ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 97/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 97/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 97/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 97 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 97/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "C. Ε. Α. Β. Ε., Ε. Θ. και Η. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (…) με ΑΦΜ … της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, νομίμως εκπροσωπούμενη από τις εκκαθαρίστριες: α) Σ. Σ.-Μ. συζ. Ι. και β) Π. Σ.-Μ. του Ι., κατοίκους …, οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ηλία Αθανασόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Ι. Σ.-Μ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου, ως άνω, πληρεξουσίου δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Ό. Μ., το γένος Α. και Σ. Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Καλούδη, που ανακάλεσε την από 26-8-2022 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Η. Λ. - Π. Π. ΕΠΕ", που εδρεύει στον Δήμο … και επί της οδού … αριθμ. 15 και με ΑΦΜ … της Δ.Ο.Υ. …, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή Π. Π. του Γ., με ΑΦΜ: ..., 3) Της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Η. Λ. - Π. Π.-Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο … και επί της οδού … αριθμ. 15 και με ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. …, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους διαχειριστές Π. Π. του Γ., με ΑΦΜ: ... και Η. Λ. του Γ. με ΑΦΜ: .... Αμφότερες οι υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσίβλητες, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Αργυροπούλου, που ανακάλεσε την από 26-8-2022 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9111/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1634/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.06.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1634/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 21.10.2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 9111/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 27.12.2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27.12.2017 αγωγή τους που έστρεψαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων και απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τον ισχυρισμό ότι είναι (συν)νομείς του επίδικου ακινήτου, ως λαβόντες τη (συν)νομή του από τους προηγουμένους (συν)νομείς, και τον πρόσθετο αυτού ισχυρισμό ότι αποβλήθηκαν από τη (συν)νομή του από τους ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν την αναγνώριση της (συν)νομής τους και την απόδοσή της σ' αυτούς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), αφού εξεδίκασε την υπόθεση, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 9111/2019 οριστική απόφασή του κάνοντας δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 21.10.2019 έφεσή τους με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο), την αναδίκαση της αγωγής και την απόρριψή της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), αφού εξεδίκασε την έφεση, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, και κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, δέχθηκε αυτή κατά τύπους και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση με την από 25.06.2021 αίτησή τους για τους αναφερομένους σε αυτή (αίτηση) λόγους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... . Οι παριστάμενοι μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους εκκαλούντες επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον ισχυρισμό που είχαν προτείνει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διατεινόμενοι αναφορικά με το προσκομιζόμενο από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, με το οποίο οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων εκμίσθωσαν τον επίδικο χώρο στην Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, η οποία εκπροσωπείτο από τον Ι. Π., ότι η υπογραφή στο από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό στη θέση της μισθώτριας Κομματικής Οργάνωσης του Κ.Κ.Ε. δεν είναι του εκπροσώπου της, Ι. Π., καθόσον η υπογραφή αυτή δεν ομοιάζει με την υπογραφή που είχε θέσει ο προαναφερόμενος στην από 04.09.2017 βεβαίωσή του, την οποία οι δεύτερη και τρίτη ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες είχαν προσκομίσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 28.07.2017 αίτησής τους περί ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά της νυν πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εκκαλούσας και ότι προφανώς έχει πλαστογραφηθεί στο από 10.7.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η υπογραφή του, λόγος για τον οποίον οι εκκαθαρίστριες της πρώτης εναγομένης υπέβαλαν μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο, της χρήσης πλαστού εγγράφου, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο δικαστήριο και σε ψευδορκία μάρτυρος. Κατ' αρχήν ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως ένσταση πλαστογραφίας, καθόσον οι εκκαλούντες δεν ανέφεραν, ως έχουν υποχρέωση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη προπαρατιθέμενη μείζονα σκέψη, ονομαστικά τους μάρτυρες καθώς και τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη του ισχυρισμού τους. Πλην όμως επειδή στον ισχυρισμό περί πλαστότητας της υπογραφή εγγράφου εμπεριέχεται λογικά ως έλασσον και η άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής του, ο εν λόγω ισχυρισμός εκτιμάται ως αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του Ι. Π. στο από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως του ότι εκφέρεται ενδοιαστικώς και όχι κατηγορηματικά, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ο αδελφός του δεύτερου εναγόμενου και ήδη δεύτερου εφεσίβλητου, ήτοι ο Κ. Σ. του Γ., στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 4.613/05.04.2018 ένορκη βεβαίωση του παραπάνω Ειρηνοδίκη, κατέθεσε ότι το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το είχε υπογράψει αφενός μεν αυτός ο ίδιος, ως εντολοδόχος των εκμισθωτών, νομίμων κληρονόμων του Σ. Μ. και ως εκ τούτου και δικαιοπαρόχων των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων, αφετέρου δε ο νόμιμος εκπρόσωπος του Κ.Κ.Ε., Ι. Π., πλην όμως ότι αυτό είναι άκυρο διότι δεν κατατέθηκε από κανέναν από τους δύο συμβαλλόμενους στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Άλλωστε ο ίδιος ο Ι. Π. με την προσκομιζομένη από τις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες από 04.09.2017 βεβαίωσή του, βεβαιώνει ότι αυτός ο ίδιος ως εκπρόσωπος της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του Κ.Κ.Ε. υπέγραψε για λογαριασμό της τελευταίας το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αποθηκευτικού χώρου εμβαδού 550 τ.μ., κείμενου σε οικόπεδο επί της οδού … στην Αθήνα (περιοχή …). Επομένως το προσκομιζόμενο από τις εφεσίβλητες στην προκειμένη δίκη από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι γνήσιο, και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, εκτιμώμενος ως αμφισβήτηση της γνησιότητας του από 10.07.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι αβάσιμος. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό αυτό, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο έφεσης κατά το συναφές σκέλος του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, μη συντρεχούσης εν προκειμένω περίπτωσης περαιτέρω έρευνας ή εφαρμογής του άρθρου 39 Κ.Π.Δ. . ... Δυνάμει του υπ' αριθ. .../28.02.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παναγιώτη Πλακογιάννη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4667 με αύξοντα αριθμό 14, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη απέκτησε από τον Α. Μ. του Γ. και της Α., κατά πλήρη κυριότητα και νομή κατά ποσοστό 2/12 (1/6) εξ αδιαιρέτου ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, μετά των επ' αυτού αποθηκευτικών χώρων με λαμαρινοσκεπή, κείμενο στη θέση "Α. Π." του Δήμου …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου αυτού, επί των οδών …, αριθ. 5-7 και … (διαμπερές οικόπεδο), συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου 824,28 τ.μ., εμφαινόμενο σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του πωλητή, δηλαδή την υπ' αριθ. 21.628/20.12.2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Νικολάου Καναρίου συζ. Κωνσταντίνου Γανιάρη, με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α - Β - Γ - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Λ - Μ - Ν - Ξ - Α στο από Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Φ. Μ., του οποίου επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στον τελευταίο ως άνω τίτλο κτήσεως. Το οικόπεδο αυτό συνορεύει σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα βορειοανατολικά με πλευρά Ι - Κ μήκους 17,69 μέτρων, Λ - Μ μήκους 11,89 μέτρων και Ν - Ξ μήκους 11,33 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστων ιδιοκτητών, βορειοδυτικά εν μέρει με πλευρά Ι - Θ μήκους 12,22 μέτρων με οδό … (αδιάνοιχτη) και εν μέρει με πλευρές Κ - Λ μήκους 13,10 μέτρων, Β - Γ μήκους 2,91 μέτρων, Γ - Δ μήκους 0,09 μέτρων, Δ - Ε μήκους 6,72 μέτρων, Ε - Ζ μήκους 0,11 μέτρων και Ζ - Η μήκους 0,25 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστων ιδιοκτητών, νοτιοανατολικά εν μέρει με πλευρά Μ - Ν μήκους 7,29 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με πρόσωπο Α - Ξ μήκους 24,62 μέτρων με οδό … (αδιάνοιχτη) και νοτιοδυτικά με πλευρές Α - Β μήκους 19,96 μέτρων και Η - Θ μήκους 15,08 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστων ιδιοκτητών. Σύμφωνα δε με νεώτερη καταμέτρηση, κατά τον χρόνο κατάρτισης του παραπάνω υπ' αριθ. .../28.02.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, από τον διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό Ε. Α. με το προσαρτηθέν στο ως άνω συμβόλαιο από μηνός Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμά του -- επί του οποίου υπάρχει υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος Μηχανικού του ν. 651/1977 ότι το παραπάνω οικόπεδο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως Δήμου …, είναι άρτιο και θα καταστεί οικοδομήσιμο, αφού τακτοποιηθεί με τις όμορες ιδιοκτησίες και σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάζεις δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1337/1983 και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα, σύμφωνα με το ν. 1337/1983, το οικόπεδο που βρέθηκε να έχει την ίδια ως άνω έκταση, ήτοι 824,28 τ.μ., εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α - Β - Γ - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Α και συνορεύει σύμφωνα με αυτό το διάγραμμα βορειοανατολικά εν μέρει επί πλευράς Ζ - Η μήκους 17,69 μέτρων, εν μέρει επί πλευράς Θ - Ι μήκους 11,75 μέτρων και εν μέρει επί πλευράς Κ - Α μήκους 11,27 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοδυτικά εν μέρει επί πλευράς Ζ - Ε μήκους 12,22 μέτρων με την οδό … και εν μέρει επί πλευρών Θ - Η μήκους 13,10 μέτρων και Δ - Γ μήκους 9,96 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστων, νοτιοανατολικά εν μέρει επί πλευράς Α - Β μήκους 24,61 μέτρων με οδό … και εν μέρει επί πλευράς Ι - Κ μήκους 7,28 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων και νοτιοδυτικά εν μέρει επί πλευράς Β - Γ μήκους 19,96 μέτρων και εν μέρει επί πλευράς Δ - Ε μήκους 15,33 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστου. Επί του ως άνω οικοπέδου υπάρχουν αποθηκευτικοί χώροι λαμαρινοσκεπείς που εμφαίνονται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α - Α' - Β' - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Α στο ίδιο ως άνω προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας τοπογραφικό διάγραμμα, συνολικού εμβαδού κατά το ως άνω συμβόλαιο 409,26 τ.μ. . Εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθ. 6.670/11.09.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου - Παπανικολάου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4678 με αύξοντα αριθμό 244, η τρίτη ενάγουσα εταιρεία και ήδη τρίτη εφεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους διαχειριστές της, Π. Π. του Γ. και της Θ. και Η. Λ. του Γ. και της Π., απέκτησε από τις Ζ. σύζυγο Π. Π. το γένος Ζ. και Α. Δ. και Μ. χήρα Π. Π. το γένος Ζ. και Α. Δ., κατά πλήρη κυριότητα και νομή και κατά ποσοστό 1/3 (2/6) εξ αδιαιρέτου το ίδιο ως άνω οικόπεδο μετά των επ' αυτού αποθηκευτικών χώρων με λαμαρινοσκεπή, κείμενο στη θέση "Α. Π." του Δήμου …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου αυτού, επί των οδών … αριθ. 5 - 7 και … (διαμπερές οικόπεδο), συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου 824,28 τ.μ., εμφαινόμενο στα ίδια ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα και περιγραφόμενο κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο κατά θέση και όρια. Δυνάμει του υπ' αριθ. 6.771/17.01.2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου - Παπανικολάου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4705 με αύξοντα αριθμό 22, η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της, Π. Π. του Γ. και της Θ., απέκτησε από τις Ι. Κ. του Μ. και της Μ., Μ. χήρα Μ. Κ. το γένος Π. και Ι. Π. και Ζ. Κ. του Μ. και της Μ., κατά πλήρη κυριότητα και νομή και κατά ποσοστό 8/24 (1/3 ή 2/6) εξ αδιαιρέτου το ίδιο ως άνω οικόπεδο μετά των επ' αυτού αποθηκευτικών χώρων με λαμαρινοσκεπή, κείμενο στη θέση "Α. Π." του Δήμου …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου αυτού, επί των οδών …, αριθ. 5 - 7, και …, συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου 824,28 τ.μ., εμφαινόμενου στα ίδια ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα και περιγραφόμενο κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο κατά θέση και όρια. Τέλος δυνάμει του υπ' αριθ. 6.884/28.06.2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου - Παπανικολάου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4740 με αύξοντα αριθμό 10, η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της, Π. Π. του Γ. και της Θ., απέκτησε από τους Κ. Μ. του Ι. και της Χ. και Γ. Μ. του Ι. και της Χ. την πλήρη κυριότητα και νομή και κατά ποσοστό 2/12 (1/6) εξ αδιαιρέτου στο αυτό οικόπεδο με τους επ' αυτού αποθηκευτικούς χώρους, συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου 824,28 τ.μ., εμφαινόμενο στα ίδια ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα και περιγραφόμενο κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο κατά θέση και όρια. Με τα ανωτέρω αγοραπωλητήρια συμβόλαια το περιγραφόμενο σε αυτά οικόπεδο με τους επ' αυτού ανεγερθέντες αποθηκευτικούς χώρους με λαμαρινοσκεπή περιήλθε στο σύνολό του κατά πλήρη κυριότητα στις ενάγουσες κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ειδικότερα ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε καθεμία εξ αυτών. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από το χρόνο σύνταξης των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων αγοράς του και εντεύθεν, οι ενάγουσες νέμονταν ως αποκλειστικοί συννομείς, και κατά το ιδανικό μερίδιό της η καθεμία, το όλο ακίνητο με τους επ' αυτού αποθηκευτικούς χώρους και ειδικότερα ασκούσαν επί του όλου ακινήτου τις προσιδιάζουσες στην φύση του ως οικοπέδου πράξεις κατοχής, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους ν' ασκούν τη φυσική επί αυτού εξουσίαση διανοία κυρίου, όπως τακτική επιτήρηση, επίβλεψή του ανά τακτά χρονικά διαστήματα και εκμίσθωση των επ' αυτού αποθηκευτικών χώρων σε τρίτους, όπως κατωτέρω θα αναπτυχθεί. Επίσης σε συνδυασμό με τις ανωτέρω πράξεις φυσικής εξουσίασης στο ακίνητο, οι ενάγουσες δηλώνουν τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητάς τους σε αυτό στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) που υποβάλλουν στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία η πρώτη από το έτος 2007, οι δεύτερη και τρίτη από το έτος 2011 και μετά, ενώ στις 24.10.2008 η πρώτη εξ αυτών και στις 19.02.2009 οι δεύτερη και τρίτη εξ αυτών υπέβαλαν δήλωση του ν. 2308/1995 στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αθηνών για την καταχώριση στα οικεία κτηματολογικά βιβλία των εν λόγω δικαιωμάτων τους στο ως άνω ακίνητο, καταβάλλουν δε τους αναλογούντες στο ποσοστό τους φόρους ακίνητης περιουσίας. Ειδικότερα ως προς την εκμίσθωση των αποθηκευτικών χώρων, λεκτέα τα εξής: Στο οικόπεδο αυτό έχουν ανεγερθεί α) μία ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 185 τ.μ. περίπου σύμφωνα με το από μηνός Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ., που αναφέρεται στο από 30.08.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, η οποία έχει είσοδο από την οδό …, αρ. 6, και η οποία είχε εκμισθωθεί δυνάμει του ανωτέρω αναφερόμενου από 30.08.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, όπως αυτοί εκπροσωπούνταν τότε από τον Κ. Σ. του Γ., στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, έχουσα αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών θέρμανσης και ηλιακής ενέργειας, για να την χρησιμοποιεί για την αποθήκευση των υλικών και προϊόντων της εμπορίας της και για τη διενέργεια εργασιών επισκευής των προϊόντων της, καθώς και β) μία έτερη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 550 τ.μ. περίπου σύμφωνα με το από μηνός Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ. που αναφέρεται στο σχετικό και κατωτέρω αναφερόμενο συμφωνητικό μίσθωσης, και ήδη κατά νεώτερη καταμέτρηση 648,65 τ.μ., η οποία έχει είσοδο από την οδό …, αρ. 5 - 7, και η οποία δυνάμει του από 10.07.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης είχε εκμισθωθεί από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, όπως αυτοί εκπροσωπούνταν τότε από τον Κ. Σ. του Γ., στην μη διάδικο εν προκειμένω Κομματική Οργάνωση Αθηνών (Κ.Ο.Α.) του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.), εκπροσωπούμενη κατά τη σύναψη της σύμβασης από το νόμιμο εκπρόσωπό της, Ι. Π., για να χρησιμοποιεί τον χώρο αυτό ως αποθήκη υλικών (πανώ, πλακάτ κτλ) και ως χώρο εργαστηρίου. Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου διατεινόμενοι ότι το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης δεν είναι έγκυρο διότι δεν έχει κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. καθώς και ότι προφανώς έχει πλαστογραφηθεί στο τέλος του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης στη θέση του μισθωτή η υπογραφή του εκπροσώπου της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του Κ.Κ.Ε., Ι. Π., λόγος για τον οποίον οι εκκαθαρίστριες της πρώτης εναγομένης υπέβαλαν μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων. Πλην όμως ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί για την εγκυρότητα του μισθωτηρίου το γεγονός της μη θεώρησής του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. καθόσον οι μισθώσεις, ακόμη και οι εμπορικές, δεν υπόκεινται σε υποχρεωτικό τύπο ..., η δε κατάθεσή του στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία εξυπηρετεί κυρίως φορολογικούς σκοπούς, ενώ όπως αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η υπογραφή στη θέση της μισθώτριας στο από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης είναι του νομίμου εκπροσώπου της, Ι. Π., αφού ο τελευταίος με την από 04.09.2017 βεβαίωσή του, που προσκομίσθηκε σε προηγούμενη δίκη και δη κατά τη συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών της από 28.07.2017 αίτησης ασφαλιστικών νομής, βεβαίωσε ότι αυτός ο ίδιος υπέγραψε το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ως εκπρόσωπος της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του Κ.Κ.Ε., με το οποίο η τελευταία μίσθωσε χώρο 550 τ.μ. επί της οδού …, αρ. 5-7, στην Α. Π., και από τον οποίον αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2015. Ακολούθως, με την αγορά του οικοπέδου στο οποίο βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, οι ενάγουσες-εφεσίβλητες υπεισήλθαν εκ του νόμου και αυτοδικαίως, χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 Α.Κ., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθωτικής σχέσης με την πρώτη εναγομένη εταιρεία - πρώτη εκκαλούσα, δηλαδή αμέσως με τη μεταβίβαση σε αυτές των αναφερόμενων παραπάνω ποσοστών συγκυριότητας και με τη μεταγραφή των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων επήλθε μεταβίβαση της έννομης σχέσης της προαναφερόμενης μίσθωσης στο σύνολό της στις ενάγουσες ..., ενώ στην έτερη ως άνω μισθωτική σχέση με την Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. οι ενάγουσες υπεισήλθαν στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτής με τους όρους του άρθρου 615 Α.Κ., οπότε εξακολούθησε η μίσθωση με τις ίδιες τις ενάγουσες ως εκμισθώτριες, αφού αυτές δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος καταγγελίας, που προβλέπεται στο παραπάνω άρθρο. Εξάλλου η εν λόγω μεταβίβαση και η αντίστοιχη υπεισέλευση των εναγουσών - εφεσιβλήτων σε αμφότερες τις ως άνω έννομες σχέσεις μίσθωσης αναφέρθηκε ρητά στα αναφερόμενα παραπάνω υπ' αριθ. 6.670/11.09.2006, υπ' αριθ. 6.771/17.01.2007 και υπ' αριθ. 6.884/28.06.2007 συμβόλαια αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου - Παπανικολάου, στα οποία ειδικότερα αναγράφηκε ότι: " ... οι άνω μεταβιβαζόμενοι αποθηκευτικοί χώροι είναι μισθωμένοι: α) στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.) δυνάμει προφορικής αστικής μίσθωσης και β) στην εταιρεία "C. Α.Ε." δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού από 30.08.1999 και οι πρώτες συμβαλλόμενες πωλήτριες, όπως παρίστανται και εκπροσωπούνται στο παρόν, εκχωρούν στη δεύτερη πιο πάνω συμβαλλόμενη αγοράστρια εταιρεία με το παρόν συμβόλαιο όλα τα εκμισθωτικά αυτών δικαιώματα και τις σχετικές αγωγές και ενστάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τις αγωγές για απόδοση μισθίου και αποβολή δυστροπούντων μισθωτών.". Το γεγονός της μνείας στα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια σε "προφορική αστική μίσθωση", παρότι η μίσθωση προς την Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. καταρτίστηκε εγγράφως με το αναφερόμενο παραπάνω από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και όχι προφορικά, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, δεδομένου ότι ο τύπος της μίσθωσης του ακινήτου, που μεταβιβάζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν περιλαμβάνεται στο ελάχιστο περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρο 8 του ν. 2830/2000) ούτε η τήρηση του εν λόγω τύπου αποτελεί γεγονός το οποίο εν προκειμένω έλαβε χώρα ενώπιον της συμβολαιογράφου αυτής που συνέταξε τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ή πραγματοποιήθηκε από την ίδια τη συμβολαιογράφο ώστε να παράγει πλήρη απόδειξη (άρθρο 438 ΚΠολΔ), με συνέπεια η ως άνω εσφαλμένη αναφορά σε "προφορική" μίσθωση να μην δεσμεύει το δικαστήριο. Ακολούθως, οι ως άνω μισθωτικές σχέσεις αφού μεταβιβάστηκαν, κατά τα ως άνω, στις ενάγουσες, παρέμειναν σε ισχύ ως αορίστου χρόνου λόγω σιωπηρής ανανέωσής του, η μεν από 10.07.1999 μίσθωση με την Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. μέχρι τις 05.02.2015, οπότε η τελευταία αποχώρησε από το αναφερόμενο παραπάνω μίσθιο, εμβαδού 550 τ.μ. περίπου, το οποίο αποδόθηκε τότε στις ενάγουσες και έκτοτε παρέμεινε κενό, η δε ως άνω από 30.08.1999 μίσθωση με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία - πρώτη εφεσίβλητη μέχρι τις 03.01.2017, οπότε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 297/2016 προσωρινά εκτελεστής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών αποδόθηκε από την πρώτη εναγομένη στις ενάγουσες το έτερο αναφερόμενο παραπάνω μίσθιο, εμβαδού 185 τ.μ. περίπου, το οποίο έκτοτε παρέμεινε και αυτό κενό. Επομένως, καθ' όλα τα αναφερόμενα παραπάνω χρονικά διαστήματα, από την υπεισέλευσή τους στις ως άνω μισθωτικές σχέσεις μέχρι τη διαδοχική αποχώρηση των μισθωτριών από τους παραπάνω μισθωμένους αποθηκευτικούς χώρους, οι ενάγουσες εκμεταλλεύονταν αυτούς με την εκμίσθωσή τους και την είσπραξη των μισθωμάτων και με τη διενέργεια όλων των πράξεων που ήταν αναγκαίες για την παραχώρηση της χρήσης τους στις ανωτέρω μνημονευόμενες μισθώτριες. Στις 04.01.2017 που οι νόμιμοι εκπρόσωποι της δεύτερης και της τρίτης των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων επισκέφθηκαν εκ νέου το παραπάνω οικόπεδό τους, διαπίστωσαν ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι είχαν μεταφέρει και τοποθετήσει διάφορα αντικείμενα από τον αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 185 τ.μ. περίπου - από όπου, ως προαναφέρθηκε, η πρώτη εναγομένη είχε αποχωρήσει την αμέσως προηγούμενη ημέρα - στον άλλο αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 550 τ.μ. περίπου, απ' όπου είχε αποχωρήσει τον Φεβρουάριο του 2015 η Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. καθώς επίσης ότι είχαν τοποθετήσει κλειδαριά στη θύρα που ένωνε τις δύο επιμέρους αίθουσες του αμέσως ανωτέρω αναφερόμενου αποθηκευτικού χώρου εμβαδού 550 τ.μ. περίπου που αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Κατά δε την ημέρα της αποβολής από τον επίδικο χώρο της πρώτης εναγομένης (04.12.2017) σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1.250/2017 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στο εσωτερικό του επίδικου χώρου βρέθηκαν, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 559/04.12.2017 έκθεση βίαιης αποβολής και απόδοσης νομής ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αθανασίου Κ. Μήτση, 63 ηλιακοί συλλέκτες, ανταλλακτικά και εξαρτήματα θερμαντικών σωμάτων και μηχανημάτων, 4 φιάλες οξυγόνου και αερίου, αντιστάσεις για θερμαντικά μηχανήματα, δύο πρέσες και αντιστάσεις για θερμοσίφωνες και διάφορα ανταλλακτικά αυτών, δηλαδή αντικείμενα που προορίζονταν για την κατασκευή και επισκευή θερμοσιφώνων και μηχανημάτων θέρμανσης, τα οποία ανήκαν στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος μέχρι τη λύση της ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και μετά τη λύση της και τη θέση της σε εκκαθάριση εκείνος που ουσιαστικά προέβαινε στις σχετικές ενέργειες για την εκκαθάριση ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, σύμφωνα με την έκθεση βιαίας αποβολής και απόδοσης νομής ακινήτου, βρέθηκε στον επίδικο χώρο και όχι οι εκκαθαρίστριες αυτής, σύζυγος και θυγατέρα του δεύτερου εναγόμενου. Περαιτέρω αναφορικά με το εμβαδόν και τα εν γένει χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου, στο οποίο βρέθηκαν τα πράγματα που είχαν μεταφερθεί εκεί από τον αποθηκευτικό χώρο των 185 τ.μ. περίπου, λεκτέα τα εξής: Από τα σχέδια κάτοψης ισογείου που προσκομίζουν οι διάδικοι και συγκεκριμένα αφενός μεν από το προσκομισθέν από τις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες από μηνός Δεκεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης του διπλωματούχου αρχιτέκτονα - μηχανικού Λ. Γ. Γ., αφετέρου δε από το προσκομισθέν από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες από μηνός Σεπτεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Χ. X. Ν., τα οποία αποτελούν τις πιο πρόσφατες καταμετρήσεις του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου κρίνονται πιο αξιόπιστα σε σύγκριση με τους υπολογισμούς που πραγματοποιήθηκαν στα παλαιότερα τοπογραφικά διαγράμματα, τα προσαρτηθέντα στα ανωτέρω συμβόλαια αγοράς των εναγουσών, αποδεικνύεται ότι στο περιγραφόμενο παραπάνω οικόπεδο, εμβαδού 824,28 τ.μ., υπάρχουν οι εξής ξεχωριστοί αποθηκευτικοί χώροι: ένας αποθηκευτικός χώρος που βρίσκεται επί της οδού …, αρ. 6, έχει εμβαδόν 185 τ.μ. περίπου, και ήταν μισθωμένος στην πρώτη εναγομένη με το από 30.08.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και από τον οποίο η πρώτη εναγομένη έχει ήδη αποχωρήσει κατά τα προαναφερόμενα στις 03.01.2017, και άλλοι δύο αποθηκευτικοί χώροι επί της οδού …, αρ. 5-7, απ' όπου υπάρχει πρόσβαση σε αυτούς με τρεις θύρες εισόδου, οι οποίοι απεικονίζονται αμφότεροι στο ως άνω από μηνός Δεκεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης του διπλωματούχου αρχιτέκτονα - μηχανικού Λ. Γ. Γ. με τα στοιχεία "ΑΠΟΘΗΚΗ 1" και "ΑΠΟΘΗΚΗ 2" και με εμβαδόν, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω σχέδιο κάτοψης, 274,35 τ.μ. και 374,30 τ.μ. αντίστοιχα και συνολικά 648,65 τ.μ., ενώ στο άλλο από μηνός Σεπτεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Χ. X.. Ν. απεικονίζεται μόνο ο ένας από τους δύο αυτούς αποθηκευτικούς χώρους επί της οδού …, ο οποίος, σύμφωνα με το δεύτερο αυτό διάγραμμα, έχει εμβαδόν 378,96 τ.μ. και ο οποίος ταυτίζεται με τον ως άνω χαρακτηριζόμενο ως "ΑΠΟΘΗΚΗ 2" στο από Δεκεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης αποθηκευτικό χώρο. Επομένως, ο βρισκόμενος επί της οδού … 5 - 7 αποθηκευτικός χώρος, ο οποίος είναι και ο επίδικος και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες ως ενιαίος χώρος συνολικού εμβαδού 648,65 τ.μ., αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο αυτοτελείς αποθηκευτικούς χώρους (αίθουσες), που έχουν εμβαδόν 274,35 τ.μ. ο ένας και 374,30 τ.μ. (κατά το σχέδιο κάτοψης του αρχιτέκτονα μηχανικού Λ. Γ.) ή 378,96 τ.μ. (κατά το σχέδιο κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Χ. Ν.) ο άλλος, οι οποίοι εκμισθώνονταν στο Κ.Κ.Ε. ως ενιαίος αποθηκευτικός χώρος και οι οποίοι χωρίζονται μεταξύ τους με εσωτερικό τοίχο, επί του οποίου υπάρχει σιδερένια πόρτα, πλάτους 1,00 μέτρου, που επιτρέπει την πρόσβαση από τον ένα αυτοτελή χώρο στον άλλο. Η ύπαρξη δε της εν λόγω πόρτας αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετά νομίμου επικλήσεως από τις ενάγουσες με ημερομηνία 08.09.2017 Υπόμνημα - Τεχνική Έκθεση του προαναφερόμενου διπλωματούχου αρχιτέκτονα - μηχανικού Λ. Γ.. Γ. και το επισυναπτόμενο σε αυτό σκαρίφημα κάτοψης, όπου αποτυπώνονται σχηματικά οι δύο ως άνω αποθηκευτικοί χώροι επί της οδού Κρέοντος 5 - 7 καθώς και η ακριβής θέση της πόρτας μέσω της οποίας επικοινωνούν. Σημειώνεται ότι δεν άγει σε αντίθετο συμπέρασμα η προσκομιζόμενη μετά νομίμου επικλήσεως από τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες από 02.10.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Χ. X.. Ν., καθόσον σε αυτήν αναφέρεται ότι η ύπαρξη θύρας απλώς δεν διαπιστώθηκε, χωρίς δηλαδή να γίνεται κατηγορηματική άρνηση της ύπαρξής της, ενώ η κάλυψη του εσωτερικού τοίχου με ζωγραφική (γκράφιτι) και η ύπαρξη σωλήνα κατά μήκος του τοίχου σε ύψος 0,86 μ. από το δάπεδο δεν αποκλείει κατά την κοινή πείρα και λογική την ύπαρξη θύρας πρόσβασης στον τοίχο. Ο χώρος δε, εμβαδού 374,30 τ.μ, (378,96 τ.μ. κατά το σχέδιο κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Χ.Ν.) επί της οδού Κρέοντος 5 - 7, για τον οποίον ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εκκαλών ισχυρίζεται ότι έχει τρεις θύρες εισόδου από την οδό Κρέοντος 5 - 7 και ότι αυτός ασκούσε επί του χώρου αυτού πράξεις νομής, δεν ταυτίζεται με τον συνολικό χώρο, που είχε εκμισθωθεί κατά τα προαναφερόμενα στην Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. με το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο ο μισθωμένος χώρος είχε εμβαδόν 550 τ.μ. περίπου, αλλά αποτελεί μέρος του συνολικού αυτού αποθηκευτικού χώρου. Δηλαδή, στην προαναφερόμενη Κομματική Οργάνωση είχε παραχωρηθεί δυνάμει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και του σε αυτό αναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος του Ι. Γ. η χρήση ολόκληρου του επίδικου χώρου, τόσο του ανωτέρω αναφερόμενου αποθηκευτικού χώρου (αίθουσας) εμβαδού 274,35 τ.μ., αναφορικά με τον οποίο οι διάδικοι συμφωνούν και συνομολογούν ότι αυτός πράγματι είχε εκμισθωθεί στην Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε., όσο και του άλλου ανωτέρω αναφερόμενου αποθηκευτικού χώρου (αίθουσας) εμβαδού 374,30 τ.μ. ή 378,96 τ.μ., σύμφωνα με τα προαναφερόμενα σχέδια κάτοψης, τον οποίο ο δεύτερος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι νέμεται νόμιμα, και ο οποίος χώρος, συνολικού εμβαδού 550 τ.μ. περίπου κατά την αρχική καταμέτρηση και 648,65 τ.μ. κατά νεώτερη καταμέτρηση, είχε μισθωθεί και χρησιμοποιηθεί ενιαία από την παραπάνω μισθώτρια. Το γεγονός ότι στην Οργάνωση αυτή είχε εκμισθωθεί με το προαναφερόμενο από 1007.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ολόκληρος ο ως άνω αποθηκευτικός χώρος με τις δύο αυτοτελείς αίθουσες αυτού 550 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 648,65 τ.μ., και όχι μόνο ο ως άνω επιμέρους αποθηκευτικός χώρος εμβαδού 274,35 τ.μ., όπως αβάσιμα οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται, συνάγεται από το ότι, με δεδομένο ότι η Κομματική Οργάνωση του Κ.Κ.Ε. είχε μισθώσει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, χώρο 550 τ.μ. περίπου, είναι πιθανότερο κατά την κοινή πείρα να εκτιμήθηκε ότι έχει εμβαδόν 550 τ.μ. περίπου ένας χώρος εμβαδού 648,65 τ.μ. παρά ένας χώρος εμβαδού μόλις 274,35 τ.μ., ακόμη και αν κατά την κατάρτιση και υπογραφή του εν λόγω από 10.07.1999 συμφωνητικού ο υπολογισμός του εμβαδού του παραπάνω χώρου έγινε μάλλον εμπειρικά και κατά προσέγγιση. Το δε εκτιθέμενο στην από 05.01.2017 αγωγή απόδοσης μισθίου (αποθήκης 350 τ.μ. επί της οδού Κρέοντος, αρ. 5 - 7) των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά της νυν πρώτης εναγομένης-πρώτης εκκαλούσας η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε με τη υπ' αριθ. 667/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ως κατ' ουσία αβάσιμη, ότι δηλαδή η Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. μίσθωνε αποθήκη 290 τ.μ. από την οποία αποχώρησε, ότι η νυν πρώτη εναγομένη - πρώτη εκκαλούσα μίσθωνε αποθήκη 185 τ.μ., με είσοδο από την οδό Ολύμπου 6, από την οποία εξώσθη και ότι η τελευταία παρέμενε σε αποθήκη εμβαδού 350 τ.μ. με είσοδο από την οδό Κρέοντος 5 - 7, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ως εξώδικη ομολογία των εκεί εναγουσών στην προκειμένη δίκη περί του ότι ο επιμέρους χώρος των 350 τ.μ. ή 378,96 τ.μ. κατά τους εναγόμενους (ο χαρακτηριζόμενος ως "αποθήκη 2" στο σχεδιάγραμμα κάτοψης του αρχιτέκτονα-μηχανικού Λ. Γ. εμβαδού 374,30 τ.μ.), είναι ο επίδικος χώρος και αποτελεί ξεχωριστό χώρο, μη συνδεόμενο με τον χώρο που μίσθωνε η Κομματική Οργάνωση του Κ.Κ.Ε. [η οποία μίσθωνε μόνο τον χώρο επιφανείας 290 τμ (αυτόν που στο σχεδιάγραμμα κάτοψης του Λ. Γ. χαρακτηρίζεται ως "Αποθήκη 1") και όχι χώρο επιφανείας 550 τ.μ.], δεν δέσμευε την κρίση της εκκαλουμένης ούτε το Δικαστήριο τούτο καθόσον οι ενάγουσες με το περιεχόμενο της από 27.12.2017 (Ε.Α.Κ. 12347/2017) αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, προέβησαν σε ανάκληση της εξώδικης ομολογίας τους - χωρίς να δεσμεύονται από χρονικό περιορισμό και αδιαφόρως εάν έγινε επίκληση ή όχι από τους αντιδίκους τους εναγόμενους -εκκαλούντες ... - αποδεικνύοντας τη βάση της αγωγής τους και συνακόλουθα την αναλήθεια του ομολογημένου από αυτές γεγονότος. Περαιτέρω ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εκκαλών, Ιωάννης Σπύρου - Μωραΐτης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι οι ενάγουσες ουδέποτε ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, καθόσον αυτός ο ίδιος ασκούσε στο όνομά του συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1994 και εντεύθεν νομή στον έναν από τους δύο ως άνω αποθηκευτικούς χώρους επί της οδού Κρέοντος και συγκεκριμένα στον αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 378,96 τ.μ. ή 374,30 τ.μ., που περιλαμβάνεται και στα δύο ανωτέρω αναφερόμενα σχέδια κάτοψης, και ότι το δικαίωμα αυτό αντλούσε ο ίδιος από τη βούληση των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, δηλαδή των κληρονόμων του Σ. Μ., οι οποίοι του είχαν άτυπα μεταβιβάσει τη νομή του παραπάνω χώρου ως αμοιβή του ιδίου ως βοηθού του αδελφού του, Κωνσταντίνου Σπύρου, ιδιωτικού αστυνομικού - ερευνητή, για την εξιχνίαση της δολοφονίας του Σ. Μ. καθώς και για επισκευές που αυτός (δεύτερος εναγόμενος) είχε κάνει στο επίδικο. Πιο συγκεκριμένα ο δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος εκκαλών ισχυρίσθηκε ότι στο αναφερόμενο παραπάνω μέρος του επίδικου αποθηκευτικού χώρου, εμβαδού 374,30 τ.μ. ή 378,96 τ.μ. κατά τα προαναφερόμενα, ασκούσε συνεχώς και αδιαταράκτως πράξεις νομής ήδη από το έτος 1994, καθόσον αφενός μεν είχε εγκαταστήσει εντός αυτού το δικό του εργαστήριο, απασχολούμενος με ευρεσιτεχνίες, κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θέματα, και έχοντας εγκαταστήσει εκεί μηχανήματα ηλεκτρονικά και κλιματιστικά, αφετέρου δε είχε δηλώσει αρχικά την ως άνω ιδιοκτησία του (αποθήκη) στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. καταβάλλοντας τους σχετικούς φόρους, τα τέλη ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος και τους δημοτικούς φόρους, προβαίνοντας κατά διαστήματα στην επισκευή και συντήρησή της. Όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ασκούσε πράξεις νομής στο ως άνω μέρος του επίδικου αποθηκευτικού χώρου πριν από τις 04.01.2017, καθόσον τα έγγραφα της Δ.Ε.Η. που επικαλείται και προσκομίζει και συγκεκριμένα συμβόλαια προμήθειας, σύνδεσης ρεύματος με ημερομηνία έτους 2010, λογαριασμοί ρεύματος και απαντητικά έγγραφα της Δ.Ε.Η., αφορούν σε αποθήκη επί της οδού Ολύμπου, αριθ. 6, και όχι σε αποθήκη επί της οδού Κρέοντος, όπου βρίσκεται ο επίδικος αποθηκευτικός χώρος. Σημειώνεται μάλιστα ότι στον προσκομιζόμενο με επίκληση λογαριασμό Δ.Ε.Η. με ημερομηνία έκδοσης 30.11.2010, ο οποίος αφορά στο ακίνητο (αποθήκη) στην οδό Ολύμπου, αρ. 6, αναφέρεται εμβαδόν ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου 18 τ.μ., δηλαδή διαφορετικό από εκείνο του ως άνω μέρους του επίδικου αποθηκευτικού χώρου που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι νέμεται (ήτοι 378,96 τ.μ.), ενώ στην από 26.07.2017 υπεύθυνη δήλωση αδειούχου ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη προς τη Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε., το μόνο έγγραφο που φαίνεται να αφορά στο ως άνω μέρος του επίδικου, αναφέρεται ότι δεν έγιναν μετρήσεις διότι δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος δήλωνε το ως άνω μέρος του επίδικου αποθηκευτικού χώρου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο έγγραφο Ε9 (δήλωση περιουσιακής κατάστασης) ούτε ότι κατέβαλλε οποιουσδήποτε φόρους ή τέλη υδροδότησης, αφού δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο της φορολογικής αρχής ή λογαριασμός ύδατος. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο ίδιος προέβαινε στην επισκευή και συντήρηση του ως άνω ακινήτου που ισχυρίζεται ότι νεμόταν από το 1994, καθόσον η μεν από 15.10.1999 προσφορά της εταιρείας "Α. ΧΑΣΑΠΗΣ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε." (με διακριτικό τίτλο "MARMO - FLOR") αφορά στην αποθήκη εμβαδού περίπου 185 τ.μ. επί της οδού Ολύμπου, αριθ. 6, και απευθύνεται προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία και ήδη πρώτη εκκαλούσα, που πράγματι χρησιμοποιούσε την αποθήκη αυτή ως μισθώτρια, και όχι προς τον δεύτερο εναγόμενο, η δε από 13.04.2010 έκθεση επικινδύνου οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων αναφέρεται στην οικοδομή στην οδό Ολύμπου, αρ. 6, ιδιοκτησίας Παναγιώτη Παντελόπουλου και όχι στον επίδικο αποθηκευτικό χώρο. Το δε από 14.10.1999 δελτίο πρώτης ταχείας αυτοψίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αττικής που συντάχθηκε μετά το σεισμό του 1999 και που αναφέρεται σε ακίνητο στην Κρέοντος, αρ. 7, δεν αρκεί για τη θεμελίωση νομής του δεύτερου εναγομένου, διότι σε αυτό αναφέρεται ως διαχειριστής του ακινήτου ο αδελφός του δεύτερου εναγόμενου, ήτοι ο Κωνσταντίνος Σπύρου, και όχι ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος. Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε εγκαταστήσει στον ως άνω χώρο ηλεκτρονικά μηχανήματα ή ευρεσιτεχνίες πριν από τις 04.0.2017, όπως δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος εκμίσθωνε τμήμα του επίδικου χώρου στον κουμπάρο του, Γεώργιο Αθανασίου του Κωνσταντίνου, καθόσον το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο από 14.05.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης αφορά σε ισόγειο χώρο 180 τ.μ. στην οδό Ολύμπου, αρ. 6, και όχι στον επίδικο επί της Κρέοντος, αρ. 5 - 7, χώρο. Οι δε καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μαρτύρων των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ουδόλως επιβεβαιώνονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ούτε μπορεί να συναχθεί άσκησης νομής του δεύτερου εναγομένου - εφεσίβλητου στο επίδικο από το περιεχόμενο της από 05.01.2017 αγωγής των δεύτερης και τρίτης εναγουσών - εφεσιβλήτων, όπως αυτός αβάσιμα επικαλείται, αφού πουθενά σε αυτήν δεν γίνεται αναφορά στον νυν δεύτερο εναγόμενο - δεύτερο εφεσίβλητο. Τέλος, η επικαλουμένη από τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο φυσική εξουσίαση επί του επίδικου ακινήτου δεν θεμελιώνεται στη βούληση των προκατόχων των εναγουσών-εφεσιβλήτων στη νομή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή των κληρονόμων του Σ. Μ. (Αλεξάνδρας χήρας Ζαννή Δανιήλ, Γεωργίου Αλέξανδρου Μπρουζάκη ή Μπρούζου και Μαρίας χήρας Μιχαήλ Νικολάου Καράδη), αφού στην - επικαλουμένη και προσκομιζομένη από το δεύτερο εναγόμενο για τη θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος νομής επί του ανωτέρω μέρους του επίδικου αποθηκευτικού χώρου - από 25.12.1990 έγγραφη ιδιωτική συμφωνία - εντολή ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) ή σε αμοιβή του για την εξιχνίαση της δολοφονίας του Σ. Μ. ή για άλλο λόγο, αλλά μόνο στον αδελφό του, ήτοι στον Κ. Σ. του Γ., ο οποίος είχε εξιχνιάσει την εν λόγω δολοφονία, και στον οποίον θα καταβαλλόταν ως αμοιβή μετά την τελεσίδικη επιτυχή έκβαση της υπόθεσης ακύρωσης της με αριθμό 8.588/1983 δημόσιας διαθήκης που οι δολοφόνοι του Σ. Μ. είχαν παρουσιάσει ως διαθήκη του τελευταίου εξαπατώντας τα επιληφθέντα σχετικώς δικαστήρια, το 20% επί του αντικειμένου της δίκης (χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακίνητα αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης ήτοι την κληρονομιαία περιουσία του δολοφονηθέντος Σ. Μ. ή Μπρούζου, δεδομένου ότι αυτός είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, και κυρίως χωρίς να γίνεται ουδεμία αναφορά στο ακίνητο επί των οδών Κρέοντος και Ολύμπου ή σε δικαίωμα επιλογής του Κωνσταντίνου Σπύρου επί συγκεκριμένων ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας και μέχρι την αξία του ποσοστού της αμοιβής του) καθώς και τα κινητά πράγματα της κληρονομιάς. Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες από το χρόνο κτήσης του επίδικου ακινήτου με τα αναφερόμενα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια κατά τα έτη 2006 και 2007 και εντεύθεν νέμονται συνεχώς και αδιαταράκτως, κατά το ιδανικό μερίδιό της καθεμία εξ αυτών, το σύνολο του επίδικου αποθηκευτικού χώρου, εμβαδού 550 τ.μ. περίπου κατά το αναφερόμενο παραπάνω από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και ήδη μετά από νεώτερη καταμέτρηση εμβαδού (274,35 + 374,30) 648,65 τ.μ. σύμφωνα με το προαναφερόμενο από μηνός Δεκεμβρίου 2017 σχέδιο κάτοψης του διπλωματούχου αρχιτέκτονα - μηχανικού Λ. Γ.. Γ., με όλους τους προαναφερόμενους και προσιδιάζοντες στη φύση του τρόπους, ήτοι τακτική επίβλεψη και επιτήρησή του, δηλώσεις των δικαιωμάτων τους στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, δηλώσεις ακίνητης περιουσίας Ε9, αλλά και με την εκμίσθωση του συνόλου του επίδικου χώρου στην Κομματική Οργάνωση Αθήνας του Κ.Κ.Ε. και τη διενέργεια όλων των αναγκαίων πράξεων για την παραχώρηση της χρήσης αυτού στην παραπάνω μισθώτρια στο πλαίσιο της εν λόγω μίσθωσης χωρίς ποτέ να ενοχληθούν στην άσκηση της συννομής τους από κανέναν μέχρι την αποβολή τους από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες από το επίδικο ακίνητο στις 04.01.2017. Οι δε τελευταίοι με την εναπόθεση διάφορων αντικειμένων σε μέρος του επίδικου αποθηκευτικού χώρου, χαρακτηριζόμενο στο σχέδιο κάτοψης του μηχανικού Λ. Γ. ως "ΑΠΟΘΗΚΗ 2", και επιπλέον με την τοποθέτηση κλειδαριάς στην θύρα, που βρίσκεται στον εσωτερικό τοίχο που χωρίζει τους ως άνω αναφερόμενους δύο επιμέρους χώρους - αίθουσες [εμβαδού αυτών 274,35 τ.μ. και 374,30 τ.μ. (ή 378,96 τ.μ.) αντίστοιχα] του μείζονος αποθηκευτικού χώρου των 648,65 τ.μ. και εντεύθεν με τον αποκλεισμό της επικοινωνίας μεταξύ των δύο αυτών χώρων - αιθουσών του μείζονος αποθηκευτικού χώρου και τον αποκλεισμό της εισόδου των εναγουσών σε αυτούς, απέβαλαν πράγματι τις ενάγουσες-εφεσίβλητες από τη νομή του μείζονος αποθηκευτικού χώρου των 648,65 τ.μ., καταλαμβάνοντας χωρίς σχετικό δικαίωμα και χωρίς τη θέληση των εναγουσών αυτόν. ... . Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη της τις προταθείσες από αυτούς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενστάσεις έλλειψης ενεργητικής νομμιμοποίησης των εναγουσών προς άσκηση της από 27.12.2017 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, της ένστασης ιδίας κυριότητας του δεύτερου εξ αυτών και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τις οποίες επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Εν προκειμένω οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά προς άσκηση της αγωγής διότι δεν έχουν δικαίωμα νομής στο επίδικο ακίνητο λόγω του ότι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού από 15.02.1994 και εντεύθεν είναι ο δεύτερος εξ αυτών. Επί αυτού λεκτέα τα εξής: Οι ενάγουσες εκ μόνου του λόγου ότι επικαλούνται με την αγωγή τους ότι είναι υποκείμενα στης συγκεκριμένης έννομης σχέσης της δίκης, δηλαδή ότι είναι συννομείς του επίδικου ακινήτου και ότι αποβλήθηκαν παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους από τη νομή του από τους εναγόμενους, νομιμοποιούνται προς άσκηση της αγωγής και ως εκ τούτου από τη στιγμή που παρατίθενται στην αγωγή όλα τα θεμελιωτικά της νομιμοποίησής τους στοιχεία, η αγωγή είναι παραδεκτή, εναπόκειτο όμως στις ενάγουσες, εφόσον αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή τους, να αποδείξουν αυτά κατά την εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έκρινε παραδεκτή την αγωγή και εν συνεχεία κρίνοντάς την και νόμιμη, την εξέτασε κατ' ουσία και, αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από το προσκομισθέν ενώπιόν του αποδεικτικό υλικό για το δικαίωμα νομής εκάστης ενάγουσας, κατά την ιδανική της μερίδα, στο επίδικο ακίνητο και για την προσβολή του δικαιώματός της με την αποβολή της από τη νομή του επίδικου, έκανε την αγωγή δεκτή, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγομένων που δεν αποτελεί εν προκειμένω ένσταση αλλά άρνηση της αγωγής και τον εξέτασε κατά την ουσιαστική διερεύνηση της αγωγής, καταλήγοντας ορθώς στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το συναφές σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αναφορικά με την χαρακτηριζόμενη από τον δεύτερο εναγόμενο - δεύτερο εκκαλούντα ως ένσταση ιδίας κυριότητας, με την οποία ισχυριζόταν ότι οι ενάγουσες δεν έχουν δικαίωμα νομής στο επίδικο ακίνητο λόγω του ότι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού από 15.2.1994 και εντεύθεν είναι αυτός, λεκτέα τα εξής: Ανεξαρτήτως του ότι στην αγωγή προσβολής της νομής, όπως εν προκειμένω, δεν προτείνεται παραδεκτώς ένσταση του εναγομένου περί του ότι η προσβολή έγινε δυνάμει ιδίου δικαιώματος στο πράγμα, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη μεταξύ αυτού και του ενάγοντα ..., ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου δεν συνιστά ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος επικαλέσθηκε δικαίωμα κυριότητας και νομής και μάλιστα από το 1994 στο επίδικο ακίνητο για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αγωγής και συγκεκριμένα ότι δεν υπάρχει προσβολή νομής στο επίδικο επειδή οι ενάγουσες δεν απέκτησαν ποτέ τη νομή σε αυτό για το λόγο που επικαλείται. ... . Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το καταγόμενο σε δίκη με την αγωγή των εναγουσών δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά καθόσον κανένα δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής έχουν αυτές επί του επίδικου που είναι αποθήκη εμβαδού 378 τ.μ. περίπου επί της οδού Κρέοντος, αρ. 5 - 7, ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε και υπογράφηκε έγγραφο συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ των δικαιοπαρόχων της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του Κ.Κ.Ε., ότι το τελευταίο μίσθωνε κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών αποθήκη εμβαδού 290 τ.μ. και όχι 550 τ.μ., ότι η αποθήκη στην οποία ο δεύτερος εξ αυτών είχε εγκατασταθεί από το έτος 1994 ασκώντας πράξεις νομής της οποίας απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία είναι ξεχωριστός χώρος εμβαδού 378 περίπου τ.μ. με είσοδο από την οδό Κρέοντος, αρ. 5 - 7, μέσω τριών θυρών εισόδου και ότι δεν επικοινωνεί μέσω πόρτας εσωτερικής ούτε έχει σχέση με τον εκμισθωθέντα με προφορική συμφωνία στο Κ.Κ.Ε. χώρο - αποθήκη εμβαδού 290 τ.μ., ότι οι δεύτερη και τρίτη ενάγουσες προκειμένου να εξαπατήσουν το Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 28.07.2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά της πρώτης εξ αυτών προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου και επικαλέσθηκαν ως έγκυρο το από 10.07.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, το οποίο είναι άκυρο αφού ουδέποτε κατατέθηκε στη αρμόδια Δ.Ο.Υ. ενώ η υπογραφή σε αυτό στη θέση του μισθωτή δεν είναι αυτή του νομίμου εκπροσώπου του Κ.Κ.Ε. . Όμως τα ανωτέρω παρατιθέμενα στις προτάσεις των εναγομένων - εφεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά, με τα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί αυτοτελής ισχυρισμός χαρακτηριζόμενος από τους προτείνοντες αυτόν εναγόμενους - εκκαλούντες ως ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ., δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του άρθρου αυτού, αλλά συνιστούν άρνηση των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της αγωγής και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ. είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του τον απέρριψε σιγή, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο ανωτέρω λόγος έφεσης κατά το σχετικό σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το υποβληθέν από τους εκκαλούντες με το δικόγραφο της έφεσης αίτημα να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πολιτικό μηχανικό "προκειμένου να διαπιστωθεί η διαμόρφωση του χώρου του επίδικου ακινήτου, η ύπαρξη ή μη ενδιάμεσης πόρτας κλπ" καθίσταται πλέον αλυσιτελές και απορριπτέο για το λόγο αυτό, καθόσον το Δικαστήριο τούτο ήχθη στην κρίση του περί των λόγων της ένδικης έφεσης, των αναγόμενων σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση το τεθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, από το οποίο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση χωρίς να απαιτείται η διενέργεια συμπληρωματικών αποδείξεων.". Κατά το άρθρο 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσεώς του στον Κ.Πολ.Δ., παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κηρύξεως εγγράφου ως πλαστού (Α.Π. 401/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1431/2019). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 στοιχ. α' του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας αυτής συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις "ουσιαστικού δικαίου" διατάξεις των άρθρων 460, 461, 462 και 463 του Κ.Πολ.Δ. ως και αυτή του άρθρου 39 του Κ.Π.Δ. σε σχέση με υποβληθέντα ισχυρισμό τους περί πλαστότητας του από 10.07.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αποβαίνει, τούτο, δε, διότι οι προσδιοριζόμενες διατάξεις των Κ.Πολ.Δ. και Κ.Π.Δ. δεν αφορούν το ουσιαστικό δικαίωμα κηρύξεως εγγράφου ως πλαστού, αλλά συνιστούν (αυτές του Κ.Πολ.Δ.) κανόνες αποδεικτικής διαδικασίας. Περαιτέρω και ως προς την αιτίαση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε, εν τέλει, να λάβει υπόψη του το έγγραφο για το οποίο προβλήθηκε ο ισχυρισμός τους περί πλαστότητας αυτού και για τον λόγο ότι δεν είχε θεωρηθεί αρμοδίως από την οικεία Δ.Ο.Υ., πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά, ενδεχομένως, με αυτόν από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ. .
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 55/2022). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως, χωρίς κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποιήσεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποιήσεως, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλουμένων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (Α.Π. 915/2021, A.Π. 46/2020, Α.Π. 649/2017, Α.Π. 57/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Το έννομο όμως συμφέρον του, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή εκδόσεως αναγνωριστικής αποφάσεως, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας να είναι ενεστώσα, να αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (Α.Π. 772/2014, Α.Π. 205/2014). Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο. Έτι περαιτέρω, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο (Α.Π. 850/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368§§1, 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά προβλεπομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 980/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (Ολ.Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1418/2002, Α.Π. 852/2001, Α.Π. 761/1996). Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως διαρθρώνεται σε τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αιτίαση από τον αριθμό 1 στοιχ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής αιτιάσεως συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν την ως άνω απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν στερούνται του νομιμοποιητικού εννόμου συμφέροντος να εγείρουν την αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση καίτοι ο δεύτερος εξ αυτών είχε ισχυρισθεί (και αποδείξει) ότι μέρος του επιδίκου είχε περιέλθει στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος λόγος - πρώτο σκέλος) είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι τόσο από παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της αγωγής όσο και της επ' αυτής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν επικαλεσθεί όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήσαν αναγκαία, κατά τα ανωτέρω, για την κατάφαση του νομιμοποιητικού εννόμου συμφέροντος στα πρόσωπά τους. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το ότι δεν διέταξε, παρότι εκ μέρους τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη στο επίδικο και, κατ' αποτέλεσμα, δέχθηκε ως αληθινά πραγματικά περιστατικά χωρίς αποδειξη, υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος λόγος - δεύτερο σκέλος) είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αποβαίνει και, τούτο, διότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε (της κρίσεώς του ούσης αναιρετικώς ανελέγκτου) ότι, εφόσον δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης στην ένδικη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να διατάξει τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος λόγος - τρίτο σκέλος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Όμως, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι αναιρεσείοντες με τον λόγο αυτό αναιρέσεως αιτιώνται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, παρά τον νόμο, απέρριψε το αίτημά τους να διατάξει τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να σημειωθεί ότι ως παρά τον νόμο έκπτωση από το δικαίωμα νοείται η κύρωση εις βάρος διαδίκου που επέρχεται από δικονομική διάταξη προϋπόθεση μη πληρούμενη εν προκειμένω, εφόσον η απόρριψη του ως άνω αιτήματος δεν έλαβε χώρα παρά τον νόμο. Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 60/2023, Α.Π. 686/2022, Α.Π. 172/2019). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημοσίας τάξεως (Α.Π. 60/2023, Α.Π. 1453/2018, Α.Π. 439/2013). Η διακρίβωση των ενεργειών, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στηνσυγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Εν τούτοις, η κρίση του ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και δη, προφανώς, τα όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος είναι νομική και, συνεπώς, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος δηλ. ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την ως άνω νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 10/2012, Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 105/2023, Α.Π. 866/2019, Α.Π. 543/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110§2 Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1225/2004, Α.Π. 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005, Α.Π. 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1933/2006, Α.Π. 1446/2003, Α.Π. 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (Α.Π. 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (Α.Π. 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 1668/2005, Α.Π. 448/1996). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 στοιχ. α' και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . Συγκεκριμένα, με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως διατείνονται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να κρίνει τους ισχυρισμούς τους, που συνιστούν ενστάσεις ("πράγματα") και πλέον συγκεκριμένα τις ενστάσεις ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, (ουσίας) αβασίμου, ιδίας κυριότητας αυτών (αναιρεσειόντων) και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων - εναγόντων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το εξεταζόμενο σκέλος του είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που δεν συνιστούν όλοι τους "πράγματα", κρίθηκαν και απορρίφθηκαν από το ως άνω δικαστήριο. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, σύμφωνα με το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 στοιχ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. " ... αφού παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 281 ΑΚ) και δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω επικληθέντα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της και απέρριψε τις ενστάσεις μας.", είναι παντελώς αόριστος και απορριπτέος αποβαίνει και, τούτο, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα νομικά σφάλματα της προσβαλλομένης αποφάσεως και η επίδραση ενός εκάστου εξ αυτών στο διατακτικό της αποφάσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π.374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995). Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. δε λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (Α.Π. 867/2011, Α.Π. 2191/2007). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το ότι κρίνοντας ως έκρινε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι έλαβε υπόψη της τις με επιμέλεια αυτών δοθείσες υπ' αριθμ. 4612, 4611 και 4613/05.04.2018 ένορκες βεβαιώσεις των Παναγιώτη Πετροπούλου, Γεωργίου Αθανασίου και Κωνσταντίνου Σπύρου, τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος αποβαίνει και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις μνημονεύονται στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο μάλιστα δε αναφέρονται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχτηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993). Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 περίπτ. γ' και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως τον ισχυρισμό ότι: "Το γεγονός της μνείας στα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια σε "προφορική αστική μίσθωση", αποτελεί εσφαλμένη αναφορά, με αποτέλεσμα να μη δεσμεύει το δικαστήριο ... .", δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 05.01.2017 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και, τέλος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, εφόσον δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από αυτά που αναφέρονταν σε αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς τα σκέλη του που επιχειρούνται να βρουν νομικά ερείσματα στους αριθμούς 8 και 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και, τούτο, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί συνιστούν αποδεικτικά επιχειρήματα επιπλέον δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την από 05.01.2017 αγωγή. Περαιτέρω, το αυτό δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το δικόγραφο της ως άνω αγωγής έστω και αν κατέληξε σε αποδεικτική παραδοχή διαφορετική από αυτή την οποία οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθή.
Συνεπώς, κατά το τρίτο σκέλος του, αυτό δηλαδή που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος (ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 24/2014).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1266/2011). Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 17.09.2017 σχεδίου κατόψεως του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Χ. Ν., καταλήξασα σε παραδοχές αντίθετες από αυτές στις οποίες έπρεπε να καταλήξει, δεχθείσα αποκλειστικά το σχέδιο κατόψεως του μηχανικού Λ. Γ., περαιτέρω δε με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, λόγω της γενομένης παραμορφώσεως, οδηγήθηκε σε εσφαλμένο αποδεικτικό συμπέρασμα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το σκέλος του που επιχειρείται να βρει νόμιμο έρεισμα στον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε περισσότερα, αναφερόμενα αναλυτικά στο κείμενο της αποφάσεώς του, αποδεικτικά μέσα. Τέλος, όσον αφορά το έτερο σκέλος του αυτού αναιρετικού λόγου, αυτό δηλαδή που επιχειρείται να βρει νόμιμο έρεισμα στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) όπως και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ..) και να καταδικασθούν, κατά παραδοχή σχετικού κοινού αιτήματος των, καταθεσάντων προτάσεις, αναιρεσιβλήτων, οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.06.2021 αίτηση των εταιρείας, με την επωνυμία "C. Ε. Α. Β. Ε. Ε. Θ. και Η. Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενης, και Ι. Σ. - Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1634/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή