ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Μ. Χ. Κάιζερ, Π.
Αρ. Αίτησης: 115-25i
Μεταξύ:
Γ.Π.
Αιτητής
και
Μ.Π.
Καθ’ ης η Αίτηση
Αίτηση ημερ. 19/01/2026
Ημερομηνία: 16 Μαρτίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή/ Καθ’ου η αίτηση: κα Μ. Ανδρέου
Για την Καθ΄ης η αίτηση/ Αιτήτρια: κος Α. Παπάμιχαηλ για Α. Παπάμιχαηλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Ex tempore)
Στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, εκδόθηκε στις 03/11/2025, εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα, με το οποίο ανεστάλη η ισχύς του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 03/06/2015, το οποίο είχε εκδοθεί στην αίτηση γονικής μέριμνας αρ. 180/15. Με το ίδιο προσωρινό διάταγμα καθορίστηκε, από την 8η Νοεμβρίου 2025, ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, Π.Π., ο τόπος διαμονής του Καθ’ου η αίτηση στο Δάλι, επαρχία Λευκωσίας. Παράλληλα, με το ίδιο διάταγμα ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας της Αιτήτριας με τον ανήλικο υιό της.
Δυόμισι μήνες μετά την έκδοση του ως άνω εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος, η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση, με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος για την ακύρωση και/ή τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 03/11/2025, καθώς και την έκδοση νέου διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται σε αυτήν η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου Π. Περαιτέρω, αιτείται τον καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ου η αίτηση με τον ανήλικο υπό την επίβλεψη της ίδιας.
Για τους λόγους που θα εκτεθούν αμέσως κατωτέρω, η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Σημειώνεται ότι η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, χωρίς ωστόσο να γίνεται ειδική αναφορά σε συγκεκριμένη υποπαράγραφο της εν λόγω διάταξης. Εντούτοις, από το περιεχόμενο της αίτησης, και ειδικότερα από το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, καθώς και από τις θέσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας όπως αυτές αναπτύχθηκαν κατά την αγόρευση του, προκύπτει ότι η αίτηση προωθείται κατ’ ουσίαν δυνάμει του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60. Με αυτήν επιζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, ως εάν το ζήτημα της προσωρινής ρύθμισης να μην είχε προηγουμένως απασχολήσει το Δικαστήριο, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι κατά τον παρόντα χρόνο βρίσκεται ήδη σε ισχύ σχετικό προσωρινό διάταγμα που ρυθμίζει το επίδικο ζήτημα.
Από το λεκτικό της αιτούμενης θεραπείας προκύπτει αβίαστα ότι αυτό που, κατ’ ουσίαν, επιδιώκεται είναι η τροποποίηση του υφιστάμενου και μέχρι σήμερα ισχύοντος διατάγματος, μέσω της ακύρωσης και αντικατάστασής του με νέο διάταγμα διαφορετικού περιεχομένου. Παρά ταύτα, και παρά τη σαφή αυτή διατύπωση της αιτούμενης θεραπείας, η επίδικη αίτηση προωθήθηκε στη βάση του άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ενώ το σύνολο της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας επικεντρώνεται στην προσπάθεια απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση νέου προσωρινού διατάγματος προς όφελός της.
Εντούτοις, δεδομένου ότι το επιδιωκόμενο διάταγμα αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, στην τροποποίηση εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος το οποίο ήδη εκδόθηκε και εξακολουθεί να τελεί σε ισχύ, η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στη βάση του άρθρου 32(2) του Ν. 14/60. Η διάταξη αυτή, αφενός, δεν μνημονεύεται ρητώς στην αίτηση και, αφετέρου, δεν φαίνεται να απασχόλησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την πλευρά της Αιτήτριας, ούτε στο κυρίως σώμα της αίτησης ούτε στο μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει.
Είναι δε πάγια καθιερωμένη αρχή ότι ζητήματα τα οποία δεν αναπτύσσονται στην τελική αγόρευση ενός διαδίκου θεωρούνται εγκαταλειφθέντα και παύουν να αποτελούν αντικείμενο κρίσης για το Δικαστήριο. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020 όπου υπογραμμίστηκε ότι : «η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί».
Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό που στην ουσία επιζητείται δεν είναι η έκδοση νέου προσωρινού διατάγματος αλλά η τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος, η πλήρης απουσία οποιασδήποτε αναφοράς της Αιτήτριας, είτε στις ένορκες δηλώσεις της, είτε στην αγόρευση της στο άρθρο 32(2) του Ν. 14/60 καθίσταται καθοριστικής σημασίας. Η υποχρέωση σαφούς καθορισμού του νομικού βάθρου ενός δικονομικού μέτρου επιβεβαιώνεται και από την επιτακτικότητα της Διαταγής 23.4(1)(β) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παλαιά Διαταγή 48, με αποτέλεσμα να διατηρείται σε ισχύ η σχετική παλαιότερη νομολογία.
Συναφώς, στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων (1990) 1 ΑΑΔ 965 υποδείχθηκε ότι ο καθορισμός του νομικού βάθρου, μέσω ρητής αναφοράς στο άρθρο ή στα άρθρα της νομοθεσίας που στοιχειοθετούν την αιτούμενη θεραπεία, αποτελεί απαράβατο όρο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου.
Υπό το φως των πιο πάνω, είναι αβίαστα που καταλήγω στην κρίση ότι όπως προωθείται η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, αλλά και προς καταγραφή της θέσης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του ζητήματος, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω παρεμφερώς τα ακόλουθα.
Ακόμη και αν η αίτηση εξεταζόταν υπό το ορθό νομικό της πλαίσιο, ούτε και τότε θα μπορούσε να επιτύχει.
Το άρθρο 32(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, προνοεί ότι:
«Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (1), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το Δικαστήριον δύναται καθ’ οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.»
Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι η ακύρωση ή τροποποίηση προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει την απόδειξη «εύλογης αιτίας» από τον διάδικο που αιτείται την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Το κατά πόσον συντρέχει τέτοια αιτία αποτελεί ζήτημα που κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης και το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις ABP Holdings κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694 και στην υπόθεση Seamark Consultants Services Ltd κ.α. v. Lasala (2007) 1( A) 162 όπου επισημάνθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να επανεξετάζει ή να τροποποιεί προσωρινά διατάγματα παραμένει πάντοτε διαθέσιμη, εφόσον τεθεί ενώπιον του επαρκές υλικό που να καταδεικνύει την ύπαρξη εύλογης αιτίας προς τούτο. Παράλληλα υπογραμμίστηκε ότι ο διάδικος διατηρεί το δικαίωμα να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας, εφόσον μεταβληθούν ουσιωδώς οι περιστάσεις ή προκύψουν νέα δεδομένα που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο εξέτασης αιτήματος τροποποίησης ενός παρεμπίπτοντος Διατάγματος, κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο σκεπτικό από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Joseph P. Lasala κ.α v. Λυκούργου Κυπριανού κ.α 5581/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 19/4/06 η οποία δόθηκε από τον έντιμο Δικαστή (τότε Πρόεδρο Επ. Δικαστηρίου) Στ. Ναθαναήλ:
''.. ένα αίτημα τροποποίησης παραμένει ένα ένδικο μέτρο στα πλαίσια της επίκλησης του δικαιώματος της επιείκειας, όπως ακριβώς και η έκδοση του ιδίου του διατάγματος. Συνεπώς, το μέτρο αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται κατ΄ εξοχήν όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία, μεταγενέστερα της έκδοσης ή οριστικοποίησης του διατάγματος και όχι για να καλύψει ήδη υφιστάμενα γεγονότα που έγιναν μάλιστα τη αγνοία του αντιδίκου και ουδέποτε προηγουμένως για άγνωστους λόγους δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο. ''
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Στην προκείμενη περίπτωση, ακόμη και αν η αίτηση εξεταζόταν υπό το πρίσμα του άρθρου 32(2) του Ν. 14/60, το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας εύλογης αιτίας η οποία να δικαιολογεί την ακύρωση ή τροποποίηση του ισχύοντος προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου, και επί της ουσίας, η αίτηση δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει.
Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σε χρονικό διάστημα μόλις δυόμισι μηνών από την έκδοση του εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος και αποσκοπεί, κατ’ ουσίαν, στη ριζική τροποποίηση του. Εντούτοις, από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ουσιώδης μεταβολή των περιστάσεων, η οποία να δικαιολογεί μια τόσο δραστική επέμβαση στο υφιστάμενο καθεστώς, το οποίο ρυθμίστηκε πρόσφατα με δικαστικό διάταγμα και μάλιστα κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων.
Η Αιτήτρια δεν κατέδειξε την ύπαρξη «εύλογης αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 32(2) του Ν. 14/60, η οποία να δικαιολογεί την ακύρωση ή ουσιώδη τροποποίηση του εκ συμφώνου εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της αφορούν, κατά κύριο λόγο, συγκρούσεις και διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων ως προς την καθημερινή διαχείριση ζητημάτων που σχετίζονται με τον ανήλικο. Τέτοιου είδους διαφωνίες, όσο και αν είναι δυσάρεστες και δυσχεραίνουν τη συνεργασία των γονέων, δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη μεταβολή των περιστάσεων τέτοιας βαρύτητας που να καθιστά αναγκαία ή δικαιολογημένη την άμεση και ουσιώδη παρέμβαση του Δικαστηρίου στο ισχύον καθεστώς.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση, ο βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας εστιάζεται στον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά του ανήλικου τέκνου έναντι της ίδιας έχει μεταβληθεί δυσμενώς. Η μεταβολή αυτή αποδίδεται, κατά την εκδοχή της, σε συγκεκριμένη συμπεριφορά και στάση του Καθ’ου η αίτηση, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αποσκοπεί στο να επηρεάσει αρνητικά τις απόψεις του τέκνου και να διαταράξει τη σχέση του με τη μητέρα του. Στη βάση αυτών των ισχυρισμών προωθείται η αίτηση για τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος.
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Μεταξύ αυτής περιλαμβάνεται και η έκθεση παιδοψυχολόγου, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ’ου η αίτηση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα όσα ανέφερε το ίδιο το ανήλικο τέκνο κατά τη συνέντευξη που λήφθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 (3) του Ν.216/90, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του (βλ. Γ.Δ. v. Α.Β. Έφεση αρ.1/2022 και 2/2022, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2022[1]). Συνεπώς στις 09/03/2026 πραγματοποιήθηκε κατ’ ιδίαν συνέντευξη του ανήλικου Π. από το Δικαστήριο ο οποίος είναι ηλικίας 12 ετών.
Από τη σύγκριση των όσων ανέφερε ο ανήλικος ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συνέντευξη του, με τα όσα είχε προηγουμένως εκφράσει στην παιδοψυχολόγο, προκύπτει ότι οι αναφορές του τέκνου είναι ουσιωδώς πανομοιότυπες τόσο ως προς την ένταση και τη σταθερότητα της επιθυμίας του να διαμένει με τον πατέρα του, όσο και ως προς τη φύση των σχέσεων του με τη μητέρα του.
Ειδικότερα, ενώπιον του Δικαστηρίου ο ανήλικος εξέφρασε με απόλυτη σαφήνεια, αμετάκλητη σταθερότητα και χωρίς κανένα δισταγμό την έντονη επιθυμία του να διαμένει μόνιμα με τον πατέρα του. Επανέλαβε επανειλημμένως ότι έχει κουραστεί από την υφιστάμενη κατάσταση, ότι επιθυμεί να εισακουστεί η βούληση του και, κλαίγοντας, παρακάλεσε το Δικαστήριο να αποφασίσει ακόμη και την ίδια ημέρα της συνέντευξης, ώστε να τερματιστεί αυτή η εκκρεμότητα. Τα ίδια ακριβώς συναισθήματα και η ίδια αμετάθετη θέση είχαν διατυπωθεί από τον ανήλικο και κατά τις τρεις ατομικές συνεδρίες του με την παιδοψυχολόγο, σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 2025. Συνεπώς, η βασική θέση της Αιτήτριας ότι η στάση του τέκνου υπέστη μεταγενέστερη και ουσιώδη μεταβολή δεν τεκμηριώνεται από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνεται απολύτως μη πειστική.
Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από πλευράς της Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στο περιεχόμενο της έκθεσης της παιδοψυχολόγου, αρκούμαι να σημειώσω ότι ο λόγος που προβάλλεται προς υποστήριξη της θέσης αυτής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα όσα προβάλλονται ως αιτιάσεις εκ μέρους της Αιτήτριας βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης, γεγονότα τα οποία προκύπτουν σαφώς από τον φάκελο της υπόθεσης και είναι γνωστά στο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, η αξιολόγηση του τέκνου από την παιδοψυχολόγο δεν αποτέλεσε πρωτοβουλία του Καθ’ου η αίτηση, αλλά πραγματοποιήθηκε κατ’ εκτέλεση εκ συμφώνου διατάγματος που εκδόθηκε κατόπιν συναίνεσης των δύο πλευρών στις 04/07/2025. Περαιτέρω, η επιλογή της συγκεκριμένης παιδοψυχολόγου ήταν αποτέλεσμα κοινής επιλογής των διαδίκων, όπως ρητώς προκύπτει από το ίδιο το διάταγμα, το οποίο προέβλεπε μάλιστα ότι οι διάδικοι όφειλαν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες της.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η διαφωνία που εκφράζεται εκ των υστέρων από πλευράς της Αιτήτριας εμφανίζεται μόνον μετά την έκδοση της έκθεσης της παιδοψυχολόγου και προφανώς σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της, χωρίς να είχε προηγηθεί οποιαδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη εκ μέρους της, είτε ως προς την επιλογή της παιδοψυχολόγου είτε ως προς τη διαδικασία των συνεντεύξεων, είτε ως προς τον τρόπο αξιολόγησης του τέκνου ή την ενδεχόμενη μεροληψία της.
Κατά συνέπεια, ούτε και επί του βασικού πραγματικού άξονα επί του οποίου εδράζεται η αίτηση κατόρθωσε η Αιτήτρια να αποδείξει ότι υφίσταται τέτοια μεταβολή των περιστάσεων που να καθιστά αναγκαία την επέμβαση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, ακόμη και αν η αίτηση ήταν δυνατό να εξεταστεί επί της ουσίας, ήτοι εάν δεν παρουσίαζε τις αδυναμίες που εντοπίζονται στο νομικό της υπόβαθρο και πάλι θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην απόρριψη της. Επομένως, υπό οποιαδήποτε εκδοχή, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη.
Έχοντας δε καταλήξει ως ανωτέρω, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο το Δικαστήριο βρίσκεται ενώπιον περίπτωσης που δικαιολογεί ή επιβάλλει την άσκηση της δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 17Β του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 23/90, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, όπως ακριβώς ζητεί ο Καθ’ ου η αίτηση μέσω της ένστασης του. Ειδικότερα, ζητείται η έκδοση πρόσθετων προσωρινών διαταγμάτων ώστε, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, να επιτραπεί η εγγραφή του ανηλίκου στο σχολείο της περιοχής όπου αυτός διαμένει από τον Νοέμβριο του 2025, καθώς και η εγγραφή του σε απογευματινές δραστηριότητες πλησίον του τόπου διαμονής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε μόλις πριν ένα χρόνο. Στην παρούσα χρονική στιγμή, εξακολουθούν να εκκρεμούν διαδικαστικά ζητήματα ουσιώδους σημασίας για την προώθηση της ακροαματικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η συμμόρφωση των διαδίκων με τα διατάγματα αποκάλυψης και ανταλλαγής εγγράφων. Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι εκκρεμεί η ετοιμασία της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία, σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, αποτελεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο και, στην πράξη, αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σημειώνεται ότι σχετικές οδηγίες για την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης δόθηκαν από το Δικαστήριο μόλις πριν από μία εβδομάδα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται προφανές ότι δεν είναι εφικτή η εκδίκαση της κυρίως αίτησης και η έκδοση τελικής απόφασης πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς 2026–2027. Συνεπώς, το ζήτημα που εγείρει ο Καθ’ ου η αίτηση δεν δύναται να επιλυθεί στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας εντός του αναγκαίου χρονικού ορίζοντα.
Περαιτέρω, προς εξυπηρέτηση του υπέρτατου συμφέροντος του ανηλίκου και προς αποφυγή περαιτέρω δικαστικών διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων, όπως η ενδεχόμενη καταχώριση νέας αίτησης από τον Καθ’ ου η αίτηση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας για αυτό το ζήτημα και κατ’ επέκταση προς αποφυγή κατακερματισμού της παρούσας διαδικασίας, κρίνεται σκόπιμο και επιβεβλημένο όπως το αίτημα εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι από τον Νοέμβριο του 2025 ο ανήλικος διαμένει στο Δάλι και ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απαιτείται καθημερινή μετακίνηση του σε σημαντική απόσταση για σκοπούς φοίτησης, ο χρόνος που δαπανάται καθημερινά σε μετακινήσεις στερεί από το τέκνο πολύτιμο χρόνο που θα μπορούσε να αφιερωθεί στη μελέτη, στην ξεκούραση, στην ψυχαγωγία και γενικότερα στην ομαλή καθημερινότητα του. Δεδομένου ότι το συμφέρον του τέκνου αποτελεί τον πρωταρχικό γνώμονα σε υποθέσεις της παρούσας φύσεως, κρίνω το αίτημα δικαιολογημένο.
Κατά συνέπεια, εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Καθ’ου η αίτηση να προβεί στην εγγραφή του ανηλίκου στο Περιφερειακό Γυμνάσιο Πέρα Χωρίου Νήσου.
Με προβλημάτισε επίσης ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί αντίστοιχο διάταγμα και αναφορικά με τις απογευματινές δραστηριότητες του ανηλίκου. Προς τον σκοπό αυτό ζητήθηκε και η γνώμη του ίδιου του τέκνου, το οποίο εξέφρασε με σαφήνεια ότι δεν θα έβλεπε αρνητικά μια τέτοια εξέλιξη. Αντιθέτως, ανέφερε ότι, λόγω των μεγάλων αποστάσεων που καλείται σήμερα να καλύπτει, ταλαιπωρείται και επιστρέφει στην οικία του σε πολύ προχωρημένη ώρα, γεγονός που επηρεάζει την καθημερινότητα του και αποτελεί επιθυμία του να αλλάξει.
Έχοντας και την θετική θέση του ίδιου του τέκνου και χωρίς να φαίνεται ότι τυχόν έκδοση αυτού του διατάγματος θα επηρεάσει ουσιωδώς δυσμενώς την Αιτήτρια, η οποία ουδόλως προβάλει ισχυρισμό ότι η ίδια αναλαμβάνει την μεταφορά από και προς τα σημεία που γίνονται οι δραστηριότητες θεωρώ και αυτό το αίτημα δικαιολογημένο. Σημειώνεται ότι τα προσωρινά διατάγματα τα οποία επιζητεί ο Καθ’ου η αίτηση να εκδοθούν δεν αποσκοπούν στην ανατροπή ή μεταβολή του υφιστάμενου καθεστώτος αλλά, αντιθέτως, αποτελούν κατ’ ουσίαν φυσική συνέχεια του ήδη ισχύοντος προσωρινού διατάγματος, με σκοπό την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Υπενθυμίζεται ότι με το ισχύον διάταγμα έχει ήδη καθοριστεί ως τόπος διαμονής του ανηλίκου η οικία του Καθ’ου η αίτηση στο Δάλι.
Τα διατάγματα που ζητούνται περιορίζονται, στην ουσία, στη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων που απορρέουν από την ως άνω μεταβολή του τόπου διαμονής, ώστε ο ανήλικος να δύναται να φοιτά σε σχολείο και να συμμετέχει σε απογευματινές δραστηριότητες πλησίον της νέας του οικίας. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή άσκοπων και χρονοβόρων καθημερινών μετακινήσεων, οι οποίες συνεπάγονται σημαντική ταλαιπωρία για το τέκνο, στερώντας του πολύτιμο χρόνο από τη μελέτη, την ξεκούραση, την ψυχαγωγία και γενικότερα από την ομαλή καθημερινότητα του.
Υπό το πρίσμα αυτό, τα αιτούμενα διατάγματα δεν εισάγουν νέο καθεστώς, αλλά αποσκοπούν στην ορθολογική προσαρμογή της καθημερινότητας του ανηλίκου στα δεδομένα που ήδη έχουν καθοριστεί με το ισχύον δικαστικό διάταγμα, κατά τρόπο που να εξυπηρετεί πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου.
Κατάληξη
Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Με βάση το άρθρο 17Β του Νόμου 23/90 εκδίδονται τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα που επιζητεί ο Καθ’ου η αίτηση:
1. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Καθ’ ου η αίτηση να προβεί στην εγγραφή του ανηλίκου Π.Π. στο Περιφερειακό Γυμνάσιο Πέρα Χωρίου Νήσου για τη σχολική χρονιά 2026–2027.
2. Εκδίδεται περαιτέρω προσωρινό διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Καθ’ου η αίτηση να εγγράψει τον ανήλικο Π.Π. σε απογευματινές δραστηριότητες και/ή φροντιστήρια που διεξάγονται πλησίον του τόπου διαμονής του ανηλίκου, εντός του Δήμου Ιδαλίου και/ή των όμορων κοινοτήτων.
Νοείται ότι, πριν από την επιλογή οποιασδήποτε δραστηριότητας και/ή φροντιστηρίου, ο Καθ’ου η αίτηση οφείλει να υποβάλει γραπτώς στην Αιτήτρια τουλάχιστον τρεις (3) εναλλακτικές επιλογές, εκ των οποίων η Αιτήτρια υποχρεούται να επιλέξει τουλάχιστον μία εντός 24 ωρών από τη γνωστοποίηση τους. Στην περίπτωση που η Αιτήτρια δεν ανταποκριθεί εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίστηκε, ο Καθ’ου η αίτηση θα μπορεί να εγγράψει τον ανήλικο σε δραστηριότητα και/ή φροντιστήριο της επιλογής του.
Τα προσωρινά διατάγματα θα ισχύουν μέχρι αποπερατώσεως της κυρίως αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Ως προς τα έξοδα, μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει αυτά να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ου η αίτηση στην παρούσα και εναντίον της Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ..........................
Μ. Χ. Κάιζερ, Π.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] «Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των προνοιών των Άρθρων 17(3) και 6(3) του Ν.216/1990 απολήγει στο ότι, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για την άσκηση του δικαιώματος του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί για προσωπική επικοινωνία με το παιδί, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται η γνώμη του. Επομένως, η γνώμη του παιδιού πρέπει να ζητείται εκτός και αν διαπιστώνεται ότι δεν έχει την ωριμότητα και βαθμό αντίληψης που απαιτούν οι περιστάσεις, για να εκφέρει τη γνώμη του.
…
Το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει το παιδί. Τη θέση του, εφόσον βάσιμη και ειλικρινή και όχι καθοδηγούμενη ή προς ικανοποίηση του γονέα με τον οποίο διαμένει, θα συνεκτιμήσει. Δεν είναι όμως υπόχρεο να την ακολουθήσει. Όπως εξηγούμε στη συνέχεια, κυρίαρχη και καθοριστική παράμετρος παραμένει το συμφέρον του, όπως το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι εξυπηρετείται καλύτερα.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο