Μ. Φ ν. Δ. Θ, Αρ. Αίτησης: 328/2025, 26/8/2026
print
Τίτλος:
Μ. Φ ν. Δ. Θ, Αρ. Αίτησης: 328/2025, 26/8/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας

Ενώπιον:  Κ. Χατζηαθανασίου Σιαμτάνη, Π.

                                                                                                    Αρ. Αίτησης: 328/2025

Μεταξύ:

Μ. Φ εκ Λεμεσού

      Αιτήτριας

και

 

Δ. Θ εκ Λεμεσού

 

                                                                                                                         Καθ’ ου η Αίτηση

 

Μονομερής Αίτηση  ημερομηνίας 13/2/2026

 

Ημερομηνία:  26 Αυγούστου 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή στην παρούσα Αίτηση/ Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση: κα Λ. Χατζηλοίζου

Για την Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση/ Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση: Κος  Π Μπενάκης

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Αίτημα του Αιτητή στην Αίτηση/ Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση στο εξής αναφερόμενου ως «Αιτητής» είναι η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία του με τον ανήλικο υιό του ως ακολούθως:

 

Ι) Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη από η ώρα 13.30 μέχρι 19.30

Επίσης όπως ρυθμιστεί το δικαίωμα του και τα Σαββατοκύριακα ως ακολούθως:

 

Κάθε 1η και 3η εβδομάδα εκάστου μήνα από την Παρασκευή η ώρα 13.30 μέχρι τη Δευτέρα η ώρα 8.00 με διανυκτέρευση και

 

Κάθε 2η και 4η εβδομάδα εκάστου μήνα από το Σάββατο η ώρα 10 π.μ. μέχρι τη Δευτέρα η ώρα 8 π.μ. με διανυκτέρευση.

 

Η αίτηση η οποία έγινε μονομερώς διατάχθηκε όπως επιδοθεί ώστε να ακουστεί και η άλλη πλευρά.

 

Επιδίωξη της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση/ Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση» είναι μεταξύ άλλων  να αναλάβει τη  αποκλειστική γονική μέριμνα, φροντίδα, επιμέλεια και φύλαξη του ανήλικου υιού των διαδίκων Θ.

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση/Αιτητής στην παρούσα καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, επιδιώκοντας όπως ανατεθεί στον ίδιο η αποκλειστική επιμέλεια, φροντίδα και φύλαξη του ανήλικου τέκνου τους και όπως ρυθμιστεί η επικοινωνία του άλλου γονέα που δεν θα έχει τη φύλαξη με το ανήλικο. Επίσης όπως απαγορευθεί η έξοδος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς τη συγκατάθεση του ή άδεια του Δικαστηρίου.

 

Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, αναφέρει ότι με την Καθ’ ης η Αίτηση τέλεσαν πολιτικό γάμο το Νοέμβριο του 2023 και ότι απέκτησαν τον ανήλικο υιό τους που γεννήθηκε στις 29/5/2024.

 

 Μετά το γάμο τους, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, η συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση άλλαξε. Έγινε απότομη απέναντι του τόσο λεκτικά όσο και σωματικά. Επίσης τον υποτιμούσε και δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτόν.

Από τις 16/5/2025 βρίσκονται σε διάσταση όταν η Καθ’ ης η Αίτηση τον έδιωξε από το σπίτι με βίαια και επιθετική συμπεριφορά.

 

 Παρά τις επανειλημμένες  προσπάθειες να έχει επικοινωνία με το παιδί του, αφού δεν πηγαίνει σε νηπιαγωγείο, πράγμα για το οποίο έχει έντονη αντίρρηση, αλλά δεν εισακούεται, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται και δεν του επιτρέπει την επικοινωνία με αυτό.

 

 Είναι η θέση του ότι το συγγενικό περιβάλλον της Καθ’ ης η Αίτηση αποτελείται από βίαιους και επιθετικούς ανθρώπους. Όπως αναφέρει είναι επικίνδυνο για το παιδί να συνεχίσει να διαμένει στην οικία της μητέρας του μαζί με το συγγενικό περιβάλλον.  Αλλά και η Καθ’ ης η Αίτηση έχει ψυχολογικά και/ή ψυχικά προβλήματα και έχει εμμονές με την υγεία του παιδιού, θεωρώντας ότι το παιδί τους είναι άρρωστο με σοβαρή ασθένεια. Η εμμονή της, σύμφωνα με τον Αιτητή, είχε ως αποτέλεσμα την ταλαιπωρία του παιδιού με ιατρικές εξετάσεις οι οποίες κατέδειξαν ότι το παιδί δεν έχει ιατρικά προβλήματα, ως η τελευταία ισχυρίζεται.

 

Η οικία στην οποία διαμένει ο ίδιος είναι κατάλληλη για το παιδί, ο ίδιος κατάλληλος να προσφέρει στο παιδί ένα σταθερό περιβάλλον, αλλά και οι γονείς του είναι υπεύθυνοι και κατάλληλοι σε αντίθεση με τους γονείς της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

            Είναι ακόμα η θέση του ότι έχει επανειλλημένα ζητήσει από την Καθ’ ης η Αίτηση επικοινωνία με το παιδί του όμως ότι αυτή εκμεταλλευόμενη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που έχει και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, λόγω της ανικανότητας του να εργαστεί κανονικά, συνεχίζει να του στερεί το παιδί και προσπαθεί να το αποξενώσει από τον ίδιο και την οικογένεια του.

 

            Θεωρεί γι’ αυτό επείγον, δίκαιο και εύλογο όπως το Δικαστήριο εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα.  

 

 

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση αντέδρασε με ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας αρκετούς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει σχετικό διάταγμα.

 

          Αυτοί είναι συνοπτικά οι ακόλουθοι:

 

 Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή νομικά αστήριχτη, συνιστά κατάχρηση δικαιωμάτων και καταστρατήγηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η αιτούμενη θεραπεία είναι ουσιαστικά η ίδια με την αιτούμενη θεραπεία στην εναρκτήρια αίτηση. Ο Αιτητής δεν ήρθε με καθαρά και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα προϋποθέσεις για την  έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων.  Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι ψευδή. Ο Αιτητής δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.  Δεν τηρούνται και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Την ένσταση της συνοδεύει ένορκη δήλωση της ημερομηνίας

 

Σ’ αυτήν παραδέχεται  ότι βρίσκονται σε διάσταση με τον Αιτητή από τις 26/5/25,  προβάλλοντας όμως τη θέση ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία, καθότι ήταν ανεύθυνος και αδιάφορος και αρνείτο ν’ αναλάβει τις ευθύνες του ως πατέρας και ως σύζυγος. Το μόνο του ενδιαφέρον ήταν τα αυτοκίνητα και η διασκέδαση του.

 

Από τη διάσταση δε το ανήλικο διαμένει μαζί της και ο Αιτητής πολύ σπάνια έχει επαφή με το παιδί του. Όπως αναφέρει η Καθ’ ης η Αίτηση συγκεκριμένα ο Αιτητής ήρθε μόνο μια φορά σε επαφή με το παιδί του μέχρι σήμερα.

 

Περαιτέρω όπως αναφέρει κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους τη φροντίδα του παιδιού ανέλαβε η ίδια αποκλειστικά, ενώ ο Αιτητής εργαζόταν τον περισσότερο χρόνο, βράδυ και όλη την ημέρα κοιμόταν.  

 

Επιπλέον ο Αιτητής αρνείται να συνεργαστεί μαζί της για τα ιατρικά θέμα και πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το παιδί τους και αρνείτο να δώσει τη συγκατάθεση του να εξεταστεί το ανήλικο από παιδονευρολόγο,  για το πρόβλημα μικροκεφαλίας και χαμηλής ελεύθερης θυροξίνης, παρά τις οδηγίες και συμβουλές των ιατρών, ότι το παιδί έπρεπε να υποβληθεί σε εξετάσεις.

 

Επίσης αναφέρει ότι ο Αιτητής αδιαφορούσε και καθυστερούσε να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις της, αδιαφορώντας για το παιδί. Ούτε και επιθυμεί ο Αιτητής να συμμετέχει  στη φροντίδα του παιδιού. Επίσης δεν συνεργάζεται σε θέματα φοίτησης του  παιδιού στο Νηπιαγωγείο και στην έκδοση ταυτότητας. Επισυνάπτει επιστολές των δικηγόρων της προς τον Αιτητή.

 

Η ίδια, όπως αναφέρει είναι καταλληλότερη ν’ αναλάβει την αποκλειστική φροντίδα του παιδιού, ενώ ο Αιτητής σπάνια έχει επαφή με το παιδί.  Έχει δύο χρόνια να το επισκεφθεί, με αποτέλεσμα το παιδί να μην τον αναγνωρίζει.

 

Περαιτέρω όπως αναφέρει ο Αιτητής είναι άτομο νευρικό και φώναζε και ύβριζε μπροστά στο παιδί όταν ήταν μαζί, αλλά έχει και  ψυχολογικά προβλήματα. Επανειλημμένα τόσο προφορικά όσο και με μηνύματα του, της έχει δηλώσει ότι θα θέσει τέλος στη ζωή του.

 

Ούτε και έχει κατάλληλο χώρο και δεν μπορεί να φροντίζει το παιδί. Όπως ισχυρίζεται περαιτέρω και οι γονείς του της έχουν αναφέρει ότι έχουν ξεχάσει πως φροντίζουν ένα παιδί. Το περιβάλλον του γενικά δεν είναι κατάλληλο για τη φροντίδα του παιδιού.

 

Τέλος αναφέρει ότι το παιδί είναι πολύ μικρό μόλις 23 μηνών, ο Αιτητής αποφεύγει  από τη διάσταση την επικοινωνία μαζί του, προφασιζόμενος τη δουλειά, με αποτέλεσμα το παιδί να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο πρόσωπο και να ζητά την παρουσία της.

 

Αναφέρει ακόμα ότι συμφώνησαν στο Δικαστήριο για ένα πρόγραμμα επικοινωνίας στην παρουσία της, πλην όμως ο Αιτητής ουδέποτε ήρθε να συναντήσει το παιδί.

 

Ο Αιτητής με συμπληρωματική ένορκη δήλωση απορρίπτει  τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι δεν τον αναγνωρίζει το παιδί και υποστηρίζει ότι έγιναν 4 συναντήσεις  και το παιδί ήταν πολύ χαρούμενο που ήταν μαζί του. Αναφέρει ακόμα ότι δεν πραγματοποιήθηκαν 2 συναντήσεις, γιατί είχε πρόβλημα υγείας και έμεινε σε ιατρικό κέντρο.

 

             Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων να υποβάλλουν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες με παραπομπή σε νομολογία και την εκατέρωθεν μαρτυρία, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους.   

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.

Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του  προσωρινού διατάγματος.

 

            Οι τρεις προϋποθέσεις  είναι οι ακόλουθες:

   i)           Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

ii)         Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων θεραπεία.

iii)    Tο ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε διάταγμα.

 

 Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.

 

 Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από τον Αιτητή  να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

 

Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή  στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος.

 

Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία.  Βλ. Οδυσσέως  v. Pieris Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ. ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.

 

 Ακόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

 

 Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων.

 

Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του  διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να  ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν’ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού  v.  Στυλιανού   (1992) 1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου   κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248,  Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996) 1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598,  Σεβαστού v. Σεβαστού, (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980].

 

Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 C.L.R.263.

 

 Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα κριθούν με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τις διατάξεις της σχετικής με το υπό κρίση θέμα νομοθεσίας.  Είναι δε προφανές ότι εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση έχουν οι διατάξεις του του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν. 216/1990.  Οι σχετικές με το θέμα διατάξεις έχουν ως ακολούθως:

      

«17.1.  Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της    προσωπικής επικοινωνίας μ΄ αυτό.

       2.  Σε περίπτωση διαφωνίας όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.

           3.  Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».

 Το άρθρο 6 του Νόμου έχει ως ακολούθως:

 

6.(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.

(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.

(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.

            Ο νόμος καθιστά, όπως φαίνεται από τις σχετικές διατάξεις λοιπόν ως κυρίαρχο κριτήριο με βάση το οποίο ασκείται η γονική μέριμνα το συμφέρον του τέκνου γι’ αυτό και κάθε απόφαση του Δικαστηρίου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας και για θέματα που αφορούν το παιδί πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του ανηλίκου. Βλ. Α. Ιακωβίδου v. Κ. Ιακωβίδου ( 2000) 1 Α.Α.Δ. 1108, Στυλιανού v. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130

 

 Βλ. επίσης για το συμφέρον του τέκνου την απόφαση Διευθύντριας Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής  Ευημερίας v. Φ. Ντούμα κ.α (2001) 1 ΑΑΔ 1911).

 

             Προτού προχωρήσω στην εξέταση του αιτήματός του, θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω στα πιο κάτω αποσπάσματα, από τη βιβλιογραφία και τη νομολογία, τα οποία είναι άκρως διαφωτιστικά ως προς τη φύση, τη λειτουργία και τον σκοπό του δικαιώματος επικοινωνίας.

 

         Παραπέμπω, καταρχάς, στο βιβλίο του Αρεοπαγίτη Βασίλη Βαθρακοκοίλη Ερμηνεία Νομολογία του Αστικού Κώδικα (ΕΡΝΟΜΑΚ) τόμος Ε Οικογενειακό Δίκαιο, όπου στην ερμηνεία του άρθρου 1520, στη σελίδα 981, υπό τον τίτλο: Σκοπός επικοινωνίας, αναφέρονται τα πιο κάτω:

         

 "Ο βασικός σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου, της προσωπικής σχέσης, η αποτροπή της μεταξύ τους αποξένωσης τους, η απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση των αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, στοργής και ενδιαφέροντος μεταξύ τους και η δυνατότητα του γονέα άμεσης γνώσης της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθηση της όλης πορείας του τέκνου. Η διατήρηση προσωπικών δεσμών τέκνου και ανιόντων που ασκούν σημαντική επίδραση στην εν γένει ανάπτυξη του τέκνου, είναι ο δικαιολογητικός λόγος της θέσπισης δικαιώματος επικοινωνίας και των ανιόντων με το τέκνο, εφόσον δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι από τους οποίους επιβάλλεται διαφορετική ρύθμιση."

 

Σύμφωνα δε με το  άρθρο 1520 § 3, οι ειδικότερες λεπτομέρειες του δικαιώματος επικοινωνίας ρυθμίζονται κάθε φορά από το Δικαστήριο, το οποίο, συνεπώς, αποφασίζει για τον χρόνο (συχνότητα και χρονική διάρκεια) και τον τόπο της επικοινωνίας ή για το είδος της.

 

Παραπέμπω, επίσης, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνά Ξενίδου και Ευαγόρα Οικονομίδη, Έφεση αρ. 28/14, 07/04/2015, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:

 

         "Στην Στυλιανού v. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 131, λέχθηκαν τ' ακόλουθα σχετικά με τα ζητήματα που εξετάζονται στην παρούσα αίτηση:

           «Όπως αναγνωρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην  R. v. U.K. (1987)  Times, 9th July (Series A Judgments  and  Decisions Vol.

.          121), η πρόσβαση του γονέα στο τέκνο αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του ανθρώπου για οικογενειακή ζωή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Βλ. επίσης Ν. 39/62).  Στην Κύπρο το δικαίωμα αυτό επίσης διασφαλίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Συντάγματος.  Όπως εξηγείται όμως στην υπόθεση RE KD (A minor) (1988) 1 All E.R. 577 (H.L) το δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί εφόσον δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, που δεν είναι άλλος από την συμβολή στην ευημερία.»"

 

Όπως επανατονίστηκε στη Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, ημερ. 7.10.21, η οποία αφορούσε προσωρινό διάταγμα σε σχέση με ανήλικο: «[Τ]ο πρωτόδικο Δικαστήριο στο χειρισμό ενδιάμεσων αιτήσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την προσωρινή επίλυση επειγουσών καταστάσεων έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει έχοντας ακριβώς υπόψη αφενός - και κύρια - το συμφέρον του ανήλικου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως που αφορούν στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου την προσωρινότητα του μέτρου με κύριο σκοπό την εκδίκαση της κύριας αίτησης».

 

Βλ. επίσης Πολιτική Έφεση Αρ. Ε82/2025  Μ. Τ.  Κ.Γ ημ. 10/6/2026 για τη σημασία της επικοινωνίας.

 

Εξέταση της αίτησης

 

Προέχει η εξέταση της θέσης ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψε ότι είναι ο ίδιος ο οποίος απομακρύνθηκε από τα παιδιά και δεν επιδίωξε επικοινωνία.

 

   Σύμφωνα, όμως, με τη νομολογία η υποχρέωση του Αιτητή για  αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης [Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά. (1999)1 Α.Α.Δ. 1168.

 

            Στην προκείμενη περίπτωση, η υπόσταση της αίτησης μετά την επίδοση της ως αίτησης διά κλήσεως, έδωσε το δικαίωμα στην Καθ’ ης η Αίτηση να ακουστεί και να προβάλει τους λόγους που ενίσταται στην έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ούτε και  πρόκειται για περίπτωση όπου εκδόθηκε οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα στη βάση των όσων λέχθηκαν στη μονομερή αίτηση. Το Δικαστήριο έτσι είχε την ευκαιρία να έχει τις θέσεις και των δύο διαδίκων, για να αποφασίσει αν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος.

 

 Προχωρώ στην  εξέταση του αιτήματος για επικοινωνία έχοντας πάντοτε κατά νου ότι θα πρέπει η μαρτυρία να προσεγγίζεται προσεκτικά για να διαπιστωθεί κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αυτό το στάδιο σε ευρήματα επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών και στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν αρκετά διαφιλονικούμενα θέματα. Υπάρχει διαφωνία συγκεκριμένα ως προς την έκταση του ενδιαφέροντος του πατέρα προς το παιδί, όπου υπάρχουν αντίθετες εκδοχές.  Περαιτέρω οι ισχυρισμοί που τίθενται από τους διάδικους γονείς, ως προς τους λόγους και τις συνθήκες διακοπής της επικοινωνίας είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. 

 

 Σύμφωνα όμως, με την νομολογία, το Δικαστήριο, όταν εξετάζει το θέμα έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί γεγονότων και αξιοπιστίας μαρτύρων, τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του κατά την δίκη της ουσίας της αγωγής (βλ. Jonitexo v. Adidas  ( ανωτέρω).

 

Συνεκτιμώντας λοιπόν τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου στις ένορκες δηλώσεις, έχοντας υπόψη μου τις  πρόνοιες της νομοθεσίας, είναι προφανές ότι προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Αιτητή στην ανταπαίτησή του, εφόσον ο Αιτητής είναι ο πατέρας του παιδιού, κατά συνέπεια, ένας από τους φορείς της γονικής μέριμνας, και το παιδί διαμένει με τη μητέρα του. Επομένως, ο Αιτητής ως ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει δικαίωμα να έχει επικοινωνία μαζί του με βάση το Νόμο.

 

Προκύπτει, ακόμη, από την ένορκη δήλωση της μητέρας ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα του πατέρα για επικοινωνία, εκφράζει, όμως, κάποιες ανησυχίες γιατί, κατά τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας επέδειξε αδιαφορία. Αλλά και για την καταλληλόλητα του χώρου του που διαβιεί και ευρύτερα του περιβάλλοντος του.  Περαιτέρω αναφέρει ότι η ίδια επιδίωξε όπως ο πατέρας έχει επικοινωνία με το παιδί του, από την αρχή της διάστασης τους, αλλά είναι  αυτός που αδιαφορεί και απομακρύνθηκε. Είναι ακόμα η θέση της ότι ουδέποτε τον εμπόδισε να έχει επικοινωνία με το παιδί του, αντίθετα είναι ο ίδιος ο οποίος δεν επιθυμεί να έχει επαφή με το τέκνο του, παρά το ότι προσπάθησε να τον φέρει σε επαφή στην παρουσία της με το παιδί του.

 

Είναι  συνεπώς προφανές ότι ο Αιτητής έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην ανταπαίτηση του, αφού η Καθ’ ης η Αίτηση αναγνωρίζει το δικαίωμα του να έχει επικοινωνία με το παιδί του, αλλά είναι και  δική της επιθυμία να έχει μια ορθή επικοινωνία με αυτό.

 

Όσον αφορά το λόγο για την απουσία επικοινωνίας και τις εκατέρωθεν εκδοχές αναφορικά με το ενδιαφέρον του πατέρα να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί του και/ή ότι η απουσία επικοινωνίας οφείλεται στην άρνηση της μητέρας, θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Επίσης οποιαδήποτε τυχόν ζητήματα υγείας του παιδιού για τα οποία ως φαίνεται υπάρχει διαφωνία μεταξύ των γονέων, αλλά και η ευρύτερη καταλληλόλητα των διαδίκων ν’ ασκούν ορθά  τη Γονική Μέριμνα του παιδιού τους  θα εξεταστούν όταν το Δικαστήριο θα έχει ολοκληρωμένη τη μαρτυρία των διαδίκων και την απαιτούμενη από τη νομοθεσία έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Περαιτέρω φαίνεται οι διάδικοι να εκτοξεύουν κατηγορίες ο ένας για τον άλλον οι οποίες θα ήταν πρόωρο να αξιολογηθούν χωρίς να υπάρχει ολοκληρωμένο το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους.

 Ότι εναπομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.  Η νομολογία μας θέλει την τρίτη προϋπόθεση να συνδέεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130 στη σελίδα 136 «...η δικαιοδοσία για γονική μέριμνα δεν έχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Αντίθετα έχει άξονα το κοινό καθήκον των γονέων για τη φροντίδα των παιδιών τους και συνισταμένη την ευημερία των τέκνων».

 Όπως έχει νομολογηθεί η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427):

 

«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1).  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.»

 

Παραπέμπω  επίσης, στην Γ. Λ. ν. Χ. Ι., Έφ. Αρ. 20/20, ημερ. 15.12.21, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

 

«Όταν το ασφαλιστικό μέτρο αφορά προσωρινή ρύθμιση επικοινωνίας του γονέα με το παιδί, η προϋπόθεση του ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος προσλαμβάνει την έννοια εξασφάλισης ενός δικαιώματος επικοινωνίας σε ένα επιθυμητό βαθμό ώστε, πρωτίστως και κύρια, να αποφευχθεί η αποξένωση του παιδιού με το γονέα με τον οποίο δεν διαμένει αλλά και γενικότερα να διατηρηθεί τέτοια επικοινωνία μεταξύ τους που να είναι συμβατή με το Νόμο και τη Νομολογία ώσπου τα θέματα γονικής μέριμνας να επιλυθούν οριστικά από το Δικαστήριο (δηλαδή τον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990, Ν.216/90 Άρθρα 6(1)(2) και 17) και τη Νομολογία, (Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ν. κ.ά. (2001) 1Γ ΑΑΔ 1911 και Σ. ν. Σ. (1993) 1 ΑΑΔ 130)».

 

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού  Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α., Έφεση Αρ. 1/2022, 2/2022, ημερομηνίας 07/07/2022 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։

 

«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.

 

Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό. Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνία, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του».

 

Η διατήρηση επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί είναι επιβεβλημένη. Οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από 16/5/2025, όταν το παιδί ήταν μόλις 1 έτους. Η ρύθμιση της επικοινωνίας είναι αναγκαία, καθώς το παιδί δεν θα έχει μνήμες από τον πατέρα του.

 

Η ρύθμιση της επικοινωνίας έστω και αν αυτή δεν είναι διευρυμένη σε αυτό το στάδιο θεωρώ ότι είναι επιτακτική, καθώς η απουσία επικοινωνίας θα οδηγήσει στην πλήρη αποξένωση του παιδιού.

Θεωρώ περαιτέρω ότι καταδείχθηκε το κατεπείγον του αιτήματος γιατί δεν υπάρχει σήμερα τακτικό πρόγραμμα επικοινωνίας του πατέρα, περαιτέρω σύμφωνα με τα όσα και η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει η επικοινωνία είναι σπάνια και το παιδί δεν αναγνωρίζει τον πατέρα του.

 

Έχοντας καταλήξει ότι θα πρέπει να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας προχωρώ στο επόμενο βήμα να ρυθμίσω αυτό και θεωρώ ότι στο παρόν στάδιο, όπως αυτή πραγματοποιείται υπό τη διακριτική παρουσία της Καθ’ ης η Αίτηση, ένεκα της μέχρι σήμερα πολύ αραιής επικοινωνίας. Θεωρώντας ότι στον παρόν στάδιο και μόνο με την πραγματοποίηση  4 συναντήσεων με τον πατέρα του, δεν θα μπορούσε να ρυθμιστεί ελεύθερη επικοινωνία με το παιδί.

 

 Τέλος ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω ότι αυτό κλίνει υπέρ της έγκρισης  της αίτησης καθώς η επαφή αλλά και η γνωριμία του παιδιού με τον πατέρα του, έστω και στην παρουσία της μητέρας θα αποβεί προς όφελος του παιδιού.

 

 Για  όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται προσωρινό διάταγμα  με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του  Αιτητή με τον ανήλικο υιό του Θεόδοτο Θεοδότου ανά δεκαπενθήμερο, ως ακολούθως:

 

  Την πρώτη εβδομάδα αρχομένου του δικαιώματος του από 31/8/2026    

 

   Α.  Τετάρτη από η ώρα 4.00μ.μ μέχρι η ώρα 6.00 μ.μ

   Β. Σάββατο η ώρα 12.00 το μεσημέρι μέχρι 3.00

 

 Τη δεύτερη εβδομάδα αρχομένου του δικαιώματος του από 7/9/2026

 

   Α.  Τετάρτη από η ώρα 4.00 μ.μ. μέχρι η ώρα 6.00 μμ.

   Β.  Κυριακή  η ώρα 12.00 το μεσημέρι μέχρι 3.00 μ.μ.

 

Το παραπάνω πρόγραμμα θα επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο κάθε επόμενο δεκαπενθήμερο και θα λαμβάνει χώρο στο σπίτι της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή σε άλλο χώρο τον οποίο θα συμφωνούν οι διάδικοι μεταξύ τους όταν ο Αιτητής μεταβαίνει στο σπίτι της Καθ’ ης η Αίτηση. Νοείται ότι η επικοινωνία θα γίνεται υπό τη διακριτική παρουσία της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση διατάσσεται όπως επιτρέπει την επικοινωνία του Αιτητή κατά τις πιο πάνω ώρες και ημέρες επικοινωνίας στον εκάστοτε τόπο διαμονής της στη Λεμεσό και/ή στο χώρο που θα συμφωνείται μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με το παραπάνω διάταγμα.

 

Διατάσσεται ο Αιτητής όπως παραδίδει το ανήλικο στην Καθ’ ης η Αίτηση στον ίδιο τόπο κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του.

 

Το προσωρινό διάταγμα καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι εκδίκασης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

 (Υπ.) ............................................................

Κ. Χατζηαθανασίου Σιαμτάνη Π.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ                                   

Subject: Family/Interim αφορά:  Γονική Μέριμνα- Επικοινωνία

  

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο