O. D. ν. Α. Ι., Αρ. Αίτησης: 36/2024, 6/3/2026
print
Τίτλος:
O. D. ν. Α. Ι., Αρ. Αίτησης: 36/2024, 6/3/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χατζηαθανασίου- Σιαμτάνη,Π. 

Αρ. Αίτησης: 36/2024

Μεταξύ

 

O. D.     από τη Λεμεσό                                 

    Αιτήτριας     

 

κ α ι

 

Α. Ι. άλλως Α. Ι. Γ. από τη Λεμεσό

Καθ΄ ου  η Αίτηση 

 

Μονομερής αίτηση ημ. 22/1/2025

 

Ημερομηνία6 Μαρτίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια:   κα  Ε. Ευρυπίδου

Για τον Καθ’ ου η Αίτηση : κα  Λ. Χατζηλοϊζου

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

  

          Στις 13/9/2024 η  Αιτήτρια  καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών κατά του συζύγου της.

 

Στις 22/1/2025 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:

 

α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Καθ’ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/η διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το χωράφι εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικία με αριθμό εγγραφής xxx, Φ/Σχ xxx Τεμ. xxx στην περιοχή xxxx της κοινότητας χχχ της επαρχίας Λεμεσού στο οποίο ο Καθ΄ ου η Αίτηση είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Καθ’ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/η διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το χωράφι εντός του οποίου έχει ανεγερθεί αποθήκη γκαράζ και διάτρηση με αριθμό εγγραφής xxxx Φ/Σχ xxx τεμ. xxx στο οποίο ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

γ)  Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Καθ’ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή να διαθέσει και/ή να μεταφέρει και/ή να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ποσό των €44.000 το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς επ’ ονόματι του Καθ’ ου η Αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού xxx και xxx και το οποίο αποκτήθηκε μετά από την πώληση της περιουσίας μας.

 

            Για να υποστηρίξει το αίτημα της η Αιτήτρια αναφέρει μεταξύ άλλων στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση της ότι είναι Ουκρανή και ο Καθ’ ου η Αίτηση Κύπριος ότι παντρεύτηκαν το 2004 και διαμένουν σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού. Ότι κατά τις 30/4/2022 ο Καθ’ ου η Αίτηση εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία και μετακόμισε στην ανεγερθείσα κατοικία τους απαγορεύοντας της να συγκατοικήσει μαζί του. Παρέμεινε σε ενοικιαζόμενη κατοικία μέχρι τον Αύγουστο του 2023 όπου της ζήτησε να επανασυνδεθούν και να διαμείνουν στη νέα ανεγερθείσα κατοικία. Αφού  επέστρεψε στη συζυγική κατοικία της υποσχέθηκε να εγγράψει την παραπάνω κατοικία στο όνομα της, πράγμα που δεν έπραξε. Αντίθετα την εκδίωξε εκ νέου απειλώντας την με χρήση βίας αναγκάζοντας την να εγκαταλείψει την κατοικία. Από τότε βρίσκονται σε διάσταση.

 

Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά.

 

Είναι η θέση της ότι από τη δική της συνεισφορά αυξήθηκε η περιουσία του Καθ’ ου η Αίτηση αναφέροντας ότι τόσο ο Καθ’ ου η Αίτηση όσο και η ίδια ασκούσαν διάφορα επαγγέλματά κατά το διάστημα του γάμου τους, επίσης η ίδια φρόντιζε και ασχολείτο γενικότερα με τις εργασίες του σπιτιού. Ήταν δε αντιληπτό και στους δύο, σύμφωνα με την Αιτήτρια ότι όλη η περιουσία που θα αποκτάτο κατά τη διάρκεια του γάμου τους θα ήταν κοινή περιουσία και θα ανήκε και στους δύο ανάλογα με τη συνδρομή του καθενός και ανεξάρτητα από το ποιος θα την κατείχε και σε ποιον θα εγγραφόταν.

 

Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση κατά το έτος 1993 αγόρασε στο χωριό Μανδριά ένα χωράφι έναντι του ποσού των 15.000 λιρών το οποίο με την ουσιαστική συμμετοχή της καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε. Αντικαταστάθηκαν επίσης διάφορα δέντρα με ελιές τις οποίες η ίδια αγόρασε  και συνέδεσαν το χωράφι με ρεύμα και πόσιμο νερό.  Αυτό το χωράφι τελικά πωλήθηκε για το ποσό των €60.000, ποσό το οποίο κράτησε εξ’ ολοκλήρου ο Καθ’ ου η Αίτηση.

 

Πριν από το γάμο τους σύμφωνα με την Αιτήτρια ουδεμία ουσιαστικά περιουσία είχαν εκτός ως ανωτέρω, ενώ όταν επήλθε η διάσταση είχαν την πιο κάτω περιουσία:

 

Χωράφι εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικία με αριθμό εγγραφής xxx Φ/Σχ xxx τεμ. xxx στην περιοχή xxx της κοινότητας xxx της Επαρχίας Λεμεσού.

 

Χωράφι εντός του οποίου έχει ανεγερθεί αποθήκη, γκαράζ και διάτρηση με αριθμό εγγραφής xxx , Φ/Σχ xxx Τεμ. xxx.

 

€44.000 το ποσό το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς επ’ ονόματι του Καθ’ ου η Αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. xxx και xxxτο οποίο αποκτήθηκε από την πώληση της περιουσίας.

 

Πρόσφατα, όπως αναφέρει η Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η Αίτηση την πληροφόρησε ότι προτίθεται να προχωρήσει στην πώληση των χωραφιών, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της απαίτησης της στα οποία διεκδικεί μερίδιο.

Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε η Αιτήτρια  πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους η ίδια ασκούσε διάφορα επαγγέλματα. Συγκεκριμένα μετά το γάμο της κατά το 2004 εργαζόταν στη Λεμεσό σε βιοτεχνία κατασκευής αλειμμάτων δυο μήνες με μισθό 400 Λ.Κ, από το 2004 και για περίοδο 2 χρόνων δούλευε για 2 με 3 νύχτες την εβδομάδα σε κατάστημα πώλησης hot dog με μισθό 200-300 Λ.Κ. μηνιαίως αναλόγως των ωρών εργασίας της. Την ίδια περίοδο μετά την ασχολία της με τη βιοτεχνία μέχρι και το 2008 ασχολείτο κατά τη διάρκεια της ημέρας με γεωργικές εργασίες του συζύγου της καθώς διατηρούσαν με τον Καθ’ ου η Αίτηση ζώα, όπως κατσίκια, χοίρους, κότες κουνέλια και είχε αναλάβει την φροντίδα τους, παράλληλα εργαζόταν σε γεωργικές εργασίες του συζύγου της.

Επίσης κατά το 2008 εργάστηκε και Σαββατοκύριακα για περίπου  δύο μήνες σε εστιατόριο στη Γ. με ημερομίσθιο €40 με €50.

Περί το έτος 2009 και περίπου για ένα χρόνο πωλούσε στη Λεμεσό σάντουιτς σε αυτοκίνητο καντίνα κερδίζοντας περίπου €300 μηνιαίως.

Την περίοδο 2009-2011 δούλευε σε φυτώριο στο χωριό Σ. με μηνιαίο μισθό €900 και έξτρα το Σαββατοκύριακο, κερδίζοντας επιπρόσθετα €200- €300.

Κατά το 2009-2014 με χρηματοδότηση του Καθ’ ου η Αίτηση ύψους €10.0000 επίσης άνοιξε μίνι μάρκετ, στο οποίο και εργαζόταν ενώ την ίδια περίοδο εργαζόταν τις ημέρες των γιορτών φτιάχνοντας και πουλώντας λουκουμάδες σε πανηγύρια και εκδηλώσεις.

Το 2015 επίσης εργάστηκε για περίοδο 4-5 μηνών σε ξενοδοχείο στη Γερμασόγεια με μισθό €400-€500, ενώ το Δεκέμβριο του 2017 μέχρι και σήμερα δουλεύει σε Συμβούλιο Κοινοτικού Εθελοντισμού ως μαγείρισσα και διανομέας φαγητού με αρχικό ακάθαρτο μηνιαίο μισθό €559.

 Επαναλαμβάνει στη συνέχεια ότι κατά το 2021 ήλθαν για πρώτη φορά σε διάσταση καθώς και ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση την απειλούσε ότι θα αποξένωνε την περιουσία, Αναφέροντας ότι όταν επανασυνδέθηκαν της αποκάλυψε ότι ξόδεψε €2.000 που βρίσκονταν σε λογαριασμό. Κατά το 2023 την εκδίωξε εκ νέου επαναλαμβάνοντας υπό μορφή απειλής ότι θα αποξένωνε την επίδικη περιουσία.

Πιστεύει ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρεί το όλο θέμα επείγον, υποστηρίζοντας ότι με την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ’ ου η Αίτηση.

Το Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε ορθό να ακούσει τη θέση και της άλλης πλευράς, διατάζοντας την επίδοση της στον Καθ’ ου η Αίτηση.

Στο αίτημα της Αιτήτριας ο  Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω συνοπτικά.

 

Ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη, ότι γίνεται κακόπιστα και εκδικητικά ότι στις ένορκες δηλώσεις δεν αποκαλύπτονται γεγονότα που μπορούν να στηρίξουν την απαίτηση και την έκδοση των διαταγμάτων, ότι οι ισχυρισμοί της είναι ψευδείς και ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια.

 

             Επίσης υποβάλλεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστεί η Αιτήτρια από την μη έκδοση των διαταγμάτων.  

 

            Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ο Καθ’ ου η  παραδέχεται ότι ήλθαν σε διάσταση με την Αιτήτρια αρχικά το 2021 ότι  αργότερα επανασυνδέθηκαν και ότι από το 2023 βρίσκονται και πάλι σε διάσταση.

 

Παραδέχεται στη συνέχεια ότι κατέχει την περιουσία που αναφέρει η Αιτήτρια όμως αρνείται ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε συνεισφορά στην απόκτηση της. Είναι δε η θέση του ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται οποιοδήποτε μερίδιο επί της περιουσίας του,

 

Όπως αναφέρει περαιτέρω κατά το 1993, 11 χρόνια πριν το γάμο του με την Αιτήτρια, χωρίς καμιά συνεισφορά της Αιτήτριας και αποκλειστικά με τα δικά του χρήματα αγόρασε στο χωριό xxx ένα χωράφι. Καμία σχέση και/ή συνεισφορά όμως δεν είχε η Αιτήτρια με τη φύτευση, καλλιέργεια του χωραφιού και καμία αγορά δέντρων δεν έκανε. Το ακίνητο αυτό πωλήθηκε και έλαβε τα χρήματα ο ίδιος ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης και δικαιούχος αυτού.

 

             Περαιτέρω με δικά του χρήματα τόσο από την εργασία του όσο και από την πώληση του πιο πάνω χωραφιού αγόρασε τα χωράφια που περιγράφονται από την Αιτήτρια και ανήγειρε με τα χρήματα αυτά οικοδομή εντός του ενός ακινήτου. Παραθέτει την αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τη διάσταση ότι αυτή ανερχόταν στα €29.000 και του 2ου ακινήτου στα €6500 .

           

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην Αιτήτρια χρηματικό ποσό ύψους €20.000 περίπου για την αγορά επιχείρησης/ μπακάλικου υπό την προϋπόθεση ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα όταν θα είχε κέρδη, όμως η επιχείρηση δεν πέτυχε με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην του επιστρέψει ποτέ τα λεφτά.

 

            Επιπλέον όπως αναφέρει για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί τους ζούσε και το τέκνο της Αιτήτριας από προηγούμενο γάμο τα έξοδα του οποίου επωμιζόταν ο ίδιος, αλλά επιβαρύνθηκε και με τα έξοδα των σπουδών του.

 

Επίσης η Αιτήτρια διατηρούσε σπίτι στην Ουκρανία το οποίο συντηρούσε με χρήματα που της έδινε ο ίδιος.

 

Είναι ακόμα η θέση του ότι η Αιτήτρια παράνομα είχε στην κατοχή της τον τραπεζικό του λογαριασμό και ότι υφίσταται ζημιά γιατί σε αυτό το λογαριασμό εμβάζεται η σύνταξη του.

 

 Τέλος αναφέρει ότι καμία πρόθεση δεν έχει να αποξενώσει την περιουσία του, καθώς και ότι η περιουσία που έχει δεσμευτεί είναι κατά πολύ μεγαλύτερή και δυσανάλογη του ποσού που ενδέχεται να επιδικαστεί εάν επιτύχει η απαίτηση της Αιτήτριας.

 

 Η αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, προχώρησε σε ακρόαση με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων να παρουσιάζουν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες με αναφορά στα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων και σε νομολογία, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Προσπάθειες για εξεύρεση συναινετικής λύσης, για αρκετό καιρό μεταξύ των διαδίκων, δεν καρποφόρησαν. Ας σημειωθεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση επικεντρώθηκε στο θέμα της δέσμευσης του επίδικου λογαριασμού στον οποίο εμβάζεται η σύνταξη του, εισηγούμενη ότι η απαίτηση της Αιτήτριας καλύπτεται με τη δέσμευση των ακινήτων. Υποδεικνύοντας περαιτέρω ότι δεν μπορεί να δεσμευτεί δυσανάλογη της απαίτησης περιουσία.

 

Ας σημειωθεί ότι δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα στην παρούσα υπόθεση και ότι τα παραπάνω αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των διαδίκων.

 

 

 

   Νομική πτυχή

        

              Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.

           

  Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του  προσωρινού διατάγματος.

 

                        Οι τρεις προϋποθέσεις  είναι οι ακόλουθες:

 

               i)          Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

ii)         Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων  θεραπεία.

  iii)        Tο ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί     πλήρης δικαιοσύνη σε διάταγμα.

 

Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

 

Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος.

 

Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία.  Βλ. Οδυσσέως  v. Pieris Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ. ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.

 

Ακόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

 

Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του  διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να  ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν’ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού  v.  Στυλιανού   (1992) 1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου   κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996) 1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598,  Σεβαστού v. Σεβαστού, (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980].

 

Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 C.L.R.263.

 

Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka (1999), 1Α 227 στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Δικαστή Αρτεμίδη (όπως ήταν τότε): "Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν’ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της."

 

Εξέταση της αίτησης

 

Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω, με βάση τις παραπάνω αρχές και νομοθετικές πρόνοιες, κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι οποίες θα κριθούν με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και τις διατάξεις του Νόμου που διέπει τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων.

 

Στην υπό εξέταση αίτηση σχετικές είναι οι διατάξεις των αρ. 2 και 14 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, Ν. 232/1991 στο εξής «ο Νόμος». 

 

"Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή."

 

Περαιτέρω στον παραπάνω νόμο στο άρθρο 2, ο όρος «συνεισφορά» σημαίνει:

 

«την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογένειας.»

 

    Περαιτέρω ως περιουσία ορίζεται στο ίδιο άρθρο:

 

«περιουσία” σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους»

 

 Επίσης  το άρθρο 14 Γ(1)  ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι:

 

Το Δικαστήριο, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14Α έχει την εξουσία να εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο καθ’ ου η αίτηση να διαθέσει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της.

Η αξίωση περιουσιακής διαφοράς είναι καταρχάς ενοχικής φύσεως. Πιθανή θεραπεία είναι όμως και αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση το οποίο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτήτρια περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας.

Προέχει η εξέταση στο παρόν στάδιο της ένστασης που αφορά την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από την Αιτήτρια κατά την υποβολή της μονομερούς αίτησης.  Πέραν του ότι δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το τι παρέλειψε η Αιτήτρια ν’ αποκαλύψει, σύμφωνα με τη νομολογία, η υποχρέωση του Αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης[Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1168].

            Θα υπενθυμίσω ότι στην παρούσα υπόθεση, η μονομερής αίτηση επιδόθηκε στην άλλη πλευρά με οδηγίες του Δικαστηρίου. Συνεπώς, μετά την επίδοσή της στην άλλη πλευρά, η μονομερής αίτηση απώλεσε την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως. [Βλ Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη (2000) 1 Α.Α.Δ. 923 και Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 A.A.Δ. 43]. Επομένως, έχει εφαρμοστεί ο κανόνας της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων στην περίπτωση αίτησης δια κλήσεως και δόθηκε στον Καθ’ ου η η Αίτηση το δικαίωμα να ακουστεί. Ούτε πρόκειται για περίπτωση όπου εκδόθηκε οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα στη βάση των όσων λέχθηκαν στη μονομερή αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε την ευκαιρία να ακουστεί και το δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης να έχει ενώπιον του τις θέσεις και των δύο πλευρών.

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχω ενώπιον μου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων.

 

Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση

 

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/12, ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2017 ο έντιμος κ. Ναθαναήλ, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14Γ του Ν. 232/1991: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ’ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/1991, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου

 

 Η έμφαση είναι δική μου.

 

Αναδεικνύεται από τη προσκομισθείσα μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση, αλλά και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, το άρθρο 2 που ορίζει τις έννοιες της περιουσίας και συνεισφοράς και το άρθρο 14 του Ν. 232/91 που δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αίτηση στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή, ότι καταδείχθηκε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στα δικόγραφα της Αιτήτριας και στην παρούσα αίτηση προσφέρεται επαρκές υλικό ώστε να μπορεί να ενταχθεί η διαφορά των διαδίκων, στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων αυτής και του συζύγου της από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Βλ. υπόθεση  Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα (ανωτέρω).

 

 Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι από το 2023 βρίσκονται σε διάσταση.   Κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους, αποκτήθηκε η επίδικη περιουσία.  Θέση της Αιτήτριας είναι ότι είχε συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση.

 

2.      Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας

 

Η  ίδια η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας  στην παρούσα αίτηση αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. 

 

Αυτό, διότι περιγράφεται η περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτή αποκτήθηκε με τη μέγιστη δική της συνεισφορά.

 

Η συνεισφορά της Αιτήτριας με διάφορες μορφές είτε απευθείας είτε έμμεσα εξειδικεύεται με επάρκεια στην αρχική αλλά και τη συμπληρωματική  ένορκη δήλωση της για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και του μέτρου απόδειξης που απαιτείται για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας.

 

Η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Καθ’ ου η Αίτηση εργαζόταν συνεχώς εντός και εκτός της συζυγικής κατοικίας. Οι μορφές της εργασίας της περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια στις ένορκες δηλώσεις της. Εργαζόταν τόσο σε γεωργικές εργασίες, αλλά και σε άλλες εργασίες ως περιγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω. Μέσω της άμεσης και έμμεσης  οικονομικής στήριξης της με τις εργασίες της, είναι η θέση της ότι αποκτήθηκε η επίδικη περιουσία και η περιουσία που υπήρχε δηλαδή το κτήμα που αποκτήθηκε το 1993 από τον Καθ’ ου η Αίτηση αναπτύχθηκε και στη συνέχεια πωλήθηκε.

 

 Ο Καθ΄ ου η αίτηση από το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων απέκτησε και άλλη περιουσία.  Επομένως η αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η αίτηση και η συμβολή της Αιτήτριας όπως αυτή προσδιορίζεται στα άρθρα  2  και 14(2) του Ν.232/91 ικανοποιούν στο παρόν στάδιο την ύπαρξη της ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση παραδέχεται τη διάσταση και την απόκτηση της επίδικης περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου. Παραδέχεται επίσης την ύπαρξη του λογαριασμού. 

 

Είναι όμως η θέση του ότι η οποιαδήποτε αύξηση στην περιουσία του οφείλεται στη δική του αποκλειστικά συμβολή και η περιουσία αποκτήθηκε με δικά του χρήματα και εργασία και όχι στη συνεισφορά και/ή συμβολή της Αιτήτριας.

 

Η αξιολόγηση όμως των αντικρουόμενων ισχυρισμών και η εξαγωγή συμπερασμάτων και η αποδοχή της μιας ή της άλλης θέσης και τα οποιαδήποτε ευρήματα επί των δύο διαφορετικών εκδοχών στη βάση μόνο των ενόρκων δηλώσεων θα ήταν πρόωρο να γίνει σε αυτό το στάδιο, αλλά θα γίνει όταν θα βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένο το μαρτυρικό υλικό από τους διαδίκους όταν το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την αξιοπιστία τους.

 

 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω αν ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Δηλαδή:

 

 Να είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο

 

Το άρθρο 14 Γ(1)  ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι:

 

Το Δικαστήριο, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14Α έχει την εξουσία να εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο καθ’ ου η αίτηση να διαθέσει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της.

 

Ο σκοπός του πιο πάνω άρθρου είναι η παρεμπόδιση αποξένωσης τέτοιας περιουσίας ώστε να μην καθίσταται αναποτελεσματική η αξίωση ενός συζύγου για συνεισφορά.

 

Η Αιτήτρια με την αίτηση της ζητά την απόδοση της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση τόσο με τη μεταβίβαση επ’ ονομάτι της του ½ και/ή οποιουδήποτε μεριδίου κρίνει το Δικαστήριο ορθό, επί των ακινήτων.

 

Περαιτέρω ζητά το  ½  δηλαδή το ποσό των €22.000  του υπολοίπου ποσού της τάξης των €44.000 που βρίσκεται στον τραπεζικό λογαριασμό που αναφέρει και το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αποκτήθηκε από την από την πώληση της περιουσίας των διαδίκων.

 

Περαιτέρω ή διαζευκτικά αιτείται απόφασης για το ποσό που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση την οποία ως αναφέρει στην εναρκτήρια αίτηση της προσδιορίζει στα €150.000.

 

Συνεπώς δεν περιορίζεται η απαίτηση της σε  απαίτηση χρηματική.

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι καμία πρόθεση δεν έχει να αποξενώσει την περιουσία του. Επίσης αναφέρει ότι ουδέποτε απείλησε την Αιτήτρια.

 

 Η ίδια υποστηρίζει ότι ο  Καθ’ ου η Αίτηση την απείλησε ότι θα αποξενώσει την περιουσία, μάλιστα ήδη ξόδεψε μέρος των χρημάτων από το λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκε το τίμημα από την πώληση του ακινήτου. Η πληροφορία έφτασε στην Αιτήτρια όπως αναφέρει περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2024 και άμεσα προχώρησε στην καταχώρηση της προκείμενης αίτησης.

 

Παραπέμπω στα όσα υποδείχθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Φετοκάκης v. Χριστοφή κ. ά. (2006) 1 Α.Α.Δ. 800 σε σχέση με το βάρος απόδειξης που απαιτείται για την πρόθεση του διαδίκου να αποξενώσει το περιουσιακό στοιχείο:

 

"Σημειώνουμε ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει τη πραγματική πρόθεση του καθ’ ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Τσιολάκη και άλλη v. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος."

Παραπέμπω επίσης στα όσα λέχθηκαν από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο  στην υπόθεση με αρ. 187/2021 Κ.Σ.Π. v. Κ.Τ  ημ. 26/1/2023 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου.

………………………………………………………………………………«Αναφορικά με τη τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας και, το κυριότερο, πως εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.

«Περαιτέρω, η οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας, θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία.  Πιθανή θεραπεία είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (Βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 1165 και Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α.(ανωτέρω). Συνεπώς, τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρο  32 του Ν. 14/60.» Πραγματικά, δυσκολευόμαστε να δούμε την λογική του λόγου έφεσης. Τα σχετικά επιχειρήματα των Εφεσειόντων παραγνωρίζουν τη φύση της αξίωσης της κυρίως θεραπείας με την οποία αξιώνετο απόδοση στην Εφεσίβλητη του μέρους της περιουσίας του Εφεσείοντος 1, το οποίο αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή κατά τη διάρκεια του, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή και/ή το οποίο διατηρούσε ο Εφεσείων 1 ως καταπίστευμα προς όφελος της ως επίσης και την εγγραφή επ'  ονόματι της του ½ μεριδίου επί των ακινήτων τα οποία, κατ'  ισχυρισμόν πάντα, αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντα στην οποία αύξηση έχει συνεισφέρει.  Όπως τονίζει η πλευρά της Εφεσίβλητης, η απόδοση σ'  αυτή της αξίας των εν λόγω μεριδίων σε χρήμα, τίθεται διαζευκτικά.

 

Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019:

 

«Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η   ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική.

 

Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση»

 

                   ……………………………………………………………………… 

Η έμφαση είναι δική μου.

  

 Κρίνω με τα πιο δεδομένα της παρούσας περίπτωσης και το μαρτυρικό υλικό το οποίο αξιολογείται σε περιορισμένο βαθμό και μόνο για τη διαπίστωση της τήρησης των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ότι και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Ο κίνδυνος αποξένωσης είναι ορατός. Η διατήρηση του αντικειμένου της απαίτησης είναι επιβεβλημένη.

 

Τέλος όσον αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν προσωρινά διατάγματα και να οριστικοποιηθούν  αναφορικά με τη δέσμευση τα επίδικης περιουσίας, θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων ώστε  η περιουσία να διαφυλαχθεί μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Άλλωστε ο Καθ’ ου η Αίτηση δηλώνει ότι δεν προτίθεται ν’ αποξενώσει την επίδικη περιουσία.

 

Όσον αφορά τη δέσμευση του λογαριασμού θεωρώ ορθό με βάση και την απαίτηση της Αιτήτριας όπως δεσμευθεί το ½ του ποσού. Δηλαδή το ποσό των €22.000, έχοντας υπόψη μου ότι κατά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε υπέρμετρη δέσμευση περιουσίας του Καθ΄ ου η Αίτηση.

          

Θα παραπέμψω γι' αυτό στο άρθρο 5 (1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 το οποίο προνοεί :

 5.—(1) «Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο µετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο µέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνοµα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόµο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώµη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα, μαζί  µε τα έξοδα της.»

 Από το λεκτικό του άρθρου 5 Κεφ.6 πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που επιζητείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος και τα έξοδα.  

Βλ. επίσης υπόθεση Reckendorfer .vReckendorfer (2004) 1 A.A.Δ. 1132, επαναλήφθηκε ότι το πρωταρχικό κριτήριο στην έκδοση προσωρινού διατάγματος που σκοπό έχει να διασφαλίσει την εκτέλεση της τελικής απόφασης, είναι η πιθανολόγηση επιτυχίας της αγωγής. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι στο ενδεχόμενο τελικό αποτέλεσμα περιλαμβάνεται και προσμετρά και ο βαθμός επιτυχίας σε  ο' τι αφορά τις αιτούμενες θεραπείες, το ύψος του ποσού που απαιτείται στο στάδιο της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος, πιθανολογείται πως θα αποδοθεί στη τελική απόφαση.  Με το παραπάνω σκεπτικό, το επίδικο διάταγμα κατ' έφεση ακυρώθηκε και υποκαταστάθηκε με διάταγμα στο οποίο το συνολικό ποσό το οποίο δεν δικαιούταν να αποξενώσει το Καθ' ου η Αίτηση μειώθηκε στο ποσό των Λ.Κ.150.000 αφού λήφθηκε  υπόψη το ύψος της αξίωσης του Αιτητή.

 

Καταλήγω λοιπόν ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις και είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθούν τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:

 

α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/η διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ½ του  χωραφιού εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικία με αριθμό εγγραφής χχχ, Φ/Σχ χχχ Τεμ. χχχ στην περιοχή χχχ την κοινότητας χχχ της επαρχίας Λεμεσού στο οποίο ο Καθ΄ ου η Αίτηση είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/η διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το ½ του χωραφιού εντός του οποίου έχει ανεγερθεί αποθήκη γκαράζ και διάτρηση με αριθμό εγγραφής χχχ, Φ/Σχ χχχ τεμ. χχχ στο οποίο ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

γ)  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να αποσύρει και/ή διαθέσει και/ή μεταφέρει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο ποσό €22.000 το οποίο είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό επ’ ονόματι του Καθ’ ου η Αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα με αριθμό χχχ μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Τα προσωρινά διατάγματα καθίστανται απόλυτα και θα ισχύουν μέχρι εκδίκασης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Ενόψει του αποτελέσματος τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

 

(Yπ.)  ………………………………..

 

Χ”Aθανασίου - Σιαμτάνη,  Π

 

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

Subject:   Family/interim

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο