Ε.Π. ν. Χ.Χ., Αρ. Αίτησης: 569/22, 17/3/2026
print
Τίτλος:
Ε.Π. ν. Χ.Χ., Αρ. Αίτησης: 569/22, 17/3/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 569/22i

 

Μεταξύ:

Ε.Π.

Αιτήτριας

και

 

Χ.Χ.

Καθ’ ου η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 04/03/2026 για άδεια

καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης  

 

 

Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Αιτήτρια: κα. Ε. Νικολαΐδου

 

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κα. Τ. Τζίρτη

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Με την ενδιάμεση αίτηση που καταχώρισε στις 13/11/2025, ο Καθ’ ου η αίτηση ζητά να ρυθμιστεί προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με τις ανήλικες θυγατέρες του, Μ.Χ. και Μ.Χ. καθώς και άλλα ζητήματα που αφορούν τη γονική τους μέριμνα.

 

Η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στις 02/12/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας. Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με τις ανήλικες στις 12/12/2025 και η αίτηση επικοινωνίας ορίστηκε για ακρόαση στις 22/01/2026 και ακολούθως στις 26/02/2026. Τα πρακτικά της συνέντευξης των ανηλίκων παραδόθηκαν στους συνηγόρους των διαδίκων στις 06/02/2026. Στις 19/02/2026 μετά από κοινό αίτημα των συνηγόρων των διαδίκων, το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης επικοινωνίας και την επαναπρογραμμάτισε για ακρόαση στις 10/03/2026, λόγω του ότι η Αιτήτρια διόρισε νέους δικηγόρους οι οποίοι χρειάζονταν χρόνο για να μελετήσουν την υπόθεση.

 

Κατά την 10/03/2026, η πλευρά της Αιτήτριας αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης, διότι εν τω μεταξύ είχε καταχωρίσει στις 04/03/2026 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση με την οποία αιτείται: «Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να διατάττει και/ή επιτρέπει στην Αιτήτρια όπως καταχωρίσει συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στην Ένορκη Δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση της ημερ. 2/12/2025». Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα αναβολής, επιλήφθηκε της αίτησης για ΣΕΔ και έδωσε οδηγίες για καταχώριση ένστασης μέχρι τις 12/03/2026. Η αίτηση για ΣΕΔ ορίστηκε για ακρόαση στις 16/03/2026 και η αίτηση επικοινωνίας ορίστηκε για ακρόαση στις 24/03/2026.   

 

Η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για ΣΕΔ, αναφέρει ότι μετά την καταχώριση της αρχικής της ένορκης δήλωσης, η οποία συνοδεύει την ένσταση της ημερομηνίας 02/12/2025, προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία πρέπει να φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου πριν την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, διότι αφορούν το όφελος, καλό συμφέρον και την ψυχοσυναισθηματική υγεία των ανηλίκων και ιδιαίτερα της μικρότερης Μ.Χ.

 

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι αφορούν γεγονότα που προηγήθηκαν και/ή ακολούθησαν τις προγραμματισμένες επιβλεπόμενες επικοινωνίες του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες, τα οποία, κατ’ ισχυρισμό της, είναι άκρως σχετικά και πρέπει να ληφθούν υπόψη. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε επαναξιολόγηση της ψυχοκοινωνικής κατάστασης της Μ.Χ. από την εγγεγραμμένη σχολική – εκπαιδευτική ψυχολόγο Διονυσία Μαρτή, η οποία σύνταξε έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 09/02/2026 (έκθεση Τεκμήριο 1). Η εν λόγω παιδοψυχολόγος παρακολουθεί την ανήλικη από τον Σεπτέμβριο του 2024 μέχρι και σήμερα μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου και με συγκατάθεση αμφοτέρων των γονέων (συγκαταθέσεις Τεκμήριο 2).

 

Οι νέοι δικηγόροι που ανέλαβαν την εκπροσώπησή της, απευθύνθηκαν με ηλεκτρονική επιστολή στη δικηγόρο του Καθ’ ου η αίτηση, με την οποία της κοινοποίησαν την πρόθεση εξώδικης λύσης εντός του πλαισίου των συστάσεων της παιδοψυχολόγου καθώς και το αίτημά τους να συγκατατεθεί η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση στην καταχώριση ΣΕΔ, κάτι το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από πλευράς του τελευταίου (αλληλογραφία Τεκμήριο 3) και ως εκ τούτου καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση.

 

Η Αιτήτρια αναφέρει ότι, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, υπάρχει καλός λόγος για την καταχώριση ΣΕΔ διότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία η ίδια δεν γνώριζε εξ αρχής καθώς και γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 02/12/2025 (προτεινόμενη ΣΕΔ Τεκμήριο 4).

 

Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, έφερε ένσταση προβάλλοντας 12 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση για ΣΕΔ θα πρέπει να απορριφθεί, οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την παροχή τέτοιας άδειας για καταχώριση ΣΕΔ όσο και γύρω από τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση στην οποία αναφέρει ότι η αίτηση είναι παράτυπη, δεν υπάρχει καλός λόγος και επαρκής αιτιολόγηση για την καταχώριση ΣΕΔ, κανένα νέο γεγονός δεν προέκυψε μετά την καταχώριση της ένστασής της, γίνεται κατάχρηση της διαδικασίας και ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να ενισχύσει εκ των υστέρων την υπόθεσή της με απώτερο σκοπό την πλήρη απομάκρυνση και/ή αποξένωσή του από τις ανήλικες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 25/11/2024 βρισκόταν ήδη στην κατοχή της Αιτήτριας κατά το χρόνο καταχώρισης της ένστασής της και θα μπορούσε να είχε παρουσιαστεί τότε, ενώ η μεταγενέστερη αξιολόγηση της ανήλικης, κατά τον ίδιο, είναι κατασκευασμένη με βάση τα γεγονότα που ανέφερε η Αιτήτρια στη ψυχολόγο, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας. Αναφέρει επίσης ότι η Αιτήτρια ζητά ουσιαστικά από Δικαστήριο με την προτιθέμενη ΣΕΔ, να υπεισέλθει στην ουσίας της υπόθεσης.

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους, με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις.

 

Νομική πτυχή:

 

Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:

 

«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.»

 

Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν στη δεδομένη περίπτωση ο εκάστοτε αιτών έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης, θα ικανοποιήσει το αίτημα, γραπτό ή προφορικό, για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιπλέον, στον εν λόγω Κανονισμό δεν γίνεται καμία αναφορά σε καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης, αλλά σε καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης του «καλού λόγου».

 

Το κριτήριο του «καλού λόγου» που επιβάλλεται να αποδειχτεί ως προϋπόθεση για την έγκριση αιτήματος της αιτούμενης φύσης, έχει ερμηνευθεί νομολογιακά ότι θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα (βλ. μεταξύ άλλων Κόκκινου Μαρία ν. Κυριάκου Κόκκινου (2016) 1 ΑΑΔ 2523, Έφεση. Αρ. 29/2014, 03/11/2016 και A. Messios & Sons Ltd και Άλλος ν. Ανδρέα A. Λεωνίδα (Aρ. 1) (2010) 1 ΑΑΔ 195).

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τα οποία εξέτασα με προσοχή, προκύπτει πως ό,τι ενδιαφέρει στο παρόν στάδιο είναι κατ’ αρχήν το κατά πόσο διαφαίνεται «καλός λόγος» έτσι ώστε να παρασχεθεί άδεια από το Δικαστήριο για την καταχώριση της προτιθέμενης ΣΕΔ.

 

Με την προτιθέμενη ΣΕΔ προκύπτουν τέσσερις ενότητες στις οποίες επιθυμεί να αναφερθεί η Αιτήτρια. Η πρώτη αφορά στο τι συνέβη κατά την προσπάθεια άτυπης επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες στο Γραφείο Ευημερίας. Η δεύτερη αφορά στην παρακολούθηση της μικρότερης θυγατέρας των διαδίκων από την εγγεγραμμένη σχολική – εκπαιδευτική ψυχολόγο, Διονυσία Μαρτή, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου κατά το έτος 2024 και την προσαγωγή αφενός των συγκαταθέσεων των διαδίκων ως τεκμήριο 1 και αφετέρου της έκθεσης αξιολόγησης ημερομηνίας 25/11/2024 ως τεκμήριο 2. Η τρίτη αφορά στην επαναξιολόγηση της Μ.Χ. από την ίδια ψυχολόγο και στην προσαγωγή της έκθεσης αξιολόγησης ημερομηνίας 09/02/2026 ως τεκμήριο 3. Η τέταρτη αφορά στην ετοιμότητα και προθυμία της Αιτήτριας να αποδεχτεί στην ολότητά τους τις προτεινόμενες συστάσεις της ψυχολόγου στην έκθεση ημερομηνίας 09/02/2026 και να συζητήσει εξώδικη διευθέτηση εντός των πλαισίων αυτών, γεγονός που κοινοποίησαν οι δικηγόροι της με ηλεκτρονικής αλληλογραφία στη δικηγόρο του Καθ’ ου η αίτηση, την οποία επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήριο 4.

 

Προχωρώ να εξετάσω ξεχωριστά την κάθε μία από τις πιο πάνω ενότητες υπό το πρίσμα του κατά πόσο στοιχειοθετούν «καλό λόγο» έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές.  

 

Η Αιτήτρια στις παραγράφους 3 έως 5 της προτιθέμενης ΣΕΔ περιγράφει ότι στις 27/11/2025, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη και δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για προγραμματισμό δύο άτυπων επιβλεπόμενων επικοινωνιών στο Γραφείο Ευημερίας στην παρουσία λειτουργού, μία στις 17/12/2025 και μία στις 30/12/2025, ενημέρωσε αυθημερόν τις θυγατέρες της για το γεγονός αυτό. Παρά το ότι οι ανήλικες ήταν κάθετα εναντίον οποιασδήποτε επικοινωνίας με τον πατέρα τους και ότι μόνη η προοπτική επικοινωνίας, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, τους προκάλεσε τρομερή ψυχολογική αναστάτωση και φόβο, η ίδια προσπάθησε να τις καθησυχάσει και με κάθε θετικό τρόπο να τις ενθαρρύνει να πραγματοποιήσουν τις εν λόγω επικοινωνίες. Ιδιαίτερα η μικρότερη Μ.Χ. «(…) από την ίδια στιγμή που έμαθε για τις επικείμενες προγραμματισμένες επιβλεπόμενες επικοινωνίες με τον Αιτητή, παρουσίασε έντονη συναισθηματική αντίδραση και αναστάτωση, έκλαιγε σε καθημερινή βάση και ένιωθε έντονο  αίσθημα ανασφάλειας. Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της και να αναζητεί αυξημένη φυσική εγγύτητα μαζί μου».

 

Ακολούθως, στις παραγράφους 6 έως 10 της προτιθέμενης ΣΕΔ αναφέρεται στην αποτυχία πραγματοποίησης της επιβλεπόμενης επικοινωνίας ημερομηνίας 17/12/2025, όπου η μεγαλύτερη θυγατέρα της αρνήθηκε να μεταβεί μαζί της στο Γραφείο Ευημερίας και η μικρότερη κατέστη αδύνατο να εξέλθει από το όχημά της καθώς και στην περαιτέρω άρνησή τους να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα τους, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί ούτε η δεύτερη επικοινωνία στις 30/12/2025.

 

Τα όσα η Αιτήτρια επιδιώκει να εισαγάγει, είναι εμφανές ότι, σε μεγάλο βαθμό, συνέβησαν και ήταν στο πεδίο της γνώσης της πριν την καταχώριση της ένστασης από μέρους της οπότε εύλογα θα μπορούσε να τα είχε συμπεριλάβει. Ακόμα όμως και τα γεγονότα που αφορούν σε χρόνο μετά την καταχώριση της ένστασης, στην πραγματικότητα δεν μεταβάλλουν την εικόνα που έχει ήδη δώσει η Αιτήτρια με την ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 02/12/2025 όπου αναφέρεται εκτενώς και με πολλή λεπτομέρεια στην πλήρη άρνηση των θυγατέρων της να έχουν την οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα τους, καθώς και στις ψυχολογικές επιπτώσεις που, κατά τον ισχυρισμό της, είχε σε αυτές, η βίαιη συμπεριφορά του προς την ίδια, με αποκορύφωμα την επιλεκτική αλαλία που βίωσε η μικρότερη θυγατέρα τους, για την οποία επισυνάπτει εκεί ως Τεκμήριο 2 σχετική ιατρική έκθεση.

Συνεπώς, δεν αποκαλύπτεται «καλός λόγος» ώστε να επιτραπεί η εισαγωγή των εν λόγω παραγράφων μέσω ΣΕΔ. Η μαρτυρία αυτή είτε αφορά γεγονότα που ήταν ήδη γνωστά στην Αιτήτρια κατά τον χρόνο καταχώρισης της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 02/12/2025 είτε στο βαθμό που αφορά μεταγενέστερα περιστατικά, δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς την εικόνα που η ίδια είχε ήδη θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αποδοχή της προτεινόμενης συμπληρωματικής μαρτυρίας θα είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατή η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κάθε φορά που προκύπτει οποιοδήποτε μεταγενέστερο περιστατικό, γεγονός που δεν συνάδει με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας των ενδιάμεσων αιτήσεων.       

 

Για τους λόγους που μόλις εξήγησα, ούτε τα όσα η Αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει με τις παραγράφους 11 έως 13 μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Μάλιστα, σε ό,τι αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς και τεκμήρια όχι μόνο δεν αποκαλύπτεται «καλός λόγος» αλλά δεν παρατίθεται από μέρους της κανένας λόγος για την παράλειψη συμπερίληψής τους στην αρχική ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 02/12/2025, εφόσον τόσο οι συγκαταθέσεις των διαδίκων προς την ψυχολόγο όσο και η έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 25/11/2024 ήταν και σε γνώση και στην κατοχή της Αιτήτριας σε χρόνο προγενέστερο της ένστασής της.

 

Στο βαθμό τώρα που με την προτιθέμενη ΣΕΔ (παράγραφος 14) επιδιώκεται να παρουσιαστεί έκθεση ψυχολόγου η οποία κατ’ ισχυρισμό ετοιμάστηκε πρόσφατα και μετά την καταχώριση της ένστασης, δηλαδή στις 09/02/2026 κρίνω ότι ούτε και σε σχέση με αυτή την πτυχή της μπορεί η αίτηση να εγκριθεί. Εξηγώ.

 

Κατά πρώτον, μέσω της προτιθέμενης έκθεσης η Αιτήτρια επιχειρεί στην ουσία να επαναλάβει τον αρχικό της ισχυρισμό ότι η ανήλικη δεν θέλει και δεν πρέπει να δει τον Καθ’ ου η αίτηση, καθώς επίσης και να δώσει ξανά επιστημονική υπόσταση στους εν λόγω ισχυρισμούς της. Τέτοια όμως επιστημονική υπόσταση η Αιτήτρια έχει ήδη επιχειρήσει να παρουσιάσει μέσω της ιατρικής έκθεσης που καταχώρισε με την ένστασή της ως Τεκμήριο 2. Το εάν τώρα εκείνη η έκθεση έχει ή όχι την αποδεικτική δυναμική που υποστηρίζει η Αιτήτρια με την ένστασή της δεν είναι στο στάδιο αυτό που θα αποφασιστεί αλλά όταν η εν λόγω έκθεση θα εξεταστεί από το Δικαστήριο για το σκοπό για τον οποίο παρουσιάστηκε. Κανένα όμως λόγο δεν έχει προβάλει η Αιτήτρια ως προς το γιατί η ένστασή της, για την οποία έκρινε όταν την καταχωρούσε ότι υποστηριζόταν επαρκώς από την έκθεση που επισύναψε τότε ως Τεκμήριο 2, χρίζει περαιτέρω ή άλλης επιστημονικής τεκμηρίωσης πέραν εκείνης που αυτή έκρινε κατά την καταχώριση επαρκή. Αν επομένως οι δύο αυτές επιστημονικές απόψεις αφορούν στο ίδιο ουσιαστικά συμπέρασμα τότε κανένας λόγος δεν υπάρχει και κανένας λόγος δεν έχει δοθεί γιατί να πρέπει να περιπλακεί η ενδιάμεση διαδικασία με την καταχώριση επιπρόσθετης επιστημονικής μαρτυρίας και να μεταβληθεί έτσι σε δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. Αν από την άλλη οι συγκεκριμένες δύο επιστημονικές εκθέσεις είναι κατά την Αιτήτρια διαφορετικές τότε κανένας «καλός λόγος» δεν διαπιστώνεται να υπάρχει αλλά ούτε και δίνεται από την Αιτήτρια κάποιος «καλός λόγος» ως προς το γιατί να της επιτραπεί να διαφοροποιήσει μέσω ΣΕΔ τις αρχικές της θέσεις και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας και υπενθυμίζοντας ότι κατ’ ανάλογο τρόπο δεν θα επιτρεπόταν ούτε στον Καθ’ ου η αίτηση να μεταβάλει με ΣΕΔ τις αρχικές του θέσεις (βλ. κατ’ αναλογία Κούππα Χαράλαμπoς Ανδρέα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ και Άλλων (2014) 1 ΑΑΔ 1665).

 

Κατά δεύτερο και σε συνέχεια των πιο πάνω, ακόμη και αν η υπό κρίση προσπάθεια της Αιτήτριας ήθελε ιδωθεί ως προσπάθεια παρουσίασης στο Δικαστήριο μιας φερόμενης πιο πρόσφατης και πιο ενημερωμένης εικόνας του πώς έχουν πλέον διαμορφωθεί τα πράγματα ώστε να προσμετρήσει η εικόνα στο κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να υπάρχει επαφή της ανήλικης με τον Καθ’ ου η αίτηση, ποια μορφή πρέπει να έχει αυτή η επαφή καθώς και τη χρονική διάρκεια της και πάλι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Ο λόγος για τούτο είναι διότι τα θέματα αυτά, είναι αυτά που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο με την κυρίως διαδικασία και συγκεκριμένα κατά την εκδίκαση της ανταπαίτησης του Καθ’ ου η αίτηση. Δεν μπορεί συνεπώς να επιτραπεί να εκτροχιαστεί η φύση και ο σκοπός της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και να μεταβληθεί η ενδιάμεση διαδικασία σε ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης.

    

Με άλλα λόγια όπως και αν ήθελε ιδωθεί, η προσπάθεια της Αιτήτριας να παρουσιάσει με τη ΣΕΔ τη συγκεκριμένη έκθεση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς τουλάχιστον να υπάρχει ο κίνδυνος είτε να μετατραπεί η ενδιάμεση διαδικασία σε ακρόαση της ουσίας της κυρίως αίτησης είτε να εκδικαστεί η ενδιάμεση αίτηση επί διαφορετικών θέσεων από αυτών που αρχικά προβλήθηκαν εκατέρωθεν. Δεν θα πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι με την προτιθέμενη έκθεση, η Αιτήτρια επιχειρεί να εισάξει κατ’ ισχυρισμό ψυχολογικές επιπτώσεις που επήλθαν στην ανήλικη, συνεπεία της δικαστικής διαδικασίας και όχι συνεπεία των οικογενειακών διαφορών που οδήγησαν στην καταχώριση αίτησης και ένστασης, υπόβαθρο εντελώς διαφορετικό από αυτό στη βάση των οποίων καταχωρίστηκε και η κυρίως αίτηση αλλά και η ενδιάμεση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα.

 

Νοείται βεβαίως ότι η Αιτήτρια θα έχει κάθε δικαίωμα κατά την ακρόαση της ουσίας της κυρίως αίτησης, η οποία υπενθυμίζω ότι έχει ήδη οριστεί για ακρόαση στις 28/04/2026, να επιχειρήσει να καταθέσει την εν λόγω έκθεση, αν τη θεωρεί αναγκαία και σχετική οπόταν και το αίτημά της θα εξεταστεί από το Δικαστήριο αφού ακουστεί και η άλλη πλευρά και αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες κατά τις οποίες θα επιχειρηθεί η κατάθεση της.

 

Όσον αφορά την τέταρτη ενότητα της προτιθέμενης ΣΕΔ (παράγραφος 15), η οποία αφορά την προθυμία της Αιτήτριας να αποδεχτεί τις συστάσεις της ψυχολόγου και να συζητήσει εξώδικη διευθέτηση καθώς και την προσκόμιση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, κρίνω ότι ούτε τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούν «καλό λόγο» για την καταχώριση ΣΕΔ.

 

Η προθυμία ενός διαδίκου να συζητήσει εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς δεν αποτελεί μαρτυρία σχετική με τα επίδικα ζητήματα ούτε στοιχείο το οποίο επηρεάζει την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης. Ομοίως, η αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων δεν αφορά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αλλά ανταλλαγή θέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας.

 

Ως εκ τούτου, ούτε η προβαλλόμενη πρόθεση για εξώδικη διευθέτηση ούτε η σχετική αλληλογραφία δύνανται να αποτελέσουν βάση για την παροχή άδειας καταχώρισης ΣΕΔ.

 

Κατάληξη:

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της ενδιάμεσης αίτησης αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του εδώ Καθ’ ου η αίτηση.

 

                                                  

                           (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο