Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 555/25, 30/10/2026
print
Τίτλος:
Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 555/25, 30/10/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 555/25i

 

Μεταξύ:

Ν.Μ.

Αιτητή

και

 

Ε.Π.

Καθ’ ης η αίτηση

 

Συνεκδικαζόμενες ενδιάμεσες αιτήσεις ημερομηνίας

22/10/2025 και 23/03/2026 

 

Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Αιτητή: κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης με κα. Μύρια Νικολάου Πετρίδη για κ.κ. Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για την Καθ’ ης η αίτηση: Την υπόθεση χειρίστηκε το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για να ακούσει απόφαση εμφανίζεται το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. ΑΡΓΥΡΟΥ & ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΔΕΠΕ (νυν δικηγόροι Καθ’ ης η αίτηση)

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή:

 

Ο Αιτητής καταχώρισε στις 22/10/2025 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του ανατίθεται η αποκλειστική γονική μέριμνα, φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του ανήλικου υιού των διαδίκων Κ.Μ. και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή. Περαιτέρω, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση ή και οι δύο διάδικοι να προβούν σε ψυχιατρική αξιολόγηση για την ικανότητά τους να ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου. Διαζευκτικά, αιτείται την έκδοση διατάγματος συνεπιμέλειας και καθορισμού ως τόπου διαμονής του ανηλίκου του τόπου διαμονής των διαδίκων καθώς και διατάγματος με το οποίο να του επιτρέπεται να αποφασίζει μονομερώς για όλα τα θέματα εκπαίδευσης του ανηλίκου.

 

Την ίδια ημέρα ο Αιτητής καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, με την οποία αιτείται την έκδοση πανομοιότυπων διαταγμάτων με αυτά της εναρκτήριας αίτησης καθώς και πρόσθετου απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Μετά την επίδοση, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 05/11/2025.

 

Σημειώνεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση είχε καταχωρίσει στις 24/10/2025 την υπ’ αριθμό 563/2025 αίτηση γονικής μέριμνας καθώς και ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 31/10/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας, η οποία επίσης διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Μετά την επίδοση, ο Αιτητής καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 10/11/2025. Εν τέλει, οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν όπως η υπ’ αριθμό 563/2025 αίτηση αποσυρθεί και καταχωριστεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και όπως επανακαταχωριστεί η ενδιάμεση αίτηση της Καθ’ ης η αίτηση και συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση.

 

Ως εκ τούτου, στις 23/03/2026, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται να της ανατεθεί η επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της. Διαζευκτικά, αιτείται τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου. Την ίδια ημέρα καταχώρισε και την ενδιάμεση αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να της ανατίθεται η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της καθώς και απαγορευτικού διατάγματος.  

 

Στο εξής, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, ο Αιτητής θα αναφέρεται ως ο «πατέρας» και η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 22/10/2025 ως η «πρώτη αίτηση» και η Καθ’ ης η αίτηση θα αναφέρεται ως η «μητέρα» και η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 23/03/2026 ως η «δεύτερη αίτηση».

 

Η πρώτη αίτηση:

 

Ως αναφέρθηκε, τα προσωρινά διατάγματα που ζητά ο πατέρας είναι όμοια με αυτά της εναρκτήριας αίτησης πλέον διατάγματος «(…) το οποίο να απαγορεύει στην Καθ’ ης η αίτηση να απομακρύνει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, Κ.Μ., από την εκάστοτε κατοικία διαμονής του με τον Αιτητή, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια και/ή συγκατάθεση του Αιτητή και/ή χωρίς την άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου, μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου».

 

Η μητέρα καταχώρισε ένσταση στις 16/03/2026, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας, προβάλλοντας έντεκα λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν τόσο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ο μεν πατέρας στις 30/04/2026, η δε μητέρα στις 26/05/2026 και επίσης υιοθέτησαν το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεών τους που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης αίτησης.

 

Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, προκύπτει ως κοινή θέση ότι αμφότεροι είναι Κύπριοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στην επαρχία Λευκωσίας. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 27/05/2017 στον Ιερό Ναό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό και απέκτησαν ένα παιδί, τον Κ.Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 22/04/2020. Οι διάδικοι τον Ιούλιο του 2019 εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη κατοικία στη Λακατάμια η οποία αποτέλεσε τη συζυγική τους κατοικία μέχρι και τη διάστασή τους, η οποία επήλθε τον Δεκέμβριο του 2024. Ο πατέρας αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία στην οποία έκτοτε διαμένει η μητέρα με τον ανήλικο.  

 

Ο πατέρας στην ένορκή του δήλωση, η οποία συνοδεύεται από δύο τεκμήρια, αναφέρει ότι η μητέρα παρουσίαζε ανέκαθεν υπερβολική ανησυχία για ζητήματα υγείας, φοβίες και εμμονές, οι οποίες προοδευτικά επηρέασαν τόσο την προσωπικότητά της όσο και τη σχέση τους. Λόγω επιδείνωσης της ψυχικής της υγείας, η μητέρα απευθύνθηκε σε ψυχολόγο και στη συνέχεια σε ψυχίατρο και έλαβε φαρμακευτική αγωγή, την οποία μετά από μακροχρόνια πρόσληψη διέκοψε όταν έμεινε έγκυος. Μετά τη γέννηση του ανηλίκου, ο πατέρας ισχυρίζεται ότι τα συμπτώματά της χειροτέρεψαν με αποτέλεσμα να αποταθεί ξανά σε ψυχίατρο και να λάβει φαρμακευτική αγωγή πλην όμως συνέχισε να έχει τις ίδιες φοβίες και εμμονές οι οποίες επεκτείνονται και στον ανήλικο, τον οποίο δεν αφήνει να παίξει στην αυλή από φόβο μήπως λερωθεί ή κρυώσει, τον μεταφέρει με το παραμικρό στον παιδίατρο, τον απομονώνει στο σπίτι αποφεύγοντας να τον στείλει ακόμα και στο σχολείο επίσης από φόβο μήπως κολλήσει κάποια ασθένεια από άλλα παιδιά. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της αυτής ο ανήλικος σημείωσε 47 απουσίες κατά την περσινή χρονιά και το σχολείο τους κάλεσε να δώσουν σχετικές εξηγήσεις. Σύμφωνα με τον πατέρα κατά το έτος 2023, η ψυχικής υγεία της μητέρας επιδεινώθηκε δραματικά και έγινε δυσλειτουργική τόσο σε θέματα που αφορούσαν την καθημερινότητα και την εργασία της όσο και στην άσκηση του γονικού της ρόλου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η μητέρα αρνείτο να δώσει το τηλέφωνό της στους δασκάλους ή θεραπευτές του παιδιού και έδινε πάντοτε το δικό του ή της μητέρας της και όταν ο ανήλικος χρειάστηκε μαθήματα λογοθεραπείας, έδωσε μόνο τον αριθμό τηλεφώνου της μητέρας της. Επίσης ισχυρίζεται ότι μέχρι και την ηλικία των πέντε ετών η μητέρα αρνείτο να εγγράψει τον ανήλικο σε οποιαδήποτε δραστηριότητα στερώντας του την ευκαιρία κοινωνικοποίησης και ανάπτυξης. Είναι η θέση του ότι το βάρος των ευθυνών και υποχρεώσεων του σπιτιού έπιπτε στους ώμους του με τη μητέρα να είναι κοινωνικά αποκλεισμένη. Εξαιτίας των ψυχολογικών της προβλημάτων οι γονείς της αναγκάστηκαν να μετακομίσουν από τη Λεμεσό στο διαμέρισμά τους στη Λευκωσία, προκειμένου να τη στηρίξουν στο γονικό της ρόλο, κάτι όμως που δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της οικογένειας. Ο πατέρας αναφέρει ότι είχε προτείνει στη μητέρα να μένει ο ανήλικος στο σχολείο σε δραστηριότητες μέχρι τις 15:00 οπότε και θα μπορούσε ο ίδιος να τον παραλαμβάνει διότι οι δραστηριότητες θα τον ωφελούσαν και επειδή δεν επιθυμούσε τη μόνιμη παρουσία των γονέων της στο σπίτι τους. Τελικά η μητέρα επέβαλε τη θέση της και οι γονείς της παραλάμβαναν τον ανήλικο από το σχολείο στις 13:30, μετέβαιναν στη συζυγική στέγη, μαγείρευαν και παρέμεναν εκεί μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος. Της αποδίδει επίσης υπέρμετρη προσκόλληση και εξάρτηση από τους γονείς της των οποίων η καθημερινή παρουσία στη συζυγική στέγη είχε οδηγήσει στην πλήρη ανικανότητα της. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η μητέρα τον εξύβριζε και εκδήλωνε βίαιη συμπεριφορά παρουσία του ανηλίκου, τον αγνοεί και ασκεί μονομερώς και ετσιθελικά κακή γονική μέριμνα με τη βοήθεια και μόνιμη παρέμβαση των γονέων της εντός της οικογενειακής εστίας. Είναι η θέση του πατέρα ότι όλα αυτά οδήγησαν στη διάστασή τους τον Δεκέμβριο του 2024 οπότε μετά από μία διαφωνία με τη μητέρα εκείνη και ο πατέρας της τον εξανάγκασαν να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία πράγμα το οποίο έπραξε για να μην οξυνθεί περισσότερο η κατάσταση.

 

Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι μετά την εκδίωξή του από το σπίτι διέμενε προσωρινά με τους γονείς του και δεν ανέφεραν τίποτε στον ανήλικο μέχρι να βρεθεί λύση για όλα τα θέματα. Καθ’ όλη την περίοδο αυτή και μέχρι το καλοκαίρι του 2025 έμενε εκ περιτροπής με τη μητέρα στη συζυγική κατοικία και η μητέρα διέμενε στους γονείς της όταν ο ίδιος διανυκτέρευε εκεί. Πέραν τούτου είχε καθημερινή επαφή με τον ανήλικο, τον παραλάμβανε από το σχολείο και μετέβαινε στο σπίτι για να τον κοιμίσει. Ο πατέρας αναφέρει ότι από τον Αύγουστο του 2025 φιλοξενείται σε διαμέρισμα που του παραχώρησε προσωρινά φίλος του και υποστηρίζει ότι ανέκαθεν συμμετείχε στη φροντίδα του ανηλίκου και μετά τη διάσταση είχε καθημερινή και διευρυμένη πρόσβαση, με τη μητέρα να συμφωνεί και να ενθαρρύνει. Αναφέρει ότι ενέγραψε τον ανήλικο σε δραστηριότητες περιλαμβανομένων τένις, ποδοσφαίρου και κολύμβησης και μεριμνούσε για τη μεταφορά και συνοδεία του αφού η μητέρα αδυνατούσε ή αρνείτο να το πράξει με αποτέλεσμα ο ανήλικος να χάσει μαθήματα αλλά και συνεδρίες λογοθεραπείας τις οποίες ξεκίνησε μετά από εισήγηση της δασκάλας κολύμβησης και σχετικής εργοθεραπευτικής αξιολόγησης στις 09/09/2025, η οποία κατέδειξε δυσκολίες στον κινητικό συντονισμό και ανάγκη εργοθεραπευτικής παρέμβασης. Επίσης, αναφέρει ότι απευθύνθηκε σε ψυχολόγο για βοήθεια, στήριξη και διαχείριση της κατάστασης δεδομένης της επιβαρυμένης ψυχικής υγείας της μητέρας και ότι δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για να μην εκθέσει τη μητέρα από τη στιγμή που διέμεναν εκ περιτροπής στη συζυγική κατοικία και είχε καθημερινή επαφή με τον ανήλικο. Ωστόσο, ως ισχυρίζεται ο πατέρας, περί τις αρχές Ιουνίου του 2025 η μητέρα άρχισε να μεταβάλλει τη στάση της και με διάφορες προφάσεις εμπόδιζε την καθημερινή του επαφή με τον ανήλικο, προσπαθούσε να αλλάξει την κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε και έφτασε στο σημείο να τον απειλεί ότι θα μετακομίσει με το παιδί στη Λεμεσό, γεγονός που τον οδήγησε στην καταχώριση προηγούμενης αίτησης γονικής μέριμνας. Στο πλαίσιο εκείνης της αίτησης εκδόθηκε στις 08/07/2025 εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα, το οποίο προέβλεπε επικοινωνία των διαδίκων με τον ανήλικο εναλλάξ ανά δύο ημέρες, από τις 12/07/2025 μέχρι τις 07/09/2025. Ωστόσο, σε συνάντηση που είχαν περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2025 για σκοπούς διευθέτησης, η μητέρα αναίρεσε τα συμφωνηθέντα και θεωρεί ότι είναι ικανή και κατάλληλη να έχει μόνη της τη φύλαξη του ανηλίκου και ο ίδιος να έχει περιορισμένη επικοινωνία. Έκτοτε, ως ισχυρίζεται ο πατέρας, τον εμποδίζει προκλητικά και ετσιθελικά και είναι θέμα χρόνου να τον αποξενώσει. Μάλιστα μετά τη λήξη του προαναφερόμενου διατάγματος επικοινωνίας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πληροφορήθηκε τη νέα του σχέση με άλλη γυναίκα έγινε περισσότερο εκδικητική και αρνείται συστηματικά τη διευρυμένη πρόσβασή του στον ανήλικο επικαλούμενη προσχηματικούς και αβάσιμους λόγους και προκειμένου να τον δυσκολέψει τον αναγκάζει να μεταβαίνει στη Λεμεσό για να τον παραλάβει. Είναι η θέση του ότι από τον Σεπτέμβριο του 2025 στερείται ουσιαστικής επαφής με τον ανήλικο, με τη μητέρα να μεταβαίνει όλα τα Σαββατοκύριακα στη Λεμεσό λέγοντάς του προκλητικά ότι δεν θα βλέπει τον ανήλικο γιατί δεν υπάρχει διάταγμα και πλέον για να μπορέσει να έχει επικοινωνία με τον ανήλικο πρέπει να προλάβει να τον παραλάβει πρώτος από το σχολείο.

 

Ως προς την προηγούμενη αίτηση γονικής μέριμνας που είχε καταχωρίσει αναφέρει ότι σκοπός ήταν να αποτρέψει την μετακίνηση του ανηλίκου σε άλλη πόλη και να διασφαλίσει προσωρινά την εμπλοκή του στη ζωή του πλην όμως δεν κάλυπτε αίτημα ανάθεσης της φύλαξης και φροντίδας στον ίδιο οπότε την απέσυρε άνευ βλάβης για να καταχωρίσει την παρούσα. Ο πατέρας θεωρεί τον εαυτό του τον μόνο κατάλληλο από τους δύο γονείς να αναλάβει τη φροντίδα του ανηλίκου εφόσον ασκούσε ανέκαθεν άψογα και με υπευθυνότητα το γονικό του ρόλο σε αντίθεση με τη μητέρα που αδυνατεί να ανταποκριθεί από τη γέννησή του. Το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει είναι ευρύχωρο και διαθέτει όλες τις ανέσεις για την παροχή αρμονικής διαμονής του ανηλίκου. Καταληκτικά υποστηρίζει ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία ώστε να συνεχίσει να ασκεί απερίσπαστα το γονικό του ρόλο προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου και ότι πληρούνται όλες οι εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις.

 

Η μητέρα στην ένορκή της δήλωση, η οποία συνοδεύεται από είκοσι δύο τεκμήρια, αρνείται τους ισχυρισμούς του πατέρα και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν ήταν συμπαραστατικός σύζυγος ενώ απουσίαζε συνέχεια από το σπίτι τους είτε για προσωπικούς είτε για επαγγελματικούς λόγους. Η αυταρχική, κακοποιητική, εκφοβιστική συμπεριφορά του πατέρα έναντί της, ο οποίος της ασκούσε σωματική και λεκτική βία ήταν που της προκάλεσε έντονο άγχος και προκειμένου να το διαχειριστεί απευθύνθηκε σε ειδικό και έλαβε προσωρινά φαρμακευτική αγωγή χωρίς να επηρεάσει την ικανότητά της να φροντίζει το παιδί και το σπίτι της και να εργάζεται. Ισχυρίζεται ότι η ίδια ανέκαθεν μεριμνούσε για ό,τι αφορούσε τον ανήλικο και πάντοτε ακολουθούσε τις οδηγίες της παιδιάτρου σε αντίθεση με τον πατέρα ο οποίος επεδείκνυε μεγάλη ανευθυνότητα στα θέματα υγείας του παιδιού. Αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε επεδίωξε να απομονώσει το παιδί στο σπίτι, οι απουσίες του από το σχολείο οφείλονταν σε λόγους υγείας και ήταν 41 και όχι 47 ως ισχυρίζεται ο πατέρας και ήταν ο ίδιος που επικοινώνησε με το σχολείο για να της δημιουργήσει πρόβλημα. Επίσης αναφέρει ότι λόγω του χωρισμού της ο ανήλικος βίωνε έντονο άγχος και τα πρωινά που τον μετέφερνε στο σχολείο της έλεγε ότι τον πονάει η κοιλιά ή έκανε εμετό κάτι που συνέβαινε συνήθως όταν ο πατέρας τηλεφωνούσε και φώναζε ή την έβριζε. Επίσης είναι η θέση της ότι μόνο όταν το παιδί ήταν άρρωστο ή δεν το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες δεν έβγαιναν στην αυλή να παίξουν. Η μητέρα αρνείται ότι ήταν δυσλειτουργική ως της αποδίδει ο πατέρας και αντιτείνει ότι ποτέ δεν της επέτρεπε να λάβει κάποια απόφαση ή πρωτοβουλία όσον αφορούσε την οικία τους. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι έχει τακτική επικοινωνία με τους εκπαιδευτικούς και θεραπευτές του ανηλίκου και ότι τον μεταφέρει στη λογοθεραπεία κάθε δεύτερη Παρασκευή, στην κολύμβηση κάθε Πέμπτη και στην εργοθεραπεία αποκλειστικά η ίδια. Όσον αφορά τα μαθήματα λογοθεραπείας, αναφέρει ότι ενέγραψε τον ανήλικο τον Σεπτέμβριο του 2024 και επειδή η μόνη διαθέσιμη ημέρα ήταν η Τρίτη που εργάζεται μέχρι τις 18:00, η μητέρα της πρότεινε να τον πηγαίνει. Ισχυρίζεται ότι ο πατέρας αυθαίρετα και χωρίς να τη ρωτήσει ενέγραψε τον ανήλικο τον Μάιο του 2025 σε άλλο λογοθεραπευτήριο κοντά στην εργασία του για να τον πηγαίνει εκείνος κάθε Τετάρτη και στη συνέχεια κάθε Παρασκευή ενώ τον Σεπτέμβριο του 2025 της ανακοίνωσε αυταρχικά ότι κάθε δεύτερη Παρασκευή θα τον πηγαίνει η ίδια. Είναι η θέση της ότι ο πατέρας γενικά λαμβάνει μονομερώς αποφάσεις για τις δραστηριότητες και τις θεραπείες του ανηλίκου, απαιτώντας αλλαγές στο πρόγραμμά του και αδιαφορώντας για την άποψή της και την άποψη του παιδιού. Περαιτέρω, αρνείται ότι περιόριζε τις δραστηριότητες και τις κοινωνικές επαφές του ανηλίκου και αναφέρει ότι η ίδια τον ενέγραψε και τον μετέφερε το 2021-2022 σε μουσική προπαίδεια, το 2023 και το 2024 σε ποδόσφαιρο και κάθε Ιούλιο σε θερινό σχολείο. Επίσης αναφέρει ότι τον ενέγραφε στο «supervision» του σχολείου τρεις φορές την εβδομάδα μέχρι τις 15:00-15:30 από όπου τον παραλάμβανε η ίδια ενώ ο πατέρας ουδέποτε της πρότεινε να τον παραλάβει. Επίσης, αναφέρει ότι όταν ο ανήλικος επιστρέφει από τον πατέρα του είναι ανήσυχος και αναστατωμένος και εκδηλώνει συμπεριφορές που πιστεύει ότι οφείλονται στην αρνητική επιρροή του στο παιδί και ότι συνιστά κακό πρότυπο. Η μητέρα απορρίπτει τον ισχυρισμό περί υπέρμετρης εξάρτησης από τους γονείς της και εξηγεί ότι τη βοηθούν στη φροντίδα του παιδιού όταν εργάζεται και ότι ανέλαβαν συστηματικά την παραλαβή του από το σχολείο όταν ο πατέρας δήλωσε ότι δεν μπορούσε λόγω εργασίας. Αρνείται επίσης τη βίαιη και ασταθή συμπεριφορά που της καταλογίζει ο πατέρας και ισχυρίζεται ότι ήταν εκείνος που την προκαλούσε και την εξύβριζε μέχρι να εξοργιστεί και στη συνέχεια την βιντεογραφούσε χωρίς τη συγκατάθεσή της και την απειλούσε ότι θα δείξει τα βίντεο και θα την ρεζιλέψει. Περαιτέρω αρνείται ότι αποφάσιζε μονομερώς για το παιδί και ότι οι γονείς της βρίσκονταν καθημερινά στην οικογενειακή εστία. Αντιτείνει ότι πάντοτε τον ενημέρωνε για ό,τι αφορούσε το παιδί σε αντίθεση με εκείνον και ότι οι γονείς της τους προσέφεραν βοήθεια στη φροντίδα του ανηλίκου κάτι το οποίο ποτέ δεν εκτίμησε. Αναφέρει επίσης ότι ο πατέρας τον Απρίλιο του 2025 επισκέφτηκε ψυχολόγο για να τους συμβουλέψει με ποιο τρόπο να ανακοινώσουν στον ανήλικο το χωρισμό τους και της ζήτησε να την επισκεφτεί και η ίδια πράγμα που έπραξε. Παρά την εισήγηση της ψυχολόγου να ανακοινώσουν μαζί στον ανήλικο το χωρισμό τους, ο πατέρας μία μέρα που ήταν θυμωμένος το ανακοίνωσε μόνος του στο παιδί αποδίδοντας στην ίδια όλη την ευθύνη.

 

Η μητέρα ισχυρίζεται ότι μετά την αποχώρηση του πατέρα από το σπίτι, δηλαδή από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο του 2025, κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο ο πατέρας διέμενε με τον ανήλικο στην συζυγική κατοικία μέχρι την Κυριακή το απόγευμα και η ίδια πήγαινε στο πατρικό της στη Λεμεσό και τις καθημερινές ο πατέρας τον επισκεπτόταν δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα για δύο ώρες περίπου είτε στο σπίτι είτε πήγαιναν βόλτα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι περί τα μέσα Απριλίου του 2025, ο πατέρας της ανακοίνωσε το πρόγραμμα επικοινωνίας που είχε διαμορφώσει με την ψυχολόγο, σύμφωνα με  το οποίο ο ανήλικος θα ήταν μαζί του κάθε Δευτέρα από τις 17:30 μέχρι τις 19:00, κάθε Τετάρτη από τις 13:20 με παραλαβή από το σχολείο μέχρι την Πέμπτη το πρωί με παράδοση στο σχολείο, κάθε Παρασκευή από τις 13:20 μέχρι τις 19:00 και κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από τις 09:00 το Σάββατο μέχρι τις 17:00 της Κυριακής. Επίσης το Σαββατοκύριακο που ο ανήλικος δεν θα ήταν με τον πατέρα, ο τελευταίος θα είχε το παιδί την Κυριακή από τις 17:00 μέχρι τις 19:00. Ωστόσο, ο πατέρας δεν τήρησε αυτό το πρόγραμμα και το άλλαζε διαρκώς. Η ίδια του ξεκαθάρισε ότι δεν συμφωνεί με αυτό το πρόγραμμα και διευθέτησε συνάντηση με την ψυχολόγο κατά την οποία της ανέφερε ότι την Τρίτη σχολάει στις 18:00 οπότε δεν μπορεί να είναι με τον ανήλικο αλλά και κάποιες ανησυχητικές συμπεριφορές που εκδηλώνει ο ανήλικος όταν επιστρέφει από τον πατέρα του. Η ψυχολόγος της συνέστησε να ξαναδούν το πρόγραμμα και σε περίπτωση που δεν καταλήξουν να αποταθεί σε δικηγόρο. Έτσι, η μητέρα του εισηγήθηκε να αλλάξουν την Τρίτη με την Τετάρτη πλην όμως ο πατέρας ήταν ανένδοτος διότι η Τρίτη είναι η ημέρα που μεταβαίνει στο γραφείο του στη Λεμεσό. Η μητέρα του επεσήμανε ότι από τη στιγμή που η δουλειά είναι δική του μπορεί να προσαρμόσει το πρόγραμμά του όμως και πάλι ο πατέρας δεν δέχτηκε. Σύμφωνα με τη μητέρα, περί τα τέλη Μαΐου του 2025 οπότε ο πατέρας μετακόμισε στο διαμέρισμά του, είχε μαζί του τον ανήλικο κάθε Δευτέρα από τις 17:30 μέχρι τις 19:00, την Τετάρτη τον παραλάμβανε από το σχολείο στις 13:20, κάποιες Παρασκευές το απόγευμα και κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Όσον αφορά τις Τετάρτες ο ανήλικος άρχισε να διανυκτερεύει με τον πατέρα από τις 21/05/2025. Ως προς την προηγούμενη διαδικασία, η μητέρα αναφέρει ότι ο πατέρας καταχώρισε στις 17/06/2025 την υπ’ αριθμό 337/2025 αίτηση γονικής μέριμνας και ότι στις 08/07/2025 συμφωνήθηκε προσωρινό πρόγραμμα για τα Σαββατοκύριακα και τις θερινές διακοπές πλην όμως ο ανήλικος παρέμεινε μαζί της τις περισσότερες ημέρες Ιουλίου και Αυγούστου διότι ο πατέρας δεν επιθυμούσε περισσότερες ημέρες επικοινωνίας. Επίσης, αναφέρει ότι από τις 05/09/2025, ημέρα Παρασκευή, πήρε τον ανήλικο από το σχολείο και παρά τη διαφωνία της τον επέστρεψε την επόμενη ημέρα το πρωί, αποκλείοντάς την από το τηλέφωνό του ώστε να μην μπορεί να μιλήσει με το παιδί. Έκτοτε ο πατέρας συνεχίζει το ίδιο κάθε δεύτερη Παρασκευή. Περαιτέρω, η μητέρα αναφέρει ότι στις 03/10/2025 σε συνάντηση που είχαν με τους δικηγόρους τους, ο πατέρας ζητούσε πέντε διανυκτερεύσεις κάθε δύο εβδομάδες αντί τέσσερις όπως εφάρμοζαν τότε ενώ η ίδια δεχόταν τρεις «λόγω της ιδιόρρυθμης συμπεριφοράς του η οποία αποτελεί κακό πρότυπο για τον ανήλικο» και λόγω του ωραρίου εργασίας του που είναι από τις 07:00 μέχρι τις 19:00 και «δεν μπορεί ούτε θέλει να αναλάβει περισσότερες ημέρες τη φροντίδα του ανηλίκου». Η μητέρα ισχυρίζεται ότι από τις 23/02/2026 μέχρι τις 27/02/2026 ο πατέρας κράτησε τον ανήλικο παρά τη διαφωνία της και δεν της επέτρεπε ούτε να του μιλήσει στο τηλέφωνο. Είναι η θέση της ότι η απουσία δικαστικής ρύθμισης επιτρέπει στον πατέρα να κάνει ό,τι θέλει διαταράσσοντας την καθημερινή σταθερότητα και την ισορροπία του ανηλίκου ο οποίος βρίσκεται σε ευαίσθητη ηλικία και χρειάζεται να ξέρει ποιες ημέρες θα βρίσκεται με τον πατέρα του και ποιες με τη μητέρα του ώστε να αισθάνεται ασφάλεια. Επιπλέον, η μητέρα αρνείται ότι ο πατέρας ήταν άμεσα αναμεμιγμένος στην καθημερινή φροντίδα του ανηλίκου και ισχυρίζεται ότι προτεραιότητά του ήταν η δουλειά του, η ομάδα του, οι έξοδοι του και τελευταία η οικογένειά του. Επίσης αρνείται ότι ο ανήλικος έχασε μεγάλο αριθμό συνεδριών λογοθεραπείας όταν βρισκόταν μαζί της, υποστηρίζοντας ότι δεν τον μετέφερε μόνο όταν ήταν άρρωστος και αποδίδει αντίστοιχες παραλείψεις στον πατέρα για προσωπικούς του όμως λόγους. Η μητέρα εκφράζει τη διαφωνία της με το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που ο πατέρας μονομερώς καθόρισε για τον ανήλικο, το οποίο θεωρεί υπερφορτωμένο για την ηλικία του. Όσον αφορά την εργοθεραπεία, αναφέρει ότι η ίδια μετέφερε τον ανήλικο στην εργοθεραπευτική αξιολόγηση στις 09/09/2025 και έκτοτε τον μεταφέρει στις συνεδρίες και ασχολείται μαζί του στο σπίτι για την ενίσχυση των δεξιοτήτων του. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι πάντοτε παρέδιδε τον ανήλικο στον πατέρα σύμφωνα με το πρόγραμμα που μόνος του δημιούργησε, αν και δεν συμφωνούσε, ώστε να αποφεύγονται οι μεταξύ τους προστριβές και ότι ο πατέρας ήταν αυτός που πολλές φορές δεν το εφάρμοζε και αρνείται ότι έγινε εκδικητική και ότι επεδίωκε την απομάκρυνση ή αποξένωση του ανηλίκου από τον πατέρα. Επίσης εξηγεί ότι οι μεταβάσεις στη Λεμεσό αφορούσαν επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους, συνήθως με το παιδί κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Αρνείται ότι ανάγκασε τον πατέρα να μεταβαίνει στη Λεμεσό για να παραλάβει τον ανήλικο και ισχυρίζεται ότι ήταν ο ίδιος που προθυμοποιήθηκε να το πράξει αφού η γυναίκα με την οποία διατηρεί δεσμό διαμένει στη Λεμεσό. Μάλιστα, ως αναφέρει η μητέρα, από τον Νοέμβριο του 2025 μέχρι σήμερα ο πατέρας τις Κυριακές που είναι με τον ανήλικο τον μεταφέρει στη Λεμεσό και συναντούν τη γυναίκα αυτή με τα δύο της παιδιά. Επίσης, αναφέρει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2025 ο πατέρας της δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να βλέπει τον ανήλικο κάθε Δευτέρα αλλά κάθε δεύτερη Δευτέρα λόγω κίνησης και το ίδιο αποφάσισε και για τις Παρασκευές αφαιρώντας ο ίδιος δύο απογεύματα μέσα στις δεκατέσσερις μέρες.

 

Περαιτέρω, η μητέρα ισχυρίζεται ότι κάποιες φορές η συμπεριφορά του πατέρα προς τον ανήλικο λόγω έλλειψης αυτοελέγχου είναι κακοποιητική και εκφοβιστική και παραθέτει προς τούτο περιστατικά που της μετέφερε ο ανήλικος, τα οποία καταδεικνύουν αμέλεια ως προς τη φροντίδα της υγείας και της ασφάλειας του παιδιού. Επίσης αναφέρει ότι ο πατέρας παραλείπει να την ενημερώσει για πράγματα που συμβαίνουν όταν ο ανήλικος είναι μαζί του και δεν συμμορφώνεται με ιατρικές οδηγίες. Είναι η θέση της ότι ο πατέρας τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των τεσσεράμισι ετών του ανηλίκου πολύ λίγο πραγματικό ενδιαφέρον επέδειξε για αυτόν σε αντίθεση με την ίδια που ήταν ανέκαθεν αφοσιωμένη εξ ολοκλήρου στο παιδί. Αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν το διαμέρισμα του πατέρα διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό, επειδή δεν της επέτρεψε να το επισκεφθεί και περιγράφει το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο ανήλικος και διαμένουν μέχρι σήμερα ως κατάλληλο και οικείο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της μητέρας, ο πατέρας δεν μπορεί να παράσχει το ήρεμο και σταθερό περιβάλλον που χρειάζεται ο ανήλικος και εκφράζει φόβο πως σε περίπτωση που εκδοθούν τα διατάγματα που αιτείται θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες στην ομαλή ανάπτυξη και ευημερία του λόγω του ιδιόρρυθμου τρόπου σκέψης και νοοτροπίας του. Αναφέρει ότι ο πατέρας επηρεάζεται από τον περίγυρό του, αδυνατεί να συζητήσει μαζί της τα θέματα που αφορούν τον ανήλικο και αποφασίζει αυθαίρετα. Καταληκτικά αναφέρει ότι αντιτίθεται στην ανάθεση της φύλαξης στον πατέρα, θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος και δηλώνει ότι δεν έχει ένσταση στον καθορισμό σταθερής και λογικής επικοινωνίας του με τον ανήλικο. Ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της αίτησης.

 

Ο πατέρας με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από είκοσι ένα τεκμήρια, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην αρχική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της μητέρας ως ανυπόστατους και ψευδείς. Επιπλέον αναφέρει ότι όταν αναγκάστηκε να παραλάβει τον ανήλικο από το σχολείο και να τον κρατήσει λίγες ημέρες για να περάσει χρόνο μαζί του αφού το σχολείο ήταν κλειστό για midterms και η μητέρα αρνείτο να τον παραλάβει, ακολούθως η μητέρα κράτησε τον ανήλικο εκτός σχολείου κλεισμένο στο σπίτι για μία εβδομάδα. Συγκεκριμένα στις 10/03/2026 παρέλαβε τον ανήλικο πολύ πριν την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας και τον κράτησε στο σπίτι μέχρι τις 15/03/2026 λέγοντας στο σχολείο ότι θα απουσιάσει για οικογενειακούς λόγους και στον ανήλικο ότι το σχολείο ήταν κλειστό. Η μητέρα δεν πήγε τον ανήλικο ούτε στις εξωσχολικές του δραστηριότητες ούτε στον οδοντίατρο που είχε ραντεβού ούτε στη λογοθεραπεία και επίσης δεν του επέτρεψε να πάρει τον ανήλικο το Σάββατο που κανονικά θα ήταν μαζί του ούτε και να του μιλήσει στο τηλέφωνο. Συνεπεία του περιστατικού αυτού κλήθηκαν και οι δύο γονείς από το σχολείο σε συνάντηση πλην όμως η μητέρα δεν εμφανίστηκε. Το σχολείο ενημέρωσε τον πατέρα ότι δεν επιτρέπεται να απουσιάζει από το σχολείο ο ανήλικος χωρίς λόγο ούτε να τον παραλαμβάνουν νωρίτερα από την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας και ότι ενδέχεται να τερματιστεί η φοίτησή του από το σχολείο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η μητέρα αρνείται να μεταφέρει τον ανήλικο στις δραστηριότητες και ως εκ τούτου ο ίδιος τις μετακίνησε όλες πλην της εργοθεραπείας στις ημέρες που ο ανήλικος είναι μαζί του ώστε να είναι βέβαιος πως δεν θα χάνει μαθήματα. Όσον αφορά την αλλαγή λογοθεραπεύτριας, ο πατέρας απαντά ότι ήταν απαραίτητη διότι ο ανήλικος φοιτά σε αγγλόφωνο σχολείο ενώ τα μαθήματά του γίνονταν στα ελληνικά με αποτέλεσμα να μην σημειώνει πρόοδο. Το σχολείο του εισηγήθηκε το κέντρο στο οποίο τον ενέγραψε και μετά από αξιολόγηση που έγινε στον ανήλικο, η λογοθεραπεύτρια έκρινε ότι απαιτούνταν δύο συνεδρίες την εβδομάδα. Παρά το γεγονός ότι ο ανήλικος σημείωσε πρόοδο η μητέρα αρνείται να τον μεταφέρει τις ημέρες που είναι μαζί της με αποτέλεσμα να χάσει πολλές συνεδρίες και να μένει πίσω. Σε ό,τι αφορά τις λοιπές δραστηριότητες στις οποίες ενέγραψε τον ανήλικο αυτό το έπραξε πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του.

 

Περαιτέρω, ο πατέρας ισχυρίζεται ότι ενόψει της εκδικητικής στάσης της μητέρας, η οποία αρπάζει και εγκλωβίζει τον ανήλικο στο σπίτι, αναγκάζεται να ακολουθεί το πρόγραμμα επικοινωνίας που μονομερώς του επέβαλε ώστε να μην επηρεάζεται η ρουτίνα και σταθερότητα του ανηλίκου από τις ενέργειες της μητέρας. Αρνείται ότι δεν επιθυμεί να έχει επικοινωνία με τον ανήλικο περισσότερες από πέντε φορές ανά δεκαπενθήμερο και αντιτάσσει ότι η μητέρα είναι που απαιτεί να τον βλέπει περιορισμένα έως καθόλου. Επίσης, αναφέρει ότι σχολάει από την εργασία του στις 17:00, έχει ευέλικτο εργασιακό ωράριο και μπορεί να φροντίζει τον ανήλικο ανά πάσα στιγμή σε αντίθεση με τη μητέρα που δεν έχει αυτή τη δυνατότητα και όταν εργάζεται ζητάει από τους γονείς της να τον φροντίζουν. Είναι η θέση του ότι το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει να περνά όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο με τους γονείς του και όχι με τους παππούδες του. Επίσης αναφέρει ότι τα γραφεία της εταιρείας του διαθέτουν κατάλληλο χώρο ψυχαγωγίας με όλες τις ανέσεις και υπάρχει κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος για τον ανήλικο ώστε να περνά τις ώρες του σε περίπτωση που ο ίδιος χρειαστεί να εργαστεί. Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι η μητέρα δεν συγκατατίθεται ούτε στο να ταξιδέψει με τον ανήλικο το καλοκαίρι και παρά το ότι ο ίδιος συγκατατίθετο, προκειμένου να τον εκδικηθεί προτίμησε να μην πάρει τον ανήλικο μαζί της σε ταξίδι με τα ξαδέλφια του στο οποίο η ίδια πήγε μεταξύ των ημερομηνιών 13/04/2026-16/04/2026. Σύμφωνα με τον πατέρα, ο ανήλικος του λέει κάθε φορά ότι θέλει να περνούν περισσότερο χρόνο μαζί αλλά η μητέρα αρνείται τη ρύθμιση τακτικού προγράμματος επικοινωνίας ισχυριζόμενη ότι δεν είναι ικανός, παρόλο που μετά τη διάσταση έβλεπε τον ανήλικο κάθε μέρα, μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος κάθε δύο ημέρες εναλλάξ και το Πάσχα του 2026 είχε με κοινή τους συμφωνία εφτά διανυκτερεύσεις. Η μητέρα του επιβάλλει να ασκεί εκ περιτροπής επικοινωνία με τον ανήλικο την πρώτη εβδομάδα Δευτέρα από η ώρα 17:00 μέχρι η ώρα 19:00, Τετάρτη και Σάββατο με διανυκτέρευση και τη δεύτερη εβδομάδα Τετάρτη και Παρασκευή με διανυκτέρευση. Ο πατέρας αναγκάζεται να ακολουθεί το πρόγραμμα αυτό υπό τον εκβιασμό της μητέρας η οποία σε περίπτωση που κρατήσει ο ίδιος τον ανήλικο περισσότερο αντιδρά εκδικητικά και τον κατακρατεί έγκλειστο στο σπίτι και δεν τον μεταφέρει ούτε στο σχολείο ούτε στις δραστηριότητές του. Είναι η θέση του πατέρα ότι πρέπει να του ανατεθεί η φύλαξη και φροντίδα και σε διαφορετική περίπτωση να καθοριστεί αυξημένη επικοινωνία ώστε να προστατευθεί ο ανήλικος.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι η μητέρα συστηματικά δεν μεταφέρει τον ανήλικο στις δραστηριότητές του, πέραν της λογοθεραπείας και εργοθεραπείας οι οποίες δεν συνιστούν δραστηριότητες, λόγω του ότι η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά θέματα κοινωνικοποίησης. Αρνείται ακόμη και να τον μεταφέρει σε γενέθλια συμμαθητών του και να του οργανώσει πάρτι για τα δικά του γενέθλια. Την ίδια κατάφορη άρνηση επέδειξε και για την εγγραφή του ανηλίκου στο summer school που θα διοργάνωνε το σχολείο του με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της να μην περιορίζει μόνο τις κοινωνικές του επαφές αλλά και την ανάπτυξή του. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η μητέρα είναι που στην πραγματικότητα αψηφά τους κινδύνους για την υγεία του ανηλίκου, η οποία αρνείται να υποβληθεί ο ανήλικος σε αμυγδαλεκτομή παρά τις συστάσεις τριών ιατρών ότι επιβάλλεται. Οι φόβοι και οι εμμονές της μητέρας επηρεάζουν την κρίση της και επιλέγει να τον κατηγορεί ότι αυτός ευθύνεται όταν αρρωσταίνει ο ανήλικος. Καταληκτικά, ο πατέρας αναφέρει ότι ανέκαθεν επιθυμούσε ισόποσες ημέρες με τον ανήλικο αλλά στην απουσία δικαστικού διατάγματος αναγκάζεται να υπομένει τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές της μητέρας και το πρόγραμμα που επιβάλλει. Επαναλαμβάνει ότι η μητέρα δεν είναι ικανή να ασκεί το γονικό της ρόλο και ότι επιβάλλεται να ανατεθεί στον ίδιο η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου.

 

Η μητέρα με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από δύο τεκμήρια, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική της ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει με περισσότερη λεπτομέρεια. Αναφέρει ότι τη Δευτέρα 16/02/2026 και την Πέμπτη 19/02/2026 ο πατέρας παρέλαβε τον ανήλικο από το σχολείο ενώ ήταν οι ημέρες που σύμφωνα με το πρόγραμμα που ο ίδιος είχε επιβάλει ο ανήλικος έπρεπε να είναι μαζί της. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της κράτησε τον ανήλικο στο σπίτι μέχρι και τις 16/03/2026 ημέρα κατά την οποία είχε οριστεί δικάσιμος οπότε ζήτησε την έκδοση προσωρινού προγράμματος επικοινωνίας για τις επόμενες δύο εβδομάδες τουλάχιστον. Αρνείται ότι ο λόγος που κράτησε τον ανήλικο στο σπίτι ήταν εκδικητικός και αναφέρει ότι δεν ένιωθε καθόλου καλά με αυτό αλλά το θεώρησε αναπόφευκτο ενόψει των γεγονότων που είχαν προηγηθεί από τον πατέρα. Επίσης αναφέρει ότι τη στεναχώρησε ιδιαίτερα το γεγονός πως χρειάστηκε να παραμείνει ο ανήλικος στο σπίτι αλλά προσπάθησε να διαχειριστεί την κατάσταση όσο πιο υπεύθυνα μπορούσε και επέλεξε να πει μια δικαιολογία στον ανήλικο αντί να του πει ότι ο πατέρας του την απειλούσε πως θα τον έπαιρνε και δεν θα τον επέστρεφε. Περαιτέρω η μητέρα αναφέρει ότι συμφωνεί πως οι δραστηριότητες προσφέρουν στην ανάπτυξη και κοινωνικοποίηση του ανηλίκου όμως πρέπει να γίνονται με μέτρο και επίσης συμφωνεί ότι ο ανήλικος σημείωσε πρόοδο στη λογοθεραπεία. Η μητέρα αρνείται ότι δεν συναινούσε να εγγραφεί ο ανήλικος στο summer school και ισχυρίζεται ότι αυτό που του ζήτησε ήταν να συζητήσουν κατά πόσο θα εγγραφεί για ολόκληρο το μήνα ή μόνο δύο εβδομάδες αλλά αντ’ αυτού ο πατέρας αποφάσισε και τον ενέγραψε για ολόκληρο το μήνα. Σε ό,τι αφορά το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του καλοκαιριού του 2025 αρνείται ότι προέβλεπε επικοινωνία εναλλάξ ανά δύο ημέρες αλλά δέκα διανυκτερεύσεις για τον πατέρα τις οποίες ο ίδιος ζήτησε στο σύνολο εκείνης της περιόδου και σε ό,τι αφορά το προσωρινό πρόγραμμα για το Πάσχα του 2026 διευκρινίζει ότι ο πατέρας είχε επτά διανυκτερεύσεις όπως το ζήτησε πλην όμως δεν ήταν συνεχόμενες. Επίσης αρνείται ότι εκδικητικά δεν συγκατατίθεται στο ταξίδι στο εξωτερικό και εξηγεί ότι ανησυχεί για την ασφάλεια του ανηλίκου γνωρίζοντας τον ιδιόρρυθμο τρόπο σκέψης του πατέρα και την αμέλεια που επέδειξε σε πολλές περιπτώσεις στην άσκηση της επίβλεψης και φροντίδας του ανηλίκου. Σε ό,τι αφορά το ταξίδι που πήγε μόνη της χωρίς τον ανήλικο αντιτείνει ότι κατ’ εκείνες τις ημερομηνίες ο ανήλικος βρισκόταν σύμφωνα με το προσωρινό πρόγραμμα με τον πατέρα του και επειδή θα ήταν μόνη της η αδελφή της της πρότεινε να ταξιδέψει μαζί τους στην Ελλάδα. Ισχυρίζεται ότι δεν είναι η ίδια που του επέβαλε το πρόγραμμα επικοινωνίας από τον Σεπτέμβριο του 2025 αλλά ο πατέρας και αναγκάστηκε να το ακολουθεί για να μην υπάρχουν προστριβές. Διαφωνεί με το προτεινόμενο από τον πατέρα πρόγραμμα έξι διανυκτερεύσεων ανά δύο εβδομάδες διότι όπως της ανέφερε η παιδοψυχολόγος ο ανήλικος θα συγχύζεται και ίσως του δημιουργηθεί άγχος και ότι χρειάζεται ένα ισορροπημένο και σταθερό πρόγραμμα. Εξάλλου όπως φαίνεται και από την υπ’ αριθμό 337/2025 αίτηση γονικής μέριμνας που καταχώρισε ο πατέρας ουδέποτε ζήτησε ισόποσες ημέρες με τον ανήλικο. Τέλος, σε σχέση με την αμυγδαλεκτομή αναφέρει ότι αναμένει την τελική απόφαση του ωτορινολαρυγγολόγου τον οποίο εμπιστεύεται και ότι θα συναινέσει εφόσον κριθεί αναγκαία.

 

Η δεύτερη αίτηση:

 

Η μητέρα ζητά προσωρινό διάταγμα με το οποίο να της ανατίθεται η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της. Περαιτέρω ζητά την έκδοση διατάγματος «(…) με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ’ού η αίτηση-αιτητή από του να απομακρύνει ή κρατήσει τον ανήλικο Κ.Μ. από την φροντίδα, επίβλεψη ή επιμέλεια της αιτήτριας-καθ’ής  αίτηση ή από του να παραλάβει με οποιοδήποτε τρόπο ή κρατήσει μαζί του τον ανήλικο παρά μόνο σύμφωνα με τους όρους του διατάγματος επικοινωνίας Οικογενειακού Δικαστηρίου».

 

Ο πατέρας καταχώρισε ένσταση στις 30/04/2026, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, προβάλλοντας εννέα λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν τόσο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μεν μητέρα στις 26/05/2026, ο δε πατέρας στις 18/06/2026 και επίσης υιοθέτησαν το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεών τους που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης. Πέραν των θέσεων των διαδίκων οι οποίες προβάλλονται για πρώτη φορά, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όσες συνιστούν επανάληψη των όσων ανέφεραν στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις τους που συνοδεύουν την πρώτη αίτηση. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που προκύπτουν ως παραδεκτά από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση σημειώνω επίσης ότι είναι τα ίδια με αυτά της πρώτης αίτησης.

 

Η μητέρα στην ένορκή της δήλωση, η οποία συνοδεύεται από πέντε τεκμήρια, αναφέρει ότι εργάζεται στην xxxx και το ωράριο εργασίας της είναι καθημερινά από τις 08:00 μέχρι τις 15:00 και την Τετάρτη από τις 08:00 μέχρι τις 18:00. Ο πατέρας είναι εκτιμητής ακινήτων και κτηματομεσίτης και ιδιοκτήτης της εταιρείας xxx xxx. Σύμφωνα με τη μητέρα το πρόγραμμα που ισχύει αλλά ο πατέρας αλλάζει συνεχώς κατά τρόπο αυταρχικό και αυθαίρετο είναι την πρώτη εβδομάδα Τετάρτη από η ώρα 13:20 μέχρι Πέμπτη στο σχολείο και Παρασκευή από τη ώρα 13:20 μέχρι Σάββατο πρωί και τη δεύτερη εβδομάδα Δευτέρα από η ώρα 17:30 μέχρι η ώρα 19:00, Τετάρτη από η ώρα 13:20 μέχρι η ώρα Πέμπτη στο σχολείο και Σάββατο από η ώρα 09:00 μέχρι Κυριακή η ώρα 19:00. Η μητέρα δεν έχει ένσταση στη ρύθμιση σταθερής και λογικής επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο σύμφωνα πάντα με το καλώς νοούμενο συμφέρον του πλην όμως ανησυχεί ότι ο πατέρας θα απομακρύνει τον ανήλικο από κοντά της διότι είναι απρόβλεπτος, αυταρχικός και θέλει να γίνεται πάντοτε το δικό του. Καταληκτικά αναφέρει ότι είναι ικανή και κατάλληλη να παράσχει στον ανήλικο φροντίδα, περιποίηση, σταθερό και ήρεμο περιβάλλον και είναι προς το συμφέρον του να συνεχίσει να βρίσκεται υπό τη φροντίδα και επιμέλειά της.

 

Ο πατέρας στην ένορκή του δήλωση, η οποία συνοδεύεται από είκοσι δύο τεκμήρια, αρνείται τους ισχυρισμούς της μητέρας, προβάλλει τη δική του εκδοχή και ζητά απόρριψη της αίτησης της μητέρας και έκδοση διατάγματος στο πλαίσιο της δικής του αίτησης.

 

Η μητέρα με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από τριάντα εφτά τεκμήρια, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική της ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει με περισσότερη λεπτομέρεια. Το ίδιο πράττει και ο πατέρας με τη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση προσθέτοντας ότι αναγκάστηκε να καταχωρίσει και άλλη ενδιάμεση αίτηση προκειμένου να ταξιδέψει με τον ανήλικο στο εξωτερικό για τις διακοπές του καλοκαιριού λόγω της άρνησης της μητέρας να συγκατατεθεί.

Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με τον ανήλικο στις 25/06/2026, η οποία προς αποφυγήν ταλαιπωρίας του παιδιού και με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών, αφορούσε πέραν των υπό κρίση αιτήσεων και την άλλη ενδιάμεση αίτηση του πατέρα που καταχωρίστηκε στις 26/05/2026 για ταξίδι στο εξωτερικό. Τα πρακτικά της συνέντευξης παραδόθηκαν και στις δύο πλευρές.   

 

Η ακρόαση διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Νομική πτυχή:

 

Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.).

 

Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:

 

«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.

 

(…)

 

Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».

 

Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225).

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990). 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού και περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε  υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του (βλ. άρθρο 5(1)(β) του Ν. 216/90).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9(1) του Ν. 216/90 η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή και επίβλεψη, τη διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φωτεινής Ντούμα και Άλλου (2001) 1 ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους Σοφοκλής ν. Κυριακής Τσεσμέλογλου (2006) 1 ΑΑΔ 1153). Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη «Οικογενειακό Δίκαιο», 9η έκδοση, 2024, σελ. 743 αναφέρεται ότι «Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό, και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται από τον δικαστή· (…)».

 

Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588 «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Επίσης, έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία ότι στις υποθέσεις γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα με στόχο την ευημερία και το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιωαννίδης κ.α. ν. Ιωαννίδη κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 1446).

 

Συνέντευξη με τον ανήλικο:

 

Η συνέντευξη με τον ανήλικο, ηλικίας 6 ετών, έλαβε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Ν. 216/90 και τη σχετική νομολογία επί του θέματος όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022).

 

Η βούληση του παιδιού, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται, νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω), Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338, Π. Ε. ν. K R U, Έφεση Αρ. 23/2018, 3/12/2019). Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να την αξιολογήσει και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα (βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη (2002) 1 ΑΑΔ 1446). Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη (ανωτέρω), σελ. 746, εκφράζεται η άποψη ότι «(…) η ωριμότητα του παιδιού δεν συναρτάται με την ηλικία του. Έτσι, παρόλο που κατά κανόνα η ωριμότητα προϋποθέτει κάποια ηλικία (και συνήθως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί γενικά ως ώριμο ένα παιδί κάτω των τριάμισι ετών, ούτε ως ανώριμο ένα παιδί άνω των οκτώ ετών), τίποτε δεν αποκλείει ένας μικρότερος ανήλικος να θεωρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ώριμος και ένας μεγαλύτερος να κριθεί για το ίδιο ζήτημα ανώριμος. Σωστό είναι, λοιπόν, να τονιστεί ότι μόνη η ηλικία δεν αποδεικνύει πάντοτε την ωριμότητα του παιδιού».

 

Ο ανήλικος μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση για την άνεση και τον αυθορμητισμό του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης καθώς και για τη φυσικότητα και την αμεσότητα με την οποία συνομίλησε με το Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν σύντομες αλλά σαφείς, περιεκτικές και γνήσιες. Ανέφερε ότι έχει δύο σπίτια και το δικό του δωμάτιο στο κάθε σπίτι, ότι είναι ευτυχισμένος και με τους δύο του γονείς, ότι ο πατέρας του τον φροντίζει όπως και η μητέρα του και ότι δεν ανησυχεί για οτιδήποτε όταν βρίσκεται με τον έναν ή τον άλλο γονέα του. Ανέφερε επίσης ότι του αρέσει το τένις και η κολύμβηση αλλά περισσότερο από όλα του αρέσει το ποδόσφαιρο. Ο ανήλικος είχε τον αναμενόμενο βαθμό ωριμότητας για την ηλικία του και τα όσα εξέφρασε στο Δικαστήριο δεν απέπνεαν επηρεασμό από τον έναν ή τον άλλο γονέα στους οποίους εξάλλου αναφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο και την ίδια αγάπη. Ωστόσο, λόγω του μικρού της ηλικίας του δεν μπορούσε να προσδιορίσει το χρόνο κατά τον οποίο διαμένει με τον πατέρα του και με τη μητέρα του, θεωρεί όμως ότι είναι ο ίδιος και με τους δύο του γονείς.   

 

Εξέταση των αιτήσεων:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη αίτηση καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 υπενθυμίζω ότι υπάρχει απαίτηση του πατέρα και ανταπαίτηση της μητέρας για απόδοση των ίδιων ουσιαστικά θεραπειών και ότι δεν είναι στο παρόν στάδιο που το Δικαστήριο θα αποφασίσει ποια εκ των δύο πλευρών είναι που δικαιούται στην τελική θεραπεία που ζητά, εφόσον η κάθε απαίτηση θα κριθεί με βάση τα δικά της περιστατικά, υπό το φως και των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της άλλης πλευράς. Οι διάδικοι, ως γονείς του ανηλίκου, είναι οι φορείς της γονικής του μέριμνας και η μεταξύ τους διαφωνία ως προς τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας είναι έκδηλη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι μέσω της απαίτησης και της ανταπαίτησης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων προβάλλονται τέτοια στοιχεία που στο παρόν στάδιο καταδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι εύλογα μπορεί να προσδοκούν σε επιτυχία ο μεν πατέρας της αίτησης του, είτε επί της μίας είτε επί της άλλης βάσης, η δε μητέρα της ανταπαίτησης της, κρίνω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται.

 

Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα (βλ. M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 ΑΑΔ 415 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα»».

 

Αξιολογώντας σφαιρικά και στο βαθμό πάντοτε που είναι επιτρεπτό σύμφωνα με τη νομολογία στο Δικαστήριο να το πράξει σε αυτό το στάδιο (βλ. Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A102), το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τα όσα αποκόμισα από τη συνέντευξη με τον ανήλικο, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εξηγώ.  

 

Όπως προκύπτει, οι διάδικοι μετά τη διάστασή τους και παρά τις έντονες διαφωνίες που υφίστανται μεταξύ τους, εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή του παιδιού τους και ακολουθούν ένα άτυπο πρόγραμμα επικοινωνίας με τον ανήλικο που οι ίδιοι εφάρμοσαν. Οι εκατέρωθεν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων ότι πρόκειται για μονομερή επιβολή προγράμματος από τον έναν στον άλλο καθώς επίσης και για μονομερείς αποφάσεις του ενός ή του άλλου δεν μπορούν να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Προκύπτει ωστόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους ότι αμφότεροι κατά καιρούς ενεργούν κατά τρόπο που επηρεάζει το πρόγραμμα του ανηλίκου άλλοτε ως προς τον χρόνο που βρίσκεται με καθέναν από τους γονείς του και άλλοτε ως προς τη φοίτησή του ή τη συμμετοχή του σε θεραπείες και δραστηριότητες, με τον καθένα να δίδει τη δική του εξήγηση για τους λόγους που το πράττει. Ως ανέφερα ανωτέρω, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον ανήλικο και να διαπιστώσω ότι έχει αντιληφθεί τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά το χωρισμό των γονέων του. Όπως μου ανέφερε, είναι ευτυχισμένος, περνά καλά και φροντίζεται και από τους δύο του γονείς χωρίς να εκφράζει οποιαδήποτε ανησυχία. Για τους λόγους αυτούς κρίνω ότι είναι επιβεβλημένη η παρέμβαση του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο ούτως ώστε να διαφυλαχθεί το συμφέρον του ανηλίκου, η σταθερότητα και η ηρεμία στη ζωή του. Η απουσία σαφούς και δεσμευτικής ρύθμισης αφήνει περιθώριο επανάληψης μονομερών ενεργειών των διαδίκων, με συνέπειες στη σχολική φοίτηση, στις θεραπείες, στις δραστηριότητες και στη σταθερή επαφή του ανηλίκου με καθέναν από τους γονείς του. Το γεγονός ότι ο ανήλικος κατά τη συνέντευξη δεν εξέφρασε ανησυχία δεν αναιρεί την ανάγκη προστασίας αυτής της θετικής εικόνας μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης και της ανταπαίτησης. Δεν μπορούν λοιπόν να αφεθούν τα ζητήματα αυτά να αποφασιστούν τότε διότι παρατείνεται η αβεβαιότητα, διαιωνίζεται η εκκρεμότητα και εάν στο μεσοδιάστημα διαταραχθεί η σταθερότητα στη ζωή του ανηλίκου και η σχέση του με οποιονδήποτε από τους γονείς του, θα είναι δύσκολο να αποκατασταθούν πλήρως οι συνέπειες αυτές σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρεις εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας δηλαδή κατά πόσο στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα υπό των διαδίκων διατάγματα. Στο Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, «Διατάγματα (Injunctions)», Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 145, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ’ αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι’ αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία.

Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (i) τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (ii) κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι’ αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται».

 

Ό,τι καλείται το Δικαστήριο να ισοζυγίσει είναι το δίκαιο και εύλογο του κυρίως αιτήματος του πατέρα να του αποδοθεί η αποκλειστική γονική μέριμνα του ανηλίκου και διαζευκτικά συνεπιμέλειας και την ίδια στιγμή του αιτήματος της μητέρας να της αποδοθεί η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της. Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, όταν επήλθε η μεταξύ τους διάσταση, ο πατέρας αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία αλλά σε συνεννόηση με τη μητέρα προσπάθησαν να μην αντιληφθεί ο ανήλικος τι έχει συμβεί μέχρι οι ίδιοι να επιλύσουν όλα τα μεταξύ τους θέματα. Έτσι, σύμφωνα με τον πατέρα μέχρι το καλοκαίρι του 2025 διέμεναν εκ περιτροπής με τη μητέρα στη συζυγική κατοικία και η μητέρα διέμενε στους γονείς της όταν ο ίδιος διανυκτέρευε εκεί ενώ σύμφωνα με τη μητέρα μέχρι τον Μάιο του 2025 ο πατέρας έμενε με το παιδί κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο και η ίδια αποχωρούσε και τις καθημερινές υπήρχε επαφή του δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Τα όσα καταλογίζει ο ένας στον άλλο ως προς τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκαν σε αυτή τη ρύθμιση, δεν αναιρούν το γεγονός ότι υπήρχε κατ’ αρχήν η συνεννόηση ότι ο ανήλικος παραμένει με τη μητέρα στη συζυγική κατοικία και ο πατέρας μετέβαινε εκεί τουλάχιστον τρεις καθημερινές και διέμενε εναλλάξ τα Σαββατοκύριακα χωρίς την παρουσία της μητέρας για να περνά χρόνο μαζί του. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον πατέρα, η μητέρα άρχισε περί τις αρχές Ιουνίου του 2025 να περιορίζει την καθημερινή επαφή του με τον ανήλικο και απείλησε ότι θα μετακομίσει μαζί του στη Λεμεσό, γεγονός που τον οδήγησε στην προηγούμενη αίτηση γονικής μέριμνας με αριθμό 337/2025 προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο αυθαίρετης μεταβολής της επαρχίας διαμονής του ανηλίκου και να διασφαλίσει τη συνέχιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας του με τον ανήλικο. Στο πλαίσιο λοιπόν εκείνης της αίτησης εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στις 08/07/2025 με το οποίο καθορίστηκε ο χρόνος κατά τον οποίο ο ανήλικος θα βρίσκεται με τους γονείς του μέχρι και τις 14/09/2025. Μετά τη λήξη του προαναφερόμενου διατάγματος, υποστηρίζει ότι η μητέρα περιόριζε την επικοινωνία του με τον ανήλικο επιβάλλοντάς του συγκεκριμένο πρόγραμμα ενώ σε συνάντηση που είχαν με τους συνηγόρους τους περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2025, αναίρεσε τα συμφωνηθέντα και επέμενε να έχει εκείνη τη φύλαξη και ο ίδιος περιορισμένη επικοινωνία γεγονός που τον οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας εναρκτήριας αίτησης και στην απόσυρση της προηγούμενης. Αντίθετη είναι η εκδοχή της μητέρας σύμφωνα με την οποία ο πατέρας ήταν που περί τα μέσα Απριλίου του 2025 της επέβαλε ένα πρόγραμμα επικοινωνίας που είχε διαμορφώσει και παρόλο που διαφωνούσε με το πρόγραμμα αυτό, το εφάρμοζε. Καταλογίζει επίσης στον πατέρα περαιτέρω αλλαγές στο πρόγραμμα με τις οποίες και πάλι διαφωνούσε αλλά και πάλι τις εφάρμοζε για να μην προκαλούνται εντάσεις. Μεγάλος λόγος γίνεται επίσης και από τους δύο διαδίκους σε ό,τι αφορά το προσωπικό πρόγραμμα του ανηλίκου, το οποίο περιλαμβάνει εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και διάφορες δραστηριότητες καθώς και τις εν γένει κοινωνικές και εκπαιδευτικές του υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τον πατέρα, η μητέρα αρνείται να συμμετέχει ο ανήλικος σε δραστηριότητες και δεν τον μεταφέρει σε αυτές ενώ σύμφωνα με τη μητέρα, ο πατέρας μονομερώς και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της αλλά και του παιδιού, τον ενέγραψε σε διάφορες δραστηριότητες υπερφορτώνοντας το πρόγραμμά του σε βαθμό δυσανάλογο της ηλικίας του. Η μητέρα δεν αρνήθηκε ότι υπάρχουν φορές που δεν τον μεταφέρει σε δραστηριότητες ή στο σχολείο αλλά αυτό οφείλεται κυρίως σε λόγους υγείας του ανηλίκου. Ο πατέρας εστιάζει στην άρνησή της για τη συμμετοχή του ανηλίκου σε δραστηριότητες και της αποδίδει ανεπάρκεια γονικού ρόλου.

 

Στο παρόν στάδιο και χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, αυτό που προκύπτει παρά τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων ως προς τη διαμόρφωση και την τήρηση του προγράμματος, είναι ότι ο ανήλικος διανυκτερεύει με τον πατέρα κάθε Τετάρτη και εναλλάξ την Παρασκευή ή το Σάββατο πλέον απογευματινής επικοινωνίας κάθε δεύτερη Δευτέρα. Καθένας εκ των διαδίκων βέβαια, ως έχει ήδη λεχθεί, αποδίδει στον άλλο μονομερή επιβολή του προγράμματος αυτού, το οποίο όμως κατά βάση τηρούν παρά το ότι αμφότεροι ισχυρίζονται πως δεν συμφωνούν με αυτό. Μέσα από την πρακτική λοιπόν που οι ίδιοι οι διάδικοι διαμόρφωσαν, προκύπτει ότι ο ανήλικος διαμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος του μήνα με τη μητέρα στη συζυγική κατοικία και ο πατέρας ασκεί ουσιαστικά δικαίωμα επικοινωνίας. Περαιτέρω, ο ανήλικος συμμετέχει, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας, σε διάφορες δραστηριότητες οι οποίες όπως μου ανέφερε κατά τη συνέντευξη του αρέσουν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι η διατήρηση της υφιστάμενης καθημερινότητας του ανηλίκου εξυπηρετείται με την προσωρινή ανάθεση της φύλαξης και φροντίδας στη μητέρα και τον καθορισμό της συζυγικής κατοικίας στη Λευκωσία ως τόπου διαμονής του με τη μητέρα, με παράλληλο καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα ώστε να τεθεί ένα σταθερό πρόγραμμα το οποίο θα ακολουθείται χωρίς να δημιουργείται ανησυχία στον ανήλικο από ενδεχόμενες διαταράξεις στην εφαρμογή του συνεπεία μονομερών αποφάσεων των γονέων του οι οποίες ως προκύπτει από τη μαρτυρία αμφοτέρων των διαδίκων έλαβαν χώρα σε κάποιες περιπτώσεις στο παρελθόν. Νοείται βεβαίως ότι οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας του ανηλίκου θα ασκούνται και από τους δύο γονείς από κοινού ως επίσης πράττουν μέχρι σήμερα. Η ρύθμιση αυτή διασφαλίζει την υφιστάμενη εδώ και ένα χρόνο κατάσταση η οποία ως διαφάνηκε και μέσα από τη συνομιλία μου με τον ανήλικο είναι ικανοποιητική (βλ. Bacardi & Co. Ltd ν. Vinco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788). Τούτων δοθέντων, κρίνω ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της μερικής επιτυχίας της αίτησης της μητέρας ημερομηνίας 23/03/2026. Και λέω μερική αναφερόμενη στο περαιτέρω αίτημά της για έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον πατέρα να απομακρύνει τον ανήλικο από τον τόπο διαμονής του «παρά μόνο σύμφωνα με τους όρους διατάγματος επικοινωνίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου». Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω το εν λόγω αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει.   

 

Η πιο πάνω κρίση μου αναπόφευκτα σφραγίζει και την τύχη της αίτησης του πατέρα ημερομηνίας 22/10/2025. Πέραν του ότι πρόκειται για αντικρουόμενους ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι ανάγονται στην ουσία της διαφοράς και δεν είναι η ώρα να τους εξετάσω, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να επιβάλλει την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Όλα αυτά τα θέματα, είναι θέματα που πρέπει και μπορούν να αποφασιστούν μόνο κατά το διερευνητικό στάδιο της ουσίας της υπόθεσης, όπου το Δικαστήριο, έχοντας ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και αυτής της Λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, θα δύναται να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με το τι υπαγορεύει το συμφέρον του ανηλίκου. Μόνο τότε το Δικαστήριο θα μπορεί να προβεί σε εις βάθος εξειδίκευση της όποιας ρύθμισης της γονικής μέριμνας ήθελε κριθεί αναγκαία. Εξάλλου η αποκλειστική ανάθεση όλων των πτυχών της γονικής μέριμνας ενός τέκνου στον ένα γονέα και ο συνακόλουθος αποκλεισμός του άλλου αποτελεί ένα ιδιαίτερα δραστικό μέτρο, πολλώ δε μάλλον σε ενδιάμεσο στάδιο. Τα ίδια ισχύουν αναλογικά και ως προς τα διαζευκτικά αιτήματα του πατέρα. Η δε εξέταση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος παρέλκει. Όσον αφορά τώρα το αίτημά του να διαταχθεί η μητέρα ή και οι δύο διάδικοι να προβούν σε ψυχιατρική αξιολόγηση παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση Θ. Π. v. Α. Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. E24/2025, 19/2/2026 όπου το Εφετείο ακύρωσε διάταγμα το οποίο διέτασσε και τους δύο γονείς όπως υποβληθούν σε αξιολόγηση από τις Υ.Ψ.Υ. εάν αυτό ήθελε κριθεί απαραίτητο από τις εν λόγω Υπηρεσίες. Το Εφετείο υπέδειξε ότι η «αξιολόγηση» της ψυχικής υγείας κάποιου, ισοδυναμεί ή οδηγεί αναπόφευκτα στη «διάγνωση» οποιουδήποτε τυχόν υφιστάμενου ζητήματος της ψυχικής του υγείας και ότι υπ’ αυτή την έννοια επρόκειτο για φροντίδα υγείας, η οποία δεν θα μπορούσε να διαταχθεί χωρίς την αναγκαία συγκατάθεση της Εφεσείουσας (βλ. και Χειμωνίδης v. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, 7/10/2021). Ως εκ τούτου ούτε και αυτό το διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και για τους λόγους που μόλις εξήγησα απορρίπτεται.

 

Στρέφομαι τώρα στον καθορισμό της επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο έχοντας κατά νου τα όσα υπέδειξε το Εφετείο στην επίσης πρόσφατη απόφαση  Λ. Κ. v. Ν. Ο., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε87/25, Ε88/25, 18/9/2026. Όπως λέχθηκε εκεί, το άρθρο 17Β του Ν. 23/90 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, προσωρινά διατάγματα ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Όταν όμως προτίθεται να ασκήσει την εξουσία αυτή, ορθό είναι να ενημερώνει προηγουμένως τους διαδίκους και να τους παρέχει την ευκαιρία να τοποθετηθούν. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ρύθμισε αυτεπαγγέλτως την επικοινωνία στο πλαίσιο της αίτησης της μητέρας, χωρίς να ακούσει προηγουμένως τα δύο μέρη για το ενδεχόμενο αυτό και ενώ εκκρεμούσε σχετική ενδιάμεση αίτηση του πατέρα. Το Εφετείο έκρινε ότι το ζήτημα έπρεπε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο εκείνης της αίτησης, στην οποία είχαν ήδη τεθεί οι θέσεις και οι αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών και όχι με αυτεπάγγελτη παρέμβαση στην αίτηση της μητέρας. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει από πλευράς του πατέρα τέτοια αίτηση ή τέτοιο αίτημα. Εξέφρασε όμως στη μαρτυρία του την πρόθεση να αποδεχτεί έστω διευρυμένο δικαίωμα επικοινωνίας. Την ίδια στιγμή από το σύνολο της μαρτυρίας της μητέρας προκύπτει πως δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να του στερήσει την επικοινωνία με τον ανήλικο πλην όμως θεωρεί επιβεβλημένο τον καθορισμό της με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Με βάση λοιπόν την εκτεταμένη μαρτυρία των διαδίκων επί του θέματος κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και ενεργοποιείται η αυτεπάγγελτη εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως ήδη ανέφερα, οι διάδικοι τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025 και έπειτα, τηρούν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει διανυκτερεύσεις του ανηλίκου με τον πατέρα παρά την εκατέρωθεν δυσαρέσκειά τους ως προς αυτό, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Δεν προτίθεμαι λοιπόν να μεταβάλω ουσιωδώς το πρόγραμμα που οι ίδιοι επέλεξαν να ακολουθούν και που φαίνεται να λειτουργεί προς όφελος του ανηλίκου όμως κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο να προστεθεί σε αυτό μία ακόμη διανυκτέρευση ώστε να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο δεσμός πατέρα – παιδιού και να περνούν ουσιαστικό χρόνο μαζί. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως τις ανησυχίες της μητέρας όμως λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ανήλικος ήδη διανυκτερεύει με τον πατέρα του και ότι σε περιόδους διακοπών, ως είναι παραδεκτό, έχουν συμφωνήσει μεγαλύτερα διαστήματα επικοινωνίας κατά τα οποία ο πατέρας  αναλαμβάνει τη φροντίδα του ανηλίκου, κρίνω ότι μπορεί να του αποδοθεί ακόμη μία διανυκτέρευση ώστε να απολαμβάνουν πατέρας και υιός τη μεταξύ τους επικοινωνία χωρίς την ασφυκτική πίεση του χρόνου. Αναφέρομαι δηλαδή στην απογευματινή επικοινωνία της Δευτέρας κατά την οποία ο πατέρας βλέπει τον ανήλικο από η ώρα 17:00 μέχρι η ώρα 19:00 η οποία θεωρώ εύλογο να επεκταθεί με δικαίωμα διανυκτέρευσης και παράδοση του ανηλίκου την επόμενη ημέρα στο σχολείο όπου φοιτά. Από τη στιγμή λοιπόν που θα καθοριστεί στο εξής με διάταγμα η επικοινωνία του πατέρα με το οποίο θα καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος παραλαβής και παράδοσης του ανηλίκου, δεν υπάρχει λόγος για περαιτέρω έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ως το αίτημα της μητέρας.

 

Κατάληξη:

 

Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση της Καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 23/03/2026 δικαιολογείται μερικώς ενώ η αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 22/10/2025 δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Ως εκ τούτου στην αίτηση ημερομηνίας 23/03/2026 εκδίδονται τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:

 

1.    Διάταγμα με το οποίο η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου Κ.Μ. ανατίθεται στην Καθ’ ης η αίτηση.

 

2.    Διάταγμα με το οποίο οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας του ανήλικου Κ.Μ. θα ασκούνται και από τους δύο γονείς από κοινού.

 

3.    Διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανήλικου Κ.Μ. ο τόπος διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση, ήτοι οδός xxxx στη Λακατάμια, Λευκωσία.

 

4.    Διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τον ανήλικο ως ακολούθως:

 

Κάθε πρώτη εβδομάδα αρχής γενομένης από την τρέχουσα εβδομάδα:

 

Τετάρτη από το εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας μέχρι Πέμπτη στο εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα έναρξης της σχολικής ημέρας.

 

Παρασκευή από το εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας μέχρι Σάββατο η ώρα 09:00.

Κάθε δεύτερη εβδομάδα αρχής γενομένης από 02/11/2026:

 

Δευτέρα από η ώρα 17:00 μέχρι Τρίτη στο εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα έναρξης της σχολικής ημέρας.

 

Τετάρτη από το εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας μέχρι Πέμπτη στο εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος κατά την ώρα έναρξης της σχολικής ημέρας.

 

Σάββατο από η ώρα 09:00 μέχρι Κυριακή η ώρα 19:00.

 

Η πιο πάνω ρύθμιση θα επαναλαμβάνεται κάθε δύο εβδομάδες.

 

Σε περίπτωση που η ημέρα παραλαβής του ανηλίκου είναι σχολική ή δημόσια αργία και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των καλοκαιρινών διακοπών, ο Αιτητής θα παραλαμβάνει τον ανήλικο η ώρα 09:00 από τον τόπο διαμονής του ανηλίκου.

 

Το ίδιο θα ισχύει και όταν πρόκειται για την παράδοση του ανηλίκου, ήτοι η ώρα 09:00 στον τόπο διαμονής του ανηλίκου. 

 

5.    Η Καθ’ ης η αίτηση διατάσσεται όπως παραδίδει τον ανήλικο στον Αιτητή στον τόπο διαμονής του ανηλίκου και όπως τον παραλαμβάνει από τον Αιτητή στον τόπο διαμονής του ανηλίκου και ο Αιτητής διατάσσεται όπως τον παραλαμβάνει από την Καθ’ ης η αίτηση από τον τόπο διαμονής του ανηλίκου και όπως τον παραδίδει στην Καθ’ ης η αίτηση στον τόπο διαμονής του ανηλίκου, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο Αιτητής διατάσσεται να παραλαμβάνει και να παραδίδει τον ανήλικο στο εκάστοτε σχολείο στο οποίο φοιτά ο ανήλικος ως ανωτέρω αναφέρεται.

 

Τα πιο πάνω διατάγματα ισχύουν μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Στη δε αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 22/10/2025 εκδίδεται απόφαση με την οποία η αίτηση απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι η επιτυχούσα διάδικος και στις δύο αιτήσεις, τα έξοδα αμφότερων των αιτήσεων επιδικάζονται προς όφελος της και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Όσον αφορά τα έξοδα των εμφανίσεων που έγιναν καθ’ όσον χρόνο οι δύο αιτήσεις συνεκδικάζονταν, περιλαμβανομένων και των εξόδων ακρόασης των δύο αιτήσεων, αυτά θα είναι περιορισμένα σε ένα σετ. Θα είναι δε πληρωτέα το τέλος της διαδικασίας.

                                                 

             

          (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο