ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 62/25
Μεταξύ:
Ε.Ν.
Αιτήτρια
και
Α.Σ.
Καθ’ ου η αίτηση
Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: Α. Παπαδοπούλου (κα) για Ελένη Βραχίμη & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Αν. Χρυσικός για Χατζησάββας, Χρυσικός, Καψάσκη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι και ο γάμος τους λύθηκε με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10.03.2025.
Με εναρκτήρια αίτηση, η Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης για τη ρύθμιση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, με βάση τον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν 232/91). Ζητά τη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και/ή με προοπτική τον γάμο τους.
Στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης η Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση χωρίς ειδοποίηση, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«Α) Διάταγμα όπως μέχρι την έκδοση νέας Διαταγής του Δικαστηρίου να απαγορεύεται στον καθ’ ου η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το 1/3 του μεριδίου ή συμφέροντος του, ή διαπραγματευτεί ή μειώσει την αξία, των πιο κάτω περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή:
(1) Διαμέρισμα στη Λευκωσία, με αριθμό θύρας 401, αριθμό εγγραφής 12/478, φύλλο/σχέδιο 21/540504, τεμάχιο 631
(2) Διαμέρισμα στη Λεμεσό, με αριθμό θύρας 301, αριθμό εγγραφής ακινήτου 0/8609, φύλλο/σχέδιο 54/500302, τεμάχιο 569, τμήμα 8
(3) Του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει στην εταιρεία xxx xxx xxx Limited.
Β) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία.
Γ) Έξοδα»
Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, η αίτηση χωρίς ειδοποίηση επιδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστεί. Με την ένσταση του, εγείρει σειρά λόγων προς απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Οι λόγοι αυτοί, όπως προκύπτουν από την ένσταση, συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος, η Αιτήτρια παραβίασε το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και επιχείρησε εσκεμμένα να παραπλανήσει το Δικαστήριο, η Αιτήτρια δεν προσκομίζει στοιχεία που να δικαιολογούν την προβαλλόμενη συνεισφορά της στην περιουσία του Καθ’ ου η αίτηση, η Αιτήτρια δεν προσκομίζει μαρτυρία που να καταδεικνύει την ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση και τέλος ότι η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα διαδικασία με σκοπό να ασκήσει πίεση στον Καθ’ ου η αίτηση και να αποκτήσει περιουσία η οποία δεν της ανήκει.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι γνωρίστηκαν κατά την περίοδο των σπουδών τους και ότι, περί τον Σεπτέμβριο του 2015, σύναψαν ερωτικό δεσμό, ενώ η ίδια φοιτούσε σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε πανεπιστήμιο της Γερμανίας. Περί τον Φεβρουάριο του 2016, εγκαταστάθηκε στην Κύπρο και άρχισε να διαμένει με τον Καθ’ ου η αίτηση, με προοπτική τη σύναψη γάμου. Τον Μάιο του 2016 μετέβη στη Γερμανία για να παρακαθίσει σε εξετάσεις και ακολούθως επέστρεψε μόνιμα στην Κύπρο περί τον Ιούλιο του 2016. Περί τον Οκτώβριο του 2020 οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο.
Ισχυρίζεται ότι, κατά την έναρξη της κοινής τους συμβίωσης, ο Καθ’ ου η αίτηση κατείχε μετοχές στην εταιρεία xxx xxx xxx Ltd και είχε οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο. Αναφέρει ότι, περί το 2014, ο Καθ’ ου η αίτηση και ο αδελφός του άρχισαν πειραματικά να ασχολούνται με την ανάπτυξη διαδικτυακών παιχνιδιών μέσω πλατφόρμας και δημιούργησαν δοκιμαστικά το πρώτο τους παιχνίδι, το οποίο σημείωσε περιορισμένη επιτυχία. Περί τον Οκτώβριο του 2015, ο Καθ’ ου η αίτηση και ο αδελφός του ίδρυσαν την εταιρεία xxx xxx xxx Ltd, με αντικείμενο την ανάπτυξη διαδικτυακών παιχνιδιών. Κατά τον χρόνο ίδρυσης της εταιρείας, ο Καθ’ ου η αίτηση κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 500 μετοχές. Ακολούθως, περί τον Ιανουάριο του 2017, μεταβίβασε 166 μετοχές σε πρόσωπο με τα αρχικά Α.Τ., με αποτέλεσμα να κατέχει έκτοτε 334 μετοχές στην εταιρεία.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση την πίεζε να ολοκληρώσει τις σπουδές της το συντομότερο δυνατό, μολονότι η ίδια δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμη, προκειμένου να τον στηρίξει στις επιχειρηματικές του προσπάθειες. Ισχυρίζεται ότι, ως αποτέλεσμα της πίεσης αυτής, απέτυχε να αποκτήσει το μεταπτυχιακό της τίτλο. Ακολούθως, άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία του Καθ’ ου η αίτηση με καθεστώς μερικής απασχόλησης, ως μέλλουσα σύζυγος ενός εκ των δύο κύριων συνεταίρων, με σκοπό να συμβάλει με κάθε τρόπο στην ανάπτυξη της επιχείρησης.
Αναφέρεται εκτενώς στην, κατά τους ισχυρισμούς της, καθοριστική και ουσιαστική συμβολή της στην ανάπτυξη της εταιρείας, μέσω της βοήθειας και της ψυχολογικής στήριξης που παρείχε στον Καθ’ ου η αίτηση, καταγράφοντας λεπτομερώς τους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε και τις υπηρεσίες που προσέφερε. Ισχυρίζεται ότι, ως αποτέλεσμα της συμβολής της, η εταιρεία αναπτύχθηκε και δημιούργησε νέα διαδικτυακά παιχνίδια, τα οποία σημείωσαν διαδοχικά αυξανόμενη επιτυχία, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστεί τόσο ο κύκλος εργασιών όσο και η αξία της εταιρείας.
Με βάση, όπως αναφέρει, πληροφόρηση που λάμβανε από τον Καθ’ ου η αίτηση, ισχυρίζεται ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αυξήθηκε από λιγότερο των €100.000 σε πέραν των €2.500.000 ετησίως, με αντίστοιχη αύξηση των κερδών, και εκτιμά ότι η αξία της εταιρείας έχει αυξηθεί κατά ποσό που ενδέχεται να υπερβαίνει τα €5.000.000.
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συμμετείχε στην κάλυψη των κοινών εξόδων των διαδίκων σε ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που της αναλογούσε, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων τους.
Σε σχέση με το διαμέρισμα στη Λευκωσία, το οποίο αφορά στο αιτητικό (Α)(1) της παρούσας αίτησης, υποστηρίζει ότι αυτό αγοράστηκε περί τις 26.10.22, δυνάμει συμβολαίου πώλησης καταχωρισμένου στο όνομα του Καθ’ ου η αίτηση, έναντι του ποσού των €350.000. Ισχυρίζεται ότι, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατέβαλε έναντι του τιμήματος αγοράς το ποσό των €10.000, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση την διαβεβαίωσε ότι, κατά τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας, το ακίνητο θα εγγραφόταν στο όνομα και των δύο διαδίκων, κατά ½ μερίδιο στον καθένα.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι, στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις και/ή στη συμφωνία των διαδίκων, συμμετείχε οικονομικά στην αγορά του εξοπλισμού της κατοικίας και ασχολήθηκε με τη διακόσμηση της, ενεργώντας ως συνιδιοκτήτρια. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος αγοράς καταβλήθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, από μερίσματα που ο Καθ’ ου η αίτηση λάμβανε από την εταιρεία. Ισχυρίζεται ότι η αξία του διαμερίσματος υπερβαίνει το ποσό των €500.000.
Σε σχέση με το διαμέρισμα στη Λεμεσό, το οποίο αφορά στο αιτητικό (Α)(2) της παρούσας αίτησης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτό αγοράστηκε από κοινού με τον Καθ’ ου η αίτηση, δυνάμει συμβολαίου πώλησης, έναντι του ποσού των €950.000. Για την αγορά του διαμερίσματος, ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των €20.000 και ότι, για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, συνήφθη κοινό δάνειο από τους διαδίκους. Ισχυρίζεται ότι η αξία του διαμερίσματος υπερβαίνει το ποσό του €1.000.000 και ότι, κατά τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων, το υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν περίπου στο ποσό των €400.000.
Στη βάση των πιο πάνω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η περιουσία του Καθ’ ου η αίτηση αυξήθηκε με τη δική της συνεισφορά, την οποία εκτιμά ότι ανέρχεται στο ½ της αύξησης αυτής. Υποστηρίζει, τέλος, ότι, μόλις ο Καθ’ ου η αίτηση πληροφορηθεί την έναρξη δικαστικής διαδικασίας με αντικείμενο τη διεκδίκηση συνεισφοράς της στην περιουσία του, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να προβεί σε ενέργειες αποξένωσης της περιουσίας του.
Ο Καθ’ ου η αίτηση, με την ένορκη δήλωσή του, αρνείται στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προβάλλοντας ως βασική θέση ότι η συνεισφορά της στην απόκτηση και στην αύξηση της περιουσίας του υπήρξε μηδενική.
Ισχυρίζεται ότι γνωρίστηκε με την Αιτήτρια περί το 2007 μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, και ότι για πρώτη συναντήθηκαν στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 2015. Αρνείται ότι, κατά την έναρξη της συγκατοίκησης τους, υπήρχε προοπτική γάμου, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση για σύναψη γάμου λήφθηκε κατά ή περί το καλοκαίρι του 2020.
Σε σχέση με την εταιρεία, υποστηρίζει ότι αυτή ιδρύθηκε στις 13.10.2015 από τον ίδιο και τον αδελφό του, με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος, και ότι οι μετοχές που κατείχε αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της σχέσης του με την Αιτήτρια και/ή πριν από την ύπαρξη οποιασδήποτε προοπτικής γάμου μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, η θέση του είναι ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται ότι η Αιτήτρια είχε καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη της εταιρείας. Υποστηρίζει ότι η εταιρεία είχε ήδη αναπτυχθεί οικονομικά πριν από την εγκατάσταση της στην Κύπρο και ότι η ανάπτυξη των εργασιών της εταιρείας της οφειλόταν στις προσπάθειες των συνεταίρων του, στις δικές του εξειδικευμένες γνώσεις και στην εργασία έμπειρων συνεργατών. Αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες στον τομέα της ανάπτυξης βιντεοπαιχνιδιών και ότι δεν είχε συμμετοχή στην ανάπτυξη και λειτουργία της εταιρείας πέραν της μισθωτής εργασίας της.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια τον Ιούλιο του 2016 εργάστηκε αρχικά ως γραμματέας μερικής απασχόληση και ότι, περί το 2023, εργάστηκε για ένα διάστημα ως πρωτόπειρη γραφίστρια, με τη δική του συμβολή και τη βοήθεια άλλων συνεργατών. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2, έγγραφο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ισχυρίζεται ότι η συνέχιση της εργοδότησης της οφειλόταν στην ανοχή των συνεταίρων του, λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της και έλλειψης ενδιαφέροντος για επιμόρφωση της.
Αναφορικά με την οικονομική συνεισφορά των διαδίκων στα έξοδα διαβίωσης τους, ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι αυτά καλύπτονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα προσωπικά του εισοδήματα, ενώ η συμμετοχή της Αιτήτριας ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν είχε άλλο εισόδημα πέραν του μισθού της και ότι οι αποταμιεύσεις της, τις οποίες επικαλείται ως συνεισφορά για την αγορά των διαμερισμάτων, κατέστησαν δυνατές λόγω της περιορισμένης συμμετοχής της στα οικογενειακά έξοδα.
Σε σχέση με το διαμέρισμα στη Λευκωσία, συμφωνεί ότι αυτό αγοράστηκε στις 26.10.2022 έναντι ποσού €350.000, από το προσωπικό του όμως εισόδημα, χωρίς οικονομική συμμετοχή της Αιτήτριας στην αγορά. Ισχυρίζεται ότι το ποσό των €10.000 που κατέβαλε η Αιτήτρια αφορούσε την αγορά διακοσμητικών αντικειμένων της αρεσκείας της. Αναφέρει ότι το διαμέρισμα χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακή κατοικία και ότι, μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων, το ενοικίασε και εξακολουθεί να είναι ενοικιασμένο.
Ως προς το διαμέρισμα στη Λεμεσό, αναφέρει ότι αυτό αγοράστηκε έναντι ποσού €950.000 και ότι για την πληρωμή του συνήφθη κοινό δάνειο. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια κατέβαλε μόνον το ποσό των €20.000 για διακοσμητικά αντικείμενα, ενώ ο ίδιος ανέλαβε όλα τα υπόλοιπα έξοδα και την καταβολή όλων των δόσεων μέχρι σήμερα. Αναφέρει ότι το υπόλοιπο του δανείου κατά τον χρόνο της διάστασης ανερχόταν περίπου στο ποσό των €395.000 και ότι μετά τη διάσταση χρησιμοποιεί το διαμέρισμα ως κατοικία του. Δηλώνει ότι κανένα από τα δύο διαμερίσματα δεν έχει ακόμη τίτλο ιδιοκτησίας και υποστηρίζει ότι το εν λόγω ακίνητο δεν μπορεί να αποξενωθεί χωρίς τη συγκατάθεση και/ή ενημέρωση της Αιτήτριας, λόγω της συνιδιοκτησίας της.
Σε σχέση με τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας του, υποστηρίζει ότι, παρά την πάροδο του χρόνου από τη διάσταση και την προβολή περιουσιακών αξιώσεων από την Αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της, ύψους άνω των €2.000.000, από τον Οκτώβριο του 2024, δεν έσπευσε ούτε εκδήλωσε πρόθεση να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εταιρεία αποτελεί ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα, με δύο άλλους μετόχους, και ότι η αποδοχή της αίτησης ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή οικονομική απώλεια στην αξία της και να επηρεάσει τα δικαιώματα των λοιπών μετόχων.
Στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι, ήδη από το 2015, η σχέση της με τον Καθ’ ου η αίτηση είχε αποκτήσει σοβαρό και σταθερό χαρακτήρα και ότι εκείνος αναφερόταν σε κοινή ζωή, δημιουργία οικογένειας και κοινή επαγγελματική πορεία. Ισχυρίζεται ότι οι σχετικές διαβεβαιώσεις του αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για τη μετάβαση της στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2016, με σκοπό την εγκατάσταση και τη δημιουργία κοινής ζωής μαζί του. Προς υποστήριξη της θέσης της, κατέθεσε μηνύματα ημερομηνίας 9.10.2015 ως τεκμήριο ΕΝ1, ημερομηνία προγενέστερη της ίδρυσης της εταιρείας. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η καθυστέρηση τέλεσης του γάμου οφειλόταν στην κοινή απόφαση για προηγούμενη οικονομική σταθεροποίηση και ότι ο γάμος επισφράγισε ήδη διαμορφωμένη κοινή οικογενειακή ζωή.
Προς απάντηση στους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση αναφορικά με την κάλυψη των κοινών και προσωπικών εξόδων των διαδίκων, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτά κατανέμονταν ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα εκάστου. Ειδικότερα, αναφέρει ότι κατά το 2024 η μηνιαία αμοιβή του Καθ’ ου η αίτηση ανερχόταν περίπου σε €5.000 και η δική της σε €2.000, με τη συμμετοχή της στα συνολικά έξοδα να ανέρχεται περίπου στο 30%. Υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κατέγραφε τα έξοδα και υπολόγιζε την αναλογία εκάστου, την οποία της κοινοποιούσε, και ότι η ίδια κατέβαλλε τα αναλογούντα ποσά μέσω Revolut, με την ένδειξη «εκκαθάριση». Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της προσκόμισε ηλεκτρονικές συνομιλίες και υπολογισμούς ως τεκμήριο ΕΝ3 και αντίγραφα μεταφορών μέσω Revolut ως τεκμήριο ΕΝ4.
Η Αιτήτρια αναφέρει, επίσης, ότι τα μερίσματα που λάμβανε ο Καθ’ ου η αίτηση από την εταιρεία δεν συνυπολογίζονταν στον καθορισμό της αναλογίας των εξόδων και ότι τα ποσά αυτά χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, για την απόκτηση των επίδικων ακινήτων και του οχήματος του Καθ’ ου η αίτηση.
Αναφορικά με τη συνεισφορά της στην αγορά των δύο διαμερισμάτων κατέθεσε ως τεκμήριο ΕΝ5 τραπεζικό έγγραφο ανάληψης από το λογαριασμό της ποσού ύψους €10.000 και ως τεκμήριο ΕΝ6 τραπεζικό έγγραφο εμβάσματος ποσού ύψους €20.000, υποδεικνύοντας ότι οι πιο πάνω τραπεζικές πράξεις έγιναν την ημέρα αγοράς του διαμερίσματος στη Λευκωσία και δύο μέρες μετά την αγορά του διαμερίσματος στη Λεμεσό αντίστοιχα.
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση περί έλλειψης προσόντων και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της και ισχυρίζεται ότι από το 2018 παρακολουθούσε διαδικτυακά μαθήματα γραφιστικής και συμμετείχε σε σεμινάρια marketing και σε επαγγελματικές δράσεις στον τομέα του digital marketing. Κατέθεσε ως τεκμήριο ΕΝ11 σχετικά παραστατικά πληρωμής, και ως τεκμήριο ΕΝ12 αίτηση συμμετοχής σε πρόγραμμα μέσω της ΑΝΑΔ. Εμμένει, επίσης, στη θέση της ότι η συμμετοχή της στη λειτουργία της εταιρείας δεν περιοριζόταν στην εκτέλεση οδηγιών, αλλά ότι ο ρόλος της ήταν ουσιαστικός και συνδεόταν άμεσα με τη λειτουργία, τη διοίκηση και την ανάπτυξη της εταιρείας.
Ο Καθ’ ου η αίτηση, με την απαντητική ένορκη δήλωση του, επαναλαμβάνει μέρος των αρχικών του ισχυρισμών και περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι συναντήσεις των διαδίκων και η διαδικτυακή επικοινωνία τους δεν ήταν αρκετές ώστε να δημιουργηθεί προοπτική σύναψης γάμου. Συνδέει επίσης την απόφαση της Αιτήτριας να μεταβεί στην Κύπρο το 2016 με την αναζήτηση επαγγελματικής αποκατάστασης και όχι με πρόταση ή προοπτική γάμου.
Προς υποστήριξη της θέσης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 1, ηλεκτρονική αλληλογραφία, η οποία, κατά τον ίδιο, αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση της Αιτήτριας και καταδεικνύει ότι η ενδεχόμενη εργοδότηση της στην εταιρεία θα εξεταζόταν σε μεταγενέστερο στάδιο.
Σε σχέση με την απόκτηση των δύο διαμερισμάτων, ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι οι αγορές χρηματοδοτήθηκαν από μερίσματα της εταιρείας. Αναφορικά δε με τον επαγγελματικό ρόλο της Αιτήτριας στην εταιρεία, ο Καθ’ ου η αίτηση επαναλαμβάνει ότι οι εργασίες που εκτελούσε, είτε γραμματειακές είτε άλλες, παρέχονταν στο πλαίσιο της μισθωτής της εργασίας, για την οποία αμειβόταν.
Τέλος, ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί τον βαθμό επιμόρφωσης της Αιτήτριας, αναφέροντας ότι η εταιρεία παρείχε επιμορφωτικά σεμινάρια σε όλο το προσωπικό.
Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρχει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει την παρούσα αίτηση, την ένσταση και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων καθώς και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους.
Ο Καθ’ ου η αίτηση εγείρει ως λόγους ένστασης την κατ’ ισχυρισμόν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την Αιτήτρια, επιχειρώντας εσκεμμένα να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
Είναι νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που τυχών να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την έκδοση ή όχι ενός προσωρινού διατάγματος. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν’ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα, θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη και να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Αιτητή (Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. (1996) 1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού, (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980].
Επιπλέον, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να συντρέχει και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Το στοιχείο αυτό έχει ουσιαστική σημασία εκεί όπου η έκδοση του προσωρινού διατάγματος επιδιώκεται στη βάση μονομερούς αίτησης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και όπως έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598].
Οι πιο πάνω αρχές εφαρμόζονται στην περίπτωση κατά την οποία το προσωρινό διάταγμα ζητείται και εκδίδεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όμως, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στον Καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση, από το στάδιο εκείνο, κατέστη αίτηση με ειδοποίηση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι πιο πάνω αρχές, οι οποίες συνδέονται με την κατ’ εξαίρεση άσκηση δικαστικής εξουσίας χωρίς προηγούμενη ακρόαση της άλλης πλευράς, δεν μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή βάση για την απόρριψη της αίτησης. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται (Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 Α.Α.Δ. 43, Μαρκιτανή v. Μαρκιτανή (2000) 1 Α.Α.Δ.).
Αναφορικά με το στοιχείο του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση ύπαρξης καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης, ζήτημα το οποίο θίγει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ’ ου η αίτηση με τις αγορεύσεις του, υποδεικνύεται ότι, με βάση όσα έχουν λεχθεί στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Χριστάκη Σάββα και Παναγιώτας Τηλεμάχου (2001) 1 Α.Α.Δ. 2081, η αφετηρία για τον υπολογισμό του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση κατά πόσον έχει επέλθει καθυστέρηση σε βαθμό που να έχει εκλείψει το επείγον του διατάγματος, είναι, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν άλλων σχετικών παραγόντων, η ημερομηνία καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε η διάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναρκτήρια αίτηση καταχωρίστηκε εντός των χρονικών πλαισίων που καθορίζει ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, Ν. 232/91, και ειδικότερα το άρθρο 15(α), ενώ η υπό εξέταση αίτηση χωρίς ειδοποίηση καταχωρίστηκε την επόμενη ημέρα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση δεν ευσταθεί.
Με τους λόγους ένστασης 1 – 5, ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others(1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.α .Μέζου, (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).
Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/12, ημερομηνίας 24 Μαρτίου, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14 Γ του Ν. 232/91:
«Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/91, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.»
Όπως έχει νομολογηθεί, ακόμα και στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, πρέπει επιπλέον στο τελικό στάδιο να σταθμίσει και να αξιολογήσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ΄΄ Βασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152). Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ούτε αυτή η προϋπόθεση πληρούται.
Επισημαίνεται ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 363) ούτε να αποφασίζει επί διαφιλονικούμενων θεμάτων. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων θα εξετασθούν κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.
Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό εξέταση κάθε φορά θέμα. Στην υπό εξέταση αίτηση το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 14 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, Ν. 232/91, το οποίο προβλέπει ότι:
«14.-(1) Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2) Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3) Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν:
(α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία
(β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.»
Το άρθρο 14 1 (Γ) του Νόμου δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ’ ου η αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος αυτής.
Στην απόφαση Ορφανίδης ν. Ορφανίδη (1998) 1 ΑΑΔ 179, τονίστηκαν τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών συζύγων και της εφαρμογής του άρθρου 14 του Νόμου:
«… αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει) και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της.
..............................
Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει το άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο.
..............................
Η αύξηση της περιουσίας είναι στοιχείο σχετικό. Συναρτάται, αφενός, με την αξία της περιουσίας και αφετέρου, με τις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Το αντικείμενο του μερισμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία.
..............................
Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς.»
Η έννοια του "περιουσιακού στοιχείου" αλλά και της "συνεισφοράς" καθορίζεται από τον ίδιο τον Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 232/91:
“περιουσία” σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, και ότι “συνεισφορά” σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας.
Άμεση είναι η συμβολή ή συνεισφορά που διαπιστώνεται με παροχή κεφαλαίων, εισοδημάτων και τα λοιπά, ενώ έμμεση συνεισφορά θεωρείται η εξοικονόμηση πόρων, όπως όταν ένας σύζυγος επιδίδεται στις οικιακές εργασίες ή την ανατροφή των τέκνων (xxx Ελευθερίου ν. xxx Ελευθερίου, Έφ. Αρ. 11/2018, ημερομηνίας 03.06.2021).
Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα συνεισφοράς εάν δεν αποδειχθεί πρώτα η αύξηση στην περιουσία. Αντικείμενο διαμοιρασμού δεν είναι το ίδιο το περιουσιακό στοιχείο αλλά η αύξηση της περιουσίας, η οποία μόνο μετά από σύγκριση της αρχικής και τελικής περιουσίας είναι δυνατό να ανευρεθεί και αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι οικονομικές υποχρεώσεις. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι απαιτείται η ύπαρξη ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ της «συμβολής» και της «αύξησης» της περιουσίας (Χέυς ν. Φιλιππίδης, Έφεση αρ. 41/2015, ημερ. 5/2/2021).
Αποτελούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα ότι οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι και ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους αποκτήθηκαν τα δύο επίδικα ακίνητα. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν αμφισβητεί την απόκτησή τους κατά τη διάρκεια του γάμου, ισχυρίζεται όμως ότι αυτά αποκτήθηκαν αποκλειστικά με δικούς του πόρους και ότι η συνεισφορά της Αιτήτριας υπήρξε μηδενική, καθόσον τα ποσά που η τελευταία επικαλείται ότι κατέβαλε για την αγορά τους χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά διακοσμητικών αντικειμένων.
« Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέτασης ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.»
Για σκοπούς της παρούσας αίτησης, επομένως, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να αποφασίσει κατά πόσον τα ποσά που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατέβαλε, συνιστούν συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση, ούτε να καθορίσει την έκταση ή το ποσοστό της συνεισφοράς της (βλ. Ε.Ε. v. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/2016, ημερομηνίας 11.04.2019).
Η Αιτήτρια, επιπλέον ζητά την δέσμευση του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει ο Καθ’ ου αίτηση στην εταιρεία xxx xxx Limited, η οποία, όπως αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, προϋπήρχε της κοινής συμβίωσης τους. Συνδέει την αξίωση της επί των μετοχών, μεταξύ άλλων, με την κατ’ ισχυρισμόν ουσιαστική επιχειρηματική και διοικητική συνδρομή της στην ανάπτυξη της εταιρείας, που υπερέβαινε την απλή παροχή αμειβόμενης εργασίας.
Η θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι ότι η εταιρεία ιδρύθηκε από τον ίδιο και τον αδελφό του και ότι η Αιτήτρια δεν συνέβαλε στη δημιουργία ή ανάπτυξή της πέραν της αμειβόμενης εργασίας της. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι μετοχές προϋπήρχαν της κοινής συμβίωσης και δεν αποκτήθηκαν με προοπτική τον γάμο, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξίωσης της Αιτήτριας. Κατά τον συνήγορο του, η Αιτήτρια ερμηνεύει παραπλανητικά τον όρο «προοπτική του γάμου», ενώ δεν προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει πρόθεση τέλεσης γάμου πριν από το καλοκαίρι του 2020.
Η θέση αυτή ωστόσο, αφορά ουσιώδες ζήτημα της ουσίας της περιουσιακής διαφοράς, ήτοι κατά πόσον η εργασία και η εν γένει δραστηριότητα της Αιτήτριας συνιστούσαν συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση και κατά πόσον, ως αποτέλεσμα τέτοιας συνεισφοράς, δημιουργείται περιουσιακό συμφέρον της Αιτήτριας επί της αξίας των μετοχών ή της περιουσιακής αύξησης που αυτές αντιπροσωπεύουν.
Το Δικαστήριο δεν καλείται στο παρόν στάδιο να αποφασίσει οριστικά επί του ζητήματος αυτού. Ιδίως, το γεγονός ότι η εταιρεία είχε ιδρυθεί πριν από τον γάμο ή ότι οι μετοχές βρίσκονταν στην κατοχή του Καθ’ ου η Αίτηση πριν από συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν εξαντλεί και δεν αποκλείει εκ προοιμίου αξίωση επί μεταγενέστερης αύξησης της αξίας των μετοχών, εφόσον προβάλλεται και υποστηρίζεται συμβολή του άλλου συζύγου. Τα ζητήματα αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο πλήρους διερεύνησης κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο η αξίωση της Αιτήτριας επί των μετοχών παρουσιάζει επαρκή πραγματική βάση ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Οι πιο πάνω αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων, καταδεικνύουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως προς την ύπαρξη ή όχι ορατής πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην εναρκτήρια αίτηση, σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η αυστηρή απόδειξη της υπόθεσης στο στάδιο αυτό, αλλά αρκεί να προκύπτει από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, ότι η αξίωση της δεν είναι αβάσιμη και ότι υπάρχει πραγματική βάση αγωγής επί της οποίας το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Η Αιτήτρια νομιμοποιείται να προσφύγει στο Δικαστήριο και να αξιώσει την απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας που αποκτήθηκε συμφώνως των διατάξεων του Ν.232/91 και το οποίο προήλθε από δική της συνεισφορά. Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταπιεστική, όπως ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η αίτηση.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, κρίνω ότι και αυτή πληρούται.
Έχει λεχθεί ότι «η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία» και ότι «.. η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ’ όψη.» (βλ. M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ.)
Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ουδέποτε εκδήλωσε πρόθεση να αποξενώσει την επίδικη περιουσία, παρά το γεγονός ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από το 2024 και ότι είναι αδύνατο να αποξενώσει το ακίνητο στη Λεμεσό, χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας, εφόσον αγοράστηκε με συμβόλαιο στο όνομα και των δύο διαδίκων.
Στις περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων που απαγορεύουν την αποξένωση ή επιβάρυνση ακινήτου, δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας περί συγκεκριμένης πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει το ακίνητο. Αυτό που μετρά και έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα (Βλ. Κιτρομηλίδου v. Ελληνικής Τράπεζας (2005) 1 (Β) ΑΑΔ 1165).
Σύμφωνα με την απόφαση Παπαϊωάννου v. Παπαϊωάννου (2001) 1ΑΑΔ 656, η αξίωση του άρθρου 14 του Νόμου είναι ενοχικής φύσεως, η εμπράγματη όμως ικανοποίηση της αξίωσης βασίζεται και προϋποθέτει τη μη αποξένωση της επίδικης περιουσίας. Η προσωρινή δέσμευση περιουσίας σε διαδικασία επίλυσης περιουσιακών διαφορών συζύγων, αποσκοπεί ακριβώς στη διατήρηση της περιουσιακής κατάστασης, ούτως ώστε οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί επί της αξίωσης συνεισφοράς να μην καταστεί ατελέσφορη.
Απόλυτα σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ε.Ε. ν. Μ.Ε., (βλ. ανωτέρω):
«Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική.
Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση .»
Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Αιτήτρια με την εναρκτήρια αίτηση της, μεταξύ άλλων αξιώνει και την εγγραφή μεριδίου των δύο ακινήτων επ’ ονόματι της. Το άρθρο 14(Ε) του Νόμου προνοεί ως πιθανή θεραπεία την έκδοση διατάγματος μεταβίβασης προς την Αιτήτρια περιουσίας Καθ’ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης.
Με αυτά τα δεδομένα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων απαγόρευσης αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση κρίνεται επιβεβλημένη, εφόσον μόνο με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται ότι η κατάσταση πραγμάτων θα διατηρηθεί ως έχει μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η ενδεχόμενη αποξένωση είτε των ακινήτων είτε άλλων περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης, θα εκμηδένιζε και θα εξουδετέρωνε κάθε πιθανότητα ικανοποίησης της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση. Με αυτό ως δεδομένο, η ζημιά που θα υποστεί η τελευταία θα είναι ανεπανόρθωτη.
Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ της Αιτήτριας η οποία επιζητεί να διασφαλίσει τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, έτσι ώστε να καθίσταται αποτελεσματική η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Η πιθανή ζημιά την οποία θα υποστεί η Αιτήτρια από τυχόν μη έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί ο Καθ’ ου η αίτηση από την απόρριψη της αίτησης, αφού η Αιτήτρια κινδυνεύει να απωλέσει μεταξύ άλλων και την δυνατότητα εμπράγματης ικανοποίησης της κατ’ ισχυρισμόν αξίωσης της, σε περίπτωση που τα επίδικα ακίνητα αποξενωθούν ή επιβαρυνθούν. Σε περίπτωση δε αποξένωσης των μετοχών, κινδυνεύει να καταστεί χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα οιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της.
Διευκρινίζεται εκ νέου ότι η παρούσα κρίση δεν προδικάζει ούτε τη συνεισφορά της Αιτήτριας ούτε την έκταση της, ούτε οποιοδήποτε δικαίωμα της επί των μετοχών ή της αξίας τους. Το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό η Αιτήτρια δικαιούται σε μέρος της αύξησης της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση θα κριθεί κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.
Αναφορικά με το κατά πόσον πρέπει το Δικαστήριο να δεσμεύσει ολόκληρο το ακίνητο ή μέρος μόνο αυτού, στην απόφαση Λ.Κ. κ.α v. Π.Ρ. Έφεση 38/2019, ημερομηνίας 07.07.22, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο κάνοντας αναφορά στην απόφαση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας (2004) 1 ΑΑΔ 629, έκρινε ορθή την απόφαση του Πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου να δεσμεύσει ολόκληρο το μερίδιο σε ακίνητη περιουσία, θεωρώντας ότι εάν αφήνετο ελεύθερο έστω και ½, υπήρχε ο κίνδυνος αποξένωσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ωστόσο, το αίτημα της Αιτήτριας περιορίζεται στη δέσμευση του 1/3 του μεριδίου των διαμερισμάτων και 1/3 του μεριδίου του μετοχικού κεφαλαίου που ο Καθ’ ου η αίτηση έχει στην εταιρεία.
Περαιτέρω, η θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι η δέσμευση των μετοχών ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή οικονομική απώλεια στην αξία της εταιρείας και να επηρεάσει τα δικαιώματα των λοιπών μετόχων παραμένει γενική και μη εξειδικευμένη. Το διάταγμα αφορά αποκλειστικά τις μετοχές του Καθ’ ου η αίτηση και περιορίζεται στην απαγόρευση διάθεσης, μεταβίβασης ή επιβάρυνσής τους, χωρίς να περιορίζει τη λειτουργία ή τη διαχείριση της εταιρείας. Άλλωστε, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει τέτοια ενδεχόμενη επίδραση.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
1. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το 1/3 του μεριδίου ή συμφέροντος του επί του διαμερίσματος αρ. 401, με αριθμό εγγραφής 12/478, φύλλο/σχέδιο 21/540504, τεμάχιο 631, Λευκωσία.
2. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το 1/3 του μεριδίου ή συμφέροντος του επί του διαμερίσματος αρ.301, με αριθμό εγγραφής ακινήτου 0/8609, φύλλο/σχέδιο 54/500302, τεμάχιο 569, τμήμα 8, Λεμεσός.
3. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το 1/3 του μεριδίου ή συμφέροντος του επί του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει στην εταιρεία xxx xxx xxx Limited.
Τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση.
(Υπ.)…………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο