρμογής του Νόμου, δεν αφήνει αμφιβολία για το δικαίωμα αναζήτησης παρελθουσών οφειλών. Το θέμα της διεκδίκησης παρελθουσών οφειλών πραγματεύεται ο καθηγητής Α.Σ. Γεωργιάδης στο σύγγραμμα του «Οικογενειακό Δίκαιο», Β΄έκδοση όπου στη σελ. 639 καταγράφει τα εξής:
«III. Διατάξεις αναγκαστικού δικαίου
Οι διατάξεις για τη διατροφή είναι κατά μεγάλο ποσοστό διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς οι αντίθετες συμφωνίες των μερών, που διαταράσσουν την ισορροπία της υποχρέωσης και του δικαιώματος διατροφής σε βάρος του δικαιούχου, είναι άκυρες. Κανόνας ενδοτικού δικαίου είναι π.χ. ο κανόνας για καταβολή της διατροφής σε χρήμα (ΑΚ 1496, 1497) ή ο κανόνας ότι διατροφή οφείλεται από την υπερημερία (ΑΚ1498). Από την άλλη, κανόνας αναγκαστικού δικαίου είναι π.χ. η απαγόρευση παραίτησης από τη διατροφή για το μέλλον, όχι όμως για παρελθόν (ΑΚ 1499 εδ.α'), ακόμη και αν γίνεται με αντάλλαγμα.»
Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών για απαλλαγή του εφεσείοντα από την καταβολή της εκ του Νόμου αύξησης του ποσοστού 10%».
Το γεγονός ότι ο καθ’ ου η αίτηση όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, επαναπαύτηκε αφού τόσα χρόνια δεν διεκδίκησε η αιτήτρια τις οφειλόμενες αυξήσεις δεν τον απαλλάσσει από την εκ του Νόμου υποχρέωση του.
Στην Έφεση 1/23 (βλ. ανωτέρω) αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Επιπροσθέτως των ανωτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε - και γι' αυτό ενίστανται ο εφεσείων πως «η αξίωση διατροφής ανηλίκου πηγάζει από τον Νόμο και έχει ως βάση τις οικογενειακές σχέσεις. Δεν αποτελεί συμβατική υποχρέωση, όπου θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνεται λόγος για παραίτηση δικαιώματος ή εφαρμογή των αρχών του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς.
Θα θέλαμε να τονίσουμε πως για το επικαλούμενο από τον εφεσείοντα εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) το οποίο βασίζεται στην διά της συμπεριφοράς παραίτηση (waiver), δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση του, για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια (βλ. Π, Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co. Ltd κ.α. (2010) 1 ΑΑΔ 2053) Στην εν λόγω απόφαση σημειώθηκε πως «σε αγγλική νομολογία, όμως, έχει γίνει αναφορά στο ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διαδίκου το οποίον απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τη νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί με τη λειτουργία της αρχής του κωλύματος.»
Η επίκληση και εφαρμογή της αρχής της αποποίησης δικαιώματος, όταν αυτό απορρέει από Νόμο, παρουσιάζεται να είναι πιο άκαμπτη σε περιπτώσεις διαδικασιών που αφορούν υποχρεώσεις σχετικά με τα παιδιά καθώς όπως υποδεικνύεται στο Halsbury's Laws of England, 4th ed. Reissue, Τόμος 16(2) par. 960: «Τhis form of estoppel does not operate according to the ordinary principles in matrimonial and family proceedings ».
Στη βάση λοιπών των όσων ανέφερα ανωτέρω, αποδέχομαι ότι ο καθ’ ου η αίτηση ουδέποτε ήταν συνεπής στην καταβολή της διατροφής, ότι οφείλει τα ποσά των μηνιαίων διατροφών τα οποία επιζητεί η αιτήτρια και ότι από της έκδοσης του διατάγματος δεν κατέβαλε ποτέ στην αιτήτρια την εκ του Νόμου αύξηση. Οι θέσεις του καθ΄ου η αίτηση ότι επαναπαύτηκε και θεωρούσε ότι όλα ήταν εντάξει και ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό γιατί αν όντως όφειλε η αιτήτρια θα προχωρούσε νωρίτερα εναντίον του, δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω.
Συνακόλουθα, στη βάση των όσων κατέγραψα ανωτέρω κρίνω ότι ο καθ’ ου η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €385 που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.2/8/24, το ποσό των €2.800 που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.17/7/24 και το ποσό των €1.145 το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερομηνίας 8/1/25 το οποίο είναι παραδεχτό από τον καθ΄ου η αίτηση.
Σε σχέση τώρα με το ποσό των €6.898.30 το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.2/8/24 το οποίο όπως αναφέρει είναι λανθασμένο και το ορθό ποσό είναι αυτό το οποίο φαίνεται στο τεκμήριο 3 το οποίο ετοίμασαν λογιστές, παρατηρώ τα ακόλουθα: Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ. 2/8/24 αναφέρονται τα ακόλουθα στο σημείο «5: Ακόμα ο καθ’ ου η αίτηση παραλείπει να μου καταβάλει το ποσό των €6.893.30 που αποτελεί την αυτόματη αύξηση σύμφωνα με το νόμο για τους μήνες 1/11/12-1/1/24 ………πλέον 5 χαρτόσημα, σύνολο €6.895.30».
Ότι προκύπτει από την ένορκο της δήλωση, το οποίο επιβεβαιώνεται από το λεκτικό της Κλήσης ημερ. 6/8/24 η οποία εκδόθηκε στη βάση της ένορκης της δήλωσης, το ποσό το οποίο ζητά αφορά μόνο την αύξηση για την διατροφή για την περίοδο από 1/11/12-1/1/24.
Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι τον τρόπο υπολογισμού ως αυτός προκύπτει από το τεκμήριο 3, το οποίο κατέθεσε η αιτήτρια και προχωρώ να υπολογίσω το συνολικό ποσό που οφείλεται μόνο για τις αυξήσεις για την περίοδο από 1/11/12-1/1/24:
1. Από 1/11/12-31/10/14 το συνολικό ποσό των €1032 (€43 η αύξηση χ 24 μήνες)
2. Από 1/11/14-31/10/16 το συνολικό ποσό των €1.006.20 (€47.30 η αύξηση χ 24 μήνες). Έχει αφαιρεθεί το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €129 που αφορά την αύξηση για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2016.
3. Από 1/11/16-31/10/18 το συνολικό ποσό των €1.248.72 (€52.03 η αύξηση χ 24 μήνες)
4. Από 1/11/18-31/10/20 το συνολικό ποσό των €1.373.52 (€57.23 η αύξηση χ 24 μήνες)
5. Από 1/11/20-31/10/22 το συνολικό ποσό των €1.511.04 (€62.96 η αύξηση χ 24 μήνες)
6. Από 1/11/22-1/1/24 το συνολικό ποσό των €934.87 (€69.25 η αύξηση χ 13 μήνες και για 1 μήνα (1/1/24) η αύξηση θα αφορά το ποσό της διατροφής μόνο για την θυγατέρα των διαδίκων, ήτοι €34.62)
Στη βάση των όσων κατέγραψα ανωτέρω το συνολικό ποσό των αυξήσεων για την περίοδο από 1/11/12 -1/1/24 ανήλθε στις €7.106 (στρογγυλός αριθμός).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση όλων όσων ανέφερα ανωτέρω και προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται ένταλμα φυλάκισης εναντίον του καθ’ ου η αίτηση για περίοδο 12 μηνών από σήμερα, για το συνολικό οφειλόμενο ποσό των € 11.436 και συγκεκριμένα:
Για την αύξηση για την περίοδο από 1/11/12 μέχρι 1/1/24 το ποσό των €.7.106
Για την περίοδο από Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι και Ιούλιο του 2024 το ποσό των €2.800
Για τον Αύγουστο του 2024, το ποσό των €385
Για την περίοδο από Νοέμβριο του 2024 μέχρι και Ιανουάριο του 2025 το ποσό των €1.145
Λαμβάνοντας υπόψιν το μεγάλο ύψος του οφειλόμενου ποσού, την εκ μέρους της αιτήτριας καθυστέρηση στην διεκδίκηση του, το γεγονός ότι ο καθ’ ου η αίτηση καταβάλλει το ποσό των €150 μηνιαίως για την διατροφή του ενήλικου υιού των διαδίκων με βάση το τελικό εκ συμφώνου διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Διατροφής Αρ.152/24, το γεγονός ότι ο καθ΄ου η αίτηση είναι πατέρας ακόμη 4 τέκνων τα οποία είναι ανήλικα και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, θα αναστείλω το εκδοθέν ένταλμα φυλάκισης μέχρι τις 31/8/26.
Ακολούθως, θα υπάρχει περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης από μήνα σε μήνα εφόσον από 1/9/26 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα ο καθ’ ου η αίτηση καταβάλλει το ποσό των €200 μέχρι πλήρους εξόφλησης του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού.
Παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης θα καθιστά ολόκληρο το οφειλόμενο τη δεδομένη στιγμή υπόλοιπο άμεσα απαιτητό και πληρωτέο.
Δεδομένου ότι η αιτήτρια είναι ο επιτυχών διάδικος κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.
Λαμβάνοντας όμως υπόψιν ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της παρούσης οφείλεται και στην συμπεριφορά της αιτήτριας, κρίνω ότι ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια μου παρέχεται η δυνατότητα να περιορίσω το ποσό των δικηγορικών εξόδων το οποίο θα επιδικαστεί υπέρ της.
Συνακόλουθα, το ½ των εξόδων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση.
(Υπ.) ....................................
Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο