Μ.Μ. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 758/24, 19/3/2026
print
Τίτλος:
Μ.Μ. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 758/24, 19/3/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Σ. Νεοφύτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 758/24i

Μεταξύ:

 

Μ.Μ.

Αιτήτριας

και

 

Α.Σ.

Καθ’ ου η αίτηση

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Μαρτίου,  2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια - Καθ’ ης η αίτηση στην ανταπαίτηση: Κ. Χατζηθωμά (κα) για Κ. Χατζηθωμά & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή στην ανταπαίτηση:  Μ. Κυριάκου (κα) για Πολάκης Σαρρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι διάδικοι είναι Κύπριοι πολίτες, Χριστιανοί Ορθόδοξοι και πλέον μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου. Τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 15.9.1990 και απέκτησαν δύο παιδιά, ενήλικα σήμερα.

 

Στις 4.12.24, η Αιτήτρια καταχώρισε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει την λύση του γάμου των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του Καθ’ ου η αίτηση. Σημειώνεται ότι στις 27.9.24 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, την προβλεπόμενή από τον Νόμο γνωστοποίηση πνευματικής λύσης του γάμου των διαδίκων, η οποία παραλήφθηκε την ίδια μέρα.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση με την υπεράσπιση του εγείρει ανταπαίτηση με την οποία ζητά την λύση του γάμου των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού για λόγους που αφορούν το πρόσωπο της Αιτήτριας.   

 

Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε με την εκατέρωθεν καταχώριση γραπτής μαρτυρίας. Για την πλευρά της Αιτήτριας καταχωρίστηκε ένορκη μαρτυρία από την ίδια, τον αδελφό της, την ξαδέλφη της και μίας φίλη της. Για την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση καταχωρίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο και την αδελφή του. Ουδείς εκ των διαδίκων και των μαρτύρων τους αντεξετάστηκε και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων.           

Από τη μαρτυρία των διαδίκων προκύπτει ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο το 1990 (τεκμήριο 1 μαρτυρίας Αιτήτριας – πιστοποιητικό γάμου) και ότι απέκτησαν δύο τέκνα, ενήλικα σήμερα. Το Σεπτέμβριο του 1996 η Αιτήτρια τοποθετήθηκε στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Συρία. Ακολούθησαν τοποθετήσεις της Αιτήτριας στη Θεσσαλονίκη το 2000 και στη Νέα Υόρκη το 2003. Από τον Αύγουστο του 2007 μέχρι τον Αύγουστο του 2009 οι διάδικοι διέμεναν με τα παιδιά τους στην Κύπρο. Ακολούθως εγκαταστάθηκαν στη Βραζιλία, λόγω νέας τοποθέτησης της Αιτήτριας στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας, επέστρεψαν στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2014 και τον Ιούνιο του 2017 η Αιτήτρια αποδέχθηκε μετάθεση στην Πρεσβεία στην Αυστραλία. Περί το Σεπτέμβριο του 2022, η Αιτήτρια αποδέχθηκε μετάθεση στην Κίνα και παρέμεινε εκεί μέχρι τον Μάρτιο του 2024, όπου και επέστρεψε στην Κύπρο λόγω συνταξιοδότησης. Ο υιός των διαδίκων πήγε για σπουδές στην Αγγλία το 2013 και  η θυγατέρα τους το 2017.

 

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κατά το μεγαλύτερο διάστημα της κοινής τους πορείας την ακολουθούσε στο εξωτερικό μαζί με την οικογένεια τους, λόγω του ότι δεν εργαζόταν. Ήταν δε αρνητικός και δεν επεδίωξε να εξεύρει εργασία για να μπορεί να συνεισφέρει στα έξοδα της οικογένειας, παρ’ όλο που είχε δικαίωμα εργοδότησης στο εξωτερικό και η ίδια τον προέτρεπε να εργαστεί.  Εξαίρεση αποτέλεσε η περίοδος διαμονής τους στη Βραζιλία, όπου εξασφάλισε η ίδια εργασία στον Καθ’ ου η αίτηση για περίοδο δύο ετών. Από το 2019 που ο Καθ’ ου η αίτηση αποφάσισε να δημιουργήσει εργαστήρι κατασκευής αντικειμένων τέχνης από ανακυκλώσιμα υλικά στη Λευκωσία, σταμάτησε να την ακολουθεί στις μεταθέσεις στο εξωτερικό. Υποστηρίζει επίσης ότι κατά τη διαμονή τους στο εξωτερικό απολάμβαναν τις υπηρεσίες βοηθητικού προσωπικού για τις ανάγκες της οικογένειας.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση από την άλλη, υποστηρίζει ότι πριν την ένταξη της Αιτήτριας στο Διπλωματικό Σώμα είχε εργασία με πολλές προοπτικές, ωστόσο αναγκάστηκε να θυσιάσει την καριέρα του για να φροντίζει τα παιδιά και την οικογένεια τους. Επίσης, ότι κατά τις περιόδους που διέμεναν στην Κύπρο αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις στο εξωτερικό εργαζόταν περιστασιακά. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια τον παρότρυνε να την ακολουθήσει και να αφήσει την εργασία του στην Κύπρο, εφόσον όπως του ανέφερε η μετάθεση της στο εξωτερικό θα απέφερε υψηλότερα εισοδήματα στην οικογένεια. Έτσι ανέλαβε αποκλειστικά την φροντίδα των παιδιών και της οικογένειας, δίδοντας με αυτό τον τρόπο στην Αιτήτρια την ευκαιρία να ανελιχθεί στην καριέρα της. Υποστηρίζει επίσης ότι η Αιτήτρια ήταν αυτή που πάντοτε τον παρότρυνε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια εξεύρεσης εργασίας αλλά και την επιθυμία του να  δημιουργήσει δική του επιχείρηση εστιατορίου για να την ακολουθήσει στο εξωτερικό. 

 

Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι οι διάδικοι προβαίνουν σε εκτενή και  λεπτομερή ανάλυση γεγονότων που τοποθετούνται χρονικά από την τέλεση του γάμου τους μέχρι και την διάσταση στις σχέσεις τους και συμφωνούν ότι περί το 2014 αντιμετώπισαν προβλήματα στον γάμο τους, τα οποία κατάφεραν να επιλύσουν. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι υπάρχει διαφωνία και ως προς την ακριβή ημερομηνία διάστασης.  Ωστόσο, το Δικαστήριο θα περιοριστεί να αναφερθεί στην σχετική με το επίδικο θέμα μαρτυρία, ήτοι την συμπεριφορά που ο καθένας καταλογίζει στον άλλο ότι αποτέλεσε το κλονιστικό γεγονός του γάμου τους. Το Δικαστήριο κατά την ανάλυση της ενώπιον του μαρτυρίας πρέπει να περιορίζεται στο κυρίαρχο κλονιστικό γεγονός και όχι να προβαίνει σε αναψηλάφηση ολόκληρης της μαρτυρίας ( βλ. Ορθοδόξου v. Ορθοδόξου (1997) 1 ΑΑΔ 501).

 

Η Αιτήτρια στη μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καθ’ ου η αίτηση και έχοντας ως προτεραιότητα τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειας τους, προέβη σε άνοιγμα κοινού λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου με αρ. xxxxxxxxx897, τον οποίο διαχειριζόταν αποκλειστικά ο Καθ’ ου η αίτηση. Σε αυτόν εμβάζονταν τα χρήματα που ελάμβανε από την εργασία της και χρήματα που έλαβε από τους  γονείς της ως δωρεά και/ή κληρονομιά. Ο Καθ’ ου η αίτηση είχε τους κωδικούς πρόσβασης και η ίδια βασιζόταν αποκλειστικά στην πληροφόρηση που της έδιδε για τις συναλλαγές που διενεργούσε.  Ήταν η συμφωνία τους ότι αυτά  τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες της οικογένειας. Στη συνέχεια, ο Καθ’ ου η αίτηση απέκτησε πρόσβαση στον προσωπικό της λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου, μετά από εξουσιοδότηση που η ίδια του έδωσε. Ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρούσε  και προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο όμως είχε συνδεδεμένο με τον κοινό  λογαριασμό των διαδίκων  στην Τρ. Κύπρου, με εντολή άμεσης πληρωμής του πιστωτικού του υπολοίπου.

 

Περί 2007 η Αιτήτρια αγόρασε οικία στην Κύπρο με δάνειο που συνήψε στο όνομα της και το εξοφλούσε από χρήματα που ελάμβανε από την εργασία της. Περί το 2009, μετά από επιμονή του Καθ’ ου η αίτηση και άσκησης ψυχολογικής πίεσης προς το πρόσωπο της, μεταβίβασε επ’ ονόματι του ½  της οικίας. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση την έπεισε ότι τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν και απέκτησαν θα έπρεπε να ανήκουν και στους δύο, ωστόσο όταν η ίδια του ζήτησε να της μεταβιβάσει το ½ ενός ακινήτου που του ανήκε, αρνήθηκε και δεν το έπραξε. Αναφέρει επίσης ότι περί 2022 εξόφλησε το υπόλοιπο του δανείου (βλ. τεκμήριο 3). 

 

Περί τον Αύγουστο του 2013, η Αιτήτρια έλαβε ως κληρονομιά από την αποβιώσασα μητέρα της το ποσό των  €45.000, το οποίο τελικώς κατατέθηκε στον κοινό  τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων στην Τράπεζα Κύπρου. Περί τον Απρίλιο του 2019 απεβίωσε ο πατέρας της και έλαβε ως κληρονομιά το ποσό των €107.000 περίπου, το οποίο κατατέθηκε στον προσωπικό της λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως, περί τις 17.02.2021 και 30.07.2021, ο Καθ’ ου η αίτηση προχώρησε σε μεταφορά ποσών στο προσωπικό του λογαριασμό ύψους περίπου  €57.000, χωρίς τη συγκατάθεση της. Σχετικό είναι το τεκμήριο 2 που κατέθεσε. Για τις μεταφορές αυτές η Αιτήτρια έλαβε γνώση πολύ αργότερα, περί το 2024 ως εξηγείται ακολούθως.

 

Περί τον Μάρτιο του 2024, η Αιτήτρια συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Κύπρο. Περιγράφει τις σχέσεις των διαδίκων ως καλές και ότι εξακολουθούσε να έχει εμπιστοσύνη στον Καθ’ ου η αίτηση σε ότι αφορά τη διαχείριση των οικονομικών τους. Ζητούσε επανειλημμένως από τον Καθ’ ου η αίτηση να της δείξει πως να χρησιμοποιεί τους κωδικούς πρόσβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς των διαδίκων, κάτι που ο ίδιος απέφευγε εσκεμμένα.  Σε συζητήσεις που έκαναν για τον τρόπο ζωής τους με την εγκατάσταση της στην Κύπρο και με δεδομένο πλέον ότι τα έσοδα τους θα ήταν μόνο η σύνταξη της, η Αιτήτρια ανέφερε στον Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν χρειαζόταν να εργάζεται στο εργαστήρι που είχε δημιουργήσει, εφόσον δεν του επέφερε κέρδος αλλά μόνο ζημιά. Ισχυρίζεται επίσης ότι στο ταξίδι που έκαναν τον Μάιο του 2024 στην Αγγλία για να επισκεφθούν τα παιδιά τους, οι σχέσεις τους ήταν πολύ ψυχρές και εκ των υστέρων κατάλαβε ότι η στάση του Καθ’ ου η αίτηση ήταν μεθοδευμένη για να μην της κινήσει υποψίες για τις προθέσεις του να οικειοποιηθεί το ½ του ποσού που θα ελάμβανε ως εφάπαξ λόγω συνταξιοδότησης.    

 

 Αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι μετά από καθοδήγηση από τον Καθ’ ου η αίτηση, συμφώνησε να προχωρήσουν σε άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού στην Ελληνική Τράπεζα για την κατάθεση του συνταξιοδοτικού ποσού που θα ελάμβανε εφάπαξ.  Στις 4.6.24 κατατέθηκε στον λογαριασμό αυτό ποσό ύψους  €157.304,14. Στις 25.6.254 ο Καθ’ ου η αίτηση προχώρησε σε μεταφορά ποσού €78.661,28 στον προσωπικό του λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα με την περιγραφή μεταφοράς «division assets». Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία, ο Καθ’ ου η αίτηση προχώρησε σε μεταφορά ποσού €77.274 από τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Τράπεζα Κύπρου στον προσωπικό του λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα με την περιγραφή μεταφοράς «division assets».Σχετικά είναι τα τεκμήρια 4 και 5 που κατέθεσε η Αιτήτρια.

 

Σύμφωνα με τα λεγόμενα της, μετά την λήψη των πιο πάνω ποσών και συγκεκριμένα στις 5.7.2024, ενώ οι διάδικοι κάθονταν στο σαλόνι τους σπιτιού τους, ο Καθ’ ου η αίτηση της ανακοίνωσε ότι θέλει να χωρίσουν. Της ανέφερε ότι  είχε πολλά παράπονα από αυτήν και την ενημέρωσε για τις μεταφορές χρημάτων που έκανε στο λογαριασμό του. Η ίδια δεν πίστεψε ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση εννοούσε αυτά που της έλεγε και την επόμενη ημέρα τον ρώτησε ξανά αν επιθυμεί να χωρίσουν. Η απάντηση του ήταν καταφατικοί. Την ενημέρωσε επίσης ότι είχε ήδη μιλήσει με δικηγόρο και τη συμβούλευσε  να πράξει το ίδιο.

 

Σε μια προσπάθεια να διασώσει τον γάμο της, η Αιτήτρια ζήτησε από τον Καθ’ ου η αίτηση να το σκεφτεί για 3 εβδομάδες, διάστημα κατά το οποίο, όπως ισχυρίζεται, της συμπεριφερόταν κανονικά. Περί τις 21.7.24 ωστόσο, όταν η Αιτήτρια του ζήτησε να μάθει αν το ξανασκέφτηκε, δημιουργήθηκε ένταση λόγω της έκπληξης  και της απογοήτευσης της με τη συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος της απάντησε ευθαρσώς ότι δεν το ξανασκέφτηκε και ότι η απόφαση του ήταν τελεσίδικη. 

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση, εφόσον κατάλαβε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είχε καμία διάθεση να καταβάλουν προσπάθειες να σώσουν το γάμο τους και ότι η ενέργεια του να μεταφέρει χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς του ήταν προσχεδιασμένη. Λόγω της αναστάτωσης της αποχώρησε από τη συζυγική οικία και διέμεινε σε μια φίλη της για λίγες ημέρες. 

 

Η Αιτήτρια τονίζει ότι στις συζητήσεις της με τον Καθ’ ου η αίτηση ήταν αναστατωμένη,  συγχυσμένη και βρισκόταν σε άρνηση της κατάστασης. Δεν μπορούσε να επεξεργαστεί λογικά τα όσα της ανέφερε ο Καθ’ ου η αίτηση, σε αντίθεση με αυτόν που ήταν ψύχραιμος και ελάμβανε σημειώσεις στην ατζέντα του, υποδεικνύοντας της να θυμάται τις ημερομηνίες. Για να διαχειριστεί το άγχος, το σοκ και την θλίψη της για την κατάρρευση του γάμου της αποτάθηκε σε ψυχολόγο. Με την αποχώριση της από τη συζυγική οικία στις 21.7.24, φιλοξενήθηκε για κάποιες ημέρες στην εξαδέλφη της. Όπως εξηγεί, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την συζυγική οικία, εφόσον η ψυχολογική της υγεία επιδεινωνόταν και παρουσίαζε ψυχοσωματικές διαταραχές και στρες λόγω της παρουσίας του Καθ’ ου η αίτηση.

 

Στη συνέχεια επέστρεψε στην συζυγική οικία με κάποιες διακοπές όπου φιλοξενείτο από φιλικό της πρόσωπο μέχρι και τον Νοέμβριο του 2024, όπου αποφάσισε να αποχωρίσει οριστικά για να διαφυλάξει τη ψυχική της υγεία. Είχε ήδη αποταθεί σε δικηγόρο και στα πλαίσια συζητήσεων για την επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, ανέφερε στον Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν αρνείται να του δώσει ότι ορίζει ο νόμος και ότι πρέπει να επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν, με τον Καθ’ ου η αίτηση να είναι αμετακίνητος και να επιμένει ότι δικαιούται όλα τα χρήματα που πήρε. 

 

Είναι η θέση της ότι η διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων επήλθε στις 5.7.2024, εφόσον εκείνη την ημέρα ο Καθ’ ου η αίτηση είχε ήδη αποφασίσει να χωρίσουν. Και ότι η στάση του και οι ενέργειες του φανερώνουν ψυχρότητα, έλλειψη σεβασμού και τον χειριστικό τρόπο που της συμπεριφέρθηκε. Υποστηρίζει ότι παρά τις διαφωνίες που είχαν κατά τη διάρκεια του γάμου της ως προς το θέμα της εργοδότησης του Καθ’ ου η αίτηση, η ίδια πάντοτε τον ενθάρρυνε να εργαστεί στον τομέα των σπουδών του, ούτως ώστε να συνεισφέρει και αυτός στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας. Ο Καθ’ ου η αίτηση όμως αρνείτο και διαφωνούσε. Ποτέ δεν πίστευε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα την χειραγωγούσε και θα εκμεταλλευόταν την απόλυτη εμπιστοσύνη που του είχε με σκοπό να πάρει τα χρήματα της και να της ζητήσει να χωρίσουν.

 

Είναι η θέση της επίσης ότι το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν επεδίωξε να συζητήσει μαζί της και δεν ενδιαφέρθηκε να σώσουν τον γάμο τους, αλλά προχώρησε στη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων με τον διαχωρισμό της περιουσίας κατά βούληση, τρεις μόλις μήνες μετά την επιστροφή της στην Κύπρο και αφού βρισκόταν ήδη για επτά χρόνια μόνη της στο εξωτερικό, καταδεικνύει ότι η απόφαση του ήταν προσχεδιασμένη και οι ενέργειες του καλά μελετημένες.  Νιώθει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση την εκμεταλλεύτηκε και την χειραγώγησε να προβεί σε ενέργειες ανοίγματος κοινού λογαριασμού, ούτως ώστε να πάρει πιο εύκολα τα χρήματα της. Η ίδια ωστόσο δηλώνει ότι ουδέποτε συμφώνησε ότι θα γινόταν οποιοσδήποτε  διαμοιρασμός των περιουσιακών στοιχείων, ως ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει.

 

Τέλος, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η διαπίστωσή ότι ο Καθ’ ου η αίτηση την πρόδωσε, της προκάλεσε αίσθημα ανασφάλειας, απογοήτευση, θλίψη και αγανάκτηση γεγονός που κλόνισε ανεπανόρθωτα την έγγαμη σχέση μεταβάλλοντας τα συναισθήματα της σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να καθίσταται αφόρητη για την ίδια. 

 

Ο Ο.Μ., αδελφός της Αιτήτριας, στη μαρτυρία του επαναλαμβάνει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν επεδίωκε να βρει εργασία για να συνεισφέρει στα οικογενειακά έξοδα και ότι η Αιτήτρια τα κάλυπτε αποκλειστικά από το εισόδημα της. Αναφέρεται στις ενέργειες του Καθ’ ου η αίτηση με σκοπό να λάβει χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς της Αιτήτριας και  υποστηρίζει ότι σε κάποιες περιπτώσεις επιχείρησε να την προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διέτρεχε από την αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της από τον Καθ’ ου η αίτηση. Η Αιτήτρια όμως ήταν ανένδοτη και δεν δεχόταν οποιαδήποτε αρνητική αναφορά προς το πρόσωπο του. Τον υπερασπιζόταν, αφού του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και δεν τον είχε ικανό να την βλάψει. 

 

Η Μ.Α., εξαδέλφη της Αιτήτριας στη μαρτυρία της αναφέρεται και αυτή στην απροθυμία του Καθ’ ου η αίτηση να εργαστεί κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και τονίζει το γεγονός ότι η Αιτήτρια του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην διαχείριση των οικονομικών τους. Δηλώνει έκπληκτη από τη στάση του Καθ’ ου η αίτηση και ισχυρίζεται ότι εκείνο το διάστημα η Αιτήτρια ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση με αρνητικές συνέπειες στην υγεία της. Εξηγεί ότι η Αιτήτρια  δεν ανέμενε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο προμελετημένα και με μεθοδικότητα για να την ξεγελάσει και ακολούθως να της ζητήσει να χωρίσουν μετά από τόσα χρόνια κοινής συμβίωσης. Επισημαίνει επίσης ότι η Αιτήτρια έλαβε βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας για να ξεπεράσει το σοκ που υπέστη, ενώ παράλληλα είχε υποστήριξη από το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον.

 

Αναφέρει ότι μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου του 2024,  φιλοξένησε την Αιτήτρια στο σπίτι της, εφόσον η τελευταία  αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τον Καθ’ ου η αίτηση. Ακολούθως επέστρεψε στην συζυγική οικία με κάποια διαλείμματα, όπου και πάλι την φιλοξενούσε. Λόγω της επιδείνωσης της ψυχολογικής της υγείας και επειδή αντιμετώπισε διάφορες ψυχοσωματικές διαταραχές, τον Νοέμβριο του 2024 η Αιτήτρια αποφάσισε να αποχωρήσει οριστικά από την συζυγική οικία. 

 

Η Μ.Β, φίλη της Αιτήτριας, στη μαρτυρία της αναφέρει ότι περί τον Αύγουστο του 2024 ήρθε σε επαφή με την Αιτήτρια, μέσω της ξαδέλφης της Μ.Α., για να την βοηθήσει να προβεί σε εξέταση των κοινών και προσωπικών τραπεζικών λογαριασμών των διαδίκων. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν είχε γνώση των πληρωμών και κινήσεων των λογαριασμών, ούτε πως να έχει πρόσβαση διαδικτυακά σε αυτούς για να τους διαχειριστεί.  Ισχυρίζεται ότι από την μελέτη των λογαριασμών διαπίστωσε ότι στις 17.02.2021 ο Καθ’ ου η αίτηση μετέφερε χρηματικό ποσό από τον προσωπικό λογαριασμό της Αιτήτριας στον προσωπικό του λογαριασμό, ποσό  που προερχόταν από κληρονομιά της Αιτήτριας. Ακολούθως, μετέφερε ποσό από τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων στον προσωπικό του λογαριασμό. Κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι ο Καθ’ ου η αίτηση χρησιμοποιούσε χρηματικά ποσά για να καλύπτει τα οικογενειακά έξοδα και άλλα δικά του έξοδα, χωρίς ωστόσο να συνεισφέρει ο ίδιος στους λογαριασμούς. Εξαίρεση υπήρξαν κάποια μικροποσά από φίλους που αγόραζαν πράγματα από το εργαστήριο του, που στη συνέχεια όμως τα μετέφερε στον προσωπικό του λογαριασμό.  Αναφέρεται και αυτή στις ενέργειες του Καθ’ ου η αίτηση όπου μετέφερε χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς του χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της γεγονός που διαφάνηκε από τις κινήσεις των λογαριασμών.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση στην μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μετά τον διορισμό της Αιτήτριας στο Διπλωματικό Σώμα, θυσίασε την καριέρα του για να ακολουθήσει την Αιτήτρια και να φροντίζει την οικογένεια στη βάση των όσων η Αιτήτρια του έλεγε, ότι δηλαδή: «Ότι έχουμε είναι από μισά, ανεξαρτήτως του ποιος λαμβάνει εισόδημα.»

Χαρακτηρίζει τα όσα η Αιτήτρια του καταλογίζει ως λυπηρά και παντελώς ψευδή και υποστηρίζει ότι ο χωρισμός τους επήλθε αποκλειστικά λόγω δικής της υπαιτιότητας.

 

Αναφέρεται εκτενώς στην ζωή των διαδίκων πριν και μετά την ένταξη της Αιτήτριας στο Διπλωματικό Σώμα. Υποστηρίζει ότι όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, από το 1997 εργαζόταν σε κάποιες από τις  μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο σπουδών του (βλ. τεκμήριο 2)  μέχρι τον Απρίλη του 1999 που τερματίστηκε η εργασία του λόγω πλεονασμού. Ακολούθως εργάστηκε σε άλλη εταιρεία μέχρι τον Αύγουστο του 1999, όπου παραιτήθηκε για να ακολουθήσει την Αιτήτρια στην Θεσσαλονίκη. Ισχυρίζεται ότι του έλεγε ότι η θέση της ήταν σίγουρη και σταθερή με μεγαλύτερα εισοδήματα από τα δικά του και ότι όλα θα ήταν από μισά.

 

Εξηγεί ότι όλες τις περιόδους που ακολουθούσε την Αιτήτρια στο εξωτερικό ανέλαβε αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών και της οικογένειας, ενώ στην μοναδική ευκαιρία εργοδότησης που του παρουσιάστηκε στην Νέα Υόρκη, η Αιτήτρια δεν συμφώνησε εμμένοντας στη θέση της ότι πρέπει να υποστηρίζει την καριέρα της. Όταν επέστρεψαν στην Κύπρο το 2007-2009, δεν κατάφερε να εξεύρει εργασία λόγω της μακροχρόνιας απουσίας του, πλην της μερικής απασχόλησης του σε φροντιστήριο για περίοδο ενός έτους (σχετική βεβαίωση-τεκμήριο 5).

 

Όταν η Αιτήτρια έλαβε μετάθεση στην Βραζιλία το 2009 την ακολούθησε, εφόσον όπως του έλεγε,  ήταν υπέρμαχος της ισότητας των φίλων και ότι αψηφά την κοινωνική προκατάληψη ότι ως άνδρας θα έπρεπε να εργάζεται σκληρά. Του επανέλαβε δε ότι, ό,τι έχουν είναι από μισά και προχώρησε σε μεταβίβαση επ’ ονόματι του του ½ μεριδίου της συζυγικής οικίας, στη βάση της ίσης κατανομής περιουσίας και αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά του στη φροντίδα της οικογένειας. Υποστηρίζει επίσης ότι ήθελε να εργαστεί και στην Βραζιλία και ότι η Αιτήτρια του υποσχόταν ότι θα του εξεύρει εργασία  στην Πρεσβεία, ωστόσο καθυστερούσε προβάλλοντας δικαιολογίες, με αποτέλεσμα να εργαστεί μόνο τα τελευταία δύο έτη (βλ. τεκμήριο 6).

 

Με την επάνοδο τους στην Κύπρο περί το 2014 αντιμετώπισαν κάποια προβλήματα στον γάμο τους τα οποία κατάφεραν να ξεπεράσουν. Αναφέρεται στις επόμενες μεταθέσεις της Αιτήτριας και στο γεγονός ότι ήθελε να δημιουργήσει δική του επιχείρηση εστιατορίου, κάτι που δεν υλοποίησε τελικά.

 

Είναι η θέση του ότι περί τον Μάιο του 2024, όταν η Αιτήτρια αφυπηρέτησε και εγκαταστάθηκε πλέον  στην Κύπρο, είχε διάφορες απαιτήσεις τις οποίες του έθεσε επιτακτικά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η Αιτήτρια ανέμενε ένα τρόπο ζωής, ως μια συνέχεια των προνομίων και της ειδικής μεταχείρισης που απολάμβανε ως Πρέσβειρα. Μεταξύ άλλων του ζήτησε να την ακολουθεί σε ταξίδια εντός και εκτός Κύπρου δηλώνοντας του ότι: «Εάν δεν ακολουθείς τον τρόπο κοινωνικής ζωής που επέλεξα, τότε ποιος ο λόγος να είμαστε μαζί.» Ο ίδιος ανέμενε ότι θα τον στήριζε όπως έπραττε και εκείνος τόσα χρόνια, αλλά η Αιτήτρια συνεχώς τον μείωνε αφού θεωρούσε την δουλειά του στο εργαστήρι ευτελές επάγγελμα και χόμπι. Πιστεύει ότι η Αιτήτρια ήθελε να τον έχει οικονομικά εξαρτώμενο από την ίδια και να τον χρησιμοποιεί ως οδηγό, μάγειρα κτλ. Του δήλωσε επιπλέον ότι δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώνει €150 για τα έξοδα της φροντίδας της μητέρας του σε οίκο ευγηρίας.

 

Αναφέρεται και αυτός στο ταξίδι των διαδίκων στην Αγγλία περί τα τέλη Μαΐου 2024 και ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις τους είχαν ομαλοποιηθεί. Με την προοπτική λήψης του εφάπαξ της Αιτήτριας λόγω αφυπηρέτησης, συμφώνησαν ότι θα δώσουν €65.000 στην θυγατέρα τους, εφόσον είχαν δώσει ανάλογο ποσό τον υιό τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12, αποδεικτικό μεταφοράς των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων σε λογαριασμό της θυγατέρας τους. 

 

Ισχυρίζεται επίσης ότι η Αιτήτρια είναι που πρότεινε το άνοιγμα άλλου κοινού λογαριασμού με σκοπό να κατατεθεί το ποσό που θα ελάμβανε λόγω αφυπηρέτησης, αναγνωρίζοντας την προσφορά του για όλα τα προηγούμενα χρόνια. 

 

Είναι η θέση του ότι τον Ιούνιο του 2024, μετά το ταξίδι τους στην Αγγλία, η Αιτήτρια ήθελε να προχωρήσει σε επενδύσεις των χρημάτων τους σε ακίνητα, κάτι με το οποίο ο ίδιος ήταν διστακτικός. Έτσι, στις 20.06.024, συμφώνησαν ότι θα προχωρούσαν σε διαμοιρασμό των χρημάτων που είχαν στους δύο κοινούς λογαριασμούς γι’ αυτό στις 26.06.2024 ο Καθ’ ου η αίτηση προχώρησε στις μεταφορές των χρημάτων.

 

Αναφερόμενος στην περίοδο που ακολούθησε της μεταφοράς χρημάτων, ισχυρίζεται ότι στις 6.7.2024, η Αιτήτρια του ζήτησε να δουν μαζί τους κοινούς λογαριασμούς για να ελέγξει τα ποσά, καταγράφοντας τα στο σημειωματάριο της. Αρνείται ότι της ζήτησε να χωρίσουν είτε στις 5.7.24 είτε στις 6.7.24 και ισχυρίζεται ότι συμβίωναν ομαλά και αρμονικά, επισκέπτονταν μαγαζιά, έκαναν αγορές και αντάλλαζαν μηνύματα στο κινητό. Η Αιτήτρια επίσης διευθετούσε εξόδους και τον προσκαλούσε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 13 την μεταξύ τους αλληλογραφία.

 

Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του, στις 21.7.24, η Αιτήτρια με επιθετική διάθεση του ζήτησε να της επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε, με τον ίδιο να προσπαθεί να κρατήσει χαμηλούς τόνους, εξηγώντας της ότι έκανε ακριβώς ότι είχαν συμφωνήσει. Η Αιτήτρια όμως του έθεσε θέμα οριστικού χωρισμού, εγκατέλειψε την οικία και διέμεινε σε μια φίλη της. Κατά τον Καθ’ ου η αίτηση αυτή είναι η ημερομηνία οριστικής διάστασης των διαδίκων, παρά το ότι η Αιτήτρια επέστρεψε στο σπίτι για μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να υπάρχει επανασύνδεση.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση δηλώνει ότι η απόφαση της Αιτήτριας να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία και οι μετέπειτα κατηγορίες της για σφετερισμό της περιουσίας της επέφεραν ισχυρό κλονισμό στο γάμο τους, τον οποίο και θεωρεί πλέον νεκρό.

 

Η αδελφή του Καθ’ ου η αίτηση, κα Μ.Χ. στη μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι στα αρχικά στάδια του γάμου των διαδίκων ο Καθ’ ου η αίτηση είχε καλό μισθό και προοπτικές ανέλιξης στην καριέρα του και ότι όλα του τα χρήματα τα διέθετε για την οικογένεια του. Για την  Αιτήτρια όμως που θεωρούσε πως είναι ανώτερη από όλους, τίποτα δεν ήταν  αρκετό. Όπως η ίδια η Αιτήτρια της ανέφερε, ήθελε να κυνηγήσει την καριέρα της και να μην ασχολείται με τα παιδιά και γι’ αυτό προσπαθούσε να πείσει τον Καθ’ ου η αίτηση να αφήσει την εργασία του στην Κύπρο και να την ακολουθεί λέγοντας της επί λέξη ότι ο αδελφός της  «θα είναι υπηρεσία του σπιτιού και θα πιάνει λεφτά.»

 

Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια υποτιμούσε τον αδελφό της και τον μείωνε ακόμα και μπροστά στην οικογένεια τους, παρά το ότι την ακολουθούσε στις συνεχόμενες μεταθέσεις της στο εξωτερικό για να φροντίζει τα παιδιά. Ο αδελφός της πάντα έκανε όλες τις δουλειές που του ανατίθεντο από την Αιτήτρια και ακολουθούσε τις οδηγίες της.

 

Αναφέρει ότι δύο ήταν τα σημαντικά γεγονότα που στοίχισαν συναισθηματικά στον Καθ’ ου η αίτηση. Η απροθυμία της Αιτήτριας να συνεχίσει ο Καθ’ ου η αίτηση να πληρώνει το μερίδιο του στα έξοδα του οίκου ευγηρίας της μητέρας τους και το επεισόδιο στις 21.7.24, που η Αιτήτρια του ζήτησε να της επιστρέψει τα χρήματα της και εγκατέλειψε τη συζυγική οικία.  Είναι η θέση της ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας προς τον αδελφό της που την στήριζε για πάρα πολλά χρόνια, αποτελεί έλλειψη σεβασμού και εκτίμησης στο πρόσωπο του που τελικώς οδήγησε στον χωρισμό με αποκλειστικά δική της υπαιτιότητα.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Το άρθρο 27 του Περί Γάμου Νόμου (Ν.104(I)/2003)  μεταξύ άλλων ορίζει ότι: 

 

«27.-(1) Γάμος δύναται να λυθεί με δικαστική απόφαση από Δικαστήριο, κατόπιν καταχώρισης αγωγής διαζυγίου για τους ακόλουθους λόγους:

 

(α) Όταν οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις έχουν κλονισθεί ισχυρά για λόγο ο οποίος αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο (2) συζύγων σε τέτοιο βαθμό, ώστε βάσιμα να είναι αφόρητη η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης για τον ενάγοντα:

 

Νοείται ότι, εκτός εάν ο εναγόμενος αποδείξει το αντίθετο, οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων τεκμαίρεται ότι έχουν κλονισθεί και είναι αφόρητη για τον ενάγοντα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης για λόγο ο οποίος αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), σε περίπτωση διγαμίας, μοιχείας ή εγκατάλειψης του ενάγοντα, ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο ή άσκησης βίας εναντίον του ή εναντίον τέκνου από τον εναγόμενο, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο “βία” από τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου∙»

 

Στην  Δ. Ζαχαρίου ν. Α. Ζαχαρίου,  (1993) 1 Α.Α.Δ. 159 αποφασίστηκε ότι για την τεκμηρίωση ισχυρού κλονισμού του γάμου πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κλονισμός οφείλεται σε λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δυο συζύγων. Όπου η μαρτυρία αποκαλύπτει κλονιστικούς λόγους που αφορούν τόσο τον εναγόμενο όσο και αμφοτέρους τους συζύγους, πρέπει να αποφασισθεί, ως πραγματικό γεγονός, ποια ήταν η ουσιαστική αιτία του κλονισμού του γάμου. Επιπλέον, το  βάσιμο του αιτήματος του ενάγοντα για λύση του γάμου πρέπει να είναι αλληλένδετο με τους λόγους του κλονισμού. Οι κλονιστικοί λόγοι πρέπει να καθιστούν εξ αντικειμένου αφόρητη για τον ενάγοντα τη συνέχιση του γάμου. Στην περίπτωση που ο κλονισμός οφείλεται σε λόγους που αφορούν και τους δυο συζύγους, πρέπει να αποφασιστεί αν το πλέγμα των σχέσεων των διαδίκων κατέστη τέτοιο ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να έχει καταστεί αφόρητη για τον αιτούντα το διαζύγιο.

 

 Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αιτούντος συζύγου τότε δεν εκδίδεται διαζύγιο με λόγο τον ισχυρό κλονισμό του γάμου ( βλ. Σ. Σαββίδης ν. Π. Σαββίδη  (1997) 1 ΑΑΔ 497).

 

Στο σύγγραμμα Απόστολος Γεωργιάδης «Οικογενειακό Δίκαιο», Γ έκδοση - 2022, στη σελ. 324 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το στοιχείο του ισχυρού κλονισμού:

 

« α) Απαρίθμηση: Για να συντρέξει το στοιχείο του ισχυρού κλονισμού ως λόγος διαζυγίου πρέπει: (α) να υπάρξει κάποιο γεγονός ή κατάσταση (υπαίτιο ή ανυπαίτιο), το οποίο αντικειμενικά να μπορεί να θεωρηθεί ότι σε ισχυρό κλονισμό του γάμου μεταξύ δύο οιονδήποτε συζύγων· (β) το αντικειμενικά κλονιστικό αυτό γεγονός να προκάλεσε πράγματι τον ισχυρό κλονισμό υπό τις συγκεκριμένες που εξετάζουμε στον συγκεκριμένο γάμο, κρινόμενο αυτή τη φορά υποκειμενικά ως προς το αν και πόσο επηρέασε τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων· (γ) το γεγονός να αφορά τον εναγόμενο ή  και τους δύο συζύγους· και (δ) ο κλονισμός να είναι ισχυρός.

Β) Αντικειμενικά κλονιστικό γεγονός: θα πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός λόγου στο πρόσωπο του άλλου συζύγου (εναγόμενου) ή και των δύο συζύγων, ο οποίος να κλονίζει αιτιωδώς την έγγαμη σχέση. Ως λόγος που κλονίζει την έγγαμη σχέση θεωρείται κάθε γεγονός ή κατάσταση που είναι κατ’ αντικειμενική κρίση πρόσφορο να πλήξει την κοινωνία βίου των συζύγων και τον θεσμό του γάμου ως ηθική και νομική σχέση. Μάλιστα, κλονισμός δύναται να επέλθει και από περισσότερα περιστατικά -λόγους τα οποία από μόνα τους δεν θα ήταν ικανά να κλονίσουν τον γάμο, ωστόσο στο σύνολο τους επιφέρουν τον κλονισμό ενόψει της συχνότητας, της επανάληψης και του συνδυασμού τους. Για παράδειγμα, η σύζυγος  είναι σπάταλη, μονίμως κακόκεφη και παράλληλα αγενής με τα πεθερικά της.»

 

Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση  Μ. Σωφρονίου ν. Π. Πανταζή (1998) 1 Α.Α.Δ. 805, για την στοιχειοθέτηση του ισχυρού κλονισμού αρκεί η επέλευση ενός και μόνο μεμονωμένου γεγονότος που δεν αποκλείεται να είναι τόσο σοβαρό, ώστε να οδηγεί στην κρίση πως η έγγαμη σχέση έχει κλονιστεί σε βαθμό που η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη για το θύμα.

 

Το βάρος απόδειξης των κλονιστικών γεγονότων και του ότι η συμβίωση κατέστη αφόρητη για τον Αιτητή, το φέρει ο ίδιος ο Αιτητής (βλ Μιχάλης Βιολάρης v. Μαρία Βιολάρη, Εφ.Αρ. 18/2013, Δ.Ο.Δ., 7/4/15).  

 

Έχω εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που κατέθεσαν οι μάρτυρες. Υπενθυμίζεται ότι ούτε οι διάδικοι, ούτε και οι μάρτυρες τους αντεξετάστηκαν, συνεπώς η αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους βασίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της γραπτής τους μαρτυρίας, στη λογική ακολουθία των γεγονότων και την εσωτερική της συνοχή.

 

Από τα δικόγραφα αλλά και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβητείται ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο το 1990 και ότι απέκτησαν δύο τέκνα, ενήλικα σήμερα. Λόγω της υπηρεσίας της Αιτήτριας στο Διπλωματικό Σώμα και των συχνών μεταθέσεων της, η οικογένεια διέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο Καθ’ ου η αίτηση στις πλείστες μεταθέσεις της Αιτήτριας την ακολουθούσε και το κύριο εισόδημα της οικογένειας προερχόταν από την εργασία της Αιτήτριας. Οι διάδικοι προβαίνουν σε λεπτομερή αναφορά της ζωής τους σε κάθε συγκεκριμένη μετακίνηση, δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στον οικονομικό παράγοντα και συγκεκριμένα στον επαγγελματικό ρόλο του Καθ’ ου η αίτηση και στην συμβολή του στα οικογενειακά έξοδα.

 

Η θέση της Αιτήτριας περιστρέφεται γύρω από την ισχυριζόμενη απροθυμία του Καθ’ ου η αίτηση να εργαστεί για να προσφέρει στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας, παρά τις δικές της προτροπές, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση υπερμάχεται της θέσης ότι θυσίασε την επαγγελματική του καρίερα για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και την φιλοδοξία της Αιτήτριας  για επαγγελματική ανέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό, ανέλαβε αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών και γενικότερα της οικογένειας. Σημειώνεται ωστόσο ότι, παρά την ιδιαίτερη έμφαση που δίδουν οι διάδικοι στο θέμα αυτό, οι ισχυρισμοί τους και τα γεγονότα που παραθέτουν, που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αποτελούν τα κλονιστικά γεγονότα που κατά την δική τους θέση οδήγησαν τελικώς στη διάσταση των διαδίκων. Κατά την κρίση μου οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί ως προς το συγκεκριμένο θέμα, φανερώνουν τελικά την διαφορετική αντίληψη των διαδίκων ως προς τον ρόλο του καθενός μέσα στην έγγαμη συμβίωση.

 

Προκύπτουν όμως και αντιφάσεις στην μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση τις οποίες παραθέτω απλά και μόνο για να καταδείξω την έλλειψη αξιοπιστίας των ισχυρισμών του και κυρίως του ότι η Αιτήτρια του ανέθεσε αποκλειστικά τον ρόλο του φροντιστή των παιδιών, της οικογένειας, του σπιτιού με σαφή οδηγία να μην εργάζεται. Ωστόσο, η Αιτήτρια είναι που του έξήυρε εργασία στην Βραζιλία, τα δε παιδιά  των διαδίκων σταμάτησαν να τους ακολουθούν στο εξωτερικό όταν έφυγαν για σπουδές, ήτοι το 2013 και 2017.  Έκτοτε ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είχε υποχρεώσεις αναφορικά με την ανατροφή τους. Από το 2019 ο Καθ’ ου η αίτηση σταμάτησε να ακολουθεί την Αιτήτρια και επέλεξε να παραμείνει στην Κύπρο. Δημιούργησε εργαστήρι ανακυκλώσιμων υλικών που δεν του απέφερε κάποιος κέρδος, αντιθέτως ότι ελάμβανε από τις πωλήσεις του κατέληγε σε δικό του προσωπικό λογαριασμό. Προκύπτει συνεπώς ότι και ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν απρόθυμος να εργαστεί και ότι προβάλλει ως δικαιολογία την άρνηση της Αιτήτριας.

 

Καθοριστικό ωστόσο γεγονός που φαίνεται να οδήγησε στην τελική ρήξη των σχέσεων των διαδίκων, είναι ο καταμερισμός των περιουσιακών τους στοιχείων και οι χρηματικές μεταφορές που έκανε ο Καθ’ ου η αίτηση από τους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσαν, σε δικό του προσωπικό λογαριασμό. Για το θέμα αυτό εντοπίζεται τεράστια απόκλιση στις θέσεις τους. Ωστόσο, αυτό ήταν το κρίσιμο γεγονός που  προκάλεσε τη σύγκρουση των διαδίκων. Με την καταχώριση αίτησης και ανταπαίτησης για την λύση του γάμου των διαδίκων, επιβεβαιώνεται ακριβώς ότι η έγγαμη συμβίωση έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.  Προς τούτο ο κάθε διάδικος δίδει την δική του εκδοχή.

 

Σύμφωνα με την Αιτήτρια ο κυριότερος λόγος που επήλθε οριστική διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση ενήργησε, μεθοδευμένα και προμελετημένα, εκμεταλλευόμενος την τυφλή εμπιστοσύνη που του είχε, για να αποσπάσει χρηματικά ποσά από τους κοινούς τους λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένου και ποσού που έλαβε εφάπαξ λόγω της συνταξιοδότησης της και ακολούθως αιφνιδιαστικά την  ενημέρωσε ότι επιθυμεί τον τερματισμό του γάμου τους.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η μεταφορά των χρηματικών ποσών έγινε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων και ότι είναι η μετέπειτα επιτακτική αναζήτηση των ποσών αυτών από την Αιτήτρια που οδήγησε στη διάσταση των διαδίκων. Ως κλονιστικό γεγονός αναφέρει και την άρνηση της Αιτήτριας να συνεχίσει να καταβάλλει ο Καθ΄ ου η αίτηση ένα ποσό για τα έξοδα του οίκου ευγηρίας της μητέρας του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει δικογραφηθεί και προβάλλεται για πρώτη φορά με την μαρτυρία του. Συνεπώς δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν.

 

Κύριο θέμα που παραμένει για εξέταση είναι εάν τελικά οι ενέργειες του Καθ’ ου η αίτηση να μεταφέρει χρηματικά ποσά στο λογαριασμό του, γεγονός αδιαμφισβήτητο, έγιναν κατόπιν συμφωνίας. Αυτή η διαπίστωση είναι κρίσιμη ως προς το ποιος ευθύνεται για τη διάρρηξη των σχέσεων των διάδικων.

 

Η εκδοχή του Καθ’ ου η αίτηση ότι ανέκαθεν υπήρχε συμφωνία των διαδίκων για ίσο καταμερισμό όλων των περιουσιακών τους αποκτημάτων δεν υποστηρίζεται ούτε από οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε, κυρίως, από τη δική του συμπεριφορά. Αντίθετα, η θέση αυτή καταρρίπτεται πλήρως από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο ίδιος αρνήθηκε να μεταβιβάσει επ’ ονόματι της μερίδιο ακινήτου που κατείχε, παρά το ρητό σχετικό αίτημα της. Το ζήτημα αυτό ο Καθ’ ου η αίτηση ούτε καν σχολιάζει, αφήνοντας τις θέσεις της Αιτήτριας αναπάντητες. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς του περί υπάρξεως τέτοιας συμφωνίας, καθόσον ο ίδιος ουδέποτε επέδειξε την παραμικρή διάθεση να την τηρήσει. Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω την θέση της Αιτήτριας ότι, παρά την ρητώς δηλωθείσα πρόθεση του Καθ’ ου η αίτηση περί ίσης συμμετοχής στα περιουσιακά στοιχεία, στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία, ούτε αντίστοιχος χειρισμός εκ μέρους του.

Ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρούσε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, το υπόλοιπο του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο. Εάν πράγματι υπήρχε η κατ’ ισχυρισμόν του συμφωνία για ίση κατανομή των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των διαδίκων, ο Καθ’ ου η αίτηση όφειλε να την τηρήσει με την ίδια αυστηρότητα: να ενημερώσει πλήρως την Αιτήτρια για τις δικές του καταθέσεις και να προβεί σε ανάλογο διαμοιρασμό. Ωστόσο, ουδεμία σχετική αναφορά έγινε εκ μέρους του, ενώ η μαρτυρία του επί του θέματος παρουσιάζει κενά και δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά ως προς το βάσιμο των ισχυρισμών του.

 

Προκύπτει ότι η συλλογιστική του Καθ’ ου η αίτηση περί ίσου διαμοιρασμού αναπτύσσεται αποκλειστικά και μόνο όταν πρόκειται για τα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας, τα οποία ο ίδιος επέλεξε να αποσπάσει μονομερώς και αυθαιρέτως. Αντίθετα, τα αποκλειστικά δικά του περιουσιακά στοιχεία τα διαφυλάττει ως κόρη οφθαλμών, αποφεύγοντας κάθε διαφάνεια, κάθε ενημέρωση και κάθε ίση μεταχείριση. Ακόμα και τα μικροποσά που φαίνεται να ελάμβανε από την πώληση των κατασκευών του και κατατίθεντο στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων, ακολούθως τα μετέφερε στον δικό του προσωπικό λογαριασμό. Η μαρτυρία της Μ.Β. ως προς τούτο παρέμεινε αναντίλεκτη.  

 

Συνεπώς η επίκληση της ίσης συμμετοχής δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα για την ιδιοποίηση των χρημάτων που η Αιτήτρια απέκτησε με τον προσωπικό της κόπο, ενώ τα δικά του περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν άθικτα. Η συμπεριφορά αυτή όχι μόνο υπονομεύει κάθε έννοια καλής πίστης και αλληλεγγύης, αλλά καθιστά ακόμη πιο προφανές ότι η μονομερής ενέργειά του υπήρξε καταλυτικής σημασίας για την οριστική διάρρηξη της έγγαμης σχέσης και την ανεπανόρθωτη κατάρρευση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

 

Η εκδοχή της Αιτήτριας και η αλληλουχία των γεγονότων ως τα παρουσιάζει κρίνεται πιο λογική από  αυτήν του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος στην ουσία υποστηρίζει ότι μέχρι την αποχώριση της Αιτήτριας από τη συζυγική οικία ήταν όλα μια χαρά, με την Αιτήτρια να αποδέχεται και να συμφωνεί στον διαμοιρασμό των περιουσιακών στοιχείων, αλλά στη συνέχεια ξαφνικά να μετανιώνει και να τα απαιτεί πίσω με επιθετική διάθεση.

 

Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι της φαινόταν αδιανόητη η συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση, γίνονται πιστευτοί και αποτελούν τη λογική συνέχεια και αναμενόμενη συμπεριφορά ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί την χειραγώγηση και εκμετάλλευση από τον επί χρόνια σύζυγο του και έναν άνθρωπο που του είχε απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη.

 

Αποδέχομαι την μαρτυρία της Αιτήτριας ότι στις 5.7.2024, ο Καθ’ ου η αίτηση αιφνιδιαστικά της ανακοίνωσε ότι επιθυμεί να χωρίσουν και εκείνη την ημέρα έλαβε γνώση των μεταφορών χρηματικών ποσών. Ακολούθως και αφού αποφάσισε να δώσει χρόνο στον Καθ’ ου η αίτηση να σκεφτεί και να λογικευτεί κατά την δική της θέση, θεώρησε ότι ίσως η απόφαση του να μην ήταν οριστική και ότι απλά περνούσε ο γάμος τους ακόμα μία κρίση. Από το τεκμήριο 13 που κατέθεσε ο Καθ’ ου η αίτηση, φαίνεται ότι η επικοινωνία των διαδίκων εκείνο το διάστημα ήταν τυπική. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία της Αιτήτριας αναφορικά με τον τρόπο που ενήργησε και την επακόλουθη αντίδραση της στα γεγονότα αυτά, ακόμα και την επίδραση των όσων περνούσε στην ψυχική της υγεία, αντίδραση η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη απογοήτευση, αίσθημα προδοσίας και κλονισμού της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπο του Καθ’ ου η αίτηση. 

 

Η εμπιστοσύνη αποτελεί βασικό πυλώνα ενός γάμου και η επιβεβαίωση του κλονισμού της σε θέματα οικονομικής φύσεως, αποτελεί κατά την κρίση μου λόγο ισχυρού κλονισμού του γάμου. Πόσο μάλλον στην υπό κρίση περίπτωση που η Αιτήτρια εμπιστευόταν εν λευκώ και ανεπιφύλακτα τον Καθ’ ου η αίτηση στην απόλυτη διαχείριση των οικονομικών τους στοιχείων.

 

Τα όσα οι υπόλοιποι μάρτυρες ανέφεραν στην μαρτυρία τους, δεν αλλάζουν ουσιαστικά την εικόνα που οι διάδικοι μετέφεραν στο Δικαστήριο. Επιβεβαιώνουν όμως τη ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων και κυρίως την ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας, κατάσταση η οποία δεν θα δικαιολογείτο υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που ο Καθ’ ου η αίτηση παρουσιάζει, ό,τι δηλαδή ενήργησε με βάση την προηγουμένη συμφωνία των διαδίκων.

 

Ο τρόπος, ακόμα και ο χρόνος που ενήργησε ο Καθ’ ου η αίτηση, αμέσως μετά τη συνταξιοδότηση της Αιτήτριας χωρίς σαφή τεκμηρίωση προηγούμενης συμφωνίας των διαδίκων και η γενικότερη συμπεριφορά του, υπό τις περιστάσεις κρίνεται ότι έπληξε το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των συζύγων. Αποτέλεσε δηλαδή την αιτία που οδήγησε στη διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων και στον ισχυρό κλονισμό του γάμου τους.

 

Οι ισχυρισμοί του Καθ’ ου η αίτηση και η συμπεριφορά που καταλογίζει στην Αιτήτρια κατά την κρίσιμη περίοδο μετά την επιστροφή της στην Κύπρο, ακόμα και εάν γινόταν αποδεχτή η θέση του περί ξαφνικής  μεταστροφής στην στάσης της, με το να επιθυμεί πλέον να της επιστραφούν τα χρήματα της συνταξιοδότησης της, δεν είναι κατά την κρίση μου τέτοιας φύσεως και βαρύτητας που θα μπορούσε να αποτελεί την βασική αιτία που οδήγησε στον ανεπανόρθωτο κλονισμό του γάμου. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν η ισχυριζόμενη αντίδραση της Αιτήτριας η πρωτογενής αιτία κλονισμού του γάμου.

 

Η μονομερής και προσβλητική ενέργεια του Καθ’ ου η αίτηση αγνόησε πλήρως τα δικαιώματα της συζύγου του και κατέστρεψε την αμοιβαία εμπιστοσύνη που αποτελεί την ίδια την ουσία του γάμου. Ο Καθ’ ου η αίτηση, με πρόσχημα την κοινή βούληση, η οποία δεν έχει αποδειχτεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ακύρωσε κάθε έννοια κοινής πορείας και αλληλεγγύης οδηγώντας τελικά την έγγαμη σχέση σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς το πότε ακριβώς τοποθετείται χρονικά η διάσταση, ουσιαστικής σημασίας κατά την κρίση μου παραμένει η ενέργεια και η γενικότερη συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση, ως έχει ήδη εκτενώς αναφερθεί. Από την μαρτυρία διαφαίνεται ότι μετά τα γεγονότα που σχετίζονται με την μεταφορά χρημάτων, η Αιτήτρια βρισκόταν σε σύγχυση και δεν μπορούσε να αποδεχτεί ακόμα και να κατανοήσει τον τρόπο που της συμπεριφέρθηκε ο Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος της έκανε ξεκάθαρο ότι από μέρους του δεν υπήρχε πλέον η βούληση να συνεχιστεί η έγγαμη συμβίωση.  

 

Γι’ αυτό και οι σχέσεις των διαδίκων εξελίχθηκαν ραγδαία σε τυπικές και η μεταξύ τους εμπιστοσύνη κλονίστηκε ανεπανόρθωτα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνεται ότι η οριστική διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων επήλθε περί τις αρχές Ιουλίου του 2024. Η ημερομηνία αποχώρισης της Αιτήτριας από την συζυγική οικία δεν αναιρεί και δεν διαφοροποιεί την διαπίστωση μου, εφόσον είναι δυνατόν οι σύζυγοι να συζούν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς τη «γενικά αποδεκτή ομαλή συλλειτουργία του έγγαμου ζευγαριού σε όλες τις εκφάνσεις της σχέσης» (βλ. Πηχίδης v. Πηχίδη (1997) 1 ΑΑΔ 1612).

 

Σχετικά για την έγγαμη συμβίωση και τη διάσταση στις σχέσεις των συζύγων, απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας Τ.VII, 2η έκδοση 2007, σελ. 449:

 

«Στο δίκαιο του διαζυγίου δεν έχει σημασία η ύπαρξη συμβίωσης αλλά το αντίθετο της, η έλλειψη της. Αυτή την έλλειψη ο νόμος την αποκαλεί «διάσταση» και θεωρείται ότι υπάρχει όταν οι σύζυγοι αίρουν (ή δεν θεμελιώνουν εξ αρχής) κάθε εκδήλωση κοινής ζωής που αποτελούσε περιεχόμενο και υλοποίηση της συμβίωσης τους, με την πρόθεση να μην την επαναλάβουν ποτέ. Με διαφορετική διατύπωση, διάσταση είναι η φυσική και ψυχική απομάκρυνση των συζύγων, με την πρόθεση (του ενός ή και των δυο να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Όπως και η έννοια της συμβίωσης, έτσι και η αντίστροφη έννοια της διάστασης, ως αόριστη και γενική εξειδικεύεται με βάση τις συνθήκες του ζεύγους. Έτσι η έννοια της διάστασης συντίθεται όπως είναι σαφές από δυο στοιχεία που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με εκείνα της συμβίωσης: το ψυχολογικό -βουλητικο (ή με άλλη ορολογία το εσωτερικό  ή υποκειμενικό), και το μη βουλητικό (εξωτερικό ή αντικειμενικό) στοιχείο».

 

Τέλος, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι πρόσφορη για να αποφασιστούν θέματα που άπτονται των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων. Στις όποιες διαπιστώσεις έχει το Δικαστήριο προβεί,  αφορούν αποκλειστικά την ουσία της υπό εκδίκαση αίτησης. Τα ζητήματα επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο άλλων δικαστικών διαδικασιών.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και η ανταπαίτηση απορρίπτεται.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο λύεται ο γάμος των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορά το πρόσωπο του Καθ’ ου η αίτηση.

 

Τα έξοδα της αίτησης και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας – Καθ’ ης η αίτηση στην ανταπαίτηση και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση -  Αιτητή στην ανταπαίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να υπολογιστούν ως ένα σετ εξόδων ενόψει του ότι η αίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. 

 

 

 

(Υπ.) ………………………            

                                                                                          Σ. Νεοφύτου, Δ.  

                       

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο