Μ.Χ. ν. Κ.Κ., Αρ. Αίτησης: 322/25, 26/3/2026
print
Τίτλος:
Μ.Χ. ν. Κ.Κ., Αρ. Αίτησης: 322/25, 26/3/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 322/25i

 

Μεταξύ:

Μ.Χ.

Αιτήτρια

και

 

Κ.Κ.

Καθ’ ου η αίτηση

 

Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 04/10/2025[1]

 

Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Αιτήτρια: κα. Έλενα Νικολαΐδου

 

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κ. Στέφανος Παπαθεοδώρου για Σ. Παπαθεοδώρου & Σία ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 03/10/2025 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ ου η αίτηση όπως της καταβάλλει το ποσό των €600 ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους Ν.Κ. και διατάγματος με το οποίο το εν λόγω ποσό να καταβάλλεται στον τραπεζικό της λογαριασμό κάθε 1η εκάστου μήνα με 3 ημέρες χάρη.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 04/10/2025 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, με την οποία αιτείται πανομοιότυπη θεραπεία με την εναρκτήρια αίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο και εύλογο μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η αίτηση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από ένορκη της δήλωση στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Με τον Καθ’ ου η αίτηση τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 03/09/2011, ο οποίος λύθηκε με την υπ’ αριθμό 775/2020 απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 22/02/2021 (Τεκμήριο 1). Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, τον Ν.Κ. ο οποίος γεννήθηκε στις 22/09/2012. Η Αιτήτρια αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία στις 08/08/2020, όταν επήλθε οριστική διάσταση στη σχέση τους και έκτοτε ο ανήλικος διαμένει μαζί της. Στις 30/10/2020 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στα πλαίσια της υπ’ αριθμό 247Α/2020 αίτησης γονικής μέριμνας, με το οποίο ανατέθηκε στην Αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση (Τεκμήριο 2).

 

Η Αιτήτρια αναφέρει ότι από την ημέρα της διάστασή τους, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει συνεισφέρει καθόλου στα έξοδα του ανηλίκου και τα επωμίζεται όλα η ίδια εξολοκλήρου και παρόλο που του ζήτησε επανειλημμένως να συνεισφέρει είναι πάντοτε αρνητικός. Αναφέρει ότι είναι σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και ότι για να μπορέσει να αντεπεξέλθει λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τους γονείς της, οι οποίοι της δήλωσαν ότι δεν μπορούν να την βοηθούν πλέον. Ως αναφέρει, οι γονείς της έχουν ήδη πληρώσει πολλά έξοδα για την κατασκευή του σπιτιού στο οποίο κατοικεί με τον ανήλικο.

 

Ως προς τα εισοδήματα της αναφέρει ότι εργάζεται στην Αναπτυξιακή Εταιρεία Λευκωσίας (ΑΝΕΛ) ΛΤΔ ως Λειτουργός Ευρωπαϊκών Έργων και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.916,15 καθαρά πλέον 13ο μισθό. Επιπλέον λαμβάνει επίδομα μονογονιού ύψους €215,96 το μήνα καθώς και επίδομα τέκνου ύψους €535,84 κατ’ έτος (Τεκμήρια 3α-3δ).

 

Ως προς τα εισοδήματα του Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι εργάζεται στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και πιστεύει ότι λαμβάνει το ποσό των €2.000 μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων υπερωρίας και αργίας πλέον 13ο μισθό. Επίσης ασχολείται με την πώληση ανατομικών poster και φωτογραφιών με την εμπορική επωνυμία Prodecoplus.com και δημιούργησε ιστοσελίδα με eshop. Σε πρόσφατη συζήτησή τους ο Καθ’ ου η αίτηση της ανέφερε ότι σκέφτεται να εγγραφεί στο ΦΠΑ. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι από αυτή την εργασία κερδίζει επιπλέον €300-€500 το μήνα (Τεκμήριο 4α-4β).

 

Η Αιτήτρια αναφέρει ότι ο ανήλικος βρίσκεται στην εφηβεία, τα έξοδά του αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο και δεν μπορεί πλέον να αντεπεξέλθει. Για τη διατροφή, συντήρηση και εκπαίδευση του υιού της απαιτείται ενδεικτικά το ποσό των €1.112,50 το μήνα, το οποίο επεξηγεί σε αναλυτικό πίνακα που παραθέτει.

 

α)

Έξοδα σίτισης και υγιεινής ½

(Τεκμήρια 3α-3δ)

€300

β)

Ένδυση, υπόδηση

(Τεκμήρια 3α-3δ)

€150,00

γ)

Ηλεκτρικό ρεύμα ½

(Τεκμήριο 5α)

€25,00

δ)

Νερό ½

(Τεκμήριο 5β)

€15,00

ε)

Internet και κινητή τηλεφωνία ½

(Τεκμήριο 6)

€17,50

στ)

Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φαρμακείο που δεν

καλύπτεται από το Γεσύ

 

€10,00

ζ)

Μεταφορικά

 

€50,00

η)

Ψυχαγωγία, πάρτι γενεθλίων, κοινωνικές υποχρεώσεις

 

€60,00

θ)

Σχολικός εξοπλισμός

(Τεκμήρια 3α-3δ)

€20,00

ι)

Έκτακτα έξοδα

 

€50,00

κ)

Χαρτζιλίκι

 

€60,00

λ)

Βιβλία αγγλικών και εξετάσεις €270 τον χρόνο

(Τεκμήριο 8)

€22,50

μ)

Βιβλίο μαθηματικών €20 τον χρόνο

(Τεκμήριο 7)

€1,66

ν)

Ιδιαίτερα μαθήματα

(Τεκμήριο 7 και 8)

€145,00

ξ)

Εξωσχολικές δραστηριότητες

(Τεκμήριο 9)

€155,00

ο)

Γυαλιά οράσεως (φακοί και σκελετός) €170 τον χρόνο

(Τεκμήριο 10)

€14,17

π)

Summer Camp €200 τον χρόνο

(Τεκμήριο 11)

€16,67

 

ΣΥΝΟΛΟ

€1.112,50

       

Η Αιτήτρια αναλύει περαιτέρω τα πιο πάνω κονδύλια στην ένορκη της δήλωση και αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση, με βάση τα εισοδήματά του είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό των €600 το μήνα. Ως εκ τούτου ζήτησε από τους δικηγόρους της να στείλουν έναν προκαταρκτικό πίνακα εξόδων του ανηλίκου στον Καθ’ ου η αίτηση με την ελπίδα ότι θα συμφωνήσει και δεν θα χρειαστεί να καταφύγει σε δικαστικές διαδικασίες αλλά ο Καθ’ ου η αίτηση απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να συνεισφέρει κανένα ποσό (Τεκμήριο 12). Επιπλέον, αναφέρει ότι παρόλο που συμφωνήθηκε με το εκδοθέν διάταγμα ότι θα ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο κάθε δεύτερη εβδομάδα από την Παρασκευή η ώρα 4:15μμ με παράδοση τη Δευτέρα στο σχολείο η ώρα 7:30πμ, ο Καθ’ ου η αίτηση από τον Σεπτέμβριο του 2023 δεν συμμορφώνεται επειδή επιλέγει να εργάζεται κάθε Κυριακή για να αυξάνεται ο μισθός του και της παραδίδει τον ανήλικο είτε το πρωί είτε το απόγευμα της Κυριακής, ανάλογα με τη βάρδια στην οποία εργάζεται, πρωινή ή βραδινή. Με ηλεκτρονική επιστολή της, διαμαρτυρήθηκε για τη στάση του (Τεκμήριο 13).

 

Η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, ζητώντας όπως εκδοθεί μονομερώς προσωρινό διάταγμα, πλην όμως δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη κατεπείγουσας βάσης ή ιδιαίτερων περιστάσεων ούτε καταχώρισε ξεχωριστή υποστηρικτική ένορκη δήλωση προς τούτο[2]. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Μετά την επίδοση, ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 16/10/2025 και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 07/11/2025.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει 6 λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και γύρω από τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Η ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποία αναφέρει ότι η Αιτήτρια στις 08/08/2020 έφυγε ξαφνικά από το σπίτι χωρίς να τον ενημερώσει. Εκείνο το διάστημα ήταν χωρίς δουλειά και καταχρεωμένος. Παρά τα τεράστια οικονομικά του προβλήματα αποδέχτηκε την επικοινωνία που καθορίστηκε στο διάταγμα γονικής μέριμνας, δηλαδή να έχει το παιδί 2 φορές τη μία εβδομάδα και 4 φορές την επόμενη εβδομάδα με διανυκτερεύσεις.

 

Ως προς τα εισοδήματά του απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και αναφέρει ότι ξεκίνησε να εργάζεται στη CYTA πριν από 3,5 χρόνια, ως ωρομίσθιος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και λαμβάνει το ποσό των €1.100 περίπου το μήνα (Τεκμήριο 1). Το εισόδημα αυτό είναι το μοναδικό που έχει. Απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που αφορούν το ισχυριζόμενο eshop και αναφέρει ότι αυτό ήταν ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε το έτος 2019 αλλά ουδέποτε δούλεψε. Εδώ και 3,5 χρόνια εργάζεται στη CYTA, δεν έχει κανένα εισόδημα από τα προϊόντα αυτά διότι δεν έχει τον χρόνο να τα προωθήσει. Προσπάθησε να δημιουργήσει τη δική του δουλειά αλλά λόγω covid του αφαιρέθηκε αυτή η δυνατότητα και έμεινε μόνο στην ιστοσελίδα, χωρίς πωλήσεις. Αναφέρει περαιτέρω ότι από τον μισθό του καλύπτει δύο δάνεια ύψους €377 και €330 το μήνα, τα οποία συνήψε για την αγορά του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει και το οποίο αποτέλεσε τη συζυγική του κατοικία με την Αιτήτρια. Προκειμένου να ανταποκριθεί στις δόσεις αυτές, χρησιμοποιεί τρεχούμενους λογαριασμούς με υπερανάληψη και πιστωτικές κάρτες με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται με τόκους και έξοδα μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση παραδέχεται ότι προσπαθεί να αυξήσει το εισόδημά του, για αυτό εργάζεται και Κυριακές όταν τον ζητά η υπηρεσία, αφού είναι ωρομίσθιος και δεν έχει σταθερές ώρες. Το παιδί ωστόσο είναι μαζί του από την Παρασκευή το απόγευμα και τον επιστρέφει την Κυριακή το απόγευμα για να μπορέσει να εργαστεί.

 

Ως προς τα εισοδήματα της Αιτήτριας, δεν διαφωνεί αλλά αναφέρει ότι το δικό του εισόδημα συνιστά το 32% του συνολικού τους εισοδήματος ενώ της Αιτήτριας το 68%. Αρνείται ότι η Αιτήτρια λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τους γονείς της και ότι δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Σε αντίθεση με τον ίδιο, η Αιτήτρια δεν έχει ούτε ενοίκιο ούτε δόσεις δανείου και τα έξοδα της για ρεύμα, νερό και ίντερνετ είναι κατά πολύ μικρότερα από τα δικά του (Τεκμήριο 2).

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται ότι δεν συνεισφέρει καθόλου στα έξοδα του ανηλίκου. Αναφέρει ότι παρά τα οικονομικά του θέματα, όταν το παιδί είναι μαζί του, φροντίζει να μην του λείψει τίποτε και επίσης επιβαρύνεται και ο ίδιος με έξοδα που αφορούν τη διαμονή του, αφού 12 ημέρες το μήνα διαμένει μαζί του. Προτίθεται επίσης να ζητήσει κοινή φροντίδα και φύλαξη του ανηλίκου. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι τα έξοδα που παραθέτει η Αιτήτρια είναι διογκωμένα και υπερβολικά, όμως στην πραγματικότητα είναι σχεδόν τα ίδια εδώ και χρόνια. Προς τούτο παραθέτει το δικό του πίνακα με τα έξοδα του ανηλίκου σύμφωνα με το επίπεδο ζωής που είχαν πριν χωρίσουν, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €604 το μήνα. Ως προς τα ιδιαίτερα μαθήματα και τις εξωσχολικές δραστηριότητες επισημαίνει ότι η Αιτήτρια τα υπολογίζει σε ετήσια βάση ενώ στην πραγματικότητα ο ανήλικος φοιτά 9 μήνες τον χρόνο.        

 

Καταλήγοντας, ο Καθ’ ου η αίτηση θεωρεί δίκαιο και εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη την αναλογία των εισοδημάτων τους, τον χρόνο που περνά μαζί του ο ανήλικος και κυρίως τα πραγματικά έξοδα του ανηλίκου, να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €55 το μήνα και να καλύπτει απευθείας το 32% των εξωσχολικών δραστηριοτήτων του ανηλίκου.

 

Ακολούθησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 21/11/2025, στην οποία επισημαίνει, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η αίτηση, ότι τα εισοδήματά του είναι μεγαλύτερα από αυτά που ισχυρίζεται και κατά μέσο όρο ανέρχονται στο ποσό των €1.404,14 το μήνα καθαρά. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν έχει εισοδήματα από την ιστοσελίδα του και επαναλαμβάνει ότι σε πρόσφατη συζήτηση μεταξύ τους της ανέφερε πως σκεφτόταν να εγγραφεί στο ΦΠΑ. Ως αναφέρει, διατηρεί ενεργή την ιστοσελίδα και την εμπορική επωνυμία και καταβάλλει κάθε χρόνο έξοδα προς τούτο. Ο Καθ’ ου η αίτηση είναι νέος, υγιής και έχει δυνατότητα να εργάζεται και να έχει εισοδήματα άνω των €1.500 το μήνα. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ψεύδεται ως προς τα εισοδήματά του, αφού είναι άξιο απορίας πώς συντηρεί τον εαυτό του με μηνιαίο μισθό περί τα €1.000, δόσεις περί τα €707 και λογαριασμούς περί τα €190 το μήνα.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια επισημαίνει την παραδοχή του Καθ’ ου η αίτηση ότι επιστρέφει τον ανήλικο τις Κυριακές αντί Δευτέρες στο σχολείο, με αποτέλεσμα οι διανυκτερεύσεις εδώ και δύο χρόνια να είναι 10 αντί 12 το μήνα. Απορρίπτει τη θέση του ότι προτίθεται να διεκδικήσει κοινή φύλαξη του παιδιού, ενώ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο υφιστάμενο διάταγμα γονικής μέριμνας και θεωρεί ότι το αναφέρει για σκοπούς εντυπωσιασμού. Ως προς τα έξοδα του ανηλίκου εμμένει στη θέση της και θεωρεί ότι ο Καθ’ ου η αίτηση τα παρουσιάζει εξωπραγματικά χαμηλά. Αποδέχεται ωστόσο ότι τα μαθήματα αγγλικών και μαθηματικών είναι για 9 μήνες τον χρόνο, αλλά η αναρρίχηση είναι για 10 μήνες τον χρόνο, πλέον το καλοκαιρινό σχολείο. Η Αιτήτρια δεν αποδέχεται το ποσό των €55 το μήνα που προτείνει ο Καθ’ ου η αίτηση διότι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ανηλίκου.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση απάντησε επίσης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22/12/2025. Προσκομίζει βεβαίωση από την εργασία του (Τεκμήριο 1) η οποία αναφέρει ότι για το έτος 2025 ο μέσος όρος ωρών εργασίας του ανήλθε σε 26 ώρες ανά εβδομάδα. Προσκομίζει επίσης κι άλλες καταστάσεις μισθοδοσίας του (Τεκμήριο 2) προς απόρριψη του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι επιλεκτικά στην προηγούμενη ένορκη του δήλωση κατέθεσε μισθοδοσίας ενός μήνα στον οποίο δεν εργάστηκε κανονικά. Περαιτέρω προσκομίζει τα υπόλοιπα των λογαριασμών υπερανάληψης που διαθέτει καθώς και δηλώσεις τελών του 2024 για τους εν λόγω λογαριασμούς (Τεκμήριο 3) προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα εισοδήματα του δεν επαρκούν και αναγκάζεται να χρησιμοποιεί τέτοιου είδους λογαριασμούς. Αναφέρει ότι είναι 50 ετών και έχει αρκετά προβλήματα υγείας τα οποία η Αιτήτρια γνωρίζει. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι, η Αιτήτρια δεν βρίσκεται στην ίδια οικονομική θέση με αυτόν και από όσο γνωρίζει, έχει στην τράπεζα, σε κοινό λογαριασμό με άλλα μέλη της οικογένειάς της, καταθέσεις άνω των €500.000.

 

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση διευκρινίζει ότι για το έτος 2025, όταν εργάζεται τις Κυριακές, έχει τον ανήλικο όλη τη μέρα της Κυριακής και τον παραδίδει στην Αιτήτρια 3-4 ώρες πριν κοιμηθεί για να μπορέσει να δουλέψει μέχρι τα μεσάνυχτα, προκειμένου να αυξηθεί το εισόδημα του. Για το έτος 2024 αναφέρει ότι δούλεψε κυρίως Κυριακές πρωί και με το πέρας της εργασίας του παραλάμβανε τον ανήλικο και διανυκτέρευε κανονικά μαζί του μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Επαναλαμβάνει ότι έχει συνεισφέρει αρκετές φορές στη διατροφή του ανηλίκου, στις εξωσχολικές του δραστηριότητες καθώς και ότι πολλές φορές προέβη στην αγορά ρούχων, παπουτσιών, smartwatch κτλ. Ως προς την αναρρίχηση επισημαίνει ότι ο ανήλικος ξεκίνησε τον Οκτώβριο και όχι τον Σεπτέμβριο. Επίσης παραπέμπει στην αλληλογραφία που είχε με τους δικηγόρους της Αιτήτριας (Τεκμήριο 4) όπου δήλωσε την πρόθεσή του να αναλάβει τη φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου αποκλειστικά προς επιβεβαίωση του γνήσιου της προθέσεώς του. Καταλήγοντας επαναλαμβάνει ότι το δίκαιο και εύλογο είναι καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €55 το μήνα και να καλύπτει απευθείας το 32% από τις εξωσχολικές δραστηριότητες του ανηλίκου.    

 

Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, η οποία διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Νομική πτυχή:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

 

(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και

(γ)  Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

 

Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων[3]. Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:

 

«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.

 

(…)

 

Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».

 

Σημειώνω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που αφορούν τον τρόπο δικαστικής προσέγγισης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνάδουν με τη φιλοσοφία των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, δυνάμει των οποίων εγείρεται και εξετάζεται η παρούσα αίτηση. Οι νέοι Κανονισμοί δεν μεταβάλλουν το κατώφλι που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), ούτε διαφοροποιούν την εξουσία του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία εξακολουθεί να ασκείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

 

Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων αυτών και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[4]. Στα πλαίσια της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει[5]. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[6].

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990) και ειδικότερα τα άρθρα 33(1) και 37(1) και (2).

 

Το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:

 

«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του».

 

Το άρθρο 37(1) και (2) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:

 

«(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

 

(2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του».

 

Ως προς το άρθρο 33 του Ν. 216/90 στην υπόθεση Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας ανήκει και στους δυο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δυο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. (…) Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ή την αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. (…)»

 

Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Η. Ηλία (1997) 1 ΑΑΔ 1372, στον καθορισμό της διατροφής σημασία έχει η οικονομική ικανότητα του υπόχρεου, όχι ότι επέλεξε να διαμορφώσει ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, υπάρχει δε υποχρέωση και των δύο γονέων να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν τον καθορισμό της διατροφής.

 

Ως προς το άρθρο 37 του Ν. 216/90, στην υπόθεση Α. Γ. ν. Σ-Α.Τ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 36/2018, 7/5/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση.  Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμαντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε)  Το μέτρο με το οποίο θα καθοριστεί η διατροφή δεν μπορεί να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα, ενώ η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμου (βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386 και Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625) όπως λέχθηκε στην Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια, καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 216/90, η διατροφή ανηλίκων συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, η οποία αποβλέπει στην κάλυψη των αναγκών τους, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 37 του ίδιου Νόμου. Η υποχρέωση αυτή βαραίνει αμφότερους τους γονείς, οι οποίοι οφείλουν να συνεισφέρουν ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.

 

Η Αιτήτρια, με την εναρκτήρια αίτηση, επιδιώκει τον καθορισμό της συνεισφοράς του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στον πυρήνα των προαναφερόμενων διατάξεων. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εναρκτήρια αίτηση εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθότι αφορά αξίωση για διατροφή ανηλίκου. Περαιτέρω, υφίσταται, στο απαιτούμενο για το παρόν στάδιο επίπεδο, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, καθότι ο Καθ’ ου η αίτηση, ως ο έτερος γονέας, φέρει εκ του νόμου υποχρέωση να συνεισφέρει στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες.

 

Συνακόλουθα, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και απομένει η εξέταση της τρίτης.

 

Το ζήτημα της διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και την ευημερία του. Η μη καταβολή εύλογου ποσού για τη διατροφή του από πλευράς γονέα, αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς τις συνθήκες διαβίωσης και την εν γένει ευημερία του. Περαιτέρω, οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης είναι τρέχουσες και επείγουσες, και δεν μπορούν να αναπληρωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Εξάλλου, σε σχέση με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος διατροφής, στην υπόθεση ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ v. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Έφεση Αρ. 21/2019, 29/6/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Η  υποχρέωση αυτή είναι διαρκής.  Η πιθανότητα διακοπής της συνεισφοράς του εφεσείοντος ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο δεν τίθεται στη βάσανο μαρτυρίας προς τούτο.  Από τη στιγμή που η εφεσίβλητη διεκδίκησε δικαστική συνεισφορά υπό το φως της απομάκρυνσης του εφεσείοντος από τη συζυγική οικία, παραμένει αυτονόητο ότι είτε συναινετικά, είτε διά αποφάσεως μετά από ακρόαση, ένα διάταγμα μέσω Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο, προς διασφάλιση των βασικών αναγκών των ανηλίκων.

 

        Σύζυγοι που διαζεύγονται ή τελούν υπό διάσταση, παραμένουν υπόχρεοι για τη διατροφή των τέκνων τους.  Όπου η λογική και η έμφυτη μητρική ή πατρική αγάπη πρυτανεύουν οι σύζυγοι δεν διασταυρώνουν τα ξίφη τους, ούτε αναλώνουν τις δυνάμεις τους στα Δικαστήρια, αλλά αντίθετα τις ενώνουν χάριν της ευημερίας των παιδιών.  Αυτό στην ουσία ως θέμα κοινής λογικής, σημείωσε και το Δικαστήριο, στην απόφαση του ότι η επιμονή των διαδίκων να λύνουν τις διαφορές τους δικαστικώς αντί φιλικώς, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «ανά πάσα στιγμή εν απουσία σχετικού διατάγματος, δυνατόν να οδηγήσει τον Καθ΄ ου η αίτηση, να σταματήσει να καταβάλλει τα έξοδα διατροφής των ανηλίκων» με τραγικές συνέπειες.  Ακόμη και η υποβολή και επιμονή στην παρούσα έφεση υποδεικνύει εγγενώς την εν δυνάμει αμφισβήτηση της υποχρέωσης συνέχισης της διατροφής χωρίς δικαστικό διάταγμα.

 

        Τα πιο πάνω επιλύουν και τα όσα ο εφεσείων αναφέρει αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ότι είναι αδύνατο χωρίς δικαστικό διάταγμα να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.  Ακόμη και με δεδομένο ότι ο εφεσείων όντως συνεισφέρει ήδη στη διατροφή, τι θα τον εμπόδιζε να διαφοροποιήσει τη θέση του ή να μειώσει δραστικά το ποσό το οποίο συνεισφέρει.  Υπενθυμίζεται ότι η φύση της παρούσας διαφοράς είναι πολύ διαφορετική από τα συνηθισμένα άλλα προσωρινά διατάγματα που αφορούν συμβατικές, κατά κανόνα, σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Υπερίπταται εδώ η νομοθετική υποχρέωση συνεισφοράς προς όφελος των ανηλίκων.»  

 

Ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια δεν διεκδίκησε διατροφή σε προγενέστερο χρόνο δεν δύναται, να αναιρέσει την ανάγκη ρύθμισης του ζητήματος στο παρόν στάδιο, δεδομένου ότι η υποχρέωση διατροφής είναι διαρκής και οι ανάγκες του ανηλίκου τρέχουσες. Το γεγονός της καθυστέρησης δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του Καθ’ ου η αίτηση, ούτε να αποτελέσει πλεονέκτημα για την υπεράσπισή του. Εξάλλου, η αναδρομικότητα τυχόν διατάγματος διατροφής, ανατρέχει στον χρόνο καταχώρισης της αίτησης και όχι σε προγενέστερο χρόνο, ενώ σε κάθε περίπτωση η έναρξη ισχύος του εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Σημειώνεται συναφώς ότι παρά τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, ο ίδιος τόσο στην αρχική του ένορκη δήλωση[7] όσο και στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση[8], εισηγείται την καταβολή συγκεκριμένου ποσού διατροφής, ήτοι €55 μηνιαίως καθώς και την απευθείας κάλυψη του 32% των εξωσχολικών δραστηριοτήτων του ανηλίκου. Η θέση αυτή, ανεξαρτήτως του ύψους του προτεινόμενου ποσού, συνιστά κατ’ ουσίαν αποδοχή της ανάγκης ρύθμισης του ζητήματος της διατροφής με δικαστικό διάταγμα και αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί μη αναγκαιότητας έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος.

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

 

Ενόψει των ισχυρισμών του Καθ’ ου η αίτηση αναφορικά με το «ισοζύγιο της ευχέρειας», κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα ακόλουθα, όπως αναδεικνύονται και στην απόφαση Δημοσθένους (ανωτέρω):

 

Αν και το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος, στη φύση διαφορών που αφορούν τη διατροφή ανηλίκου, η σχετική στάθμιση δεν εστιάζει στην ευχέρεια των διαδίκων με όρους που εφαρμόζονται σε άλλες κατηγορίες διαφορών, αλλά πρωτίστως στη διασφάλιση των αναγκών του ανηλίκου, υπό το φως των οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων του.

 

Ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση ότι το «ισοζύγιο της ευχέρειας» κλίνει υπέρ του, λόγω των οικονομικών του δυσχερειών και της επικοινωνίας που διατηρεί με τον ανήλικο, δεν δύναται να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Οι σχετικοί ισχυρισμοί αναφορικά με το ύψος του εισοδήματός του και τον χρόνο επικοινωνίας με τον ανήλικο αποτελούν στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της διατροφής και όχι λόγους απόρριψης της αίτησης.

 

Ως προς το ύψος της διατροφής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αφενός τις εύλογες ανάγκες του ανηλίκου και αφετέρου τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων.

 

Όπως έχει αναγνωριστεί στη νομολογία, κατά το στάδιο εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά ευρήματα επί διαφιλονικούμενων ζητημάτων, αλλά σε μια σφαιρική εκτίμηση των δεδομένων που τίθενται ενώπιον του. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Α.Μ v. Μ.Ζ., Έφεση Αρ. 23/2019, ημερομηνίας 28.07.2020, σημειώθηκαν τα εξής:

 

«Ως προς τα έξοδα της ανήλικης, όπως προαναφέραμε, καθορίζονται αφού το Δικαστήριο προβεί σε μια σφαιρική αντίκριση των δεδομένων. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται γιατί υπάρχει η υποχρέωση και των δύο γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή του ανήλικου από τη διάσταση και πως αυτό περιορίζεται μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης με βάση τα πραγματικά εισοδήματα των διαδίκων και των αναγκών του ανηλίκου και θα προβεί σε καταμερισμό στον κάθε γονέα».

 

Ομοίως, στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ.18/19, ημερ.3.12.2020, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Εν προκειμένω όμως επρόκειτο για αίτηση προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος διατροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας, κυρίως αίτησης. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, όπως και δεν το έπραξε, να προβεί σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων ή τις ανάγκες των τριών ανηλίκων. Στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1 ΑΑΔ 604 υποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα:

 

«Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι µε αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.»

 

Ως προς τις ανάγκες του ανηλίκου, αυτές αποτελούν το σημείο εκκίνησης για τον καθορισμό της διατροφής, η οποία στη συνέχεια κατανέμεται μεταξύ των γονέων ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.

 

Οι ανάγκες του ανηλίκου, όπως προβάλλονται από την Αιτήτρια, ανέρχονται στο ποσό των €1.112,50 μηνιαίως, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση τις προσδιορίζει στο ποσό των €604 μηνιαίως. Από μια εκ πρώτης όψεως σύγκριση των δύο εκδοχών προκύπτει ότι οι διάδικοι, σε γενικές γραμμές, συμφωνούν ως προς το είδος των αναγκών του ανηλίκου, περιλαμβανομένων τόσο των βασικών δαπανών διαβίωσης όσο και των εκπαιδευτικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων του. Η ουσιώδης διαφοροποίηση εντοπίζεται στο ύψος των επιμέρους κονδυλίων και κατ’ επέκταση, στο συνολικό επίπεδο δαπανών που θεωρείται εύλογο για την κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου.

 

Η εκδοχή της Αιτήτριας αποτυπώνει ένα υψηλότερο επίπεδο δαπανών, ιδίως σε βασικές κατηγορίες όπως η σίτιση και η ένδυση, καθώς και στις εκπαιδευτικές και εξωσχολικές δραστηριότητες, ενώ η εκδοχή του Καθ’ ου η αίτηση παρουσιάζει μια αισθητά χαμηλότερη αποτίμηση των ίδιων αναγκών.

 

Ως προς επιμέρους κονδύλια, όπως τα ιδιαίτερα μαθήματα και οι εξωσχολικές δραστηριότητες, ακόμη και λαμβανομένης υπόψη της διαφοροποίησης ως προς τη χρονική τους διάρκεια, κατά παραδοχή της Αιτήτριας, τα ποσά που προβάλλονται από τον Καθ’ ου η αίτηση δεν φαίνεται να δικαιολογούνται πλήρως, ιδίως υπό το φως των σχετικών τεκμηρίων που προσκόμισε η Αιτήτρια[9]. Παράλληλα, σε άλλες βασικές κατηγορίες δαπανών, η εκδοχή του Καθ’ ου η αίτηση εμφανίζεται να υπολείπεται του εύλογου επιπέδου που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών ενός ανηλίκου της συγκεκριμένης ηλικίας.

 

Χωρίς να είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να εξεταστεί με αυστηρότητα η ακρίβεια εκάστου κονδυλίου, προκύπτει ότι οι ανάγκες του ανηλίκου είναι πραγματικές και συναρτώνται με τις απαιτήσεις της ηλικίας του, καθότι πρόκειται για παιδί 13½  ετών[10]. Υπό τις περιστάσεις, εκτιμάται ότι οι εύλογες μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου δεν αποτυπώνονται πλήρως σε καμία εκ των δύο εκδοχών, αλλά τοποθετούνται μεταξύ των ποσών που προβάλλονται από τους διαδίκους. 

 

Ως προς τα εισοδήματα των διαδίκων, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια εργάζεται στην Αναπτυξιακή Εταιρεία Λευκωσίας (ΑΝΕΛ) ΛΤΔ ως Λειτουργός Ευρωπαϊκών Έργων και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.916,15 καθαρά, πλέον 13ο μισθό. Επιπλέον, λαμβάνει επίδομα μονογονιού ύψους €215,96 μηνιαίως, καθώς και επίδομα τέκνου ύψους €535,84 ετησίως. Τα πιο πάνω εισοδήματα δεν αμφισβητούνται από τον Καθ’ ου η αίτηση.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το επίδομα μονογονιού προστίθεται στα μηνιαία εισοδήματα του γονέα[11], ενώ το επίδομα τέκνου λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των αναγκών του ανηλίκου[12].

 

Ως προς τον Καθ’ ου η αίτηση, αυτός αναφέρει ότι εργάζεται στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ως ωρομίσθιος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και λαμβάνει περίπου το ποσό των €1.100 μηνιαίως, το οποίο και αποτελεί, κατά τον ισχυρισμό του, το μοναδικό του εισόδημα.

 

Η Αιτήτρια αμφισβητεί τα πιο πάνω και ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει υψηλότερο εισόδημα, καθώς και επιπλέον εισόδημα από διαδικτυακή δραστηριότητα μέσω ιστοσελίδας. Ο Καθ’ ου η αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό και αναφέρει ότι η εν λόγω ιστοσελίδα δεν είναι ενεργή και δεν του αποφέρει εισόδημα.

 

Το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει στο παρόν στάδιο σε ευρήματα ως προς το θέμα αυτό, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με διάγνωση της ουσίας της διαφοράς. Αρκεί το ότι προκύπτει πως ο Καθ’ ου η αίτηση εργάζεται και καταβάλλει προσπάθειες για αύξηση του εισοδήματός του, στοιχεία που υποδηλώνουν δυνατότητα συνεισφοράς στη διατροφή του ανηλίκου.

 

Ως προς τα δάνεια που εξυπηρετεί ο Καθ’ ου η αίτηση, αυτά αποτελούν μεν οικονομική επιβάρυνση, πλην όμως δεν αναιρούν την εκ του νόμου υποχρέωσή του να συνεισφέρει στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του, η οποία έχει προτεραιότητα[13].

 

Ως προς τον ακριβή αριθμό των διανυκτερεύσεων του ανηλίκου με τον Καθ’ ου η αίτηση, για τον οποίο οι διάδικοι διαφωνούν, σημειώνω ότι η διαφορά, ήτοι 10 διανυκτερεύσεις ή 12, δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει τη συνεκτίμηση του γεγονότος ότι, κατά τον χρόνο αυτό, ορισμένες δαπάνες του ανηλίκου καλύπτονται από τον Καθ’ ου η αίτηση. Την ίδια στιγμή όμως, η εν λόγω συνεισφορά δεν αναιρεί την εκ του νόμου υποχρέωσή του να συμβάλλει στη διατροφή του ανηλίκου, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των αναγκών του και δεν περιορίζεται στον χρόνο κατά τον οποίο το τέκνο διαμένει με τον εκάστοτε γονέα[14].

 

Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των εύλογων αναγκών του ανηλίκου, σε συνδυασμό με τα εισοδήματα των διαδίκων και τη συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση κατά τον χρόνο που ο ανήλικος διαμένει μαζί του, κρίνω ότι, για σκοπούς προσωρινού διατάγματος, το ποσό των €200 μηνιαίως είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων, ως συνεισφορά στη διατροφή του ανήλικου υιού.

 

Σε σχέση με την έναρξη της υποχρέωσης του Καθ’ ου η αίτηση, παραπέμπω στην υπόθεση Γ.Μ. v. Β.Σ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 23/2022, 1/6/2023 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σε κάθε περίπτωση, διαταγή για αναδρομική ισχύ είναι καλύτερα να εκδίδεται στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης Διατροφής, όπου αξιοποιούνται όλα τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη άμεσων και επείγουσων αναγκών.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν διάταγμα θα πρέπει να ισχύει από την ημερομηνία έκδοσής του.

Κατάληξη:

 

Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €200 μηνιαίως από 26/03/2026 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με 3 ημέρες χάρη, ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου του Ν.Κ.

 

Το παρόν διάταγμα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο δεν ικανοποίησε πλήρως το αίτημα της Αιτήτριας αλλά ούτε και το ποσό που εισηγήθηκε ο Καθ’ ου η αίτηση, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα είναι εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

                                                                              (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Καταχωρίστηκε στις 03/10/2025 ώρα 13:02.

[2] Βλ. Μ.23 Κ.8(2) «Διάδικος ο οποίος αιτείται τον ορισμό της ΑΔΟ σε επείγουσα βάση υποχρεούται να καταχωρίσει ξεχωριστή δήλωση μάρτυρα ή ένορκη δήλωση παραθέτοντας τους λόγους του επείγοντος ή τυχόν εξαιρετικές περιστάσεις που υποστηρίζουν τούτο. Ο Πρωτοκολλητής δύναται να ορίσει την ΑΔΟ ως επείγουσα ή να παραπέμψει το αίτημα για απόφαση επί τούτου από τον δικαστή».

[3] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.

[4] Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119.

[5] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022.

[6] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.

[7] Βλ. παράγραφο 18 της ΕΔ Αιτητή.

[8] Βλ. παράγραφο 17 της ΣΕΔ Αιτητή.

[9] Βλ. Τεκμήρια 7, 8 και 9 της ΕΔ της Αιτήτριας.

[10] Βλ. Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδη κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386, Παναγιώτου v. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2010) 1 (Β) Α.Α.Δ. 951).

[11] Βλ. KONYALIAN v. PASKULOV, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2/20, 24/6/2021.

[12] Βλ. ΜΑΡΚΟΥ v. KUZICHAVA ΜΑΡΚΟΥ, Έφεση Αρ. 22/2019, 24/6/2021.

[13] Βλ. Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418, Χαραλάμπους Χριστίνα ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους (2010) 1 ΑΑΔ 951, Κορελλίδης Γεώργιος ν. Λεμίρας Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975.

[14] Βλ. ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΑΓΗ ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 25/2019, 15/12/2021.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο