Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 132 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 132/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδων Φλογαΐτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Χαραλαμπέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6240/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4379/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2019 αίτησή του.
Με την υπ' αριθμ. 186/2023 Πράξη του Αναπληρωτή Προέδρου του Α3' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 18.11.2019 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 186/2023 Πράξη του Προέδρου του Α 3 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην μετ' αναβολή, της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου της 19.04.2021, δικάσιμο της 14.03.2022 ενώπιον του Α 1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερρίκου. Με την ως άνω (υπό κρίση) από 18.11.2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 1072/20.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ.4379/06.09.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 937 παρ.1 εδ. α' του ΑΚ συνάγεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποκατάσταση αυτής της τυχόν περιουσιακής ζημίας ή σε χρηματική ικανοποίηση γι' αυτήν την τυχόν μη περιουσιακή ζημία. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως που προήλθε από αδικοπραξία είναι η γνώση από τον παθόντα τόσο της ζημίας όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 72/2013, ΑΠ 666/2010). Θεωρείται δε ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1666/2008, ΑΠ 141/2007). Επίσης, από την ίδια ως άνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγονται και τα εξής: Ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά. Η δε εκ μέρους του παθόντος γνώση του υποχρέου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει, ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος, και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι εκ μέρους του προστήσαντος, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίστανται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένα από τους υπαλλήλους αυτούς τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία (ΑΠ 659/2018, ΑΠ 72/2007, ΑΠ 160/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1648/2014). Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022,ΟλΑΠ 1/2020,ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων(και ήδη αναιρεσείων) διέμενε στο ... της ..., όπου διατηρούσε επιχείρηση υπεραγοράς τροφίμων κατά τα έτη 1966-1998, οπότε και πώλησε την επιχείρησή του αυτή και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, είχε συνάψει διαδοχικές συμβάσεις ασφάλισης ζωής με την δεύτερη εναγομένη(και ήδη αναιρεσίβλητη), αλλά και με έτερη εταιρία του αυτού ομίλου στον οποίο εντασσόταν η τελευταία, την ¨..., προς τον σκοπό μελλοντικής εξαγοράς των σχετικών συμβολαίων και την δι' αυτού του τρόπου επωφελή μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών, από την Αφρική στην Ελλάδα. Όλες τις ανωτέρω συμβάσεις ασφάλισης με τη δεύτερη εναγομένη εταιρία, ο ενάγων τις κατήρτισε μέσω της πρώτης εναγομένης(και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), Σ. Μ., η οποία ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και συνεργαζόταν με τη δεύτερη εναγομένη και μάλιστα ήταν ιδιαιτέρως προβεβλημένη και ευρέως γνωστή στον κύκλο των ομογενών της ..., στον οποίο ανήκε ο ενάγων. Όταν ο ενάγων εγκαταστάθηκε πλέον στην Ελλάδα, ήδη από το 1998, επιχείρησε να επενδύσει τα χρήματά του σε ένα ακόμη παρόμοιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Συγκεκριμένα, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 1999, ο ενάγων, ευρισκόμενος στην ..., υπέγραψε την υπ' αριθμ. ... αίτησή του, απευθυνόμενη προς την δεύτερη εναγομένη, προς τον σκοπό κατάρτισης σύμβασης ασφάλισης ζωής με αυτήν (με συμπληρωματικές καλύψεις για ασθένεια και νοσοκομειακή περίθαλψη), μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 62.000.000 δραχμών και ήδη 181.951,57 ευρώ. Η επικείμενη σύμβαση θα είχε δεκαετή διάρκεια, μετά την πάροδο της οποίας, ο ενάγων θα ελάμβανε το ασφάλισμα, όπως τούτο θα είχε διαμορφωθεί μετά τη διαχείριση του ποσού των 181.951,57 ευρώ, από το οποίο η δεύτερη εναγομένη, θα ελάμβανε τα ασφάλιστρα. Για αυτό το λόγο, ο ενάγων παρέδωσε αυθημερόν (1-9-1999) στην πρώτη εναγομένη, προστηθείσα-ασφαλιστική σύμβουλο της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, το χρηματικό ποσό των 62.000.000 δραχμών και ήδη 181.951,57 ευρώ, καθώς και την προρρηθείσα αίτηση, με την εντολή να καταρτίσει τη σχετική ασφαλιστική σύμβαση, ενώ η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στον ενάγοντα και σχετική "Απόδειξη Προκαταβολής", σε έντυπο με το λογότυπο της δεύτερης εναγομένης ("...") και με προδιατυπωμένους τους "ΟΡΟΥΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗΣ". Στην συνέχεια, ο ενάγων θεώρησε ότι η σκοπούμενη ασφαλιστική σύμβαση, είχε νομίμως καταρτιστεί μέσω της εντολοδόχου του, πρώτης εναγομένης, με την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, παρά το γεγονός ότι δεν του παραδόθηκε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η πρώτη εναγομένη τελούσε σε σχέση προστήσεως με την ασφαλιστική, καθώς η τελευταία είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τον τελικό έλεγχο των ενεργειών της πρώτης και της παρείχε δεσμευτικές εντολές και οδηγίες. Μάλιστα, της είχε παραχωρηθεί ιδιαίτερο γραφείο στην έδρα της δεύτερης εναγομένης, με δική της γραμματέα, υπάλληλο της δεύτερης και την προωθούσαν ως την πιο επιτυχημένη ασφαλίστρια του ομίλου .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 29-7-2011, ενόψει της παρέλευσης δεκαετίας από την υπογραφή της υπ' αριθμ. 642855/1-9-1999 αίτησης, ο ενάγων απευθύνθηκε με αίτησή του προς την δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να εισπράξει το αναμενόμενο και οφειλόμενο κατά τη λήξη της ασφάλισης ποσό, πλην όμως έλαβε την από 20-9-2011 απάντηση ότι δεν του οφείλεται οιοδήποτε ποσό. Ακολούθως, με την από 10-11-2011 νεότερη εξώδικη δήλωση της (που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 22-11-2011), η δεύτερη εναγομένη ενημέρωσε τον ενάγοντα, σε απάντηση της από 13-10-2011 εξώδικης όχλησης του, ότι ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο καταρτίσθηκε, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αίτησής του, καθώς, ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της η εν λόγω αίτηση, μέσω της πρώτης εναγομένης, ούτε κατεβλήθη σε αυτήν (δεύτερη εναγόμενη) το ποσό των 62.000.000 δραχμών από την πρώτη εναγομένη, σε εκτέλεση της ανατεθειμένης σε αυτήν εντολής του ενάγοντος. Επομένως, το ως άνω ποσό, η πρώτη εναγομένη εκ δόλου, το ιδιοποιήθηκε παρανόμως εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Η προρρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι τελικά η πρώτη εναγομένη καταδικάστηκε αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το κακούργημα της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο. Επομένως, ο ενάγων έχει αξίωση εκ αδικοπραξίας έναντι τόσο της πρώτης εναγομένης, Σ. Μ., λόγω της προαναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της, όσο και έναντι της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ως προστήσασας την ανωτέρω (άρθρο 922 ΑΚ), καθώς η πρώτη εναγομένη συναλλάχθηκε με τον ενάγοντα, στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των επαγγελματικών συμφερόντων της δεύτερης, βάσει της μεταξύ τους ενεργούς σύμβασης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου, με υπαρκτό, όπως ήδη επισημάνθηκε, το στοιχείο της εξάρτησης της πρώτης από τη δεύτερη, υπό την έννοια της παροχής οδηγιών γενικού περιεχομένου κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης υπηρεσίας της μεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, επιπλέον, δε, σε άμεση συνάφεια με την υπηρεσία αυτή. Ωστόσο, η ανωτέρω αξίωση του ενάγοντος έναντι της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 ΠΚ, γενομένης δεκτής ως ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης που προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα η δεύτερη εναγομένη στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και υποβάλλει εκ νέου με σχετικό λόγο έφεσης. Και τούτο διότι από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων έμαθε για την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, ασφαλιστικής συμβούλου - προστηθείσας της δεύτερης και για τη ζημία του εκ της συμπεριφοράς αυτής (ήτοι τόσο την περιουσιακή ζημία ύψους 62.000.000 δρχ από την υπεξαίρεση του ως άνω ποσού, όσο και την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ της ανωτέρω αδικοπραξίας) το Δεκέμβριο του έτους 2001, οπότε μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (και δη την 4-11-2013 - οράτε την υπ' αριθμ. 7182β/4-11-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ.) έχει παρέλθει η πενταετία (σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι για τη δεύτερη εναγομένη δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 937 παρ.2 ΑΚ, η οποία τυγχάνει εφαρμογής μόνο για το πρόσωπο του υπαιτίου της αδικοπραξίας ... Ειδικότερα, από το σύνολο του εισφερθέντος στην παρούσα δίκη αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι περί τα τέλη καλοκαιριού του έτους 2001 άρχισαν να φθάνουν στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία καταγγελίες πoυ αφορούσαν παράνομη δραστηριότητα της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου ιδίως στη Ν. Αφρική, ήτοι εισπράξεις ποσών από διάφορες πελάτες για κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με την ... αλλά και με τη δεύτερη εναγομένη ..., τα οποία (ποσά) δεν έφθασαν τελικά στις ως άνω ασφαλιστικές εταιρίες, αλλά τα ιδιοποιούνταν η ανωτέρω ασφαλίστρια. Μετά από έρευνα, όλες οι ασφαλιστικές εταιρίες του ομίλου ..., μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εναγομένη, κατήγγειλαν τις συμβάσεις συνεργασίας τους με την πρώτη εναγομένη και ανακοίνωσαν το γεγονός αυτό στον ημερήσιο τύπο στις 19-10-2001. Ακολούθως, αυτό μαθεύτηκε και στους ομογενείς κατοίκους της ..., οι οποίοι θορυβημένοι άρχισαν να προστρέχουν στην εταιρία ..., αλλά και στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική, για να πληροφορηθούν για τα εν ισχύ συμβόλαιά τους και να ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, ή την πρόωρη εξαγορά τους. Στα πλαίσια αυτά, κινήθηκε και ο ενάγων, ο οποίος, μαζί με το δικηγόρο του Μ. Β., απευθύνθηκε στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και μετά από τρίμηνες διαπραγματεύσεις το Δεκέμβριο του 2001, εισέπραξε τελικά από την αλλοδαπή ασφαλιστική ... το συνολικό ποσό των 750.000 δολαρίων ΗΠΑ και 111.000 δολάρια ΗΠΑ η θυγατέρα του, ενώ ταυτόχρονα πληροφορήθηκε από την τότε δικηγόρο της δεύτερης εναγομένης Ε. Α., ότι δεν υπήρχε εν ισχύ άλλο συμβόλαιό του με την Ελληνική ασφαλιστική εταιρία ... και ότι ουδέποτε κατέθεσε η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος, Σ. Μ., προστηθείσα της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, το επίδικο ποσό ... στην ασφαλιστική, για να καταρτιστεί ασφαλιστικό συμβόλαιο, αλλά ότι αυτή το είχε ιδιοποιηθεί παράνομα.
Συνεπώς, ο ενάγων από το χρονικό αυτό σημείο γνώριζε τόσο τη ζημία του (περιουσιακή και ηθική) από την προρρηθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, προστηθείσας της δεύτερης των εναγομένων, όσο και το όνομα του δράστη και δεν το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το 2011, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Ως εκ τούτου η σχετική αξίωσή του σε βάρος της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ, δοθέντος ότι από το Δεκέμβριο του 2001 έως τον Νοέμβριο του 2013, που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή έχει παρέλθει διάστημα 12 ετών. Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την εν λόγω ένσταση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως και κατ' ουσίαν βασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως. Επομένως, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία...". Ακολούθως το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 6240/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας αμφότερες τις τότε εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον τελευταίο ως αποζημίωση για τη ζημία που φέρεται ότι υπέστη αυτός από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τότε πρώτης εναγομένης (και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Σ. Μ., προστηθείσης της τότε δεύτερης εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης), πλέον χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το χρηματικό ποσό των 182.951,57 ευρώ, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής, ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, και με όσα ανωτέρω δέχθηκε δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ.1εδ. α' ΑΚ , η οποία ήταν εφαρμοστέα και την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη το ότι ο αναιρεσείων από το Δεκέμβριο του 2001 γνώριζε, όπως τον είχε πληροφορήσει η τότε δικηγόρος της αναιρεσίβλητης Ε. Α., ότι δεν υπήρχε εν ισχύ άλλο συμβόλαιό του με την Ελληνική ασφαλιστική εταιρεία ..., πέραν εκείνου που είχε εισπράξει τον ίδιο μήνα του αυτού έτους η θυγατέρα του από την αλλοδαπή ασφαλιστική ..., συνολικού ποσού 750.000 δολαρίων Η.Π.Α. και 111.000 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς και το ότι ουδέποτε κατέθεσε η ασφαλιστική σύμβουλος Σ. Μ., προστηθείσα της αναιρεσίβλητης, το επίδικο ποσό των 62.000.000 δραχμών στη ασφαλιστική της εταιρεία, για να καταρτιστεί ασφαλιστικό συμβόλαιο, αλλά το ποσό τούτο το είχε ιδιοποιηθεί αυτή παράνομα, και, συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο (ο αναιρεσείων) γνώριζε τόσο τη ζημία του (περιουσιακή και ηθική) από την προρρηθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, προστηθείσας της δεύτερης των εναγομένων, όσο και το όνομα του δράστη και δεν το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το 2011, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας είχε υποκύψει σε πενταετή παραγραφή. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την μομφή ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 937 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την παραγραφή ή μη της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, με βάση την επικαλούμενη από την τελευταία ως άνω διάταξη περί παραγραφής της απαίτησης από αδικοπραξία του άρθρου 937 παρ.1 εδ. α' ΑΚ. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της παραγραφής, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επίσης οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο αναιρεσείων γνώριζε μετά βεβαιότητας ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 2001, τόσο τη ζημία του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της ως άνω κατονομασθείσας ασφαλιστικής συμβούλου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, όσο και το πρόσωπο του υπαιτίου αυτής, δεν συνιστούν αντίφαση με το ότι σε προηγούμενες παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη αναφέρει ότι: α) "...στις 29-7-2011, ενόψει της παρέλευσης δεκαετίας από την υπογραφή της υπ' αριθμ. ... αίτησης, ο ενάγων απευθύνθηκε με αίτησή του προς την δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να εισπράξει το αναμενόμενο και οφειλόμενο κατά τη λήξη της ασφάλισης ποσό, πλην όμως έλαβε την από 20-9-2011 απάντηση ότι δεν του οφείλεται οιοδήποτε ποσό, β) ότι με την από 10-11-2011 νεότερη εξώδικη δήλωση της (που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 22-11-2011), η δεύτερη εναγομένη ενημέρωσε τον ενάγοντα, σε απάντηση της από 13-10-2011 εξώδικης όχλησης του, ότι ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο καταρτίσθηκε, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αίτησής του, καθώς, ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της η εν λόγω αίτηση, μέσω της πρώτης εναγομένης, ούτε
κατεβλήθη σε αυτήν (δεύτερη εναγόμενη) το ποσό των 62.000.000 δραχμών από την πρώτη εναγομένη, σε εκτέλεση της ανατεθειμένης σε αυτήν εντολής του ενάγοντος, γ) ότι επομένως, το ως άνω ποσό, η πρώτη εναγομένη εκ δόλου, το ιδιοποιήθηκε παρανόμους εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, δ) ότι η προρρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι τελικά η πρώτη εναγομένη καταδικάστηκε αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το κακούργημα της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο...". Και τούτο διότι, άλλο είναι το ζήτημα του προσδιορισμού του εναρκτήριου χρονικού σημείου της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ.1 εδ.α' ΑΚ της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος, που καθορίζεται από τη γνώση του περί του υπαιτίου και της ζημίας του τον Δεκέμβριο του 2001 (δηλαδή, την πληροφόρηση από τη δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, ότι η ασφαλιστική σύμβουλός της Σ. Μ. δεν κατέθεσε το επίμαχο ποσό που της εμπιστεύθηκε μαζί με τη συναφή αίτησή του προς κατάρτιση αντίστοιχης σύμβασης, αλλά ότι ιδιοποιήθηκε τούτο παρανόμως και ότι εκ του λόγου αυτού δεν καταρτίσθηκε αντίστοιχο ασφαλιστικό συμβόλαιο) και άλλο το ζήτημα της, μετά παρέλευση δεκαετίας και πλέον από την υπογραφή της επίμαχης αίτησης ασφάλισής του, μέσω της αδικοπραγήσασας σε βάρος του, ασφαλιστικής συμβούλου της αναιρεσίβλητης, καθυστερημένης επιλογής και απόφασής του να κινήσει τις διαδικασίες και σε βάρος της προστήσασας την υπαίτιο ασφαλιστική σύμβουλο, αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιώμενος το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασής του, διότι με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επιχειρώντας να θεμελιώσει πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις. Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη(ΑΠ 692/2020, ΑΠ 816/2019,ΑΠ 116/2018, ΑΠ 242/2014,ΑΠ 273/2011). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 205/2023, ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 223/2022,ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 559/2020). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "...Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταποδείξεως, και την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατέληξε, χωρίς απόδειξη, στο αποδεικτικό του πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επιπλέον, ο ανωτέρω λόγος είναι και απαράδεκτος, διότι οι ιστορούμενοι ισχυρισμοί προς θεμελίωσή του δεν συνιστούν "πράγμα" ή "ζήτημα" αλλά απλούς αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ένστασης παραγραφής της αναιρεσίβλητης για την προβαλλόμενη κατ' αυτής ένδικη αξίωσή του, καθώς και επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος) προς υποστήριξη των απόψεών του και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, επίσης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί απλώς στο γεγονός ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την αξιολόγηση αυτών, κατέληξε σε παραδοχή διαφορετικών γεγονότων από εκείνα που θεωρεί αληθινά ο αναιρεσείων, ακόμη και εάν έσφαλε στην κρίση του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος(ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, τα προσκομισθέντα, μετ' επικλήσεως, έγγραφά του, και συγκεκριμένα: α) την από 13.04.2010 εξώδικη όχλησή του και το από 19.07.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) τα αντίγραφα των με αριθμ. 426797197/17.10.2000 και με αριθμ. 728278/19.8.1999 διαβατηρίων του και το εισιτήριο του ταξιδιού του από το ... στην Αθήνα, με ημερομηνία αναχώρησης 26.11.2001, γ) την από 29.07.2011 αίτησή του προς την αναιρεσίβλητη για να τον ενημερώσει σχετικά με την τύχη της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης και το από 20.09.2011 έγγραφο της τελευταίας, με το οποίο τον πληροφόρησε ότι δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό από οποιαδήποτε αιτία, δ)την από 13.10.2011 εξώδικη όχλησή του προς την αναιρεσίβλητη και την από 10.11.2011 εξώδικη δήλωση της τελευταίας προς αυτόν και ε)την από 06.06.2012 έγκλησή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απευθυνόμενη κατά παντός εμπλεκομένου στην διακίνηση και διαχείριση του επίδικου χρηματικού ποσού, καθώς, επίσης, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως της αναιρεσίβλητης Ε. Α., και την ανωμοτί κατάθεση του ιδίου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Και ότι, αν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, θα κατέληγε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα της απόρριψης της ένστασης παραγραφής της αξίωσής του κατά της αναιρεσίβλητης και στην αποδοχή της αγωγής του σε βάρος της τελευταίας. Ο λόγος, όμως, αυτός, αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, με ειδική, μάλιστα, αναφορά, τόσο στο από 20.09.2011 έγγραφο -απάντηση της αναιρεσίβλητης,με το οποίο τον πληροφόρησε ότι δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό, όσο και στις από 13.10.2011 εξώδικη όχλησή του προς την αναιρεσίβλητη και από 10.11.2011 εξώδικη δήλωση της τελευταίας προς αυτόν, όπως προκύπτει, άλλωστε, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές στην οπίσθια σελίδα του 3ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, τα οποία συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις,μεταξύ των οποίων και όλων, ανεξαιρέτως, των λοιπών επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, καθώς και των ρητώς μνημονευόμενων (οπίσθια σελίδα 2ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης) ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος ανταποδείξεως της αναιρεσίβλητης Ε. Α., και την ανωμοτί κατάθεση του ίδιου του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των αντίθετων αρνητικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, κρίση του. Εξ άλλου, σε κάθε περίπτωση, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι η διαφορετική εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος ανταποδείξεως της αναιρεσίβλητης Ε. Α., καθώς και της ανωμοτί κατάθεσης του ιδίου, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, και, επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του προβάλλεται απαραδέκτως.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.11.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4379/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ