Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 369/25, 13/7/2026
print
Τίτλος:
Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 369/25, 13/7/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.

                                                                                 Αρ. Αίτησης:  369/25i

Μεταξύ:

 

Ν.Μ.

                                                                  Αιτητής

                                              και

 

                                              Ε.Π.

                                                                        Καθ’ης η Αίτηση

 

Ενδιάμεσες αιτήσεις ημερομηνίας 07/11/2025 και 03/03/26

 

Ημερομηνία: 13 Ιουλίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τoν Αιτήτη στην κυρίως και στην ενδιάμεση αίτηση ημερ 07/11/2025/ Καθ’ου η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 03/03/2026: κα Μ. Νικολάου με κ. Αυγουστίνο Τσαρκατζίη για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ης η αίτηση στην κυρίως και στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 07/11/25/ Αιτήτρια στην ανταπαίτηση και στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 03/03/2026: κα Α. Παπαδοπούλου για Ελένη Βραχίμη & Σια Δ.Ε.Π.Ε

 

  

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου τίθενται προς εκδίκαση δύο ενδιάμεσες αιτήσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος διατροφής αναφορικά με τον ανήλικο υιό των διαδίκων, Κ. Ειδικότερα, έκαστος των διαδίκων αξιώνει από τον έτερο συνεισφορά στα έξοδα διατροφής και συντήρησης του ανηλίκου. Ο πατέρας, με αίτηση του ημερομηνίας 07/11/2025, αιτείται την καταβολή από τη μητέρα ποσού ύψους €774 μηνιαίως, ενώ η μητέρα, με αίτηση της ημερομηνίας 03/03/2026, αιτείται την καταβολή από τον πατέρα ποσού ύψους €3.000 μηνιαίως.

 

Δεδομένης της συνάφειας των επίδικων ζητημάτων, οι δύο αιτήσεις εξετάζονται από κοινού. Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, οι διάδικοι θα αναφέρονται εφεξής ως «πατέρας» και «μητέρα» αντιστοίχως.

Έκαστος διάδικος καταχώρισε ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση της άλλης πλευράς καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε εκάστη αίτηση. Η ακρόαση, διεξήχθη με τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Σημειώνεται ότι δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί μια αγόρευση για κάθε πλευρά.

 

Μελέτησα τις εξεταζόμενες αιτήσεις και τις ενστάσεις, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, καθώς και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων.

Αποτελούν παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα ακόλουθα:

 

1.    Οι διάδικοι είναι αμφότεροι Κύπριοι υπήκοοι, Χριστιανοί Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα και μόνιμοι κάτοικοι της επαρχίας Λευκωσίας.

2.    Γνωρίστηκαν κατά ή περί το έτος 2005, ανέπτυξαν σχέση το 2006, και στις 27/05/2017 τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στον Ιερό Ναό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό.

3.    Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Κ, ο οποίος γεννήθηκε στις 22/04/2020 και είναι σήμερα 6 ετών.

4.    Οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από τον Δεκέμβριο του 2024. Η μητέρα και ο ανήλικος εξακολουθούν να διαμένουν στην πρώην συζυγική κατοικία στη Λακατάμια, ενώ ο πατέρας, αρχικά διέμενε στο πατρικό του και ακολούθως από τα μέσα Μαΐου 2025 σε ενοικιαζόμενη κατοικία, καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο €1.200.

5.    Ο ανήλικος Κ. φοιτά στην προδημοτική του Junior School, ιδιωτικού σχολείου για το οποίο τα ετήσια δίδακτρα ανέρχονται στο ποσό των €6.750 (ήτοι €570 μηνιαίως κατά μέσο όρο).

6.    Τα μηνιαία εισοδήματα της μητέρας ανέρχονται στο ποσό των €2.400.

7.    Πριν το Δικαστήριο επιφυλάξει τις ενδιάμεσες αποφάσεις αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν προς το Δικαστήριο ότι δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα διάταγμα γονικής μέριμνας, ούτε οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα. Αμφότεροι οι γονείς διεκδικούν τη φύλαξη του ανηλίκου στο πλαίσιο εκκρεμουσών αιτήσεων.

 

Η πρακτική ρύθμιση επικοινωνίας που εφαρμόζουν οι διάδικοι, χωρίς την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος, έχει ως εξής:

 

Κατά την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα, ο πατέρας έχει τον ανήλικο μαζί του τη Δευτέρα από τις 17:00 μέχρι τις 19:00, την Τετάρτη με διανυκτέρευση μέχρι την Πέμπτη, καθώς και το Σάββατο με διανυκτέρευση μέχρι το απόγευμα της Κυριακής.

Κατά τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα, ο πατέρας έχει τον ανήλικο την Τετάρτη με διανυκτέρευση μέχρι την Πέμπτη, ενώ την Παρασκευή τον παραλαμβάνει μετά το πέρας της λογοθεραπείας του και τον επιστρέφει στη μητέρα το Σάββατο στις 11:00 π.μ.

8.    Δήλωσαν επίσης ότι σε σχέση με τις εξωσχολικές δραστηριότητες και θεραπευτικές ανάγκες του ανηλίκου, ο πατέρας καταβάλλει τα ακόλουθα έξοδα:

-Δίδακτρα ιδιωτικού σχολείου ύψους €570 μηνιαίως.

-Μαθήματα τένις με κόστος €60 μηνιαίως.

-Μαθήματα κολύμβησης, με κόστος €75 μηνιαίως για μία προπόνηση εβδομαδιαίως ή €150 μηνιαίως για δύο προπονήσεις εβδομαδιαίως.

- Μαθήματα καλαθόσφαιρας, με κόστος €60 μηνιαίως.

- Συνεδρίες λογοθεραπείας, με κόστος €55 ανά επίσκεψη.

9.    Η μητέρα καταβάλλει το κόστος των συνεδριών εργοθεραπείας του ανηλίκου, το οποίο ανέρχεται σε €35 ανά επίσκεψη.

Η μητέρα υποστηρίζει ότι ο ανήλικος Κ. διαμένει κυρίως μαζί της και ότι η καθημερινή του φροντίδα, η ανατροφή του, η κάλυψη των καθημερινών του αναγκών και η οργάνωση της σχολικής και εξωσχολικής του ζωής βαρύνουν κατά κύριο λόγο την ίδια.

 

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας της μητέρας είναι ότι οι πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του πατέρα υπερβαίνουν κατά πολύ τα ποσά που ο ίδιος εμφανίζει ως προσωπικό του εισόδημα. Προς τούτο επικαλείται στοιχεία που αφορούν την εταιρεία μέσω της οποίας δραστηριοποιείται επαγγελματικά ο πατέρας, υποστηρίζοντας ότι η υψηλή κερδοφορία της εταιρείας, τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, η καταβολή μερισμάτων, οι αμοιβές που λαμβάνει από αυτήν και ο βαθμός ελέγχου που ασκεί επί των εταιρικών αποφάσεων καταδεικνύουν οικονομική επιφάνεια σαφώς ανώτερη από εκείνη που επιχειρεί να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Υποστηρίζει ότι ο πατέρας προβάλλει ως προσωπικό του εισόδημα ποσό μεταξύ €3.000 και €3.500 μηνιαίως, επιχειρώντας να αποσυνδέσει την προσωπική του οικονομική δυνατότητα από την εταιρεία της οποίας αποτελεί τον αποκλειστικό μέτοχο, διευθυντή και πρόσωπο που ασκεί πλήρη έλεγχο. Η μητέρα επικαλείται τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος 2024, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, προκύπτουν καθαρά κέρδη ύψους €262.422, ταμειακά διαθέσιμα ύψους περίπου €680.000, λήψη μερίσματος από τον πατέρα ύψους €63.000, αμοιβή ύψους €18.000 και πιστωμένο τρεχούμενο λογαριασμό περίπου €60.000. Κατά τη θέση της, τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν πραγματική οικονομική επιφάνεια σαφώς ανώτερη από εκείνη που παρουσιάζει ο πατέρας.

 

Με βάση τα στοιχεία αυτά εισηγείται ότι η αναλογία συνεισφοράς των γονέων θα πρέπει να καθοριστεί σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υπέρ του πατέρα.

 

Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο πατέρας έχει πλήρη δυνατότητα να καθορίζει τις προσωπικές του απολαβές, να αποφασίζει κατά πόσο θα διανέμει ή όχι μερίσματα, να διαχειρίζεται τα εταιρικά κέρδη και να αποκομίζει οικονομικά οφέλη μέσω της εταιρικής του δραστηριότητας. Κατά τη θέση της, η επίκληση της ανεξάρτητης νομικής προσωπικότητας της εταιρείας δεν μπορεί να αποκρύπτει την πραγματική οικονομική δυνατότητα του προσώπου που την ελέγχει πλήρως.

 

Η μητέρα επικαλείται επίσης στοιχεία που αφορούν τον τρόπο ζωής του πατέρα, περιλαμβανομένης της απόκτησης οχήματος Tesla, της προηγούμενης χρήσης Audi Q8, της καταβολής ενοικίου ύψους €1.200 μηνιαίως, της συμμετοχής του σε επαγγελματικά ταξίδια και της ευρύτερης επιχειρηματικής του δραστηριότητας, ως ενδείξεις ότι η πραγματική οικονομική του δυνατότητα υπερβαίνει σημαντικά τα δηλωθέντα εισοδήματα.

 

Αντίθετα, η ίδια αναφέρει ότι εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος, με καθαρές μηνιαίες απολαβές περίπου €2.400, χωρίς οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος ή περιουσιακό όφελος που να της επιτρέπει να καλύψει μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του παιδιού. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι αυτή είναι που επωμίζεται καθημερινά τη φροντίδα του ανηλίκου, αναλαμβάνοντας τη σχολική του καθημερινότητα, τις μετακινήσεις του, τις ιατρικές του ανάγκες, τη διατροφή του και σημαντικό μέρος όλων των λοιπών καθημερινών του εξόδων, ενώ παράλληλα καταβάλλει τις δόσεις του στεγαστικού δανείου και τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας στην οποία διαμένει ο ανήλικος.  

Ως προς τα έξοδα του ανηλίκου, η μητέρα εκτιμά τα μηνιαία έξοδα του Κ. σε €3.279 (πριν να επιφυλαχθεί η απόφαση περιόρισε το κονδύλι για τα δώρα δασκάλων/συμμαθητών από τα €80 στα €35), τα οποία κατανέμει σε δύο κατηγορίες. Στα κοινά έξοδα οικίας (αναλογία ανηλίκου) συμπεριλαμβάνει: σίτιση €500, ρεύμα €20, νερό €40, γκάζι €65, διαδίκτυο/τηλεόραση €60, καθαρίστρια €115, κηπουρό €60, μεταφορικά/βενζίνη €180, ασφάλεια οικίας €30, και έξοδα αυτοκινήτου €44, σύνολο €1.114.

Στα προσωπικά έξοδα του ανήλικου Κ. συμπεριλαμβάνει: δίδακτρα ιδιωτικού σχολείου €570, σχολικές στολές €40, κολύμπι €150, λογοθεραπεία €440, καλαθόσφαιρα €50, τένις €50, εργοθεραπεία €140, ένδυση/υπόδηση €180, ψυχαγωγία €200, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη €35, φαρμακείο €40, γραφική ύλη €20, σχολικά έξοδα €20, δώρα γενεθλίων €60, δώρα δασκάλων/συμμαθητών €35, έξοδα σκύλου €120, κουρέας €15, σύνολο €2.165.     

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται από τη μητέρα στο ζήτημα της φοίτησης του ανηλίκου σε ιδιωτικό σχολείο. Υποστηρίζει ότι η σχετική απόφαση ελήφθη από κοινού κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων, υπό τη ρητή, όμως, προϋπόθεση ότι το κόστος των διδάκτρων θα αναλαμβανόταν από τον πατέρα, δεδομένου ότι η ίδια ουδέποτε διέθετε οικονομική δυνατότητα να επωμισθεί ένα τόσο σημαντικό έξοδο. Κατά τη θέση της, ο πατέρας δεν μπορεί σήμερα να μεταβάλλει μονομερώς την κατανομή αυτής της υποχρέωσης και να αξιώνει από εκείνη συμμετοχή σε δαπάνη την οποία εξαρχής γνώριζε ότι αδυνατούσε να αναλάβει. Προσθέτει ότι ουδέποτε αμφισβήτησε τη σημασία της ιδιωτικής εκπαίδευσης του ανηλίκου ούτε επιδίωξε τη μετακίνησή του σε άλλο σχολείο· η διαφωνία της αφορά αποκλειστικά την οικονομική δυνατότητα συμμετοχής της στο κόστος των διδάκτρων.  

Ως προς τις εξωσχολικές δραστηριότητες και τις θεραπευτικές παρεμβάσεις, η μητέρα αναγνωρίζει ότι ο ανήλικος παρακολουθεί μαθήματα κολύμβησης, αντισφαίρισης, καλαθόσφαιρας, λογοθεραπείας και εργοθεραπείας και ότι οι δραστηριότητες αυτές εξυπηρετούν την ανάπτυξη και την ευημερία του. Υποστηρίζει, όμως, ότι πολλές από τις αποφάσεις που συνεπάγονται αυξημένο οικονομικό κόστος λήφθηκαν μονομερώς από τον πατέρα, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ή συναπόφαση, ο οποίος στη συνέχεια επιδιώκει να μετακυλίσει στη μητέρα μέρος των οικονομικών συνεπειών των δικών του επιλογών. Παρά ταύτα, δηλώνει ότι αποδέχεται να συμμετέχει αναλογικά στα εύλογα έξοδα των δραστηριοτήτων αυτών, περιλαμβανομένων της κολύμβησης, του τένις, της καλαθόσφαιρας και της εργοθεραπείας.  

Διαφοροποιείται, ωστόσο, ως προς τη λογοθεραπεία. Η μητέρα υποστηρίζει ότι μέχρι συγκεκριμένο χρονικό σημείο οι συνεδρίες πραγματοποιούνταν με θεραπεύτρια της οποίας η αμοιβή ανερχόταν περίπου στα €120 μηνιαίως. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί της, προέβη σε αλλαγή θεραπεύτριας, με αποτέλεσμα το μηνιαίο κόστος να αυξηθεί σε περίπου €440. Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρεί ότι η δική της υποχρέωση συνεισφοράς δεν μπορεί να υπολογισθεί επί του αυξημένου ποσού, το οποίο προέκυψε αποκλειστικά από μονομερή επιλογή του πατέρα, αλλά μόνο επί του αρχικού ποσού που ίσχυε μέχρι τότε.  

Ο πατέρας, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι η ενδιάμεση αίτηση της μητέρας στηρίζεται σε εσφαλμένη απεικόνιση τόσο των πραγματικών οικονομικών του δυνατοτήτων όσο και των πραγματικών αναγκών του ανηλίκου. Απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι αποκρύπτει εισοδήματα ή ότι διαθέτει οικονομικούς πόρους πέραν εκείνων που προκύπτουν από τα στοιχεία που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου.

Κατά τη θέση του, η μητέρα επιχειρεί να εξομοιώσει την οικονομική κατάσταση των εταιρειών με τις οποίες συνδέεται με την προσωπική του οικονομική κατάσταση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι πρόκειται για διαφορετικές νομικές οντότητες και ότι η ύπαρξη εταιρικών περιουσιακών στοιχείων ή λογιστικών κερδών δεν συνεπάγεται αυτομάτως προσωπικό διαθέσιμο εισόδημα. Υποστηρίζει ότι οι οικονομικές του απολαβές είναι συγκεκριμένες και σαφώς χαμηλότερες από εκείνες που η μητέρα αυθαίρετα του αποδίδει, ενώ οι ισχυρισμοί περί δυνατότητας άντλησης πρόσθετων ποσών από τις εταιρείες στερούνται πραγματικής και νομικής βάσης. Ισχυρίζεται ότι τα μηνιαία του εισοδήματα ανέρχονται σε ποσό μεταξύ €3.000 – €3.500.

Ως προς τις ανάγκες του ανήλικου Κ., ο πατέρας παρουσιάζει κατάλογο μηνιαίων εξόδων συνολικού ύψους €1.935. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει σίτιση €200, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη €35 (λαμβάνοντας υπόψη το Γενικό Σύστημα Υγείας και την ιδιωτική ασφάλεια που ο ίδιος διατηρεί), δίδακτρα ιδιωτικού σχολείου Junior School €570, σχολικά είδη και γραφική ύλη €20, μαθήματα κολύμβησης €75, καλαθόσφαιρας €60, τένις €60, λογοθεραπεία €440, εργοθεραπεία €280, ένδυση και υπόδηση €80, κουρείο €15 και ψυχαγωγία/κοινωνικές υποχρεώσεις €100. Επισημαίνει ότι τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου αποτέλεσαν κοινή απόφαση των γονέων και ότι ο ίδιος τα καλύπτει απευθείας.

Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι από τη διάσταση και μετά επωμίζεται σχεδόν το σύνολο των εξόδων του ανήλικου, πλην της εργοθεραπείας που πληρώνει η μητέρα και της σίτισης κατά τις ημέρες που το παιδί βρίσκεται μαζί της. Αντιθέτως, η μητέρα αρνείται συστηματικά να συνεισφέρει οικονομικά, παρά τα εισοδήματα της, και έχει δηλώσει προκλητικά ότι δεν προτίθεται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Επιπλέον, ο πατέρας αναφέρει ότι επωμίζεται και προσωπικά έξοδα διαβίωσης ύψους €1.180 μηνιαίως πλέον €1.200 για την ενοικίαση διαμερίσματος, ενώ λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του, η οποία δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Συνεχίζει μάλιστα να καλύπτει ορισμένα έξοδα της οικογενειακής οικίας, όπως τον κηπουρό, παρότι έχει εκδιωχθεί από αυτήν.

Βάσει των ανωτέρω, ο πατέρας προτείνει αναλογική κατανομή των εξόδων του ανήλικου σύμφωνα με τα εισοδήματα των διαδίκων και αιτείται την καταβολή από τη μητέρα του ποσού των €774 μηνιαίως (υπολογισμός: €2.000 × €1.935 / €5.000). Επιμένει ότι οι εξωσχολικές δραστηριότητες και οι θεραπείες (τένις, κολύμπι, καλαθόσφαιρα, λογοθεραπεία) έγιναν από τον ίδιο για την κοινωνικοποίηση, την ψυχοκινητική ανάπτυξη και την αντιμετώπιση των δυσκολιών του παιδιού, και ότι η μητέρα δεν τις υποστηρίζει επαρκώς, καθώς δεν τον μεταφέρει συστηματικά τις ημέρες που τον έχει και συχνά αφήνει συνεδρίες απλήρωτες.

Ο πατέρας διατηρεί ιδιωτική ασφάλεια υγείας για τον ανήλικο και πληρώνει απευθείας πολλά έξοδα (σχολείο, δραστηριότητες) ακριβώς για να διασφαλίσει τη συνέχεια και την ομαλή λειτουργία τους, λόγω της άρνησης συνεργασίας της μητέρας. Τέλος, υποστηρίζει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, δεδομένου ότι οι ανάγκες του ανήλικου είναι άμεσες και καθημερινές, ενώ χωρίς δικαστική παρέμβαση υπάρχει κίνδυνος οικονομικής εξάντλησης του και μη πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.

Νομική πτυχή

Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

 

α)’’Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

β)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία   στην αγωγή, και

γ)ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως  δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estate and others (1982) 1 CLR 557,  Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253)’’.

 

Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη (1989) 1Ε ΑΑΔ 152).  Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 263).  Επιπλέον, υπάρχει η υποχρέωση του Αιτητή/τριας όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1(Α) ΑΑΔ 583, Σάββα v. Τηλεμάχου (2001) 1(Γ) ΑΑΔ 2081).

 

Στην απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερ. 27/3/2017,  επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση, ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Επικεντρώνεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας.

 

Στην ίδια απόφαση υπεδείχθη επίσης  ότι «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου, ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.».

 

Στην υπόθεση  Σεβαστού v. Σεβαστού  (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»

Ζητήματα που αφορούν το άρθρο 32 του Ν. 14/60 , εξετάζονται στη βάση προϋποθέσεων, και αν ο Αιτητής/τρια με τη μαρτυρία που παρουσιάζει στην όψη της και μόνο και όχι κατόπιν αξιολόγησης ή επιλογής εκδοχών των δυο πλευρών, παρουσιάζει μαρτυρία που χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ώστε ακριβώς στη βάση αυτού του δεδομένου να κρίνεται, αν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. απόφαση Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015).

Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33(1) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90.  Συγκεκριμένα το άρθρο 33(1) ορίζει ότι:

 

«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.» 

 

Το άρθρο 37 ορίζει ότι:


«(α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

(β)Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του». 

Η παρούσα υπόθεση όπως ανέφερα και ανωτέρω αφορά δύο αντίστοιχες ενδιάμεσες αιτήσεις, με τις οποίες έκαστος των διαδίκων ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να υποχρεώνει τον έτερο να καταβάλλει συνεισφορά για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους, Κ. Παρότι πρόκειται για δύο αυτοτελείς διαδικασίες, το επίδικο ζήτημα είναι κοινό και αφορά τον προσωρινό καθορισμό της συνεισφοράς εκάστου γονέα προς κάλυψη των αναγκών του ίδιου ανηλίκου μέχρι την οριστική εκδίκαση της κυρίως αίτησης.

Ενόψει αυτού, οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 πρέπει να εξετασθούν τόσο σε σχέση με την αίτηση του πατέρα όσο και σε σχέση με την αίτηση της μητέρας, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται οριστικά επί των αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών ούτε προβαίνει σε τελικά ευρήματα αξιοπιστίας. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να παρασχεθεί προσωρινή προστασία μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης.

(α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση

Η διατροφή ανηλίκων, όπως προκύπτει από τα άρθρα 33(1) και 37 του Ν. 216/90, συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, υποχρέωση η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών των ανηλίκων, όπως αυτές εύστοχα καθορίζονται στο άρθρο 37 του Ν. 216/90.

 

Η κυρίως διαδικασία αφορά τον καθορισμό της υποχρέωσης εκάστου γονέα να συνεισφέρει στη διατροφή του ανηλίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου 216/90. Η ύπαρξη της σχετικής νομικής υποχρέωσης δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο. Αντιθέτως, αντικείμενο έντονης διαφωνίας αποτελεί το πραγματικό ύψος των αναγκών του ανηλίκου, οι οικονομικές δυνατότητες εκάστου γονέα, η έκταση της ήδη παρεχόμενης συνεισφοράς από τον καθένα, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να επιμεριστεί η υποχρέωση αυτή.

Οι διάδικοι προβάλλουν ουσιωδώς διαφορετικές θέσεις ως προς σχεδόν κάθε κρίσιμο ζήτημα. Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι από τη διάσταση επωμίζεται σχεδόν αποκλειστικά τα έξοδα του ανηλίκου, ότι η μητέρα περιορίζεται στην κάλυψη ελάχιστων μόνο δαπανών και ότι, παρά τις οικονομικές της δυνατότητες, αρνείται να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνάμεις της. Αντίθετα, η μητέρα προβάλλει ότι ήδη καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών του παιδιού, ότι αρκετές από τις δαπάνες που επικαλείται ο πατέρας δημιουργήθηκαν μονομερώς χωρίς τη συναίνεση της και ότι ο τελευταίος αποκρύπτει την πραγματική οικονομική του επιφάνεια, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είναι πολλαπλάσια εκείνης που παρουσιάζει ενώπιον του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, σοβαρή διαφωνία υφίσταται ως προς το πραγματικό ύψος των μηνιαίων αναγκών του ανηλίκου, αφού ο πατέρας τις προσδιορίζει περίπου στις €1.935, ενώ η μητέρα τις υπολογίζει σε ποσό που υπερβαίνει τις €3.000, διαφοροποίηση που δεν αφορά απλώς επιμέρους ποσά αλλά αντανακλά διαφορετική αντίληψη ως προς το επίπεδο διαβίωσης που πρέπει να διατηρήσει ο ανήλικος και ως προς το ποιες δαπάνες συνιστούν εύλογες ανάγκες υπό τις περιστάσεις.

Πρόσθετα, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το κατά πόσο συγκεκριμένες δραστηριότητες, θεραπείες ή εκπαιδευτικές επιλογές αποφασίσθηκαν από κοινού ή επιβλήθηκαν μονομερώς, καθώς και κατά πόσο οι σχετικές δαπάνες πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό της διατροφής.

Όλα τα πιο πάνω συνιστούν κατ' εξοχήν ζητήματα τα οποία προορίζονται να επιλυθούν μετά από πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.

Επομένως, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρείται η πρώτη προϋπόθεση και στις δυο αιτήσεις.

 

(β) Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας

Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη της υποχρέωσης διατροφής. Η υποχρέωση αυτή απορρέει ευθέως από τον νόμο και βαρύνει αμφότερους τους γονείς ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες. Επομένως, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι εάν υφίσταται δικαίωμα διατροφής, αλλά ποια είναι η ορθή κατανομή της σχετικής υποχρέωσης μεταξύ των διαδίκων.

Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνω ότι αμφότερες οι αιτήσεις εμφανίζουν εκ πρώτης όψεως νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που δικαιολογεί την περαιτέρω εξέταση τους. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί περί πραγματικών εισοδημάτων, πραγματικών αναγκών του ανηλίκου, επιπέδου διαβίωσης, ήδη καταβαλλόμενων ποσών και πραγματικής οικονομικής δυνατότητας δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

Εξάλλου, ακόμη και αν προβάλλονται εκατέρωθεν ισχυρισμοί περί καταχρηστικής συμπεριφοράς, το Δικαστήριο δεν δύναται να παραγνωρίσει ότι η διατροφή αποτελεί δικαίωμα του ανηλίκου και όχι προνόμιο του γονέα που την αξιώνει. Ως εκ τούτου, τυχόν αντιδικία ή ακόμη και αθέμιτη συμπεριφορά μεταξύ των γονέων δεν μπορεί αφ' εαυτής να οδηγήσει σε αποτέλεσμα που θα θέσει σε κίνδυνο την επαρκή κάλυψη των εύλογων αναγκών του παιδιού.

(γ) Κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος

Το θέμα διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και ευημερία του. Η μη συνεισφορά από πλευράς του γονέα εύλογου ποσού για τη διατροφή του, είναι κάτι το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση και την εν γένει ευημερία του.  Επίσης, οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης είναι τρέχουσες και επείγουσες και δεν μπορούν να αντικατασταθούν με κανένα τρόπο μεταγενέστερα. 

 

Τονίζω περαιτέρω, ότι το επείγον της αίτησης είναι αυταπόδεικτο. Το θέμα της διαβίωσης του ανηλίκου δεν μπορεί να τίθεται σε αναμονή μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Αποτελεί υποχρέωση δυνάμει του νόμου που προβλέπει τη μηνιαία καταβολή της σε καθορισμένες ισομερείς δόσεις και δεν μπορεί να επαφίεται στη βούληση των γονέων, ούτε το συγκεκριμένο ποσό, ούτε ο χρόνος καταβολής της.

Η οποιαδήποτε εθελούσια καταβολή συνεισφοράς του γονέα ο οποίος είναι υπόχρεος διατροφής, δεν αναιρεί αφ’ εαυτής τον κατεπείγοντα χαρακτήρα των υποθέσεων αυτής της φύσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, αντικείμενο της διαδικασίας δεν αποτελεί η διασφάλιση ενός καθαρά οικονομικού ή περιουσιακού δικαιώματος, αλλά η προσωρινή ρύθμιση της συνεισφοράς των γονέων προς κάλυψη των καθημερινών αναγκών ενός ανηλίκου τέκνου. Πρόκειται για ανάγκες οι οποίες, εκ της φύσεως τους, είναι συνεχείς, διαρκείς και ανελαστικές. Η διατροφή, η εκπαίδευση, η ένδυση, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις, καθώς και οι λοιπές εύλογες ανάγκες ενός παιδιού δεν μπορούν να ανασταλούν μέχρι την τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς ούτε είναι δυνατόν να αναπληρωθούν αποτελεσματικά σε μεταγενέστερο χρόνο.

Στις υποθέσεις διατροφής ανηλίκου η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αποκτά ιδιαίτερο περιεχόμενο. Η δυσχέρεια απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν έγκειται αποκλειστικά στην πιθανότητα οικονομικής ζημιάς ενός εκ των γονέων, αλλά κυρίως στον κίνδυνο να παραμείνουν ακάλυπτες, έστω και προσωρινά, οι ανάγκες του παιδιού κατά το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης.

Η μεταγενέστερη επιδίκαση χρηματικού ποσού δεν δύναται να θεραπεύσει πλήρως τη στέρηση αγαθών ή υπηρεσιών που ήταν αναγκαίες κατά τον χρόνο που το παιδί τις είχε ανάγκη. Η απώλεια εκπαιδευτικών ευκαιριών, η διακοπή θεραπευτικών προγραμμάτων, η αδυναμία συμμετοχής σε δραστηριότητες που ήδη αποτελούν μέρος της καθημερινότητας του ή η υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσής του δεν αποκαθίστανται ουσιαστικά με την εκ των υστέρων καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Η ζημιά, στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική, αλλά επηρεάζει άμεσα τις συνθήκες ανάπτυξης και ευημερίας του ανηλίκου.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την παρούσα διαφορά ως μία συνήθη οικονομική αντιδικία μεταξύ δύο ενηλίκων. Ο πραγματικός δικαιούχος της διατροφής είναι ο ανήλικος Κ., ενώ οι γονείς αποτελούν τα πρόσωπα που, σύμφωνα με τον νόμο, υπέχουν την υποχρέωση να καλύπτουν τις ανάγκες του αναλόγως των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Ως εκ τούτου, η έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος δεν επηρεάζει μόνο τα οικονομικά συμφέροντα των διαδίκων αλλά, πρωτίστως, το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

Περαιτέρω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αμφότεροι οι διάδικοι προβάλλουν πως ήδη επωμίζονται δυσανάλογο μέρος των εξόδων του τέκνου τους και ότι ο έτερος γονέας δεν συνεισφέρει στον βαθμό που επιβάλλουν οι οικονομικές του δυνατότητες. Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει ακριβώς την ανάγκη ύπαρξης προσωρινής δικαστικής ρύθμισης μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς. Εάν το Δικαστήριο απέχει πλήρως από οποιαδήποτε προσωρινή παρέμβαση, ο κίνδυνος είναι είτε να επωμισθεί μονομερώς ένας εκ των γονέων το σύνολο σχεδόν της υποχρέωσης είτε, ακόμη χειρότερα, να δημιουργηθούν ελλείψεις στην κάλυψη των εύλογων αναγκών του παιδιού.

Κρίνω, συνεπώς, ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρούται κατ' αρχήν και ως προς τις δύο αιτήσεις.

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος υπέρ εκάστου αιτητή. Η συνδρομή των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 παρέχει μεν τη δικαιοδοσία παρέμβασης του Δικαστηρίου, δεν απαλλάσσει όμως το τελευταίο από την υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι πράγματι δίκαιη και εύλογη.

Το δίκαιο και εύλογο της αιτούμενης θεραπείας

Ακόμη και όταν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε τελική στάθμιση όλων των περιστάσεων, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη. Η διακριτική αυτή ευχέρεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις οικογενειακές διαφορές, όπου η αυστηρή εφαρμογή δικονομικών αρχών δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τον προστατευτικό χαρακτήρα της σχετικής νομοθεσίας.

Στην παρούσα υπόθεση, η στάθμιση αυτή δεν μπορεί να περιορισθεί στη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών ισχυρισμών, ούτε στην προκαταρκτική αποδοχή της μιας ή της άλλης εκδοχής ως αληθούς. Το Δικαστήριο δεν καλείται, στο παρόν στάδιο, να αποφανθεί ποιος διάδικος παρουσιάζει την ακριβέστερη εικόνα των εισοδημάτων του ούτε να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό ύψος των μηνιαίων αναγκών του ανηλίκου. Όλα τα ζητήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο της κυρίως διαδικασίας και θα επιλυθούν μετά από πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας και του αποδεικτικού υλικού.

Εκείνο που οφείλει να διασφαλίσει το Δικαστήριο είναι ότι, μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης, ο ανήλικος δεν θα καταστεί το έμμεσο θύμα της οικονομικής αντιδικίας των γονέων του. Η υποχρέωση διατροφής δεν μπορεί να τίθεται σε αναστολή μέχρι να επιλυθούν οι μεταξύ τους διαφωνίες, ούτε να εξαρτάται από την έκβαση άλλων διαφορών που ενδεχομένως εκκρεμούν μεταξύ τους, περιλαμβανομένων περιουσιακών αξιώσεων.

Το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει όπως συνεχίσουν να καλύπτονται οι εύλογες ανάγκες του κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται, στο μέτρο του δυνατού, στο επίπεδο διαβίωσης που είχε διαμορφωθεί πριν από τη διάσταση των γονέων του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δαπάνη που επικαλείται οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα πρέπει να θεωρηθεί αυτομάτως εύλογη ή αναγκαία. Σημαίνει όμως ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποτρέψει οποιαδήποτε ουσιώδη υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης.

Επομένως τονίζω ότι δεν θα καταλήξω σε ευρήματα στο παρόν στάδιο, ούτε όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων του πατέρα (τα εισοδήματα της μητέρας υπενθυμίζω είναι παραδεκτά), ούτε όσον αφορά τα έξοδα του ανήλικου. Αυτά θα γίνουν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.

Μια απλή ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων αποκαλύπτει την τεράστια διάσταση τους σε σχέση με ουσιαστικές παραμέτρους της υπόθεσης και δη ως προς τα έξοδα του ανηλίκου και το ύψος των εισοδημάτων του πατέρα, ενώ πρόκειται για άτομα που μοιράστηκαν 18 χρόνια κοινής ζωής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης (1998) 1 ΑΑΔ 1386, 16 Iουλίου, 1998 το Δικαστήριο, ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία, η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων (Βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625, 17 Μαΐου, 2001).

 

Όπως τονίστηκε στην απόφαση του Δ.Ο.Δ. στην Κορελλίδης ν. Κορελλίδη  (2012) 1 ΑΑΔ 1975, 5 Σεπτεμβρίου, 2012 «Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που να επιφέρουν όσο το δυνατό, τα ανήλικα τέκνα σε μια πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί». 

 

Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων αναφορικά με τις ανάγκες διατροφής του ανηλίκου, οι οποίες συναρτώνται αναπόφευκτα και με την ηλικία του, είναι σε θέση να καταλήξει, στο παρόν στάδιο, στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία να ανταποκρίνονται στις εύλογες ανάγκες του παιδιού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της καθημερινής ζωής, όπως εύστοχα επισημαίνεται και στην προαναφερθείσα νομολογία.

 

Έχοντας συνεκτιμήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι αναγκαία προς διασφάλιση της απρόσκοπτης κάλυψης των εύλογων αναγκών του ανηλίκου μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Υπενθυμίζω για ακόμη μια φορά ότι η παρούσα απόφαση δεν συνιστά οριστική κρίση ούτε ως προς το πραγματικό ύψος των αναγκών του ανηλίκου ούτε ως προς τις οικονομικές δυνατότητες εκάστου των γονέων. Η παρούσα προσωρινή ρύθμιση αποσκοπεί αποκλειστικά στη διατήρηση της σταθερότητας στη ζωή του παιδιού και στη δίκαιη, κατά το δυνατόν, προσωρινή κατανομή της κοινής υποχρέωσης διατροφής των γονέων.

 

Κατά τη στάθμιση όλων των σχετικών παραγόντων, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη ότι ο ανήλικος Κ. ήδη φοιτά σε συγκεκριμένο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, συμμετέχει σε εξωσχολικές δραστηριότητες και παρακολουθεί θεραπευτικά προγράμματα, τα οποία έχουν πλέον ενταχθεί στην καθημερινότητα του. Η διακοπή των υπηρεσιών αυτών μέχρι την ολοκλήρωση της κυρίως διαδικασίας θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη σταθερότητα και τη συνέχεια που απαιτούνται για την ομαλή ανάπτυξη του.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνεται εύλογο όπως οι συγκεκριμένες δαπάνες εξακολουθήσουν, προσωρινά, να καταβάλλονται απευθείας από τον πατέρα, ο οποίος ήδη τις καλύπτει και είναι κάτι που ο ίδιος ζήτησε να συνεχίσει να πράττει. Σε σχέση με το κονδύλι της εργοθεραπείας, ειδική αναφορά θα γίνει κατωτέρω.

Το γεγονός, όμως, ότι το Δικαστήριο διατηρεί προσωρινά την υφιστάμενη κατάσταση δεν σημαίνει ότι αποδέχεται πως κάθε σχετική δαπάνη είναι κατ' ανάγκην εύλογη ή ότι δεν θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί ο ανήλικος με διαφορετικό και οικονομικότερο τρόπο.

Ειδικότερα, ως προς τις συνεδρίες λογοθεραπείας, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι υφίστανται και άλλες διαθέσιμες επιλογές παροχής των ίδιων υπηρεσιών με αισθητά χαμηλότερο οικονομικό κόστος. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε γονέας επιλέγει υπηρεσίες αυξημένου κόστους χωρίς προηγούμενη συμφωνία του άλλου ή χωρίς να καταδεικνύεται, στο παρόν στάδιο, ιδιαίτερη αναγκαιότητα της συγκεκριμένης επιλογής, η πρόσθετη αυτή οικονομική επιβάρυνση δεν είναι εύλογο να μετακυλίεται αυτομάτως στον έτερο γονέα. Το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο οριστικής κρίσης κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.

Περαιτέρω, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο ανήλικος συμμετέχει σε τρεις διαφορετικές αθλητικές εξωσχολικές δραστηριότητες, ήτοι στην αντισφαίριση (τένις), στην κολύμβηση και στην καλαθοσφαίριση, γεγονός που συνεπάγεται σημαντική πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.  Αναμφίβολα, η συμμετοχή των παιδιών σε αθλητικές δραστηριότητες προάγει τη σωματική τους υγεία, την κοινωνικοποίηση τους και την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους. Ωστόσο, κατά την εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση του παρόντος σταδίου, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες εξυπηρετούν, σε μεγάλο βαθμό, τον ίδιο αναπτυξιακό σκοπό, ήτοι την άσκηση, τη σωματική ευεξία και την κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.

Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, ενώ η μητέρα επικρίνει τον πατέρα επειδή προέβη, κατά τους ισχυρισμούς της, σε μονομερείς επιλογές ως προς ορισμένες εκπαιδευτικές και θεραπευτικές δαπάνες του ανηλίκου, εντούτοις περιλαμβάνει τις ίδιες ακριβώς δαπάνες στον πίνακα των αναγκών του τέκνου που η ίδια καταρτίζει και επικαλείται προς θεμελίωση της δικής της αίτησης.

Δεν μπορώ, περαιτέρω, να παραβλέψω ότι, σύμφωνα με την εκδοχή της μητέρας, οι συνολικές μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου Κ., ηλικίας μόλις έξι ετών, ανέρχονται στο ιδιαίτερα υψηλό ποσό των €3.279, ενώ η ίδια προσδιορίζει τη δική της συνεισφορά μόλις στο ποσό των €279 μηνιαίως, αξιώνοντας όπως ο πατέρας επωμισθεί σχεδόν το σύνολο της οικονομικής επιβάρυνσης.

Από την εκ πρώτης όψεως εξέταση του πίνακα εξόδων που παραθέτει η μητέρα προκύπτει, επιπλέον, ότι σε αυτόν έχουν περιληφθεί και δαπάνες οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν άμεσες ανάγκες διατροφής του ανηλίκου. Η έννοια της διατροφής δεν δύναται να ερμηνεύεται τόσο διασταλτικά ώστε να περιλαμβάνει κάθε οικογενειακή ή λειτουργική δαπάνη του νοικοκυριού εντός του οποίου διαμένει το παιδί. Το γεγονός και μόνο ότι ο ανήλικος κατοικεί με τη μητέρα του δεν μετατρέπει αυτοδικαίως κάθε έξοδο της οικίας ή κάθε προσωπική της δαπάνη σε έξοδο που αφορά τη διατροφή του ανηλίκου.

Ενδεικτικώς αναφέρονται η αμοιβή κηπουρού, τα έξοδα συντήρησης κατοικίδιου ζώου, τα ασφάλιστρα κατοικίας, τα ασφάλιστρα οχήματος, τα έξοδα ανανέωσης του πιστοποιητικού καταλληλότητας (Μ.Ο.Τ.), η αλλαγή λαδιών και τα λοιπά έξοδα συντήρησης του οχήματος. Πρόκειται για δαπάνες που συνδέονται με τη γενικότερη λειτουργία της κατοικίας ή με περιουσιακά στοιχεία της μητέρας και όχι με άμεσες ή ειδικές ανάγκες του ανηλίκου. Η οριστική κρίση ως προς το κατά πόσον οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δαπάνες δύναται να συνυπολογισθεί θα αποτελέσει αντικείμενο της εκδίκασης της κυρίως αίτησης.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι, σύμφωνα με την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, ο ανήλικος διαμένει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου με τη μητέρα. Ελλείψει μέχρι σήμερα δικαστικής ρύθμισης της γονικής μέριμνας, η μητέρα εξακολουθεί να επωμίζεται την καθημερινή φροντίδα του παιδιού κατά το μεγαλύτερο μέρος κάθε μήνα και, ως εκ τούτου, αναλαμβάνει αναπόφευκτα σημαντικό μέρος των καθημερινών δαπανών διαβίωσης του.

Επιπλέον, ακόμη και αν το Δικαστήριο λάβει υπόψη, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και χωρίς να προβαίνει σε οποιοδήποτε οριστικό εύρημα, την εκδοχή του πατέρα ότι οι μηνιαίες καθαρές απολαβές του ανέρχονται περίπου στο ποσό των €3.500, το εισόδημα αυτό εξακολουθεί να εμφανίζεται αισθητά υψηλότερο από το αντίστοιχο εισόδημα της μητέρας, το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την προσωρινή κατανομή της υποχρέωσης διατροφής.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πατέρας προσδιορίζει τις μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου περίπου στο ποσό των €1.935, ενώ η μητέρα τις υπολογίζει σε ποσό που υπερβαίνει τις €3.000, το Δικαστήριο καλείται, στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, να προβεί σε μία προσωρινή και μόνον εκτίμηση των εύλογων αναγκών του ανηλίκου, χωρίς να προβαίνει σε οποιοδήποτε οριστικό εύρημα επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων που θα αποτελέσουν αντικείμενο της κυρίως αίτησης.

Προς τον σκοπό αυτό, και αφού συνεκτιμήθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, κρίνεται εύλογο, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης κρίσης, να ληφθεί ως προσωρινή βάση εκτίμησης ότι οι συνολικές μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου κυμαίνονται περί το ποσό των €2.500.

Η πιο πάνω εκτίμηση δεν αποτελεί προϊόν μαθηματικού υπολογισμού ούτε αποδοχή της μίας ή της άλλης εκδοχής, αλλά απορρέει από την εκ πρώτης όψεως στάθμιση του συνόλου του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικού υλικού. Ειδικότερα, αφενός διαπιστώνεται ότι στον πίνακα εξόδων που παραθέτει ο πατέρας δεν περιλαμβάνονται ορισμένες συνήθεις και αναπόφευκτες δαπάνες που συνδέονται με την καθημερινή διαβίωση του ανηλίκου, όπως μέρος των εξόδων μετακίνησης και των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας στην οποία αυτός διαμένει κατά κύριο λόγο. Αφετέρου, στον πίνακα εξόδων της μητέρας, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, περιλαμβάνονται, εκ πρώτης όψεως, κονδύλια τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αφορούν άμεσα ή αποκλειστικά τις ανάγκες διατροφής του ανηλίκου, αλλά συνδέονται ευρύτερα με τη λειτουργία της κατοικίας ή με προσωπικές της δαπάνες. Συνεκτιμάται επίσης ότι, ως προς τη λογοθεραπεία, προκύπτει εκ πρώτης όψεως η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας θεραπευτικής ανάγκης με αισθητά χαμηλότερο οικονομικό κόστος, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την προσωρινή αυτή στάθμιση.

Με βάση την πιο πάνω προσωρινή εκτίμηση των εύλογων αναγκών του ανηλίκου, αλλά και συνεκτιμώντας ότι ο πατέρας εξακολουθεί ήδη να καταβάλλει απευθείας σημαντικό μέρος των ειδικών δαπανών του, περιλαμβανομένων των διδάκτρων του ιδιωτικού σχολείου, των εξωσχολικών δραστηριοτήτων και των συνεδριών λογοθεραπείας, ενώ ο ανήλικος διαμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου με τη μητέρα, η οποία επωμίζεται την καθημερινή φροντίδα του και αναλαμβάνει αναπόφευκτα σημαντικό μέρος των τρεχουσών αναγκών διαβίωσης του, καθώς επίσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτή αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η εκδοχή του πατέρα ως προς το ύψος των μηνιαίων εισοδημάτων του, αυτά εξακολουθούν να υπερβαίνουν το παραδεκτό εισόδημα της μητέρας, κρίνω ότι η καταβολή επιπρόσθετου ποσού €350 μηνιαίως προς τη μητέρα συνιστά, στο παρόν στάδιο και μόνο, εύλογη και δίκαιη προσωρινή κατανομή της κοινής υποχρέωσης διατροφής.

Η πιο πάνω κρίση δεν συνιστά οριστικό προσδιορισμό ούτε των πραγματικών αναγκών του ανηλίκου ούτε της τελικής αναλογίας συνεισφοράς εκάστου γονέα, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στις ανάγκες της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και στη διαμόρφωση μιας προσωρινής ρύθμισης, η οποία διασφαλίζει, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, την εύλογη κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου και την προσωρινή, κατά το δυνατόν δίκαιη, κατανομή της κοινής υποχρέωσης διατροφής μεταξύ των γονέων.

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η πλέον δίκαιη και εύλογη προσωρινή ρύθμιση είναι η ακόλουθη:

  1. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 03/03/2026 να καταβάλλει απευθείας τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου του ανηλίκου Κ.Μ., καθώς και τις δαπάνες που αφορούν τα μαθήματα τένις, κολύμβησης και καλαθόσφαιρας, καθώς επίσης και τις συνεδρίες λογοθεραπείας του.
  2. Εκδίδεται περαιτέρω προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 03/03/2026 να καταβάλλει στην Αιτήτρια, από την 01/07/2026 και κατά την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα, το ποσό των €350 μηνιαίως ως προσωρινή συνεισφορά στις καθημερινές δαπάνες διαβίωσης του ανηλίκου κατά τον χρόνο που αυτός διαμένει με την Αιτήτρια, ανεξάρτητα από τις δαπάνες που ο Καθ’ ου υποχρεούται να καλύπτει όταν ο ανήλικος βρίσκεται υπό τη δική του φροντίδα.
  3. Εκδίδεται επίσης προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 03/03/2026 να καλύπτει τις δαπάνες διατροφής, μετακίνησης, ψυχαγωγίας και κάθε άλλη συνήθη καθημερινή δαπάνη του ανηλίκου κατά τον χρόνο που ο τελευταίος βρίσκεται μαζί του, περιλαμβανομένων των εξόδων συμμετοχής του σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως παιδικά γενέθλια και λοιπές συναφείς δραστηριότητες.
  4. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ’ης η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 07/11/2025 να καταβάλλει απευθείας το κόστος των συνεδριών εργοθεραπείας του ανηλίκου Κ.Μ., καθώς και να καλύπτει πλήρως τις δαπάνες διατροφής, μετακίνησης, ψυχαγωγίας και κάθε άλλη συνήθη καθημερινή δαπάνη του ανηλίκου κατά τον χρόνο που ο τελευταίος βρίσκεται υπό τη φροντίδα της, περιλαμβανομένων των εξόδων συμμετοχής του σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως παιδικά γενέθλια και λοιπές συναφείς δραστηριότητες.
  5. Εκδίδεται, τέλος, προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσονται αμφότεροι οι διάδικοι, από την 01/07/2026 και την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα, να καλύπτουν οποιαδήποτε ιατροφαρμακευτικά έξοδα του ανηλίκου Κ.Μ. που δεν καλύπτονται από το ΓΕ.Σ.Υ., σε αναλογία ενός τρίτου (1/3) η μητέρα και δύο τρίτων (2/3) ο πατέρας. Τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, δαπάνες που αφορούν ιατρικές ειδικότητες εκτός ΓΕ.Σ.Υ., φαρμακευτική αγωγή, εμβόλια, οδοντιατρικές και ορθοδοντικές θεραπείες, ορθοπεδικά και οφθαλμολογικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων γυαλιών οράσεως και φακών επαφής.

Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων καταβάλει το σύνολο των πιο πάνω εξόδων, υποχρεούται να αποστείλει στον έτερο διάδικο γραπτή ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), συνοδευόμενη από τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής. Ο τελευταίος υποχρεούται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης να καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στη δική του αναλογία.

 

Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης συμμόρφωσης εντός της πιο πάνω προθεσμίας, ο διάδικος που κατέβαλε το σύνολο των σχετικών εξόδων δικαιούται να ανακτήσει το ποσό που αντιστοιχεί στην αναλογία του άλλου διαδίκου μέσω της διαδικασίας εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος, με την προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων.

Τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης ή μέχρι την έκδοση νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου.

Κρίνω σκόπιμο να υπογραμμίσω ότι όλες οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο στην παρούσα απόφαση γίνονται αποκλειστικά για τους σκοπούς της εξέτασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Κανένα από τα ζητήματα που εγείρονται με την εναρκτήρια αίτηση δεν θεωρείται ότι έχει κριθεί οριστικά και όλα παραμένουν ανοικτά προς εξέταση και τελική απόφαση κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1 Α.Α.Δ. 225).

Ως προς τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη και εύλογη διαταγή είναι όπως κάθε διάδικος επωμισθεί τα δικά του έξοδα, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της παρούσας διαδικασίας και του γεγονότος ότι ουδείς εκ των διαδίκων εξασφάλισε στο σύνολο του το διάταγμα που επιζητούσε.

 

     (Υπ.) ……………………….

                                                                                                         Μ.Χ.Κάιζερ, Π.           

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο