ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας
Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 1/24
Μεταξύ:
M.M.
Αιτήτρια
και
X.O.Α.
Καθ’ ου η αίτηση
Αίτηση με ειδοποίηση Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή στην παρούσα
Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητής στην παρούσα εμφανίζεται προσωπικά
Για την Αιτήτρια - Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα: Γ. Κυριάκου και Λ. Ιωάννου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι διάδικοι είναι οι γονείς του Ειρ. ηλικίας 6 ετών και της Μ. ηλικίας 4 ετών. Από το Δεκέμβριο του 2023 βρίσκονται σε διάσταση και με αίτηση και ανταπαίτηση αξιώνουν τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας των τέκνων τους.
Στις 23.1.24 εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η φύλαξη και η φροντίδα των ανηλίκων ανατέθηκε στην Αιτήτρια και ως τόπος διαμονής των ανηλίκων καθορίστηκε ως ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Οι λοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας σύμφωνα με το διάταγμα ασκούνται από κοινού από τους διαδίκους και επιπλέον ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του.
Στις 4.6.24 το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα τροποποιήθηκε εκ συμφώνου, μόνο ως προς τη ρύθμιση που αφορά στο δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τα ανήλικα. Με βάση αυτό ο Καθ’ ου η αίτηση ασκεί δικαίωμα επικοινωνίας ως ακολούθως:
«Την πρώτη εβδομάδα εφαρμογής του διατάγματος, τη Δευτέρα και Τετάρτη όπου θα παραλαμβάνει τα τέκνα από το εκάστοτε σχολείο την ώρα που τελειώνουν τα μαθήματα τους μέχρι η ώρα 18.30 κατά τους χειμερινούς μήνες και μέχρι η ώρα 19.30 κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και την Παρασκευή από η ώρα 16.30 με δικαίωμα διανυκτέρευσης μέχρι
την Κυριακή η ώρα 18.30 κατά τους χειμερινούς μήνες και μέχρι η ώρα19.30 κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Την δεύτερη εβδομάδα εφαρμογής του διατάγματος, την Τρίτη όπου θα παραλαμβάνει τα τέκνα από το εκάστοτε σχολείο την ώρα που τελειώνουν τα μαθήματα μέχρι η ώρα 18.30 κατά τους χειμερινούς μήνες και μέχρι η ώρα 19.30 κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, την Πέμπτη όπου θα παραλαμβάνει τα τέκνα από το εκάστοτε σχολείο την ώρα που τελειώνουν τα μαθήματα με διανυκτέρευση μέχρι την Παρασκευή το πρωί όπου θα μεταφέρει τα τέκνα στο σχολείο που φοιτούν.
Η ρύθμιση αυτή θα επαναλαμβάνεται κάθε δεκαπενθήμερο.»
Στο διάταγμα αυτό προβλέπεται και ρύθμιση για τις καλοκαιρινές διακοπές του 2024.
Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί το αίτημα του Καθ’ ου η αίτηση - Αιτητή στην ενδιάμεση αίτηση με ειδοποίηση (στο εξής Αιτητής) ημερομηνίας 5.2.26, για τροποποίηση του πιο πάνω διατάγματος. Αιτείται συγκεκριμένα όπως η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων του ανατεθεί και στους δύο διαδίκους, όπως καθοριστεί ως τόπος διαμονής των ανηλίκων ο εκάστοτε τόπος διαμονής και των δύο των διαδίκων και όπως εκδοθεί διάταγμα σύμφωνα με το οποίο τα ανήλικα θα διαμένουν με κάθε διάδικο τις μισές ημέρες κάθε μήνα. Αιτείται περαιτέρω όπως τροποποιηθεί ο τόπος και η ώρα παραλαβής και παράδοσης των ανηλίκων.
Η Αιτήτρια - Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα (στο εξής η Καθ’ ης η αίτηση), αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση. Ακολούθως και μετά από άδεια του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρισε συμπληρωματική ένορκο δήλωση.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 (3) του Ν.216/90, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του (βλ. Γ.Δ. v. Α.Β. Έφεση αρ.1/2022 και 2/2022, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 20221). Συνεπώς στις 11.6.26 πραγματοποιήθηκε κατ’ ιδίαν συνέντευξη του ανήλικου Ειρ. Η ηλικία της Μ., δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να έχει προσωπική συνέντευξη με αυτήν.
Οι λόγοι ένστασης που προβάλει η Καθ’ ης η Αίτηση συνοψίζονται σε θέσεις όπως ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς καθαρά τα χέρια. Επίσης, ότι δεν έχουν προκύψει αλλαγές και/ή νέα δεδομένα αναφορικά με τους διάδικους και/ή τα ανήλικα τέκνα τους που να αιτιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου στο υφιστάμενο διάταγμα Γονικής Μέριμνας, η αίτηση επιζητεί την έκδοση διαταγμάτων τα οποία είναι δραστικά σε σημείο που δεν αιτιολογείται η έκδοση τους στο παρόν στάδιο, η αίτηση είναι κακόπιστη και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της κυρίως διαδικασίας και τέλος ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και των ανηλίκων.
Ο Αιτητής, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του αναφέρει ότι από τη γέννηση των δύο ανηλίκων τέκνων του, είχε ενεργό, καθημερινή και ουσιαστική συμμετοχή στη φροντίδα τους, αναλαμβάνοντας κατά κύριο λόγο την πρωινή τους φροντίδα, προσαρμόζοντας μάλιστα το επαγγελματικό του πρόγραμμα προς τούτο. Αυτό κατά την κρίση του θεμελιώνει την ικανότητα του για ισότιμη άσκηση γονικής μέριμνας, από κοινού φύλαξη και φροντίδα των παιδιών, καθώς και καθορισμό εναλλάξ τόπου διαμονής τους.
Ως προς το ισχύον καθεστώς επικοινωνίας, εξηγεί ότι από 1.7.24 η επαφή του με τα παιδιά περιορίζεται κυρίως σε ημερήσια φροντίδα, κάθε δεύτερη ημέρα και σε έξι διανυκτερεύσεις μηνιαίως, γεγονός που, κατά τον ίδιο, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη σταθερής καθημερινής συμβίωσης και κοινής ρουτίνας.
Υποστηρίζει ότι η έλλειψη συνεχόμενων περιόδων επικοινωνίας δημιουργεί στα ανήλικα αίσθημα προσωρινότητας και άγχους αποχωρισμού, επικαλούμενος σχετικές εκφράσεις του ανήλικου Ειρ. περί επιθυμίας του να περνά περισσότερο χρόνο μαζί του συμπεριλαμβανομένων και διανυκτερεύσεων.
Ισχυρίζεται επίσης ότι η έλλειψη σαφούς ρύθμισης ως προς τις ώρες παραλαβής και παράδοσης των παιδιών κατά τις σχολικές αργίες, έχει προκαλέσει επαναλαμβανόμενες εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ των διαδίκων και εμπλοκή τρίτων, περιλαμβανομένων σχολικών αρχών και της Αστυνομίας. Ως παράδειγμα αναφέρει περιστατικό όπου όταν ενημερώθηκε από το σχολείο ότι πρέπει να παραλάβει την ανήλικη Μ., η Καθ’ ης η αίτηση υπέβαλε σχετική αναφορά στην Αστυνομία και έδωσε οδηγίες στην διευθύντρια του σχολείου να μην του επιστρέψει να την παραλάβει.
Περαιτέρω, ο Αιτητής αναφέρεται σε περιστατικό κατά το οποίο περί τις 29.11.24, ο ανήλικος Ειρ. παρουσίασε πονόλαιμο και πυρετό κατά τη διάρκεια της νύχτας και ακύρωσε την πρωινή του εργασία ώστε να παραμείνει μαζί του και να παρακολουθεί την κατάστασή του. Το πρωί ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι ο ανήλικος ήταν άρρωστος και ότι θα ήταν προτιμότερο να μην μετακινηθεί μέχρι να ξυπνήσει. Παρά ταύτα, η Αιτήτρια μετέβη στην οικία του και απαίτησε την άμεση παράδοσή του ανηλίκου, ενώ κοιμόταν και βρισκόταν σε εμφανή αδυναμία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η Αιτήτρια ακολούθως προέβη σε αναφορά στην Αστυνομία αναφορικά με τον χρόνο παράδοσης του παιδιού.
Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, επιστολή του δικηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 12.9.24 και ως Τεκμήριο 2, δέσμη εγγράφων που αποτελούν την αλληλογραφία των δικηγόρων και των διαδίκων αναφορικά με ζητήματα γονικής μέριμνας για την περίοδο 28.11.2024 έως 03.12.2024.
Καταληκτικά, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι τα προσωρινά διατάγματα ως ισχύουν σήμερα δεν εξυπηρετούν το συμφέρον των παιδιών εφόσον προκαλούνται εντάσεις και ο χρόνος που περνά με αυτά είναι αποσπασματικός. Κατά την κρίση του και δεδομένης της μέχρι σήμερα ουσιαστικής εμπλοκής και των δύο διαδίκων στη ζωή των παιδιών, η ισότιμη άσκηση γονικής μέριμνας και η εναλλάξ διαμονή συνιστούν τη ρύθμιση που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον τους.
Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα, ως ισχύει σήμερα, είναι ικανοποιητικό και επαρκές, χωρίς να έχουν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς τα γεγονότα ή οι συνθήκες ώστε να δικαιολογείται τροποποίηση του. Κατά την κρίση της δε, συντρέχουν σοβαροί λόγοι που συνηγορούν υπέρ του περιορισμού του ισχύοντος προγράμματος επικοινωνίας, ιδιαίτερα εν αναμονή της ψυχολογικής αξιολόγησης όλων των εμπλεκομένων από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και της ετοιμασίας έκθεσης από Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας.
Υποστηρίζει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει σημαντική αναστάτωση στην καθημερινότητα, τη σχολική και εξωσχολική ζωή των ανηλίκων, καθώς και στην ψυχολογική τους κατάσταση. Και ότι ο Αιτητής επιδιώκει ουσιώδεις και δραστικές αλλαγές σε προσωρινό στάδιο, ζητήματα τα οποία, θα πρέπει να κριθούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.
Αρνείται ότι ο κύριος φροντιστής των ανηλίκων στο παρελθόν ήταν ο Καθ’ ου η αίτηση και ισχυρίζεται ότι ανέκαθεν είχε την ευθύνη φροντίδας, απασχόλησης και διαπαιδαγώγησης τους ακόμα και τις ώρες που ο Αιτητής ήταν στο σπίτι, εφόσον περνούσε πολύ χρόνο απομονωμένος στο υπνοδωμάτιο ή στον καναπέ. Υπολογίζει ότι οι ώρες που περνούσε μόνος του ο Αιτητής με τα ανήλικα δεν ξεπερνούσαν τις 20 εβδομαδιαίως. Επισημαίνει περαιτέρω ότι εκείνο το διάστημα ο Αιτητής προέβαινε σε χρήση ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα να μην είναι συγκεντρωμένος και ουσιαστικά παρών στη ζωή των ανηλίκων.
Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι από τον Ιανουάριο 2024 μέχρι σήμερα ο χρόνος επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα έχει αυξηθεί σε σχέση με την προ της διάστασης περίοδο, ισχυριζόμενη ότι η εξέλιξη αυτή έχει επιφέρει αρνητικές συνέπειες στη σωματική και ψυχολογική υγεία των παιδιών, καθώς και σε ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση, την ασφάλεια, την κοινωνικοποίηση και τη διαπαιδαγώγησή τους. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της αναφέρεται σε διάφορα περιστατικά όπως για παράδειγμα ότι οι πλείστες παραδόσεις και παραλαβές των παιδιών συνοδεύονται από εντάσεις και λεκτικές αντιπαραθέσεις στην παρουσία των παιδιών, τις οποίες αποδίδει στον Αιτητή και στη μητέρα του. Επικαλείται επίσης συγκεκριμένο περιστατικό οχλαγωγίας και εξύβρισης κατά την παραλαβή των παιδιών, για το οποίο έχει υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία και αναφέρει ότι εκκρεμεί ποινική διαδικασία εναντίον του Αιτητή (υπ’ αρ. 11003/25). Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Αιτητής και η μητέρα του έχουν καταγγείλει επανειλημμένα την ίδια στην Αστυνομία και στο Γραφείο Ευημερίας με ψεύτικους ισχυρισμούς, χωρίς ωστόσο να έχουν προκύψει αντίστοιχες διώξεις εναντίον της.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής και μέλη της οικογένειάς του διώκονται ποινικά για περιστατικά που αφορούν σοβαρό περιστατικό που έλαβε χώρα στην οικία της μητέρας της (υπ’ αρ. 384/24), καθώς και για κατηγορίες ενδοοικογενειακής βίας (υπ’ αρ. 126/26), τις οποίες συνδέει με τη συνολική εικόνα της οικογενειακής διαμάχης.
Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν τηρεί τις προβλεπόμενες από το ισχύον διάταγμα ώρες παράδοσης, με αποτέλεσμα να παραδίδει τα ανήλικα με καθυστέρηση 15 – 35 λεπτών, είτε επειδή προσέρχεται καθυστερημένα, είτε επειδή παρατείνει αδικαιολόγητα τη διαδικασία παράδοσης των παιδιών έξω από την οικία της. Κατά την κρίση της, η πρακτική αυτή δημιουργεί συναισθηματική αναστάτωση στα ανήλικα και διαταράσσει την καθημερινή τους ρουτίνα, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων, της μελέτης και της προετοιμασίας για το σχολείο. Σχετικό όπως ανέφερε είναι το Τεκμήριο 2 που κατέθεσε, ήτοι απεικονίσεις συνομιλίας των διαδίκων σε διάφορες περιπτώσεις που ο Αιτητής καθυστέρησε να παραδώσει τα ανήλικα.
Η Καθ’ ης η αίτηση, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής έχει προβεί σε επανειλημμένες αβάσιμες καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένης καταγγελίας που αφορά τον πατέρα της σχετικά με περιστατικό βίας εις βάρος του ανήλικου Ειρ. Παρά το ότι από τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε εύρημα εις βάρος του, ο Αιτητής εξακολουθεί να αναφέρεται στο περιστατικό ενώπιον του παιδιού, γεγονός επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογική του κατάσταση. Επιπρόσθετα, αποδίδει στον Αιτητή και στο οικογενειακό του περιβάλλον στάση που, κατά την ίδια, ενθαρρύνει και ενισχύει τις πιο πάνω συμπεριφορές.
Η Καθ’ ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται εκτενώς στη φροντίδα των ανηλίκων μετά τη διάσταση των διαδίκων, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του Αιτητή κατά την άσκηση της επικοινωνίας εγείρει σοβαρά ζητήματα υγείας, ασφάλειας, εκπαίδευσης και γενικότερης καθημερινής φροντίδας των ανηλίκων. Αναφέρεται σε συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως ότι ο Αιτητής δεν τηρεί τις οδηγίες της παιδιάτρου, δεν χορηγεί ορθά ή και καθόλου τη φαρμακευτική αγωγή των ανηλίκων, με αποτέλεσμα να της παραδίδονται με επιδεινωμένη κατάσταση υγείας, δεν φροντίζει για τη στοματική τους υγεία, δεν εντοπίζει θέματα υγείας στο χρόνο επικοινωνίας του και προβαίνει σε λανθασμένες διαγνώσεις. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της κατέθεσε ως τεκμήριο 3, σχετικά αποδεικτικά.
Σε σχέση με θέματα ασφάλειας, αναφέρει ότι τα ανήλικα παρουσιάζουν συχνά ατυχήματα κατά τον χρόνο που βρίσκονται με τον Αιτητή, γεγονός που αποδίδει σε ελλιπή επίβλεψη.
Ως προς τα θέματα εκπαίδευσης, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν διατηρεί ουσιαστική επικοινωνία με το σχολείο, δεν συμμετέχει ενεργά σε σχολικές εκδηλώσεις ή ενημερώσεις και δεν παρακολουθεί την ακαδημαϊκή πρόοδο και τις υποχρεώσεις των παιδιών. Δεν ασχολείται με την κατ’ οίκον εργασία των παιδιών και κάποιες φορές τα παραδίδει στο σχολείο με καθυστέρηση. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5, αντίγραφο επικοινωνίας των διαδίκων, όπου κατά τους ισχυρισμούς της ο Αιτητής παραδέχεται ότι δεν πήρε τον ανήλικο Ειρ, στο σχολείο και αποδεικτικά καθυστερημένων παραδόσεων και παραλαβών των παιδιών πριν την καθορισμένη ώρα. Μεταξύ άλλων αναφέρει επίσης ότι ο Αιτητής εμπόδισε την ομαλή ένταξη της Μ. στο σχολείο, ενώ κατά το σχολικό έτος 2024-2025 προκάλεσε παρέμβαση των δικηγόρων τους καθότι σχόλανε την ανήλικη Μ. αυθαίρετα μη σεβόμενος το πρόγραμμα και την ανάγκη ρουτίνας, με αποτέλεσμα να χάνει τον μεσημεριανό της ύπνο.
Αναφορικά με τις απογευματινές δραστηριότητες των παιδιών, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συχνά δεν τηρεί το πρόγραμμα και προβάλλει εμπόδια στη συμμετοχή τους, παραλείπει τη μεταφορά τους σε συμφωνημένες δραστηριότητες, δεν επικοινωνεί αποτελεσματικά με τις δασκάλες και δημιουργεί μπερδέματα στις πληρωμές.
Είναι η θέση της περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην κοινωνικοποίηση των παιδιών, καθώς δεν τα μεταφέρει σε παιδικά πάρτι, ούτε διατηρεί επαφή με το φιλικό και σχολικό τους περιβάλλον.
Υποστηρίζει ότι τα ανήλικα βιώνουν άγχος αποχωρισμού και είναι προσκολλημένα στο πρόσωπο της, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις όπου έδειξαν απροθυμία να ακολουθήσουν τον Αιτητή είτε ζητούσαν να επιστρέψουν κοντά της νωρίτερα. Ο δε Αιτητής έκανε έντονη σκηνή στην παρουσία τους και ακολούθως μετέβη στην Αστυνομία με την ανήλικο Ειρ. για να την καταγγείλει.
Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής παρεμποδίζει τη δική της τηλεφωνική ή διαδικτυακή επικοινωνία με τα παιδιά όταν αυτά βρίσκονται μαζί του, ενώ η ίδια, ενθαρρύνει τη διατήρηση της σχέσης των παιδιών με τον πατέρα τους, παρά το γεγονός ότι τα παιδιά αρνούνται ή εκφράζουν απροθυμία να επικοινωνήσουν μαζί του.
Απορρίπτει ως ψευδείς τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με περιστατικά εμπλοκής του σχολείου και της Αστυνομίας, αποδίδοντας τις σχετικές δυσκολίες σε δική του αυθαίρετη και επιλεκτική εφαρμογή του ισχύοντος διατάγματος επικοινωνίας.
Αναφέρει εκτενώς τη δική της εκδοχή για το περιστατικό ημερομηνίας 29.11.24 όπου ο ανήλικος Ειρ, δεν πήγε στο σχολείο λόγω ασθένειας, ως ο Αιτητής ισχυρίστηκε, καταλήγοντας στο ότι κανένα από τα ανήλικα δεν ήταν άρρωστο και ότι ο Αιτητής απλά τα άφησε στο σπίτι για να παρακολουθήσουν κινούμενα σχέδια. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7, αποδεικτικά αδικαιολόγητης απουσίας των παιδιών από το σχολείο κατά τις ημέρες που ήταν με τον Αιτητή.
Είναι η θέση της ότι το υφιστάμενο πρόγραμμα επικοινωνίας είναι επαρκές και εφόσον τηρείται ορθά, μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος των παιδιών, το συμφέρον των οποίων εξυπηρετείται από ένα ήρεμο και σταθερό περιβάλλον ανάπτυξης. Αντίθετα, οποιαδήποτε αλλαγή στο παρόν στάδιο, λαμβάνοντας υπόψιν τους χειρισμούς και τη συμπεριφορά του Αιτητή, κατά την κρίση της μόνο προβλήματα θα δημιουργούσε.
Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η υφιστάμενη προσωρινή ρύθμιση εφαρμόζεται ήδη για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών και ότι, μολονότι αναγνωρίζει τον ουσιαστικό του ρόλο στη ζωή των ανηλίκων, καθόσον αυτά βρίσκονται μαζί του κατά το ήμισυ των απογευμάτων τους, οι διανυκτερεύσεις περιορίζονται σε μόλις έξι (6) μηνιαίως. Κατά τον ισχυρισμό του, η ρύθμιση αυτή δεν του επιτρέπει να συμμετέχει ουσιαστικά στις πρωινές ρουτίνες των ανηλίκων ούτε, κατ' επέκταση, στη συνολική καθημερινότητά τους.
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση σχετικά με θέματα υγείας, φαρμακευτικής αγωγής και εμβολιασμών, υποστηρίζοντας ότι πάντοτε τηρούσε τις ιατρικές οδηγίες και φρόντιζε για την υγεία και ασφάλεια των ανηλίκων. Αρνείται οποιαδήποτε χρήση παράνομων ουσιών και ισχυρίζεται ότι έχει υποβληθεί επανειλημμένα σε τοξικολογικούς ελέγχους με αρνητικά αποτελέσματα (Τεκμήριο Β – τοξικολογικά τεστ), δηλώνει δε την προθυμία του να υποβληθεί εκ νέου σε σχετικό έλεγχο εάν του ζητηθεί.
Υποστηρίζει περαιτέρω ότι ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε εύρημα ή αξιολόγηση από αρμόδια αρχή που να δικαιολογεί περιορισμό της επικοινωνίας ή των διανυκτερεύσεών του με τα ανήλικα και ότι οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση σχετικά με ζητήματα υγείας, σχολείου και καθημερινής φροντίδας είναι ανακριβείς ή αποσπασματικοί.
Αναφέρεται στο ισχυριζόμενο περιστατικό άσκησης βίας από τον πατέρα της Καθ’ ης η αίτηση στον ανήλικο Ειρ., υποστηρίζοντας ότι ενήργησε με βάση τα όσα του ανέφερε ο ανήλικος με γνώμονα την προστασία του παιδιού.
Εμμένει στην θέση του ότι τα ανήλικα εκφράζουν επανειλημμένα την επιθυμία να παραμένουν περισσότερο χρόνο μαζί του και να διανυκτερεύουν στην οικία του, ενώ αρνείται ότι έχουν εκφράσει φόβο ή άρνηση αναφορικά με τις διανυκτερεύσεις. Εξηγεί ότι οι εξωσχολικές δραστηριότητες του Ειρ. περιορίζουν σημαντικά τον διαθέσιμο ποιοτικό χρόνο επικοινωνίας μαζί του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος συναινεί και συμβάλλει στη μεταφορά και παρακολούθηση τους.
Καταληκτικά, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη ρύθμιση εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον των παιδιών, καθώς παρέχει μεγαλύτερη σταθερότητα, ουσιαστική και ισόρροπη συμμετοχή των διαδίκων στην καθημερινότητα τους.
Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών. Μελέτησα την εξεταζόμενη αίτηση και την ένσταση, το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους ο Αιτητής και ο συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση.
Κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί κατ’ αρχάς ο πρώτος λόγος ένστασης, εφόσον τυχόν επιτυχία αυτού, σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αίτησης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση με αναφορά σε νομολογία, υποστηρίζει ότι η αίτηση πάσχει ως προς τη νομική της βάση, καθότι δεν περιλαμβάνει το άρθρο 20 του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν.216/90. Κατά την κρίση του, η παράλειψη αυτή καθιστά τη διαδικασία νομικά ελαττωματική και επιβάλλει την απόρριψη της αίτησης.
Ο Αιτητής στην αγόρευση του παρέλειψε να αναφερθεί ή να απαντήσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Επισημαίνεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε το έτος 2024, όπου εφαρμογή έχουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Το Μέρος 23 των Κανονισμών διέπει τις αιτήσεις έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Μέρος 23.4(1)(β) των Κανονισμών, κάθε αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή το συγκεκριμένο κανονισμό επί των οποίων στηρίζεται.
Έχω διεξέλθει της νομικής βάσης της αίτησης και διαπιστώνω ότι από αυτή απουσιάζει το άρθρο 20 του Ν. 216/90, το οποίο περιέχει το κύριο και ουσιαστικό δικονομικό πλαίσιο και περικλείει τη γενική εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου να τροποποιεί προηγούμενη απόφαση του που αφορά τη γονική μέριμνα ανηλίκου σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι τα άρθρα του Νόμου 216/90 που περιλαμβάνονται στη νομική βάση δεν αφορούν θέματα γονικής μέριμνας, αλλά διατροφής.
Η παράλειψη συμπερίληψης του άρθρου 20 του N.219/90 δεν αποτελεί απλή παρατυπία ή θεραπεύσιμο διαδικαστικό σφάλμα, αλλά αφορά την απουσία της ουσιώδους νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στο Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση ενός διατάγματος γονική μέριμνας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση συμπεριέλαβε στους λόγους ένστασης της το συγκεκριμένο ζήτημα, ο Αιτητής ουδέποτε επιδίωξε να θεραπεύσει την παράλειψη αυτή.
Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Zurab Jincharadze v CBR Capital Ltd Π.Ε. 39/2019 ημερομηνίας 12/09/2024, το Εφετείο αντιμετώπισε ανάλογο ζήτημα και έκρινε ότι η παράλειψη συμπερίληψης της ουσιώδους δικονομικής διάταξης που παρέχει την εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθιστά την αίτηση ελαττωματική και οδηγεί στην απόρριψή της. Παραθέτω το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους ουσιαστικής ένστασης, θα πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ένστασης 1, 5 και 6 σύμφωνα με τους οποίους η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη, έχει λανθασμένη νομική βάση και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο πυρήνας των λόγων αυτών συνδέεται με το γεγονός ότι ελλείπει από την αίτηση η νομική βάση που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα τροποποίησης και ειδικότερα το Μέρος 18 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας o οποίος διέπει τις τροποποιήσεις στα δικόγραφα. Ελλείπει επίσης από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης ο Κανονισμός 3.8 που αντιστοιχεί στη Διαταγή 64 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να θεραπεύσει την παρατυπία στο πλαίσιο των εξουσιών του σε σχέση με τη διαχείριση υποθέσεων και να διορθώνει θέματα που αφορούν την ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος.
Υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία καθορίζει ότι ο καθορισμός του νομικού βάθρου αφορά στα άρθρα που το στοιχειοθετούν. Αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παλαιάς Δ.48 θ.1 όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Παραπέμπουμε σχετικά στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1Α.Α.Δ. 965 και Kouppa v. Vassiliades (1981) 1 J.S.C.120. Στην υπόθεση Φλουρέντζου Γιαννάκης και Άλλη ν. Cashgrove Betting Ltd και Άλλων (2007) 1 Α.Α.Δ. 393, έχει υπογραμμιστεί η αρχή ότι μία ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Εάν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Συμπληρώνουμε ότι η ανάγκη παράθεσης συγκεκριμένης πρόνοιας στην οποία στηρίζεται μια αίτηση προκύπτει και από το γράμμα των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 (Μέρος 23.4(1)(β) και (6)).
Είναι φανερό ότι πέραν της τροποποίησης του τίτλου ως αιτείται ο αιτητής, θα πρέπει να τροποποιηθεί και το περιεχόμενο της έφεσης για να αντικατοπτρίζει την αλλαγή που επιδιώκει ο αιτητής και να εξηγείται η ιδιότητα του, κάτι που δεν ζητείται με την αίτηση.
Επομένως, με το δεδομένο ότι ελλείπει από τη νομική βάση της αίτησης η ουσιαστική πρόνοια που επιτρέπει στο Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει τροποποίηση δικογράφων, η αίτηση δεν έχει στηριχτεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως ο λόγος αυτός είναι αρκετός για την απόρριψη της.»
Υπό το φως των πιο πάνω, η μη συμπερίληψη του συγκεκριμένου άρθρου στη νομική βάση της αίτησης, άρθρου που προσδιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί ένα διάταγμα, συνιστά θεμελιώδη και ουσιώδη παράλειψη, με αποτέλεσμα η αίτηση να στερείται εγκυρότητας, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της.
Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, κρίνω σκόπιμο να προβώ και στις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Στην παρούσα διαδικασία όπου επιζητείται τροποποίηση προσωρινού διατάγματος, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32 (2) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προβλέπει ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32(1) δύναται, οποτεδήποτε, να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδεικνύεται εύλογη αιτία.
Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κάτω από το αρ. 32(2) του Ν.14/60 να ακυρώσει ή να τροποποιήσει το διάταγμα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, εφόσον ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Το βάρος απόδειξης της εύλογης αιτίας για ακύρωση ή τροποποίηση του του παρεμπίπτοντος διατάγματος φέρει ο εκάστοτε Αιτητής.
Στις υποθέσεις ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. v. Lasala κ.ά. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 162, υποδείχθηκε ότι οι εφεσείοντες διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία μετά την λήξη της συναινετικής διευθέτησης.
Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012, αναγνωρίστηκε ότι η ενδιάμεση θεραπεία «παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.»
Το τι συνιστά εύλογη αιτία σε κάθε περίπτωση, είναι ζήτημα που συναρτάται άμεσα με τα γεγονότα και την φύση της κάθε υπόθεσης. Εφόσον πρόκειται για τροποποίηση διατάγματος γονικής μέριμνας, αυτή πρέπει να σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος ή δεν ήρθαν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του, ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση ή ακύρωση του. Αναφορικά με την μεταβολή των συνθηκών σχετικές είναι οι αποφάσεις Economou v. Economou 1981 I CLR 48 και Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1993) 1 ΑΑΔ195.
Περαιτέρω το άρθρο 20 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/1990) προνοεί ότι:
«Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το Δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση του ενός ή και των δύο γονέων ή του Διευθυντή να προσαρμόσει την απόφαση του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή τροποποιώντας την».
Η πιο πάνω διάταξη καθορίζει ως αναγκαία προϋπόθεση τροποποίησης ή ανάκλησης της απόφασης του την μεταβολή των συνθηκών επί των οποίων είχε εκδοθεί.
Όταν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα τροποποίησης υφιστάμενου διατάγματος, αφετηρία της εξέτασης αποτελεί η παραδοχή ότι το διάταγμα, κατά τον χρόνο έκδοσής του, ήταν το ενδεδειγμένο υπό τις τότε επικρατούσες περιστάσεις. Η προσέγγιση αυτή απορρέει από τη νομοθετική προϋπόθεση της μεταβολής των συνθηκών ως αναγκαίου ερείσματος για την τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος. Μόνον υπό το πρίσμα ουσιώδους μεταβολής των περιστάσεων μπορεί να δικαιολογηθεί η επέμβαση του Δικαστηρίου σε διάταγμα που είχε προηγουμένως εκδώσει. (Βλ. σχετικά Γ.Ν. ν. Μ.Μ.Χ., Έφεση αρ. 44/2022, ημερ. 1.6.2023.)
Το άρθρο 6 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90) προνοεί ότι:
«(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.
(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.»
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, οι υποθέσεις γονικής μέριμνας έχουν χαρακτήρα εξεταστικό, δεν ενέχουν το στοιχείο αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων και ο τελικός σκοπός των διαδικασιών αυτών είναι η προστασία και η εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου (βλ. Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2001) ΑΑΔ 1108, Ιωαννίδη κ.ά. ν. Ιωαννίδου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1446, Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1(Γ) ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους ν. Τσεσμενόγλου (2006) 1(Β) ΑΑΔ 1153). Έτσι, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει στο πώς το συμφέρον του τέκνου θα εξυπηρετηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ως συμφέρον εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον που αφορά πρώτιστα τον ανήλικο. Σχετική είναι η απόφαση Διευθυντής Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας v. Ντούμα (2001) 1 Α.Α.Δ. 1911.
Ο Αιτητής ήδη ασκεί δικαίωμα επικοινωνίας με βάση προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 4.6.24, το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου. Ό,τι επιζητεί με την παρούσα αίτηση είναι τη ριζική τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος με την ανάθεση της φύλαξης και φροντίδας των ανηλίκων από κοινού στους διαδίκους. Δεν επιδιώκεται απλή διαφοροποίηση επιμέρους πτυχών της επικοινωνίας αλλά ουσιαστική αναμόρφωση του υφιστάμενου καθεστώτος, ώστε να επέλθει ίση κατανομή του χρόνου των ανηλίκων μεταξύ των δύο γονέων, με σημαντική αύξηση των διανυκτερεύσεων και ανάθεση της καθημερινής τους φροντίδας σε αμφότερους.
Το αρχικό προσωρινό διάταγμα ρύθμιζε το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα, με βασικό γνώμονα την αποφυγή αποξένωσης του και την διατήρηση συχνής επικοινωνίας με αυτά. Με το τροποιητικό διάταγμα ημερομηνίας 4.6.2024, το δικαίωμα του Αιτητή διευρύνθηκε με σκοπό και πάλι να συνεχίσει να αποτελεί μέρος της ζωής των παιδιών και να συμμετέχει στην καθημερινότητα τους, μέχρι και την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Ήταν δε προβλέψιμο ότι θα μεσολαβούσε κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της εναρκτήριας αίτησης, ιδίως ενόψει της ανάγκης ετοιμασίας έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας και αξιολόγησης των εμπλεκομένων από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Ως εκ τούτου, η πάροδος του χρόνου, αφ' εαυτής, δεν συνιστά μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 20 του Ν.216/90.
Η έντονη διαφωνία των διαδίκων για το κάθε τι που αφορά τα ανήλικα αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι ισχυρισμοί τους στη βάση των οποίων ο κάθε ένας επιρρίπτει στον άλλο επιλήψιμη συμπεριφορά σε σχέση με τα ανήλικα, δεικνύουν ότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν για το παραμικρό σε ότι τα αφορά. Χρειάστηκε η καταχώριση αίτησης στο Δικαστήριο για να συμφωνήσουν για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα εγγραφούν τα ανήλικα και η επαναλαμβανόμενη βοήθεια του Δικαστηρίου με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για τη ρύθμιση συγκεκριμένων περιόδων διακοπών. Αν οι διάδικοι συμφωνούν σε ένα πράγμα, είναι ότι υπάρχουν συνεχείς συγκρούσεις και προστριβές μεταξύ τους αλλά και με άλλα μέλη της οικογένειας τους. Διαφορές οι οποίες θα επιλυθούν όπως φαίνεται από τα ποινικά Δικαστήρια. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν το ιδιαίτερα συγκρουσιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να ασκήσουν από κοινού τη γονική μέριμνα των παιδιών τους.
Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν κατέδειξε οποιαδήποτε ουσιώδη μεταβολή των περιστάσεων ή άλλη εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την εκ βάθρων τροποποίηση του ισχύοντος προσωρινού διατάγματος. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφορά στις συνεχείς συγκρούσεις και διαφωνίες των διαδίκων, τις οποίες αποδίδει στις ρυθμίσεις του προσωρινού διατάγματος και στην προσωπική του θέση ότι ο χρόνος επικοινωνίας που του παραχωρείται δεν είναι επαρκής. Τα ζητήματα αυτά, ακόμη και αν θεωρηθούν δεδομένα, δεν συνιστούν αφ' εαυτών μεταβολή των συνθηκών υπό την έννοια του άρθρου 20 του Ν.216/90, ούτε εύλογη αιτία κατά το άρθρο 32(2) του Κεφ. 14.
Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία αποκλειστικά και μόνο υπό το πρίσμα έκδοσης ή όχι ενός τροποποιητικού διατάγματος, και δεν δύναται να καταλήξει σε οριστικά ευρήματα αξιοπιστίας. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών τους πρέπει να γίνει στα πλαίσια εξέτασης του συνόλου της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, καθώς και της έκθεσης του Λειτουργού Ευημερίας και τις αξιολογήσεις των διαδίκων από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Αυτό δε καθίσταται ακόμα πιο αναγκαίο δεδομένης της ουσιαστικής αναθεώρησης που επιζητείται και της ριζικής μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων.
Με τα δεδομένα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η όποια τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος στο παρόν στάδιο, δεν θα επιλύσει τις διαφορές των διαδίκων, αλλά ενδέχεται να δημιουργήσει νέα πεδία αντιπαράθεσης, πριν ακόμα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι ωστόσο καθήκον τους να εξεύρουν τρόπους καλύτερης επικοινωνίας με κοινή επιδίωξη τον περιορισμό των τραυματικών συνεπειών ενός διαζυγίου στο συναισθηματικό κόσμο των παιδιών τους. Όπως πολύ ορθά αναφέρθηκε στην απόφαση Φ. Κατσούρη v. M. Χατζηνικόλα (2010) 1 Α.Α.Δ, η αντιπαράθεση των γονέων και η αντιπαλότητα τους μέσα από δικαστικές διαδικασίες αντιστρατεύεται στα συμφέροντα και την ευημερία των ανηλίκων τέκνων τους.
Καταλήγω συνεπώς, ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε την ύπαρξη εύλογης αιτίας, κατά την έννοια του άρθρου 32(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου, ούτε ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, κατά την έννοια του άρθρου 20 του Ν.216/90, που να δικαιολογούν την ουσιώδη τροποποίηση του υφιστάμενου προσωρινού διατάγματος. Συνεπώς, η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει ούτε επί της ουσίας.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον ανήλικο Ειρ. σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 216/90. Από την προσωπική αυτή επαφή σχηματίστηκε η εικόνα ενός ιδιαίτερα ευγενικού, πρόσχαρου και ώριμου παιδιού για την ηλικία του. Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί από τη συζήτηση μας, είναι ο ενθουσιασμός με τον οποίο μου περιέγραψε τα παιχνίδια που παίζει με τον πατέρα του, τις κοινές τους δραστηριότητες και τις εμπειρίες που μοιράζονται. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις καλοκαιρινές διακοπές που πέρασε μαζί του σε κατασκηνωτικό χώρο, τις οποίες περιέγραψε με ιδιαίτερη χαρά και ζωντάνια. Από τις τοποθετήσεις του διαφάνηκε η γνήσια αγάπη και ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός που διατηρεί με τον πατέρα του, καθώς και η ειλικρινής επιθυμία του να επαναλάβει αντίστοιχες καλοκαιρινές διακοπές φέτος. Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία του μήπως υπάρξουν δυσκολίες ως προς την πραγματοποίηση των διακοπών αυτών.
Από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι οι διάδικοι στο παρελθόν ζητούσαν την έκδοση διαταγμάτων που να ρυθμίζουν συγκεκριμένες περιόδους διακοπών. Διαπιστώνω επίσης ότι, στο υφιστάμενο διάταγμα δεν υπάρχει ρύθμιση για τις καλοκαιρινές διακοπές. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, οι δύο πλευρές αναγνωρίσαν την αναγκαιότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος που να ρυθμίζει τις ημέρες που ο κάθε διάδικος θα έχει δικαίωμα καλοκαιρινών διακοπών με τα ανήλικα. Ωστόσο παρά τις σχετικές προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατό να καταλήξουν ως προς τις συγκεκριμένες ημερομηνίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 17Β του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν.23/90 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ακόμα και αυτεπαγγέλτως να εκδίδει προσωρινά διατάγματα με σκοπό τη ρύθμιση ζητημάτων που άπτονται, μεταξύ άλλων, της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους.
Έχοντας πάντοτε ως πρωταρχικό γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων, το οποίο αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα σε κάθε απόφαση που αφορά ζητήματα γονικής μέριμνας, (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1108) και λαμβάνοντας υπόψιν τόσο την ανάγκη διατήρησης και ενίσχυσης του ουσιαστικού δεσμού των ανηλίκων με τον πατέρα τους όσο και την ανάγκη αποφυγής νέων δικαστικών διαδικασιών για ζήτημα επί του οποίου οι διάδικοι αδυνατούν να συμφωνήσουν, κρίνω ότι συντρέχει λόγος αυτεπάγγελτης παρέμβασης του Δικαστηρίου προς ρύθμιση της επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του έτους 2026.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω, στο πλαίσιο πάντοτε της συνολικής αξιολόγησης όλων των περιστάσεων, και στην επιθυμία που εξέφρασε ο ανήλικος Ειρ. να περάσει μέρος των καλοκαιρινών του διακοπών με τον πατέρα του, επιθυμία η οποία συνάδει με τη διατήρηση και ενίσχυση της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 17Β του Ν.23/90 και εκδίδει αυτεπαγγέλτως το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα:
Εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, με το οποίο ο Αιτητής θα ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του κατά τις καλοκαιρινές διακοπές του έτους 2026 ως ακολούθως:
1. Από 28 Ιουλίου η ώρα 10.00 μέχρι 2 Αυγούστου η ώρα 20.00 και από 25 Αυγούστου η ώρα 10.00 μέχρι 30 Αυγούστου η ώρα 20.00.
2. Νοείται ότι αντίστοιχο δικαίωμα καλοκαιρινών διακοπών θα έχει και η Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα από 22 Ιουλίου μέχρι 27 Ιουλίου και από 19 Αυγούστου μέχρι 24 Αυγούστου.
3. Νοείται ότι κατά τις πιο πάνω περιόδους που η Αιτήτρια - Καθ’ ης η αίτηση θα έχει δικαίωμα επικοινωνίας, το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση - Αιτητή αναφορικά με τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα για εκείνη την περίοδο θα αναστέλλεται.
Η Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα, ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ να παραδίδει στον και να παραλαμβάνει από τον Καθ’ ου η αίτηση - Αιτητή στην παρούσα, στον τόπο διαμονής της τα ανήλικα τέκνα της τις ημέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Ο Καθ’ ου η αίτηση - Αιτητής στην παρούσα, ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ να παραλαμβάνει από και να παραδίδει στην Αιτήτρια - Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα, στον τόπο διαμονής της τα ανήλικα τέκνα του τις ημέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Το πιο πάνω διάταγμα θα ισχύει μέχρι και τις 30.8.26.
Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας - Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή στην παρούσα.
(Υπ.)…………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο