Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 62 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 62/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό. - Α. Ν. του Ι., συζύγου Β. Μ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 22873/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παναγιώτα Πασσίση ανέγνωσε την έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 24/1/2014, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 22873/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 2-3-2011 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1857/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην (τότε) καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 90.383,14 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση προερχόμενη από συναφθείσα μεταξύ τους στις 30.1.1999 σύμβαση ασφαλιστικής συμβούλου, που η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε στις 23.9.2010. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552. 553,556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν ήταν ανέκκλητη κατά την έκδοσή της, επιδόθηκε στις 26/11/2013 και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου της προθεσμίας για άσκηση έφεσης. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόπο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στην διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος, αναφέρεται σε ακυρότητες από το δικονομικό δίκαιο (ΟΑΠ 1/2019, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020), εκείνες δηλαδή οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021) και δεν αφορά σε ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ελέγχονται μέσω του προβλεπομένου από τον αριθμ. 1 του ιδίου άρθρου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020). Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από τον Ν.4335/2015) "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο", κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα "στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύοναι από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε n έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθ.628 παρ. 1α, 629 ΚΠολΔ), διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 10/97, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 88/2021). Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς την σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου ( ΑΠ 1413/2022). Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, αποτελούν και τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του πιστωτή, κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών (ΑΠ 621/2018). Ειδικότερα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, ενώ το αντίγραφο αυτού, έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 του ν.δ. 3026/1954-ήδη 36 2β του ν. 4194/2013- και 14 του ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου, από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η πιστώτρια προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου, αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 621/2018). Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμο της (ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν της από 17.1.2011 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα ΑΕΓΑ" (αναιρεσίβλητη) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1857/201 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ως άνω εταιρία το ποσό των 90.838,14 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από καταρτισθείσα μεταξύ τους, στις 30.1.1999, σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου. Για την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής η καθ' ης εταιρία επικαλέσθηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων και σε πρωτότυπα, όπως αναφέρεται στη Διαταγή Πληρωμής, νόμιμα εξηγμένα και επικυρωμένα αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της, ήτοι πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης, από τα οποία προκύπτει αφενός η κίνηση του τηρηθέντος χρεωπιστωτικού (και όχι αλληλόχρεου, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα) λογαριασμού για το χρονικό διάστημα από 31-1-1999 μέχρι 31-12-2010, που αυτή τηρούσε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης και αφετέρου το ύψος του προκύψαντος κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού συνολικού υπολοίπου. Το απόσπασμα δε αυτό που αποτελούσε κατά συμβατικό όρο (αριθμός 8) αποδεικτικό μέσο, αποδεικνύεται ότι είχε εκδοθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο της καθ' ης Ε. Σ. (Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών) και είχε παραχθεί με εκτύπωση από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, ήταν δε αναγνωρίσιμο από αυτόν με βάση τις εντολές του προγράμματος και γι' αυτό αποτελεί ... πρωτότυπο έγγραφο και συνεπώς δεν έχρηζε επικύρωσης από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, που θα ήταν αναγκαία αν ήταν αντίγραφο, αλλά αρκούσε η βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσής του από τον υπάλληλο της καθ ης που με εντολή της αυτός ενήργησε και ο οποίος σφράγισε προς το σκοπό αυτό και υπέγραψε το απόσπασμα, έστω και αν δεν βεβαίωσε ρητά τη γνησιότητα της εκτύπωσής του. Η δε σφράγιση και η υπογραφή του αποσπάσματος από τον υπάλληλο αυτό καμία άλλη αντικειμενικά έννοια δεν μπορεί να έχει και συνεπώς το επίδικο απόσπασμα αποτελεί πρωτότυπο έγγραφο, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου ανακοπής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο.
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και ορθά απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, καθόσον με βάση τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και τα οποία ελήφθησαν υπόψη από τον δικαστή που την εξέδωσε, συνέτρεχε η απαιτούμενη για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και του ποσού της, δεδομένου ότι, ειδικότερα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και επισύναψε στην αίτησή της για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής εξαχθέντα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της αποσπάσματα των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών της βιβλίων, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλό της που ενήργησε την εκτύπωση, τα οποία αποτελούν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, πρωτότυπο έγγραφο, με συνέπεια να μην απαιτείται η επικύρωσή τους από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, η οποία θα ήταν αναγκαία αν αυτά ήταν αντίγραφα, επείχαν δε τα εν λόγω αποσπάσματα, κατά τη μεταξύ των διαδίκων δικονομική σύμβαση, θέση αποδεικτικού μέσου της κινήσεως του τηρηθέντος χρεωπιστωτικού λογαριασμού. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 623, 441 παρ. 1, 448 παρ. 1 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμ. 14 (και όχι από τον αριθμ. 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι "για την έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκομίσθηκαν και ελήφθησαν υπόψη όχι εξηγμένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της αναιρεσίβλητης με βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον αρμόδιο υπάλληλο που την ενήργησε, αλλά αντίγραφα αυτών, καθ' ομολογίαν του διευθυντή στο σώμα των εγγράφων αυτών" τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι "η καθ' ης εταιρία επικαλέσθηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων και σε πρωτότυπα, όπως αναφέρεται στη Διαταγή Πληρωμής, νόμιμα εξηγμένα και επικυρωμένα αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της, ήτοι πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης".
Κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 ιδίου κώδικα, συνάγεται, ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποτίθεται ότι η αξίωση είναι γεννημένη και βέβαιη. Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση, που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν. Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1769/2022, ΑΠ 1006/2022). Η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).Εάν η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022), καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής καθώς και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, σε περίπτωση ισχυρισμού για αντισυμβατικές ή και παράνομες χρεώσεις δεν καθίσταται η συνολική απαίτηση ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντιστοίχου κονδυλίου της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή του οφειλέτη, αλλά παρέχουν σ' αυτόν τη δυνατότητα να προσβάλει με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχει, έτσι, μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό.
Συνεπώς, μόνη η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη (ΑΠ 123/2023). Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και γι'αυτό πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι κατά της διαταγής πληρωμής οι αντιρρήσεις δηλαδή του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ώστε να μπορεί ο μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 1972/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 88/2021). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος χρεωπιστωτικού λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς τον πιστωτή θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του τελευταίου, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι της ανακοπής, που αφορούν στην απαίτηση, δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1972/2022) δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολο της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 1346/2022). Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα, η δε παραβίαση τους ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009) και δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως, ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "... Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης δεν είναι εκκαθαρισμένο για το λόγο ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις ο λογαριασμός της χρεώθηκε αδικαιολόγητα με το συνολικό επιπλέον ποσό των 217.273,16 ευρώ (95.222,83 ευρώ στις 5-3-2009 και 122.050,33 ευρώ στις 7-5-2009). Ωστόσο, με το περιεχόμενο αυτό ο σχετικός λόγος ανακοπής, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί ύπαρξη αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν συμβατικό όρο, αίρεση ή προθεσμία ούτε εμποδίζουν το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης. Αντίθετα οι ως άνω ισχυρισμοί πλήττοντας ευθέως την απαίτηση μπορούν ανάλογα να θεμελιώσουν την καταχρηστική διακωλυτική της γέννησης μέρους της απαίτησης ένσταση ή την καταχρηστική καταλυτική του δικαιώματος ένσταση της μερικής απόσβεσης του χρέους, οι οποίες αν αποδειχθούν μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση του ποσού της απαίτησης και σε μερική συνακόλουθα ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής. Η οποιαδήποτε ουσιαστική ένσταση θα μπορούσε να προβληθεί από την ανακόπτουσα οφειλέτρια κατά της απαίτησης δεν έχει χαρακτήρα αίρεσης, όρου η αντιπαροχής και δεν εμποδίζει την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, επικαλουμένη ότι η σε βάρος της διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ακύρως, διότι η απαίτηση δεν ήταν εκκαθαρισμένη και τούτο επειδή, όπως ισχυρίζεται, είχε σημειώσει, επί των εγγράφων που η καθής η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) της απέστελνε κατά τη χρονική περίοδο από 30/1/2999 μέχρι 31/12/2010, την αμφισβήτησή της, όσον αφορά το μηνιαίο υπόλοιπο εκάστου λογαριασμού και ειδικότερα α) στον από 5.3.2009 "Λογαριασμό Συνεργάτη" περιόδου Φεβρουαρίου 2009 που η αιτούσα την χρέωνε με χρεωστικό υπόλοιπο 129.780,44 ευρώ, σημείωσε τις αντιρρήσεις ως προς το πραγματικό υπόλοιπο το οποίο ήταν 34.557,61 ευρώ και β) στον από 7/5/2009 λογαριασμό συνεργάτη, περιόδου Απριλίου 2009, που η αιτούσα την χρέωνε με χρεωστικό υπόλοιπο 129.780,44 ευρώ, σημείωσε τις αντιρρήσεις ως προς το πραγματικό υπόλοιπο το οποίο ήταν 36.568,97 ευρώ και επομένως στις παραπάνω δύο τουλάχιστον περιπτώσεις ο λογαριασμός της, χρεώθηκε αδικαιολόγητα με το συνολικό επιπλέον ποσό των 217.273,16 ευρώ (95.222,83 ευρώ στις 5-3-2009 και 122.050,33 ευρώ στις 7-5-2009). Ωστόσο, έτσι όπως προβλήθηκε ο παραπάνω λόγος της ανακοπής ήταν μη νόμιμος, αφού η αναιρεσείουσα περιορίστηκε προς θεμελίωση αυτού στη γενομένη αμφισβήτηση του μηνιαίου υπολοίπου των αναφερομένων δύο λογαριασμών, που της είχε αποστείλει η αναιρεσίβλητη, η οποία (αμφισβήτηση), όμως, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη τη συνολική απαίτηση αυτής, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η γενική αμφισβήτηση με λόγο ανακοπής της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν πλήττει αυτόματα το εκκαθαρισμένο της συνολικής απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος λόγος της ανακοπής, όπως κατά τα ανωτέρω προβλήθηκε, ήταν αόριστος δεδομένου ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κονδύλια των τηρηθέντων για την επίδικη σύμβαση λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, αλλά προβάλλεται γενική και αόριστη επίκληση των αναφερομένων μηνιαίων υπολοίπων του λογαριασμού, χωρίς να προσβάλλονται κατ' ιδίαν κονδύλια που επιδικάζονται με την διαταγή πληρωμής. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε μεν, αλλά με μη ορθή αιτιολογία τον παραπάνω λόγο ανακοπής έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό, αλλά το αιτιολογικό της κρίνεται εσφαλμένο. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 1001/2013), οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής (ΑΠ 580/1996), εκτός εάν οι αιτιολογίες επιδρούν επί του διατακτικού της απόφασης, διότι διαφοροποιούν το εκ της απόφασης δεδικασμένο και ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί αυτό, οπότε η απόφαση αναιρείται ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 19/2018). Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, απορρίπτοντας τον παραπάνω λόγο ανακοπής, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα.
Συνεπώς, πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας με τις ορθές ως άνω αιτιολογίες (ΟλΑΠ 37/1996) να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο δεύτερος από τον αριθμ. 14 (και όχι από τον αριθμ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία αυτή νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα α) την εξαχθείσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή πρωτότυπη από 1-3-2011 καρτέλα δοσοληψίας μεταξύ αυτής και της καθής η ανακοπή για το χρονικό διάστημα από 30/1/1999 μέχρι 31/12/2010, β) τα έγγραφα (Λογαριασμός Συνεργάτη) που της απέστελνε κάθε μήνα η καθής η ανακοπή, κατά τη χρονική περίοδο από 30/1/1999 μέχρι 31/12/2010, στο σώμα των οποίων αυτή (ανακόπτουσα,) σημείωνε την αμφισβήτησή της, όσον αφορά το μηναίο υπόλοιπο εκάστου λογαριασμού και το απέστελνε στην αντίδικο της για να λάβει γνώση και ειδικότερα τον από 5.3.1999 λογαριασμό ποσού 129.780,44 ευρώ επί του οποίου ισχυρίζεται ότι σημείωσε τις αντιρρήσεις της ως προς το πραγματικό υπόλοιπο, το οποίο ήταν 34.557, 61 ευρώ και β) τον από 7/5/2009 λογαριασμό ποσού 158.619,30 επί του οποίου σημείωσε τις αντιρρήσεις ως προς το πραγματικό υπόλοιπο, το οποίο ήταν 34.557,97 ευρώ. Από τη ρητή, όμως, διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως "από το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύεται....", σε συνδυασμό με την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν ειδική αναφορά για τα παραπάνω έγγραφα (:"τα έγγραφα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι τα απέστελνε, καθόσον δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό αποστολής, ως εκ τούτου αναληθής κρίνεται ο ισχυρισμός της ανακόπουσας ότι αυτή αμφισβήτησε την ορθότητα του από 5.3.2009 για τον μήνα Φεβρουάριο του 2009 και του από 7/5/2009 λογαριασμού για τον μήνα Απρίλιο του 2009"), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το παραπάνω δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων τα προαναφερόμενα έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο από τον αριθμ. 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/1/2014 αίτηση της Ό.-Α. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 22873/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ