ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 118/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 118/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 118/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 118 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 118/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 145/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεσή της, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 537/2023, 1951/2022). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 537/2023). Η κατ'αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) ή, σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2023, 1951/2022). Ακόμη, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, είναι δύο (2) έτη (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015) και αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 760/2022, 460/222), δηλαδή συνολικά τέσσερα (4) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δύο (2) έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο (2) έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 460/2022, 200/2022). Τέλος, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid 19) δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν.4963/2022, και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1338/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 9.6.2022 με αριθμ. καταθ. 56973/89/10.6.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 145/21.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη η από 13.4.2018 με αριθμ. κατάθεσης 43870/1409/8.5.2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε από τη δημοσίευσή της (21.1.2019) μέχρι και την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10.6.2022), αλλά ούτε και ότι ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από το δικόγραφο της αίτησης, όπου η αναιρεσείουσα δηλώνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε σ'αυτή και ότι αυτή απώλεσε την προθεσμία άσκησης έφεσης. Επομένως η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την παρέλευση της διετίας για την άσκηση της έφεσης, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν συνυπολογίζονται τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα αναστολής των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας (συνολικά 7 μήνες και 18 ημέρες) και επιπρόσθετα δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω προθεσμίας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δηλαδή κατέστη τελεσίδικη στις 19.9.2021 (2 έτη η καταχρηστική προθεσμία έφεσης από τη δημοσίευση της στις 21.1.2019 + 7 μήνες και 18 ημέρες + 10 ημέρες), γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 10.6.2022, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την ως άνω ημερομηνία (19.9.2021) που η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (άρθρ.552,553, 556,558,564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου. Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρείες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει, κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία, την καταβολή σε αυτούς και άλλης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, δηλαδή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 2.250 (15.000 ευρώ Χ 15%) ευρώ (ΑΠ 799/2022, 350/2019, 1493/2018). Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους και εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογουμένους και, στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών (Ολ. ΑΠ 10/1998, ΑΠ 537/2023, 800/2022, 799/2022), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 537/2023, 800/2022, 1314/2020). Αποφασιστικό, δε, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 537/2023, 800/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 6395/1985 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541), το οποίο, κατά το άρθρο 44 του νέου ΓΚΝ/ΟΤΕ εξακολουθεί να ισχύει για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 10.6.1999, το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών, λόγω 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας και εφόσον είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας, "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση". Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της αποζημίωσης στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... (….)", κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της (ν.δ. 1049/1949, α.ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ.1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι, και κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967. Το χαρακτήρα αυτό, ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, δεν απέβαλε από το γεγονός της εξόδου της από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994, σύμφωνα με το οποίο ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ, "ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 (ΦΕΚ Α' 195) και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993 (ΦΕΚ Α' 141), όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας" (ΑΠ 537/2023, 800/2022, 1314/2020). Περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α' 189) που αφορούν στο ύψος της οφειλόμενης στο απολυόμενο προσωπικό του ….. αποζημίωσης του ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α' 57), όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του … και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων …… (……) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εξακολουθούν να ισχύουν". Το γεγονός, δε, ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης αυξήθηκε με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικά θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον ….. αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (Ολ. ΑΠ 10/1998, ΑΠ 537/2023, 800/2022, 1314/2020). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρεία με την επωνυμία ... ("….." ή "Εταιρεία") είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία", αφού δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε και από το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006, που ορίζει ότι, από την έναρξη ισχύος του, εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του …. ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της ... ΑΕ, όπως ισχύει, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Κανονισμού της ... ΑΕ, με την επιφύλαξη των εκεί αναφερομένων διατάξεων που εξακολουθούν να ισχύουν, το οποίο σαφώς ρυθμίζει μόνο το θέμα εναρμόνισης του κανονισμού προς αυτόν της ... ΑΕ (ΑΠ 537/2023, 800/2022, 1314/2020). Εξάλλου, με τον 9ο όρο της από 25.6.2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (…..) μεταξύ της ….. ΑΕ και της ……, ορίζεται ότι "η πρόσθετη αποζημίωση των τριών (3) μηνιαίων μισθών που χορηγούνται στο απολυόμενο προσωπικό, σύμφωνα με την απόφαση που πάρθηκε στην 2122/7.6.1989 (θ. 33) συνεδρίαση του ΔΣ-…. ΑΕ, η οποία κατέστη όρος της από 7.3.1990 ..., αυξάνεται από 2.1.2002 σε πέντε (5) μηνιαίους μισθούς (όρος 9 της από 25.6.2001 ...)". Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση, με τον 6ο όρο της από 30.6.2003 ... αυξήθηκε από 2.1.2004 σε επτά (7) μηνιαίους μισθούς και με τον 6ο όρο της από 19.5.2004 ... αυξήθηκε από 2.1.2005 σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 2/2023, 3/2022, 4/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2022, 2/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 809/2022, 308/2020, 1410/2017). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1201/2022, 387/2022, 109/2022, 896/2021, 1912/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 145/2019 απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και εξειδικεύεται στο δικόγραφο των εγγράφων προτάσεών της (άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.γ και δ ΚΠολΔ) αρνείται καταρχήν την αγωγή και ισχυρίζεται περαιτέρω επικουρικώς ότι η διεκδικούμενη από τον ενάγοντα πρόσθετη αποζημίωση των 9 μηνιαίων μισθών είναι υπέρτερη του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης των 15.000 ευρώ, που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγεται ως επιχείρηση κοινής ωφελείας και ο …... Ωστόσο, όπως γίνεται παγίως δεκτό, ο ανωτέρω περιορισμός του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης, δεν εκτείνεται και στο ύψος των παρεχομένων από τις επιχειρήσεις οικονομικών κινήτρων για την αποχώρηση προσωπικού, όπως η επίδικη παροχή (....) απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού ως μη νομίμου (.....). Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 27-2-1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διεπόμενη από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ... και των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Περαιτέρω, το έτος 2016 η εναγόμενη εταιρεία αποφάσισε να εφαρμόσει οικειοθελή αποχώρηση ενός μεγάλου μέρους του προσωπικού της και προς υλοποίηση αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4/Δ.605/22-6-2016 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, με την οποία καθορίσθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπαχθεί κάποιος στην οικειοθελή αποχώρηση, και οι χρηματικές παροχές που θα λάμβαναν οι αποχωρούντες. Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πρόγραμμα αυτό απευθύνεται στο προσωπικό της εναγόμενης που συνδέεται με αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχει ασφαλισθεί πρώτη φορά μέχρι 31-12-1992, καθώς και θεμελιώνει μέχρι 31-12-2021 δικαίωμα άμεσης συνταξιοδότησης (πλήρους ή μειωμένης) από τον ασφαλιστικό φορέα του προσωπικού ….. (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντασσόμενος κλάδος σύνταξης ...) κατά την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία. Στο ως άνω προσωπικό που θα αποχωρήσει οικειοθελώς ορίσθηκε ότι θα καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση για τον αποχωρούντα εργαζόμενο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης-εργασίας του την ημερομηνία αποχώρησής του και πρόσθετο μικτό ποσό, όπως, αναλύεται στο συνημμένο παράρτημα 1 της ως άνω απόφασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων αφού υπέβαλε αίτηση για την υπαγωγή του στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης εργαζόμενων και στη συνέχεια στις 19-7-2016 υπέγραψε το ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εργασίας, με το οποίο τα μέρη συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, να λυθεί η μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 31-7-2016 και να αποχωρήσει οικειοθελώς ο μισθωτός από την ημερομηνία αυτή με την ρητή συναίνεση της εναγόμενης εταιρείας και με όρους πολύ ευνοϊκότερους των νομίμων. Περαιτέρω, τα μέρη συμφώνησαν ότι λόγω της λύσης της εργασιακής σχέσης με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος-μισθωτού θα καταβάλλονταν σ' αυτόν (α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 25.291 ευρώ και (β) πρόσθετο μικτό (προ φόρων και κρατήσεων) ποσό ύψους 103.464,08 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 119.008 ευρώ, το οποίο μετά από προσωπικές κρατήσεις διαμορφώθηκε στο ποσό των 116.408 ευρώ. Μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εναγόμενη στις 31-7-2016, λαμβάνοντας την ως άνω αποζημίωση απόλυσης και το πρόσθετο μικτό ποσό ως κίνητρο αποχώρησης και έχοντας συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό πραγματική υπηρεσία 25 ετών, 5 μηνών και 4 ημερών. Με βάση τα παραπάνω, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης των εννέα μισθών, που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19-5- 2005 ... της εναγομένης, κατά το μέρος που στηρίζεται στο άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ι' του I ..., το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ..., είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη, καθόσον, όπως αναφέρεται στην νομική σκέψη της παρούσας, η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο απολυμένους που έχουν συμπληρώσει 30 έτη υπηρεσίας και δεν καταλαμβάνει τον ενάγοντα, ο οποίος αφενός αποχώρησε οικειοθελώς και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα απόλυσής του και αφετέρου δεν είχε συμπληρώσει κατά τον ως άνω χρόνο 30 έτη πραγματικής υπηρεσίας στην εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-7-2012 αποχώρησαν οικειοθελώς υπαχθείσες στο ίδιο πρόγραμμα με τον ενάγοντα και οι Π. Φ. και Μ. Π.. Η εναγόμενη, εφαρμόζοντας για τις ως άνω συναδέλφους του ενάγοντος τις ευμενέστερες για το θήλυ προσωπικό διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. ι' και παρ. 2 εδ. γ' του προϊσχύσαντος ..., τους χορήγησε όχι μόνο την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης και το πρόσθετο μικτό ποσό ως κίνητρο αποχώρησης αλλά, επιπλέον, και την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών, που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19-5-2005 ... της εναγομένης. Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε στην νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. ι' του προϊσχύσαντος ... εισάγει δυσμενή μεταχείριση για του άρρενες υπαλλήλους του …., που τελούν υπό αντίστοιχες συνθήκες με τις γυναίκες υπαλλήλους αυτού, συνιστά, δηλαδή, άμεση διάκριση λόγω φύλου και είναι αντίθετη στη συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων των ν. 1414/1984 και 3896/2010 και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί καταργημένη από τις 31-12-1982 και σε κάθε περίπτωση από την έναρξη ισχύος του ν. 1414/1984 και του ν. 3896/2010 και να εφαρμοστεί υπέρ του ενάγοντος η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. γ' του προϊσχύσαντος ..., που ισχύει για τις γυναίκες συναδέλφους του. Όφειλε συνεπώς η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα κατά την αποχώρησή του και την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών, που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19-5-2005 ... της εναγομένης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των [2.478,73 ευρώ (μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά την ημέρα της αποχώρησης του) + 413,12 (2/12 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) X 9 (μήνες) =] 26.026,66 ευρώ....". Το Δικαστήριο της ουσίας, με το να κρίνει ότι η πρόσθετη αποζημίωση των εννέα (9) μηνιαίων μισθών του αποχωρούντος με αίτησή του υπαλλήλου της εναγομένης, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στην από 7.3.1990 ... και αφορούσε αρχικά πρόσθετη αποζημίωση τριών (3) μηνιαίων μισθών, η οποία αυξήθηκε διαδοχικά σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 με την αιτιολογία ότι "ο ανωτέρω περιορισμός του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης, δεν εκτείνεται και στο ύψος των παρεχομένων από τις επιχειρήσεις οικονομικών κινήτρων για την αποχώρηση προσωπικού, όπως η επίδικη παροχή", μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτής, ο ενάγων έλαβε ως κίνητρο οικειοθελούς αποχώρησης, πέραν της αποζημίωσης απόλυσης ύψους 25.291 ευρώ και πρόσθετο χρηματικό ποσό ύψους 103.464,08 ευρώ, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 3 του α.ν. 173/1967, 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 618/1970 και τους σχετικούς με την ως άνω αποζημίωση όρους των από 7.3.1990, 25.6.2001, 30.6.2003 και 19.5.2004 .... Τούτο διότι η εν λόγω παροχή των εννέα (9) μηνιαίων μισθών που χορηγείται στο προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ……, αποτελεί πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, πέραν αυτής του ν. 2112/1920, η οποία, λόγω του ότι η εναγομένη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στον περιορισμό που τίθεται με τη διάταξη του άρθρου 3 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 και που ανέρχεται (κατ'ανώτατο όριο) στο ποσό των 2.250 ευρώ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, (καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν εκδόθηκε επί έφεσης κατ'απόφασης Ειρηνοδικείου), με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2, 3 του αν. 173/1967, 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 618/1970 καθώς και των από 7.3.1990, 25.6.2001, 30.6.2003 και 19.5.2004 επιχειρησιακών σ.σ.ε. προσωπικού ……είναι βάσιμος. Ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει με αυτόν την εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και δεν υπεισήλθε στην κατ'ουσία εξέταση του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού, πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 1044/2022, 800/2022, 1314/2020). Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 174 και 178), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν το συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 1414/2022, 800/2022, 1314/2020). Αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής είναι η απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από τη στιγμή που θα συνυπάρξουν, η δε επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 1414/2022, 800/2022, 1314/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, επί της προβληθείσας στο Δικαστήριο της ουσίας από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης συμψηφισμού, που συνίσταται στο ότι το καταβληθέν στον ενάγοντα χρηματικό ποσό υπερκαλύπτει την επίδικη απαίτηση και, ως εκ τούτου, η αξίωσή του έχει ήδη αποσβεσθεί δυνάμει ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ένσταση αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 440 επ. ΑΚ και εξετάζοντας αυτήν επί της ουσίας την απέρριψε ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο με ημερομηνία 19.7.2016 συμφωνητικό που υπέγραψε ο ενάγων ανεπιφύλακτα κατά την αποχώρησή του έχει συμπεριληφθεί ο όρος ότι ""ο μισθωτός αναγνωρίζει και δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι με την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού υπερκαλύπτεται και σε αυτό συμψηφίζεται κάθε τυχόν χρηματική αξίωση του οικειοθελούς αποχωρούντος εργαζόμενου έναντι της εταιρείας, που συνδέεται με τη λύση της σύμβασης εργασίας του". Η ρήτρα αυτή είναι κατ'αρχή έγκυρη, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των όρων 440 επ. ΑΚ, καθότι το περιεχόμενό της καθορίζεται ελεύθερα από τα μέρη.... Ωστόσο, αντίστοιχη ρήτρα περιέχεται στο σύνολο των συμφωνητικών που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος της οικειοθελούς αποχώρησης, στο οποίο συμβλήθηκε τόσο το άρρεν όσο και το θήλυ προσωπικό της εναγομένης, το οποίο και έλαβε την επίδικη παροχή χωρίς την προβολή αντίστοιχου ισχυρισμού, συμπεριφορά που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Εξάλλου, η επίδικη απαίτηση δεν συνιστά αξίωση προερχόμενη αποκλειστικά από τη λύση της σύβασης εργασίας του ενάγοντος, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, αλλά συνιστά αξίωση πηγάζουσα από την παραβίαση της αρχής της ισότητας, δηλαδή έχει διαφορετικό πραγματικό και νομικό έρεισμα". Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 361, 416, 440, 441 και 442 του ΑΚ, αφού η συνομολογηθείσα σύμβαση περί συμψηφισμού των πιο πάνω αμοιβαίων απαιτήσεων δεν απαγορεύεται, ούτε αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, τα δε ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν επιτρέπουν να διακριβωθεί αν η έννομη συνέπεια είναι ορθή, ότι δηλαδή αυτά συνιστούν παραβίαση της αρχής της ισότητας. Προσέτι δε, ενώ δέχεται ότι η ρήτρα του συμβατικού συμψηφισμού "είναι κατ' αρχήν έγκυρη", με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία (ότι η επίδικη απαίτηση δεν συνιστά αξίωση προερχόμενη από τη λύση της σύμβασης εργασίας, αλλά πρωτίστως από την παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και ότι στις 31.7.2012 αποχώρησαν οικειοθελώς υπαχθείσες στο ίδιο πρόγραμμα με τον ενάγοντα η Π. Φ. και η Μ. Π., ως προς τις οποίες η εναγόμενη κατέβαλε την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα (9) μηνών, ενώ είχε ήδη δεχθεί ότι το πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης με το οποίο αποχώρησε ο ενάγων αποφασίσθηκε το έτος 2016 και υλοποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 4/Δ.605/22.6.2016 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου οι ως άνω υπάλληλοι δεν μπορούσαν να υπαχθούν στο ίδιο πρόγραμμα με τον ενάγοντα αφού είχαν ήδη αποχωρήσει από το έτος 2012) κατέληξε στο πόρισμα ότι η επίδικη απαίτηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας συμβατικού συμβιβασμού, χωρίς να αιτιολογεί γιατί αυτή δεν είναι απόρροια της λύσης της εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα αιτιάσεις, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 416, 440, 288 ΑΚ, 4 παρ.1 και 22 παρ.1β' του Συντάγματος, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ σκέλους του ιδίου ως άνω λόγου, αληθώς όμως εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει, κατά παραδοχή αμφοτέρων των ως άνω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 474/2022). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, αλλά και με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέως στις 6.11.2023, ήτοι την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης (7.11.2023), υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενη α) με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 ευρώ, ότι αυτή σε συμμόρφωση προς την ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή κατέβαλε, στις 31.7.2019 στον αναιρεσίβλητο, μετά από αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων το ποσό των 5.520 ευρώ και β) με τις προτάσεις της ότι λόγω της επέλευσης της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 6.9.2022 από το υπόλοιπο επιδικασθέν ποσό των 16.026,66 ευρώ μετά των νομίμων τόκων και μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, το καθαρό ποσό των 14.269,81 ευρώ με σχετική κατάθεση στον τηρούμενο από αυτόν λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα. Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.789,81 ευρώ (5.520 ευρώ + 14.269,81) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί. Η αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε παραδεκτά, είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσία. Από τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα από 31.7.2019 και από 6.9.2022 εμβάσματα πληρωμής της αναιρεσείουσας σε λογαριασμό του αναιρεσίβλητου που διατηρεί στην Εθνική Τράπεζα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο α) στις 31.7.2019 σε συμμόρφωση προς την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης (ύψους 10.000 ευρώ), μετ'αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, το ποσό των 5.520 ευρώ, και β) στις 6.9.2022 για το υπόλοιπο επιδικασθέν στον αναιρεσίβλητο με την ως άνω απόφαση ποσό των 16.026,66 ευρώ (μη προσωρινά εκτελεστό) πλέον των νομίμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης και μετ'αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων το ποσό των 14.269,21 ευρώ, και συνολικά το ποσό 19.789,81 ευρώ (5.520 ευρώ + 14.269,81). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς ως κατ'ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 19.789,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 145/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (19.789,81 ευρώ) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή