Π.Κ. κ.α. ν. Α.Γ., Αρ. Αίτησης: 192/2023i, 30/6/2026
print
Τίτλος:
Π.Κ. κ.α. ν. Α.Γ., Αρ. Αίτησης: 192/2023i, 30/6/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.

 

Αρ. Αίτησης:  192/2023i

Μεταξύ:

1.    Π.Κ.

2.    Α.Κ.

Αιτητών

                                                   και

 

Α.Γ.

Καθ’ης η αίτηση

 

Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

 

Για τους Αιτητές: κος Μ. Κοκωνάς για Α. Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ης η αίτηση: κα Λ. Γιουσελή   

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα αίτηση, οι Αιτητές, οι οποίοι είναι ο παππούς και γιαγιά των ανήλικων Χ.Κ και Α.Κ, αιτούνται την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 17Α του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990), με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας τους με τα ανήλικα εγγόνια τους.

 

Ειδικότερα, οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο η Καθ’ ης η αίτηση να διατάσσεται να παραδίδει τα ανήλικα τέκνα στους ίδιους στον τόπο διαμονής της ή σε άλλο κατάλληλο και συμφωνημένο χώρο, τουλάχιστον μια φορά εβδομαδιαίως, κατά ημέρα Σάββατο ή Κυριακή, από τις 09:00 μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Περαιτέρω, αιτούνται όπως διαταχθούν να επιστρέφουν τα ανήλικα, με τη λήξη της περιόδου επικοινωνίας, στον συνήθη τόπο διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση ή στον χώρο από τον οποίο αυτά παραλήφθηκαν.

 

Μετά την καταχώριση Υπεράσπισης εκ μέρους της Καθ’ης η αίτηση, η οποία είναι η μητέρα των ανηλίκων, της συμπλήρωσης των δικογράφων και την ετοιμασία της προβλεπόμενης έκθεσης από την αρμόδια Λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας Λευκωσίας, και αφού δεν υπήρχε κανένα περιθώριο συμβιβασμού, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση.

Κατά την ακροαματική διαδικασία, πρώτη κατέθεσε ως μάρτυρας η κοινωνική λειτουργός η οποία είχε συντάξει την προβλεπόμενη έκθεση. Ακολούθως, προσήλθαν και έδωσαν μαρτυρία οι Αιτητές, αρχικά ο Αιτητής 1 και στη συνέχεια η Αιτήτρια 2, καθώς και η θυγατέρα τους. Από πλευράς της Καθ’ης η αίτηση, μοναδική μάρτυρας ήταν η ίδια, χωρίς να κλητευθεί ή να παρουσιαστεί οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας.

Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο για να διαμορφώσει κρίση αναφορικά με τις επιθυμίες των παιδιών, είχε προσωπική συνέντευξη με τις ανήλικες Χ. και Α.

 

Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των διαδίκων.

 

Έχω μελετήσει επισταμένως όλη την ενώπιον μου μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων, καθώς και τις θέσεις των ανηλίκων  κατά την προσωπική συνέντευξη. Σχολιάζω, όμως, μόνο ό,τι είναι σχετικό και ουσιώδες με τα επίδικα θέματα και επισημαίνω μόνο ό,τι αφορά τόσο στη νομική όσο και στην πραγματική πτυχή της υπόθεσης. Προβαίνοντας, εκεί όπου απαιτείται σε σχετικά ευρήματα, τα οποία διαμόρφωσαν τη δικανική μου κρίση. Μαρτυρία, ως εκ τούτου, η οποία είναι άσχετη δεν τη λαμβάνω υπόψη.

 

Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης, έχοντας πάντα κατά νου ότι ‘‘Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται’’ (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ 490).

 

Τα ακόλουθα είναι παραδεκτά γεγονότα με βάση τις έγγραφες προτάσεις ή κατέστησαν παραδεκτά μέσω της προφορικής μαρτυρίας ή των δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων:

 

  • Οι Αιτητές είναι Κύπριοι υπήκοοι και είναι οι εκ πατρός παππούς και γιαγιά των ανήλικων τέκνων της Καθ’ης η αίτηση, ήτοι της ανήλικης Χ.Κ., γεννηθείσας την 01/01/2016, και της ανήλικης Α.Κ., γεννηθείσας την 08/04/2020. 
  • Οι Αιτητές διαμένουν μόνιμα σε οικία στα Λατσιά της επαρχίας Λευκωσίας. Ο Αιτητής 1 είναι συνταξιούχος, ενώ η Αιτήτρια 2, η οποία εργαζόταν στο παρελθόν ως ιδιωτική υπάλληλος στην εφημερίδα «Χαραυγή», είναι επίσης σήμερα συνταξιούχος.
  • Στις 02/07/2022 η Καθ’ ης η αίτηση υπέβαλε γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του υιού των Αιτητών για τη διάπραξη αδικημάτων που αφορούσαν βία στην οικογένεια. Την ίδια ημέρα εγκατέλειψε τη συζυγική εστία μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της και μετέβη στην οικία των γονέων της στο Μιτσερό της επαρχίας Λευκωσίας, όπου εξακολουθεί να διαμένει μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο των διαδικασιών που ακολούθησαν της πιο πάνω καταγγελίας, καταχωρίστηκε αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ασκούντος ποινική δικαιοδοσία, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε διάταγμα απομάκρυνσης εναντίον του υιού των Αιτητών.
  • Ο υιός των Αιτητών κρίθηκε ένοχος στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, κατόπιν παραδοχής, σε συνολικά τριάντα τέσσερις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών, με ημερομηνία έναρξης της ποινής την 30/08/2022. Κατά τον χρόνο εκδίκασης της παρούσας αίτησης, έχει ήδη αποφυλακιστεί.
  • Ο γάμος μεταξύ της Καθ’ης η αίτηση και του υιού των Αιτητών λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 20/03/2023, αλλά τελούσαν σε οριστική διάσταση ήδη από τις 02/07/2022.
  • Από τον χρόνο της διάστασης της Καθ’ης η αίτηση με τον υιό των Αιτητών και εντεύθεν, οι Αιτητές δεν είχαν οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία ή προσωπική επαφή με τα ανήλικα εγγόνια τους, με εξαίρεση μια επικοινωνία η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν σχετικής δικαστικής ρύθμισης.
  • Στο πλαίσιο της υπ’ αριθμόν 554/2022 Αίτησης Γονικής Μέριμνας, εκδόθηκε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία ανατέθηκαν στην Καθ’ης η αίτηση η φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων, ενώ ως τόπος διαμονής τους καθορίστηκε ο εκάστοτε τόπος διαμονής της. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα του υιού των Αιτητών για επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του, το οποίο είχε προβληθεί στο πλαίσιο ανταπαίτησης που είχε καταχωρίσει στην εν λόγω διαδικασία.

 

Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Θα παραθέσω στη συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας, αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου είναι δυνατόν, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας.

 

Μαρτυρία λειτουργού

Πρώτη έδωσε μαρτυρία η αρμόδια κοινωνική λειτουργός, κα Κυριζή, η οποία ετοίμασε έκθεση κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου αναφορικά με το αίτημα των πατρικών παππούδων για ρύθμιση επικοινωνίας με τις ανήλικες εγγονές τους. Στα πλαίσια της διερεύνησης έλαβε συνεντεύξεις από τους διαδίκους, τις ανήλικες, καθώς και πληροφορίες από τα σχολικά περιβάλλοντα των παιδιών και σχετικές αξιολογήσεις ειδικών ψυχικής υγείας. Αναφέρθηκε στην έκθεση την οποία ετοίμασε, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η έκθεση της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Η κα Κυριζή αντεξετάστηκε και από τις δυο πλευρές.

Η Λειτουργός αναφέρθηκε στις θέσεις των πατρικών παππούδων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των γονέων διαδραμάτιζαν ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στη φροντίδα των ανηλίκων, ιδιαίτερα της Χ., η οποία, όπως αναφέρουν, διανυκτέρευε συχνά στην οικία τους. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι μετά τον χωρισμό των γονέων και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δεν κατέστη δυνατή η συνέχιση της επικοινωνίας τους με τις ανήλικες, παρά τις προσπάθειες που, κατά τους ίδιους, κατέβαλαν προς την κατεύθυνση αυτή. Οι ίδιοι αποδίδουν την άρνηση των παιδιών να επικοινωνήσουν μαζί τους σε αρνητικό επηρεασμό από τη μητέρα και τη μητρική οικογένεια και εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι ενδέχεται να αποκοπούν οριστικά από τα εγγόνια τους.

Ακολούθως, η Λειτουργός παραθέτει τη θέση της Καθ’ης η αίτηση, η οποία αμφισβητεί την έκταση της φροντίδας που οι πατρικοί παππούδες ισχυρίζονται ότι παρείχαν στα παιδιά και υποστηρίζει ότι μετά τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και τη φυλάκιση του πατέρα οι πατρικοί παππούδες άσκησαν πίεση για επαναφορά της επικοινωνίας τους με τις ανήλικες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ψυχολογικές συνέπειες που είχαν υποστεί τα παιδιά. Η μητέρα θεωρεί ότι οι πατρικοί παππούδες δεν αποστασιοποιήθηκαν ποτέ από τη συμπεριφορά του γιου τους, ότι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τα περιστατικά βίας και ότι εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά προς αυτόν. Περαιτέρω, εκφράζει φόβους ότι τυχόν επανασύνδεση θα επηρεάσει αρνητικά τη συναισθηματική ισορροπία των παιδιών, ιδίως της Χ., η οποία έχει συνδέσει τους πατρικούς παππούδες με τον πατέρα της και τα τραυματικά βιώματα που βίωσε.

Η Λειτουργός ανέφερε επίσης ότι κατά τη συνεργασία της με τους πατρικούς παππούδες διαπίστωσε το ενδιαφέρον τους για τις ανήλικες και την επιθυμία τους να διατηρήσουν επαφή μαζί τους. Ωστόσο, σημειώνει ότι κατά τις συναντήσεις μαζί τους δεν διαφοροποιήθηκαν ούτε καταδίκασαν τις πράξεις για τις οποίες ο γιος τους καταδικάστηκε, ενώ δεν φάνηκε να αντιλαμβάνονται επαρκώς τον πιθανό ψυχολογικό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει στα παιδιά οποιαδήποτε επαφή τους με τον πατέρα τους.

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης στοιχεία αναφορικά με τις ανήλικες και τις συνθήκες διαβίωσης τους.

Σε σχέση με τη Χ., η Λειτουργός καταγράφει ότι το παιδί αναγνώρισε πως στο παρελθόν διατηρούσε επαφή με τους πατρικούς παππούδες και περνούσε χρόνο μαζί τους. Παρότι η ανήλικη αναγνώρισε ότι περνούσε καλά μαζί τους και ότι οι ίδιοι συμπεριφέρονταν καλά προς αυτήν, εντούτοις διατύπωσε την άποψη ότι «όλοι επαίζαν το καλοί», ενώ παράλληλα ανέφερε ότι θυμάται συχνούς καβγάδες μεταξύ των ιδίων των Αιτητών.

Η Λειτουργός κατέγραψε επίσης ότι η Χ, καθ’όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, δεν αναφερόταν στους Αιτητές ως «παππού» και «γιαγιά», αλλά χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τον χαρακτηρισμό «τζείνοι», αποφεύγοντας συστηματικά οποιαδήποτε οικογενειακή προσφώνηση.

Περαιτέρω, η Λειτουργός παρατήρησε ότι από τα λεγόμενα της ανήλικης προέκυπτε έκθεση της σε συζητήσεις που φαίνεται να είχαν λάβει χώρα στο οικογενειακό περιβάλλον της μητέρας της αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στη διάρρηξη των οικογενειακών σχέσεων. Η Χ. χρησιμοποίησε εκφράσεις όπως «το καταλάβαμε ότι εν εκείνοι που τον έφεραν», «αφού αν ερχόταν μόνος του και τζείνοι με το αυτοκίνητο, θα τον προλάβαιναν πριν φτάσει στο σπίτι» και «εκατάλαβε η μάμα ότι ήταν τζαι τζίνοι μες το κόλπο», αποδίδοντας στους Αιτητές ενεργό ρόλο σε σχέση με γεγονότα που αφορούσαν τον πατέρα της. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο είδε τους πατρικούς παππούδες να μεταφέρουν τον πατέρα της στην οικία τους, γεγονός το οποίο, κατά την αντίληψη της, επιβεβαίωνε ότι οι Αιτητές τον υποστήριζαν.

Η Χ. αναφέρθηκε επίσης στις δύο συναντήσεις που είχε με τους Αιτητές μετά τη διακοπή των σχέσεων τους, ήτοι σε μια συνάντηση στην εκκλησία και σε μια προγραμματισμένη συνάντηση η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε η Λειτουργός, η ανήλικη περιέγραψε ότι και στις δύο περιπτώσεις ένιωσε αναστάτωση και φόβο και ότι δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε προσέγγιση ή συνομιλία μαζί τους. Δήλωσε δε ότι μετά τα περιστατικά εκείνα δεν τους ξαναείδε και ότι δεν επιθυμεί να τους ξαναδεί, εκφράζοντας κατηγορηματική αντίθεση σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο επανασύνδεσης μαζί τους.

Η Λειτουργός αναφέρεται επίσης στις ψυχολογικές αξιολογήσεις της μητέρας και της Χ. από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, σύμφωνα με τις οποίες η μητέρα παρουσίαζε συμπτωματολογία μετατραυματικού στρες, ενώ η Χ. εμφάνιζε σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση ως αποτέλεσμα της τοξικής σχέσης των γονέων της και της έκθεσης της σε περιστατικά βίας και συγκρούσεων.

Αφού αξιολόγησε το σύνολο των πληροφοριών που συνέλεξε, η Λειτουργός καταλήγει ότι, παρά τη γενική αναγνώριση της σημασίας που δύναται να έχει η σχέση παππούδων και εγγονών για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν ακόμη οι αναγκαίες προϋποθέσεις για ασφαλή επανέναρξη της επικοινωνίας. Ειδικότερα, εκφράζει την άποψη ότι οι πατρικοί παππούδες δεν έχουν μέχρι σήμερα αντιληφθεί επαρκώς τις συνέπειες που είχε η ενδοοικογενειακή βία στα παιδιά ούτε έχουν διαχωρίσει τη θέση τους από τις πράξεις του γιου τους. Για τον λόγο αυτό εισηγείται όπως, πριν εξεταστεί οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας, οι πατρικοί παππούδες λάβουν συμβουλευτική καθοδήγηση από ειδικό ψυχικής υγείας, ώστε να κατανοήσουν τις ανάγκες των παιδιών και να είναι σε θέση να λειτουργήσουν υποστηρικτικά προς αυτά.

Παράλληλα, εισηγείται όπως και η μητέρα λάβει συμβουλευτική καθοδήγηση, ώστε να κατανοήσει την πιθανή ψυχολογική επιβάρυνση που δύναται να προκληθεί στα παιδιά ένεκα της έκθεσης τους σε αρνητικές συζητήσεις ή αναφορές σχετικά με τους πατρικούς παππούδες. Τέλος, η Λειτουργός θεωρεί ότι, σε περίπτωση που πληρωθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, οποιαδήποτε μελλοντική επικοινωνία θα πρέπει να προηγηθεί από κατάλληλη προετοιμασία των παιδιών από ειδικό ψυχικής υγείας, ο οποίος θα αξιολογήσει τον κατάλληλο χρόνο, τον τρόπο και την ετοιμότητα τους για επανασύνδεση.

Εκτενέστερη αναφορά στην μαρτυρία της λειτουργού αν χρειαστεί, θα γίνει στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της.

 

Αιτητής 1 (Μ. Αιτ.1)

Μαρτυρία Αιτητή 1

 

Ο Αιτητής 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση η οποία καταχωρήθηκε ως έγγραφο A. Στην κυρίως εξέταση ο Αιτητής 1 καταχώρισε τα Τεκμήρια 2-5. Στη γραπτή του δήλωση, καθώς και στην περαιτέρω προφορική του μαρτυρία, αναφέρθηκε εκτενώς στην ουσιαστική και διαρκή συμβολή του ιδίου και της συζύγου του, Αιτήτριας 2, στην καθημερινή ανατροφή, φροντίδα και διαπαιδαγώγηση των ανήλικων εγγονιών τους. Όπως υποστήριξε, ήδη από το έτος 2016, όταν η ανήλικη Χ. βρισκόταν σε βρεφική ηλικία περίπου 8–9 μηνών, οι ίδιοι ανέλαβαν ενεργό ρόλο στην καθημερινή της φροντίδα και επιμέλεια.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι, μετά τη μετακόμιση των γονέων της ανήλικης Χ. στα Λατσιά, ιδιοκτησίας της συζύγου του, η ανήλικη Χ. περνούσε σημαντικό μέρος της καθημερινότητας της στην οικία των Αιτητών. Εκεί, όπως ισχυρίζεται, η ανήλικη έτρωγε, έπαιζε, κοιμόταν και σταδιακά αναπτυσσόταν, αποκτώντας δεξιότητες όπως η ζωγραφική και η δημιουργική απασχόληση. Η εν λόγω καθημερινή παρουσία και ενασχόληση συνεχίστηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, μέχρι και τη διάσταση της Καθ’ης η αίτηση με τον υιό του τον Ιούλιο του 2022, με μόνη εξαίρεση ορισμένα μικρά χρονικά διαστήματα και την περίοδο των αυστηρών περιορισμών μετακίνησης λόγω της πανδημίας του COVID-19.

Ως προς την ανήλικη Α, ο Αιτητής 1 αναφέρει ότι η παρουσία και η καθημερινή τους επαφή υπήρξε συγκριτικά περιορισμένη κατά το πρώτο έτος της ζωής της, καθότι, κατά το διάστημα εκείνο, η Καθ’ης η αίτηση διέμενε στο οικογενειακό περιβάλλον και ασκούσε η ίδια τη φροντίδα της, εν μέσω και των συνθηκών της πανδημίας.

Περαιτέρω, ο Αιτητής 1 υποστήριξε ότι, πέραν της καθημερινής φροντίδας, οι ίδιοι επωμίζονταν και τα σχετικά έξοδα για είδη πρώτης ανάγκης των ανηλίκων, όπως πάνες, κρέμες και γάλα. Παράλληλα, αναφέρει ότι είχαν ενεργό συμμετοχή στην εκπαιδευτική και διαπαιδαγωγική τους ανάπτυξη, βοηθώντας τη Χ. στην εκμάθηση γραμμάτων και αριθμών, καθώς και στην εξάσκηση της μέτρησης μέσα από καθημερινές δραστηριότητες.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ανήλικες αντλούσαν ιδιαίτερη χαρά από τον χρόνο που διέθεταν μαζί τους, σε βαθμό που συχνά δεν επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από την οικία τους.

Τέλος, ο Αιτητής 1 προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 φωτοαντίγραφα φωτογραφιών που απεικονίζουν στιγμές από την επαφή και δραστηριότητα του με τις ανήλικες εγγονές του, όπως στιγμές σίτισης, παιχνιδιού, κοινωνικών εξόδων και οικογενειακών συναναστροφών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επαφή τους με συγγενικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η αποβιώσασα προγιαγιά τους (μητέρα του Αιτητή 1).

Ο Αιτητής 1 υποστήριξε ότι για πρώτη φορά στις 02/07/2022 ενημερώθηκε ότι ο υιός του ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, καθώς και ότι ασκούσε βία έναντι της Καθ’ης η αίτηση. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο λόγος που πληροφορήθηκε τα ανωτέρω την ημέρα εκείνη ήταν η καταγγελία της Καθ’ης η αίτηση στην Αστυνομία. Το γεγονός αυτό, όπως αναφέρει, τον εξέπληξε και τον άφησε άφωνο, καθότι μέχρι τότε ουδέποτε ο ίδιος ούτε η σύζυγος του, Αιτήτρια 2, είχαν αντιληφθεί οτιδήποτε σχετικό.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι μεταγενέστερα, και ειδικότερα στις 22/08/2022, όταν ο υιός του συνελήφθη από την Αστυνομία, ενημερώθηκε ότι τα περιστατικά βίας αφορούσαν σοβαρή και επαναλαμβανόμενη κακοποιητική συμπεριφορά κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2021 μέχρι και τον Ιούλιο 2022.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, ο Αιτητής 1 ισχυρίζεται ότι ο υιός του και η Καθ’ης η αίτηση συνέχιζαν να συμπεριφέρονται ενώπιον τους με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο, τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι των ανηλίκων, τουλάχιστον όταν οι ίδιοι οι Αιτητές ήταν παρόντες. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η ανήλικη Χ. εξακολουθούσε να περνά σημαντικό χρόνο στην οικία τους και να διανυκτερεύει συχνότερα μαζί τους, χωρίς να παρατηρείται οποιαδήποτε μεταβολή στη συμπεριφορά της είτε έναντι των ιδίων είτε έναντι των γονέων της. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, η ανήλικη εμφανιζόταν ευδιάθετη, συμμετείχε σε κοινές δραστηριότητες και συνέχιζε να αποτυπώνει στις ζωγραφιές της την οικογενειακή της εικόνα με τους γονείς και την αδελφή της, όπως και προηγουμένως.

Ακολούθως, αναφέρει ότι μετά την καταγγελία της 02/07/2022, ο ίδιος και η σύζυγος του προσπάθησαν επανειλημμένα να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με την Καθ’ης η αίτηση, με σκοπό να ενημερωθούν για την κατάσταση της ίδιας αλλά και των ανηλίκων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Καθ’ης η αίτηση δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις και τα μηνύματα τους, πλην μιας περίπτωσης κατά την οποία απάντησε αναφέροντας ότι τα παιδιά κοιμούνται. Έκτοτε, όπως υποστηρίζει, δεν υπήρξε καμία περαιτέρω επικοινωνία.

Χαρακτήρισε τη στάση της Καθ’ης η αίτηση ως εκδικητική, υποστηρίζοντας ότι δεν δικαιολογείται ο πλήρης αποκλεισμός τους από τη ζωή των εγγονιών τους, καθότι οι ίδιοι ουδεμία σχέση είχαν με τα περιστατικά βίας που αποδίδονται στον υιό τους και τα οποία, όπως αναφέρει, έλαβαν χώρα χωρίς να τελούν σε γνώση τους.

Ο Αιτητής 1 αποδίδει στην Καθ’ης η αίτηση εκδικητική στάση έναντι των ιδίων, την οποία συνδέει τόσο με τα γεγονότα της σχέσης της με τον υιό του όσο και με μεταγενέστερη καταγγελία που υποβλήθηκε από τη σύζυγο του στην Αστυνομία τον Αύγουστο 2022, αναφορικά με την εξαφάνιση κινητών αντικειμένων από την πρώην συζυγική οικία του υιού του και της Καθ’ης η αίτηση. Όπως αναφέρει, κατά την επίσκεψη τους στην εν λόγω οικία διαπιστώθηκε απουσία διαφόρων αντικειμένων και συσκευών, χωρίς ενδείξεις διάρρηξης, ενώ η Καθ’ης η αίτηση ήταν, κατά τον ισχυρισμό του, το μοναδικό πρόσωπο που διέθετε πρόσβαση σε κλειδιά.

Ο Αιτητής 1 διευκρινίζει ότι ουδεμία πρόθεση πρόκλησης ζημίας υπήρχε εκ μέρους τους, και ότι η αναφορά στην Αστυνομία έγινε αποκλειστικά προς διερεύνηση των συνθηκών εξαφάνισης των αντικειμένων.

Τέλος, αναφέρει ότι οι ίδιοι ουδέποτε είχαν γνώση των περιστατικών βίας μεταξύ του υιού τους και της Καθ’ης η αίτηση πριν από την καταγγελία της, ενώ επισημαίνει ότι η ανήλικη Α, λόγω της πολύ μικρής ηλικίας της κατά τον χρόνο των γεγονότων, στερείται ουσιαστικών αναμνήσεων από τους ίδιους. Υπό το πρίσμα αυτό, εκφράζει την άποψη ότι η αποξένωση τους από τις ανήλικες είναι επιζήμια για την ομαλή ανάπτυξη της Α. και αδικαιολόγητη.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης και μετέπειτα αποφυλάκισης του υιού του, ο ίδιος και η σύζυγος του είχαν επανειλημμένες συζητήσεις μαζί του, τονίζοντας τη σοβαρότητα των πράξεων του και εκφράζοντας αποδοκιμασία. Υποστηρίζει ότι ο υιός του έχει έκτοτε προβεί σε ουσιαστικές προσπάθειες βελτίωσης της ζωής του, μέσω ψυχολογικής παρακολούθησης, εργασίας, άσκησης και αποχής από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της Καθ’ης η αίτηση, ο Αιτητής 1 εξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ίδιος και η σύζυγός του έλαβαν γνώση της έκτασης της βίας που ασκούσε ο υιός τους εις βάρος της, με τον Αιτητή 1 να ισχυρίζεται ότι η πρώτη φορά που οι Αιτητές πληροφορήθηκαν τα σοβαρά περιστατικά κακοποίησης ήταν κατά την καταγγελία της στις 02/07/2022, αναφέροντας ότι κατά το στάδιο εκείνο είχαν πληροφορηθεί μόνο ένα συγκεκριμένο περιστατικό, ήτοι ότι ο υιός τους είχε σβήσει τσιγάρο πάνω στο χέρι της Καθ’ης η αίτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, την πλήρη έκταση των καταγγελλόμενων περιστατικών κακοποίησης την πληροφορήθηκαν πολύ αργότερα, όταν συνελήφθη ο υιός τους, περί τα τέλη Αυγούστου του 2022. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μέχρι τότε δεν γνώριζαν τις επιμέρους κατηγορίες και τους ισχυρισμούς που αφορούσαν τη συστηματική βία.

Η συνήγορος της Καθ’ης η αίτηση του υπέβαλε ευθέως ότι ψεύδεται όταν ισχυρίζεται πως πληροφορήθηκε τα περιστατικά βίας μόλις τον Αύγουστο του 2022 και ότι γνώριζε ήδη από πριν για τη συμπεριφορά του υιού του. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση αυτή, επαναλαμβάνοντας ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες και η πλήρης έκταση των καταγγελλόμενων πράξεων έγιναν γνωστές στους ίδιους μόνο μετά τη σύλληψη του υιού τους. Τόνισε δε ότι, εάν γνώριζαν νωρίτερα τα όσα αργότερα αποκαλύφθηκαν, οι ίδιοι θα ήταν οι πρώτοι που θα συμβούλευαν την Καθ’ης η αίτηση να τερματίσει τη σχέση της με τον υιό τους και να απομακρυνθεί από αυτόν. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ουδέποτε θα ενθάρρυναν ή θα ανέχονταν συμπεριφορά βίας εις βάρος της Καθ’ης η αίτηση, εάν είχαν γνώση αυτής.

Επανέλαβε δε τη θέση ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά πως ο υιός του ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών στις 2 Ιουλίου 2022.

Η συνήγορος της Καθ’ης η αίτηση υπέβαλε περαιτέρω ότι η εξάρτηση από ναρκωτικά συνήθως συνοδεύεται από συμπεριφορές που γίνονται αντιληπτές από το οικογενειακό περιβάλλον, όπως επιθετικότητα ή πιέσεις προς τους γονείς για εξασφάλιση χρημάτων, και διερωτήθηκε κατά πόσον ο μάρτυρας δεν είχε αντιληφθεί οποιαδήποτε τέτοια ένδειξη. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε στοιχεία που να του δημιουργήσουν υποψίες περί χρήσης ναρκωτικών ουσιών από τον υιό του. Ανέφερε ότι, εάν ο ίδιος και η σύζυγος του γνώριζαν την ύπαρξη εξάρτησης, δεν θα του παρείχαν οικονομική στήριξη, ακριβώς διότι δεν θα επιθυμούσαν να συμβάλουν, έστω και έμμεσα, στη χρηματοδότηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Μαρτυρία Αιτήτριας 2 (Μ. Αιτ.2)

Η Αιτήτρια 2, κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έγγραφης δήλωσης της, η οποία καταχωρήθηκε ως Έγγραφο Β, ενώ παράλληλα προέβη και σε προφορική μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση της κατέθεσε τα Τεκμήρια 6 και 7.

Από το σύνολο της μαρτυρίας της προκύπτει ότι, επί της ουσίας, επανέλαβε και υιοθέτησε τους βασικούς ισχυρισμούς που προέβαλε ο σύζυγος της, Αιτητής 1, αναφορικά με τον ρόλο που διαδραμάτισαν αμφότεροι στην καθημερινή φροντίδα, ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των ανήλικων εγγονιών τους, καθώς και το ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό δέσιμο που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της διάστασης των γονέων των ανηλίκων τον Ιούλιο του 2022.

Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι οι ανήλικες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας τους, περνώντας σημαντικό χρόνο στην οικία τους, ενώ οι ίδιοι συμμετείχαν ενεργά στην κάλυψη των αναγκών τους και στη γενικότερη φροντίδα και ανάπτυξη τους. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη φωτογραφιών που απεικονίζουν στιγμές από την επαφή και τις δραστηριότητες της με τις ανήλικες εγγονές της.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια 2 επανέλαβε τη θέση του Αιτητή 1 ότι ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγος της είχαν οποιαδήποτε γνώση ή υποψία, μέχρι την καταγγελία της Καθ’ης η αίτηση στην Αστυνομία τον Ιούλιο του 2022, ότι ο υιός τους ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών ή ότι ασκούσε βία εις βάρος της Καθ’ης η αίτηση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η αποκάλυψη των γεγονότων αυτών υπήρξε για τους ίδιους πλήρως απρόσμενη, καθότι ουδέποτε είχαν αντιληφθεί οτιδήποτε που να υποδηλώνει τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του υιού τους.

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η ίδια και ο σύζυγος της είχαν επικεντρωθεί αποκλειστικά στη φροντίδα και στήριξη των εγγονιών τους, συμβάλλοντας καθημερινά στην ανατροφή τους και στην κάλυψη των αναγκών τους. Υποστήριξε δε ότι θεωρεί άδικο το γεγονός ότι, παρά την ουσιαστική αυτή παρουσία και προσφορά τους στη ζωή των ανηλίκων, έχουν περιθωριοποιηθεί και αποκλειστεί πλήρως από αυτές. Τόνισε ότι η σχέση τους με τις εγγονές τους δεν περιοριζόταν σε σποραδικές ή περιστασιακές συναντήσεις, αλλά επρόκειτο, κατά τους ισχυρισμούς της, για μια καθημερινή και στενή σχέση, η οποία είχε οικοδομηθεί μέσα από συνεχή επαφή και ενεργό συμμετοχή στη ζωή τους.

Παράλληλα, υιοθέτησε τη θέση του Αιτητή 1 ότι η στάση της Καθ’ης η αίτηση έναντι τους είναι εκδικητική και αδικαιολόγητη, συνδέοντας τον αποκλεισμό τους από τη ζωή των ανηλίκων με τα γεγονότα που ακολούθησαν τη διάσταση των γονέων και τις ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του υιού τους. Υποστήριξε επίσης ότι η συμπεριφορά της Καθ’ης η αίτηση έχει ως αποτέλεσμα τον αρνητικό επηρεασμό των ανηλίκων έναντι των ιδίων, εκφράζοντας την άποψη ότι οι ανήλικες χειραγωγούνται ώστε να διατηρούν αρνητική στάση απέναντι στον παππού και τη γιαγιά τους, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι ουδεμία εμπλοκή είχαν στα περιστατικά βίας που αποδίδονται στον υιό τους.

Η Αιτήτρια 2 ανέφερε περαιτέρω ότι, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την τελευταία ουσιαστική επαφή τους με τις ανήλικες εγγονές τους, η ίδια και ο σύζυγος της αναθεώρησαν τις αρχικές τους επιδιώξεις ως προς τον τρόπο άσκησης της επικοινωνίας.

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι επιθυμούσαν να φιλοξενούν τις ανήλικες στην οικία τους, εντούτοις, λόγω των δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί με την πάροδο του χρόνου, περιορίζουν πλέον τις αξιώσεις τους και ζητούν όπως τους δοθεί η δυνατότητα να επικοινωνούν με τις εγγονές τους με οποιονδήποτε τρόπο κριθεί πρόσφορος και κατάλληλος από το Δικαστήριο. Προς τούτο, δήλωσε ότι είναι διατεθειμένοι η επικοινωνία να πραγματοποιείται είτε παρουσία τρίτου προσώπου είτε χωρίς την παρουσία αυτού, καθώς και σε οποιονδήποτε χώρο ή υπό οποιεσδήποτε συνθήκες το Δικαστήριο θεωρήσει ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα των ανηλίκων.

Τόνισε ότι πρωταρχικός και αποκλειστικός σκοπός τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της δεν είναι η διεκδίκηση συγκεκριμένου τρόπου ή έκτασης επικοινωνίας, αλλά η σταδιακή αποκατάσταση της σχέσης τους με τις εγγονές τους και η διατήρηση ενός ουσιαστικού δεσμού μαζί τους, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον και την ευημερία των ανηλίκων.

Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας επέμεινε ότι δεν γνώριζε το οτιδήποτε σε σχέση με την εξάρτηση του υιού της από τις ναρκωτικές ουσίες, ούτε ότι κτυπούσε την Καθ’ης η αίτηση.

Η Αιτήτρια 2 εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τη στάση που τηρούσε έναντι της Καθ’ης η αίτηση τόσο πριν όσο και μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην ποινική διαδικασία εναντίον του υιού της.

Ερωτηθείσα ως προς τη συμπεριφορά της απέναντι στην Καθ’ης η αίτηση, η μάρτυρας ανέφερε ότι διατηρούσε πάντοτε άριστες σχέσεις μαζί της και ότι την αντιμετώπιζε ως μέλος της οικογένειας της και ως κόρη της. Στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε ειδικότερα για τη στάση της μετά την καταγγελία που υποβλήθηκε εναντίον του υιού της, η μάρτυρας επέμεινε ότι η συμπεριφορά της παρέμεινε θετική, υποστηρίζοντας ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της επιθυμούσαν να στηρίξουν και να βοηθήσουν την Καθ’ης η αίτηση, πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς της, οι προσπάθειες τους απορρίπτονταν συστηματικά από εκείνη.

Εκτενέστερη αναφορά στην μαρτυρία της Αιτήτριας 2 θα γίνει αν χρειαστεί στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της.

 

Έλενα Κωνσταντίνου (Μ. Αιτ.3).

Τελευταία από πλευράς των Αιτητών κατέθεσε η θυγατέρα τους, η οποία είναι και νονά της ανήλικης Α. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε την έγγραφη δήλωση της, η οποία καταχωρήθηκε ως Έγγραφο Γ, ενώ κατά τη μαρτυρία της κατέθεσε τα Τεκμήρια 8 και 9.

Η μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στη σχέση των Αιτητών με τις ανήλικες, επαναλαμβάνοντας επί της ουσίας τη θέση που προέβαλαν οι ίδιοι αναφορικά με την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή τους στην ανατροφή και το μεγάλωμα των εγγονιών τους. Υποστήριξε ότι οι Αιτητές ασκούσαν πάντοτε με υπευθυνότητα τον ρόλο τους έναντι των ανηλίκων, παρέχοντας τους τη δέουσα φροντίδα, υποστήριξη και στοργή, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, μεταξύ των ανηλίκων και των Αιτητών είχε αναπτυχθεί ένας ιδιαίτερα στενός συναισθηματικός δεσμός. Όπως ανέφερε, οι ανήλικες αγαπούσαν ιδιαίτερα τους παππούδες τους και απολάμβαναν τον χρόνο που περνούσαν μαζί τους.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι μεγάλο μέρος της επικοινωνίας των Αιτητών με τις ανήλικες λάμβανε χώρα στην οικία των πρώτων, η οποία βρίσκεται κάτω από τη δική της κατοικία, γεγονός που της παρείχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί συχνά τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις και να περνά και η ίδια χρόνο με τις ανήλικες, τόσο παρουσία των γονέων της όσο και παρουσία της Καθ’ης η αίτηση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ουδέποτε παρατήρησε οποιαδήποτε αρνητική στάση ή δυσφορία των ανηλίκων έναντι των Αιτητών. Αντιθέτως, οι ανήλικες εκδήλωναν αγάπη και οικειότητα προς αυτούς.

Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης, ότι ούτε η Καθ’ης η αίτηση είχε εκφράσει οποτεδήποτε οποιονδήποτε προβληματισμό ή επιφύλαξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι Αιτητές φρόντιζαν, επιτηρούσαν ή συναναστρέφονταν τις ανήλικες. Αντιθέτως, κατά τους ισχυρισμούς της, η Καθ’ης η αίτηση τους εμπιστευόταν και βασιζόταν σε αυτούς για την κάλυψη πολλών αναγκών των παιδιών.

Αναφερόμενη στη σχέση μεταξύ της Καθ’ης η αίτηση και του αδελφού της, η μάρτυρας υποστήριξε ότι αμφότεροι παρουσίαζαν προς τα έξω την εικόνα ενός αρμονικού ζευγαριού και ουδέποτε έδωσαν, κατά την αντίληψη της, οποιαδήποτε ένδειξη που να μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Χρ. ασκούσε βία εις βάρος της Καθ’ης η αίτηση ή ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά τα γεγονότα της 02/07/2022 η συμπεριφορά της Καθ’ης η αίτηση μεταβλήθηκε πλήρως και αιφνιδίως έναντι της ίδιας και της οικογένειας της. Κατά τον ισχυρισμό της, η Καθ’ης η αίτηση άρχισε να τους αντιμετωπίζει διαφορετικά, συνδέοντας τους με τις πράξεις του Χρ., παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι, όπως υποστηρίζει, ούτε γνώριζαν ούτε είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στα γεγονότα που οδήγησαν στις σχετικές καταγγελίες. Υποστήριξε ακόμη ότι έκτοτε η Καθ’ης η αίτηση απομάκρυνε πλήρως τις ανήλικες από τους Αιτητές αλλά και από την ίδια, αρνούμενη οποιαδήποτε επαφή μαζί τους.

Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι ενημερώθηκε για πρώτη φορά το βράδυ της 02/07/2022 από τους γονείς της σχετικά με τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί μεταξύ του Χρ. και της Καθ’ης η αίτηση, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών περί άσκησης βίας και χρήσης ναρκωτικών ουσιών από τον αδελφό της. Όπως ανέφερε, μέχρι τότε δεν είχε οποιαδήποτε γνώση ή ένδειξη για τα εν λόγω περιστατικά.

Τέλος, ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 03/07/2022, απέστειλε μήνυμα γραπτής επικοινωνίας (SMS) προς την Καθ’ης η αίτηση, μέσω του οποίου εξέφραζε τη συμπαράσταση της τόσο προς την ίδια όσο και προς τις ανήλικες, διαβεβαιώνοντας την ότι εξακολουθούσε να τη θεωρεί μέλος της οικογένειας της και ότι βρισκόταν στη διάθεση της για οποιαδήποτε βοήθεια ή υποστήριξη χρειαζόταν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση στο εν λόγω μήνυμα.

Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι, κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε τα γεγονότα του Ιουλίου 2022, η Καθ’ης η αίτηση συνέχισε, κατά τους ισχυρισμούς της, να αρνείται στους Αιτητές οποιαδήποτε επαφή με τις ανήλικες.

Περαιτέρω, επανέλαβε ότι ούτε η ίδια ούτε οι Αιτητές είχαν οποιαδήποτε γνώση, πριν από την καταγγελία της Καθ’ης η αίτηση στην Αστυνομία, σχετικά με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από τον Χρ. ή με τα περιστατικά βίας που, όπως μεταγενέστερα πληροφορήθηκαν, φέρεται να είχε διαπράξει εις βάρος της Καθ’ης η αίτηση. Υποστήριξε ότι οι ίδιοι πληροφορήθηκαν τα γεγονότα μόνο μετά την αποκάλυψη τους και ότι ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να παρέμβουν ή να αποτρέψουν καταστάσεις για τις οποίες δεν είχαν προηγουμένως γνώση.

Η μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι γνωρίζει πως ο Χρ. παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, ότι καταδικάστηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο και εξέτισε την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε.

Παρά ταύτα, εξέφρασε την άποψη ότι η ποινική ευθύνη για τις πράξεις του Χρ. είναι ατομική και ότι οι γονείς της, όπως και η ίδια, δεν θα έπρεπε να υφίστανται τις συνέπειες των πράξεων αυτών, εφόσον δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα.

Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι, έχοντας προσωπική γνώση της σχέσης που είχαν αναπτύξει οι Αιτητές με τις ανήλικες κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, θεωρεί ότι η διατήρηση επαφής μεταξύ τους εξυπηρετεί ουσιαστικές συναισθηματικές και οικογενειακές ανάγκες. Κατά την άποψη της, η συνέχιση της σχέσης αυτής θα συνέβαλλε θετικά στη συναισθηματική ανάπτυξη και ανατροφή των ανηλίκων, δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραμάτιζαν οι Αιτητές στη ζωή τους πριν από τη διακοπή της επικοινωνίας.

Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ότι  πληροφορήθηκε για πρώτη φορά πως ο αδελφός της ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών στις 2 Ιουλίου 2022, ήτοι κατά την ημέρα που η Καθ’ης η αίτηση προέβη στις σχετικές καταγγελίες.

Δήλωσε περήφανη για τον αδελφό της. Αναγνώρισε ότι ο ίδιος προέβη σε σοβαρά και, κατά τη δική της έκφραση, «τραγικά» λάθη στο παρελθόν, πλην όμως τόνισε ότι έκτοτε έχει προβεί σε ουσιαστικά βήματα αποκατάστασης. Ανέφερε ότι έχει απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες, εργάζεται, παρακολουθεί συνεδρίες με ψυχολόγο και ότι η συμπεριφορά του έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Μαρτυρία Καθ’ης η αίτηση (Μ-Υ1)

Η Καθ’ης η αίτηση, κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έγγραφης δήλωσης της, η οποία καταχωρήθηκε ως Έγγραφο Δ, ενώ παράλληλα προέβη και σε προφορική μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση της κατέθεσε τα Τεκμήρια 10, 11 και 12.

Σύμφωνα με τη θέση της, η έγγαμη σχέση της με τον υιό των Αιτητών παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα από τα πρώτα στάδια λόγω της οξύθυμης, επιθετικής και βίαιης συμπεριφοράς του. Η βία κλιμακώθηκε σημαντικά μεταξύ Δεκεμβρίου 2021 και Ιουλίου 2022, με περιστατικά σοβαρής σωματικής βλάβης και απόπειρας κατά της ζωής της. Αποκορύφωμα ήταν τα γεγονότα της 02/07/2022, κατά τα οποία ο σύζυγος της της προκάλεσε εγκαύματα με αναμμένο τσιγάρο σε διάφορα σημεία του σώματος της. Συνεπεία αυτών εγκατέλειψε την συζυγική οικία μαζί με τις ανήλικες θυγατέρες της και υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία.

Ανέφερε ότι ο υιός των Αιτητών ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών, γεγονός που παραδέχθηκε και ο ίδιος. Στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών, καταχωρήθηκε η υπόθεση υπ’ αριθ. 16835/2022 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και στις 28/02/2023 καταδικάστηκε σε ποινή πέντε ετών άμεσης φυλάκισης (Τεκμήρια 10 και 11). Μεταξύ των αδικημάτων περιλαμβάνονταν πράξεις βίας ενώπιον των ανηλίκων, μεταφορά επιθετικού όπλου και απειλές κατά του πατέρα της.

Η Καθ’ης η αίτηση αναφέρθηκε επίσης σε παραβίαση απαγορευτικού διατάγματος που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 12/08/2022, στο πλαίσιο της αίτησης υπ’ αριθμόν 195/22. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, παρά την ύπαρξη του διατάγματος αυτού, ο υιός των Αιτητών προσέγγισε την οικία του πατέρα της, όπου διέμενε η ίδια μαζί με τις ανήλικες, απειλώντας τόσο τον πατέρα της όσο και την ίδια, ενώ φέρεται να είχε στην κατοχή του μαχαίρι. Υποστήριξε ακόμη ότι, παρά την έκδοση του σχετικού διατάγματος, συνέχισε να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα από αυτόν.

Σε ό,τι αφορά τους Αιτητές, η Καθ’ης η αίτηση αναγνώρισε ότι αυτοί παρείχαν κατά καιρούς βοήθεια στη φροντίδα των ανηλίκων, κυρίως λόγω της εγγύτητας των κατοικιών τους. Εντούτοις, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι είχαν πρωταγωνιστικό ή καθοριστικό ρόλο στην ανατροφή και καθημερινή τους φροντίδα. Υποστήριξε ότι η συμβολή τους ήταν περιστασιακή και ότι ουδέποτε ανέλαβαν την κύρια ή ουσιαστική φροντίδα και επίβλεψη των παιδιών. Κατά τη θέση της, οι Αιτητές υπερβάλλουν ως προς την έκταση της εμπλοκής τους στη ζωή των ανηλίκων και παρουσιάζουν μια εικόνα η οποία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα της οικογενειακής ζωής πριν από τη διάσταση των γονέων των παιδιών.

 

Η Καθ’ης η αίτηση ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι μετά την οριστική διάσταση της με τον υιό των Αιτητών, οι Αιτητές δεν επέδειξαν ουσιαστικό ενδιαφέρον για τις ανήλικες ούτε διατήρησαν οποιαδήποτε επαφή μαζί τους. Κατά τη θέση της, η σοβαρότητα των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο υιός των Αιτητών, και ιδίως η βία που ασκήθηκε εις βάρος της ενώπιον των ανηλίκων, αποτελεί από μόνη της παράγοντα που επηρεάζει καθοριστικά το ζήτημα της επικοινωνίας των Αιτητών με τα παιδιά.

Περαιτέρω, υποστήριξε ότι οι Αιτητές, αντί να σταθούν υποστηρικτικά δίπλα στην ίδια και στις ανήλικες μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στη διάσταση και στις ποινικές διαδικασίες εις βάρος του υιού τους, προέβησαν σε ενέργειες που επιδείνωσαν την κατάσταση. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην καταγγελία που υπέβαλαν εναντίον της αναφορικά με την απομάκρυνση αντικειμένων από τη συζυγική οικία, γεγονός το οποίο, κατά την άποψη της, κατέδειξε έλλειψη στήριξης και κατανόησης προς το πρόσωπο της και τα ανήλικα παιδιά.

Σε σχέση με την ανήλικη Χ., η Καθ’ης η αίτηση υποστήριξε ότι αυτή έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τα βιώματα που έζησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των γονέων της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η ανήλικη συνδέει πλέον τους Αιτητές με τον πατέρα της και εκδηλώνει έντονα συναισθήματα φόβου και αναστάτωσης στην προοπτική οποιασδήποτε επικοινωνίας μαζί τους. Ανέφερε ότι η Χ. δεν επιθυμεί οποιαδήποτε επαφή με τους πατρικούς της παππούδες και ότι ακόμη και η αναφορά στο ενδεχόμενο επικοινωνίας μαζί τους προκαλεί σε αυτήν έντονη συναισθηματική φόρτιση, κλάματα και αναβίωση δυσάρεστων αναμνήσεων από το παρελθόν.

Ως προς την ανήλικη, Α., η Καθ’ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι, λόγω της ηλικίας της κατά τον χρόνο των γεγονότων και της μακράς διακοπής της επικοινωνίας, δεν διατηρεί πλέον αναμνήσεις ούτε από τον πατέρα της ούτε από τους Αιτητές.

Περαιτέρω, αμφισβήτησε τη γνησιότητα του ενδιαφέροντος των Αιτητών για επικοινωνία με τις ανήλικες, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό κίνητρο πίσω από την παρούσα διαδικασία δεν είναι η προαγωγή του συμφέροντος των παιδιών αλλά η έμμεση αποκατάσταση της επικοινωνίας του υιού τους με τις ανήλικες. Κατά τη θέση της, οι Αιτητές επιδιώκουν, μέσω της δικής τους επικοινωνίας με τα παιδιά, να δημιουργηθεί δίαυλος επαφής μεταξύ αυτών και του πατέρα τους, τόσο κατά το διάστημα που ο τελευταίος βρισκόταν υπό κράτηση όσο και μετά την αποφυλάκιση του.

Προς ενίσχυση του ισχυρισμού αυτού, επεσήμανε ότι, μολονότι η επικοινωνία των Αιτητών με τις ανήλικες διακόπηκε τον Ιούλιο του 2022, η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε αρκετούς μήνες αργότερα και συγκεκριμένα μετά την καταδίκη του υιού τους από το Κακουργιοδικείο, γεγονός το οποίο, κατά την άποψη της, δεν είναι τυχαίο.

Περαιτέρω, η Καθ’ης η αίτηση υποστήριξε ότι η αποφυλάκιση του υιού των Αιτητών δημιουργεί πρόσθετες και ιδιαίτερα σοβαρές ανησυχίες αναφορικά με το ενδεχόμενο έκδοσης διατάγματος επικοινωνίας μεταξύ των Αιτητών και των ανηλίκων. Κατά τη θέση της, οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας των Αιτητών με τα παιδιά θα δημιουργούσε, άμεσα ή έμμεσα, δυνατότητα επικοινωνίας και του πατέρα τους με αυτά, είτε προσωπικά είτε τηλεφωνικά, γεγονός το οποίο θεωρεί εξαιρετικά επικίνδυνο.

Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, η Καθ’ης η αίτηση προέβαλε σειρά ισχυρισμών. Καταρχάς, ανέφερε ότι ο υιός των Αιτητών έχει καταδικαστεί για αδικήματα που αφορούν τόσο την ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ επανέλαβε τη θέση της ότι αυτός ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών. Κατά την άποψη της, τα δεδομένα αυτά καθιστούν τον πατέρα των ανηλίκων πρόσωπο που εξακολουθεί να συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια και ευημερία τους.

Η Καθ’ης η αίτηση ανέφερε επίσης ότι, μετά την αποφυλάκιση του πατέρα των ανηλίκων, κλήθηκε από την Αστυνομία να παράσχει προσωπικά στοιχεία τόσο δικά της όσο και των παιδιών, στο πλαίσιο μέτρων προστασίας που, κατά τους ισχυρισμούς της, κρίθηκαν αναγκαία λόγω της επικινδυνότητας που εξακολουθεί να αποδίδεται σε αυτόν. Υπό το πρίσμα αυτό, εξέφρασε την άποψη ότι ακόμη και τυχόν επιβλεπόμενη επικοινωνία των Αιτητών με τις ανήλικες θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους, καθότι οι Αιτητές θα είχαν γνώση του τόπου και του χρόνου διεξαγωγής της επικοινωνίας.

Περαιτέρω, υποστήριξε ότι τα ανήλικα, με τη στήριξη της ίδιας και των μητρικών τους παππούδων, έχουν πλέον αποκτήσει συνθήκες ηρεμίας και σταθερότητας και καταβάλλουν προσπάθεια να απομακρυνθούν από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Κατά τη θέση της, οποιαδήποτε επανασύνδεση με πρόσωπα ή περιβάλλοντα που συνδέονται με τον πατέρα τους ενδέχεται να αναζωπυρώσει τραυματικές μνήμες και να επηρεάσει αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική τους ισορροπία.

Η Καθ’ης η αίτηση ισχυρίστηκε επίσης ότι το οικογενειακό περιβάλλον των Αιτητών χαρακτηριζόταν από συχνές εντάσεις, λογομαχίες και συγκρούσεις μεταξύ των μελών του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι κατά το παρελθόν υπήρξαν περιστατικά έντονων διαφωνιών και προστριβών στην παρουσία των ανηλίκων, τα οποία, κατά την άποψη της, δεν συνάδουν με ένα περιβάλλον κατάλληλο για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Περαιτέρω, εξέφρασε την ανησυχία ότι σε περίπτωση επικοινωνίας οι Αιτητές ενδέχεται να επιχειρήσουν να επηρεάσουν τις ανήλικες ως προς την αντίληψη που έχουν για την ίδια ή να προβάλλουν θετικά τον πατέρα τους, κατά τρόπο που θα έθετε τα παιδιά σε συναισθηματική σύγκρουση.

Επιπρόσθετα, η Καθ’ης η αίτηση δήλωσε την πεποίθηση της ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο επέβαλλε συγκεκριμένες δικλίδες ασφαλείας ή περιορισμούς, οι Αιτητές θα εύρισκαν τρόπο να διευκολύνουν την επικοινωνία του υιού τους με τις ανήλικες. Κατά την άποψη της, οι Αιτητές δεν έχουν αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων του υιού τους και τις επιπτώσεις που αυτές είχαν τόσο στην ίδια όσο και στα παιδιά.

Τέλος, η Καθ’ης η αίτηση υποστήριξε ότι η διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ των Αιτητών και των ανηλίκων δεν υπήρξε αυθαίρετη αλλά υπαγορεύθηκε από σοβαρούς λόγους που σχετίζονται με την προστασία των παιδιών. Επανέλαβε ότι μετά την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του υιού τους για ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα, οι Αιτητές, αντί να επιδείξουν στήριξη προς την ίδια και τα ανήλικα, προέβησαν σε καταγγελία εναντίον της σχετικά με υποτιθέμενη κλοπή αντικειμένων από τη συζυγική οικία, γεγονός που, κατά την άποψη της, επιβάρυνε περαιτέρω την ήδη δυσχερή κατάσταση και προκάλεσε πρόσθετη ψυχολογική αναστάτωση.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Καθ’ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος επικοινωνίας δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανηλίκων και ζήτησε την απόρριψη της παρούσας αίτησης στο σύνολο της, με έξοδα εναντίον των Αιτητών, υποστηρίζοντας ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ηρεμίας, της σταθερότητας και της ψυχολογικής ευημερίας των παιδιών.

Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο των Αιτητών, της τέθηκαν ερωτήματα που είχαν να κάνουν με το κατά πόσον είχε αποκρύψει από αυτούς τα περιστατικά βίας που υφίστατο από τον υιό τους, πραγματικότητα που δεν αρνήθηκε. Εντούτοις, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι, παρά τις προσπάθειες αυτές, κατά τη δική της θέση οι Αιτητές είχαν δει επανειλημμένα εμφανή σημάδια πάνω της. Ανέφερε ότι οι κατοικίες τους βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους και ότι υπήρξαν πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Αιτητές την είδαν ενώ έφερε μώλωπες ή άλλες εμφανείς ενδείξεις τραυματισμού. Υπό το πρίσμα αυτό, εξέφρασε έντονη διαφωνία με τη θέση των Αιτητών ότι ουδέποτε αντιλήφθηκαν οποιοδήποτε σημάδι κακοποίησης.

Η Καθ’ης η αίτηση κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε για τον ρόλο που διαδραμάτιζαν οι Αιτητές στην καθημερινή ζωή της οικογένειας πριν από τη διάρρηξη των σχέσεων των μερών, καθώς και ως προς την έκταση της συμβολής τους στη φροντίδα των ανηλίκων.

Η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι οι Αιτητές δεν ήταν απόντες από τη ζωή τους, διευκρινίζοντας όμως ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Παράλληλα, εξέφρασε τη διαφωνία της με τη θέση που προβάλλουν οι Αιτητές, ότι δηλαδή αποτελούσαν τα πρόσωπα που είχαν αναλάβει κατ’ ουσίαν τη φροντίδα των ανηλίκων και ιδιαίτερα της Χ. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η παρουσία και η συνεισφορά των Αιτητών δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ίδια ήταν το πρόσωπο που είχε την κύρια ευθύνη για την ανατροφή και καθημερινή μέριμνα των παιδιών. Εξήγησε ότι το γεγονός πως ένα παιδί διανυκτερεύει περιστασιακά στην οικία των παππούδων του δεν συνεπάγεται ότι οι γονείς παύουν να ασκούν τη γονική μέριμνα ή ότι μεταβιβάζεται σε τρίτους η κύρια ευθύνη για τη φροντίδα και επίβλεψη του. Κατά τη θέση της, η περιστασιακή φιλοξενία ή διανυκτέρευση ενός παιδιού σε συγγενικά πρόσωπα αποτελεί συνήθη οικογενειακή πρακτική και δεν αναιρεί τον πρωτεύοντα ρόλο του γονέα ως προσώπου που φέρει την καθημερινή και συνολική ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού.

Προς ενίσχυση της θέσης της, η μάρτυρας ανέφερε ότι η Χ. διανυκτέρευε κατά καιρούς όχι μόνο στην οικία των Αιτητών αλλά και στην οικία των δικών της γονέων, χωρίς το γεγονός αυτό να σημαίνει ότι οι τελευταίοι ήταν εκείνοι που την ανέτρεφαν ή ασκούσαν την κύρια φροντίδα της.

Η Καθ’ης η αίτηση υποστήριξε ότι το κύριο μέλημα των Αιτητών ήταν να αποκτήσουν πρόσβαση και επικοινωνία με τα ανήλικα παιδιά. Εξέφρασε δε την άποψη ότι οι Αιτητές επικεντρώνονταν πρωτίστως στο ζήτημα της επικοινωνίας, χωρίς να επιδεικνύουν αντίστοιχο ενδιαφέρον για τη γενικότερη κατάσταση των ανηλίκων και τις συνέπειες που είχαν υποστεί από τα γεγονότα που προηγήθηκαν.

Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι, κατά τη δική της εκτίμηση, οι Αιτητές δεν επέδειξαν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ψυχική κατάσταση, την καθημερινή διαβίωση και τις ανάγκες των παιδιών μετά τα περιστατικά που οδήγησαν στην καταγγελία της 2ης Ιουλίου 2022.

Εκτενέστερη αναφορά στην μαρτυρία της Καθ’ης η αίτηση θα γίνει, αν χρειαστεί στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας.

Όπως ανέφερα ανωτέρω, είχα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω μια φιλική συνομιλία με τις ανήλικες στο γραφείο μου, παρουσία στενογράφου, η οποία κατέγραψε τη συνομιλία. Το αποτέλεσμα αυτής και οι εντυπώσεις που αποκόμισα θα αναλυθούν παρακάτω.

 

Νομική Πτυχή

 

Το άρθρο 17 Α του Ν. 216/90 αναφέρει τα εξής:

‘‘17 Α.  (1) Οι ανιόντες έχουν δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο. 

            (2)  Κανένας δεν έχει δικαίωμα να παρεμποδίζει την προσωπική επικοινωνία του τέκνου με τους ανιόντες αυτού οποιουδήποτε βαθμού, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος που έχει σχέση αποκλειστικά με τη διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

            (3)  Το Δικαστήριο δύναται να ρυθμίζει θέματα που αφορούν την άσκηση ή μη του δικαιώματος αυτού.’’

Καθιερώνεται επομένως αυτοτελές δικαίωμα, προσωπικής επικοινωνίας των απώτερων ανιόντων του τέκνου, το οποίο πηγάζει ευθέως από το νόμο. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα με το ανήλικο τέκνο, είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσης τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

Ωστόσο το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο. Η παράγραφος (2) του άρθρου 17Α θέτει ένα σαφή περιορισμό. Η επικοινωνία μπορεί να παρεμποδιστεί ή να περιοριστεί αν συντρέχει ‘‘σοβαρός λόγος που έχει σχέση αποκλειστικά με τη διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.’’

Το συμφέρον του τέκνου ορίζεται ως πρωταρχικός οδηγός της δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Περί Σχέσεων των Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (216/1990), στο εξής ο Νόμος, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας θα πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

 

Ως συμφέρον δε του τέκνου νοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το  ψυχικό, το ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον με προέχουσα βαρύτητα εκείνο που συνιστά βασικό παράγοντα της ορθής ψυχοσωματικής και ψυχοδιανοητικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης του παιδιού.

 

Επιπρόσθετα, ως προς το συμφέρον του τέκνου, το Δικαστήριο αξιολογεί αυτό λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας αριθμό κριτηρίων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα του Β. Βαθρακοκοίλη "Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο", σελ. 584, 585, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

«Κριτήρια για το δικαστήριο: Το δικαστήριο για να αξιολογήσει το συμφέρον του τέκνου δεν πρέπει ν’ αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στις υλικές συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου και να παραγνωρίζει τον βασικό παράγοντα της ορθής ψυχοσωματικής ανάπτυξης του παιδιού.

 

Η βαρύτητα πρέπει να είναι στα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο, το πρόσφορο περιβάλλον για μία σωστή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του τέκνου, γιατί, σύμφωνα με τις νεότερες κοινωνικές αντιλήψεις, οι άνετες και υλικές παροχές δεν διαπλάθουν ψυχή, σώμα και νόηση, αλλά κυρίως καταστροφικές επιδράσεις ασκούν στον ανήλικο, ο οποίος έχει ανάγκη, για την ανάπτυξή του γενικά, μιας σωστής διαπαιδαγώγησης και φροντίδας λογικής και όχι της φθοροποιού χλιδής.

 

Ο νόμος παραθέτει αορίστως την προϋπόθεση του συμφέροντος, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενό του, αλλ’ ούτε και να ορίζει κριτήρια προσδιορισμού αυτού. Την αόριστη αυτή νομική έννοια, που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση έχει το δικό της περιεχόμενο, πρέπει να συγκεκριμενοποιήσει το δικαστήριο. Πρέπει για τον σκοπό αυτό να λάβει υπόψη του τις ψυχολογικές, προεχόντως, οικονομικές και ιατρικές πτυχές της υπόθεσης, με γνώμονα τα δεδομένα της σύγχρονης παιδαγωγικής, ψυχολογίας και κοινωνιολογίας. Ακόμη πρέπει, για τον σχηματισμό ασφαλούς κρίσης, να ερευνήσει τις ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το ιστορικό και την επαγγελματική απασχόλησή τους, τη δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, την τυχόν εκτροπή από την ορθή κοινωνική συμπεριφορά και γενικά την ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων.

 

Άλλα κριτήρια: Για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένα κριτήρια, καθοριστικά γι’ αυτήν, όπως η ηλικία, το φύλο, οι ειδικές ανάγκες του τέκνου, οι προσωπικές ιδιότητες των γονέων, η επαγγελματική απασχόλησή τους, οι χρονικές δυνατότητες του κάθε γονέα για την αυτοπρόσωπη άσκηση της γονικής μέριμνας  και η αδυναμία άσκησης της γονικής μέριμνας.»

 

Η γονική μέριμνα δεν έχει στατικό, αλλά εξελικτικό χαρακτήρα. Το χαρακτήρα αυτό της προσδίδει το συμφέρον του τέκνου, το οποίο υφίσταται συνεχείς μεταλλαγές, με την εξέλιξη της ηλικίας και της ωριμότητας του και συνακόλουθα της ανάγκης προστασίας του.

 

Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους διαδίκους και τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Η μαρτυρία όμως, όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αντικριστεί με ευρύτητα και όχι μικροσκοπικά. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει διέλθει το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη ενδελέχεια και προσοχή.  

 

Σύμφωνα με τους περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και  Ασώτων  Διαδικαστικούς  Κανονισμούς, ως τροποποιήθηκαν (ΔΚ1/72) το Δικαστήριο  ζητά  έκθεση από το γραφείο  ευημερίας στις υποθέσεις γονικής μέριμνας.

 

Στην υπόθεση Φάνη Δαμιανού ν. Ευάγγελου Δαμιανού και άλλης (1989) 1E ΑΑΔ 29 αναφέρθηκε ότι:

«Η εξασφάλιση  ανεξάρτητης πηγής για τη διαφώτιση του Δικαστηρίου στον ευαίσθητο   τομέα των συμφερόντων του ανηλίκου  αποτελεί ουσιαστική νομοθετική πρόνοια.   Και δεν  παρέχεται  διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο  να την παρακάμψει.   Ο Κ5 δε ρυθμίζει  μόνο διαδικαστικά  θέματα αλλά  και θέματα ουσίας που αφορούν  τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για τον καθορισμό των συμφερόντων  του ανηλίκου. Στα πλαίσια της κατεξοχήν  εξεταστικής διαδικασίας για τη διαπίστωση  των συμφερόντων  του ανηλίκου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου   να εξασφαλίζει την έκθεση που προβλέπουν οι θεσμοί, βασική προϋπόθεση για την άσκηση της  διακριτικής του ευχέρειας.   Χωρίς τη μαρτυρία  αυτή δε μπορεί,  σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις του  Κ5(1), να κριθεί αίτηση για την κηδεμονία φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου».

 

Κατά την αντεξέταση της αρμόδιας κοινωνικής λειτουργού από τους συνηγόρους των διαδίκων, δεν υπήρξε απόκλιση από τα όσα κατέγραψε στην έκθεση της. Αντιθέτως, η προφορική της μαρτυρία λειτούργησε επεξηγηματικά και ενισχυτικά των όσων περιλαμβάνονται σε αυτήν. Από τη συνολική εντύπωση που αποκόμισα, η μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια, συνέπεια και αμεσότητα.

Στον βαθμό που η μαρτυρία της αφορούσε πραγματικά περιστατικά τα οποία περιήλθαν σε γνώση της κατά την άσκηση των καθηκόντων της και κατά την ετοιμασία της σχετικής έκθεσης, είτε μέσω προσωπικών παρατηρήσεων είτε μέσω των αναφορών των προσώπων με τα οποία συνομίλησε, αυτή γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Σημειώνεται ότι οι ουσιώδεις αναφορές της δεν αμφισβητήθηκαν, ενώ σημαντικό μέρος αυτών επιβεβαιώθηκε και από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία. Ως εκ τούτου, προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα, θεωρώντας τη μαρτυρία της, κατά το μέρος αυτό, αξιόπιστη, αναντίλεκτη και επαρκώς πειστική.

Στον βαθμό, ωστόσο, που η μαρτυρία της περιλαμβάνει αξιολογικές κρίσεις, συμπεράσματα ή εισηγήσεις αναφορικά με το ζήτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, αυτές ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη ως χρήσιμο υποβοηθητικό υλικό. Εντούτοις, δεν δύνανται να υποκαταστήσουν την κρίση του Δικαστηρίου επί των επίδικων ζητημάτων. Η τελική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και η στάθμιση του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων, αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η βαρύτητα που θα αποδοθεί στις σχετικές απόψεις και εισηγήσεις της θα εξεταστεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης κατά το στάδιο της τελικής κρίσης επί της ουσίας της παρούσας αίτησης.

Οι Αιτητές, όπως προέκυψε τόσο από τα δικόγραφα τους όσο και από την μαρτυρία που παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στήριξαν την παρούσα αίτηση τους σε τέσσερις βασικούς άξονες. Πρώτον, υποστήριξαν ότι έχουν αποξενωθεί αδικαιολόγητα από τις ανήλικες εγγονές τους και ότι η κατάσταση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στη στάση και τις ενέργειες της Καθ’ ης η αίτηση. Δεύτερον, ανέφεραν ότι, παρά το γεγονός ότι κατανόησαν και αποδέχθηκαν την ανάγκη απομάκρυνσης της Καθ’ης η αίτηση από τον υιό τους, καθώς και τη διακοπή της συμβίωσης και της οικογενειακής τους σχέσης, θεωρούν ότι οι περιστάσεις έχουν πλέον ουσιωδώς μεταβληθεί.

Ειδικότερα, υποστήριξαν ότι ο υιός τους έχει αλλάξει ριζικά, ότι βρίσκεται σήμερα σε εξαιρετική κατάσταση, ότι έχει απομακρυνθεί από τις προηγούμενες προβληματικές συμπεριφορές του και ότι δεν συνιστά πλέον κίνδυνο ούτε για την Καθ’ης η αίτηση ούτε για τα ανήλικα τέκνα. Κατά τη θέση τους, η μεταβολή αυτή καθιστά αδικαιολόγητη κάθε ανησυχία ως προς την πιθανότητα επαφής των παιδιών με τον πατέρα τους, ενώ δεν υφίσταται οποιοσδήποτε εύλογος λόγος που να δικαιολογεί τη συνέχιση της αποκοπής τους από τα εγγόνια τους.

Τρίτον, υποστήριξαν ότι ουδέποτε είχαν γνώση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένεια του υιού τους και ειδικότερα ότι αγνοούσαν πλήρως τόσο την εξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες όσο και το γεγονός ότι ασκούσε βία σε βάρος της Καθ’ης η αίτηση, παρουσία μάλιστα των ανήλικων τέκνων. Κατά τους ισχυρισμούς τους, για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν τα εν λόγω ζητήματα μετά την καταγγελία στην οποία προέβη η Καθ’ ης η αίτηση στις 02/07/2022.

Τέταρτον, υποστήριξαν ότι η επιδίωξη τους περιορίζεται αποκλειστικά στη διατήρηση της σχέσης τους με τις εγγονές τους και ότι η παρούσα διαδικασία κινήθηκε από τον φόβο ότι, εάν δεν εξασφαλιστεί δικαστικά η επικοινωνία, η αποξένωση θα καταστεί οριστική και μη αναστρέψιμη.

Σε ό,τι αφορά τους Αιτητές, αποδέχομαι ως ειλικρινή και γνήσια την επιθυμία τους να διατηρήσουν δεσμό με τις ανήλικες εγγονές τους και την ανησυχία τους ότι η παρατεταμένη έλλειψη επικοινωνίας ενδέχεται να οδηγήσει σε πλήρη αποξένωση. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι η παρούσα αίτηση υποκινείται από το ενδιαφέρον τους να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της ζωής των παιδιών.

Δεν δύναμαι, όμως, να καταλήξω στο ίδιο συμπέρασμα ως προς τους ισχυρισμούς τους ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε εύλογος λόγος που να δικαιολογεί τη στάση της Καθ’ ης η αίτηση ή ότι οι ίδιοι έχουν κατανοήσει πλήρως τη σοβαρότητα των περιστάσεων και τους κινδύνους που ενδέχεται να απορρέουν από την έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος.

Η εν γένει στάση τους κατά τη μαρτυρία τους κατέδειξε ότι εξακολουθούν να προσεγγίζουν τα γεγονότα πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της δικής τους επιθυμίας για επικοινωνία με τα παιδιά και όχι μέσα από το πρίσμα των ψυχοσυναισθηματικών αναγκών και της βιωματικής εμπειρίας των ανηλίκων. Ενδεικτική υπήρξε η τοποθέτηση τους ότι δεν θεωρούν προβληματική την πιθανότητα τα παιδιά να συναντήσουν τον πατέρα τους κατά τη διάρκεια της δικής τους επικοινωνίας με αυτά, θέση η οποία καταδεικνύει ότι δεν αντιλαμβάνονται ως ουσιώδη τον κίνδυνο που ενδέχεται να δημιουργηθεί από μια τέτοια εξέλιξη.

Παράλληλα, οι Αιτητές επέμειναν ότι η αποκλειστική ευθύνη για την απουσία επικοινωνίας βαρύνει την Καθ’ ης η αίτηση, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξαν ότι, εάν γνώριζαν ότι ο υιός τους ασκούσε βία εναντίον της ή ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, θα ήταν οι πρώτοι που θα την προέτρεπαν να τερματίσει τη σχέση της μαζί του και δεν θα συνέχιζαν να τον στηρίζουν οικονομικά.

Περαιτέρω, δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό τους ότι σήμερα δεν υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα που να δικαιολογεί επιφυλάξεις ως προς την επικοινωνία. Αποτελεί κοινό τόπο, και δεν αμφισβητείται από κανένα μέρος, ότι ο υιός τους προέβαινε σε πράξεις βίας κατά της Καθ’ ης η αίτηση παρουσία των ανήλικων τέκνων, γεγονότα τα οποία ο ίδιος τελικώς παραδέχθηκε και για τα οποία καταδικάστηκε. Η πραγματικότητα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση των παιδιών ούτε να θεωρηθεί άνευ σημασίας κατά την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντός τους.

Οι Αιτητές δεν έχουν ακόμη εκτιμήσει στον απαιτούμενο βαθμό τη σοβαρότητα των γεγονότων που προηγήθηκαν ούτε τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στα ανήλικα τέκνα μια μορφή επικοινωνίας η οποία, έστω και εμμέσως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναφορά τραυματικών βιωμάτων ή σε επανασύνδεση με πρόσωπα τα οποία τα ίδια τα παιδιά ενδέχεται να εξακολουθούν να συνδέουν με ιδιαίτερα επώδυνες εμπειρίες. Συνεπώς, η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή κατά το μέρος αυτό.

Επισημαίνω περαιτέρω ότι η Αιτήτρια 2 δεν μου προκάλεσε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις, απώλεσε την ψυχραιμία της, ύψωσε τον τόνο της φωνής της προς τη συνήγορο της Καθ’ης η αίτηση και εκδήλωσε εμφανή εκνευρισμό, κτυπώντας με ένταση τα χέρια της στο έδρανο.  Αντίστοιχα αρνητική υπήρξε και η εντύπωση που αποκόμισα από τη θυγατέρα των Αιτητών (Μ.Α.3), η οποία σε αρκετές περιπτώσεις επέδειξε παρόμοια αμυντική και συγκρουσιακή στάση κατά την αντεξέταση της.

Η συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα, δυνάμενο να βοηθήσει στη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των διαδίκων και όλων των άλλων μαρτύρων, αν βεβαίως υπάρχουν. Στην Ιωάννη Σάββα v. Yπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (ως Κεντρική Αρχή με βάση το Νόμο 11(ΙΙΙ)/91, ύστερα από εξουσιοδότηση της Χριστίνας Σάββα), (Αρ. 2) (2002) 1 ΑΑΔ 1228, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο παρέθεσε με επιδοκιμασία το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο θεωρώ ότι ισχύει για κάθε υπόθεση, όπως και η παρούσα:

 

«Όπως είναι γνωστό, η συμπεριφορά του μάρτυρα όταν δίνει μαρτυρία κατά την κυρίως εξέτασή του και την αντεξέτασή του, είναι συχνά όχι λιγότερο ουσιαστική από την ίδια τη μαρτυρία (βλ. W. M. Best, The Principles of Evidence, 12 edn., London, 1922, p. 13).»

 

Όσον αφορά στην μαρτυρία της κας Έλενας Κωνσταντίνου (Μ.Α.3), επισημαίνω περαιτέρω ότι δεν πρόσφερε κάτι για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων, συνεπώς δεν μπορώ να της προσδώσω κάποια αξία. 

 

Επισημαίνω δε ότι η συγγενική, επαγγελματική ή φιλική σχέση ενός μάρτυρα με ένα διάδικο, από μόνη της - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - δεν μπορεί να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του, ωστόσο, ανάλογα πάντα με τις συνθήκες που περιβάλλουν κάθε περίπτωση, μπορεί να αποβεί κρίσιμη και καθοριστική επί του θέματος. (βλ. Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, 26/4/2018.

 

Στην προκειμένη περίπτωση ήταν καταφανής η προσπάθεια της να ευνοήσει τους Αιτητές. Η μαρτυρία της επί της ουσίας κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Αιτητές.

Όσον αφορά τη μαρτυρία της Καθ’ης η αίτηση, αυτή μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με ευθύτητα, σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να επιχειρεί να υπεκφύγει ή να ωραιοποιήσει γεγονότα που ενδεχομένως δεν την ευνοούσαν. Οι απαντήσεις της ήταν κατά κανόνα άμεσες και συνεπείς τόσο με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της, όσο και με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

Παρά τα ιδιαίτερα τραυματικά γεγονότα που έχει βιώσει, η Καθ’ης η αίτηση μου έδωσε την εικόνα ενός προσώπου σοβαρού, συγκροτημένου και συναισθηματικά ισορροπημένου, το οποίο έχει ως πρωταρχική μέριμνα την προστασία και ευημερία των ανηλίκων τέκνων του. Δεν διέφυγε της προσοχής μου ότι κατά τη μαρτυρία της υπήρξαν στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Η φόρτιση αυτή, ωστόσο, ήταν απολύτως κατανοητή υπό το φως των εμπειριών που περιέγραψε και δεν έλαβε τη μορφή υπερβολών, επιθετικότητας ή απώλειας αυτοελέγχου. Αντιθέτως, αποκόμισα την εντύπωση ότι επρόκειτο για αυθεντική συναισθηματική αντίδραση προσώπου που εξακολουθεί να επηρεάζεται από γεγονότα τα οποία σημάδεψαν τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της.

Ιδιαίτερα πειστική υπήρξε η θέση της αναφορικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι ουδέποτε αντιλήφθηκαν οποιαδήποτε ένδειξη κακοποίησης ή προβληματικής συμπεριφοράς του υιού τους. Η Καθ’ ης η αίτηση αναγνώρισε με ειλικρίνεια ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχε αποκρύψει την πραγματική αιτία τραυματισμών της αποδίδοντάς τους σε ατυχήματα. Την ίδια στιγμή, όμως, διατήρησε σταθερά τη θέση ότι οι Αιτητές είχαν επανειλημμένα αντικρίσει εμφανή σημάδια κακοποίησης και ότι δυσκολεύεται να αποδεχθεί πως ουδέποτε αντιλήφθηκαν οτιδήποτε. Η θέση αυτή δεν διατυπώθηκε με διάθεση υπερβολής ή εκδίκησης αλλά ως μία ανθρώπινη και λογική απορία, η οποία, υπό το φως της συχνότητας των επαφών τους και της εγγύτητας των οικογενειακών σχέσεων που οι ίδιοι οι Αιτητές περιέγραψαν, δεν στερείται εύλογου ερείσματος.

Εξίσου σημαντική θεωρώ τη στάση της όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί επί του αιτήματος των Αιτητών. Από τη μαρτυρία της κατέστη σαφές ότι αντιλαμβάνεται τα παιδιά ως αυτοτελείς προσωπικότητες με ιδιαίτερες συναισθηματικές και ψυχολογικές ανάγκες και όχι ως αντικείμενα επί των οποίων οι ενήλικες ασκούν δικαιώματα ή προβάλλουν αξιώσεις. Η προσέγγιση της καθ’όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ήταν σταθερά προσανατολισμένη στις ανάγκες και τα βιώματα των ανηλίκων και όχι στις επιθυμίες ή προσδοκίες των ενηλίκων.

Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι η Καθ’ ης η αίτηση εμφανίζεται ιδιαίτερα προστατευτική έναντι των παιδιών της. Θεωρώ, ωστόσο, ότι οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν σε σημαντικό βαθμό φυσική απόρροια των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει τόσο η μητέρα όσο και τα παιδιά κατά τα προηγούμενα έτη.

Από ορισμένες αναφορές που προέκυψαν κατά τη μαρτυρία της ανήλικης Χ. διαπιστώνεται ότι αυτή έχει εκτεθεί σε συζητήσεις και αξιολογικές κρίσεις ενηλίκων αναφορικά με τον ρόλο και τη στάση των πατρικών παππούδων της σε σχέση με τα γεγονότα που ακολούθησαν τη διάρρηξη της οικογένειας. Οι αναφορές της ότι «το καταλάβαμε ότι εν εκείνοι που τον έφεραν», ότι «αν ερχόταν μόνος του θα τον προλάβαιναν πριν φτάσει στο σπίτι» και ότι «εκατάλαβε η μάμα ότι ήταν τζαι τζείνοι μες το κόλπο» δεν συνιστούν απλές περιγραφές βιωμάτων ενός παιδιού της ηλικίας της, αλλά αντανακλούν αντιλήψεις, εκτιμήσεις και συμπεράσματα που κανονικά ανήκουν στη σφαίρα των ενηλίκων.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η Καθ’ ης η αίτηση επιχείρησε συνειδητά ή σκόπιμα να επηρεάσει τα παιδιά εναντίον των πατρικών τους παππούδων. Ωστόσο, φέρει σημαντική ευθύνη για το γεγονός ότι η ανήλικη Χ. κατέστη κοινωνός συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που δεν θα έπρεπε να απασχολούν ένα παιδί της ηλικίας της. Οι γονείς, και ιδίως ο γονέας που έχει την καθημερινή φροντίδα των παιδιών, οφείλουν να λειτουργούν ως φίλτρο προστασίας απέναντι στις συγκρούσεις των ενηλίκων και όχι να επιτρέπουν, έστω και ακούσια, τη μεταφορά τέτοιων ζητημάτων στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων.

Η εμπλοκή ενός παιδιού σε συζητήσεις που αφορούν την απόδοση ευθυνών, την αξιολόγηση κινήτρων ή τη διαμόρφωση κρίσεων για τη συμπεριφορά ενηλίκων ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Είναι δυνατόν να επιβαρύνει αδικαιολόγητα το συναισθηματικό του φορτίο, να το φέρει αντιμέτωπο με διλήμματα πίστης και σύγκρουσης μεταξύ σημαντικών προσώπων της ζωής του και να επηρεάσει αρνητικά την ελεύθερη και αυθεντική διαμόρφωση των δικών του συναισθημάτων και αντιλήψεων. Ως εκ τούτου, η πρακτική αυτή δεν μπορεί να τύχει της επιδοκιμασίας του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι η Καθ’ ης η αίτηση όφειλε να επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή, ώστε οι ανήλικες να παραμείνουν εκτός τέτοιων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων.

Η πιο πάνω διαπίστωση αποτελεί στοιχείο που λαμβάνω σοβαρά υπόψη κατά την αξιολόγηση της συμπεριφοράς της Καθ’ης η αίτηση. Εντούτοις, εξεταζόμενη στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και των ιδιαίτερων συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, δεν είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να κλονίζει συνολικά την αξιοπιστία της. Αντιθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία της στο σύνολο της, αποδέχομαι την Καθ’ης η αίτηση ως κατά βάση αξιόπιστη μάρτυρα. Η μαρτυρία της υπήρξε σε μεγάλο βαθμό συνεπής, λογική και συμβατή με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, ενώ δεν διαπίστωσα τάση υπερβολής ή σκόπιμης παραποίησης γεγονότων. Αποκόμισα την εντύπωση ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως τα βίωσε και όπως τα αντιλαμβάνεται η ίδια, έχοντας ως πρωταρχικό γνώμονα την προστασία των παιδιών της.

Περαιτέρω, στον βαθμό που η Καθ’ ης η αίτηση προωθεί τη θέση ότι οι Αιτητές δεν θα πρέπει ποτέ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και ανεξαρτήτως των μελλοντικών εξελίξεων, να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τις ανήλικες εγγονές τους, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί ενός υποθετικού και αμετάβλητου μέλλοντος ούτε να καθορίσει εσαεί τις σχέσεις των διαδίκων και των ανηλίκων. Εκείνο που καλείται να εξετάσει είναι κατά πόσον, υπό τα σημερινά δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες συνθήκες, τις ανάγκες των παιδιών και το βέλτιστο συμφέρον τους, δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

Αναμφίβολα, τα γεγονότα του παρελθόντος και οι συνέπειες που αυτά είχαν στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων αποτελούν παράγοντες ιδιαίτερης σημασίας, οι οποίοι δεν μπορούν να αγνοηθούν. Δεν μπορούν όμως, να προδικάσουν οριστικά και αμετάκλητα το μέλλον. Το οικογενειακό δίκαιο και η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού επιβάλλουν αξιολόγηση των εκάστοτε υφιστάμενων περιστάσεων και όχι υιοθέτηση απόλυτων και αμετάβλητων θέσεων. Κατά συνέπεια, η άποψη ότι οποιαδήποτε μελλοντική επικοινωνία των ανηλίκων με τους πατρικούς τους παππούδες θα πρέπει να αποκλείεται εφ’ όρου ζωής, ανεξαρτήτως των συνθηκών που ενδέχεται να διαμορφωθούν στο μέλλον, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία των Αιτητων κρίνω σημαντικό να καταδείξω τα ακόλουθα τα οποία καταδεικνύουν ότι οι Αιτητές δεν διαχώρισαν τη θέση τους από τις κακοποιητικές πράξεις του υιού τους.

Αμέσως πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος των Αιτητών ζήτησε άδεια να αποσύρει την παράγραφο 8 της κυρίως αίτησης. Συνεπώς συνάγεται ρητά ότι το λοιπό περιεχόμενο της αίτησης υιοθετείται πλήρως από τους Αιτητές.

Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 9 και 10 της αίτηση τους:

9.’’Οι Αιτητές επί σειρά ετών, μέχρι και τη διάσταση της Καθ’ ης η Αίτηση με τον υιό τους, αφιέρωσαν κάθε τους ικμάδα στο μεγάλωμα των εν λόγω ανηλίκων, ενώ, μεταξύ άλλων, διευθετούσαν τις μετακινήσεις τους, επιλαμβάνονταν του φαγητού τους και μεριμνούσαν για την επίβλεψη και τη ψυχαγωγία τους.

10.Παρά ταύτα, η Καθ’ ης η Αίτηση, κατά ή περί τις 02/07/2022, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, ισχυριζόμενη τη διάπραξη, εις βάρος της, αδικημάτων που αφορούν Βία στην Οικογένεια, εκ μέρους του υιού των Αιτητών, ημερομηνία κατά την οποία σηματοδοτείται και η μεταξύ τους διάσταση’’.

Από την ανάγνωση και μόνο των συγκεκριμένων παραγράφων προκύπτει αβίαστα ότι με τη χρήση της φράσης «Παρά ταύτα» αμέσως μετά την αναφορά στην πολυετή και ουσιαστική συμβολή των Αιτητών στην ανατροφή των ανηλίκων συνδέει ευθέως τις δύο προτάσεις και υποδηλώνει ότι, παρά την προσφορά και τη φροντίδα που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι παρείχαν στα εγγόνια τους και κατ' επέκταση στην οικογένεια του υιού τους, η Καθ’ ης η αίτηση προχώρησε στην καταγγελία του υιού τους για αδικήματα βίας στην οικογένεια.

Αυτή η προσέγγιση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αν ληφθεί υπόψη το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα, η αίτηση καταχωρίστηκε στις 19/04/2023, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Μόνιμου Κακουργοδικείου Λευκωσίας, η οποία περατώθηκε στις 28/02/2023 με παραδοχή του υιού των Αιτητών σε σειρά σοβαρών κατηγοριών βίας στην οικογένεια και την επιβολή ποινής φυλάκισης πέντε ετών. Κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης, οι Αιτητές γνώριζαν ήδη όχι μόνο την ύπαρξη της καταγγελίας αλλά και το γεγονός ότι αυτή είχε οδηγήσει σε καταδίκη κατόπιν παραδοχής του υιού τους. Το γεγονός επίσης ότι πριν την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος τους απέσυρε μόνο την παράγραφο 8 και όχι και τις παραγράφους 9 και 10 καθιστά ακόμη πιο προβληματική την εν λόγω αναφορά η οποία δεικνύει ξεκάθαρα ότι παρά τα όσα κάναμε εσύ πήγες και κατήγγειλες τον υιό μας.

Εξίσου προβληματικές είναι και οι παράγραφοι 15 και 18 της αίτησης στα σημεία που δίδω έμφαση.

15.’’Επακόλουθη της ανωτέρω κατάστασης, ήτο η απότομη αποξένωση των εκ του πατρός παππούδων, ήτοι των Αιτητών εν προκειμένω, από τα εγγόνια τους, Χ. και Α.Κ., δίχως να συντρέχει οιοσδήποτε σοβαρός ή άλλος λόγος προς τούτο.

18.Η παρούσα Αίτηση, αποσκοπεί στην προάσπιση των οικογενειακών δεσμών μεταξύ εγγονών και παππούδων, και στοχεύει, στην αποκατάσταση των σχέσεων τους, αίτινες, αποδυναμώνονται, συνεπεία της ουσιαστικής επέμβασης της Καθ’ ης η Αίτηση σε αυτές ή/και της εν παντί τρόπω απαγόρευσής τους από την τελευταία, άνευ σοβαρού ερείσματος ή/και λόγου’’.

Η ως άνω προσέγγιση των Αιτητών καταδεικνύει ότι οι ίδιοι δεν να προσεγγίζουν τα γεγονότα υπό το πρίσμα της σοβαρότητας των περιστάσεων που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα, η θέση ότι η αποξένωση επήλθε χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος δεν συνάδει με τα αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία περιλαμβάνουν την καταγγελία για βία στην οικογένεια, την ποινική διαδικασία που ακολούθησε και την καταδίκη του υιού των Αιτητών κατόπιν παραδοχής σε σειρά σοβαρών κατηγοριών, καθώς και την επιβολή ποινής φυλάκισης πέντε ετών.

Η μη αναγνώριση της βαρύτητας των εν λόγω γεγονότων, σε συνδυασμό με τη συνεχή εστίαση των Αιτητών στις συνέπειες που αυτά είχαν στη δική τους σχέση με τα ανήλικα εγγόνια τους, χωρίς ταυτόχρονη ουσιαστική αποστασιοποίηση από τη συμπεριφορά του υιού τους, αποτελεί στοιχείο που καταδεικνύει περιορισμένη επίγνωση της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώθηκε στο οικογενειακό περιβάλλον των ανηλίκων.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι η αντίληψη των Αιτητών περί απουσίας «οποιουδήποτε σοβαρού λόγου» για τη μεταβολή των οικογενειακών σχέσεων δεν ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές συνθήκες της υπόθεσης, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μετά τα γεγονότα της 02/07/2022 και την επακολουθήσασα ποινική και οικογενειακή εξέλιξη της υπόθεσης.

Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο δεν είναι μόνο η ύπαρξη των γεγονότων αυτών αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο οι Αιτητές επιλέγουν να τα προσεγγίσουν. Από το σύνολο της μαρτυρίας τους και από το περιεχόμενο της αίτησης τους αναδύεται μία σταθερή και επαναλαμβανόμενη θέση ότι η αποξένωση τους από τα ανήλικα οφείλεται αποκλειστικά στη στάση της μητέρας. Οι Αιτητές παρουσιάζουν τη διακοπή της επικοινωνίας ως μία αδικαιολόγητη και μονομερή απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία ελήφθη χωρίς σοβαρό λόγο και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον των παιδιών. Εντούτοις, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει πλήρως το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι εξελίξεις.

Από τη στάση των Αιτητών δεν διαπιστώνω ουσιαστική αναγνώριση της βαρύτητας των γεγονότων που οδήγησαν στη διάλυση της οικογένειας ούτε επαρκή κατανόηση των συνεπειών που αυτά είχαν για τα ανήλικα. Αντιθέτως, η επιχειρηματολογία τους διατρέχεται από την αντίληψη ότι η ποινική καταδίκη του υιού τους αποτελεί ζήτημα διακριτό και ανεξάρτητο από τη δική τους σχέση με τα εγγόνια τους. Η θέση αυτή, αν και θεωρητικά ορθή ως προς τη διάκριση των προσώπων, παραβλέπει μία ουσιώδη πραγματικότητα: τα παιδιά δεν βιώνουν τα γεγονότα αποσπασματικά και νομικά αλλά ως ενιαία οικογενειακή εμπειρία. Για τα ανήλικα, η εικόνα των παππούδων τους δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από τα τραυματικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή τους, ιδιαίτερα όταν οι ίδιοι οι παππούδες δεν φαίνεται να αναγνωρίζουν επαρκώς τη σοβαρότητα αυτών των γεγονότων.

Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, μετά την καταγγελία της μητέρας και την έναρξη της ποινικής διαδικασίας, οι Αιτητές δεν επέλεξαν να τη στηρίξουν ή να επιδείξουν κατανόηση προς τη θέση της ως θύματος ενδοοικογενειακής βίας, αλλά αντιθέτως προέβησαν σε καταγγελίες εναντίον της αναφορικά με αντικείμενα της πρώην συζυγικής κατοικίας. Ανεξαρτήτως της ουσίας των καταγγελιών αυτών, η ενέργεια αυτή ενίσχυσε εύλογα την αντίληψη της Καθ’ ης η αίτηση ότι οι Αιτητές ευθυγραμμίζονταν πλήρως με τον υιό τους και αδυνατούσαν να αντιληφθούν τη δική της θέση και εκείνη των παιδιών.

Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία, μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία, ανατέθηκε στη μητέρα η φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων, καθορίστηκε ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της και απορρίφθηκε αίτημα του πατέρα για επικοινωνία με τα παιδιά του. Παρότι η απόφαση εκείνη αφορά άλλη διαδικασία διακριτή από την παρούσα, αποτελεί υπαρκτό γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την αξιολόγηση του συνολικού οικογενειακού πλαισίου.

Δεν μπορώ επίσης να αγνοήσω ότι ο υιός των Αιτητών έχει πλέον αποφυλακισθεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ανησυχία της μητέρας ότι η αιτούμενη επικοινωνία ενδέχεται να λειτουργήσει ως έμμεσος μηχανισμός επαναπροσέγγισης μεταξύ πατέρα και παιδιών δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υποθετική ή αβάσιμη. Αντιθέτως, πρόκειται για ανησυχία η οποία, υπό το φως του ιστορικού της υπόθεσης και της στάσης των Αιτητών, εμφανίζεται αντικειμενικά εύλογη και δικαιολογημένη.

Δεν δύναμαι να παραβλέψω και τη μαρτυρία της αρμόδιας Κοινωνικής Λειτουργού αναφορικά με δήλωση που διατυπώθηκε από τους Αιτητές κατά τη διάρκεια της διερεύνησης, ήτοι ότι «αν δουν τον παπά τους δαμέ στο σπίτι ίντα που έσιει;». Η Λειτουργός επεξήγησε ότι η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτέλεσε έναν από τους λόγους που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς τον πιθανό ψυχολογικό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει στα ανήλικα παιδιά οποιαδήποτε επαφή ή αιφνίδια έκθεση τους στον πατέρα τους, λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της υπόθεσης και των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει.

Το συμπέρασμα αυτό της Λειτουργού με βρίσκει σύμφωνη. Η σημασία της πιο πάνω δήλωσης δεν έγκειται τόσο στο κατά πόσο οι Αιτητές επιθυμούσαν πράγματι να διευκολύνουν συνάντηση του πατέρα με τα παιδιά, αλλά κυρίως στο ότι η ίδια η διατύπωση καταδεικνύει αδυναμία κατανόησης του ενδεχόμενου συναισθηματικού και ψυχολογικού αντίκτυπου που μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει στις ανήλικες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη αναφορά της Κοινωνικής Λειτουργού ουδέποτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ο συνήγορος των Αιτητών δεν της υπέβαλε ότι η δήλωση αυτή αποδόθηκε εσφαλμένα, ούτε ότι απομονώθηκε από το πραγματικό της πλαίσιο, ούτε ότι οι Αιτητές είχαν αμέσως ανασκευάσει ή διαφοροποιήσει τη θέση τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, δεν με πείθει η μεταγενέστερη προσπάθεια του Αιτητή 1, κατά τη δική του αντεξέταση, να μετριάσει τη σημασία της εν λόγω δήλωσης υποστηρίζοντας ότι, παρότι πράγματι την είχε διατυπώσει, αμέσως απέσυρε την εισήγηση του και πρότεινε ως εναλλακτική λύση να πραγματοποιούνται οι συναντήσεις σε ουδέτερο χώρο. Εάν πράγματι τα γεγονότα είχαν διαδραματιστεί κατά τον τρόπο που περιέγραψε ο Αιτητής 1 και εάν η Κοινωνική Λειτουργός είχε παραλείψει να καταγράψει μια τόσο ουσιώδη διευκρίνιση, θα ανέμενε κανείς το ζήτημα αυτό να τεθεί ευθέως κατά την αντεξέταση της, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να το σχολιάσει ή να το αντικρούσει. Τούτο όμως δεν συνέβη.

Όπως ανέφερα και ανωτέρω η αρμόδια Κοινωνική λειτουργός δεν περιορίστηκε στην καταγραφή των θέσεων των εμπλεκομένων προσώπων αλλά προέβη σε αξιολόγηση των δεδομένων που προέκυψαν από τη διερεύνηση της υπό το πρίσμα των αναγκών και του συμφέροντος των ανηλίκων. Ενώ αναγνώρισε ρητώς τα γενικώς αποδεκτά οφέλη που απορρέουν από τη σχέση παππούδων και εγγονών και τη σημασία των διαγενεακών δεσμών για τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι η αξιολόγηση κάθε περίπτωσης πρέπει να γίνεται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και τους συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου που τη χαρακτηρίζουν.

Κρίσιμη θεωρώ την εξήγηση που έδωσε αναφορικά με το συμπέρασμα της ότι οι Αιτητές δεν είχαν ουσιαστικά διαχωρίσει τη θέση τους από τις κακοποιητικές πράξεις του υιού τους. Η θέση αυτή δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι Αιτητές εξακολουθούν να διατηρούν σχέση με τον υιό τους ή ότι επιθυμούν να τον στηρίξουν ως γονείς. Αντιθέτως, η λειτουργός επεξήγησε ότι το συμπέρασμα της προέκυψε από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αντιμετώπιζαν και σχολίαζαν τις καταγγελίες και τα περιστατικά βίας, ακόμη και μετά την καταδίκη του υιού τους. Η αναφορά της ότι κατά τη διερεύνηση οι Αιτητές αντιμετώπιζαν τις καταγγελίες με τρόπο που υποδήλωνε αμφισβήτηση ή υποβάθμιση της σοβαρότητας τους, αποτέλεσε κατά τη γνώμη της ένδειξη ότι δεν είχαν πλήρως αντιληφθεί τη φύση και τη βαρύτητα των γεγονότων ούτε είχαν διαχωρίσει επαρκώς τη στάση τους από τις πράξεις του υιού τους.

Εξίσου σημαντική είναι η εξήγηση που έδωσε σε σχέση με την αναφορά των Αιτητών ότι δεν αντιλαμβάνονταν ποιο θα ήταν το πρόβλημα εάν τα παιδιά συναντούσαν τον πατέρα τους κατά τη διάρκεια επαφής μαζί τους. Η λειτουργός δεν επικέντρωσε την αξιολόγηση της στις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να συμβεί μια τέτοια συνάντηση, αλλά στο γεγονός ότι οι Αιτητές δεν φαίνονταν να αντιλαμβάνονται τον πιθανό ψυχολογικό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει στα παιδιά οποιαδήποτε απροετοίμαστη ή μη ελεγχόμενη επαφή με τον πατέρα τους, λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού ενδοοικογενειακής βίας και των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει.

Περαιτέρω, η λειτουργός δεν εισηγήθηκε οριστικό ή αμετάκλητο αποκλεισμό των Αιτητών από τη ζωή των εγγονών τους. Αντιθέτως, η εισήγηση της κινείται προς την κατεύθυνση της δημιουργίας προϋποθέσεων που ενδεχομένως να καταστήσουν δυνατή στο μέλλον μια ασφαλή και επωφελή επαναπροσέγγιση. Η σύσταση της για λήψη συμβουλευτικής καθοδήγησης από τους Αιτητές, καθώς και η ανάγκη προετοιμασίας των παιδιών από ειδικό ψυχικής υγείας πριν από οποιαδήποτε επανέναρξη επικοινωνίας, καταδεικνύουν μια ισορροπημένη προσέγγιση που αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία των ανηλίκων.

Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, καταλήγω ότι οι Αιτητές προσεγγίζουν την παρούσα διαδικασία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της δικής τους απώλειας και της επιθυμίας τους να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με τα εγγόνια τους. Εκείνο που δεν προκύπτει με την ίδια σαφήνεια είναι η ύπαρξη αντίστοιχης κατανόησης των αναγκών, των φόβων, των βιωμάτων και των συναισθηματικών ορίων των ίδιων των ανηλίκων. Η απουσία ουσιαστικής αναγνώρισης των γεγονότων που προηγήθηκαν, η αδυναμία κατανόησης του αντίκτυπου που αυτά είχαν στα παιδιά, η υφιστάμενη στάση των ανηλίκων, η προηγούμενη δικαστική κρίση αναφορικά με τον πατέρα τους και η ανάγκη διαφύλαξης της ψυχικής τους σταθερότητας οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η επιβολή επικοινωνίας κατά το παρόν στάδιο δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους.

Το άρθρο 17Α του Ν. 216/1990 αναγνωρίζει μεν δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των ανιόντων με το τέκνο, πλην όμως το δικαίωμα αυτό υποχωρεί όταν συντρέχει σοβαρός λόγος που συνδέεται αποκλειστικά με τη διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Το κριτήριο δεν είναι το συμφέρον των παππούδων ούτε η επιθυμία τους να διατηρήσουν δεσμούς με τα εγγόνια τους, αλλά αποκλειστικά το συμφέρον των ανηλίκων.

Εκείνο που αναδεικνύεται από τη μαρτυρία και τις ίδιες τις δικογραφημένες θέσεις των Αιτητών είναι ότι, παρά την καταδίκη του υιού τους κατόπιν παραδοχής σε 34 κατηγορίες βίας στην οικογένεια και παρά τις αναμφίβολα τραυματικές συνέπειες που τα γεγονότα αυτά είχαν για την Καθ’ ης η αίτηση και τα ανήλικα, οι ίδιοι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την απομάκρυνση τους από τη ζωή των παιδιών ως αποτέλεσμα αποκλειστικά των ενεργειών της μητέρας. Η επανειλημμένη αναφορά τους ότι αποκλείστηκαν «δίχως να συντρέχει οιοσδήποτε σοβαρός ή άλλος λόγος προς τούτο» είναι αποκαλυπτική. Η θέση αυτή δεν συνιστά απλή διαφωνία με τις επιλογές της μητέρας. Συνιστά ουσιαστική άρνηση αναγνώρισης της σοβαρότητας των γεγονότων που προηγήθηκαν και των εύλογων συνεπειών τους για την ψυχοσυναισθηματική ασφάλεια των ανηλίκων.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα αίτηση τον Απρίλιο του 2023, όταν ήδη γνώριζαν ότι η ποινική διαδικασία είχε ολοκληρωθεί με καταδίκη του υιού τους κατόπιν παραδοχής. Παρά ταύτα, ούτε στην αίτηση ούτε στη μαρτυρία τους προκύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική κατανόηση του αντίκτυπου που τα γεγονότα αυτά είχαν στα παιδιά. Αντίθετα, η επιχειρηματολογία τους επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη δική τους αποξένωση και στη συμπεριφορά της μητέρας.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν οι Αιτητές αγαπούν τα εγγόνια τους ή αν στο παρελθόν υπήρχε στενή σχέση μεταξύ τους. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον είναι σήμερα σε θέση να λειτουργήσουν ως παράγοντας σταθερότητας, ασφάλειας και συναισθηματικής προστασίας για τα ανήλικα. Η αδυναμία τους να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα των γεγονότων που οδήγησαν στη φυλάκιση του πατέρα των παιδιών και η εμμονή τους να αποδίδουν την παρούσα κατάσταση αποκλειστικά στις ενέργειες της μητέρας δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον αντιλαμβάνονται τις ανάγκες των ανηλίκων μέσα από τη δική τους οπτική και όχι μέσα από την οπτική του υιού τους.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνωρίζει ασφαλώς τη σημασία των οικογενειακών δεσμών και τη διατήρηση επαφών μεταξύ παιδιών και ευρύτερης οικογένειας. Πλην όμως, η ίδια νομολογία υπογραμμίζει σταθερά ότι το συμφέρον του παιδιού υπερισχύει οποιουδήποτε ανταγωνιστικού δικαιώματος ενηλίκων και ότι η διατήρηση τέτοιων σχέσεων δικαιολογείται μόνο στον βαθμό που εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού.

Περαιτέρω, ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η θέση που υιοθέτησαν οι Αιτητές αναφορικά με τη μακροχρόνια χρήση σκληρών ναρκωτικών από τον υιό τους, καθώς και αναφορικά με τη βία που αυτός ασκούσε εις βάρος της συζύγου και των παιδιών του. Η θέση τους ήταν ότι ουδέν αντιλήφθηκαν επί σειρά ετών και ότι πληροφορήθηκαν τα σχετικά γεγονότα μόλις το καλοκαίρι του 2022.

Η εκδοχή αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη δική τους μαρτυρία, διατηρούσαν εξαιρετικά στενή σχέση με τον υιό τους και την οικογένεια του. Οι ίδιοι προέβαλαν επανειλημμένα τον ισχυρισμό ότι είχαν συχνότατη επαφή τόσο με τον υιό τους όσο και με τις εγγονές τους, ότι συμμετείχαν ενεργά στη ζωή τους και ότι διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητα τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η παντελής άγνοια την οποία επικαλούνται για τόσο σοβαρά και μακροχρόνια προβλήματα εγείρει εύλογα ερωτήματα.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, αντί οι Αιτητές να προβληματιστούν για τη δική τους αδυναμία να αντιληφθούν όσα συνέβαιναν επί σειρά ετών, επέλεξαν να μεταθέσουν την ευθύνη στην Καθ’ ης η αίτηση. Ο Αιτητής 1 επανειλημμένα υποστήριξε ότι η μόνη που γνώριζε «από πρώτο χέρι» τη χρήση ναρκωτικών από τον υιό τους ήταν η Καθ’ ης η αίτηση και διερωτήθηκε γιατί δεν τους ενημέρωσε. Η θέση αυτή δεν με πείθει.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι Αιτητές υποστηρίζουν αφενός ότι ουδέποτε αντιλήφθηκαν τη χρήση ναρκωτικών από τον υιό τους, παρά το ότι η χρήση αυτή ξεκίνησε ήδη από την εφηβική του ηλικία, όταν διέμενε μαζί τους, και αφετέρου ότι ούτε αντιλήφθηκαν μεταγενέστερα οποιαδήποτε προβληματική συμπεριφορά, παρά τη στενή σχέση και συχνή επικοινωνία που, κατά τους ίδιους, διατηρούσαν μαζί του. Η προσπάθεια τους να αποδώσουν αποκλειστικά στην Καθ’ης η αίτηση την ευθύνη για τη μη αποκάλυψη των προβλημάτων αυτών παραγνωρίζει ότι οι ίδιοι βρίσκονταν σε θέση πολύ στενότερης οικογενειακής σχέσης με τον υιό τους και ότι, εάν πράγματι δεν αντιλήφθηκαν τίποτε, τούτο δεν μπορεί να αποδοθεί μονομερώς σε τρίτο πρόσωπο.

Επιπρόσθετα, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Αιτητής 1 υπηρέτησε επί σειρά ετών ως δεσμοφύλακας και παραδέχθηκε ότι, λόγω της εργασίας του, είχε έρθει σε επαφή με μεγάλο αριθμό χρηστών ναρκωτικών ουσιών. Χωρίς βεβαίως να μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε τεκμήριο ειδικής γνώσης από το επάγγελμα του, το γεγονός αυτό καθιστά ακόμη δυσκολότερο να γίνει αποδεκτός άκριτα ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψη του οποιαδήποτε ένδειξη προβληματικής συμπεριφοράς του υιού του.

Περαιτέρω, η στάση των Αιτητών μετά τη σύλληψη και καταδίκη του υιού τους καταδεικνύει ότι εξακολουθούν να προσεγγίζουν τα γεγονότα πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της στήριξης του ιδίου και όχι μέσα από το πρίσμα των επιπτώσεων που αυτά είχαν στα θύματα των πράξεων του. Βεβαίως, δεν μπορεί να καταλογιστεί σε γονείς ότι στήριξαν τον υιό τους κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, ότι παρευρίσκονταν στο Δικαστήριο ή ότι κάλυψαν τα δικηγορικά του έξοδα. Αυτές είναι ενέργειες που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, πολλοί γονείς θα προέβαιναν για το παιδί τους.

Εκείνο όμως που έχει σημασία δεν είναι η παροχή αυτής καθαυτής της στήριξης, αλλά η αδυναμία των Αιτητών να επιδείξουν αντίστοιχο βαθμό κατανόησης και ενσυναίσθησης για την εμπειρία της Καθ’ης η αίτηση και των ανηλίκων τέκνων. Η εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία τους είναι ότι εξακολουθούν να εστιάζουν στο πώς επηρεάστηκε ο υιός τους από τις ποινικές διαδικασίες και πολύ λιγότερο στο πώς επηρεάστηκαν τα παιδιά από τις πράξεις που οδήγησαν στις διαδικασίες αυτές.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση τους να προβούν σε καταγγελία εναντίον της Καθ’ης η αίτηση αμέσως μετά τη σύλληψη του υιού τους. Ανεξαρτήτως των εξηγήσεων που δόθηκαν, η ενέργεια αυτή αντικειμενικά συνέβαλε στην περαιτέρω όξυνση της σύγκρουσης μεταξύ των μερών σε μια περίοδο κατά την οποία η Καθ’ ης η αίτηση είχε ήδη προχωρήσει σε σοβαρές καταγγελίες εναντίον του υιού τους. Η στάση αυτή δεν συνάδει με την εικόνα των πλήρως ουδέτερων και υποστηρικτικών παππούδων που επιχειρούν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η συνολική δε εικόνα ενισχύει το συμπέρασμα της Κοινωνικής Λειτουργού ότι οι Αιτητές δεν έχουν ακόμη κατανοήσει πλήρως τη διάσταση της κακοποίησης που προηγήθηκε ούτε τον βαθμό της ψυχολογικής επιβάρυνσης που έχουν υποστεί οι ανήλικες.

Η μαρτυρία της Αιτήτριας 2 επιβεβαίωσε σε σημαντικό βαθμό τους προβληματισμούς που εξέφρασε η Κοινωνική Λειτουργός αναφορικά με την αδυναμία των Αιτητών να αξιολογήσουν με επαρκή αντικειμενικότητα την κατάσταση του υιού τους και τις συνέπειες των πράξεων του στα ανήλικα παιδιά.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η βεβαιότητα με την οποία η μάρτυρας υποστήριξε ότι ο υιός της αποτελεί πλέον «άλλον άνθρωπο», ότι είναι «μία χαρά» και ότι τα προβλήματα που υπήρχαν στο παρελθόν έχουν πλέον ξεπεραστεί. Η βεβαιότητα αυτή εκφράστηκε παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται πως επί σειρά ετών δεν αντιλήφθηκαν τη χρήση σκληρών ναρκωτικών από τον υιό τους ούτε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Επομένως, ενώ κατά το παρελθόν δηλώνουν πλήρη άγνοια για καταστάσεις που διήρκεσαν επί μακρό χρονικό διάστημα, σήμερα εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι ότι ο υιός τους έχει πλήρως αποκατασταθεί και ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος υποτροπής.

Εφόσον οι ίδιοι οι Αιτητές δεν αντιλήφθηκαν όσα, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνέβαιναν για χρόνια μπροστά τους, δυσκολεύομαι να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στη σημερινή τους πεποίθηση ότι είναι σε θέση να αξιολογούν με ακρίβεια την πορεία απεξάρτησης του υιού τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναφορά της μάρτυρος στις αναλύσεις στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, υποβάλλεται ο υιός της. Παρότι επικαλέστηκε επανειλημμένα τις εν λόγω αναλύσεις ως βασικό λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι ο υιός της είναι πλέον «καθαρός», παραδέχθηκε ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να προσκομίσει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, η μάρτυρας επέμεινε ότι ο υιός της είναι πλέον «πολλά καθαρός», παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε παραδεχθεί στη δική του μαρτυρία χρήση ναρκωτικών ουσιών ακόμη και κατά τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές. Όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη αντίφαση, περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν γνώριζε ακριβώς ποια φαρμακευτική αγωγή λάμβανε ο υιός της και ότι του είχε εμπιστοσύνη. Η απάντηση αυτή αναδεικνύει ότι η αξιολόγηση της δεν βασίζεται σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα δεδομένα αλλά κυρίως στην προσωπική της πίστη και εμπιστοσύνη προς τον υιό της.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω και στην απάντηση της όταν της υποβλήθηκε ότι, εφόσον οι χρήστες ναρκωτικών δύνανται να αποκρύπτουν τη χρήση τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο υιός της να αποκρύπτει και σήμερα πτυχές της πραγματικής του κατάστασης. Η μόνη απάντηση που έδωσε ήταν ότι έχει εμπιστοσύνη στον υιό της. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η κρίση της επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη μητρική της ιδιότητα και όχι από αντικειμενική αξιολόγηση των δεδομένων.

Η ίδια τάση παρατηρείται και στην προσπάθεια της να εξηγήσει την καταγγελία που υπέβαλαν οι Αιτητές εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση. Παρότι η μάρτυρας επιχείρησε να παρουσιάσει την ενέργεια αυτή ως απλή εκπλήρωση καθήκοντος προς την Αστυνομία, δεν παύει να παραμένει γεγονός ότι η καταγγελία στρεφόταν κατά του προσώπου το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, επιθυμούσαν να στηρίξουν και να προστατεύσουν. Η στάση αυτή, εξεταζόμενη στο σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, ενισχύει την εικόνα ότι οι Αιτητές αντιμετώπιζαν τα γεγονότα πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της υπεράσπισης και προστασίας του υιού τους.

Συνολικά, η μαρτυρία της Αιτήτριας 2 δεν με έπεισε ότι οι Αιτητές έχουν αποκτήσει επαρκή επίγνωση της σοβαρότητας των γεγονότων που προηγήθηκαν ούτε ότι είναι σε θέση να αξιολογούν με την αναγκαία αντικειμενικότητα ζητήματα που αφορούν τον υιό τους.

Συνεπώς οι Αιτητές δεν κατάφεραν να πείσουν το Δικαστήριο ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως ασφαλές και προστατευτικό πλαίσιο για τα εγγόνια τους τα οποία έχουν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία. Από τα δικά τους λόγια αναδύεται το συμπέρασμα ότι εξακολουθούν να εμπιστεύονται την κρίση τους για τον υιό τους, παρότι οι ίδιοι παραδέχονται ότι επί χρόνια δεν αντιλήφθηκαν τα σοβαρότερα προβλήματα της ζωής του.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε η απάντηση της Αιτήτριας 2 ότι "δεν ήρτε σε σημείο ο γιος μου να κάνει κακό των μωρών του", όταν κλήθηκε να απαντήσει στις ανησυχίες που διατυπώθηκαν αναφορικά με την προστασία των ανηλίκων σε περίπτωση που ο πατέρας τους πληροφορηθεί ή επιχειρήσει να εμπλακεί στις συναντήσεις των παιδιών με τους Αιτητές.

Η απάντηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αυθόρμητη τοποθέτηση μιας μητέρας που επιθυμεί να υπερασπιστεί το παιδί της. Αντιθέτως, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται τα γεγονότα που οδήγησαν στην παρούσα διαδικασία και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί τον κίνδυνο που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν οι ανήλικες.

Πρωτίστως, η διατύπωση αυτή υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των όσων έχουν ήδη αποδεδειγμένα συμβεί. Μια τέτοια προσέγγιση, παραγνωρίζει ότι τα παιδιά δύνανται να υποστούν σοβαρή βλάβη όχι μόνο ως άμεσα θύματα βίας αλλά και ως μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, ως αποδέκτες τραυματικών εμπειριών ή ως πρόσωπα που εκτίθενται σε καταστάσεις οι οποίες κλονίζουν το αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας τους.

Περαιτέρω, η συγκεκριμένη τοποθέτηση φανερώνει ότι η Αιτήτρια 2 εξακολουθεί να αξιολογεί τη συμπεριφορά του υιού της με γνώμονα το τι δεν έκανε, αντί με γνώμονα το τι πράγματι έκανε. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξετάζεται ένα υποθετικό ερώτημα κατά πόσο ο πατέρας θα μπορούσε να είχε επιδείξει ακόμη σοβαρότερη συμπεριφορά. Εκείνο που εξετάζεται είναι οι πράξεις που έχουν ήδη καταγραφεί, οι επιπτώσεις τους στα παιδιά και οι εύλογες ανησυχίες που αυτές δημιουργούν για το μέλλον.

Η απάντηση αυτή είναι επίσης ενδεικτική της αδυναμίας της μάρτυρος να αντιληφθεί ότι το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τον κίνδυνο φυσικής κακοποίησης των ανηλίκων. Η προστασία των παιδιών δεν εξαντλείται στην αποτροπή σωματικής βλάβης. Περιλαμβάνει εξίσου την προστασία της ψυχικής τους υγείας, της συναισθηματικής τους ισορροπίας και του αισθήματος ασφάλειας που οφείλει να περιβάλλει την καθημερινότητα τους. Η αναφορά ότι ο υιός της "δεν ήρτε σε σημείο να κάνει κακό των μωρών του" καταδεικνύει ότι η μάρτυρας αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο με εξαιρετικά περιορισμένο τρόπο.

Τέλος, η απάντηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι δεν δόθηκε αποσπασματικά αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη γραμμή μαρτυρίας, κατά την οποία οι Αιτητές εμφανίζονται να υποβαθμίζουν συστηματικά τη βαρύτητα των πράξεων του υιού τους, να εστιάζουν στις προσπάθειες αποκατάστασης του και να αποδίδουν περιορισμένη προσοχή στις επιπτώσεις που οι πράξεις αυτές είχαν στις ανήλικες.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απάντηση ενισχύει ουσιωδώς το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές δεν έχουν ακόμη κατανοήσει πλήρως τη διάσταση του τραύματος που έχουν βιώσει τα παιδιά ούτε τις ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας τους και, κατά συνέπεια, δεν με πείθει ότι είναι σήμερα σε θέση να λειτουργήσουν ως το αναγκαίο προστατευτικό φίλτρο μεταξύ των ανηλίκων και του πατέρα τους.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε η αναφορά της θυγατέρας των Αιτητών ότι αισθάνεται "αρκετά περήφανη" για τον αδελφό της. Δεν παραγνωρίζω ότι κάθε αδελφή δικαιούται να αισθάνεται ικανοποίηση για την προσπάθεια απεξάρτησης και επανένταξης ενός μέλους της οικογένειάς της. Ωστόσο, η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η οικογένεια προσεγγίζει συνολικά την υπόθεση. Το επίκεντρο της μαρτυρίας της δεν ήταν οι συνέπειες που είχαν οι πράξεις του αδελφού της στην Καθ’ης η αίτηση και στα ανήλικα παιδιά, αλλά η πρόοδος, η αποκατάσταση και η θετική πορεία του ιδίου.

Ακόμη και όταν κλήθηκε να περιγράψει τη σημερινή κατάσταση, η μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στο γεγονός ότι ο αδελφός της εργάζεται, παρακολουθεί ψυχολόγο, διενεργεί εξετάσεις για ναρκωτικές ουσίες και διατηρεί καλή σχέση με τον δικό της υιό. Η έμφαση δόθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην εξέλιξη και βελτίωση του ίδιου του δράστη των γεγονότων και όχι στις ανάγκες, τα συναισθήματα ή τις ανησυχίες των παιδιών που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας διαδικασίας.

Η μαρτυρία αυτή ενισχύει την εικόνα που προέκυψε από το σύνολο της ενώπιον μου διαδικασίας, ήτοι ότι οι Αιτητές και τα μέλη της οικογένειας τους εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την υπόθεση κυρίως μέσα από το πρίσμα του Χρ. και της προσπάθειας αποκατάστασης του. Αντιθέτως, δεν διαφαίνεται αντίστοιχος βαθμός κατανόησης του τραύματος που έχουν βιώσει τα παιδιά, ούτε των εύλογων ανησυχιών που εξακολουθούν να υφίστανται αναφορικά με την προστασία και τη συναισθηματική τους ασφάλεια.

Όσον αφορά στη συνέντευξη που είχα με την ανήλικη Χ., αποκόμισα την εικόνα ενός παιδιού ιδιαίτερα επικοινωνιακού και κοινωνικού, και αρκετά ώριμου για την ηλικία του. Παρά την ωριμότητα της διατηρεί παράλληλα την παιδικότητα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζουν ένα παιδί της ηλικίας της. Η Χ. ήταν πρόθυμη να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν έδωσε την εντύπωση παιδιού που αναπαράγει μηχανικά απόψεις τρίτων χωρίς προσωπική επεξεργασία.

Ταυτόχρονα, η εικόνα που σχημάτισα είναι εκείνη ενός παιδιού βαθιά τραυματισμένου από τα γεγονότα που βίωσε κατά τη διάρρηξη της οικογενειακής του ζωής. Είναι εμφανές ότι η Χ. έχει επηρεαστεί ουσιαστικά από τη μακροχρόνια και έντονα συγκρουσιακή αντιπαράθεση των γονέων της, καθώς και από τα περιστατικά βίας που συνδέθηκαν με τη συμπεριφορά του πατέρα της. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, έχει κληθεί να διαχειριστεί εμπειρίες και συναισθηματικά φορτία τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ όσα αναλογούν συνήθως σε ένα παιδί της ηλικίας της.

Από τη μαρτυρία της Λειτουργού Γονικής Μέριμνας προκύπτει ότι η Χ., κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της, διατηρούσε στενή σχέση με τους Αιτητές. Περνούσε σημαντικό χρόνο μαζί τους, διανυκτέρευε στην οικία τους και συμμετείχε σε διάφορες οικογενειακές δραστηριότητες. Η ίδια αναγνώρισε ενώπιον της Λειτουργού ότι διατηρεί θετικές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο και ότι υπήρξαν όμορφες στιγμές στη σχέση της με τους πατρικούς της παππούδες. Παράλληλα, ανέφερε ότι θυμάται συχνούς καβγάδες μεταξύ τους.

Η Λειτουργός Γονικής Μέριμνας κατέγραψε επίσης ότι η Χ. δεν αναφερόταν στους Αιτητές ως «παππού» και «γιαγιά», αλλά χρησιμοποιούσε τον χαρακτηρισμό «τζείνοι». Η γλωσσική αυτή επιλογή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, καταδεικνύει το βαθμό συναισθηματικής αποστασιοποίησης που έχει πλέον αναπτύξει έναντι τους και την αποκοπή τους από τον ψυχικό και οικογενειακό της κόσμο.

Οι ίδιες ακριβώς θέσεις επαναλήφθηκαν και κατά τη συνέντευξη που είχα μαζί της. Η Χ. ανέφερε ότι δεν αποκαλεί πλέον τους Αιτητές «παππού» και «γιαγιά», αλλά «τζείνους», εξηγώντας ότι έχει πάψει να τους θεωρεί μέλη της οικογένειάς της. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι στο παρελθόν διατηρούσε στενή σχέση μαζί τους, ότι περνούσε χρόνο στην οικία τους, ότι τη μετέφεραν στο σχολείο, ότι πήγαιναν μαζί εκδρομές και στη θάλασσα και ότι υπήρχαν ευχάριστες στιγμές κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός ότι η Χ. δεν επιχείρησε να διαγράψει ή να αρνηθεί τις θετικές αυτές αναμνήσεις προκειμένου να δικαιολογήσει τη σημερινή της στάση. Αντιθέτως, τις αναγνώρισε με ειλικρίνεια και χωρίς δισταγμό. Η στάση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της, καθώς καταδεικνύει ότι δεν προσπαθεί να παρουσιάσει τους Αιτητές υπό ένα αποκλειστικά αρνητικό πρίσμα, αλλά διατηρεί την ικανότητα να διαχωρίζει τις θετικές εμπειρίες του παρελθόντος από τα συναισθήματα που τρέφει σήμερα.

Παρά τα πιο πάνω, τόσο ενώπιον της Λειτουργού Γονικής Μέριμνας όσο και ενώπιον μου, η Χ. εξέφρασε με απόλυτη σαφήνεια, σταθερότητα και αποφασιστικότητα ότι δεν επιθυμεί οποιαδήποτε μορφή επανασύνδεσης ή επικοινωνίας με τους Αιτητές. Η θέση αυτή δεν εκφράστηκε με αμφιβολία ή επιφύλαξη, αλλά με τρόπο ξεκάθαρο και κατηγορηματικό.

Η Λειτουργός Γονικής Μέριμνας κατέγραψε ότι η ανήλικη αναστατώθηκε έντονα κατά τις δύο συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τη διακοπή των σχέσεων με τους Αιτητές, ήτοι κατά την τυχαία συνάντηση στην εκκλησία και κατά τη συνάντηση που διευθετήθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Η ίδια η Χ. περιέγραψε ενώπιον μου τα περιστατικά αυτά με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Ανέφερε ότι κατά την πρώτη συνάντηση ένιωσε φόβο, άγχος και ανασφάλεια, ξέσπασε σε κλάματα όταν η γιαγιά της προσπάθησε να την προσεγγίσει και απέφυγε ακόμη και να εισέλθει στον χώρο όπου θα ελάμβαναν πρόγευμα, φοβούμενη ότι θα τους συναντούσε εκ νέου. Παρόμοια ήταν και η περιγραφή της για τη συνάντηση στον παιδότοπο, κατά την οποία δήλωσε ότι παρέμεινε αγχωμένη καθ’ όλη τη διάρκεια της, δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει τον χώρο όπου βρισκόταν και ουδέποτε θέλησε να προσεγγίσει ή να συνομιλήσει με τους Αιτητές.

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι η Χ. διατηρεί διαχρονικά την ίδια θέση ανεξαρτήτως του προσώπου ενώπιον του οποίου καλείται να εκφραστεί. Η άρνηση της να δει τους Αιτητές δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως συγκυριακή αντίδραση. Αντιθέτως, είχε ήδη καταγραφεί με σαφήνεια από τη Λειτουργό Γονικής Μέριμνας και επαναλήφθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κατά τη συνέντευξη της ενώπιον μου. Η συνέπεια αυτή αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι πρόκειται για μια παγιωμένη και εσωτερικευμένη θέση και όχι για πρόσκαιρη συναισθηματική αντίδραση.

Δεν μπορεί βεβαίως να παραγνωριστεί ότι από τις τοποθετήσεις της Χ. προκύπτει πως έχει εκτεθεί σε συζητήσεις και πληροφορίες που έλαβαν χώρα στο οικογενειακό περιβάλλον της μητέρας της. Η ίδια αναγνώρισε ότι πληροφορήθηκε από τη μητέρα της πως οι Αιτητές δεν επιθυμούσαν το καλό της οικογένειας τους και επανέλαβε ορισμένες αντιλήψεις που συνδέονται με τον ρόλο των Αιτητών έναντι του πατέρα της. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιας επιρροής δεν οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι η γνώμη της στερείται αυθεντικότητας.

Αντιθέτως, η Χ. επέδειξε αξιοσημείωτη ικανότητα κριτικής επεξεργασίας των πληροφοριών που έχει δεχθεί. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε ορισμένα σημεία αναγνώρισε η ίδια τα όρια της γνώσης και της μνήμης της, δηλώνοντας ότι ενδέχεται να συγχέει περιστατικά ή γεγονότα. Η παραδοχή αυτή δεν αποδυναμώνει τη μαρτυρία της. Αντίθετα, καταδεικνύει ειλικρίνεια, αυτογνωσία και απουσία διάθεσης υπερβολής των γεγονότων.

Παραπέμπω συναφώς στον Βαθρακοκοίλη, «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο» (σελ. 587), όπου επισημαίνεται ότι η συνεκτίμηση της γνώμης του τέκνου εξαρτάται από το κατά πόσον αυτή αντανακλά την πραγματική εσωτερική του διάθεση ή αποτελεί προϊόν μονομερούς επιρροής τρίτων προσώπων. Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση των αντιλήψεων της Χ., δεν προκύπτει ότι η θέση της αποτελεί απλή αναπαραγωγή των απόψεων της μητέρας της. Αντιθέτως, η συνέπεια, η σαφήνεια, η ωριμότητα και η ικανότητά της να αναγνωρίζει τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές πτυχές της σχέσης της με τους Αιτητές με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εκφραζόμενη θέση της αποτελεί γνήσια έκφραση των προσωπικών της συναισθημάτων και αντιλήψεων.

Αναφορικά με την ανήλικη Α., η οποία βρίσκεται ακόμη σε ιδιαίτερα νεαρή ηλικία, διαπιστώνω ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε ουσιαστική ανάμνηση ή βιωματική σχέση με τους Αιτητές. Τόσο από την έκθεση της Λειτουργού Γονικής Μέριμνας όσο και από τη δική μου συνέντευξη μαζί της προέκυψε ότι δεν τους αναγνωρίζει ως πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος, αλλά ως ξένους. Η άρνηση της να τους γνωρίσει εκφράστηκε επανειλημμένα και με σαφήνεια, πλην όμως δεν συνοδεύτηκε από κάποια ουσιαστική αιτιολόγηση πέραν της επαναλαμβανόμενης αναφοράς ότι «έτσι θέλω» και ότι «δεν τους ξέρω, δεν θέλω».

Λόγω της ηλικίας της, η γνώμη της Α. δεν μπορεί να τύχει του ίδιου βάρους με εκείνη της μεγαλύτερης αδελφής της. Εντούτοις, η πλήρης απουσία οποιασδήποτε σχέσης ή συναισθηματικού δεσμού με τους Αιτητές αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει.

Το άρθρο 12 της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του σε ζητήματα που το αφορούν. Αποδέχομαι ότι η στάση ενός παιδιού μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάζεται από τον γονέα με τον οποίο διαμένει. Ωστόσο, ο πιθανός επηρεασμός δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι εκφρασμένες απόψεις στερούνται αυθεντικότητας ή ότι πρέπει να αγνοηθούν. Στην παρούσα υπόθεση, η αρνητική στάση του μεγαλύτερου παιδιού δεν εκδηλώνεται σε κενό πραγματικών περιστατικών αλλά σε ένα πλαίσιο ιδιαίτερα τραυματικών οικογενειακών εμπειριών, είναι προϊόν προσωπικών βιωμάτων, συναισθηματικής επεξεργασίας και ώριμης σκέψης για την ηλικία της, ενώ η θέση της Α. εδράζεται κυρίως στην παντελή απουσία οποιασδήποτε σχέσης ή μνήμης αναφορικά με τους Αιτητές. Η έντονη συναισθηματική αντίδραση της Χ. κατά τις προηγούμενες προσπάθειες επαφής καταδεικνύει ότι η επιβολή επικοινωνίας ενδέχεται να επιφέρει περαιτέρω ψυχική και συναισθηματική επιβάρυνση, ενώ η απουσία οποιουδήποτε υφιστάμενου δεσμού μεταξύ της Α. και των Αιτητών καθιστά την επιβολή μιας τέτοιας σχέσης εξαιρετικά προβληματική υπό το πρίσμα του βέλτιστου συμφέροντος των παιδιών.

Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναμφίβολα προκύπτει ότι οι Αιτητές είχαν, κατά τα πρώτα έτη της ζωής των ανηλίκων, ουσιαστική παρουσία στην καθημερινότητα τους και συμμετείχαν ενεργά στη φροντίδα και ανατροφή τους. Το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί ότι οι Αιτητές αγαπούν τα εγγόνια τους και ότι η διακοπή της επικοινωνίας τους με αυτά αποτέλεσε για τους ίδιους μια ιδιαίτερα επώδυνη εξέλιξη. Το ζήτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο δεν είναι κατά πόσο οι Αιτητές επιθυμούν ειλικρινά να διατηρήσουν σχέση με τα εγγόνια τους, ούτε κατά πόσο η απώλεια της σχέσης αυτής τους έχει προκαλέσει συναισθηματική δοκιμασία. Το μοναδικό και υπέρτατο κριτήριο παραμένει το κατά πόσο η αιτούμενη επικοινωνία εξυπηρετεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων.

Το δικαίωμα επικοινωνίας των ανιόντων με τα ανήλικα εγγόνια τους αναγνωρίζεται αναμφίβολα τόσο από το κυπριακό όσο και από το ελληνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο. Εντούτοις, η αναγνώριση αυτή δεν συνεπάγεται τη θέσπιση ενός απόλυτου και ανεπιφύλακτου δικαιώματος, το οποίο να ασκείται ανεξαρτήτως των αναγκών, των επιθυμιών και πρωτίστως του συμφέροντος των ανηλίκων. Αντιθέτως, τόσο ο νομοθέτης όσο και η νομολογία έχουν καταστήσει σαφές ότι το δικαίωμα αυτό υφίσταται και προστατεύεται μόνο στον βαθμό που η άσκηση του συμβαδίζει με και προάγει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Η αρχή αυτή απορρέει ευθέως από το άρθρο 17Α του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου 216/1990, το οποίο αναγνωρίζει μεν δικαίωμα επικοινωνίας στους ανιόντες, πλην όμως ταυτόχρονα προβλέπει ότι η επικοινωνία δύναται να παρεμποδιστεί όταν συντρέχει σοβαρός λόγος που σχετίζεται με τη διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη αρχή του οικογενειακού δικαίου ότι το παιδί δεν αποτελεί αντικείμενο άσκησης δικαιωμάτων των ενηλίκων αλλά αυτοτελή φορέα δικαιωμάτων, του οποίου η ευημερία αποτελεί την υπέρτατη μέριμνα κάθε δικαστικής παρέμβασης.

Η ίδια αρχή κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε αυτές διενεργούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Αντίστοιχα, το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού επιβάλλει όπως το συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχική μέριμνα σε κάθε απόφαση που το αφορά.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναγάγει την αρχή αυτή σε θεμελιώδη κανόνα ερμηνείας του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, στην υπόθεση Neulinger and Shuruk v. Switzerland (GC, 2010) η Ολομέλεια του Δικαστηρίου υπογράμμισε ότι υφίσταται ευρεία διεθνής συναίνεση ως προς την υπέρτερη σημασία του συμφέροντος του παιδιού και ότι το συμφέρον αυτό μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να υπερισχύσει των συμφερόντων των γονέων. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και ενισχύθηκε στην υπόθεση Strand Lobben and Others v. Norway (GC, 2019), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάγκη διασφάλισης της σταθερότητας, της ασφάλειας και της ψυχικής ευημερίας του παιδιού μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρούς περιορισμούς στην οικογενειακή ζωή όταν αυτό επιβάλλεται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης.

Οι αρχές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην παρούσα υπόθεση. Εάν, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, το συμφέρον του παιδιού μπορεί να υπερισχύσει ακόμη και του δικαιώματος επανένωσης με τους ίδιους τους βιολογικούς γονείς του, είναι προφανές ότι μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να υπερισχύσει της επιθυμίας των παππούδων να διατηρήσουν ή να αποκαταστήσουν προσωπική επικοινωνία με τα εγγόνια τους.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το ελληνικό δίκαιο. Το άρθρο 1520 ΑΚ αναγνωρίζει στους απώτερους ανιόντες δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο, πλην όμως το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο. Η άσκηση του τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου και δεν προκαλεί βλάβη στη σωματική, ψυχική ή συναισθηματική του ανάπτυξη. Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει δεχθεί ότι το συμφέρον του παιδιού αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο για κάθε δικαστική ρύθμιση σχετική με την επιμέλεια και την επικοινωνία και ότι η επικοινωνία μπορεί να περιοριστεί ή να αποκλειστεί όταν συντρέχει σοβαρός λόγος συνδεόμενος με την προστασία του ανηλίκου.

Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Valcheva v. Babanarakis (C-335/17), όπου αναγνωρίστηκε ότι οι παππούδες εμπίπτουν στην έννοια των προσώπων που μπορούν να διεκδικήσουν δικαίωμα επικοινωνίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο ουδόλως αναγνώρισε απόλυτο δικαίωμα επικοινωνίας. Αντιθέτως, η απόφαση στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή ότι κάθε σχετική κρίση πρέπει να υποτάσσεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο παραμένει η υπέρτατη κατευθυντήρια αρχή για τα εθνικά δικαστήρια.

Στην υπόθεση Manuello and Nevi v. Italy το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε ότι οι σχέσεις μεταξύ παππούδων και εγγονών μπορούν να εμπίπτουν στην προστασία της οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η προστασία αυτή όμως δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη ή ανεπιφύλακτη επιβολή επικοινωνίας. Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει πάντοτε κατά πόσον η διατήρηση ή η αποκατάσταση της επικοινωνίας ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην ευημερία του παιδιού.

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα ανήλικα έχουν βιώσει εξαιρετικά τραυματικές εμπειρίες, οι οποίες επηρέασαν βαθιά το αίσθημα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και συναισθηματικής τους ισορροπίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η στάση των Αιτητών καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν κατέδειξε ουσιαστική κατανόηση του μεγέθους της ψυχικής επιβάρυνσης που υπέστησαν τα παιδιά, ούτε πραγματική επίγνωση των συνεπειών που τα γεγονότα αυτά είχαν στη συναισθηματική τους ανάπτυξη. Αντιθέτως, από τη μαρτυρία τους προέκυψε μια επίμονη εστίαση στο δικό τους αίσθημα αδικίας και στη δική τους επιθυμία αποκατάστασης της σχέσης, χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση των αναγκών και των συναισθημάτων των παιδιών.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι η αποκατάσταση μιας διαρραγείσας σχέσης δεν μπορεί να επιβληθεί δικαστικά κατά τρόπο μηχανιστικό. Η εμπιστοσύνη των παιδιών δεν αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαταγής. Η επαναπροσέγγιση προϋποθέτει προηγούμενη αναγνώριση του τραύματος, κατανόηση των βιωμάτων των παιδιών και δημιουργία συνθηκών που να τα καθιστούν ψυχολογικά ασφαλή. Ελλείψει των προϋποθέσεων αυτών, η επιβολή επικοινωνίας δεν ενέχει απλώς τον κίνδυνο αποτυχίας αλλά και τον σοβαρότερο κίνδυνο επανατραυματισμού των παιδιών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω επίσης στις απόψεις των ίδιων των ανηλίκων. Η νομολογία του ΕΔΔΑ, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Sahin v. Germany και Sommerfeld v. Germany, αναγνωρίζει ότι η γνώμη του παιδιού συνιστά ουσιώδη παράγοντα κατά την αξιολόγηση του συμφέροντός του, ιδίως όταν αυτό διαθέτει την απαιτούμενη ωριμότητα ώστε να διαμορφώνει και να εκφράζει αυθεντική και ανεπηρέαστη άποψη. Στην παρούσα υπόθεση, η θέση της ανήλικης Χ. δεν είναι παροδική, επιφανειακή ή προϊόν απλής δυσαρέσκειας. Αντιθέτως, συνδέεται άμεσα με βιωμένες εμπειρίες, με συναισθήματα απογοήτευσης και απώλειας εμπιστοσύνης και με μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση ότι οι Αιτητές ουδέποτε κατανόησαν πραγματικά τι συνέβη και πώς τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τη ζωή τους.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω περιστάσεων, καταλήγω ότι η επιβολή επικοινωνίας δεν θα εξυπηρετούσε το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων αλλά πρωτίστως την επιθυμία των Αιτητών να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με αυτά. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αιτούμενη επικοινωνία θα λειτουργήσει προς όφελος των ανηλίκων ούτε ότι θα συμβάλει στην ψυχική και συναισθηματική τους ευημερία. Αντιθέτως, κρίνω ότι ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος αναβίωσης τραυματικών εμπειριών, διατάραξης της αίσθησης ασφάλειας που έχουν αναπτύξει και υπονόμευσης της συναισθηματικής τους σταθερότητας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.

Θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω ότι η απόρριψη της αίτησης δεν σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ των ανηλίκων και των Αιτητών στερείται αξίας, ούτε ότι αποκλείεται οριστικά κάθε προοπτική αποκατάστασης της. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι οικογενειακοί δεσμοί έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη και την ταυτότητα ενός παιδιού, υπό την προϋπόθεση όμως ότι βιώνονται ως πηγή ασφάλειας, εμπιστοσύνης και συναισθηματικής στήριξης.

Το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση δεν είναι το παρελθόν αυτό καθαυτό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν εξακολουθεί να επηρεάζει τον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων κατά τον παρόντα χρόνο. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι τα παιδιά πρέπει να παραμείνουν εσαεί δέσμια προηγούμενων εμπειριών ούτε ότι οι οικογενειακές σχέσεις είναι καταδικασμένες να παραμένουν αμετάβλητες. Οι ανθρώπινες σχέσεις εξελίσσονται, οι συνθήκες μεταβάλλονται και η ωρίμανση των προσώπων μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες κατανόησης και επαναπροσέγγισης. Με τα σημερινά δεδομένα, η δικαστική επιβολή επικοινωνίας δεν κρίνεται ότι εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων. Η κρίση αυτή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο διαφορετικής αξιολόγησης στο μέλλον, εφόσον μεταβληθούν ουσιωδώς οι περιστάσεις και δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες ψυχικής ασφάλειας, αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ουσιαστικής αποκατάστασης των οικογενειακών δεσμών.

Ως προς τα έξοδα της αίτησης, μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει αυτά να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ης η αίτηση και εις βάρος των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                       

                                                                      Υπ.) ……………………………………….

                                                                                Μ.Χ.Κάιζερ, Π.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο