ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Ενώπιον: Μ. Χ. Κάιζερ, Π.
Μεταξύ:
Αρ. Αίτησης: 20/2008
Μ-Ρ. Λ.
Αιτήτριας
-και-
Ι. Κ. Ο.
Καθ’ ου η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 26/08/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Φεβρουαρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κος Μ. Κιτρομηλίδης για Μ. Κιτρομηλίδης Δ.Ε.Π.Ε
Για Καθ'ου η αίτηση: κος Μίλτος Βιολάρης για M.Violares L.L.C.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Το ιστορικό της υπόθεσης, καθώς και η διαχρονική προσπάθεια της Αιτήτριας να προβεί στην εκτέλεση της εκ συμφώνου απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, η οποία εκδόθηκε την 30/04/2013 και τροποποιήθηκε εκ συμφώνου την 07/03/2014, στη βάση της οποίας θεωρεί τον Καθ’ ου η αίτηση ως εξ αποφάσεως οφειλέτη της, προκύπτουν σαφώς από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης η εκ νέου καταγραφή του εν λόγω ιστορικού, το οποίο έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο κατ’επανάληψη, μέσω σειράς ενδιάμεσων αποφάσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της διαρκούς προσπάθειας της Αιτήτριας να επιτύχει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
Εκείνο που είναι σημαντικό να αναφερθεί είναι ότι σχεδόν κάθε σχετική προσπάθεια της Αιτήτριας προς εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν ευοδώθηκε, για λόγους οι οποίοι αναλύονται στις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου και οι οποίοι, σε εφετειακό επίπεδο, επικυρώθηκαν. Πλην όμως, η πλέον πρόσφατη σχετική προσπάθεια, στο πλαίσιο της οποίας η πρωτόδικη κρίση υπήρξε απορριπτική, ανετράπη από το Εφετείο, το οποίο, με την απόφαση Μ.Ρ.Λ. ν. Ι.Κ.Ο., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε135/2023, ημερ. 18/11/2024, αναγνώρισε ρητώς ότι η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί πλήρως προς τις υποχρεώσεις που της επέβαλε η εκ συμφώνου απόφαση. Ως εκ τούτου, το Εφετείο έκρινε ότι είχε γεννηθεί και η αντίστοιχη υποχρέωση του Καθ’ου η αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια το χρηματικό ποσό που προβλέπεται στην εν λόγω απόφαση, πράγμα που δεν έπραξε.
Στη βάση δε των κατευθυντήριων γραμμών που δόθηκαν στην εφετειακή απόφαση (βλέπε ανωτέρω) για το πώς θα έπρεπε να ενεργήσει για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, η Αιτήτρια καταχώρισε την επίδικη αίτηση, μέσω της οποίας αιτείται την πώληση δύο ακινήτων που ανήκουν στον Καθ’ου η αίτηση.
Κρίνεται, περαιτέρω, σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι, αναφορικά με το πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων, πρόκειται για ακίνητο ευρισκόμενο στο χωριό Κακοπετριά, το οποίο είναι εγγεγραμμένο εξ ολοκλήρου επ’ ονόματι του Καθ’ ου η αίτηση. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Ιδαλίου, αυτό είναι εγγεγραμμένο κατά ποσοστό ενός δεύτερου (1/2) επ’ ονόματι του Καθ’ ου η αίτηση και κατά το υπόλοιπο ένα δεύτερο (1/2) επ’ ονόματι της Αιτήτριας.
Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι, δυνάμει της εκ συμφώνου απόφασης και υπό την προϋπόθεση της πλήρους συμμόρφωσης του Καθ’ου η αίτηση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν, η Αιτήτρια όφειλε να προβεί ταυτόχρονα στη μεταβίβαση προς τον Καθ’ου η αίτηση του ετέρου μεριδίου ενός δεύτερου (1/2) το οποίο κατέχει επί του ακινήτου στην περιοχή Ιδαλίου, ώστε, με την αμοιβαία εκπλήρωση των υποχρεώσεων των διαδίκων, ο Καθ’ου η αίτηση να καθίστατο αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου. Η αναφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, καθότι το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατωτέρω.
Κατά την ακρόαση, αντεξετάστηκε o Καθ’ου η αίτηση. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους, καταχώρισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.
Στην ουσία, η Αιτήτρια επικαλείται, μέσω της ένορκης δήλωσης της, ότι έχει εκπληρώσει πλήρως και χωρίς καμία εξαίρεση όλες τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την εκ συμφώνου απόφαση, και ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση πληρούν στο σύνολο τους τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν κρίνεται αναγκαία περαιτέρω αναφορά στα όσα καταγράφονται στην εν λόγω δήλωση, δεδομένου ότι παραμένουν αδιαμφισβήτητα και προκύπτουν σαφώς ως ευρήματα και από την εφετειακή απόφαση, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω.
Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται, ουσιαστικά, τρεις, παρά το γεγονός ότι αριθμούνται πέντε. Ο πρώτος λόγος ένστασης συνίσταται στον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, καθώς ο Καθ’ου η αίτηση θεωρεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν να εκδοθούν αποκλειστικά από το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι από το Οικογενειακό Δικαστήριο.
Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι ένστασης άπτονται του ζητήματος κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προβάλλονται διαζευκτικώς σε συνάρτηση με τον πρώτο λόγο ένστασης. Συγκεκριμένα, ο Kαθ’ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά την οικία του στο χωριό Κακοπετριά, η εν λόγω οικία αποτελεί τη μοναδική και μόνιμη κατοικία του, αναγκαία για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογένειάς του, και συνεπώς εξαιρείται από εκτέλεση. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, προσκόμισε σχετικό λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ως Τεκμήριο Α.
Όσον αφορά το δεύτερο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Ιδαλίου και για το οποίο ο Καθ’ου η αίτηση κατέχει ποσοστό ενός δεύτερου (1/2), ο ίδιος δηλώνει ότι πρόκειται για ημιτελή κατοικία, την οποία οι δύο διάδικοι κατέχουν από κοινού κατά ½ μερίδιο. Υποστήριξε ότι οποιαδήποτε πώληση μόνο του δικού του μεριδίου αναμένεται να μειώσει δραστικά την αγοραία αξία του ακινήτου, να οδηγήσει σε εξευτελιστική τιμή και να δημιουργήσει συνθήκες που κανένας λογικός αγοραστής δεν θα δεχόταν. Υποστηρίζει ότι, χωρίς την ύπαρξη διατάγματος που να προβλέπει την προγενέστερη πώληση του μεριδίου της Αιτήτριας, η αξιούμενη πώληση του δικού του μεριδίου θα έχει ως συνέπεια δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα του, ενώ συνιστά καταστρατήγηση των διατάξεων του Κεφαλαίου 6.
Ως τρίτο λόγο ένστασης, ο Καθ’ου η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η υπό εξέταση αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή καταχρηστικά και/ή τιμωρητικά εναντίον του, και/ή προωθείται με αλλότρια κίνητρα, και ως εκ τούτου υπόκειται σε απόρριψη.
Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, νιώθω εξαρχής την ανάγκη να αναφέρω ότι είναι ανεδαφικός. Με κάθε σεβασμό προς τον Καθ’ου η αίτηση, η επιχειρηματολογία του δεν μπορεί να ευσταθήσει, και εξηγώ.
Το άρθρο 11 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού 2/1990 ορίζει ότι: «Για διαδικασία που αφορά οποιοδήποτε άλλο θέμα για το οποίο δε γίνεται ειδικότερη πρόνοια στον Κανονισμό αυτό, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας». Από την ερμηνεία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, τα Οικογενειακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις γενικές αρχές της Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες περιλαμβάνουν και την αρμοδιότητα για εκτέλεση διαταγμάτων πώλησης ακίνητης περιουσίας.
Σύμφωνα με τον Νόμο 23/1990 (Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων), ειδικότερα το άρθρο 15, η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων ασκείται σύμφωνα με τη δικονομία και τις διαδικαστικές πρακτικές που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς του Ανώτατου Δικαστηρίου και τις γενικές διαδικασίες που ισχύουν για τις αστικές υποθέσεις. Το άρθρο 15(2) αναφέρει ρητώς ότι, μέχρι την έκδοση ειδικού διαδικαστικού κανονισμού, τα Οικογενειακά Δικαστήρια ακολουθούν τη δικονομία που εφαρμόζεται στις αστικές υποθέσεις. Συνεπώς, η αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται εντός των πλαισίων της γενικής αστικής δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, το άρθρο 16 του Νόμου 23/1990 ορίζει ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες που προβλέπονται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, περιλαμβανομένων των εξουσιών που παρέχονται στα Επαρχιακά Δικαστήρια. Ειδικότερα, το άρθρο 16(2) ρητώς αναφέρει ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν όλες τις εξουσίες που παρέχονται στα Επαρχιακά Δικαστήρια σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την εκτέλεση διαταγμάτων, όπως η πώληση ακινήτων για την ικανοποίηση απαιτήσεων.
Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πώλησης ακινήτου, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, είναι πλήρως συμβατή με τη δικαιοδοσία του.
Στον βαθμό που αφορά στους λόγους ένστασης 2,3 και 4 θα εξετάσω αυτούς σε συνάρτηση με την μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση για κάθε ακίνητο ξεχωριστά.
Οικία στην Κακοπετριά
Σε σχέση με την οικία στην Κακοπετριά, η Αιτήτρια περιορίστηκε να την περιγράψει ως εξοχική κατοικία και όχι ως ακίνητο αναγκαίο για τη διαβίωση του Καθ’ου η αίτηση και της οικογένειας του. Αντιθέτως, ο Καθ’ου η αίτηση την χαρακτήρισε ως τη μόνιμη και μοναδική κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του. Ο Καθ’ου η αίτηση ωστόσο αντεξετάστηκε εκτενώς και ειδικώς επί των εν λόγω ισχυρισμών του. Η σχετική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη της. Ότι έχει λεχθεί το έχω λάβει πολύ σοβαρά υπόψη μου.
Εξαρχής σημειώνω ότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Αξίζει απλώς να υποδείξω πιο κάτω εντελώς ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά τα εξής:
Βασικότερη θέση του υπήρξε ότι η οικία στην Κακοπετρία αποτελεί τη μόνιμη κατοικία του. Έπρεπε να γίνει αντεξέταση για να παραδεχθεί ότι στην πραγματικότητα εδώ και πολλά χρόνια διανέμει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Λευκωσία, κάτι που δεν αποκάλυψε στους λόγους ένστασης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι η μόνιμη και μοναδική κατοικία του είναι η οικία στην Κακοπετριά.
Αρχικώς επιχείρησε να παρουσιάσει τη διαμονή του στη Λευκωσία ως περιορισμένη χρονικά, υπονοώντας ότι οι περισσότερες ημέρες του έτους τον βρίσκουν στην Κακοπετριά. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια έντονης αντεξέτασης, αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί και τελικώς παραδέχθηκε ότι η πραγματική και κύρια διαμονή του βρίσκεται στο διαμέρισμα της Λευκωσίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποδεχθεί ότι επί του παρόντος δεν διαμένει στην Κακοπετριά, αλλά διατηρεί απλώς πρόθεση μελλοντικής μετακόμισης.
Περαιτέρω, επιχείρησε να ενισχύσει τον ισχυρισμό περί μόνιμης κατοικίας στην Κακοπετριά επικαλούμενος κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Προς τούτο επισύναψε στην ένορκη δήλωση του, λογαριασμό ρεύματος στο όνομα του, ο οποίος όμως, όπως διαφάνηκε, αφορούσε δίμηνη περίοδο από 16/07/2025 μέχρι 19/09/2025 με συνολική κατανάλωση ύψους μόλις €24,20, γεγονός που αντικειμενικά δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί μόνιμης διαμονής. Ο Καθ’ου η αίτηση δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση επί τούτου.
Αντιθέτως, για τους μήνες Αύγουστο με Οκτώβριο του 2025 η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα της Λευκωσίας ανήλθε σε €400. Η προσπάθεια του να αποδώσει τη δαπάνη αυτή σε διαμονή στον χώρο του υιού του υπήρξε ανεπιτυχής και μη πειστική.
Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει σαφώς ότι η οικογενειακή κατοικία του Καθ’ου η αίτηση βρίσκεται στη Λευκωσία, και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα στην Έγκωμη, και όχι στην Κακοπετριά. Σημειώνεται επιπροσθέτως ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε περί αδυναμίας καταβολής ενοικίου ή περί άμεσης και επιτακτικής ανάγκης χρήσης της οικίας στην Κακοπετριά ως κύριας κατοικίας. Τουναντίον, άφησε να νοηθεί ότι προτίθεται να συνεχίσει να διαμένει στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, επικαλούμενος ανάγκες που, κατά τα λοιπά, δεν τεκμηρίωσε επαρκώς και τις οποίες απέδωσε στον υιό του, χωρίς μάλιστα να ισχυριστεί ότι το ενοίκιο καταβάλλεται ή θα καταβάλλεται από εκείνον.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η οικία στην Κακοπετριά αποτελεί τη μόνιμη και αποκλειστική κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιθέτως, αποδέχομαι τη θέση της Αιτήτριας ότι πρόκειται περί εξοχικής κατοικίας, η οποία χρησιμοποιείται περιστασιακά. Ως εκ τούτου, το εν λόγω ακίνητο δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που, κατ’ εφαρμογή της Διαταγής 42 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα δικαιολογούσαν εξαίρεση από πώληση στο πλαίσιο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης.
Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος ένστασης απορρίπτεται σε ότι αφορά την Κακοπετριά.
Ακίνητο στην περιοχή Ιδαλίου (Δάλι)
Ερχόμενη στο ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή Ιδαλίου, σημειώνω ότι η επιζητούμενη θεραπεία αφορά την πώληση του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου αυτού. Παρότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν προβάλλει σχετικό λόγο ένστασης, δεν δύναται να διαφύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το έτερο ½ μερίδιο ανήκει στην Αιτήτρια και ότι, σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης των διαδίκων με την εκ συμφώνου απόφαση, το σύνολο του ακινήτου θα κατέληγε στον Καθ’ου η αίτηση.
Τονίζω ότι η συγκεκριμένη πτυχή δεν προβάλλεται από τον Καθ’ου η αίτηση, ούτε ως αυτοτελής λόγος ένστασης, ούτε στο πλαίσιο οποιουδήποτε επιχειρήματος προς υποστήριξη της ένστασης του. Αντιθέτως, εισηγείται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα πώλησης του ½ μεριδίου του, καθότι η πώληση μόνον του δικού του ποσοστού θα οδηγούσε, κατά τον ισχυρισμό του, σε δραστική μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου και, συνακόλουθα, σε ζημία της περιουσίας του. Περαιτέρω, ο ίδιος υποστηρίζει ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να «θεραπευθεί» εφόσον διατασσόταν και η πώληση του ½ μεριδίου της Αιτήτριας κατ’εφαρμογή του άρθρου 26 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου [Κεφ. 6].
Η στάση αυτή του Καθ’ου η αίτηση, ιδίως υπό το φως του περιεχομένου της εκ συμφώνου απόφασης, επιτρέπει στο Δικαστήριο να συναγάγει ότι ο ίδιος δεν επιδιώκει την προστασία του δικαιώματος που του δόθηκε από την εν λόγω απόφαση, ήτοι τη μεταβίβαση σε αυτόν του ½ μεριδίου της Αιτήτριας. Και τούτο διότι ουδόλως ισχυρίζεται, ούτε βεβαίως αποδεικνύει, ότι είναι έτοιμος και σε θέση να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις, οι οποίες αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του δικαιώματος αυτού.
Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη ένσταση του, ούτε στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε προς αντίκρουση της αίτησης της Αιτήτριας για άδεια εκτέλεσης της απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά περί ετοιμότητας ή δυνατότητας του να καταβάλει το εις βάρος του επιδικασθέν ποσό. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο δύναται με ασφάλεια να καταλήξει ότι ο Καθ’ου η αίτηση ούτε προτίθεται ούτε είναι σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για να καταστεί δικαιούχος της μεταβίβασης του ½ μεριδίου της Αιτήτριας επί του ακινήτου στο Δάλι.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω:
-Δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης οποιοδήποτε δικαίωμα απορρέον από την εκ συμφώνου απόφαση.
- Εισηγείται την πώληση και του ½ μεριδίου της Αιτήτριας, το οποίο, σε περίπτωση συμμόρφωσης των μερών με την απόφαση, θα περιερχόταν στον ίδιο.
- Δεν διατυπώνεται οποιαδήποτε θέση περί ετοιμότητας ή δυνατότητας εξόφλησης και εκπλήρωσης των ιδίων υποχρεώσεων του έναντι της Αιτήτριας.
- Η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, δήλωσε ρητώς ότι αποδέχεται όπως, ως όρος της παροχής της επιζητούμενης θεραπείας σε σχέση με το ακίνητο στο Δάλι, διαταχθεί και η πώληση του δικού της ½ μεριδίου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ανησυχίες που επικαλείται ο Καθ’ου η αίτηση ως προς τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου λόγω πώλησης μόνο του ½ μεριδίου του καθίστανται άνευ αντικειμένου, καθότι η Αιτήτρια συναινεί στην πώληση και του δικού της ποσοστού.
Κατά συνέπεια, και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται, εφόσον το προβαλλόμενο ζήτημα δεν συνιστά πλέον εμπόδιο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης, διά του οποίου ο Καθ’ου η αίτηση προβάλλει ισχυρισμό περί υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, καθώς και περί ύπαρξης αλλοτρίων κινήτρων εκ μέρους της Αιτήτριας, επισημαίνω τα ακόλουθα.
Η όποια χρονική απόσταση μεταξύ της έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης και της καταχώρισης της παρούσας αίτησης δεν δύναται να εξετασθεί αποσπασματικά και αποκομμένη από τα πραγματικά δεδομένα που μεσολάβησαν. Αντιθέτως, οφείλει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των ενεργειών στις οποίες προέβη η Αιτήτρια κατά το μεσοδιάστημα, προκειμένου να επιτύχει την εκτέλεση της απόφασης. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα προκύπτει ότι η Αιτήτρια προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες προς εκτέλεση της απόφασης. Το αν απέτυχαν για διάφορους λόγους οι προσπάθειες της αυτές επί νομικών ζητημάτων, δεν δύναται να εκληφθεί ως ένδειξη αδιαφορίας ή σκοπούμενης καθυστέρησης εκ μέρους της, ούτε ως συμπεριφορά ικανή να μεταβάλει ή να θίξει τυχόν δικαιώματα του Καθ’ου η αίτηση.
Σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ασύγγνωστη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει η καθυστέρηση από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί κατάχρησης της οποιαδήποτε διαδικασίας. Όσον αφορά στον ισχυρισμό περί αλλοτρίων κινήτρων, ουδέν στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς θεμελίωση του. Ο Καθ’ου η αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ή ένδειξη που να καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνον που προκύπτει ευθέως από το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Ο προβαλλόμενος σκοπός της Αιτήτριας είναι προφανής και θεμιτός: η πώληση της περιουσίας του Καθ’ου η αίτηση προς ικανοποίηση, έστω και μερική, του αναγνωρισμένου πλέον χρέους του τελευταίου, όπως αυτό απορρέει από την εφετειακή απόφαση. Η επιδίωξη εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και ικανοποίησης επιδικασθέντος ποσού δεν συνιστά αλλότριο ή καταχρηστικό κίνητρο, αλλά άσκηση νόμιμου δικαιώματος.
Κατά συνέπεια και ο τρίτος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ως προς τα συστατικά στοιχεία της υπό κρίση αίτησης, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι αυτά πληρούνται.
Ειδικότερα, υπάρχει εκ συμφώνου απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30/04/2013, η οποία τροποποιήθηκε, επίσης εκ συμφώνου, την 07/03/2014 (Τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας). Η εν λόγω απόφαση είναι εκτελεστή, ως έχει ρητώς επιβεβαιωθεί με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μ.Ρ.Λ. ν. Ι.Κ.Ο., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε135/2023, ημερομηνίας 18/11/2024 (Τεκμήριο 19 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας).
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, ως αυτό απορρέει από την ως άνω απόφαση. Περαιτέρω, έχει ήδη αναγνωρισθεί εφετειακώς ότι η Αιτήτρια επέδειξε ετοιμότητα και προθυμία να εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις.
Τα επίδικα ακίνητα του Καθ’ ου η αίτηση βαρύνονται αμφότερα με MEMO – Εμπράγματο Βάρος υπ’ αριθμόν ΕΒ/1812/2018, εγγεγραμμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, προς όφελος της Αιτήτριας, για το ποσό του €1.000.000, δυνάμει της Απόφασης και/ή Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30/04/2013 (Τεκμήρια 21 και 22 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας).
Περαιτέρω, εκδόθηκε εναντίον του Καθ’ου η αίτηση ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο, καθότι διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος δεν διαθέτει κινητή περιουσία υποκείμενη σε κατάσχεση (Τεκμήριο 23 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας).
Υπό τα δεδομένα αυτά, η καταχώριση της παρούσας αίτησης υπήρξε εύλογη και αναγκαία προς σκοπούς εκτέλεσης της εκτελεστής απόφασης, δεδομένου ότι ο Καθ’ου η αίτηση εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το επιδικασθέν ποσό.
Κατά συνέπεια, και υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων και συμπερασμάτων, δεν βλέπω οποιονδήποτε λόγο απόρριψης της αίτησης. Αντιθέτως, αυτή κρίνεται βάσιμη και δικαιολογημένη και εγκρίνεται, υπό τις κατωτέρω διευκρινίσεις και όρους. Κρίνεται σημαντικό να υποδειχθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την έκδοση διαταγμάτων του είδους των επιζητουμένων, διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλει τους όρους εκείνους που εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης και διασφαλίζουν την εύρυθμη και δίκαιη εκτέλεση της απόφασης.
Εκδίδονται, συνεπώς, διατάγματα ως οι αιτούμενες θεραπείες Α και Β της αίτησης, υπό τον όρο ότι, σε σχέση με το ακίνητο στο Δάλι, θα τεθεί προς πώληση το σύνολο της ιδιοκτησίας, ήτοι και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο της Αιτήτριας, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω.
Ως προς τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης του ακινήτου στο Δάλι, εκδίδονται διατάγματα ως εξής:
1. Το ήμισυ του καθαρού τιμήματος πώλησης αποδοθεί στην Αιτήτρια και πιστωθεί έναντι της οφειλής του Καθ’ου η αίτηση.
2. Το έτερο ήμισυ (1/2), το οποίο κατ’ αρχήν θα αναλογούσε στον Καθ’ου η αίτηση, επίσης πιστωθεί έναντι της ίδιας οφειλής, με ταυτόχρονο συμψηφισμό του ποσού που αφορά στο MEMO το οποίο ενέγραψε ο Καθ’ ου η αίτηση στις 4 Νοεμβρίου 2022 για απλήρωτα δικηγορικά έξοδα εκ μέρους της Αιτήτριας.
3. Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ίδιου συμψηφισμού, αφαιρεθεί το ποσό των €514 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο αφορά σε έξοδα επιδικασθέντα εναντίον της Αιτήτριας με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30/09/2025.
Ως προς τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης του ακινήτου στην Κακοπετρία εκδίδεται διάταγμα όπως το σύνολο του καθαρού τιμήματος πώλησης αποδοθεί στην Αιτήτρια και πιστωθεί έναντι της οφειλής του Καθ’ου η αίτηση.
Σε περίπτωση που από την πώληση προκύψει ποσό υπερβαίνον το σύνολο της οφειλής, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και κατόπιν των ανωτέρω συμψηφισμών, οποιοδήποτε υπόλοιπο απομείνει θα επιστραφεί στον Καθ’ου η αίτηση.
Εκδίδεται, περαιτέρω, διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της Επαρχίας Λευκωσίας και/ή δεόντως εξουσιοδοτημένος υπάλληλος αυτού όπως προβεί σε όλες τις νόμιμες και αναγκαίες ενέργειες, πράξεις και διαδικασίες που απαιτούνται για την πώληση των ανωτέρω περιγραφόμενων ακινήτων, ιδιοκτησίας του Καθ’ου η Αίτηση, δια δημοσίου πλειστηριασμού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τους όρους του παρόντος διατάγματος.
Ως προς τα έξοδα, δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, ελλείψει ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν διαφορετική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………….
Μ.Χ. Κάιζερ, Π.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο