ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 106/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 106/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 106/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 106 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 106/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Α., 2) Μ. Κ. του Δ., κατοίκων Φιλοθέης Αττικής, 3) Μ. - Α. Κ. του Α., κατοίκου Φιλοθέης Αττικής, για την ίδια ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Κ. του Κ. και 4) Α. Κ. του Α., κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ζάραγκα - Τριβιζά και οι 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Ζάραγκα - Τριβιζά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Η., 2) Π. Θ. του Β., κατοίκων Πειραιώς και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." και ήδη "E. Α. Μ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 22-3-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2013 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε κόρης του και ήδη 2ης αναιρεσείουσας και των 3ης και 4ης αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 554/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 1-12-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 270/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 752/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015: "Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του", κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 3994/2011: "Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία: α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, β) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και, αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία, που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα, γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλληση του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης...", ενώ κατά το άρθρο 136 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Στις επιδόσεις του άρθρου 128 παρ. 4 η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή με τα στοιχεία β' και γ'". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση που τόσο εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, όσο και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 απουσιάζουν από την κατοικία, τότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση και, παραλλήλως, το βραδύτερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδίδεται στα χέρια του Προϊσταμένου του Αστυνομικού Τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και μόνο αν αυτός απουσιάζει, παραδίδεται στον Αξιωματικό ή Υπαξιωματικό Υπηρεσίας ή στον σκοπό του Αστυνομικού Καταστήματος, γεγονός το οποίο πρέπει να βεβαιώνεται στην απόδειξη, που συντάσσεται κάτω από την έκθεση επιδόσεως (Ολ. Α.Π. 3/2018, Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 272/2015, Α.Π. 660/2015, Α.Π. 1344/2009, Α.Π. 1133/2009). Στην παραπάνω δε περίπτωση της επιδόσεως σε παραλήπτη που απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θεωρείται, κατ' άρθρον 136 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι έγιναν, όσα ορίζονται παραπάνω (Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 1908/2008, Α.Π. 903/2007). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "Αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος, όχι μόνον κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και, αν λείπει η προϋπόθεση αυτή, απορρίπτει την αναίρεση. Η ένσταση περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της πρέπει να προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο, με τις έγγραφες προτάσεις του, που πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο και ο Άρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπ' όψιν του και να αποφανθεί σχετικώς (άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος, κατά το άρθρο 96 του ίδιου κώδικα, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, σε αυτές δε περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως. Επομένως και στον πληρεξούσιο αυτόν, που παρέστη στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, νομίμως επιδίδεται η εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου, από την επίδοση δε αυτής αρχίζει και η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 854/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 9170Δ'/16-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Κ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ.", με τις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη σημερινή δικάσιμο, η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 752/2019, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), επιδόθηκε νομοτύπως, επιμελεία της τελευταίας, δια του δικηγόρου της Ιωάννη Δαρούδη, στον δικηγόρο Δ. Κ., ο οποίος είχε παραστεί για τον εαυτό του ατομικώς και ως δικαστικός πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση της εφέσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ήταν αυτοδικαίως αντίκλητος των αναιρεσειόντων, για όλες τις επιδόσεις που αφορούν τη δίκη, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την 16η-6-2020 (ημέρα Τρίτη), ενώ η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, την 17-7-2020, δηλαδή μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών, η οποία έληξε την προηγούμενη, 16-7-2020, που ήταν εργάσιμη ημέρα (Πέμπτη).
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε εκπροθέσμως ως προς αυτήν και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της τελευταίας, που διατυπώθηκε με τις προαναφερόμενες προτάσεις της, αλλά και κατ' την αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της από το Δικαστήριο (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη, από 14-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 566/62/17-7-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 752/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθό μέρος στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς τους άνω αναιρεσίβλητους.
Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 752/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 270/2019 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη, υπ' αριθμ. 544/2017, απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε η από 18-9-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6681/18-9-2013) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι, ισχυριζόμενοι ότι στις 27-9-2012, στην Αθήνα, από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προήλθε ο θάνατος της Μ. Κ., μητέρας των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφής της τρίτης και γιαγιάς της τέταρτης, από την κίνηση της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΒΖΒ 607 δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη από την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ.", ζήτησαν, μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον πρώτο αυτών ατομικώς ποσό 50.000 ευρώ και υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Μ. Κ., ποσό 25.000 ευρώ, στη δεύτερη αυτών ατομικώς ποσό 50.000 ευρώ και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Μ. Κ., ποσό 25.000 ευρώ και στην τρίτη αυτών ποσό 20.000 ευρώ και να υποχρεωθούν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο αυτών ως έξοδα κηδείας, συνολικό ποσό 3.892,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 264/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Εναντίον της ανωτέρω αποφάσεως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, την από 24-2-20215 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 125/2015) έφεσή τους, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 544/2017 απόφαση του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά ασκήθηκε η από 1-12-2017 αίτηση αναιρέσεως των ήδη αναιρεσειόντων στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσίβλητων στην παρούσα αναιρετική δίκη. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 270/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτός ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πειραιά.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 758/2018, Α.Π. 511/2018, Α.Π. 1465/2017). Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο, το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 1708/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1, εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 816/2019, Α.Π. 511/2018, Α.Π. 1465/2017, Α.Π. 871/2017) ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση, μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 511/2018, Α.Π. 1816/2017). Αν δε η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει, όταν αυτό υιοθέτησε, ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού, εκδοχή ασυμβίβαστη προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 1816/2017, Α.Π. 935/2011). Τέλος, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω αοριστίας, ασάφειας ή ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως, που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 923/2017).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δ. και δη, ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μόνο επί των συνθηκών του ατυχήματος, οι οποίες αποτέλεσαν και λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. των ήδη αναιρεσειόντων, στην από 1-12-2017 αίτηση αναιρέσεώς τους και ο οποίος έγινε δεκτός με την υπ' αριθμ. 270/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τους οποίους δεν ερεύνησε το Δικαστήριο τούτο με την ανωτέρω απόφασή του, επειδή έκρινε ότι η αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου κάλυπτε και τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Στις 27.9.2012, στην Αθήνα και περί ώρα 13:15, ο πρώτος των εναγομένων έβαινε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, οδηγώντας την με αρ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της δεύτερης των εναγομένων, η οποία συνεπέβαινε μαζί του, ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη, με κατεύθυνση από την οδό Ακαδημίας, από την οποία εισήλθε, προς την περιοχή του ξενοδοχείου HILTON. Ειδικότερα έβαινε στο άκρο δεξιό τμήμα της μεσαίας εκ των τριών ανά κατεύθυνση λωρίδων κυκλοφορίας της ως άνω οδού (η δεξιά ήταν λεωφορειολωρίδα), πλάτους 3.30 μ. εκάστης και συνολικά της οδού 19.80 μ. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή. Παραπλεύρως στην ίδια λωρίδα της ως άνω λεωφόρου και στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οδηγού της μοτοσικλέτας κινούταν ομόρροπα και ο Δ. Κ., αστυνομικός, οδηγώντας την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα με αρ. Ε.Α. … (βλ. και το σχετικό από 12.4.2017 έγγραφο της Δ/νσης Τροχαίας - Υποδ/νσης Αττικής, που εστάλη προς τον πρώτο εκκαλούντα, μετά από σχετική αίτησή του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τη δοθείσα από 22.3.2017 σχετική εισαγγελική παραγγελία, σύμφωνα με την οποία πράγματι ο εν λόγω αστυνομικός ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία με τη δίκυκλη υπηρεσιακή μοτοσικλέτα Ε.Α. …, κατά την ως άνω ημερομηνία και ώρα). Και οι δύο μοτοσικλέτες κινούνταν παράλληλα με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα, η οποία ήταν η πλέον κατάλληλη, ενόψει της πυκνής κυκλοφορίας των οχημάτων, που δεν επέτρεπε την ανάπτυξη μεγαλύτερης. Όταν έφθασαν και οι δύο παραλλήλως κινούμενες μοτοσικλέτες στο ύψος της συμβολής της ως άνω λεωφόρου με την οδό Μέρλιν, στην δεξιά λεωφορειολωρίδα στο ίδιο ρεύμα πορείας (προς HILTON), ήταν σταθμευμένο υπηρεσιακό λεωφορείο της ΕΛ.ΑΣ., μήκους περί τα 11 μέτρα και πλάτους περί τα 2.50 μέτρα, καταλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρο το πλάτος της ως άνω λεωφορειολωρίδας, αφήνοντας ακάλυπτο οδόστρωμά της, πλάτους 0,40 μ. από κάθε πλευρά του (δεξιά και αριστερά). Σε απόσταση 10 μέτρα μπροστά από το ως άνω λεωφορείο της ΕΛ.ΑΣ., όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για πεζούς, στεκόταν ακίνητη στο μέσο του οδοστρώματος της λεωφορειολωρίδας η Μ. Κ., συγγενής των εναγόντων. Κατά τη χρονική στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος κινούμενος στο άκρο δεξιό τμήμα της μεσαίας λωρίδας, πλησίον του διαχωριστικού ορίου των δύο λωρίδων (ήτοι της μεσαίας και της λεωφορειολωρίδας) χωρίς να κινείται πάνω σ' αυτό, παραπλεύρως του σταθμευμένου λεωφορείου της ΕΛ.ΑΣ. και αφού πέρασε αυτό μετά από 5 μέτρα, εξακολουθώντας στα αριστερά του να βαίνει παράλληλα με αυτόν και ο αστυνομικός με την υπηρεσιακή δίκυκλη μοτοσικλέτα (Ε.Α. 9139), η ως άνω, ισταμένη μέχρι εκείνη της στιγμή, Μ. Κ., άρχισε να περπατάει προς τη μεσαία λωρίδα, ψάχνοντας δημοσίας χρήσεως μεταφορικό μέσο για να μεταβεί στην οικία της στη Φιλοθέη, προκειμένου έτσι να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο των διερχομένων επί της λεωφόρου από την Ακαδημίας οχημάτων και κοιτάζοντας προς τα εκεί, ενόψει του ότι το λεωφορείο της ΕΛ.ΑΣ. της περιόριζε την ορατότητα. Τότε, ο πρώτος εφεσίβλητος εναγόμενος, εξακολουθώντας να κινείτο, όπως προαναφέρθηκε (πλησίον του διαχωριστικού ορίου των δύο λωρίδων χωρίς να κινείται πάνω σ' αυτό) αμέσως αντιλήφθηκε την προ 5 μέτρων έμπροσθεν του ξαφνική και απρόσμενη κίνηση της πεζού στο οδόστρωμα προς τη μεσαία λωρίδα, που αυτός κινούταν και τροχοπέδησε άμεσα το δίκυκλό του, προκειμένου να το ακινητοποιήσει, όπερ και πέτυχε ακριβώς στη θέση όπου ήταν η πεζή. Η τελευταία όμως, έχοντας την προσοχή της στην ανεύρεση μεταφορικού μέσου, κοιτάζοντας μακριά προς την οδό Ακαδημίας, μη αντιλαμβανόμενη εγκαίρως την κίνηση της μοτοσικλέτας σε σχέση με τη δική της θέση και το ότι η ίδια κινούμενη είχε ήδη φτάσει πάνω στο διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων (της λεωφορειολωρίδας και της μεσαίας), κινήθηκε περαιτέρω προς τα εμπρός πέρα από το διαχωριστικό όριο, καθ ο χρόνο η μοτοσικλέτα είχε ήδη φτάσει και είχε ακινητοποιηθεί εμπρός της, εντός της μεσαίας λεωφορειολωρίδας και πριν το διαχωριστικό όριο, με αποτέλεσμα λόγω της ορμής της εξαιτίας της κίνησής της προς τα μπρος να επιπέσει με το σώμα της πάνω στο εμπρόσθιο δεξί φτερό της ήδη εμπρός της ακινητοποιημένης μοτοσικλέτας. Εξαιτίας αυτής της πρόσκρουσης και της μεγαλύτερης μάζας και του όγκου του οχήματος μετά των συνεπιβαινόντων επ' αυτού (289 κιλά η μοτοσικλέτα μήκους 2.26 μ., πλάτους 0.71 μ. και ύψους 1.24 μ. και 150 κιλά οι συνεπιβαίνοντες) από τον όγκο και τη μάζα της πεζής (ύψος 1.62 μ και 55 κιλά), η τελευταία ωθήθηκε προς τα πίσω, 0.30 μ. πίσω από το διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων και έπεσε κάτω στο οδόστρωμα της λεωφορειολωρίδας, στο σημείο εκείνο όπου βρέθηκε και η κηλίδα αίματος σε 3 μέτρα απόσταση από το παρακείμενο στα δεξιά πεζοδρόμιο. Από την πτώση της υπέστη θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων του τριχωτού κατά την ινιακή χώρα με υποδόριο αιμάτωμα βρεγματοινοϊκό, κατάγματα στα οστά του κρανίου στο δεξιό ινιακό οστό και κατά μήκος του οβελισίμου κόλπου, κατάγματα στον δεξιό ημιθωράκιο, αιμορραγία στη νεφρική αρτηρία με περιμετρικό αιμάτωμα στον αριστερό νεφρό και εκτεταμένη οπισθοπερονταϊκή αιμορραγία στο ύψος της αριστερής νεφρικής αρτηρίας και στα λαγόνια αγγεία και κάκωση ποδοκνημικής. Συνεπεία των ως άνω βαριών κακώσεων η πεζή διεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός σε κωματώδη κατάσταση, όπου και αυθημερόν στις 17:33 κατέληξε. Από τον οδηγό της ως άνω μοτοσικλέτας ελήφθη ποσότητα αίματος, που εστάλη στα ιατροδικαστικά εργαστήρια της ΔΕΕ της ΕΛ.ΑΣ. προς διερεύνηση ύπαρξης ποσότητας οινοπνεύματος με αεριοχρωματογράφο, από την οποία προέκυψε ότι κατά την αρχική εξέταση η περιεκτικότητα του αίματος σε αλκοόλ ήταν 0,01 γρ. ανά λίτρο αίματος και κατά την επανεξέταση ήταν μηδενική (βλ. τις από 23.10.2012 και 9.11.2012 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ως άνω οδηγός δεν οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ούτε συνάγεται το αντίθετο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτια για το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα ήταν η ίδια η θανούσα, η οποία δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και κατήλθε στο οδόστρωμα στη λεωφορειολωρίδα, απ' όπου και άρχισε να κινείται προς τη μεσαία λωρίδα, περνώντας και το διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων, χωρίς να αντιληφθεί καθόλου την κίνηση της μοτοσικλέτας των εναγομένων, που πλησίαζε προς τη θέση της και ακινητοποιήθηκε εμπρός της, επί της οποίας σταματημένης επέπεσε και τραυματίστηκε θανάσιμα. Τον οδηγό της μοτοσικλέτας δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα, γατί με βάση τις ανωτέρω συνθήκες δεν μπορούσε να πράξει τίποτα προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα. Ειδικότερα, κινούταν με την προσήκουσα ταχύτητα για τις επικρατούσες στο δρόμο συνθήκες, καθ' ο χρόνο αντιλήφθηκε την πεζή, 5 μέτρα έμπροσθεν του να κινείται προς το διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων, τροχοπέδησε ακαριαία και ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα του έμπροσθεν της, χωρίς να επιπέσει αυτός πάνω της. Να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό αριστερά του δεν μπορούσε να πράξει, γιατί παραπλεύρως παράλληλα και ομόρροπα αριστερά του κινούταν ο αστυνομικός με την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα και υπήρχε σοβαρότατη πιθανότητα πρόκλησης ατυχήματος, αν το έπραττε. Δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, δηλαδή προς τη λεωφορειολωρίδα, προς την πεζή, δεν μπορούσε να πράξει, γιατί ακριβώς στο σημείο εκείνο υπήρχε η πεζή με κίνδυνο να επιπέσει πάνω της και να την παρασύρει με βεβαιότητα πλέον. Να αναπτύξει ταχύτητα εμπρός δεν ήταν ενδεδειγμένη επιλογή, γιατί αφενός μεν εγγύς του (λόγω της πυκνής κυκλοφορίας) προπορεύονταν άλλα οχήματα, επί των οποίων θα προσέκρουε, αφετέρου δε δεν ήταν βέβαιο ότι θα προσπερνούσε την κινούμενη προς τη λωρίδα του πεζή χωρίς να την παρασύρει. Ο μόνος ενδεδειγμένος για την περίσταση εκείνη χειρισμός ήταν να τροχοπεδήσει και να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του, όπως έκανε, μην μπορώντας όμως να αποφύγει με κανένα εφικτό τρόπο την πρόσκρουση της κινούμενης πεζής επάνω στο ήδη σταματημένο δίκυκλό του, όχι όμως από δική του ευθύνη". Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά έκρινε, μετ' αναίρεσιν και σύμφωνα με τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. που έγινε δεκτός με την υπ' αριθμ. 270/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τα ενώπιόν του επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αξιολόγησε τις ενέργειες του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της θανούσας συγγενούς των αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 270/2019 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου και απέρριψε την έφεση των τελευταίων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά, ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 544/2017 προηγούμενης αποφάσεώς του, με την υπ' αριθμ. 270/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και κρίνοντας του Δικαστηρίου τούτου ότι παρέλκει η έρευνα των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που έπλητταν και αυτοί το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, έκρινε επί των συνθηκών ατυχήματος, επί των οποίων, άλλωστε, έκρινε και η υπ' αριθμ. 270/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μέσα στα όρια που διαγράφηκαν από την αναιρετική απόφαση. Δεν απαιτείτο, άλλωστε, το Δικαστήριο της παραπομπής να ερευνήσει τις συνθήκες του ατυχήματος και υπό το πρίσμα του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον και οι εν λόγω αναιρετικοί λόγοι αφορούσαν τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σε αυτό πρώτου αναιρεσιβλήτου και θανούσας, στοιχεία τα οποία ερευνήθηκαν και κρίθηκαν ήδη με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016). Τέλος, η βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου, που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε, είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 30/2002, Α.Π. 808/2022, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 1665/2018, Α.Π. 1236/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του, την, προσαχθείσα μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες ενώπιόν του, Έκθεση Ανάλυσης Ατυχήματος του Αντιστρατήγου ε.α. Δ. Κ. και ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τις, προσκομισθείσες από αυτούς, υπ' αριθμ. 2725 και 2726/9-12-2013 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, των Φ. Π. και Μ. Λ., με την παραδοχή ότι δεν προσκομίσθηκαν οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, αν και οι εκθέσεις επιδόσεως αυτές, για την κλήτευση των αντιδίκων τους, αναφέρονται σε δικόγραφα προηγούμενων μεταξύ τους δικών. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και την ανωμοτί εξέταση της δεύτερης εναγόμενης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλων των μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους νομίμως και παραδεκτώς προσκομιζόμενων εγγράφων, μεταξύ αυτών και όλων των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και όλων των προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων, της από 27.9.2012 έκθεσης εξέτασης κατηγορουμένου και της από 3.12.2012 έκθεσης εξέτασης χωρίς όρκο, όλων των φωτογραφιών η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι με αρ. 2725 και 2726/9.12.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες, γιατί δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς (των εφεσιβλήτων), καθώς δεν προσκομίστηκαν σχετικές εκθέσεις επίδοσης κλήσεων, παρά την επιστάμενη έρευνα όλων των σχετικών προσκομισθέντων εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, ούτε και γίνεται επίκληση αυτών (των εκθέσεων επίδοσης των σχετικών κλήσεων) με τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Εφετείου)". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και την προσκομισθείσα Έκθεση Ανάλυσης Ατυχήματος του Αντιστρατήγου ε.α. Δ. Κ.. Ως εκ τούτου, ο αναιρετικός λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά τις προαναφερθείσες δύο ένορκες βεβαιώσεις, αφού το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων να παρασταθούν κατά την λήψη τους, επειδή δεν προσκομίσθηκαν ενώπιόν του οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να αποριφθεί, αφού ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι προσκόμισαν τα έγγραφα αυτά, στρεφόμενος κατά της μη υποκειμένης, όπως προαναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως άνω, βεβαιώσεως του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 681/2022).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12-4-2017 εγγράφου της Διευθύνσεως Τροχαίας της Υποδιευθύνσεως Αττικής, σύμφωνα με το οποίο ο προανακριτικώς καταθέσας αστυνομικός Δ. Κ., κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία ως οδηγός υπηρεσιακής μοτοσικλέτας. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε την παρουσία του εν λόγω αστυνομικού στο σημείο του ατυχήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, αν και από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου δεν προκύπτει ότι αυτός είχε λόγο να βρίσκεται στο εν λόγω σημείο, μεταβαίνοντας σε συμβάν στην πλατεία Κολωνακίου, αφού από το περιεχόμενο του εγγράφου δεν προκύπτει ότι συνέβη τέτοιο συμβάν. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το προαναφερόμενο μέρος, είναι, κατ' αρχήν, αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του, αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο, από το παραπάνω έγγραφο και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική. Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020). Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013). Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με την ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014). Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....αν οι πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικό γι' αυτούς ερείσματα...", ενώ στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στην υπαιτιότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι διέλαβε στο σκεπτικό της τις ακόλουθες αντιφατικές παραδοχές, ήτοι: 1) ότι η πεζή, ενώ κοιτούσε μεν "μακριά προς την οδό Ακαδημίας", δεν αντελήφθη εγκαίρως την μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα του αναιρεσιβλήτου, 2) ότι αν και η πεζή ήταν φορτωμένη με τσάντες, εν τούτοις, κινήθηκε με ορμή επάνω στην ήδη ακινητοποιημένη έμπροσθέν της μοτοσικλέτα και ωθήθηκε προς τα πίσω και 3) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να ασκήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, γιατί εκεί βρίσκονταν η πεζή, ενώ, προηγουμένως, είχε δεχθεί ότι η πεζή βρέθηκε αιφνιδίως έμπροσθεν της εγκαίρως ακινητοποιημένης μοτοσικλέτας και επέπεσε επ' αυτής. Ο αναιρετικός λόγος αυτός, που αφορά στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας του τελευταίου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα που έχουν σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης θεμελιώνεται με σαφήνεια, πειστικότητα, λογική ακολουθία και χωρίς αντιφατικότητα η έλλειψη υπαιτιότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος. Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η κίνηση του τελευταίου με νόμιμη ταχύτητα 40 χιλ. α.ω., αναλόγως με την κίνηση των λοιπών ομορρόπως κινουμένων οχημάτων, στο δεξιό άκρο της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, λίγο πριν το όριο αυτής με την υπάρχουσα λεωφορειολωρίδα, η είσοδος της πεζής, η οποία μετέφερε τσάντες, στην λεωφορειολωρίδα, μπροστά από σταθμευμένο υπηρεσιακό λεωφορείο της ΕΛ.ΑΣ., σε απόσταση 10 μέτρων από αυτό, η πρόθεση αυτής να ανεύρει μεταφορικό μέσο, η εξ αιτίας αυτής περαιτέρω κίνησή της προς το όριο των δύο προαναφερθεισών λωρίδων κυκλοφορίας, σε απόσταση 5 μέτρων από την μοτοσικλέτα, ο έγκαιρος εντοπισμός της από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος ακινητοποίησε την μοτοσικλέτα του, αδυνατών να ασκήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά, για τους εκτιθέμενους λόγους και η "με ορμή" κίνηση της έμφορτης πεζής προς την μεσαία λωρίδα της οδού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να επιπέσει στο δεξιό φτερό της ήδη ακινητοποιημένης μοτοσικλέτας και, εκτινασσόμενη προς τα πίσω, να καταπέσει βιαίως στο οδόστρωμα και να υποστεί σοβαρές κρανιογκεφαλικές βλάβες, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός της. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο σαφές, πειστικό και χωρίς αντιφατικότητα, αμφιβολία και ενδοιαστικότητα συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα οδική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς µε το ατύχημα. Εν όψει των προεκτεθέντων και εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής δεν θεμελιώνεται το πταίσμα του τελευταίου, συνακολούθως, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος αυτών, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 14-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 566/62/17-7-2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 752/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, καθό μέρος στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ.". Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ.", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700€) ευρώ.
Β) Απορρίπτει την από 14-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 566/62/17-7-2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 752/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, καθό μέρος αυτής στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700€) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή