Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 5 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 5/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
I. Tου αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Διονυσοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Λ., συζ. Α. Σ., θυγ. Π.. Κ., κατοίκου ..., 3)Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 4)Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 5)Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., 6)Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 7)Ε. συζ. Π.. Κ., κατοίκου ..., 8)Μ. - Β. θυγ. Γ. Ξ., χήρας Κ. Σ., κατοίκου ..., 9)Γ. Ξ. του Β., κατοίκου ..., και 3)Μ., συζ. Γ. Ξ., κατοίκου .... Η έβδομη (Ε. συζ. Π.. Κ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο έκτος (Π. Κ.) απεβίωσε και κατέθεσε προτάσεις, και II. Των αναιρεσειόντων: A.1)Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Λ., συζ. Α. Σ., θυγ. Π.. Κ., κατοίκου ..., 3)Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 4)Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 5)Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., 6)Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 7)Ε. συζ. Π.. Κ., κατοίκου ..., 8)Ε. (Σ.) S. του K., κατοίκου ..., Β.1)Μ. - Β. θυγ. Γ. Ξ., χήρας Κ. Σ., κατοίκου ..., 2)Γ. Ξ. του Β., κατοίκου ..., και 3)Μ., συζ. Γ. Ξ., κατοίκου .... Η έβδομη (Ε. συζ. Π.. Κ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο έκτος (Π. Κ.) απεβίωσε και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 3)Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 4)Ν. Ν. του Α. , κατοίκου ..., και 5)Ε. Π. του Δ., κατοίκου .... Η πρώτη ("ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.") εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γραβιά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ο δεύτερος (Δ. Β.) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Διονυσοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις, ο τρίτος (Χ. Μ.) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπρεάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι τέταρτος και πέμπτος (Ν. Ν. και Ε. Π.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-2-2012 (με αριθμό κατάθεσης 225/2012) αγωγή των ήδη Α αναιρεσειόντων της ΙΙ αίτησης αναίρεσης και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και την από 29-2-2012 αγωγή (με αριθμό κατάθεσης 226/2012) των ήδη Β αναιρεσειόντων της ΙΙ αίτησης αναίρεσης και άλλων (δύο) προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν με τις από 20-11-2012 (με αριθμούς κατάθεσης 1003/2012 και 1004/2012) και από 17-3-2014 (με αριθμούς κατάθεσης 111/2014 και 112/2014) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2014 μη οριστική και 20/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο Ι. αναιρεσείων με την από 26-3-2021 αίτηση αναίρεσης και οι
ΙΙ. αναιρεσείοντες με την από 10-5-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων ως άνω διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικιάς τους αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη των αιτήσεως των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 10-5-2021 και με αριθ. κατάθεσης 29/14-5-2021 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων: Α. 1)Α. Σ. του Κ.,2) Λ. συζ. Α. Σ., 3)Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5)Ι. Α.. Σ., 6) Π. Ε. Κ., 7) Ε. συζ. Π.. Κ. 8)E.(Σ.) S. του K. και Β.1)Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 2) Γ. Ξ. του Β.,3) Μ. συζ. Γ.. Ξ., κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", 2)Δ. Β. του Α., 3)Χ. Μ. του Θ., 4)Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π. του Δ. και β) της από 26-3-2021 και με αριθ. κατάθεσης 12/30-3-2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου Δ. Β. του Α., κατά των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων: 1)Α. Σ. του Κ., 2) Λ. συζ. Α. Σ., 3)Χ. Α.. Σ.,4)Α. Α.. Σ., 5)Ι. Α.. Σ., 6) Π. Ε. Κ., 7) Ε. συζ. Π.. Κ.,8) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 9) Γ. Ξ. του Β.,10) Μ. συζ. Γ.. Ξ. , με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ` αριθμ. 19/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 575/2020 ). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης στη σειρά τους από το σχετικό πινάκιο στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (26-9-2023), εμφανίστηκε ο δικηγόρος Τρικάλων Χαράλαμπος Τσιρογιάννης, ο οποίος, με προφορική δήλωση του, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι ο έβδομος ενάγων της υπό στοιχείο Α' αγωγής και ήδη έκτος αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος των αιτήσεων αναίρεσης Π. Ε. Κ., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, αποβίωσε στις …-2022 και κατέθεσε το από …-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Άρτας. Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης - του διαδίκου αυτού είναι νόμιμη. Ενόψει τούτου και του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ) πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ανωτέρω έκτο αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο, για τον οποίο, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους νόμιμα παρισταμένους και συνδεόμενους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας λοιπούς διαδίκους, καθόσον, εξ αντιδιαστολής, από το άρθρο 288 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς ( ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 241/2017).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Αν δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ. Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1691/2022, Α.Π. 518/2021, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 1374/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επίσης, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020). Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 500/2022, ΑΠ 1091/2022, ΑΠ 1074/2021). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022, "αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 75 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους, οι δε πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε οφελούν τους άλλους, σαφώς προκύπτει ότι επί περισσοτέρων ομοδίκων, εάν κάποιος εξ αυτών δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σε αυτήν κανονικά και παράλληλα κάποιος εκ των περισσοτέρων ομοδίκων αντιδίκων του δεν εμφανισθεί ούτε αυτός κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει ούτε αυτός κανονικά, τότε ως προς τους ως άνω ομοδίκους η συζήτηση ματαιώνεται(ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1890/2017). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Όσον αφορά την από 10-5-2021 με αριθμό κατάθεσης 29/14-5-2021 αίτηση αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ..../28-12-2022, .../28-12-2022, .../ 28-12-2022 εκθέσεις επίδοσης, τις οποίες συνέταξε η αρμόδια δικαστική επιμελήτρια του Εφετείου Αθηνών Ματούλα Νικ. Ζούζουλα, την υπ' αριθμ. .../15-12-2022 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Θράκης Χαράλαμπος Δ. Τσιρίδης και την υπ' αριθμ. .../15-12-2022 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Νικόλαος Βασ. Τσιακαράς, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, η επίσπευση της συζήτησης της πιο πάνω ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, έντεκα (11) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Χαράλαμπου Τσιρογιάννη για επίδοση επίσημου αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς τους αναιρεσίβλητους, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο στις 14-2-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε, μετά από αίτημα του τρίτου αναιρεσίβλητου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-9-2023). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο: Ι) η έβδομη των αναιρεσειόντων Ε. συζ. Π.. Κ. δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ οι λοιποί, πλην του έκτου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε έχει ήδη αποβιώσει, αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από την απολιπόμενη έβδομη των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης της εν λόγω διαδίκου προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εντολέα από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε, ως προς αυτήν (έβδομη αναιρεσείουσα), τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους κάποιου από τους αναιρεσίβλητους, κλήτευση της ως άνω αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστεί αυτή, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η απολιπόμενη έβδομη αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νόμιμα, κατά τη συζήτηση από κάποιον από τους αντιδίκους της, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτήν, καθό μέρος η αναίρεση στρέφεται κατά των παρισταμένων πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ενώ για τους παρισταμένους νόμιμα λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Κατά το μέρος δε που η αναίρεση της έβδομης αναιρεσείουσας στρέφεται κατά των απολιπομένων τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Ν. Ν. του Α. και Ε. Π. του Δ., οι οποίοι κατά τα κατωτέρω υπό στοιχείο
ΙΙ διαλαμβανόμενα, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση, πρέπει ως προς αυτούς να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση.
ΙΙ) οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Ν. Ν. του Α. και Ε. Π. του Δ., αντίστοιχα, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, από την υπ' αριθμ. .../15-12-2022 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Θράκης Χαράλαμπος Δ. Τσιρίδης και την υπ' αριθμ. .../15-12-2022 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Νικόλαος Βασ. Τσιακαράς, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο στις 14-2-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε, μετά από αίτημα του τρίτου αναιρεσίβλητου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εν λόγω αναιρεσίβλητους. Ενόψει όμως του ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι είχαν νόμιμα κλητευθεί να παραστούν για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 14-2-2023, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο.
Συνεπώς, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Β') Όσον αφορά την από 26-3-2021 και με αριθμό κατάθεσης 12/30-3-2021 αίτηση αναίρεσης. Ι) Για τους τρίτη και πέμπτο αναιρεσίβλητους στην πιο πάνω αίτηση αναίρεσης Χ. Α., Σ. και Ι. Α.. Σ., αντίστοιχα, παρέστη κατά τη συζήτηση της ο ίδιος πιο πάνω δικηγόρος Τρικάλων Χαράλαμπος Τσιρογιάννης, στον οποίο όμως δεν έχει χορηγηθεί νόμιμα πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο σύμφωνα με τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ τύπο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 104 του ΚΠολΔ), οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρούνται δικονομικά απόντες. Σημειώνεται ότι η χορηγηθείσα από τους Χ. Α.. Σ. και Ι. Α.. Σ. πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Τρικάλων Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, δυνάμει του υπ'αριθμ. …-2022 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Τρικάλων Νικολέτας Ιωάννη Μπέκου, αφορά την παροχή πληρεξουσιότητας μόνο για την εκπροσώπηση αυτών κατά την εκδίκαση της από 10-5-2021 και με αριθμό κατάθεσης 29/14-5-2021 αίτησης αναίρεσης αυτών κατά των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", 2) Δ. Β. του Α., 3) Χ. Μ. του Θ., 4)Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π. του Δ. και όχι και κατά την εκδίκαση της από 26-3-2021 και με αριθμό κατάθεσης 12/30-3-2021 αντίθετης αναίρεσης του Δ. Β. κατ' αυτών.
ΙΙ) Η έβδομη αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Π.. Κ. δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Όπως όμως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα Δ. Β. του Α. υπ' αριθμ. .../8-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Νικόλαου Βασ. Τσιακάρα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 14-2-2023, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και των πιο πάνω αναιρεσίβλητων (τρίτη, πέμπτο και έβδομη) Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) α) της υπ` αριθμ. 20/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και β) της υπ` αριθμ. 19/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των πάνω εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο απ' αυτούς προς τον αναιρεσείοντα η τυχόν αντικατάστασή του. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-9-2023). Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 14-2-2023, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Εφόσον όμως οι μεν τρίτη και πέμπτος απ' αυτούς δεν έλαβαν μέρος με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, η δε έβδομη δεν εμφανίσθηκε ,ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 951/2019, ΑΠ 124/2013). Σύμφωνα δε με την παρ.2 του άρθρου 144 του ίδιου Κώδικα, οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολ.Δ. προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομόδικων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομόδικου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομόδικου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη. Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της αναίρεσης μόνον κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίον έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ1306/2018, ΑΠ 365/2010, ΑΠ 832/2007). Εξάλλου κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021 δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1301/2022) και συνεπώς και στη γνήσια προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης των τριάντα (30 ημερών), αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του ΚΠολΔ.... Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων δεν συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 1301/2022). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 10-5-2021 με αριθ. κατάθεσης 29/14-5-2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων Α. Σ. του Κ. κλπ κατά, μεταξύ άλλων και της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 19/2021απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατόπιν άσκησης των από: α) 31-3-2017 με αριθμ. κατάθ. 19/11-4-2017 έφεσης του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου Ε. Π., β) από 10-4-2017 με αριθμ. κατάθ. 20/12-4-2017 έφεσης του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου Δ. Β. και γ) από 12-4-2017 και με αριθμ. κατάθ. 22/13-4-2017 έφεσης των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Χ. Μ. του Θ. και Ν. Ν. του Α. κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, υπ' αριθμ. 20/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες στην εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στις 26-2-2021,όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους νόμιμα παριστάμενους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. …-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Αναστασίας Βικάτου και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 14-5-2021. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, α) το χρονικό διάστημα από 27-2-2021 (επομένη ημέρα της επίδοσης της οριστικής απόφασης) έως 6-4-2021 (ημερομηνία λήξης της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων) δεν υπολογίζεται στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, β) η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων, εκκίνησε στις 7-4-2021, επομένη της ως άνω ημερομηνίας λήξης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και άρσης της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών (6-4-2021) και συνεπώς η καταληκτική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης ήταν η 16-5-2021, μετά, δηλαδή, την παρέλευση και των δέκα (10) ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας στις 6-5-2021, και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί αυτή κατά την άσκηση της από 10-5-2021 αναίρεση στις 14-5-2021 (ημερομηνία κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) και συνεπώς ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Η πιο πάνω αναφερόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με τις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε, ισχυρίζεται ότι, ως προς αυτήν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 83 παρ. 1 α' Ν, 4790/2021 επιτάσσει να γίνει δεκτό, ότι εφόσον η έναρξη και όχι η λήξη της γνήσιας προθεσμίας του αρ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ ανευρίσκεται χρονικά εντός της περιόδου αναστολής και επομένως, ο υπολογισμός της γίνεται με αφετηρία την 6η-4-2021, τότε δεν υφίσταται η δυνατότητα της δεκαήμερης επέκτασης της εν λόγω προθεσμίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Αναστασίας Βικάτου, επί της πρώτης σελίδας του αντιγράφου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αυτή επιδόθηκε στην εταιρεία στις 26.2.2021 (εντός του χρονικού διαστήματος της αναστολής), η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης άρχισε στις 6-4-2021 και έληξε στις 6-5-2021, χωρίς ,κατά τα προαναφερθέντα, να υπάρχει η δυνατότητα της δεκαήμερης επέκτασης αυτής και επομένως η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 14.5.2021, ήτοι σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 83 παρ.1 του ν. 4790/2021 και 25 του ν. 4792/2021 προκύπτει σαφώς ότι η παράταση των δικονομικών προθεσμιών κατά δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, αφορά τόσο τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων οι οποίες εκκίνησαν (αφετηριάσθηκαν) πριν τις 7-11-2020 και καταλήφθηκαν από την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων (από 7-11-2020 έως 6-4-2021), όσο και τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η αφετηρία τους ενέπιπτε στη χρονική αυτή περίοδο αναστολής (7-11-2020 έως 6-4-2021) και λόγω αυτής (αναστολής) εκκίνησαν (αφετηριάσθηκαν) από 7-4-2021, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η προθεσμία της ένδικης αναίρεσης δεν εκκίνησε στις 27-2-2021 (επομένη της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης) αλλά, όπως προεκτέθηκε, στις 7-4-2021 (πρβλ ΑΠ 123/2022, ΑΠ 848/2021). Συνακόλουθα οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους(άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων(άρθρο 561 παρ.2ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες: Α. 1)Α. Σ. του Κ., 2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ., 6) Α. συζ. Κ. Σ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), 7) Π. Ε. Κ., 8) Ε. συζ. Π.. Κ. 9) E. (Σ.) S. του K. με την από 29-2-2012, αυξ. αριθμ. κατάθ. …/2012 αγωγή τους και Β. 1) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 2) Γ. Ξ. του Β.,3) Μ. συζ. Γ.. Ξ. (και άλλοι που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) με την από 29-2-2012 αυξ. αριθμ. κατάθ. …/2012 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων - αναιρεσείοντος (και άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη): 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", 2) Δ. Β. του Α., 3) Χ. Μ. του Θ., 4) Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π. του Δ. ισχυρίσθηκαν, ότι στις 18-1-2009 κατά την εκτέλεση του έργου " Εγνατία Οδός: Τμήμα: Παναγιά- Γρεβενά από Χ.Θ. 6+300 έως Χ.Θ. 16+300 (4.1.1ς)" και δη κατά την εκτέλεση προγραμματισμένων εργασιών τοποθέτησης πολυεστερικού αγωγού αποχέτευσης ομβρίων υδάτων στον αριστερό κλάδο της Γ2 γέφυρας προς Γρεβενά, κάτω από το κατάστρωμα της γέφυρας, αποβίωσε ο εργαζόμενος στο ανωτέρω έργο, προσληφθείς από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", Κ. Σ. του Α., συγγενής όλων των εναγόντων και συγκεκριμένα: (Α αγωγή): Υιός των πρώτου και δεύτερης, αδελφός των τρίτης, τέταρτης και πέμπτου, εγγονός από την μητρική γραμμή των έβδομου και όγδοης και γαμπρός από αδελφή του ένατου των εναγόντων, (Β αγωγή): Σύζυγος της πρώτης και γαμπρός από θυγατέρα των δεύτερου και τρίτης, κατά το εργατικό ατύχημα, που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθενται στις πιο πάνω αγωγές. Ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και δη σε συγκλίνουσα αμέλεια, όπως αυτή αναλυτικά περιγράφεται στις πιο πάνω αγωγές, μεταξύ άλλων και των πιο κάτω εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων-αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα της πιο πάνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", ως εργολάβου-αναδόχου του έργου, (προστηθείσα από την κυρία του έργου ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), του Δ. Β., τοπογράφου- μηχανικού, διευθυντή έργων της ως άνω εργολάβου εταιρείας, του Χ. Μ. πολιτικού μηχανικού, εργοταξιάρχη - προϊστάμενου του εργοταξιακού γραφείου Παναγιάς, του Ν. Ν., εργοδηγού βάρδιας της Γέφυρας Γ2 και του Ε. Π., εργάτη-οικοδόμου στην κατασκευή του αγωγού της γέφυρας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και κατόπιν παραδεκτού με τις έγγραφες προτάσεις τους και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιορισμού(άρθρα 223, 295 παρ.1, εδ. β' και 297 ΚΠολΔ) του αιτήματος των αγωγών εν μέρει από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, οι ενάγοντες ζήτησαν: Α' επί της πρώτης αγωγής , να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εξήντα χιλιάδων(60.000) ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ, για το οποίο αυτός επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων , στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, σε κάθε έναν από τους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε κάθε έναν από τους έβδομο, όγδοη και ένατο ενάγοντες το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε κάθε έναν από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες το ποσό των ενενήντα χιλιάδων(90.000) ευρώ, σε κάθε έναν από τους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και σε κάθε έναν από τους έβδομο, όγδοη και ένατο ενάγοντες το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Β' επί της δεύτερης αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ, για το οποίο αυτή επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων σε κάθε έναν από τους δεύτερο και τρίτη ενάγοντες το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των εκατόν τριάντα χιλιάδων (130.000) ευρώ, και σε κάθε έναν από τους δεύτερο και τρίτη ενάγοντες το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί των ανωτέρω με αριθμούς κατάθεσης …/2012 και …//2012 αγωγών και α) των από 20-11-2012 με αριθμούς κατάθεσης …/2012 και …/2012 ανακοινώσεων δίκης-προσεπικλήσεων-παρεμπιπτουσών αγωγών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ - ΚΑΤ ΑΤΕ", κατά των ασφαλιστικών εταιρειών με τις επωνυμίες" ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α." και "GENERALI HELLAS Α.Ε.Α.Ζ." (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) καθώς και β) των από 17-3-2014 με αριθμούς κατάθεσης …/2014 και …/2014 ανακοινώσεων δίκης-προσεπικλήσεων-παρεμπιπτουσών αγωγών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία" ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε." (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) κατά των ίδιων ως άνω ασφαλιστικών εταιρειών, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αρχικά η υπ'αριθμ. 176/2014 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω κύριες αγωγές με τις ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμούσα τότε ποινική διαδικασία σε βάρος των εναγόμενων Δ. Β., Χ. Μ., Ν. Ν. και Ε. Π., για τις αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συγκλίνουσα από υπόχρεους και μη υπόχρεο, β) της σωματικής βλάβης από αμέλεια συγκλίνουσα από υπόχρεους και μη υπόχρεο κατά συρροή και γ) του εμπρησμού από αμέλεια συγκλίνουσα από υπόχρεους και μη υπόχρεο . Στη συνέχεια, οι πιο πάνω κύριες αγωγές με τις ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος, έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές ως προς τους εναγόμενους ήδη αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητους και υποχρεώθηκαν οι εν λόγω εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν οι από: α) 31-3-2017 με αριθμ. καταθ. 19/11-4-2017 έφεση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου, Ε. Π. κατά Α'1) Α. Σ. του Κ., 2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ., 6) ..., 7)Π. Ε.. Κ., 8) Ε. συζ. Π.. Κ. 9) E.(Σ.) S. του K. και Β. 1) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 2) Γ. Ξ. του Β., 3) Μ. συζ. Γ.. Ξ., 4)... και 5)... β) από 10-4-2017 με αριθμ. κατάθ. 20/12-4-2017 έφεση του Δ. Β. εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου κατά, μεταξύ άλλων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη Α'1)Α. Σ. του Κ.,2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ., 6)..., 7)Π. Ε.. Κ., 8) Ε. συζ. Π.. Κ. 9) E.(Σ.) S. του K., 10) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 11) Γ. Ξ. του Β., 12) Μ. συζ. Γ.. Ξ. και γ) από 12-4-2017 με αριθμ. κατάθ. 22//13-4-2017 έφεση των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία, "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Χ. Μ. του Θ. και Ν. Ν. του Α. κατά, 1)Α. Σ. του Κ.,2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ., 6)..., 7)Π. Ε.. Κ., 8) Ε. συζ. Π.. Κ. 9) E.(Σ.) S. του K., 10) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 11) Γ. Ξ. του Β., 12) Μ. συζ. Γ.. Ξ. και επ' αυτών εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ'αριθμ.19/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αφού συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες εφέσεις, όσον αφορά τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους 1) Α. Σ. του Κ.,2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ., 6) E.(Σ.) S. του K., 7) Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ., 8) Γ. Ξ. του Β. και 9) Μ. συζ. Γ.. Ξ.: Τις δέχθηκε τυπικά και ως κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, όσον αφορά τις υπ' αριθμ. 225/23-3-2012 και 226/23-3-2012 αγωγές μεταξύ των πιο πάνω εναγόντων-εφεσίβλητων ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων και των εναγόμενων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων-αναιρεσείοντος 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ - ΚΑΤ ΑΤΕ",2) Δ. Β. του Α., 3) Χ. Μ. του Θ., 4) Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π., κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις πιο πάνω αγωγές κατά το ως άνω μέρος τους . Στη συνέχεια: Α) απέρριψε την υπ' αριθμ. 225/23-3-2012 αγωγή ως προς τον ενάγοντα-εφεσίβλητο ήδη αναιρεσείοντα E.(Σ.) S. του K., τη δέχθηκε εν μέρει μεταξύ των εναγόντων 1) Α. Σ. του Κ.,2) Λ. συζ. Α. Σ., 3) Χ. Α.. Σ.,4) Α. Α.. Σ., 5) Ι. Α.. Σ. και των εναγόμενων 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", 2) Δ. Β. του Α., 3) Χ. Μ. του Θ., 4) Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π. του Δ. και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 60.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα Α. Σ.(πατέρα του θανόντος), μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο αυτός επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, β) το ποσό των 60.000 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα Λ. σύζυγο Α. Σ. θυγατέρα Π. Κ. (μητέρα του θανόντος), γ) το ποσό των 20.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα Χ. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος) δ) το ποσό των 20.000 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα Α. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος), ε) το ποσό των 20.000 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα Ι. Σ. του Α. (αδελφό του θανόντος) και αναγνώρισε, ότι οι ίδιοι παραπάνω εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους α) το ποσό των 10.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα Α. Σ. (πατέρα του θανόντος), β) το ποσό των 10.000 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα Λ. σύζυγο Α. Σ. θυγατέρα Π. Κ. (μητέρα του θανόντος), γ) το ποσό των 20.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα Χ. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος) δ) το ποσό των 20.000 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα Α. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος), ε) το ποσό των 20.000 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα Ι. Σ. του Α. (αδελφό του θανόντος), όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής. Β) δέχθηκε εν μέρει την υπ' αριθμ. 226/23-3-2012 αγωγή μεταξύ των εναγόντων 1) Μ. - Β. θυγ. Γ. Ξ., 2) Γ. Ξ. του Β. και 3) Μ. συζ. Γ.. Ξ. και των εναγόμενων 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", 2) Δ. Β. του Α., 3) Χ. Μ. του Θ., 4) Ν. Ν. του Α., 5) Ε. Π. του Δ. και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 70.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ. (σύζυγο του θανόντος), μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο αυτή επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, β) το ποσό των 4.000 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα Γ. Ξ. του Β. (πεθερό του θανόντος),γ) το ποσό των 4.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα Μ. σύζυγο Γ. Ξ. (πεθερά του θανόντος) και αναγνώρισε ότι οι ίδιοι παραπάνω εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας , το ποσό των 10.000 στην πρώτη ενάγουσα Μ.-Β. θυγ. Γ. Ξ. (σύζυγο του θανόντος), όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στην διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, λόγω της φύσης του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ο σύζυγος ή η σύζυγος και, από δε τους αγχιστείς μόνον οι του πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιο), ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός δεν περιλαμβάνονται (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ253/2020, ΑΠ 562/2018, ΑΠ382/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ο όγδοος αναιρεσείων της από 10-5-2021 αίτησης αναίρεσης E. (Σ.) S. του K., γαμπρός από αδελφή του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα Κ. Σ. του Α., με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει, ως προς αυτόν, την αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θανάσιμο τραυματισμό του προαναφερθέντος αδελφού της συζύγου του Χ. Σ. κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα, με την αιτιολογία ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην οικογένεια του θανόντος, ως συγγενής εξ αγχιστείας πέραν του πρώτου βαθμού, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο με την εν λόγω απόφασή του, όσον αφορά τον ως άνω αναιρεσείοντα, απέρριψε την αγωγή για την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θύματος, αφού είναι συγγενής εξ αγχιστείας πέραν του πρώτου βαθμού. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, στην οικογένεια του θανατωθέντος, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δεν περιλαμβάνεται ο γαμπρός από αδελφή του θύματος και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της εν λόγω αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016,ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν' αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ915/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ1082/2018). Με τον δεύτερο λόγο της ίδιας πιο πάνω από 10-5-2021 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "...η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 300ΑΚ) περί συνυπαιτιότητας του θύματος (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) και εμπεριέχει ελλειπείς και εσφαλμένες αιτιολογίες (559 αρ.19ΚΠολΔ) καθόσον "... δέχθηκε ότι υφίσταται συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του αποτελέσματος με το σκεπτικό ότι δεν επέδειξε αυτός επιμέλεια και προσοχή διότι μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου άναψαν φωτιά σε βαρέλι πάνω σε εξέδρα που βρισκόταν 80 μέτρα περίπου από το έδαφος μολονότι γνώριζε ως εργαζόμενος στο έργο από 23-4-2007 ότι η χρήση της φωτιάς στην εναέρια εξέδρα ενείχε κινδύνους και ότι υπήρχε κίνδυνος μετάδοσής της σε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με την ρίψη του πετρελαίου στο βαρέλι... από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει συνυπαιτιότητα του θανόντος...Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Κ. Σ. δεν έβαλε ο ίδιος τη φωτιά...δε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στο θανάσιμο τραυματισμό του και έπρεπε να απορριφθεί η ένσταση συντέχοντος πταίσματος, κατ'άρθρο 300ΑΚ, των αντιδίκων... Το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται στην αποκλειστική ενέργεια και ευθύνη του Ε. Π. εργάτη-οικοδόμου, λόγω της μέγιστης ποσότητας πετρελαίου καύσης Diesel που έριξε στη φωτιά....Επομένως, αφενός η ως άνω ενέργεια του Ε. Π. και αφετέρου η έλλειψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας προκάλεσαν αιτιωδώς το θάνατο του Κ. Σ., ήτοι ο θάνατος του επήλθε ως αποτέλεσμα της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς όλων των εργαζομένων. Μάλιστα για το ότι δεν υφίσταται η οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του θανόντος προκύπτει και από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα...". Με το περιεχόμενο αυτό οι επικαλούμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες δεν συνιστούν ορισμένους και κατά συνέπεια παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, διότι δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ποιο είναι το αποδιδόμενο, κατά τους αναιρεσείοντες, στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρου 300 ΑΚ), ήτοι η αποδιδόμενη, με τον ως άνω, κατά το πρώτο σκέλος του , λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια, ούτε εξειδικεύονται οι επί πλέον αιτιολογίες που έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι η αποδιδόμενη πλημμέλεια με τον ίδιο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης. Επί πλέον, κατά το μέρος που με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες για την παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ή σε περίπτωση θανάτου της ψυχικής οδύνης που βιώνει η οικογένεια του θανόντος ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) ή σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του, η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ1037/2021, AΠ 367/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της από 10-5-2021 και με αριθμ. καταθ. 29/14-5-2021 αίτησης και τον μοναδικό από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της από 26-3-2021 και με αριθμ. καταθ. 12/30-3-2021 αντίθετης αίτησης, οι αναιρεσείοντες σε αυτές προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας (και εκ πλαγίου) παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών, επικαλούμενοι οι μεν πρώτοι ότι τα επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, ο δε δεύτερος ότι τα επιδικασθέντα σε βάρος τους ποσά είναι ιδιαιτέρως υψηλά, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στους οικείους λόγους το κάτωθι απόσπασμα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "Επίσης αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω ενάγοντες, με τους οποίους ο θανών διατηρούσε αρμονικές και στενές σχέσεις, υπέστησαν από τον αδόκητο, αιφνίδιο και βίαιο θάνατο του τελευταίου βαθύτατο ψυχικό πόνο και έντονη θλίψη και ως εκ τούτου προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστη καθένας τους και προς ψυχική παρηγορία και ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Για τον καθορισμό αυτής το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ως προσδιοριστικά επί μέρους στοιχεία, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το βαθμό του πταίσματος των ως άνω υπαιτίων και της συνυπαιτιότητας του θανόντος, τον βαθμό συγγένειας εκάστου των ανωτέρω με τον εκλιπόντα, τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε καθένας των ως άνω δικαιούχων, τις λοιπές προσωπικές σχέσεις(ηλικία, ευαισθησία κ.λ.π.), καθώς και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων(εναγόντων ήδη εφεσίβλητων και εναγομένων ήδη εκκαλούντων). Βάσει αυτών κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως είναι Α)όσον αφορά τη με αριθμό κατάθεσης 225/2012 αγωγή: α) το ποσό των 70.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα Α. Σ. του Κ. (πατέρα του θανόντος), μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο αυτός επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, β) το ποσό των 70.000 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα Λ. σύζυγο Α. Σ. θυγατέρα Π. Κ. (μητέρα του θανόντος), γ) το ποσό των 40.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα Χ. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος) δ) το ποσό των 40.000 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα Α. Σ. του Α. (αδελφή του θανόντος), ε) το ποσό των 40.000 ευρώ για τον πέμπτο ενάγοντα Ι. Σ. του Α. (αδελφό του θανόντος), ... Β) όσον αφορά τη με αριθμό κατάθεσης 226/2012 αγωγή: α) το ποσό των 80.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα Μ.-Β. χήρα Κ.. Σ.. θυγατέρα Γ. Ξ. (σύζυγο του θανόντος), μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο αυτή επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, β) το ποσό των 4.000 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα Γ. Ξ. του Β.(πεθερό του θανόντος) και γ) το ποσό των 4.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα Μ. σύζυγο Γ.. Ξ.. του Β.. (πεθερά του θανόντος)". Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, καθόσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου ατυχήματος, ως προς το βαθμό του πταίσματος των υπαίτιων και της συνυπαιτιότητας του θανόντος, ως προς την ηλικία του θανόντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις στο σύνολό τους. Τέλος: Ι) Όσον αφορά την από 10-5-2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι με στοιχεία Α' πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος, όγδοος και με στοιχεία Β' πρώτη, δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις , κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ -ΑΠ 1304/2019, ΑΠ 563/2013-), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΙΙ) Όσον αφορά την από 26-3-2021 αίτηση αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων προσηκόντως πρώτου, δεύτερης, τέταρτης, όγδοης, ένατου και δέκατης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 10-5-2021 με αυξ. αριθμ. καταθ. 29/14-5-2021 και από 26-3-2021 με αυξ. αριθμ. καταθ. 12/30-3-2021 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.19/19-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Α'. Επί της από 10-5-2021 με αυξ. αριθμ. καταθ. 29/14-5-2021 αίτησης.
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους έκτο και έβδομη των αναιρεσειόντων.
Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα, ως προς τον έκτο των αναιρεσειόντων Π. Ε.. Κ..
Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς την έβδομη των αναιρεσειόντων Ε. σύζ. Π.. Κ., κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των απολιπομένων τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων Ν. Ν. του Α. και Ε. Π. του Δ., αντίστοιχα.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς την έβδομη των αναιρεσειόντων Ε. συζ. Π.. Κ., κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των παριστάμενων πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων, ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", Δ. Β. και Χ. Μ., αντίστοιχα.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων, κατά των αναιρεσίβλητων.
Καταδικάζει τους παρισταμένους με στοιχεία Α' πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, όγδοο και με στοιχεία Β' πρώτη, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τον καθένα.
Β'. Επί της από 26-3-2021 με αυξ. αριθμ. καταθ. 12/30-3-2021 αίτησης.
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τον έκτο των αναιρεσίβλητων Π. Ε.. Κ..
Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα, ως προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης μεταξύ του αναιρεσείοντος, και των λοιπών αναιρεσίβλητων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου, δεύτερης, τέταρτης, όγδοης, ένατου και δέκατης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ