ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ
Ενώπιον: Θ. Διάκου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 3/2026
Μεταξύ:
Μ.Ν.Φ.
Αιτήτρια
Και
Ν.Ν.
Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 14 Ιουλίου 2026
Αίτηση ημερομηνίας 09/02/2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια։ κα. Αρτεμίου για Μούζουρου και Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση։ κ. Χατζηαδάμου για Σωτήρης Χατζηαδάμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στις 09/02/2026 η Αιτήτρια καταχώρισε εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της κατοικίας, η οποία ευρίσκεται στην οδό xxx στην Κλήρου και χρησιμοποιείται σαν οικογενειακή στέγη από τους διαδίκους και με το οποίο να απαγορεύεται και/ή εμποδίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση από του να εισέρχεται και/ή να διαμένει και/ή χρησιμοποιεί και/ή άλλως πως παρεμβαίνει στην πιο πάνω αναφερόμενη οικογενειακή στέγη και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτής και/ή να εμποδίζει την Αιτήτρια στην αποκλειστική χρήση της πιο πάνω αναφερόμενης οικογενειακής στέγης.
Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση των επίπλων, ειδών και αντικειμένων, όπως αυτά βρίσκονται σήμερα μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη οικογενειακή στέγη.
Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση να εγκαταλείψει άμεσα την κατοικία που περιγράφεται ανωτέρω.
Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση να μην πλησιάζει την πιο πάνω οικογενειακή στέγη σε απόσταση 500 μέτρων.
Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση να μην πλησιάζει την Αιτήτρια σε απόσταση 100 μέτρων.
ΣΤ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να περιορίζει και να απαγορεύει στον Καθ’ ου η Αίτηση από του να παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επεμβαίνει και/ή διαταράσσει την ακεραιότητα, ειρήνη και ησυχία της Αιτήτριας.
Ζ. Οιανδήποτε άλλη Διαταγή ή περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Η. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.»
Περαιτέρω, η Αιτήτρια καταχώρισε την ίδια ημέρα, αίτηση χωρίς ειδοποίηση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της, αιτούμενη ταυτόσημες με την κυρίως αίτηση θεραπείες σε προσωρινή βάση.
Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της ενδιάμεσης αίτησης έδωσε οδηγίες για επίδοση της στον Καθ’ ου η Αίτηση. Κατόπιν επίδοσης της, ο τελευταίος αντέδρασε με την καταχώριση ένστασης υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του.
Ακολούθως, μόνο η Αιτήτρια προέβη στην καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ καμία εκ των δύο πλευρών δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι υποστήριξαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και οι οποίες λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.
Σημειώνεται εξαρχής ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης περιορίζονται σε αυτά τα οποία έχουν προωθηθεί μέσω της μαρτυρίας και της αγόρευσης της Αιτήτριας, καθώς ως έχει παγίως νομολογηθεί «…τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί»[1].
Προτού προχωρήσω στη συνοπτική παράθεση των θέσεων εκάστης πλευράς, σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενώπιον μου ενόρκων δηλώσεων, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι είναι Κύπριοι, Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου, διαμένοντες εντός της επαρχίας Λευκωσίας. Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 12/07/1970, από τον οποίον απέκτησαν πέντε τέκνα, τον M.N., τον C.N., την Γ.Χ., την S.A.N. και τον B.N., τα οποία είναι πλέον ενήλικα.
Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι, μετά την τέλεση του γάμου τους, οι διάδικοι διέμεναν στην Αγγλία μέχρι το 2020, οπότε και επέστρεψαν μόνιμα στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν στην οικία τους η οποία βρίσκεται επί της οδού xxxx, στην Κλήρου. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω κατοικία διαθέτει υποδομές κατάλληλες για την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων αναγκών της Αιτήτριας, η οποία πάσχει από κατά πλάκα σκλήρυνση.
Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχουν διαφωνίες και ότι, περί τον Ιανουάριο του 2026, η Αιτήτρια αποχώρησε από την οικογενειακή κατοικία, και έκτοτε διαμένει στην οικία της θυγατέρας τους, Γ.Χ.
Οι θέσεις των διαδίκων:
Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η οικογενειακή κατοικία στην Κλήρου, ανεγέρθηκε από τους γονείς της, χωρίς οποιαδήποτε συμβολή του Καθ’ ου η Αίτηση και ότι ανήκει πλέον σε μια εκ των θυγατέρων τους. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της προσκόμισε αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο 1.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων χαρακτηριζόταν διαχρονικά από έντονες συγκρούσεις, καθώς και από αυταρχική, υβριστική, εξευτελιστική και βίαιη συμπεριφορά εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση, τόσο έναντι της όσο και έναντι των τέκνων τους.
Επίσης, ισχυρίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Αγγλία, η ίδια αποχώρησε, σε μία περίπτωση, από την οικογενειακή κατοικία συνεπεία της κακοποιητικής συμπεριφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση έναντι των θυγατέρων τους, πλην όμως επέστρεψε κατόπιν πιέσεων από συγγενικά της πρόσωπα, υποσχέσεων του Καθ’ ου η Αίτηση ότι θα αλλάξει συμπεριφορά, καθώς και λόγω ψυχολογικής πίεσης που αυτός της ασκούσε.
Η Αιτήτρια αναφέρει περαιτέρω ότι, κατά το έτος 1999, διαγνώστηκε με κατά πλάκα σκλήρυνση, χωρίς ωστόσο, το γεγονός αυτό να επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή στη συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι συνέχισε να την εξυβρίζει, να την υποτιμά, να καταστρέφει αντικείμενα εντός της οικογενειακής κατοικίας και να επιδεικνύει πλήρη αδιαφορία έναντι της κατάστασης της υγείας της, η οποία περί τον Ιανουάριο του 2023 επιδεινώθηκε σοβαρά με αποτέλεσμα να είναι πλέον καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο και πολλές φορές να παραμένει κλινήρης.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσης τους, ο Καθ’ ου η Αίτηση ασκούσε πλήρη έλεγχο επί των οικονομικών της οικογένειας, περιόριζε την αυτονομία της, την απομόνωνε από συγγενείς και φίλους και παρακολουθούσε τις μετακινήσεις της. Επαναλαμβάνει ότι, από την έναρξη του γάμου τους μέχρι και σήμερα, υφίσταται συνεχή σωματική, ψυχική και λεκτική κακοποίηση, παραθέτοντας σειρά περιστατικών τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβαν χώρα τόσο κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο.
Μεταξύ άλλων, η Αιτήτρια περιγράφει περιστατικό το οποίο ως ισχυρίζεται έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2025, κατά το οποίο ο σύζυγός της φώναζε στην ίδια και στη θυγατέρα τους και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους, με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η παρέμβαση συγγενικών τους προσώπων και, ακολούθως, της Αστυνομίας.
Ως τελευταίο περιστατικό περιγράφει εκείνο που, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβε χώρα στις 17/12/2025, ημερομηνία κατά την οποία ο Καθ’ ου η Αίτηση αναχώρησε για την Αυστραλία. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, πριν από την αναχώρησή του, απέκρυψε από αυτήν τα κλειδιά του γκαράζ και ενός δωματίου της κατοικίας, στο οποίο διατηρούσε προσωπικά της αντικείμενα, ενώ στάθμευσε το αναπηρικό της αυτοκίνητο στον δρόμο, με σκοπό να της προκαλέσει ταλαιπωρία.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η υποτιμητική, προσβλητική και βίαιη συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση έχει πλέον καταστεί ανεξέλεγκτη και ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η περιουσία και τα χρήματά της.
Αναφέρει ακόμη ότι, εξαιτίας της βίαιης και, κατά τους ισχυρισμούς της, αποτρόπαιας συμπεριφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση και του υποδουλωμένου πλέον χαρακτήρα που η ίδια έχει υιοθετήσει, βρήκε τη δύναμη να προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον του στις αστυνομικές αρχές τον Ιανουάριο του 2026. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της προσκόμισε βεβαίωση καταγγελίας ημερομηνίας 15/01/2026 ως Τεκμήριο 3.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι, στις 15/01/2026, όταν προέβη στην πιο πάνω καταγγελία και επειδή δεν μπορούσε προσωρινά να μεταφερθεί σε καταφύγιο λόγω της κατάστασης της υγείας της, μετέβη προσωρινά στην οικία της θυγατέρας της. Προσθέτει, ωστόσο, ότι δεν δύναται να παραμείνει εκεί σε μόνιμη βάση, καθότι η εν λόγω κατοικία δεν διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές που απαιτεί η κατάσταση της υγείας της.
Επίσης, αναφέρει ότι, στις 23/01/2026, απέστειλε γνωστοποίηση προς τον αρμόδιο Επίσκοπο εκδηλώνοντας την πρόθεση της για καταχώριση αγωγής για λύση του γάμου τους, την οποία προσκόμισε ως Τεκμήριο 2.
Καταλήγοντας, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι φοβάται να επιστρέψει στην οικογενειακή κατοικία όσο ο Καθ’ ου η Αίτηση διαμένει εκεί, καθότι η παρουσία του συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τη σωματική και ψυχική της ακεραιότητα. Η συμβίωση της με τον Καθ’ ου η Αίτηση έχει καταστεί αδύνατη και η απομάκρυνσή του από την οικογενειακή εστία είναι αναγκαία καθώς, ως υποστηρίζει, η οικία δεν μπορεί να διαχωριστεί.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει μέσω της ένστασης του, δεκαπέντε λόγους προς απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης, καθώς και τα γεγονότα της υπόθεσης. Με την ένορκη δήλωση του απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, πλην όσων ρητώς αποδέχεται.
Ειδικότερα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η οικογενειακή κατοικία ανεγέρθηκε με χρήματα και των δύο συζύγων.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ήταν αυστηρός, πλην όμως ουδέποτε υπήρξε βίαιος ή κακοποιητικός έναντι της Αιτήτριας ή των τέκνων τους, ενώ ισχυρίζεται ότι οι καταγγελίες στις οποίες αναφέρεται η Αιτήτρια είναι αόριστες, αναπόδεικτες και, κατά την άποψή του, κατασκευασμένες. Προσθέτει ακόμη ότι ορισμένα εκ των περιστατικών που επικαλείται η Αιτήτρια φέρονται να έλαβαν χώρα πριν από δεκαετίες, χωρίς να έχει υποβληθεί οποιαδήποτε σχετική καταγγελία κατά τον χρόνο που, κατ’ ισχυρισμό της, συνέβησαν.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση, αναφέρει ότι, από τότε που η Αιτήτρια διαγνώστηκε με κατά πλάκα σκλήρυνση, ο ίδιος αφιερώθηκε στη φροντίδα της, προβαίνοντας σε προσαρμογές στην οικογενειακή κατοικία, εξασφαλίζοντας της οικιακές βοηθούς και παρέχοντας της οικονομική στήριξη και προσωπική φροντίδα, ακόμη και όταν ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.
Αναφορικά με το περιστατικό το οποίο φέρεται να έλαβε χώρα στις 13/03/2025, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και υποστηρίζει ότι ήταν ο αδελφός της που τον χαστούκισε, αλλά παρότι ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία επέλεξε να μην προχωρήσει σε καταγγελία για να αποφύγει περαιτέρω οικογενειακή ένταση.
Ακολούθως, υποστηρίζει ότι ήταν περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2025 που μετέβη στην Αυστραλία, για να επισκεφθεί τον υιό τους, αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει τόσο την Αιτήτρια όσο και την θυγατέρα τους, προκειμένου η τελευταία να φροντίζει την Αιτήτρια κατά την απουσία του. Περαιτέρω, αρνείται ότι απέκρυψε αντικείμενα ή ότι περιόρισε την Αιτήτρια, υποστηρίζοντας ότι όλα ήταν πάντοτε στη διάθεση της. Ισχυρίζεται ακόμη ότι, όταν επέστρεψε στις 22/01/2026, διαπίστωσε ότι η σύζυγός του είχε εγκαταλείψει την οικογενειακή κατοικία χωρίς προηγουμένως να τον ενημερώσει.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι αποτέλεσμα οικονομικών διαφωνιών και οικογενειακών συγκρούσεων, κυρίως με τη θυγατέρα των διαδίκων, Γ.Χ., η οποία επηρέασε την Αιτήτρια. Υποστηρίζει ότι η σχέση των διαδίκων παρέμεινε καλή επί 56 έτη και ότι η μεταξύ τους συμβίωση δεν έχει καταστεί ανέφικτη. Περαιτέρω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, λόγω της ηλικίας του, ήτοι 77 ετών, των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ότι δεν διαθέτει άλλη κατοικία, η απομάκρυνσή του από τη συζυγική οικία θα του προκαλούσε σοβαρή ταλαιπωρία. Τέλος, ο Καθ’ ου η Αίτηση περιγράφει την οικογενειακή κατοικία και εισηγείται όπως σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος υπέρ της Αιτήτριας, αυτό να περιοριστεί στην παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης τμήματος μόνο της οικίας.
Καταλήγοντας, ζητά την απόρριψη της αίτησης ως καταχρηστική, με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας, επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε άσκησε βία εναντίον της και ότι οι ισχυρισμοί της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης της δήλωσής και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, πλην όσων ρητώς αποδέχεται.
Συμπληρωματικά αναφέρει ότι οι σχέσεις του Καθ’ ου η Αίτηση είναι συγκρουσιακές και με τις δύο θυγατέρες τους, γεγονός που, κατά την άποψή της, καταδεικνύει μια διαχρονική συμπεριφορά ελέγχου, επιθετικότητας και υποτίμησης των γυναικών της οικογένειας, δημιουργώντας κλίμα φόβου και καταπίεσης.
Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση γνωρίζοντας την ευάλωτη κατάσταση της υγείας της, αποχώρησε για την Αυστραλία περί τα τέλη του 2025, αφαιρώντας χρηματικά ποσά και τα κλειδιά του ειδικά διαμορφωμένου αυτοκινήτου, στερώντας της τη δυνατότητα μετακίνησης και κάλυψης των βασικών καθημερινών της αναγκών.
Η Αιτήτρια δηλώνει ότι, εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία στην ηλικία των 77 ετών και αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, επειδή η συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια και τη σωματική της ακεραιότητα. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους και δυνατότητα εξασφάλισης εναλλακτικής κατοικίας, ενώ η ίδια, λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας, δεν έχει αντίστοιχη δυνατότητα.
Καταλήγοντας, τονίζει ότι η υπό κρίση αίτηση δεν αποσκοπεί σε περιουσιακό ή οικονομικό όφελος αλλά αποκλειστικά στην προστασία της σωματικής και ψυχικής της ακεραιότητας.
Νομική Πτυχή:
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις[2]:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» το οποίο αποτελεί το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις[3]. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως[4], σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας υπό το φως των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.
Αφού διαπιστωθεί η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα[5], ενώ δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση[6].
Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17(1) του Ν. 23/90 σύμφωνα με το οποίο:
«Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο ή στον αρμόδιο θρησκευτικό ηγέτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 10, αντίστοιχα, του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον έναν από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το Οικογενειακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει, μόνο εφόσο συναινεί σ’ αυτό και ο τρίτος:
Νοείται ότι, τα Οικογενειακά Δικαστήρια δύνανται, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παρατείνουν την παραχώρηση σε σύζυγο της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της οικογενειακής στέγης ακόμη και μετά από τη λύση του γάμου, για χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη από τη λύση του γάμου.»
Η λέξη «συμβίωση» στο επίμαχο άρθρο του Νόμου έχει την έννοια της γενικά αποδεκτής ομαλής συλλειτουργίας του έγγαμου ζεύγους σε όλες τις εκφάνσεις της σχέσης και δεν συνδέεται με τη συγκατοίκηση ή μη του ζεύγους (βλ. Πηχίδης ν. Πηχίδη (1997) 1 ΑΑΔ 1612).
Το τί συνιστά ειδικές συνθήκες, αποτελεί ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Αναφορικά με την ερμηνεία της φράσης «εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών» καθοδηγητικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1(Α) ΑΑΔ:
«Οι φράσεις: «εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας» και «ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών», δεν είναι τυχαία λεκτική ωραιοποίηση του Νόμου. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του, ο δικαστής παρεμβαίνει αποφασιστικά, και μάλιστα πριν από τη λύση της έγγαμης σχέσης, στην οικογενειακή μονάδα που κατά κανόνα, και γενική αντίληψη, αποτελεί το πιο ισχυρό νήμα στον κοινωνικό ιστό, μιας και αποτελείται από τα πιο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους. Το μέτρο τούτο χαρακτηρίζεται ως «δρακόντειο». Ας μην παρεξηγείται όμως η παρομοίωση που παρουσιάζει το δικαστή να εφαρμόζει αυστηρά και σκληρά μέτρα όπως ο γνωστός νομοθέτης στην αρχαία Αθήνα, Δράκων. Η παρέμβαση του δικαστή, σύμφωνα με τις υπό συζήτηση διατάξεις του άρθρου, στην οικογένεια δεν έχει, για οποιοδήποτε μέλος της, τιμωρητικό χαρακτήρα. Σκοπεί μόνο στη διόρθωση ή τον περιορισμό της παραπέρα επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα μέλη της».
Επίσης, στο σύγγραμμα του Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη[7] διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:
«Κριτήρια (προϋποθέσεις) παραχώρησης της χρήσης: ...Ως ειδικές συνθήκες του κάθε συζύγου, για τις οποίες ο νομοθέτης δεν θέτει όρια προσδιορισμού, μπορούν να θεωρηθούν, με βάση τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, η οικονομική κατάσταση, η επαγγελματική απόσταση από το ακίνητο, η υγεία (σωματική ή ψυχική), η οικονομική ζημία με την αποχώρηση από το ακίνητο, οι συνθήκες εργασίας, η αδυναμία εξεύρεσης στέγης, το ασύμφορο της μετακόμισης, η επιμέλεια των τέκνων κ.ά.»
Εξέταση της αίτησης:
Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια, καθώς και τα όσα οι συνήγοροι τους ανέφεραν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Κατ’ αρχάς, παρόλο που η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της στην άλλη πλευρά και έτσι απώλεσε τη μονομερή υπόσταση της. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης περί μη απόδειξης του κατεπείγοντος και περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν βρίσκουν έρεισμα διότι με την επίδοση της αίτησης στον Καθ’ ου η Αίτηση του δόθηκε η δυνατότητα να παραθέσει τη δική του εκδοχή προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων[8].
Υπό το φως τώρα του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου και του καθήκοντος του Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση αιτήσεων της παρούσας φύσεως, να μην επιλέγει εκδοχές ή να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς ή να αξιολογεί τελικώς την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά να εξετάζει την αίτηση στη βάση της λογικότητας και ποιοτικής επάρκειας των ισχυρισμών της Αιτήτριας[9], προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης με γνώμονα τους λόγους ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση.
Σύμφωνα με το Άρθρο 17(1) του Ν. 23/90 για να δικαιολογείται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου προς έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής κατοικίας, πρέπει να συντρέχει, διαζευκτικά, μία εκ των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) η διακοπή της συμβίωσης των συζύγων, (β) η αποστολή της προβλεπόμενης γνωστοποίησης προς τον οικείο Επίσκοπο, ή (γ) η καταχώριση αγωγής διαζυγίου.
Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας προκύπτει, ως κοινή θέση των διαδίκων, ότι μεταξύ τους έχουν ανακύψει διαφωνίες, ασχέτως αν ο καθένας τις αποδίδει σε διαφορετική αιτία, και ότι η Αιτήτρια αποχώρησε από την οικογενειακή κατοικία περί τον Ιανουάριο του 2026, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους συμβίωση να έχει έκτοτε διακοπεί. Επιπρόσθετα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 που προσκόμισε η Αιτήτρια και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, η τελευταία απέστειλε την εκ του νόμου προβλεπόμενη γνωστοποίηση στον αρμόδιο Επίσκοπο με την οποία εκδηλώνει την πρόθεση της για καταχώριση αγωγής διαζυγίου.
Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, ότι δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
Προχωρώ να εξετάσω την ύπαρξη της δεύτερης προϋπόθεσης, ήτοι εάν η Αιτήτρια έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Η Αιτήτρια αναφορικά με την ύπαρξη «λόγων επιείκειας» και «ειδικών συνθηκών» εστιάζει στην προχωρημένη ηλικία της, στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και στο γεγονός ότι η οικογενειακή κατοικία διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές που την εξυπηρετούν. Ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν αμφισβητεί τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και προσθέτει, μάλιστα, ότι ο ίδιος διαμόρφωσε την συζυγική κατοικία κατά τρόπο που να την εξυπηρετεί. Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 ΑΑΔ 1791, όπου επισημάνθηκε ότι «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία», πόσο μάλλον σε υποθέσεις οικογενειακών διαφορών.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κατσουρίδης (ανωτέρω):
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.»
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια αποχώρησε από την οικογενειακή κατοικία και φιλοξενείται στην οικία της θυγατέρας της, η οποία δεν διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές που εξυπηρετούν την καλύτερη διαβίωση της, εν αντιθέσει με την οικογενειακή κατοικία. Συνεπώς, η φιλοξενία της Αιτήτριας στην οικία της θυγατέρας της δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να θεωρηθεί ως δυνατότητα μόνιμης διαμονής της σε άλλη οικία, καθόσον επηρεάζει το επίπεδο της καθημερινής της διαβίωσης.
Επιπρόσθετα, προκύπτει, έστω και σε προκαταρκτικό στάδιο, ότι οι σχέσεις των διαδίκων χαρακτηρίζονται από ένταση καθώς υφίστανται μεταξύ τους διαφωνίες επί σειρά ζητημάτων, γεγονός που καθιστά δυσχερή την ομαλή συνύπαρξή τους κάτω από την ίδια στέγη. Συνεπώς, τυχόν επιστροφή της στην οικογενειακή κατοικία, χωρίς την προηγούμενη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω όξυνσης των ήδη διαταραγμένων σχέσεων των διαδίκων.
Επομένως, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρείς εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει πρωτίστως υπόψη τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κατσουρίδης (ανωτέρω) αναφορικά με την ερμηνεία και τον σκοπό του άρθρου 17(1) του Ν. 23/90, όπου επισημάνθηκε ότι: «η παρέμβαση του δικαστή, σύμφωνα με τις υπό συζήτηση διατάξεις του άρθρου, στην οικογένεια δεν έχει, για οποιοδήποτε μέλος της, τιμωρητικό χαρακτήρα. Σκοπεί μόνο στη διόρθωση ή τον περιορισμό της παραπέρα επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα μέλη της.»
Κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, σημειώνω ότι δεν έχουν διαφύγει της προσοχής μου οι ισχυρισμοί του Καθ’ ου η Αίτηση αναφορικά με την ηλικία του και τα προβλήματα υγείας που ο ίδιος αντιμετωπίζει. Εντούτοις, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προωθεί τη θέση ότι η κατάσταση της υγείας του απαιτεί τη διαμονή του στην οικογενειακή κατοικία, αλλά ότι τυχόν απομάκρυνση του από αυτήν θα του προκαλούσε ταλαιπωρία, χωρίς να δίδεται η όποια περαιτέρω διευκρίνηση ή επεξήγηση. Αντιθέτως, είναι η θέση της Αιτήτριας, ως επανειλημμένα έχει ανωτέρω αναφερθεί, ότι η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι η οικογενειακή κατοικία διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές για την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων αναγκών της. Θέση η οποία όχι μόνο έγινε αποδεκτή από τον Καθ’ ου η Αίτηση αλλά και επιβεβαιώθηκε μέσω της μαρτυρίας του.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διαθέτει επαρκές εισόδημα και την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει εναλλακτική κατοικία παρέμεινε αναντίλεκτος, ενώ δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου.
Αναφορικά με την εισήγηση του Καθ’ ου η Αίτηση όπως παραχωρηθεί στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση μέρους μόνο της συζυγικής κατοικίας, την οποία η τελευταία απορρίπτει ως ανέφικτη, σημειώνω ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ή άλλο αποδεικτικό υλικό από το οποίο να προκύπτει ότι η κατοικία είναι δεκτική λειτουργικού διαχωρισμού, ούτε στοιχεία ως προς τον τρόπο υλοποίησης ενός τέτοιου διαχωρισμού ή ως προς το κόστος και τον χρόνο που θα απαιτούνταν για την πραγματοποίησή του.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εμφανίζουν την απαιτούμενη λογική και ποιοτική επάρκεια για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενώ οι θέσεις του Καθ’ ου η Αίτηση, παρότι συνεκτιμήθηκαν δεόντως, δεν αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό τους ισχυρισμούς της ώστε να αποκλείεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος.
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των ακόλουθων διαταγμάτων:
1. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό xxxx, στην Κλήρου.
2. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να εγκαταλείψει την οικογενειακή κατοικία η οποία βρίσκεται στην οδό xxxx, στην Κλήρου, εντός 10 ημερών από την επίδοση σε αυτόν πιστού αντιγράφου του παρόντος διατάγματος.
3. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να εισέρχεται ή χρησιμοποιεί και με οποιοδήποτε τρόπο παρενοχλεί την ειρηνική διαβίωση της Αιτήτριας εντός της οικογενειακής κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό xxxx, στην Κλήρου.
Τα πιο πάνω διατάγματα θα ισχύουν μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Ως προς τα έξοδα, ενόψει της φύσεως και των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η πιο κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης.
(Υπ.)………………………..
Θ. Διάκου, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020
[2] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 ΑΑΔ 557, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 ΑΑΔ 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253
[3] Βλ. Οdysseos υποσημείωση 2 (ανωτέρω) σελ. 569
[4] Βλ. υποσημείωση 2 (ανωτέρω)
[5] Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ’’Βασίλη (1989) 1Ε ΑΑΔ 152
[6] Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 263
[7] Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Ε’, Αθήνα 2004, σελ. 276
[8] Βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 ΑΑΔ 43, Μαρκιτανής v. Μουτζούρη (2000) 1 ΑΑΔ 923, Αυγή Κασπάρη κ.ά. v. Βάσου Ανδρέου (2004) 1 ΑΑΔ 784
[9] Βλ. Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015 και Πόλα Ιορδάνου ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 4/2022, 08/11/2022
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο