ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 58/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 58/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 58/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 58 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 58/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ελισσάβετ Π. του Π., κατοίκου Π. Θ.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γιουλδάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. A..E.. και τον διακριτικό τίτλο «E.» E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1213/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26/6/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 155/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1213/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 16/3/2015 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί α) ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος της μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης καταρτισθείσας δανειακής σύμβασης σε ξένο νόμισμα (ελβετικό φράγκο), με ρήτρα αποπληρωμής είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία του ευρώ προς το ξένο νόμισμα κατά τον χρόνο πληρωμής και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπολογίζει τις γενόμενες από αυτήν καταβολές με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. H ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 26/6/2020, στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ αφού από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 9.3.2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών, δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 26/6/2020, λόγω της αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως και 31.5.2020 (ΑΠ 1996/2022, ΑΠ 1413/2022), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 312/2023). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998 ΑΠ 534/2022 ΑΠ 1871/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022). Περαιτέρω, το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες - ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη- μέλη ή η Κοινότητα - ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις mac χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρησπκότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Βέβαια είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο αυτό (2 παρ.6 ν.2251/1994): "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα. Συνακόλουθα ένας τέτοιος όρος, εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν.2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΑΚ "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής..". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, "σε ξένο νόμισμα", πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία σε σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα υφίσταται όρος, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα πμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ο όρος αυτός δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ ("δηλωτικός όρος") και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου (ΟλΑΠ 4//2019, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 1415/2022, 534/2022, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 53/2021). Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρησπκότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013 (ΑΠ 1071/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι το έτος 2009 ο υιός της συνήψε με την εναγόμενη τράπεζα (αναιρεσίβλητη) στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου σε ξένο νόμισμα, ποσού 217.2228,50 ελβετικών φράγκων που αντιστοιχούσε, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά την παραπάνω ημερομηνία ισοτιμία (1,6091) σε 135.000 ευρώ. Στην εν λόγω σύμβαση συμβλήθηκε και αυτή ως εγγυήτρια, ενώ μετά το θάνατο του γιού της, το δάνειο ανέλαβε η ίδια, ως μοναδική νόμιμη κληρονόμος του. Ότι στην εν λόγω σύμβαση περιεχόταν, μεταξύ άλλων, και ο υπ' αρ.7α όρος, σύμφωνα με τον οποίο "εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής". Ότι η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, την 21-04-2008, ήταν 1,6091, στη συνέχεια όμως η ισοτιμία αυτή διαφοροποιήθηκε, καθόσον το ελβετικό φράγκο ισχυροποιήθηκε κατά περίπου 30% έναντι του ευρώ, με αποτέλεσμα η ισοτιμία αυτή να ανέρχεται, την 16-03-2015 (χρόνος άσκησης της αγωγής), σε 1,05920. Ότι η μεταβολή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων είχε ως αποτέλεσμα να έχουν εξανεμιστεί όλες οι καταβολές, που αυτή πραγματοποίησε (σε ευρώ) έναντι του παραπάνω δανείου, με συνέπεια το αρχικό κεφάλαιο, υπολογιζόμενο σε ελβετικά φράγκα, να έχει μεν ελαττωθεί κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, υπολογιζόμενο, όμως, σε ευρώ, να έχει αυξηθεί, ανερχόμενο την 1/12/2014 στο ποσό των 185.642,55, από το ποσό των 135.000,00 ευρώ, που εκταμιεύθηκε την 21/4/2008. Ότι ο προαναφερόμενος όρος της δανειακής σύμβασης, κατά το ως άνω σκέλος του που προβλέπει την εξόφληση των υποχρεώσεών της έναντι της τράπεζας είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, αλλά με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής κάθε τοκοχρεολυτικής δόσης, είναι, καταχρηστικός και ως εκ τούτου αυτοδικαίως άκυρος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.6 ν.2151/1994 σε συνδ. με 281 ΑΚ, διότι δεν είναι σαφής και κατανοητός ώστε να μπορεί αυτή να αντιληφθεί τις οικονομικές συνέπειες που θα είχε ο όρος αυτός σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου και παραβιάζει έτσι την αρχή της σαφήνειας και της διαφάνειας των ΓΟΣ, που επιτάσσει ο ν.2251/1994 και τι ενωσιακό δίκαιο. Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη επιπροσθέτως ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας ουδέποτε την ενημέρωσαν επαρκώς, ως όφειλαν, για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε κατά τη λήψη του επίμαχου δανείου και για τις επιπτώσεις, που θα μπορούσε να έχει μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος στο ύψος τόσο των εξοφλητικών δόσεων, όσο και του κεφαλαίου του δανείου, αλλά αντιθέτως την παραπλάνησαν, η αναιρεσείουσα ζήτησε: Α) Να αναγνωρισθεί ότι ο 7α όρος της δανειακής σύμβασης είναι άκυρος ως καταχρηστικός και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπολογίζει τις γενόμενες από αυτήν καταβολές με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου. Το Εφετείο, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της αναιρεσείουσας, διέλαβε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ακόλουθη, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, αιτιολογία: "....Το υπό στοιχείο Α αίτημα της αγωγής με το οποίο προβάλλεται η ακυρότητα του υπ' αριθμ.7 συμβατικού όρου της ένδικης σύμβασης αποκλειστικά λόγω αντίθεσης του στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1,6 και 7 Ν.2251/1984 και 281 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι ο όρος αυτός κατά το εκτιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο περιεχόμενο του, εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους (naturalia negotii) της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, ώστε δεν αποτελεί αυτός αντικείμενο δικαστικού ελέγχου σύμφωνα και με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκέψη του Προοιμίου και το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες, που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενο τους ή το πεδίο εφαρμογής τους. Σε κάθε δε περίπτωση, τούτος δεν φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα, ούτε πάσχει από αοριστία κατά το περιεχόμενο του, ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της παροχής (μηνιαίας δόσης ή συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου), σ' αυτήν την περίπτωση δεν καθίσταται αόριστος, αλλά προσδιορίζεται επαρκώς και η ακριβής καταγραφή του είναι θέμα απλού μαθηματικού υπολογισμού, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων, και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον και το υπό στοιχείο Β αγωγικό αίτημα έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την ακυρότητα του αναφερόμενου ανωτέρω όρου και στηρίζεται σε αυτήν, η οποία όμως κρίθηκε μη νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο και το αίτημα αυτό, απορριπτομένης έτσι της αγωγής στο σύνολο της". Με βάση τις πιο πάνω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει νόμιμη και απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δε, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με διπλή επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ήτοι κατά μεν την κύρια αιτιολογία, διότι ο επίμαχος όρος εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικός όρος συναλλαγών, κατά δε τη δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία, διότι ο ανωτέρω όρος δεν είναι καταχρηστικός και δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, καθεμιά δε από τις ως άνω αιτιολογίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Από. τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία, από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 383/2017). Στην προκείμενη περίπτωση/με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 6, 7 του ν. 2251/1994 και 4 παρ. 2 της υπ' αριθμ.92/13/ΕΟΚ Οδηγίας της 28/9/1992, καθόσον ο υπ' αριθμ.7α όρος της επίδικης σύμβασης είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος διότι επιφέρει διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας και παραβιάζει την καθιερούμενη από τις διατάξεις του ν.2251/1994 και το ενωσιακό δίκαια αρχή της διαφάνειας των γ.ο.ς.". Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν η αναιρεσείουσα προσβάλλει μόνον τη δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι ο επίμαχος όρος της σύμβασης δεν είναι καταχρηστικός και δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, ενώ ουδόλως πλήττει (έστω και υπαινικτικώς) την πρώτη επάλληλη (κύρια) αιτιολογία, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι ο επίμαχος όρος εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικός όρος συναλλαγών, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ανωτέρω λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται και η κύρια αιτιολογία, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1,6,7 του ν. 2251/1994 και 4 παρ. 2 της υπ' αριθμ.92/13/ΕΟΚ Οδηγίας της 28/9/1992 και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής, καθόσον ο προκτεθείς συμβατικός όρος απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις και συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, εξαιρείται από τον δικαστικό έλεγχο της καταχρηστικότητας καθώς και του ελέγχου της διαφάνειας, διότι έστω κι αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με τον ν.2251/1994, εμπεριέχεται στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, δηλαδή ότι η εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας θεμελιώνεται σε "ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13", η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, και ακολούθως-απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ,Δ και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα όσον αφορά την κύρια αιτιολογία, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, η κύρια αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφαση επλήγη ανεπιτυχώς, και μόνη αυτή αρκεί για να στηρίξει το διατακτικό του Εφετείου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, καθόσον αφορά την δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία, είναι και πάλι αλυσιτελής.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος όταν το δικαστήριο'δενείσήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 352/2023, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 38/2021).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 106, 176,183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2020 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 155/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ



<< Επιστροφή