ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Αρ. Αίτησης: 63/2025
Μεταξύ:
K. C
Αιτήτριας
και
A. S
Καθ’ ου η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 11.03.2025
Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κ.κ. Μ. Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κ.κ Symeon Pogosian LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Αιτήτρια με εναρκτήρια αίτηση ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να της καταβάλλει το ποσό των €11.500,00 μηνιαίως ως συνεισφορά για την διατροφή και συντήρηση της.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω εναρκτήριας αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ ου η αίτηση να της καταβάλλει το ποσό των €11.500,00 μηνιαίως ως συνεισφορά του για την διατροφή και συντήρηση της, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης.
Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στην πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση. Με την ένσταση του προβάλλει δεκατέσσερις (14) λόγους ένστασης.
Συνοψίζοντας τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, ενίσταται ότι η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη και κακόπιστη και ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι αβάσιμοι, αναληθείς και δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα, ότι εισαγάγει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιλυθεί η επίδικη διαφορά και ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
Αμφότερες η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει δεόντως.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας προκύπτουν τα ακόλουθα :
Οι διάδικοι συνήψαν σχέση περί το 2013, το 2021 μετακόμισαν από την Ρωσία στην Κύπρο και στις 13.7.2023 τέλεσαν πολιτικό γάμο. Η Αιτήτρια έχει ένα ανήλικο τέκνο το οποίο απέκτησε από προηγούμενη σχέση της, το οποίο διαμένει με τους διαδίκους.
Ισχυρίζεται ότι κατόπιν προτροπής του Καθ’ ου η αίτηση εγκατέλειψε τις σπουδές τις περί το 2013 προκειμένου να μετακομίσει με τον Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος την διαβεβαίωνε ότι ο μισθός του επαρκούσε για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους.
Περί το 2020 ισχυρίζεται ότι εργαζόταν σε κυβερνητικό κανάλι στη Ρωσία και ότι ένεκα προτροπών του Καθ’ ου η αίτηση εγκατέλειψε την εργασία και τις σπουδές της και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με τον Καθ’ ου η αίτηση. Με την εγκατάσταση τους στη Κύπρο η συμβίωση τους κυλούσε ομαλά και ο Καθ’ ου η αίτηση της παρείχε τα απαραίτητα αγαθά για τη συντήρηση και διαβίωση της οικογένειας.
Ισχυρίζεται ότι από τον Δεκέμβριο 2024 οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση για λόγους που η Αιτήτρια αποδίδει στον Καθ’ ου η αίτηση.
Η Αιτήτρια διαμένει με το ανήλικο σε ενοικιαζόμενη κατοικία, με ενοίκιο €4000 και ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση τερμάτισε αυτή τη συμφωνία ενοικίασης και ότι κινδυνεύει να μείνει με το ανήλικο τέκνο της στο δρόμο.
Αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι δεν εργάζεται ούτε έχει οποιοδήποτε εισόδημα ενώ πιστεύει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διαθέτει την οικονομική ευχέρεια αφού έχει υψηλά εισοδήματα και παρείχε πολύ ψηλό βιοτικό επίπεδο στην Αιτήτρια και το παιδί της. Ισχυρίζεται ότι από το 2013 συντηρείται αποκλειστικά από τον Καθ’ ου η αίτηση.
Αναφέρει ότι δεν διαθέτει συγγενείς στην Κύπρο και ότι χρειάζεται ειδική άδεια εργασίας ένεκα του καθεστώτος παραμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα ελλοχεύει ο κίνδυνος το παιδί της να μην μπορεί να συνεχίσει τη φοίτηση του στο σχολείο και να στερηθεί τα απαραίτητα για τη διαβίωση του.
Τα τελευταία 12 χρόνια την συντηρεί ο Καθ’ ου η αίτηση έτσι εισηγείται ότι θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα αλλιώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η αίτηση προκύπτουν τα ακόλουθα:
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτρια ότι διαμένουν μαζί από το 2013. Ισχυρίζεται ότι μέχρι το 2018 ήταν σε σχέση αλλά διέμεναν σε διαφορετική στέγη και ότι οι περίοδοι συμβίωσης τους ήταν ακανόνιστές και δεν διηρκούσαν περισσότερο από 6 εώς 9 μήνες. Έζησαν μαζί για περιορισμένο διάστημα στη Ρωσία το 2020 λόγω του lockdown του Covid-19, λόγω εξωτερικών συνθηκών και όχι ως αποτέλεσμα μόνιμης συμβίωσης και ότι τις περισσότερες φορές πριν μετακομίσουν στην Κύπρο ζούσαν σε διαφορετικά διαμερίσματα.
Ισχυρίζεται ότι ήταν η Αιτήτρια που επεδίωξε την μετεγκατάσταση τους στην Κύπρο και ότι ο ίδιος στήριξε την επιλογή της, ενώ οι δραστηριότητες του ήταν στην Ρωσία. Αρνείται ότι υποσχέθηκε στην Αιτήτρια ότι θα φροντίζει το παιδί της και ουδέποτε ανέλαβε οποιαδήποτε δέσμευση προς αυτό.
Ισχυρίζεται ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας σε σχέση με το εισόδημα του όπως και το έγγραφο της Eurobank που παρουσίασε η Αιτήτρια ως τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση είναι ανακριβείς και πρόκειται για πληροφορίες που λήφθηκαν παράνομα. Αναφέρει ότι πρόκειται απλά για ένα ερωτηματολόγιο το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του, ούτε αποτελεί επίσημη ή δεσμευτική δήλωση. Ισχυρίζεται ότι εργάζεται ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας και ότι η δραστηριότητα του, του παρέχει ορισμένο εισόδημα. Προβάλλει τη θέση ότι το εισόδημα του σε κανένα έτος δεν ήταν κοντά στο ένα εκατομμύριο ευρώ.
Ισχυρίζεται ότι άρχισαν να βγαίνουν περιστασιακά το 2013 και ότι η Αιτήτρια την περίοδο εκείνη ζούσε από διατροφές των παιδιών που λάμβανε από την προηγούμενη σχέση της και ότι η Αιτήτρια ακολουθούσε κάποια εκπαίδευση από όπου απέκτησε δίπλωμα – πτυχίο και ότι ο ίδιος την στιγμή που γνωρίστηκαν δεν υποσχέθηκε ή δεσμεύτηκε να την υποστηρίξει οικονομικά, απλώς έβγαιναν ραντεβού.
Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια εργάστηκε από τον Μάιο εώς το Νοέμβριο του 2020 σε κρατικό κανάλι στη Ρωσία και ότι εγκατέλειψε την εργασία της με δική της βούληση και επειδή την υποστήριζε τότε οικονομικά ο Καθ’ ου η αίτηση. Στην Κύπρο μετακόμισαν ένα χρόνο αργότερα.
Ισχυρίζεται ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2024 η Αιτήτρια είχε πολλαπλές οικονομικές απαιτήσεις από τον Καθ’ ου η αίτηση. Απορρίπτει τα όσα του αποδίδει η Αιτήτρια και αποδίδει απιστία και υπαιτιότητα στην Αιτήτρια για την ρήξη στη σχέση τους.
Λόγω της εξαιρετικά σύντομης διάρκειας του γάμου τους θεωρεί ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να της πληρώσει διατροφή και ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αξιώνει είναι εξωπραγματικά. Δεν αρνείται ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους κάλυπτε τα οικογενειακά έξοδα και ότι εξασφάλιζε στην Αιτήτρια ένα άνετο επίπεδο διαβίωσης, ωστόσο θεωρεί ότι δεν έχει υποχρέωση για περαιτέρω οικονομική στήριξη της Αιτήτριας.
Στις 27 Δεκεμβρίου 2024 ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε αίτηση διαζυγίου. Δεν αρνείται ότι είναι νόμιμα παντρεμένοι καθότι όπως αναφέρει η διαδικασία λύσης του γάμου τους εκκρεμεί.
Ισχυρίζεται ότι μετά την καταχώρηση της αίτησης διαζυγίου ο Καθ’ ου η αίτηση ειδοποίησε τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος που έμεναν για την λύση της συμφωνίας ενοικίασης. Το ενοίκιο καλύφθηκε για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2025 και στα τέλη Φεβρουαρίου 2025 παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη του.
Ισχυρίζεται ότι εάν η Αιτήτρια παραμένει χωρίς καμία πηγή εισοδήματος αυτό οφείλεται σε αποκλειστική της ευθύνη και ότι ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε υποχρέωση και ότι εάν η Αιτήτρια αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες στην Κύπρο μπορεί να επιστρέψει στη Ρωσία όπου έχει κοινωνική υποστήριξη από την οικογένεια και φίλους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια είναι ικανή να συντηρεί τον εαυτό της και ότι εάν η Αιτήτρια επιλέξει να παραμείνει στη Κύπρο πιθανό να βασίζεται στην υποστήριξη του ατόμου με το οποίο συνήψε σχέση.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει συμπληρωματικά ότι στις 12.5.2025 εκδόθηκε διαζύγιο στη Ρωσική Ομοσπονδία κατόπιν διαδικασίας που καταχώρησε ο ίδιος στη Ρωσία εναντίον της Αιτήτριας και ως εκ τούτου θεωρεί ότι είναι πλέον τέως σύζυγοι. Επιπλέον αναφέρει ότι πρόσφατα ενημερώθηκε ότι η αίτηση της Αιτήτριας για άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία εγκρίθηκε, συνεπώς θεωρεί ότι η Αιτήτρια έχει εισόδημα τουλάχιστον €3.500 το μήνα πλέον 20% για το εξαρτώμενο τέκνο της, αφού όπως αναφέρει αυτό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση τέτοιας άδειας.
Η Αιτήτρια παρότι ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και της δόθηκε τέτοιος χρόνος από το δικαστήριο, εντούτοις δεν καταχώρησε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60 καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:
α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην
αγωγή, και
γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
H Κυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων[1].
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Η τρίτη προϋπόθεση, σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.
Όπως λέχθηκε στην Mitsingas Ltd v. Timberland[2], «Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή.».
Στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[3].
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρο 3 και 4 του Ν. 232/1991.
Το άρθρο 3 του νόμου προνοεί την υποχρέωση των συζύγων για αμοιβαία διατροφή, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Το άρθρο 4 του νόμου προβλέπει ότι αν η έγγαμη συμβίωση διακοπεί το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση του συζύγου να εκδώσει διάταγμα διατροφής με το οποίο να διατάσσεται ο άλλος σύζυγος να καταβάλλει στον αιτητή διατροφή. (2) Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Το άρθρο 6 προνοεί τα ακόλουθα:
«6. H διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου ή τη διακοπή της συμβίωσης ή αν προκάλεσε εκούσια την απορία του.»
Το άρθρο 7 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα :
«7. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, το μέτρο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου.
(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 9, σε περίπτωση που ο σύζυγος εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα διατροφής λαμβάνει 13ο ή και 14ο μισθό ή το Δικαστήριο κρίνει εύλογο, το διάταγμα διατροφής δυνατόν να περιλαμβάνει και αντίστοιχη επιπρόσθετη 13η ή και 14η καταβολή, ως το Δικαστήριο ήθελε ορίσει.»
Το άρθρο 8 του Νόμου προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει σκόπιμο, να εκδίδει, μέχρι την οριστική εκδίκαση της αίτησης για διατροφή, προσωρινό διάταγμα διατροφής.
Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[4]
Εξέταση της αίτησης
Έχοντας μελετήσει με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και υπο το φως του νόμου και της σχετικής νομολογίας θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση.
Προτού προχωρήσω να εξετάσω εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος θα εξετάσω τη θέση που εγείρει η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ότι δηλαδή στις 12/05/2025 εκδόθηκε διαζύγιο μεταξύ των διαδίκων κατόπιν σχετικής διαδικασίας στη Ρωσία και συνεπώς ότι πλέον οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Παρότι δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση περί έκδοσης διαζυγίου στη Ρωσία, δεν προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία κατά πόσο η εν λόγω απόφαση στη Ρωσία κατέστει τελεσίδικη και κατά πόσο εγγράφηκε και αναγνωρίστηκε στην Κύπρο. Αντίθετα από την ίδια την μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση προκύπτει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε αίτηση διαζυγίου[5] εναντίον της Αιτήτριας στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 2024, η οποία όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία εξακολουθεί να εκκρεμεί. Είναι λοιπόν οξύμωρο ο Καθ’ ου η αίτηση να καταχώρησε διαδικασία λύσης του γάμου των διαδίκων στην Κύπρο, η οποία όπως προκύπτει εξακολουθεί να εκκρεμεί, αλλά παράλληλα να επικαλείται για τους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση στην Ρωσία. Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα η επίκληση από μέρους του Καθ’ ου η αίτηση απόφασης λύσης του γάμου των διαδίκων στην Ρωσία δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο όπου το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα.
Όσο αφορά τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης περί απόκρυψης γεγονότων και ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η αίτηση επιδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση και συνεπώς απώλεσε την μονομερή της υπόσταση. Ο Καθ’ ου η αίτηση είχε την ευκαιρία να ακουστεί και να παραθέσει τις δικές του θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος δεν μπορεί να πετύχει.
Αναφορικά με τον προβαλλόμενο λόγο ένστασης ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιλυθεί η διαφορά σε πρόωρο στάδιο, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι πέρα του ότι στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν θα εξετάσει τη μαρτυρία σε βάθος αλλά ούτε θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα, το ίδιο δε το άρθρο 8 του Ν. 232/91 παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, εάν το κρίνει σκόπιμο, να εκδίδει μέχρι την οριστική εκδίκαση της αίτησης για διατροφή προσωρινό διάταγμα διατροφής.
Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο και ότι επήλθε διάσταση στο γάμο τους και ότι εκκρεμεί διαδικασία λύσης του γάμου τους στην Κύπρο. Η Αιτήτρια με το δικόγραφο της προβάλλει οικονομική αδυναμία να καλύψει τις ανάγκες διαβίωσης της και ζητά την συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση. Συνεπώς αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 4(1) του Ν. 232/91.
Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν 14/60.
Η Αιτήτρια αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων δεν εργαζόταν και ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κάλυπτε τα έξοδα της οικογένειας παρέχοντας της ένα πλούσιο βιοτικό επίπεδο και ότι η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε πηγή εσόδων. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν αρνείται ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους η Αιτήτρια δεν εργαζόταν και ότι κάλυπτε τα έξοδα της οικογένειας, εξασφαλίζοντας ένα άνετο επίπεδο διαβίωσης τόσο στην ίδια όσο και στο παιδί της. Παρότι δε ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει ότι τα εισοδήματα του δεν ήταν σε κανένα έτος κοντά στο ένα εκατομμύριο, παραλείπει να αποκαλύψει το ύψος αυτών.
H Αιτήτρια αποδίδει ευθύνη στον Καθ’ ου η αίτηση για την ρήξη στο γάμο τους, αποδίδοντας του ταυτόχρονα μεμπτή συμπεριφορά. Ο Καθ’ ου η αίτηση από την δική του πλευρά αποδίδει απιστία και υπαιτιότητα στην Αιτήτρια για την ρήξη στο γάμο τους και θεωρεί ότι η διάρκεια του γάμου τους ήταν μικρή και συνεπώς ότι και γι’ αυτό το λόγο δεν είναι υποχρεωμένος να της καταβάλλει διατροφή.
Στην υπόθεση Μενελάου ν. Μενελάου[6], λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το άρθρο 6 του Ν. 232/91, το οποίο προβλέπει την δυνατότητα αποκλεισμού ή περιορισμού του δικαιώματος διατροφής για σπουδαίους λόγους:
«σπουδαίος λόγος μπορεί να στοιχειοθετηθεί από τα γεγονότα που προσδιορίζονται από το ίδιο άρθρο μεταξύ των οποίων και η μικρή χρονική διάρκεια του γάμου. Η ύπαρξη και μόνον των ιδιαιτέρων περιστατικών που καθορίζονται στο άρθρο αυτό δε συνιστά αφεαυτής «σπουδαίο λόγο». Η σπουδαιότητα του λόγου κρίνεται υπό το φως του συνόλου των περιστατικών του γάμου περιλαμβανομένων και των λόγων της διακοπής της συμβίωσης ή λύσης του».
Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Ιωάννου (1993) 1 ΑΑΔ 900 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 908):
«Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί το δικαίωμα διατροφής, βάσει του άρθρου 6, δεν καθορίζονται στο νόμο, ούτε είναι επιθυμητό να προσδιοριστούν εξαντλητικά. Το επίθετο το οποίο χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη φύση τους «σπουδαίοι» υποδηλώνει ότι αυτοί πρέπει να είναι τόσο σημαντικοί, ώστε να εξουδετερώνουν το δικαίωμα για διατροφή μόνιμα ή προσωρινά.».
Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα σε σχέση με τα έξοδα της Αιτήτριας και τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων ή για τους λόγους ρήξης της σχέσης των διαδίκων και ποιος φέρει υπαιτιότητα, αλλά ούτε θα εξετάσει τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων οι οποίοι παραμένουν ζωντανοί για να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Ούτε βέβαια απαιτείται στο στάδιο αυτό απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος από την Αιτήτρια, αλλά σοβαρές[7] ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του.
Όπως υποδεικνύεται στην Αποστόλου ν. Ιωάννου[8] σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα:
«Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι µε αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.»
Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω και από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και στο βαθμό που δύναμαι να εξετάσω αυτά, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του 32 του Ν. 14/60, επαναλαμβάνοντας ότι η ορατότητα για επιτυχία έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, του κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Η Αιτήτρια υπολογίζει τα μηνιαία έξοδα της ανέρχονται στο ποσό των €11.500, στα οποία περιλαμβάνει και ποσό ύψους €2000 που αφορά τα έξοδα συντήρησης του ανήλικου τέκνου της που απέκτησε από προηγούμενη σχέση, σε σχέση με το οποίο όμως δεν προκύπτει να έχει οποιαδήποτε νομική δέσμευση ή υποχρέωση ο Καθ’ ου η αίτηση.
Όπως έχει λεχθεί από τη νομολογία[9] το μέτρο με το οποίο θα καθοριστεί η διατροφή δεν επιδέχεται αποτιμήσεις με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη κονδυλίων με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Αντίθετα, η κοινή λογική και εμπειρία προσφέρει τη βάση για τέτοιο καθορισμό. Ούτε βέβαια το Δικαστήριο θα προχωρήσει στο στάδιο αυτό σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ακριβές ύψος των αναγκών του δικαιούχου[10] .
Ο Καθ’ ου η αίτηση, πέρα του ποσού που αξιώνει η Αιτήτρια για το παιδί της σε σχέση με το οποίο ο ίδιος δεν έχει καμία υποχρέωση, αμφισβητεί και τα υπόλοιπα έξοδα της Αιτήτριας τα οποία θεωρεί υπερβολικά.
Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα, θεωρώ πως κάποια από τα προβαλλόμενα από την Αιτήτρια έξοδα παρουσιάζονται να είναι σε κάποιο βαθμό διογκωμένα, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι δεν παρέχεται κάποια ειδική επεξήγηση από την πλευρά της Αιτήτριας που να δικαιολογεί το ύψος αυτών. Ενδεικτικά, η Αιτήτρια αξιώνει €1000 μηνιαίως για την σίτιση της, €1000 μηνιαίως για την ένδυση και υπόδηση της, €1000 μηνιαίως για θεραπείες αισθητικής και κομμωτηρίου, χωρίς κάποια επεξήγηση του εύλογου του ύψους που αξιώνει για αυτά τα έξοδα. Η επίκληση από μέρους της Αιτήτριας του υψηλού επιπέδου διαβίωσης των διαδίκων δεν είναι από μόνο του ικανοποιητικό για να δικαιολογήσει την αξίωση τόσο υψηλών ποσών για τις ανάγκες αυτές, σημειώνοντας ότι σκοπός της καταβολής διατροφής είναι η εξασφάλιση εύλογης διατροφής για το δικαιούχο και όχι μέσο εξασφάλισης πόρων πέρα των εύλογων αναγκών του δικαιούχου. Όσο δε αφορά την ανάγκη στέγασης της, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η ανάγκη αυτή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και με την ενοικίαση διαμερίσματος με χαμηλότερο ενοίκιο από το ποσό των €4000 μηνιαίως που η ίδια αξιώνει.
Ο Καθ’ ου η αίτηση με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση προβάλλει τη θέση ότι όπως πληροφορήθηκε πρόσφατα εγκρίθηκε η άδεια παραμονής της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπώς αναφέρει ότι η Αιτήτρια έχει εισόδημα τουλάχιστον €3.500 ευρώ το μήνα πλέον 20% για το εξαρτώμενο τέκνο της δηλαδή σύνολο €4200 το μήνα, αφού όπως προβάλλει το εισοδηματικό αυτό κριτήριο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση τέτοιας άδειας.
Παρότι η Αιτήτρια ζήτησε άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και μάλιστα όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης αναβλήθηκε η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης προκειμένου να δοθεί τέτοιος χρόνος στην Αιτήτρια, εντούτοις η Αιτήτρια επέλεξε να μην καταχωρήσει οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όπως εύλογα θα αναμενόταν, προκειμένου να διαφωτίσει το Δικαστήριο επι του πιο πάνω ζητήματος και προκειμένου ενδεχομένως να αντικρούσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση οι οποίοι αναπόφευκτα παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η παράλειψη όμως της Αιτήτριας να αντικρούσει τα πιο πάνω είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τρίτη προϋπόθεση, αφού άπτεται την δυνατότητας της Αιτήτριας να μπορεί να εξασφαλίζει επαρκώς και σε ικανοποιητικό βαθμό την εύλογη διατροφή και συντήρηση της μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης όπου πλέον θα εξεταστεί η μαρτυρία σε βάθος και θα μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο σε τελικά ευρήματα.
Παραμένει δε άγνωστο για το δικαστήριο πως καλύπτει η Αιτήτρια τα έξοδα της μέχρι σήμερα αφού η ίδια δεν παρέθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία επι τούτου. Ενώ δε θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να επιδιώκει την εκδίκαση της κυρίως αίτησης το συντομότερο, εντούτοις όπως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης από τον Σεπτέμβριο του 2025 όπου ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε την Υπεράσπιση του και ενώ η Αιτήτρια ζήτησε παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της Απάντησης της, μέχρι και σήμερα παραλείπει να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Δεν είναι ωστόσο θεμιτό από την μια η Αιτήτρια να αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος επικαλούμενη αδυναμία αυτοσυντήρησης και από την άλλη να καθυστερεί την εκδίκαση της κυρίως αίτησης.
Υπο το φως λοιπόν των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια έχουσα το βάρος απόδειξης και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, απέτυχε να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή αδυνατεί να εξασφαλίσει επαρκώς και σε ικανοποιητικό βαθμό την διατροφή και συντήρηση της μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και συνεπώς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, σημειώνοντας ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος δύναται να εκδοθεί μόνο εκεί όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο (άρθρο 8 του Ν. 232/1991), κάτι το οποίο για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω δεν κρίνεται σκόπιμο στη παρούσα υπόθεση.
Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.
Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
[Υπ.] ………………………….
Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετικές οι Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, National Bank of Greece v. Motovia (1987) 1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1Γ Α.Α.Δ 2015 Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α (2011) 1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές.
[2] Mitsingas Ltd v. Timberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791,
[3] Βλ. Odysseos (ανωτέρω)
[4] Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236
[5] Όπως αναφέρεται και στον τίτλο της εναρκτήριας αίτησης μεταξύ των διαδίκων εκκρεμεί η αίτηση διαζυγίου με αρ. 589/2024 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
[6] Μενελάου ν. Μενελάου (1993) 1 ΑΑΔ 381. Αποφασίστηκε ότι η βραχεία διάρκεια του γάμου δεν στοιχειοθετούσε σπουδαίο λόγο στην έννοια του άρθρου 6 του Ν. 232/91, διότι i) η διάρκεια του γάμου και της συμβίωσης, που ήταν 20 μήνες, ήταν μεν σύντομη αλλά όχι μικρή, ii) σαν αποτέλεσμα του γάμου η εφεσίβλητη είχε μεταβάλει τον τρόπο ζωής της που είχε συναρτήσει με τα δεδομένα του έγγαμου βίου, και iii) η ευθύνη για τη διακοπή της συμβίωσης βάρυνε τον εφεσείοντα.
[7] Βλ.T.A. MICROLOGIC COMPUTER CONSULTANTS LTD, v. MICROSOFT CORPORATION (2002) 1Γ A.A.Δ. 1802
[9] Βλ. Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπος (2010)1(Β) Α.Α.Δ. 951, Irina Παπαντωνίου ν. Χρ. Παπαντωνίου(2011) 1 Α.Α.Δ. 1875
[10] Bλ. Ορφέας Παναγιώτου v. Χρυστάλλα Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ.625, Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης (1998) 1 Α.Α.Δ. 625 και Δημητρίου V. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ. 1418
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο