ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας
Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 226/2025
Μεταξύ:
H.L.
Αιτήτρια
και
A.K.M
Καθ’ ου η αίτηση
Αίτηση με ειδοποίηση του Καθ’ ου η αίτηση- Αιτητή ημερομηνίας 20.11.2025
Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα: κα Στ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ου η αίτηση-Αιτητή στην παρούσα: κα Λ. Δήμου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι διάδικοι είναι σύζυγοι και κατά την διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν τρία ανήλικα τέκνα, την A.K.M., ηλικίας 8 ετών, τον A.K.I., ηλικίας 4 ετών και την Α.K.J., ηλικίας 5 ετών. Η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων A.K.M διαγνώστηκε με διαταραχή αυτιστικού φάσματος όταν ήταν 5 ετών και ο ανήλικος A.K.I. διαγνώστηκε με σύνδρομο down.
Με εναρκτήρια αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει διάταγμα με το οποίο να ανατίθεται σε αυτήν αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων. Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο η γονική μέριμνα των ανηλίκων να ασκείται από κοινού από του διαδίκους και τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του.
Στα πλαίσια της ανταπαίτησης του, ο Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητής στην παρούσα ( εφεξής «ο Αιτητής») καταχώρισε την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση με ειδοποίηση, με την οποία αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την έξοδο από την Κύπρο των ανήλικων τέκνων των διαδίκων χωρίς τη γραπτή του συγκατάθεση και την τοποθέτηση των ονομάτων τους στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο (stop list). Αιτείται περαιτέρω όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα, υπό την επίβλεψη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Η Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα, (εφεξής «Καθ’ ης η αίτηση»), με την ένσταση που καταχώρισε προβάλλει εννέα λόγους προς απόρριψη των αιτημάτων του Αιτητή. Οι λόγοι ένστασης που τελικά προώθησε κατά την ακρόαση της αίτησης είναι ότι οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται προς το συμφέρον των ανηλίκων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ότι η αίτηση είναι πρόωρη, εφόσον εκκρεμεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ποινική υπόθεση για αδικήματα εναντίον των ανηλίκων.
Η αίτηση του Αιτητή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του και η ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση από ένορκο δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί. Σημειώνεται ότι μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.
Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής αναφέρει ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το 2005 και εργάζεται ως αναγνωρισμένος πρόσφυγας με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ισχυρίζεται ότι η διάγνωση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, A.K.M., με διαταραχή αυτιστικού φάσματος επηρέασε αρνητικά την ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, επιδεινώθηκε περαιτέρω μετά τη διάγνωση και του ανήλικου A.K.I. με σύνδρομο Down.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, λόγω της αδυναμίας της Καθ’ ης η αίτηση να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους, ανέλαβε ο ίδιος εξ ολοκλήρου τη φροντίδα τους. Για να βοηθήσει την Καθ’ ης η αίτηση, επικοινώνησε με τον αδελφό της, μόνιμο κάτοικο Αγγλίας και κατά τους ισχυρισμούς του, όταν η Καθ’ ης η αίτηση πληροφορήθηκε την πρόθεση του αδελφού της να την επισκεφθεί στην Κύπρο, εξέφρασε την επιθυμία να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αγγλία μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους. Επιθυμία την οποία, κατά τον Αιτητή, εξακολουθεί να εκφράζει μέχρι σήμερα.
Είναι η θέση του ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών και ότι αρνείται να ακολουθήσει τις υποδείξεις των θεραπόντων ιατρών για να λάβει βοήθεια από επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 σχετική ιατρική βεβαίωση. Ισχυρίζεται επίσης ότι, λόγω της κατάστασης αυτής, η οικογένεια τέθηκε υπό την παρακολούθηση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Αναφέρει ότι στις 5.3.25 κλήθηκε να παρουσιαστεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου ενημερώθηκε ότι η Καθ’ ης η αίτηση είχε εγκαταλείψει τη συζυγική οικία μαζί με τα παιδιά και είχε προβεί σε καταγγελίες εναντίον του για σεξουαλικά αδικήματα και αδικήματα βίας. Ακολούθως συνελήφθη, καταχωρίστηκε εναντίον του ποινική υπόθεση και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους κατόπιν διατάγματος του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.
Υποστηρίζει ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, λήφθηκε κατάθεση μεταξύ άλλων και από Λειτουργό Ευημερίας, ο οποίος στην έκθεση του αναφέρθηκε στην επιθυμία της Καθ’ ης η αίτηση να εγκατασταθεί στην Αγγλία. Την εν λόγω έκθεση κατέθεσε ως Τεκμήριο 2. Χαρακτηρίζει τις καταγγελίες της Καθ’ ης η αίτηση ως ψευδείς και ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκαν με σκοπό να αποστερηθεί ο ίδιος την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η μόνιμη εγκατάστασή της στην Αγγλία μαζί με αυτά.
Αναφέρει επίσης ότι πληροφορήθηκε από πρόσωπα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος ότι ο αδελφός της Καθ’ ης η αίτηση μετέβη στην Κύπρο προκειμένου να διευθετήσει τις απαραίτητες διαδικασίες και έγγραφα για τη μετεγκατάσταση της ίδιας και των παιδιών στην Αγγλία.
Κατά την κρίση του, το συμφέρον των ανηλίκων επιβάλλει την παραμονή τους στην Κύπρο, ώστε να μην διακοπούν οι θεραπείες τους και να μην αποξενωθούν από τον ίδιο. Υποστηρίζει ότι τυχόν απομάκρυνση τους από την Κύπρο θα επηρεάσει αρνητικά την υγεία και την ψυχοσυναισθηματική τους κατάσταση, ενώ, λόγω του μεταναστευτικού καθεστώτος των διαδίκων, θα καταστεί εξαιρετικά δυσχερής η διατήρηση ουσιαστικής επικοινωνίας μαζί τους. Κατά την κρίση του, συντρέχει ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων προς προστασία των ανηλίκων και ότι, σε περίπτωση υλοποίησης των σχεδίων της Καθ’ ης η αίτηση για μετεγκατάσταση στην Αγγλία, θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Αναφορικά με το αίτημα του να επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα του υπό την επίβλεψη Λειτουργού Ευημερίας, εξηγεί ότι στις 6.5.25 το Μόνιμο Κακουργιοδικείο διέταξε την αποφυλάκιση του υπό όρους, και παράλληλα εξέδωσε διάταγμα αποκλεισμού του από τη συζυγική οικία, καθώς και διάταγμα απαγόρευσης προσέγγισης της Καθ’ ης η αίτηση και των ανηλίκων σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων.
Κατά τον Αιτητή, το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει τη διατήρηση επικοινωνίας μεταξύ τους, έστω και υπό επιτήρηση, καθότι τυχόν πλήρης διακοπή αυτής θα επηρεάσει αρνητικά τα παιδιά και θα δυσχεράνει σημαντικά την αποκατάσταση της μεταξύ τους σχέσης στο μέλλον.
Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση, η ενόρκως δηλούσα εξηγεί ότι η Καθ’ ης η αίτηση, μετά από την καταγγελία που υπέβαλε στην Αστυνομία εναντίον του Αιτητή, διαμένει μαζί με τα ανήλικα σε καταφύγιο υπό την προστασία Αστυνομίας και των Υπηρεσιών Στήριξης Θυμάτων Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης. Παρά το γεγονός ότι ζήτησε άδεια εξόδου για να υπογράψει την παρούσα ένορκη δήλωση, δεν της δόθηκε για λόφους ασφαλείας και αυτός είναι ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης.
Εξηγεί περαιτέρω ότι η καταγγελία της Καθ’ ης η αίτηση αφορά σε αδικήματα βιασμού, και ξυλοδαρμών εναντίον της και σε αδικήματα ψυχολογικής σεξουαλικής βίας εναντίον των ανηλίκων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής άσκησε σωματική και ψυχολογική βία εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση και των παιδιών, και σεξουαλική βία εναντίον των παιδιών, βάζοντας τα να παρακολουθούν βίντεο με ακατάλληλο ερωτικό περιεχόμενο. Αναφέρεται επίσης στο διάταγμα που εκδόθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ημερομηνίας 6.5.25, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο 2.
Ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση ανέκαθεν ήταν το πρόσωπο που φρόντιζε αποκλειστικά τα παιδιά, σε αντίθεση με τον Αιτητή, ο οποίος ουδέποτε ασχολήθηκε με τη διαπαιδαγώγηση τους, εφόσον τις περισσότερες ώρες της ημέρας απουσίαζε από την οικία. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν είναι ικανή να παρέχει την απαραίτητη φροντίδα στα ανήλικα και ισχυρίζεται ότι πάντοτε αυτό ήταν το πρώτιστο μέλημα της. Αρνείται ότι η Καθ’ ης η αίτηση βίωνε ψυχολογική πίεση τέτοια που να μην της επιτρέπει να ασκεί ορθά το γονικό της ρόλο και ισχυρίζεται ότι είναι απολύτως ψυχικά υγιής. Τα τέκνα των διαδίκων είναι προσκολλημένα στην ίδια ενώ ο Καθ΄ ου η αίτηση αδυνατεί να τους προσφέρει ασφάλεια και τούτο αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι ο τελευταίος υπήρξε βίαιος τόσο προς αυτά όσο και προς την Καθ’ ης η αίτηση.
Αναφέρει ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων γεννήθηκαν στην Κύπρο, φοιτούν σε Κυπριακά σχολεία και έχουν φίλους. Είναι η θέση της ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει σκοπό στο παρόν στάδιο να εγκατασταθεί στην Αγγλία, τονίζοντας ότι αναμένει να δώσει μαρτυρία ως παραπονούμενη στην ποινική υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον του Αιτητή. Ισχυρίζεται δε ότι η δήλωση της τελευταίας ότι επιθυμεί να ακολουθήσει τον αδελφό της στην Αγγλία, έγινε κάτω από το βάρος της οδυνηρής περιπέτειας που υπέστη από τις παράνομες πράξεις του Αιτητή.
Δηλώνει τη σθεναρή ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση να ασκεί ο Αιτητής δικαίωμα επικοινωνίας επιβλεπόμενο από Λειτουργό Ευημερίας και ισχυρίζεται ότι η επικοινωνία του με τα παιδιά πρέπει να αποκλειστεί, τουλάχιστον μέχρι να διερευνηθεί η καταγγελία που εκκρεμεί εναντίον του.
Υπογραμμίζει τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι η ψυχική υγεία των ανηλίκων προηγείται του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με αυτά και ότι στο παρόν στάδιο η όποια επικοινωνία τους με τον πατέρα τους δεν θα επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα. Αντίθετα, θα επιφέρει επιβλαβείς και καταστροφικές συνέπειες στη ψυχοσωματική τους υγεία, δεδομένης και της σθεναρής τους αντίστασης να έχουν οποιαδήποτε επαφή μαζί του.
Στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχώρισε ο Αιτητής επαναλαμβάνει τους πλείστους ισχυρισμούς της αρχικής ενόρκου δηλώσεως του και επιπλέον απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με τα ισχυριζόμενα αδικήματα που διέπραξε εναντίον των ανηλίκων. Διευκρινίζει προς τούτο ότι η Καθ’ ης η αίτηση για πρώτη φορά αναφέρεται σε αυτά στην παρούσα διαδικασία και ισχυρίζεται ότι σε καμία από τις καταθέσεις που δόθηκαν στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό με αδικήματα εναντίον των ανηλίκων.
Τονίζει το γνήσιο ενδιαφέρον και την αγάπη που τρέφει για τα ανήλικα τέκνα του και την ανησυχία του για τη ψυχική τους υγεία, λόγω της βίαιης αποστέρησης της παρουσίας του από τη ζωή τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, επιστολή που απέστειλε μέσω των δικηγόρων του στο Γραφείο Ευημερίας με την οποία ζητούσε ενημέρωση για την κατάσταση των παιδιών και τυχόν ελλείψεις που έχουν σε χρειώδη, ώστε να τους τα παρέχει.
Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση, η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει εν συντομία τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση που περιέχονται στην αρχική της ένορκη δήλωση. Διευκρινίζει περαιτέρω ότι η καταγγελία στην Αστυνομία δεν αφορούσε μόνο βιασμό της Καθ’ ης η αίτηση από τον Αιτητή, αλλά και άσκηση ψυχολογικής και σωματικής βίας και κακοποίησης των ανηλίκων, ως φαίνεται και στο ενημερωτικό σημείωμα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που στάλθηκε στην Αστυνομία.
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο έκρινε ορθό να μην προχωρήσει σε συνέντευξη των ανηλίκων, λόγω της πνευματικής τους υγείας αλλά και της ηλικίας τους. Όπως ανέφεραν και οι συνήγοροι των διαδίκων κατά την δικάσιμο, εξ’ αυτών των λόγων δεν κατέστη δυνατό ούτε να ληφθούν οπτικογραφημένες συνεντεύξεις των παιδιών από την Αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της ποινικής υπόθεσης.
Μελέτησα την εξεταζόμενη αίτηση, την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών.
Η συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση στην αγόρευση της θίγει το ενδεχόμενο ταυτόχρονης ισχύος δύο αντικρουόμενων και/ή αντιφατικών διαταγμάτων, εάν το Δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα του Αιτητή για ρύθμιση της επικοινωνίας του με τα ανήλικα, λόγω της ύπαρξης του διατάγματος που εκδόθηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 359/2025, θέμα το οποίο έχει προβληματίσει και το παρόν Δικαστήριο.
Αποτελεί θέση της ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα παιδιά, αυτό θα έρχεται σε σύγκρουση με το διάταγμα που έχει εκδοθεί από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, εφόσον με το τελευταίο απαγορεύεται στον Αιτητή να πλησιάζει τα παιδιά.
Η συνήγορος του Αιτητή δεν τοποθετείται επί του συγκεκριμένου θέματος.
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός η ύπαρξη και η ισχύς του διατάγματος ημερομηνίας 6.5.2026, το οποίο εκδόθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 395/25. Δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, οι οποίοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση προσέγγισης της Καθ’ ης η αίτηση και των ανήλικων τέκνων τους σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων, την απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής επικοινωνίας με την Καθ’ ης η αίτηση, καθώς και την απαγόρευση εισόδου ή παραμονής του στην οικογενειακή κατοικία.
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι το εν λόγω διάταγμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλήρη ισχύ και να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του δύναται να συνυπάρξει νομικά και πρακτικά με το υφιστάμενο δεσμευτικό καθεστώς που έχει ήδη διαμορφωθεί με το διάταγμα του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, χωρίς να οδηγεί σε αντίφαση ή έμμεση παραβίαση των επιβληθέντων περιοριστικών όρων.
Η νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη αποφυγής έκδοσης αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από ισότιμα δικαστήρια. Στην υπόθεση Αναφορικά με το Γεώργιο Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2) (2000) 1 Α.Α.Δ. 1336 επισημάνθηκε ότι η σύγκρουση μεταξύ αποφάσεων ισότιμων δικαστηρίων υπονομεύει την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ομοίως, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της RCK Sports Ltd (Αρ. 1) (1993) 1 Α.Α.Δ. 571 τονίσθηκε ότι η έκδοση διατάγματος που αναιρεί ή εξουδετερώνει προϋφιστάμενο διάταγμα συνιστά υπέρβαση ή έλλειψη δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, στην Πολιτική Αίτηση 32/2019, Λοϊζίδης, Παραλήπτης και Διαχειριστής ν. Περατικού (17.04.2019), υπογραμμίστηκε η ανάγκη διατήρησης συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία αβεβαιότητας και δικονομικής σύγχυσης για τους διαδίκους.
Συνεπώς, η ισχύς του υφιστάμενου διατάγματος δημιουργεί αντικειμενικό νομικό κώλυμα και οδηγεί σε αδιέξοδο οποιαδήποτε σκέψη ή κατεύθυνση του Δικαστηρίου ως προς την πιθανότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, καθότι τούτο θα τελούσε σε άμεση και ουσιώδη σύγκρουση με το ήδη ισχύον διάταγμα του Μόνιμου Κακουργιοδικείου, το οποίο ρητώς απαγορεύει στον Αιτητή να προσεγγίζει τα ανήλικα τέκνα του σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων.
Τυχόν έγκριση του σχετικού αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα την παράλληλη ύπαρξη και ισχύ δύο δικαστικών διαταγμάτων με αντιφατικό περιεχόμενο, δημιουργώντας κατάσταση πρακτικής και νομικής αδυναμίας συμμόρφωσης εκ μέρους του Αιτητή. Υπό τέτοιες περιστάσεις, ο Αιτητής θα ετίθετο ενώπιον διλήμματος και/ή αδιεξόδου, παραμένοντας, σε κάθε περίπτωση, εκτεθειμένος σε πιθανές συνέπειες λόγω παρακοής του ισχύοντος ποινικού διατάγματος.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνεται ότι η παρούσα αίτηση, καθ’ όσον αφορά το αίτημα για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του έστω και υπό επίβλεψη, δεν μπορεί να επιτύχει στο παρόν στάδιο. Η ύπαρξη και ισχύς του διατάγματος ημερομηνίας 6.5.2026 αποτελεί καθοριστικό και προδικαστικό κώλυμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Όπως έχει νομολογηθεί, σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δεν εκδίδει το δεύτερο διάταγμα (βλ. Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera (1986) 1 Α.Α.Δ. 524).
Κατά συνέπεια, και δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 αναφορικά με το συγκεκριμένο αιτητικό.
Παραμένει ωστόσο για εξέταση το αίτημα του Αιτητή που αφορά στην απαγόρευση εξόδου των ανηλίκων από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς τη γραπτή του συγκατάθεση και στην τοποθέτηση των ονομάτων τους στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Για να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που απαριθμεί το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της υπόθεσης, η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα.
Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο αξιολόγησης του κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ΄΄ Βασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152).
Με βάση την αρχή της νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v. Adidas, (1984) 1 C.L.R 263, το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν αξιολογεί λεπτομερώς τη μαρτυρία και δεν καταλήγει σε ευρήματα.
Έχοντας κατά νου όλες τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, χωρίς ωστόσο να καταλήγω σε τελικά συμπεράσματα επί της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον μου.
Το άρθρο 5(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν216/90), (στο εξής «ο Νόμος»), ορίζει ότι η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού.
Το άρθρο 7 του Νόμου ορίζει ότι αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
Σύμφωνα με το αρ. 6 (2) (α) του Νόμου, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου. Η αρχή αυτή αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού σε διάφορες αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη (2002) 1 ΑΑΔ 1446, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v. Ντούμα κ.α (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911, Π.Ε. v. K.R.U, Έφεση Αρ. 23/2018, ημερομηνίας 3.12.2019). Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και στις περιπτώσεις έκδοσης ενός προσωρινού Διατάγματος.
Ως προς τη φύση της διαδικασίας στις αιτήσεις ρύθμισης γονικής μέριμνας, σχετικό είναι ακόλουθο απόσπασμά από την απόφαση Ιωανννίδη»
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδη, (2000) 1 ΑΑΔ 1108 από την οποία και η πιο κάτω επιγραμματική διατύπωση της αρχής: «Η ύψιστη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν σε τέτοιες υποθέσεις είναι η ευημερία του ανηλίκου».
Το υπό εξέταση αιτητικό αφορά ρύθμιση μιας εκ των πτυχών της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, επί της οποίας υφίσταται διαφωνία μεταξύ των γονέων. Δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η εξέταση του κατά πόσον η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή θα οδηγήσει ενδεχομένως σε καταδίκη του ούτε, κατά πόσον μία τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει αφαίρεση ή περιορισμό της άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως φαίνεται να θεωρεί δεδομένο η Καθ’ ης η αίτηση. Ο Αιτητής δεν έχει μέχρι σήμερα καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα και, ως εκ τούτου, απολαύει του τεκμηρίου της αθωότητας μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
Ομοίως, δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσον η Καθ’ ης η αίτηση είναι καταλληλότερη ή περισσότερο ικανή να έχει τη φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων. Η υφιστάμενη κατάσταση θέλει την Καθ’ ης η αίτηση να διαμένει μαζί με τα ανήλικα σε καταφύγιο, τελώντας υπό την προστασία των αρμόδιων αρχών. Ο Αιτητής, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι, κατά νόμο, φορέας της γονικής μέριμνας των ανηλίκων και διατηρεί το δικαίωμα να προσφεύγει στο Δικαστήριο προς επίλυση ζητημάτων που αφορούν επιμέρους πτυχές αυτής.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 τουΝ.14/60, ως αυτές έχουν ερμηνευθεί νομολογιακά.
Ο Αιτητής εκφράζει τον φόβο ότι η Καθ’ ης η αίτηση προτίθεται να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τα ανήλικα. Η πρόθεση αυτή δεν προβάλλεται αποκλειστικά ως υποκειμενική εκτίμηση ή εικασία του Αιτητή, αλλά προκύπτει και από δήλωση της ίδιας της Καθ’ ης η αίτηση προς τον αρμόδιο Λειτουργό Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που παρακολουθεί την οικογένεια. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν εκ των υστέρων αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης δεν αναιρούν το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση εξέφρασε, έστω υπό καθεστώς ψυχολογικής πίεσης ή συναισθηματικής φόρτισης, πρόθεση εγκατάστασης στην Αγγλία.
Στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, όπου το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας της διαφοράς αλλά περιορίζεται σε μια εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση των ενώπιον του δεδομένων, η εν λόγω δήλωση, έστω και αν κρίνεται ως παρορμητική, αρκεί για να θεμελιώσει την ύπαρξη ενδεχομένου, έστω και απομακρυσμένου, ότι η πρόθεση αυτή δύναται να υλοποιηθεί.
Τα διατάγματα απαγόρευσης εξόδου ανηλίκων από τη Δημοκρατία δεν αποσκοπούν στον αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας διακίνησής τους, ούτε συνεπάγονται απόλυτη απαγόρευση μετακίνησης τους εκτός της χώρας. Σκοπός τους είναι να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε μετακίνηση ή απομάκρυνση των ανηλίκων από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου θα πραγματοποιείται είτε με τη συναίνεση και των δύο γονέων είτε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Παράλληλα, υπηρετούν τον σκοπό της διατήρησης της παρουσίας των ανηλίκων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μέχρι την τελική επίλυση των ζητημάτων που άπτονται της γονικής μέριμνας και των επιμέρους πτυχών της.
Το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, έκρινε ότι δεν είναι δυνατό να εκδοθεί διάταγμα που να ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα. Η κατάληξη αυτή ωστόσο, δεν συνεπάγεται οριστική ή αμετάκλητη στέρηση των δικαιωμάτων του Αιτητή ως γονέα. Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής των περιστάσεων ή άρσης των υφιστάμενων περιοριστικών μέτρων, διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου με νέο σχετικό αίτημα.
Διαπιστώνεται επίσης ότι ο Αιτητής, μέσω της υπεράσπισής του προωθεί ανταπαίτηση για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων και την από κοινού άσκηση της από τους διαδίκους. Για την ορθή και ολοκληρωμένη εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος κρίνεται απαραίτητη η ετοιμασία έκθεσης από αρμόδιο Λειτουργό Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να συνομιλήσει με τους διαδίκους και τα ανήλικα και να αξιολογήσει τις συνθήκες διαβίωσης τους και την επάρκεια των γονέων στην άσκηση του γονικού τους ρόλου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η διασφάλιση της παρουσίας των ανηλίκων εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου κρίνεται αναγκαία και επιβεβλημένη. Τυχόν απομάκρυνση τους από τη Κυπριακή Δημοκρατία, πριν από την οριστική ρύθμιση των ζητημάτων γονικής μέριμνας που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, θα ματαίωνε την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του Αιτητή ως γονέα και θα καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την πλήρη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης επί των εκκρεμούντων ζητημάτων. Συνεπώς πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
Κρίνεται περαιτέρω ότι είναι δίκαιο, εύλογο αλλά και επιβεβλημένο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το διάταγμα ως αναφέρθηκε δεν αποσκοπεί σε μόνιμη απαγόρευση της ελεύθερης διακίνησης των παιδιών, ούτε στην παροχή πλεονεκτήματος σε οιονδήποτε από τους διαδίκους. Αντιθέτως, σκοπό έχει την διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και τη διασφάλιση ότι οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί επί των ζητημάτων γονικής μέριμνας που διαφωνούν οι διάδικοι, θα δύναται να εφαρμοστεί αποτελεσματικά. Κρίνεται δε ορθό όπως η απαγόρευση ισχύει έναντι αμφοτέρων των διαδίκων, προς αποφυγή δημιουργίας ανισορροπίας μεταξύ τους.
1. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο με το οποίο απαγορεύεται η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Al.K.M. Al.K.A. και Al.K.J, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση αμφοτέρων των διαδίκων ή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.
2. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η τοποθέτηση του ονόματος των ανήλικων τέκνων των διαδίκων A.K.M. A.K.A. και A.K.J, στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο.
3. Τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
4. Η σύνταξη των διαταγμάτων τελεί υπό τον όρο ότι θα προσκομιστούν στο Δικαστήριο στοιχεία των ταξιδιωτικών εγγράφων των διαδίκων και των ανηλίκων.
5. Το αίτημα του Αιτητή για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα, και ενόψει του αποτελέσματος, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.
Υπ.)…………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο