Κ.Κ. ν. Σ.Κ., Αρ. Αίτησης: 6/2025, 25/6/2026
print
Τίτλος:
Κ.Κ. ν. Σ.Κ., Αρ. Αίτησης: 6/2025, 25/6/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης

Ενώπιον:  Σ. Νεοφύτου, Δ.

 

                                                                                              Αρ. Αίτησης: 6/2025

Μεταξύ:

 

Κ.Κ.

                                                                                    Αιτητής

 

-και-

 

Σ.Κ.

 

                                                                                    Καθ’ ης η Αίτηση

 

 

 

Ημερομηνία:  25 Ιουνίου 2026

 

 

Αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 3.3.26

 

 

Εμφανίσεις:

Για τoν Αιτητή: κος Μ. Χατζηδάκης για Μανούσος Χατζηδάκης & Σια

Για την καθ’ ης η αίτηση:  κα Χρ. Ματθαίου για  Chrysa Matthaiou & Associates LLC

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Οι διάδικοι είναι σύζυγοι και από τον γάμο τους απέκτησαν δύο θυγατέρες. Την  Δ. που σήμερα είναι ενήλικη και την Σ. ηλικίας 15 ετών. Ο Αιτητής, με εναρκτήρια αίτηση που καταχώρισε στις 3.3.26, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του παραχωρείται η αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας των διαδίκων,  να διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση να εγκαταλείψει άμεσα την συζυγική οικία και διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ’ ης η αίτηση να εισέρχεται και/ή να χρησιμοποιεί και/ή να επεμβαίνει στη συζυγική οικία με οποιονδήποτε τρόπο.

Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση χωρίς ειδοποίηση δια της οποίας αιτείται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με ταυτόσημο περιεχόμενο ως ανωτέρω. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση χωρίς ειδοποίηση επιδόθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση, ούτως ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Με την ένσταση που καταχώρισε η τελευταία, εγείρει συνολικά εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης ως ακολούθως:

1.  «Ο Αιτητής στην αιτούμενη θεραπεία της ενδιάμεσης αίτησης ουσιαστικά άξιοί την ίδια αιτούμενη θεραπεία με την εναρκτήρια αίτηση του, την αποκλειστική χρήση οικίας.

2.   Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση απέκρυψε από το Σεβαστό Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση και/ή παρουσιάζει ψευδή γεγονότα για να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο και να επιτύχει Διάταγμα προς όφελός του.

3.   Ο Αιτητής παρέλειψε να παρουσιάσει ουσιαστικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν προσκόμισε στο Σεβαστό Δικαστήριο κανένα τεκμήριο με το οποίο να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει  τους ισχυρισμούς του.

4.   Η νομική βάση της αίτησης του Αιτητή πάσχει.

5.   Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Σεβαστό Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».

6.    Δεν τηρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

7.   Ο Αιτητής παρουσίασε και ψευδή γεγονότα αναφορικά με τη συμπεριφορά της  καθ’ ης η αίτηση και παρέλειψε να αποκαλύψει αποσπασματικά τα γεγονότα παραλείποντας να αναφέρει στο Δικαστήριο την δική του συμπεριφορά τόσο ως προς το πρόσωπο της καθ’ ης η αίτηση όσο και των θυγατέρων τους.

8.   Οι αιτούμενες θεραπείες δεν στηρίζονται σε ορθή νομική βάση, ούτε και υποστηρίζονται από τα γεγονότα όπως τα εκθέτει ο αιτητής στις Ένορκες Δήλωσης του.

9.   Ο Αιτητής παραπλάνησε το Σεβαστό Δικαστήριο αναφορικά τη συμπεριφορά της καθ’ ης η αίτηση ως προς το πρόσωπο του αιτητή και των θυγατέρων τους, με σκοπό να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις του Δικαστηρίου προς το πρόσωπο της καθ’ ης η αίτηση.»

 

 

 

Σημειώνεται ότι ο λόγος ένστασης αρ. 4 δεν έχει προωθηθεί και θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί.

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή και της ενήλικης θυγατέρας των διαδίκων Δ. και η ένσταση από ένορκο δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση.

Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι η συζυγική οικία των διαδίκων ανήκει και στους δύο εξ ημισείας. Τα πρώτα χρόνια του γάμου οι σχέσεις των διαδίκων ήταν καλές, πλην όμως με την πάροδο του χρόνου η Καθ’ ης η αίτηση άρχισε να επιδεικνύει μειωτική, χειριστική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά προς τον ίδιο και τα παιδιά τους. Ισχυρίζεται ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα από το 2024 και εντεύθεν, όταν η Καθ’ ης η αίτηση άρχισε να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, να περιέρχεται συχνά σε κατάσταση μέθης, να φωνάζει, να βρίζει, να απειλεί και να φοβερίζει την ανήλικη θυγατέρα τους και να ασκεί ψυχολογική βία.  Σε ορισμένες περιπτώσεις επιτίθετο λεκτικά και σωματικά στον ίδιο.

Ισχυρίζεται ότι μη ανεχόμενος άλλο τη συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση, πριν ενάμιση περίπου χρόνο είχε καταχωρίσει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αίτηση για εγκλεισμό της Καθ’ ης η αίτηση. Το αίτημα του πέτυχε, ωστόσο οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας τον ενημέρωσαν ότι το πρόβλημα αλκοολισμού μόνο με θεραπεία από άλλες οργανώσεις μπορούσε να θεραπευθεί. Σε διάφορες δε περιπτώσεις προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία λόγω προβλημάτων που, κατά τους ισχυρισμούς του, σχετίζονταν με κατάχρηση αλκοόλ.

Αναφέρει περαιτέρω ότι η Καθ’ ης η αίτηση απέφευγε να βγαίνει βόλτες με την οικογένεια και συχνά κλειδωνόταν εντός της οικίας, δεν επέτρεπε την είσοδο στον ίδιο και στα παιδιά και δημιουργούσε επεισόδια υπό την επήρεια αλκοόλ. Κατά τα λεγόμενα του, περί τα μέσα του 2025, η κατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση επιδεινώθηκε, επέστρεφε αργά το βράδυ μεθυσμένη, δημιουργούσε φασαρία και έριχνε αντικείμενα προς το μέρος του στην παρουσία των δύο θυγατέρων τους.

Αναφέρεται  σε συγκεκριμένα περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά τα τέλη του 2025, κατά τα οποία, η Καθ’ ης η αίτηση στην παρουσία των θυγατέρων τους του επιτέθηκε ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, του έσχισε τα ρούχα του, έκοψε την αλυσίδα στο λαιμό του και χρειάστηκε η παρέμβαση της Αστυνομίας.

Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση έχει επηρεάσει σοβαρά τις δύο θυγατέρες τους, ιδιαίτερα την ανήλικη Σ., η οποία, παρουσίασε ψυχολογικά προβλήματα, συμπτώματα κατάθλιψης και τάσεις αυτοκτονίας, γεγονός που οδήγησε την εμπλοκή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Αναφέρει ότι λειτουργοί ευημερίας εισηγήθηκαν ότι ένας εκ των δύο γονέων θα έπρεπε να απομακρυνθεί από τη συζυγική κατοικία, ωστόσο η Καθ’ ης η αίτηση αρνείται.

Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι τόσο η ανήλικη όσο και η ενήλικη θυγατέρα των διαδίκων επιθυμούν να παραμείνουν στην οικογενειακή κατοικία μαζί του και επιθυμούν την απομάκρυνση της μητέρας τους, η οποία τις στοχοποιεί και συνεχίζει τον ψυχολογικό πόλεμο εναντίον τους. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού αναφέρεται σε καταγγελία που έγινε από την ενήλικη θυγατέρα του και από τον ίδιο εκ μέρους της ανήλικης. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο καταγγελιών ημερομηνίας 30.01.2026.

Ο Αιτητής αναφέρει ότι οι διάδικοι τελούν σε ουσιαστική διάσταση και ότι προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση διαζυγίου. Τα εισοδήματα του τα καθορίζει στο ποσό των €1.900 και της Καθ’ ης η αίτηση στο ποσό των €1.200.

Υποστηρίζει ότι η αποκλειστική χρήση της συζυγικής κατοικίας πρέπει να παραχωρηθεί στον ίδιο, προς όφελος κυρίως της ανήλικης, καθότι η κατοικία δεν είναι πρακτικά διαχωρίσιμη, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση διαθέτει, κατά τους ισχυρισμούς του, οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει άλλη στέγη.

Είναι η θέση του ότι η παρουσία της Καθ’ ης η αίτηση στη συζυγική οικία δημιουργεί κλίμα φόβου και ανασφάλειας, με αποτέλεσμα ο ίδιος και οι θυγατέρες τους να διαβιούν υπό συνεχή ψυχολογική πίεση και να υφίσταται κίνδυνος επανάληψης βίαιων ή επιθετικών περιστατικών. Καταλήγει ότι η συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον της οικογένειας και ιδιαίτερα της ανήλικης θυγατέρας τους.

Η ενήλικη θυγατέρα των διαδίκων στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Αιτητή, αναφέρει ότι είναι φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Υιοθετεί όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και δηλώνει ότι η συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση δεν συνάδει με τη συμπεριφορά γονέα προς τα παιδιά της. Ισχυρίζεται ότι η κατάσταση της ανήλικης αδελφής της έχει επιδεινωθεί λόγω της συμπεριφοράς της  Καθ’ ης η αίτηση και έχει απομονωθεί κοινωνικά και ψυχολογικά. Κατά την κρίση της,  το συμφέρον της ανήλικης αδελφής της επιτάσσει όπως η Καθ’ ης η αίτηση  απομακρυνθεί από την οικογενειακή οικία εφόσον επιθυμία της ανήλικης αλλά και της ίδιας είναι να παραμείνουν σε αυτήν μαζί με τον πατέρα τους.

Η Καθ’ ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση που καταχώρισε προς υποστήριξη της ένστασης της, απορρίπτει σχεδόν στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρίζει ότι η πραγματική εικόνα είναι πολύ διαφορετική από εαυτή που παρουσιάζει και ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή περιέχει ανακρίβειες, αντιφάσεις και παραπλανητικούς ισχυρισμούς.

Κατ’ αρχάς η Καθ’ ης η αίτηση επισημαίνει ότι ο Αιτητής παραθέτει λανθασμένα προσωπικά στοιχεία που αφορούν την ίδια και την οικογένεια τους, όπως την ημερομηνία τέλεσης του γάμου τους, τη διεύθυνση της επίδικης οικίας και την ηλικία της.

Αποδέχεται ότι η επίδικη κατοικία αποτελεί κοινή περιουσία των διαδίκων κατά ίσα μερίδια και ότι σε αυτή διαμένουν οι ίδιοι και οι θυγατέρες τους.  Αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς την εργασία και τα εισοδήματά του και ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι ο Αιτητής αποκρύπτει τα πραγματικά του εισοδήματα. Ισχυρίζεται επίσης ότι τα δικά της εισοδήματα δεν της επιτρέπουν να εξασφαλίσει άλλη κατοικία εφόσον είναι περιορισμένα και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήριο 3, αντίγραφα καταστάσεων της μισθοδοσίας της.  Αναφέρει ότι διαχρονικά καλύπτει σημαντικό μέρος των εξόδων του νοικοκυριού, της διατροφής της οικογένειας και των αναγκών των θυγατέρων των διαδίκων, περιλαμβανομένης της ενήλικης φοιτήτριας θυγατέρας τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4, ενδεικτικές αποδείξεις πληρωμής.

Κεντρικός άξονας της μαρτυρίας της αποτελεί ο ισχυρισμός ότι υπήρξε η ίδια θύμα πολυετούς ψυχολογικής, λεκτικής και, κατά τα τελευταία έτη, σωματικής κακοποίησης από τον Αιτητή. Υποστηρίζει ότι από τα πρώτα χρόνια του γάμου των διαδίκων, υπέστη απαξιωτική συμπεριφορά, συστηματικό εκφοβισμό και περιστατικά εγκατάλειψης της οικογένειας από τον Αιτητή. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι μετά τη γέννηση της πρώτης θυγατέρας τους ο Αιτητής την εγκατέλειψε, αφήνοντας την χωρίς επαρκή οικονομική στήριξη, κάτι που επαναλήφθηκε και μετά τη γέννηση της δεύτερης θυγατέρας της. Ισχυρίζεται επίσης ότι πληροφορήθηκε για εξωσυζυγική σχέση του Αιτητή και ότι στο παρελθόν προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία για περιστατικά βίας, χωρίς όμως να επιδιώξει περαιτέρω δίωξη.

Δίδει την δική της εκδοχή για το περιστατικό για το οποίο ο Αιτητής προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, υποστηρίζοντας ότι εκείνο το βράδυ η ίδια κοιμόταν στον καναπέ και ξύπνησε από το δυνατό ροχαλητό του Αιτητή.  Κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του Αιτητή να του ζητήσει να μην ροχαλίζει τόσο δυνατά, με τον Αιτητή να αντιδρά, να της κτυπά το κεφάλι στο πάτωμα, να την κλωτσά και να την στραγγαλίζει μπροστά στα παιδιά. Η ενήλικη θυγατέρα της την τραβούσε από τα μαλλιά ενώσω ο Αιτητής την στραγγάλιζε.   Προς απόδειξη των ισχυρισμών της κατέθεσε ως τεκμήριο 5, αντίγραφο καταγγελίας και ως τεκμήριο 6, δέσμη από φωτογραφίες από τα τραύματα που της προκάλεσε ο Αιτητής και η ενήλικη θυγατέρα της.

Η Καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί προβλήματος αλκοολισμού, μέθης, επιθετικής συμπεριφοράς ή ψυχικών προβλημάτων. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε υπήρξε εξαρτημένη από το αλκοόλ, ουδέποτε νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική μονάδα και ότι η μοναδική επαφή της με ψυχίατρο αφορούσε σύντομη αξιολόγηση μετά από επικοινωνία των Αστυνομικών Αρχών. Κατά τη θέση της, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή είναι ψευδείς και αποσκοπούν στη δημιουργία αρνητικής εικόνας για το πρόσωπο της και την ιδιότητα της ως μητέρας.

Σε σχέση με τις θυγατέρες των διαδίκων, η Καθ’ ης αρνείται ότι άσκησε οποιαδήποτε μορφή ψυχολογικής ή σωματικής βίας εναντίον τους και υποστηρίζει ότι διατηρούσε πάντοτε στενή σχέση αγάπης και φροντίδας μαζί τους. Ισχυρίζεται ότι η επιδείνωση των σχέσεων της με την ανήλικη θυγατέρα της οφείλεται στη χειραγώγηση της και στον επηρεασμό της από τον Αιτητή, ο οποίος επιχειρεί συστηματικά να την αποξενώσει από τα παιδιά της.

Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν ασκεί επαρκή γονική επίβλεψη στην ανήλικη θυγατέρα της, επιτρέποντας της να απουσιάζει συχνά από το σχολείο, να ακολουθεί ακανόνιστο πρόγραμμα ύπνου, να καταναλώνει ενεργειακά ποτά και να παραμένει εκτός της οικίας χωρίς επαρκή έλεγχο. Αναφέρει ότι πληροφορήθηκε μεταγενέστερα για τα προβλήματα φοίτησης της ανήλικης και ότι δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως ούτε από το σχολείο ούτε από τον Αιτητή για σοβαρά ζητήματα που αφορούσαν την ανήλικη. Ο Αιτητής συστηματικά της αποκρύπτει σημαντικές πληροφορίες που αφορούν την ανήλικη, όπως για παράδειγμα τα όσα ισχυρίζεται περί τάσεις αυτοκτονίας της ανήλικης. Ως έχει δε πρόσφατα πληροφορηθεί, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας θα προβούν σε καταγγελία στην Αστυνομία λόγω της μη συστηματικής φοίτησης της ανήλικης. 

Για την ανάμιξη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, υποστηρίζει ότι ουδέποτε της υποδείχθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες να απομακρυνθεί από την οικογενειακή οικία και ότι ο Αιτητής χρησιμοποιεί τις ανησυχίες που εκφράστηκαν για την ανήλικη ως μέσο υποστήριξης των ισχυρισμών του και επιτυχίας της αίτησης του.

Ως προς το ζήτημα της διαμονής στη συζυγική οικία, η Καθ’ ης υποστηρίζει ότι εδώ και πολλά χρόνια οι διάδικοι ζουν ουσιαστικά σε κατάσταση διάστασης και ότι η ίδια διαμένει στον χώρο του σαλονιού προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις. Κατά συνέπεια, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η κοινή διαβίωση είναι αδύνατη ή ότι η οικία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από αμφότερους τους διαδίκους.

Ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει άλλη οικία στην Κύπρο ούτε επαρκείς οικονομικούς πόρους για να εξασφαλίσει εναλλακτική στέγη. Υποστηρίζει επίσης ότι τυχόν έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης υπέρ του Αιτητή θα επηρεάσει αρνητικά την ανήλικη θυγατέρα της και θα την θέσει σε πραγματικό κίνδυνο, εφόσον ο Αιτητής απουσιάζει πολλές ώρες και η ανήλικη θα έμενε μόνη χωρίς επίβλεψη. Αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν ασχολείται με την καθαριότητα της οικίας και την φροντίδα της ανήλικης και ότι η επιμέλεια και η προετοιμασία των γευμάτων της οικογένειας γίνεται αποκλειστικά από την ίδια. Πολλές φορές ο Αιτητής φεύγει τα βράδια με την ανήλικη, χωρίς να την ενημερώνει που πάνε και επιστρέφει αργά χωρίς την ανήλικη,  αφήνοντας την να διανυκτερεύει εκτός της οικίας σε άγνωστο για την ίδια χώρο.

Η ακρόαση της παρούσας αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Ουδείς εκ των διαδίκων αντεξετάστηκε.

Έχω μελετήσει την παρούσα αίτηση, την ένσταση και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον μου, καθώς και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους.

Προβάλλεται από την Καθ’ ης η αίτηση ότι ο Αιτητής προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ότι παραθέτει ψευδή γεγονότα και/ή επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς καθαρά χέρια για να εξασφαλίσει ένα προσωρινό διάταγμα, λόγοι οι οποίοι απορρίπτονται για ως εξηγείται κατωτέρω.

Είναι νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδέχεται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την έκδοση ή όχι ενός προσωρινού διατάγματος. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Στυλιανού v.  Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. (1996) 1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού, (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. 

Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε, αρνούμενο ν? ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να πράξει όμως αυτό,  θα πρέπει τα  γεγονότα  που  δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη και να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Αιτητή.

Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται αυστηρά στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ένα διάταγμα μονομερώς. Στην υπό εξέταση υπόθεση δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην καθ’ ης η αίτηση μετατρέποντας την με αυτό τον τρόπο σε αίτηση δια κλήσεως (Κώστας Σμυρνιός, (2000) 1 ΑΑΔ 43, Μαρκιτανή v. Μαρκιτανή (2000) 1 ΑΑΔ). Κατά συνέπεια  η πιο πάνω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής.

Η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι οι αιτούμενες θεραπείες της μονομερούς αιτήσεως ταυτίζονται απόλυτα με τις θεραπείες που ο Αιτητής επιζητεί με την εναρκτήρια αίτηση.  

Το άρθρο 17 (1) του Ν.23/90, ως έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας κατ’ αποκλεισμό του άλλου συζύγου. Αυτή είναι η μοναδική θεραπεία που παρέχει σε σύζυγο το Δικαστήριο και σχετίζεται με την χρήση της οικογενειακής στέγης. Επομένως, είναι αναπόφευκτο σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, το αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης να είναι ταυτόσημο με το αντικείμενο ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι ένα προσωρινό διάταγμα είναι μόνο προσωρινής φύσης (βλ. Starport Nominees Ltd κ.α, Πολ. Έφεση 79/10, 15.07.10). Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, εάν αυτή ορθώς και δικαίως ζητείται, επειδή η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει την ίδια θεραπεία (βλ.  Avila Management Sevices Ltd v. Stepanek κ.α., Πολ. Έφεση 54/12, 27.06.2012). Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται.

Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 Για να δικαιολογείται η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60, πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση

Β. Ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και

Γ. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others(1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη  κ.α .Μέζου, (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).

Το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο, να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και  εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ΄΄ Βασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει την μαρτυρία για εξαγωγή ευρημάτων, ούτε αποφασίζει επί διαφιλονικούμενων θεμάτων. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί θα εξετασθούν κατά την  ακρόαση της εναρκτήριας  αίτησης (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 363).

Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos ανωτέρω περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από το "ισοζύγιο των πιθανοτήτων", που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές διαφορές.  

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία σχετίζεται με την επάρκεια της  θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. έχει λεχθεί το εξής:

«Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ’ όψη».

Το πραγματικό υπόβαθρο μιας αίτησης θα πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης ασφαλώς της δυνατότητας αντεξέτασης.

Έχοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος σε συνάρτηση με το αρ. 17 (1) του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, Ν.23/90 το οποίο  ορίζει ότι:

«17.—(1) Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο ή στον αρμόδιο θρησκευτικό ηγέτη σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 3 και 10, αντίστοιχα, του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευµατικής Λύσης του Γάµου Νόµου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό ∆ικαστήριο µπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συµφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τµήµατος τον ακινήτου που χρησιµεύει ως κύρια διαµονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωµα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού ∆ικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωµα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάµεσα στον έναν από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το Οικογενειακό ∆ικαστήριο, σύµφωνα µε τους όρους της προηγούµενης παραγράφου, µπορεί να γίνει, µόνο εφόσο συναινεί σ’ αυτό και ο τρίτος: 

Νοείται ότι, τα Οικογενειακά ∆ικαστήρια δύνανται, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συµφέροντος των παιδιών, να παρατείνουν την παραχώρηση σε σύζυγο της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της οικογενειακής στέγης ακόμη και µετά από τη λύση του γάµου, για χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη από τη λύση του γάµου.»

Στην απόφαση Κατσουρίδης v. Κατσουρίδη (1997) 1 (Α) ΑΑΔ 515 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το άρθρο αυτό:

«Οι φράσεις «εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας» και «ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών» δεν είναι τυχαία λεκτική ωραιοποίηση του Νόμου. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του, ο δικαστής παρεμβαίνει αποφασιστικά, και μάλιστα πριν από την λύση της έγγαμης σχέσης, στην οικογενειακή μονάδα που κατά κανόνα, και γενική αντίληψη, αποτελεί το πιο ισχυρό νήμα στον κοινωνικό ιστό, μιας και αποτελείται από τα πιο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους. Το μέτρο τούτο χαρακτηρίζεται ως «δρακόντειο». Ας μην παρεξηγείται όμως η παρομοίωση που παρουσιάζει το δικαστή να εφαρμόζει αυστηρά και σκληρά μέτρα όπως ο γνωστός νομοθέτης στην αρχαία Αθήνα, Δράκων. Η παρέμβαση του Δικαστή, σύμφωνα με τις υπό συζήτηση διατάξεις του άρθρου στην οικογένεια δεν έχει, για οποιοδήποτε μέλος της τιμωριτικό  χαρακτήρα. Σκοπεί μόνο στην διόρθωση ή τον περιορισμό της παραπέρα επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα μέλη της. »  

Για να νομιμοποιείται κάποιος να καταχωρήσει αίτηση και να ζητά την αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας, πρέπει να πληρούται μία εκ των τριών προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 17 του Νόμου 23/90, και όχι όλες μαζί σωρευτικά. 

Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων προκύπτει ότι οι διάδικοι εξακολουθούν να διαμένουν στη συζυγική οικία με τα παιδιά τους, πλην όμως κοιμούνται  ξεχωριστά, για τους λόγους που αναφέρει ο κάθε ένας. Συμφωνούν ωστόσο ότι έχει επέλθει η διάσταση στις σχέσεις τους, με τον Αιτητή να δηλώνει ότι προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση για λύση του γάμου του. Το γεγονός ότι οι διάδικοι συγκατοικούν δεν αποστερεί από το Δικαστήριο την εξουσία που έχει δυνάμει του Άρθρου 17(1) του Ν. 23/90 να προβεί στην έκδοση του επίδικου διατάγματος (βλ. Πηχίδης v. Πηχίδη, (1997) 1 ΑΑΔ 1612).  

Παρότι κανένας από τους διαδίκους δεν προσδιορίζει χρονικά τη διάσταση, για σκοπούς εφαρμογής του νόμου, σημασία έχει το πραγματικό γεγονός της διακοπής της συμβίωσης. Με αυτό ως δεδομένο, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για την ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 17 του Ν.23/90. Συνεπώς, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.

Για τους λόγους που αναλύονται πιο κάτω κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

Αυτό που ο Αιτητής επιδιώκει είναι την απομάκρυνση της Καθ’ ης η αίτηση από τον συζυγικό οίκο, ένα μέτρο πολύ δραστικό, το οποίο έχει χαρακτηριστεί από την νομολογία και ως «δρακόντειο».  Βασικός ισχυρισμός του είναι ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι εξαρτημένη από το αλκοόλ με αποτέλεσμα να επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά προς τον ίδιο και τα παιδιά, να παραμελεί τα γονικά της καθήκοντα και να προκαλεί επεισόδια με εντάσεις, ασκώντας σωματική και ψυχολογική  βία σε όλα τα μέλη της οικογένειας.  

Με την αίτηση του ζητά από το Δικαστήριο να προστατεύσει τη σωματική και ψυχική  ακεραιότητα του ιδίου και των παιδιών και διατείνεται ότι η οριστική διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων επήλθε αποκλειστικά εξαιτίας της συμπεριφοράς της Καθ’ ης η αίτηση,

Αποτελεί ισχυρισμό του ότι πολλές φορές στο παρελθόν κάλεσε την Αστυνομία για να συνετίσει την Καθ’ ης η αίτηση και ότι έχει προβεί σε αριθμό καταγγελιών εις βάρος της. Επίσης, ότι αναγκάστηκε να κινήσει διαδικασία αναγκαστικής νοσηλείας της Καθ’ ης η αίτηση σε ψυχιατρική μονάδα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα λόγω της σοβαρότατης εξάρτησης της από το αλκοόλ.  Όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί παρατίθενται χωρίς επαρκή εξειδίκευση ως προς τον χρόνο, τις συνθήκες και τη συχνότητα των γεγονότων. Ο αναντίλεκτος ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι προέβη οικειοθελώς σε ψυχιατρική εξέταση μετά από τηλεφώνημα που έλαβε από τις Αστυνομικές Αρχές, χωρίς να ακολουθήσει νοσηλεία ή χορήγηση θεραπείας, δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη σταθερή θέση του Αιτητή περί σοβαρότατου προβλήματος αλκοολισμού και εξάρτησης.

Οι σοβαρότατοι ισχυρισμοί του περί πρόκλησης ψυχολογικών προβλημάτων στην ανήλικη από την Καθ’ ης η αίτηση και οι τάσεις αυτοκτονίας που παρουσιάζει, παρατίθενται με γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς καμία υποστήριξη από ειδικούς ψυχικής υγείας.  Η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι ο Αιτητής την έχει αποκλείσει από καθετί αφορά τα θέματα εκπαίδευσης της ανήλικης, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι η ανήλικη έχει τάσεις αυτοκτονίας αλλά αντίθετα αξιολογήθηκε από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας χωρίς κανένα σχετικό εύρημα, έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση ότι με την συμπεριφορά της έχει προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα στην ανήλικη της έκτασης που παρουσιάζει.

Ο Αιτητής παρουσιάζει την Καθ’ ης η αίτηση ως ένα άτομο που ξενυχτά τα βράδια, επιστρέφει στην οικία σε κατάσταση μέθης και ξεσπά με θυμό στον ίδιο και τα παιδιά τους, τους απαγορεύει την είσοδο στην οικία και παράλληλα αδιαφορεί πλήρως για τις ανάγκες της ανήλικης την οποία φροντίζει αποκλειστικά ο ίδιος. Είναι η θέση του ότι τα παιδιά επιθυμούν διακαώς την αποχώρηση της από την οικία και ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς της οι σχέσεις τους είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

Οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση από την άλλη, είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι ως προς το ποιος πραγματικά ευθύνεται για την κατάσταση που επικρατεί στην συζυγική οικία. Αρνείται κάθε ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση περί κατανάλωσης αλκοόλ από μέρους της, χαρακτηρίζοντας τους ψευδείς και κατασκευασμένους με σκοπό να αλλοιώσουν την πραγματική της εικόνα  και να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. 

Κατά την δική της εκδοχή, έχει υπάρξει η ίδια θύμα κακοποίησης, ψυχολογικής βίας και  εγκατάλειψης μετά τη γέννηση των παιδιών, ενώ ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Τονίζει την πλήρη αδιαφορία του Αιτητή για την ανήλικη και προβάλλει ισχυρισμούς περί επιρροής του στη στάση του παιδιού απέναντι της. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής επιτρέπει στην ανήλικη να καταναλώνει ποτά ακατάλληλα για την ηλικία της, να απουσιάζει αδικαιολόγητα από το σχολείο και να διανυκτερεύει εκτός της οικία χωρίς να ενημερώνεται σχετικά η ίδια.

Αποκορύφωμα της απαράδεκτης κατά τον Αιτητή συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση είναι το επεισόδιο που έλαβε χώρα κατά τα λεγόμενα του περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2024, όπου η Καθ’ ης η αίτηση χωρίς κανένα σοβαρό λόγο του επιτέθηκε και του άσκησε σωματική βία.

Για το εν λόγω περιστατικό δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε καταγγελία από τον Αιτητή, ενώ το μόνο τεκμήριο που κατέθεσε για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του περί άσκησης ψυχολογικής βίας στα παιδιά είναι αντίγραφο της καταγγελίας που έκανε η ενήλικη θυγατέρα τους στις 31.01.2026 και ο ίδιος εκ μέρους της ανήλικης, για αδικήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος τους από το 2020. Ο ίδιος δεν κατήγγειλε την Καθ’ ης η αίτηση για τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση ότι, κατά τη δική της εκδοχή, ο Αιτητής ήταν εκείνος που της επιτέθηκε, με τη συμμετοχή της ενήλικης θυγατέρας τους, προκαλώντας της τραύματα, δεν απαντήθηκε περαιτέρω από τον Αιτητή με συμπληρωματική μαρτυρία ή μέσω αντεξέτασης στο παρόν στάδιο. Ομοίως, οι φωτογραφίες των φερόμενων τραυμάτων (τεκμήριο 6) και η σχετική ιατρική έκθεση (τεκμήριο 5) παραμένουν, επί του παρόντος, χωρίς ειδική αμφισβήτηση.

Υπό το φως των ανωτέρω, η εκδοχή που προβάλλει ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η Καθ’ ης η αίτηση, ευρισκόμενη υπό την επήρεια αλκοόλ και χωρίς έλεγχο των πράξεων της, του επιτέθηκε προκαλώντας του τραύματα, δεν ενισχύεται επαρκώς και εκ πρώτης όψεως, εγείρονται ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς πλήρη ακρόαση και αξιολόγηση μαρτυρίας.

Σημειώνεται ότι όλοι οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση επί των ζητημάτων που κατηγορείται από τον Αιτητή παρέμειναν αναντίλεκτοι και το γεγονός αυτό, εκ πρώτης όψεως  δεν θα μπορούσε να της αποδώσει αποκλειστική ευθύνη ή υπαιτιότητα στην κατάρρευση του γάμου των διαδίκων, όπως ο Αιτητής  ισχυρίζεται.

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Κατσουρίδης  (ανωτέρω) λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά:

«΄Έχουμε την άποψη πως αιτητής ο οποίος αποτείνεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τη λύση του γάμου του, ή για να θέσει σε λειτουργία τις διατάξεις του άρθρου που εξετάζουμε, πρέπει να αποδείξει πως ο καθ’ ου η αίτηση είναι υπαίτιος της συμπεριφοράς στην οποία στηρίζει το αίτημα του, ή για τη διακοπή της συμβίωσης. Στη διασάλευση των συζυγικών σχέσεων δυνατό να είναι ο ένας των μερών αποκλειστικά υπεύθυνος, ή και οι δύο. Εκείνος ο οποίος ζητά θεραπεία πρέπει να αποδείξει την υπαιτιότητα του άλλου. Αυτό, που ως εκ της φύσεως των υποθέσεων δεν μπορεί να κρίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, και δεν έχει τέτοια υποχρέωση, είναι το βαθμό υπαιτιότητας του καθενός.»

Κατά τον Αιτητή, το συμφέρον της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων επιτάσσει όπως η αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας παραχωρηθεί στον ίδιο, καθότι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση θέτει σε κίνδυνο τόσο τον ίδιο όσο και την ανήλικη. Υποστηρίζει ότι η Καθ’ ης η αίτηση διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να απομακρυνθεί από την οικία και να εξεύρει άλλο τόπο διαμονής. Ωστόσο, με βάση το τεκμήριο 3 που κατέθεσε η Καθ’ ης η αίτηση, αναφορικά με τα εισοδήματα της, φαίνεται ότι τα εισοδήματα της είναι χαμηλά.

Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση ότι ο Αιτητής παρουσιάζει αλλοιωμένη εικόνα των οικονομικών του δυνατοτήτων παρέμειναν αναπάντητοι. Υπό τα δεδομένα αυτά, στο παρόν στάδιο προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι ο Αιτητής φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια προς εξεύρεση εναλλακτικής κατοικίας.

Αναπάντητοι παρέμειναν επίσης οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση ότι ο Αιτητής λόγω της εργασίας του, απουσιάζει πολλές ώρες από την οικία και ότι τυχόν απομάκρυνση της από αυτήν θα άφηνε την ανήλικη εκτεθειμένη χωρίς επίβλεψη. Παραμένει αδιευκρίνιστος ο βαθμός επιρροής εκάστου διαδίκου στη συμπεριφορά της ανήλικης, προκύπτει ωστόσο ότι η ανήλικη δεν μπορεί να οριοθετηθεί, έχει ήδη απομακρυνθεί συναισθηματικά από την Καθ’ ης η αίτηση, και δεν φοιτά συστηματικά στο σχολείο. Με τα δεδομένα αυτά, η παραμονή της ανήλικης για πολλές ώρες χωρίς επίβλεψη, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να εξυπηρετεί το συμφέρον της

Οι διάδικοι παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα και εκδοχή των γεγονότων για την κατάσταση που επικρατεί στη συζυγική οικία και για το ποιος πραγματικά ευθύνεται. Τα όσα η ενήλικη θυγατέρα των διαδίκων αναφέρει ταυτίζονται απόλυτα με την εκδοχή του Αιτητή. Το Δικαστήριο ωστόσο, για να επιλέξει εκδοχή θα πρέπει να αξιολογήσει εις βάθος και λεπτομερώς το μαρτυρικό υλικό και να αποφασίσει επί διαφιλονικούμενων θεμάτων με εξαγωγή τελικών ευρημάτων. Κάτι που στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται.  

Στην απόφαση Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1Γ ΑΑΔ, 1980 σελ. 1987 αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος της απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.4».

Ο Αιτητής δεν καταχώρισε συμπληρωματική ένορκο δήλωση ούτε ζήτησε να  αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση επί καίριων και ουσιαστικών θεμάτων που εντοπίζεται σαφής διάσταση στα όσα ισχυρίζονται, γεγονός το οποίο το Δικαστήριο δύναται να συνεκτιμήσει αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας.

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Χρ. Κώστα ν. Ε. Κώστα (2003) 1 ΑΑΔ 269, 272-273, λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης:

«……Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ’ όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.»

Στο στάδιο αυτό της ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι ο Αιτητής έχει στοιχειοθετήσει την ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στον ίδιο μεταγενέστερα, δεδομένου και του ότι τα εισοδήματα του κατά παραδοχήν του ιδίου  είναι υψηλότερα από αυτά της Καθ’ ης η αίτησης, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. 

Σαφώς, όλα τα εγειρόμενα θέματα στην εναρκτήρια αίτηση παραμένουν ζωντανά και θα αποφασιστούν όταν εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης (Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D. (1999) 1 (A) AAΔ 225).

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

                                                                               (Υπ.)………………….

                                                                                      Σ. Νεοφύτου, Δ

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο