Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 113 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 113/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Α. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Βιολέττας Βασιλάκου και Δημήτρη Καράμπελα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. 2) της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Α.-Υ. Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντιγόνη Κίσσα και Ιωάννη Μεγαλούδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. της Ε. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μεγαλούδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1537/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 719/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-6-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 4524/493/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 719/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 3-2-2021 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1537/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 4/2018, 59/2017). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 319/2018, 397/2018). Όταν, όμως, το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, 4/1992, ΑΠ 652/2018, 741/2017). Περαιτέρω, στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, AΠ 1313/2021, 1002/2020, 1529/2017, 1043/2017). Ακολούθως, με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: ''Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους'', ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται ότι, ''1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει''. Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις (ΑΠ 1826/2022). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, 10/1989). Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995). Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 485/2008, 1485/2008, 1800/1987). Εξ άλλου σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Εάν, περαιτέρω, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία έχει νομοθετηθεί κατ` ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ` ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, που συνδέονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε σχέση με τις περιστάσεις που συγκροτούν τις προϋποθέσεις χορήγησης της ως άνω παροχής, αποτελούν ιδιωτικές διαφορές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Και τούτο διότι, η παρέμβαση του νομοθέτη αφορά στην υποχρέωση και μόνον καταβολής της παροχής εκ μέρους της Διοίκησης -η άρνηση καταβολής της οποίας δημιουργεί, κατά τα άνω, διοικητική διαφορά ουσίας- υποχρέωση που υφίσταται εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του εργαζομένου οι προϋποθέσεις εκείνες που γεννούν το δικαίωμά του στην παροχή αυτή, κάτι που όμως ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, αφού αφορά στις ιδιωτικές σχέσεις εργαζόμενου και εργοδότη (ύπαρξη σύμβασης ή σχέσης εργασίας, συνθήκες αυτής, ύψος συμβατικών ή νομίμων αποδοχών, προϋπηρεσία κλπ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ "κατά τη λήξη της σύμβασης ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του". Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά τη λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με την διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γέννηση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως, αρκεί να υπάρχει πραγματική σχέση εργασίας, σε περίπτωση δε αρνήσεως του εργοδότη προς χορήγησή του, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή του (ΑΠ 635/2020, 667/2012). Μετά την τελεσιδικία της απόφασης θεωρείται γενομένη η δήλωση βούλησης του εργοδότη, σύμφωνα με το άρθρο 949 ΚΠολΔ και η δικαστική απόφαση υποκαθιστά το πιστοποιητικό εργασίας (ΑΠ 512/1977 ΕΕΔ 34.1463). Εξάλλου, στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27-12-2005), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α' 216/23-10-2008), ορίζεται ότι "1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια, τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις, με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής [...]. 4. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών [...]. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση. Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται, κατά τα ανωτέρω [....]". Περαιτέρω, με το ν. 3717/2008 "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρίες Ο. Α. Α., Ο. Α.- Υ. Α. και Ο. Α. Α. και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ .../...2008), ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την ... και στόχο έχει την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις προαναφερόμενες εταιρίες, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις εν λόγω εταιρείες. Στο Κεφάλαιο Β` του νόμου αυτού (υπό τον τίτλο "Μέτρα κοινωνικής στήριξης") και, ειδικότερα, στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού, προβλέπεται ότι στους ανήκοντες στο τακτικό και εποχικό προσωπικό των εν λόγω εταιρειών, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή καταγγέλλονται μετά τη θέση των εταιρειών αυτών σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (όπως ισχύει), καταβάλλεται "εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", ως αντιστάθμισμα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, της οικονομικής αδυναμίας των εταιριών αυτών να καλύψουν τις αποζημιώσεις του ανωτέρω προσωπικού τους. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου(3717/2008) υπό τον παράτιτλο "Εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη παρ. 5, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 4 του Ν.3871/2010 (ΦΕΚ Α 141) ορίστηκε ότι "(1). Στους ανήκοντες στο Τακτικό και Εποχικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις με την επιχείρηση λύονται ή καταγγέλλονται μετά την Κρίσιμη Ημερομηνία, καταβάλλεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης της επόμενης παραγράφου 2 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης το οποίο ισούται προς: α. Το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης που αντιστοιχεί στην καταγγελία της σχέσης έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων. β. Για το λοιπό Τακτικό Προσωπικό, ποσό που αντιστοιχεί στο χρόνο προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε από τους Σημερινούς Εργοδότες και τους Αρχικούς Εργοδότες, ως εξής:....... (vi) Για συμπληρωμένη προϋπηρεσία δέκα ετών, ποσό εξαπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (vii) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας πάνω από τα δέκα προστίθεται ποσό ίσο με τις Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές προσαυξημένο με το ένα έκτο (1/6) αυτών, με ανώτατο όριο ποσό ίσο με είκοσι τέσσερις Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. γ) Για το Εποχικό Προσωπικό,...... (2). Για την καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση εντός διμήνου από τη λύση ή καταγγελία της σύμβασης στην αρμόδια υπηρεσία παροχών του ΟΑΕΔ του τόπου κατοικίας τους. Με την αίτηση συνυποβάλλονται η καταγγελία ή λύση της σύμβασης και βεβαίωση από τον εκκαθαριστή περί του ύψους του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης που δικαιούται ο εργαζόμενος, όπου αναγράφεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτού και η οποία εκδίδεται εντός πέντε (5) ημερών από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. (3). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. (4). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή της διάταξης του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μετά από τη μεταφορά των σχετικών κονδυλίων. (5). Η καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης στους δικαιούχους του άρθρου αυτού μπορεί να γίνει εν όλω ή εν μέρει με την έκδοση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των ομολόγων που θα εκδοθούν, οι όροι και η διαδικασία έκδοσής τους". Με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, το εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, προβλέφθηκε ως αντιστάθμισμα της λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών από τις εργοδότιδες εταιρείες αζημίως, χωρίς δηλαδή την καταβολή αποζημίωσης για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, λόγω του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης, υπό το οποίο τέθηκαν οι εν λόγω εταιρείες και δεν συνιστά αποζημίωση απόλυσης, αλλά αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που προβλέπεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων), καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και καταβάλλεται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού''. Προκειμένου, περαιτέρω, να καταστεί δυνατή η καταβολή του αναλογούντος ποσού της κοινωνικής ενίσχυσης, απαιτείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εκ μέρους του εργαζομένου υποβολή σχετικής αίτησης προς τον ΟΑΕΔ και η συνυποβολή, μεταξύ άλλων και της βεβαίωσης του εκκαθαριστή περί του ύψους του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης που αυτός δικαιούται, η οποία περιλαμβάνει αναλυτικά και τον τρόπο υπολογισμού του ποσού. Η τοιαύτη βεβαίωση, αποτελεί κατ' ουσίαν πιστοποιητικό εργασίας, εμπλουτισμένο με τις προβλεπόμενες από την οικεία διάταξη λεπτομέρειες, την οποία βεβαίωση υποχρεούται ο εργοδότης, και εν προκειμένω ο εκκαθαριστής, να εκδώσει και χορηγήσει στον εργαζόμενο, ώστε αυτός ακολούθως να ασκήσει τις αξιώσεις του που αφορούν στην δικαιούμενη εφάπαξ παροχή. Ως εκ τούτου, η χορήγηση ανακριβούς ή ασαφούς πιστοποιητικού, ισοδυναμούσα με άρνηση του εργοδότη για τη χορήγησή του, εγείρει αξίωση εκ του άρθρου 946 του ΚΠολΔ, ήτοι καταδίκης του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως και εν προκειμένω χορηγήσεως του ορθού και σαφούς πιστοποιητικού. Η παραπάνω διαφορά, η οποία δεν αφορά καθαυτή την κοινωνική παροχή -η αξίωση της οποίας, κατά την κρατούσα άποψη, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων- αλλά τα προγενέστερα στάδια που αφορούν στην πλήρωση των προϋποθέσεων για την διεκδίκησή της, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως κάθε άλλη ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 14-12-2018 αγωγής της αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι την 8-2-1989 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οικονομολόγος από την εταιρεία με την επωνυμία "Ο. Α. Α.", μετονομασθείσα σε "Ο. Α. - Υ. Α." (δεύτερη αναιρεσίβλητη), και από την 12-5-2004 μετακινήθηκε λόγω δανεισμού της στην εταιρεία «Ο. Α. Α." (πρώτη αναιρεσίβλητη), όπου εργάσθηκε ως Επικεφαλής του Οικονομικού Κλάδου της. 'Ότι κατά τη διάρκεια απασχόλησής της με βάση τη σύμβαση δανεισμού, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αρχική εργοδότρια, συνέχισε να της καταβάλλει τις μηνιαίες αποδοχές της, η δε πρώτη αναιρεσίβλητη της κατέβαλλε, από 12-7-2004, επίδομα θέσης ευθύνης. Ότι αμφότερες οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες εταιρείες τέθηκαν, από 2-10-2009, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 14Α του Ν.3429/2005, ειδική δε εκκαθαρίστρια ορίστηκε η "Ε. Κ. Δ. Ε. Κ. Π. Α.", η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως με την τρίτη αναιρεσίβλητη. 'Ότι η ως άνω εκκαθαρίστρια, στις 10-7-2017 κατήγγειλε τη σύμβαση δανεισμού της και ακολούθως την 12-7-2017 κατήγγειλε αζημίως τη σύμβαση εργασίας της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14Α του Ν.3429/2005. Ότι αυτή δικαιούτο, επομένως, το προβλεπόμενο από το άρθρο 4 του Ν.3717/2008 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, και, προκειμένου να υποβάλει τα σχετικά έγγραφα στον ΟΑΕΔ, αιτήθηκε από την εκκαθαρίστρια την έκδοση της σχετικής βεβαίωσης, η οποία, όμως, της χορήγησε βεβαίωση ανακριβή που ταυτόχρονα περιείχε και αίρεση, ήταν δηλαδή ασαφής. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να καταδικαστούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες σε δήλωση βουλήσεως, και συγκεκριμένα σε έκδοση νέας βεβαίωσης εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, σε αντικατάσταση της εκδοθείσας από 31-8-2017 βεβαίωσης, άνευ οποιασδήποτε αιρέσεως, και με το περιεχόμενο που αναγράφεται στο αιτητικό. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επικύρωσε ως προς το ως άνω κεφάλαιό της την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, την αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο το εξής: "..Η κρινόμενη αγωγή, ως προς το πρώτο αίτημά της, περί της βεβαίωσης του εκκαθαριστή για το ύψος του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, κατ' άρθρο 4 του Ν.3717/2008, που δικαιούται η ενάγουσα, ως πρώην εργαζόμενη της εταιρίας "Ο. Α.-Υ. Α.", η οποία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του Ν.3429/2005, αφορά σε διοικητική διαφορά, καθόσον το ως άνω εφάπαξ ποσό προβλέφθηκε από το νόμο 3717/2008 ως ένα από τα μέτρα κοινωνικής στήριξης του προσωπικού των εταιριών του Ομίλου της ... και δη ως αντιστάθμισμα της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω της λύσης των συμβάσεων εργασίας άνευ αποζημιώσεων από τις εργοδότριες εταιρίες, συνεπεία του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης που τέθηκαν αυτές, κατά τα προεκτεθέντα και δεν συνιστά αποζημίωση απόλυσης, αλλά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλεται από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" και επομένως οι διαφορές που προκύπτουν εκ της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.3717/2008, που το προβλέπει, τυγχάνουν διοικητικής φύσεως, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο και υπαγόμενες στα διοικητικά δικαστήρια, διαφορές, όπως είναι και η επίδικη, παρόλο που έχει ως υπόβαθρο λυθείσα σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατά τις νομικές σκέψεις και παραδοχές που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, απορριπτομένου του σχετικού, πρώτου λόγου εφέσεως, ως αβασίμου...". Με αυτά που δέχθηκε όμως και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η υποκειμένη σχέση μεταξύ των διαδίκων που προκάλεσε την ένδικη διαφορά είναι σχέση δημοσίου δικαίου και συνεπώς υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση του ως άνω αιτήματος της αγωγής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κι επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος όπως εκτιμάται στηρίζεται στην περίπτωση υπ' αριθμ.14 του άρθρου ΚΠολΔ και όχι στις υπ' αρ. 1, 5 και 9, όπως διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015, 46/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το παραδεκτό της από 14-12-2018 αγωγής της, αν και σ' αυτή (αγωγή) εξετίθεντο με επάρκεια τα αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της στοιχεία σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε το δεύτερο αίτημά της ως αόριστο και συνεπώς παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του ελέγχου του ως άνω αναιρετικού λόγου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14-12-2018 αγωγή της, η αναιρεσείουσα, πέραν των όσων εκτίθενται ανωτέρω, ισχυρίστηκε και τα εξής: Ότι η γενομένη την 10-7-2017, εκ μέρους της ειδικής εκκαθαρίστριας, καταγγελία της σύμβασης δανεισμού της στην εταιρεία «Ο. Α. Α.", αποτέλεσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της από την εκκαθαρίστρια, ήταν καταχρηστική και είχε ως μόνο σκοπό τη συρρίκνωση των αποδοχών της, εφόσον, δια της λήξεως της σύμβασης δανεισμού διακόπηκε η καταβολή του επιδόματος θέσης ευθύνης που της καταβαλλόταν από την νέα εργοδότρια εταιρεία, με συνέπεια και τη συρρίκνωση του ποσού εφάπαξ ενίσχυσης που δικαιούτο λόγω της επιγενόμενης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της. 'Ότι από την ως άνω βλαπτική μεταβολή επήλθε και η παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον, να της καταβάλουν νομιμοτόκως το ποσό των 486,60 ευρώ που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης δανεισμού και επιπλέον να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν, εις ολόκληρον και νομιμοτόκως, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς της λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενηαπόφασή του δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "'Οσον αφορά δε, στο δεύτερο λόγο της έφεσης, ο οποίος αναφέρεται στα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, περί των οφειλόμενων αποδοχών και της χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας, κρίνεται ότι τα υπ' όψιν αιτήματα πρέπει να απορριφθούν λόγω αοριστίας ως προς την παθητική νομιμοποίηση (ΚΠολΔ 216), αφού δεν διευκρινίζεται ποια εκ των εναγομένων εταιρειών ήταν η εργοδότρια της ενάγουσας, νομιμοποιούμενη εντεύθεν -μόνον αυτή και όχι όλες οι εναγόμενες εταιρείες- να εναχθεί για τις ως ανωτέρω αξιώσεις και επομένως πρέπει, στο σημείο αυτό, να αντικατασταθεί-συμπληρωθεί, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, η αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου." Με τις ως άνω παραδοχές και τις κρίσεις στις οποίες κατέληξε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα κήρυξε την ένδικη αγωγή, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, απαράδεκτη -λόγω αοριστίας- ως προς την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή τους και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκησή της κατ' αυτών, και ειδικότερα εκτίθεται σαφώς ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε κατά το κρίσιμο διάστημα μέσω τριμερούς σύμβασης δανεισμού εργαζομένου, ότι οι αποδοχές της καταβάλλονταν τόσο από την αρχική όσο και από τη νέα εργοδότρια και ότι η ειδική εκκαθαρίστρια, κατά νόμον εκπρόσωπός τους, προέβη στη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να ελέγξει τη βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών. Κατά συνέπεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 2 και 98 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα, που δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρέθηκαν κατά τη χορήγηση αυτής, καθώς και εκείνες με τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, της έλλειψης της πληρεξουσιότητας, καθώς και της υπέρβασής της εξεταζομένης από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 αριθ. 1, 544 παρ. 4, 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου που προηγήθηκαν. Η έγκριση μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις εμφαίνουσες πρόθεση ισχυροποίησής τους, εξετάζεται δε η ύπαρξη της έγκρισης, που έχει αναδρομική ενέργεια (ΟλΑΠ 1408/1984, 626/1980), και αυτεπαγγέλτως, εφόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας (ΑΠ 835/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο (άρθρο 104 ΚΠολΔ) δεν κήρυξε την ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων των πληρεξουσίων δικηγόρων που παραστάθηκαν στον πρώτο βαθμό εκπροσωπώντας τις δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων, και συγκεκριμένα των δικηγόρων Βιολέττας Βασιλάκου και Αντιγόνης Κίσσα, χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ συστατικού τύπου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, χωρίς, δηλαδή, να δοθεί σ' αυτή νομότυπα η εν λόγω πληρεξουσιότητα από την εκκαθαρίστρια, η έλλειψη δε της επίμαχης δικαστικής πληρεξουσιότητας επιφέρει την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που ενήργησαν μη νομότυπα διορισμένες πληρεξούσιες, ισχυρισμό που, όπως εκθέτει, προέβαλε η ίδια (αναιρεσείουσα) με λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίφθηκε ως αλυσιτελής από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../...2019 ειδικού πληρεξουσίου που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Σ., η ειδική εκκαθαρίστρια (τρίτη αναιρεσίβλητη), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, παρέχει στους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Καράμπελα του Αγησιλάου, Ιωάννα Βαβουγυιού-Κεφαλάκη και Ιωάννη Μεγαλούδη του Ελευθερίου, την ειδική πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή της σε όλα τα ελληνικά δικαστήρια κάθε βαθμού δικαιοδοσίας για κάθε δίκη και διαφορά αυτής με οποιονδήποτε, είτε για τον εαυτό της είτε ως ειδική εκκαθαρίστριας άλλης εταιρείας. Κατά την εκκρεμή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναιρετική δίκη, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε και από τον δικηγόρο Ιωάννη Μεγαλούδη, η δε δεύτερη εξ αυτών και από τον δικηγόρο Δημήτριο Καράμπελα, ήτοι τους διορισμένους ειδικούς πληρεξουσίους της εκκαθαρίστριας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και ενέκριναν εκ των υστέρων, σιωπηρά αλλά σαφώς, τις προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις των δικηγόρων που είχαν παρασταθεί στον πρώτο αλλά και στον δεύτερο βαθμό για λογαριασμό των εντολέων τους. Με την έγκριση αυτή, που έχει αναδρομική ισχύ, θεραπεύτηκε εκ των υστέρων κάθε τυχόν ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων των πληρεξουσίων αυτών δικηγόρων, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ.580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 719/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ