Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 146 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 146/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 25-5-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. - Δ. - Ε. Α. Ε." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Βαλτούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5710/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1116/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2022 αίτησή του και με τους με ημερομηνία κατάθεσης 20-4-2023 προσθέτους αυτής λόγους..
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-7-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1116/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 22-7-2020 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 6-5-2022, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 11-7-2022 (άρθ. 495, 552, 553, 556, 564 § 3 ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ.577 § 3 ΚΠολΔ). Ι. Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες σύμφωνα με το άρθρο 116 § 2 β του ίδιου ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018). Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 5-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί, αρχικώς, στη δικάσιμο της 15-1-2024 και μετά από αποδοχή αίτησης προτίμησης του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 29-5-2023, κατά την οποία και συζητήθηκε, ενώ το δικόγραφο του μοναδικού προσθέτου λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, τον οποίο άσκησε η αναιρεσείουσα, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-4-2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις ...2023 (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. .../...2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ. Ρ.), ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτησή της, πλήττεται δε με αυτόν το ίδιο κεφάλαιο, το οποίο έχει πληγεί με τον πρώτο λόγο αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος να γίνει τυπικά δεκτός.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 17-1-2019 αγωγής, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία εξέθεσε σ'αυτήν τα εξής: Ότι ιδρύθηκε το έτος 2003, με αντικείμενο δραστηριότητας την αγορά και εκμετάλλευση ακινήτων, με μοναδικό μέτοχο αυτής το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ι. Γ. Η. η Α. του Χ." και τον ειδικό τίτλο "...". 'Οτι ο εναγόμενος διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αυτής, έχοντας την αποκλειστική εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησής της, δεσμεύοντάς την με μόνη την υπογραφή του, για δύο συνεχόμενες θητείες του διοικητικού της συμβουλίου και δη κατά τα χρονικά διαστήματα από 8-2-2005 έως και 30-6-2011 και από 30-6-2011 έως και 30-6-2016, ενώ, ακολούθως, η θητεία του παρατάθηκε, σιωπηρά, μέχρι την 30-6-2017. 'Οτι δυνάμει του με αριθμό .../...2005 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, η ... ..., στην οποία, τότε, ανήκαν 497.500 μετοχές της ενάγουσας, χορήγησε στον εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε αυτοσύμβαση μεταβίβασης των μετοχών αυτών στον ίδιο, ενώ με τo αυτό ως άνω έγγραφο συμφωνήθηκε ότι η ... ... παρέδωσε τους τίτλους στον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος κατέβαλε, ως τίμημα για την εξαγορά τους, το ποσό των 990.000 ευρώ. Ότι η ανωτέρω συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών με αυτοσύμβαση ήταν εικονική, στην πραγματικότητα δε η ... ... ουδέποτε παρέδωσε τις μετοχές και ο εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε το ορισθέν ποσό τιμήματος ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, καθόσον μοναδικός λόγος της κατάρτισής της (της συμφωνίας) ήταν να διασκεδασθούν οι αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί σε βάρος της μετόχου ... τότε, λόγω δημοσιευμάτων του τύπου περί της επιχειρηματικής δραστηριότητας που είχε αναπτύξει η τελευταία, μέσω του νομικού προσώπου της (της ενάγουσας εταιρείας). Ότι, στην πραγματικότητα, δια του ανωτέρω, πληρεξουσίου, ο εναγόμενος έλαβε μόνο την εντολή και πληρεξουσιότητα, υπό την ιδιότητά του ως φαινόμενου εταίρου της, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της, ουσιαστικά δε κυρία των μετοχών ήταν, ανέκαθεν, η ... .... Ότι το έτος 2003 η ενάγουσα εταιρία αγόρασε το σύνολο των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." από τους μετόχους της Δ.. Κ. και Π.. Π., αλλά με την καταστάσα αμετάκλητη υπ'αριθ. 10066/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι στις 31-5-2004 πληρώθηκε διαλυτική αίρεση, από την οποία είχε εξαρτηθεί το κύρος της ανωτέρω αγοραπωλησίας, και έτσι ανατράπηκε αυτοδικαίως η μεταξύ τους πώληση, με συνέπεια να υποχρεωθούν αμφότερα τα μέρη να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις ΑΚ 904 επ. (για λήξασα αιτία) και πιο συγκεκριμένα, η μεν ενάγουσα εταιρεία να αποδώσει στους πωλητές τις μετοχές, οι δε πωλητές να αποδώσουν στην εταιρεία το τίμημα που είχαν ήδη εισπράξει και το οποίο συνολικά ανήλθε στο ποσό των 855.626 €. Ότι κατά τη διάρκεια του έτους 2005, οι ανωτέρω πωλητές των μετοχών, Δ.. Κ. και Π.. Π., ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις και προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού με την εταιρία, και πιο συγκεκριμένα με τον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της ιδίας και υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της, για τη διευθέτηση εκπλήρωσης, έναντι της εταιρίας της ανωτέρω χρηματικής οφειλής των 855.626 €. Ότι, λόγω μη υλοποίησης του επιτευχθέντος αρχικώς εξώδικου συμβιβασμιού, για τον οποίο συντάχθηκε το από 15-12-2005 ιδιωτικό έγγραφο, ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας, συνήψε στις 22-3-2017, με τους Δ. Κ. και Π. Π. νέο εξώδικο συμβιβασμό, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα λάβει το ποσό των 407.500 ευρώ, έναντι οριστικής εκκαθάρισης της διαφοράς της με τους προαναφερόμενους. Ότι, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, οι Δ. Κ. και Π. Π. την 22-3-2017 κατέβαλαν στον εναγόμενο το προαναφερόμενο ποσό, προκειμένου ο τελευταίος να τα αποδώσει στην ίδια. Ότι από το ανωτέρω χρηματικό ποσό ο εναγόμενος απέδωσε το ποσό των 190.000 ευρώ στον προσωπικό του φίλο Α. Π., προς φύλαξη και με σκοπό, στο μέλλον, να το αποδώσει ο τελευταίος, με τη σειρά του, στην ενάγουσα, όπως και πράγματι έγινε τη 18-12-2018, ενώ το υπόλοιπο ποσό κράτησε ο ίδιος. Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος της απέκρυψε το γεγονός της είσπραξης του ποσού των 407.500 ευρώ από τους Δ. Κ. και Π. Π., καθώς και το γεγονός της απόδοσης του ποσού των 190.000 ευρώ, προς φύλαξη, στον Α. Π., γεγονότα των οποίων η ίδια, νόμιμα εκπροσωπούμενη, έλαβε γνώση, τυχαία, από τον τελευταίο, κατά το έτος 2017, ουδέποτε της απέδωσε το απολειπόμενο, εκ του συνολικώς εισπραχθέντος, ποσό των 217.500 ευρώ και δη παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της. Ότι, περαιτέρω, την ...2017 η ... ... προέβη σε ανάκληση του με αριθμό .../...2005 πληρεξουσίου προς τον εναγόμενο, λόγω ουσιώδους παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων που αυτός είχε αναλάβει έναντι αυτής, ενώ την 29-3-2018 η μοναδική μέτοχός της εταιρείας ... ..., αγνοώντας ότι ο εναγόμενος είχε τελέσει πράξεις διαχείρισης κατά το έτος 2017 και μάλιστα την είσπραξη ποσού 407.500 ευρώ, προέβη σε εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, με προχρονολογημένη απόφαση της γενικής της συνέλευσης, φέρουσα ημερομηνία 30-6-2016, κατά την οποία και θα έπρεπε να είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο, αν δεν είχε παραταθεί η θητεία του προηγούμενου, συνεπεία δε του προαναφερόμενου γεγονότος, στην υπηρεσία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εμφανιζόταν ο Κ. Β., γεγονός μη αληθές, καθόσον νόμιμος εκπρόσωπός της παρέμενε, έως και 30-6-2017, ο εναγόμενος. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος είναι αντισυμβατική, δεδομένου ότι παραβίασε την αναληφθείσα έναντι της ιδίας υποχρέωσή του να της αποδώσει, οπό την ιδιότητά, του ως εντολοδόχου, τα χρήματα που απέκτησε, στο πλαίσιο εκτέλεσης της εκ μέρους της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής (διοίκηση και διαχείρισή της), εκ της αιτίας δε αυτής της προκάλεσε ζημία, ποσού 217.500 ευρώ, δηλαδή ισόποση με τα χρήματα που εισέπραξε ο εναγόμενος, αφαιρουμένων των ποσών των 190.000 ευρώ που της αποδόθηκαν, μέσω του Α. Π. και των 79.300 ευρώ που καταβλήθηκαν ως φόρος μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας Κ. Δ. Α. Π. . Ότι, περαιτέρω, η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγόμενου σε βάρος της είναι α) και αδικοπρακτική ως πληρούσα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, σε βαθμό κακουργήματος, χρηματικού υπέρτερου των 120.000 ευρώ, καθόσον, δια των ανωτέρω ενεργειών ιδιοποιήθηκε, παράνομα, το περιελθόν στην κατοχή του ποσό των 217.500 ευρώ, το οποίο ανήκε στην ίδια, αρχικά, αποσιωπώντας την είσπραξή του συνέχεια, αρνούμενος την είσπραξή του, β) ως αντίθετη με τους ορισμούς των διατάξεων των 22α §§ 1 και 2 του ν. 2190/1920, δοθέντος ότι, ενσωματώνοντας το ποσό των 217.500 ευρώ στην περιουσία του, παραβίασε τους κανόνες επιμελούς διοίκησης και διαχείρισης των υποθέσεων της, ενεργώντας με άμεσο δόλο, και γ) ως πληρούσα το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, διότι προέβη στις ανωτέρω εκτιθέμενες ενέργειες, κατά πλήρη κατάχρηση της ιδιαίτερης και μακρόχρονης εμπιστοσύνης της, συμπεριφορά αντικείμενη στις ιδέες του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνού. Ότι, συνέπεια της εκτιθέμενης αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου , υπέστη περιουσιακή ζημία, συνολικού ποσού 217.500 ευρώ, σε αποκατάσταση της οποίας ενέχεται αυτός. Ότι η παράνομη ιδιοποίηση ποσού από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας (και νυν αναιρεσίβλητης) εταιρίας δημιούργησε την εντύπωση στους τρίτους περί αδυναμίας εσωτερικού ελέγχου της, μειωμένης αξιοπιστίας και αφερεγγυότητάς της, ενώ η έλλειψη του υπεξαιρεθέντος ποσού από το ταμείο της εταιρίας, οδήγησε στη στασιμότητα της επιχειρηματικής της δράσης, ο δε τρόπος που ενήργησε εναγόμενος (νυν αναιρεσείων) προσέβαλε βαρύτατα την εμπορική πίστη και υπονόμευσε την επιχειρηματική της δράση και το εμπορικό της μέλλον. Ότι περαιτέρω, αν ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, και πιο συγκεκριμένα η βαρύτατη και ανήθικη αδικοπρακτική προσβολή που μετήλθε ο εναγόμενος σε βάρος της, η βαρύτητα της προσβολής και συγκεκριμένα η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια τη βαρύτατη ηθική βλάβη της εταιρίας και κλόνισε την εν γένει επιχειρηματική δράση και τη φερεγγυότητά της, ο δόλος του εναγομένου, ο οποίος ιδιοποιήθηκε το επίδικο ποσό με άμεσο δόλο, καθώς γνώριζε ότι το επίδικο ποσό ανήκει στην εταιρία και θέλησε να το ενσωματώσει στην περιουσία του, καθώς απέκρυψε την είσπραξή του, αρνούμενος ρητά, εν συνεχεία, ότι το εισέπραξε, καθώς και η οικονομική επιφάνεια του εναγομένου, όπως αυτή λεπτομερώς προσδιορίζεται, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό. Με δήλωσή της περιεχόμενη στις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, η ενάγουσα διόρθωσε, το, από παραδρομή, όπως ανέφερε, εσφαλμένα αναγραφόμενο στην όγδοη σελίδα της αγωγής της, στην παράγραφο που φέρει τον αριθμό 24 και στους στίχους 5-7 αυτής "Αφαιρουμένων των 79.300 ευρώ, που καταβλήθηκαν ως φόρος μεταβίβασης των μετοχών της "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." και αφαιρουμένων των 190.000 ευρώ που εισέπραξε η εταιρία μας από τον Α. Π. ...", στο ορθό "Αφαιρουμένων των 190.000 ευρώ που εισέπραξε η εταιρία μας από τον Α. Π. ...", διευκρινίζοντας ότι το ανωτέρω ποσό (79.000 ευρώ) καταβλήθηκε όχι από τον εναγόμενο , αλλά από τους Δ. Κ. και Π. Π.. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 217.500 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 22-3-2017 , ημεροχρονολογία είσπραξης του ποσού εκ μέρους του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εκ της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής σε βάρος της εκ μέρους του συμπεριφοράς και β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθ. 5710/2020 οριστική απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 713, 714, 719, 720, 914, 919 και 932 ΑΚ, 22α του ν. 2190/1920 και 375 ΠΚ και ερευνώντας την περαιτέρω, την έκανε εν μέρει δεκτή αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 217.500 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράβαση των εκ της ιδιότητός του και της συρρέουσας αδικοπρακτικής του ευθύνης διατάξεων καθώς και ποσό 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης. Ασκηθείσης εφέσεως από τον ηττηθέντα εναγόμενο, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεσή του.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α § 2 και 24 § 3 του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτά ίσχυαν πριν καταργηθούν με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018 και 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ, συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής. Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 131/2022). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του ν. 2190/1920, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο που συντελέστηκαν τα παραγωγικά της ευθύνης γεγονότα (άρθ. 187 § 15 ν. 4548/2018 σε συνδ. με άρθ. 24 και 25 ΕισΝΑΚ), 31 και 32 του ΕΝ, 68, 714, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους πίστης και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 914, 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές, ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο, νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους των άρθρων 22β του ιδίου Νόμου (ΑΠ 1189/2020, ΑΠ 320/2015, ΑΠ 1483/2010). Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αλλά και πρόσωπα τα οποία δεν είναι μέλη του και τα οποία ασκούν εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 22 § 3 του ιδίου νόμου, ευθύνονται για κάθε πταίσμα κατά την διαχείριση, εκτός αν αποδείξουν, ότι κατέβαλαν την επιμέλεια "συνετού επιχειρηματία". Πρόκειται για νόθο αντικειμενική ευθύνη όπου αντιστρέφεται το βάρος της αποδείξεως, ώστε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και όχι η εταιρία να πρέπει να αποδείξουν, ότι κατέβαλαν την κατά νόμο επιμέλεια. Το μέτρο της ευθύνης των διοικούντων διαφοροποιείται ανάλογα με την ιδιότητα του κάθε μέλους (διευθύνοντος συμβούλου κ.λ.π) και με τα καθήκοντα τα οποία έχουν ανατεθεί σε αυτό (ΑΠ 1698/2013). Η ευθύνη αυτή είναι ευθύνη εντολοδόχων διοικητών ξένης περιουσίας, οι οποίοι κατά βασική αρχή του ισχύοντος ιδιωτικού περιουσιακού δικαίου ευθύνονται για κάθε πταίσμα (ΑΚ 714, 731) και υφίσταται μόνον έναντι της εταιρίας και όχι έναντι των μετόχων, εκτός εάν η ζημιογόνος πράξη των μελών της διοικήσεως της εταιρίας, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1214/2021, ΑΠ 413/2020). Έτσι, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως διαχειριστικών καθηκόντων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ζημία της εταιρίας, γεννάται υποχρέωση αποζημιώσεως σε βάρος του υπαιτίου συμβούλου. Αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι: 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) (ΑΠ 131/2022 , ΑΠ 1276/2015, ΑΠ 1572/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρoτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011). Το σφάλμα που ιδρύει τον παρόντα λόγο, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 724/2016). Προϋπόθεση συνεπώς του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 135/2019).
Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Τ. - Δ. - Ε. Α. Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "..." (αναιρεσίβλητη), συστάθηκε δυνάμει του με αριθμό .../2003 συμβολαιογραφικού εγγράφου σύστασης ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Ι., νόμιμα καταχωρηθέντος στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών (ΦΕΚ ..., τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), έχει δε έδρα στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., και αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, τη μελέτη, επίβλεψη, ανάληψη και κατασκευή έργων αποπερατώσεων κτιρίων, ανακαινίσεων, ανακατασκευών, αναστηλώσεων και συντηρήσεων κτιρίων, την αγορά και πώληση ακινήτων, την κατασκευή οικοδομών επί οικοπέδων - γηπέδων, ιδιοκτησίας της ή ιδιοκτησίας τρίτων, με το σύστημα της αντιπαροχής και την πώληση των ανεγειρόμενων ιδιοκτησιών, την ανάληψη πόσης φύσης εργολαβιών, ως προς την κατασκευή τεχνικών έργων, και τη συνεργασία με επιχειρήσεις που επιδιώκουν συναφείς σκοπούς. Μοναδικός μέτοχος της εφεσίβλητης εταιρίας, κατέστη κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Ι. Γ. Η. η Α. του Χ." και τον ειδικό τίτλο "...", το οποίο κατείχε, αρχικά, 497.500 μετοχές, ήδη δε μετά τη μεταβίβαση εκ μέρους του Φ. Κ. προς το προαναφερόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δυνάμει του από 15.10.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού, 2.500 ονομαστικών μετοχών, το τελευταίο κατέχει το σύνολο των 500.000 ονομαστικών μετοχών της εταιρίας. Ο εκκαλών, Δ. Κ. του Ι. (αναιρεσείων), διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εφεσίβλητης εταιρίας, έχοντας την αποκλειστική εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησής της, για δύο συνεχόμενες θητείες του διοικητικού της συμβουλίου και δη κατά τα χρονικά διαστήματα από 08.02.2005 έως και 30.06.2011 και από 30.06.2011 έως και 30.06.2016, ενώ, ακολούθως, η θητεία του παρατάθηκε, σιωπηρά, μέχρι την 30ή Ιουνίου του έτους 2017, δεσμεύοντάς τη με μόνη την υπογραφή του, δοθέντος ότι το διοικητικό συμβούλιο της εφεσίβλητης είχε μεταβιβάσει στον εκκαλούντα όλες τις αρμοδιότητές του για όλα τα θέματα που την αφορούσαν, ορίζοντάς τον ως εκπρόσωπό της σε όλες τις σχέσεις της στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, προς οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου(...). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 14.04.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι Δ. Κ., Π. Π. και Ε. Τ., πώλησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στην εφεσίβλητη εταιρία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα, το σύνολο των ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", και δη 27.500 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 133,96 ευρώ για κάθε μετοχή, ενώ, προσθέτως, συμφωνήθηκε ότι η πώληση των μετοχών τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής του συμφωνηθέντος και πιστωθέντος τιμήματος. Η εφεσίβλητη - αγοράστρια, νόμιμα εκπροσωπούμενη, αν και κατέβαλε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν ήταν συνεπής ως προς την καταβολή του υπολοίπου, με συνέπεια να πληρωθεί η τεθείσα από τα συμβαλλόμενα μέρη διαλυτική αίρεση. Κατόπιν των ανωτέρω, οι Δ. Κ., Π. Π. και Ε. Τ., τότε μέτοχοι της ως άνω εταιρίας, κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (...) αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής των ονομαστικών τίτλων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 6491/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Δια της απόφασης αυτής το προαναφερόμενο Δικαστήριο δέχθηκε τις αιτήσεις, αναγνώρισε τους αιτούντες, προσωρινά, νομείς και κατόχους των μετοχών και διέταξε την αποβολή της εφεσίβλητης από τη νομή τους. Κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της ως άνω απόφασης εκ μέρους της εφεσίβλητης, εκδόθηκε η με αριθμό 10066/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας απορρίφθηκε το ασκηθέν ένδικο μέσο. Συνεπεία της, για τους ανωτέρω λόγους, ανατροπής της σύμβασης πώλησης των ονομαστικών μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", η εφεσίβλητη διατηρούσε σε βάρος των Δ. Κ. και Π. Π., οι οποίοι στο μεταξύ είχαν καταστεί μοναδικοί κύριοι των ονομαστικών μετοχών της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτούς από τον Ε. Τ. των ονομαστικών μετοχών που είχε στην κυριότητά του, αξίωση επιστροφής, σύμφωνα με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, του ποσού που είχε καταβάλει προς μερική εξόφληση του τιμήματος της πώλησης των μετοχών. Η εφεσίβλητη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, παρά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της προς απόδοση των ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", αξιώνοντας την ταυτόχρονη επιστροφή του αδικαιολογήτως, μετά την ανατροπή της σύμβασης πώλησής τους, καταβληθέντος εκ μέρους της ποσού. Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ αφενός των Δ. Κ. και Π. Π. και αφετέρου του εκκαλούντος, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της εφεσίβλητης, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της, επήλθε εξώδικος συμβιβασμός, συνταχθέντος προς τούτο του από 15.12.2005 ιδιωτικού εγγράφου, με τίτλο σχέδιο εξώδικου συμβιβασμού, συνυποσχετικού εργολαβίας επί αντιπαροχή - προσυμφώνου πωλήσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου. Όπως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο έγγραφο σε αυτό συμβάλλονται η εταιρία, με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους Δ. Κ. και Π. Π., η εταιρεία με την επωνυμία "... ...", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και, εκ τρίτου, οι Δ. Κ., Π. Π. και η εφεσίβλητη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της. Δια του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι α. η εταιρία με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." έχει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της την, ειδικότερα, περιγραφόμενη σε αυτό αγροτική έκταση, εμβαδού 100 στρεμμάτων, κείμενη στη θέση ... ή ... της κτηματικής περιοχής ..., β. η εταιρία με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." προέβη σε κατάρτιση σύμβασης υπόσχεσης ανάθεσης στην εταιρεία, με την επωνυμία "... ...", της επί αντιπαροχή ανέγερσης συγκροτήματος οικοδομών στο ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο, γ. η εφεσίβλητη εταιρία θα αποδώσει, εμπροθέσμως, προ της υπογραφής του προσυμφώνου εργολαβίας μεταξύ των προαναφερόμενων, σχέδιο του οποίου αποτελούσε το επίμαχο έγγραφο, στους εκ τρίτου συμβαλλόμενους, Δ. Κ. και Π. Π., όλες τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", της κυριότητάς τους επανερχόμενης, τοιουτοτρόπως, σε αυτούς, κατά την αναλογία συμμετοχής ενός εκάστου στο εταιρικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας, δ. κατά την ημέρα υπογραφής του επίμαχου συμφωνητικού, σε απόσβεση των αξιώσεων της εφεσίβλητης εταιρίας έναντι της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." και των εταίρων της, όπως αυτές αναφέρονται στη με αριθμό 14674/2007 αγωγή, που είχε στο μεταξύ ασκήσει η εφεσίβλητη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και αφορούσαν στις μερικές καταβολές έναντι: του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των μετοχών της ως άνω εταιρίας, η εταιρία με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", νόμιμα εκπροσωπούμενη, προσυμφωνεί και υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην εφεσίβλητη, ποσοστό 20% του όλου ως άνω ακινήτου, αντί τιμήματος 700.000 ευρώ, ποσό το οποίο δηλώνεται ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς διά συμψηφισμού και δη της απόσβεσης τής ισόποσης απαίτησης της εφεσίβλητης έναντι της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", με τον τρόπο δε αυτό αποσβέννυται, ολοσχερώς, στο πλαίσιο συμβιβασμού, οποιαδήποτε αξίωση της εφεσίβλητης κατά των Δ. Κ. και Π. Π., όπως αυτή οριζόταν στην ασκηθείσα σε βάρος τους ως άνω αγωγή, ε. το οριστικό συμβόλαιο, για τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου ποσοστού, θα λάβει χώρα ευθύς ως και αν εκδοθεί από την αρμόδια δασική υπηρεσία το πιστοποιητικό περί του μη δασικού χαρακτήρα του προς μεταβίβαση ακινήτου, μετά δε την έκδοση αυτού χορηγήθηκε στην εφεσίβλητη δικαίωμα να προβεί σε αυτοσύμβαση κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου προς μεταβίβαση του συμφωνηθέντος ποσοστού, και στ, επιπλέον, η εφεσίβλητη θα λάβει 3,4 μονοκατοικίες, εκ του συνόλου των 36 που ανέλαβε να ανεγείρει η εταιρία με την επωνυμία "... ...". Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του με αριθμό ... πρακτικού της συνεδρίασης της Γ. του Ι. Γ. Η. "Η. Α. Τ. Χ.", το προαναφερόμενο όργανο του μοναδικού μετόχου της εφεσίβλητης παρείχε στον εκκαλούντα τότε πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εφεσίβλητης ανέκκλητη εξουσιοδότηση, αφού παραλάβει από την κάτοχο αυτών ... ..., οπισθογραφημένες, τις μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." να τις αποδώσει στους Δ. Κ. και Π. Π., σε συμμόρφωση της εφεσίβλητης με την απορρέουσα από τη με αριθμό 10066/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υπογράφοντας κάθε έγγραφο που θα απαιτηθεί και δηλώνοντας έναντι των προαναφερόμενων και για λογαριασμό του νομικού προσώπου τής εφεσίβλητης παραίτηση από κάθε δικαίωμα και μελλοντικές αξιώσεις της τελευταίας που μπορεί να απορρέουν από την ενέργεια αυτή, καθώς και ότι δεν πρόκειται να εγερθεί στο μέλλον οποιαδήποτε αξίωση εκ της πράξης αυτής. Επιπρόσθετα, όπως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο πρακτικό, η Γ. της ... ... αποφάσισε την άμεση παράδοση οπισθογραφημένων των επιταγών στον εκκαλούντα, προς υλοποίηση της χορηγηθείσας σε αυτόν εντολής, τον οποίο, παράλληλα, εξουσιοδότησε να εκπροσωπεί την εφεσίβλητη σε κάθε αυτόκλητη γενική συνέλευση της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. A. Π. Α.Ε.", προκειμένου να τακτοποιήσει διαδικαστικές εκκρεμότητες της εταιρίας, ενδεικτικά αναφερόμενης της συγκρότησης του διοικητικού της συμβουλίου, τις μεταβιβάσεις των περιουσιακών της στοιχείων, την πληρωμή φόρων κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, δυνάμει του από 22.03.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, μεταξύ του τελευταίου, ενεργούντος υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αντιδίκου του και των Δ. Κ. και Π. Π. συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:"...Σε εκτέλεση της υπ' αριθμ.10066/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της ... κατά της υπ' αριθμ. 6491/2004 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η "... Α.Ε " υποχρεώθηκε να επιστρέψει τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Π. Α.Ε." στους Δ. Κ. και Π. Π., οι οποίοι δυνάμει της ως άνω δικαστικής αποφάσεως είναι νόμιμοι κύριοι των μετοχών της εταιρίας, η στην Θεσσαλονίκη εδρεύουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ. Δ. - Ε. Α. Ε." και με Δ.Τ. "... ΑΕ", με αριθμό Μητρώου ..., συμμορφούμενη σήμερα πλήρως προς το διατακτικό της άνω 10066/2005 απόφασης παραδίδει σήμερα, δια του Δ. Κ., νομίμου εκπροσώπου αυτής στους Δ. Κ. και Π. Π. το 100% των μετοχών τής εταιρίας "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", τις οποίες έχει στα χέρια της. Εν όψει της επικείμενης πώλησης του 100% των μετοχών της εταιρίας "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." σε υποψήφιο αγοραστή, ο Δ. Κ. του Α. και ο Π. Π. του Π., με το παρόν αναλαμβάνουν την υποχρέωση και υπόσχονται ότι, όταν πωληθούν οι μετοχές της εταιρίας στον υποψήφιο και καταβληθεί από αυτόν στους πωλητές το τίμημα, θα καταβάλουν στον Δ. Κ. του Ι. ποσό ίσο με το 20% της αξίας πωλήσεως των μετοχών και συγκεκριμένα από 10% έκαστος. Στην περίπτωση που προκύψει οποιοδήποτε χρέος - οφειλή προς τρίτους της εταιρίας "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε.." μέχρι και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του 100% των μετοχών της στον υποψήφιο αγοραστή, καθώς επίσης και στο μέλλον, οι υπογράφοντες το παρόν δεσμεύονται όπως καταβάλουν το ως άνω χρέος - οφειλή κατά ποσοστό 40% ο Δ. Κ., 40% ο Π. Π. και 20% ο Δ. Κ.". Σε εκτέλεση του ανωτέρω εκτιθέμενου νεότερου συμβιβασμού, όπως αποδεικνύεται από τη φέρουσα ημερομηνία 22.03.2017 υπεύθυνη δήλωση του εκκαλούντος, η οποία συνυπογράφεται από τον Χ. Θ. του Δ. και η οποία συνιστά, σε ανύποπτο χρόνο, προγενέστερο της έγερσης της κρινόμενης αγωγής αλλά και της έναρξης της εν γένει αντιδικίας των διαδίκων, εξώδικη ομολογία του τελευταίου, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι Δ. Κ. και Π. Π. την 22ηΜαρτίου του έτους 2017 κατέβαλαν στον εκκαλούντα, υπό την ιδιότητά του νόμιμου εκπροσώπου της αντιδίκου του το συνολικό ποσό των 407.500 ευρώ. Ειδικότερα, ο εκκαλών δήλωσε, κατ' ακριβή αντιγραφή, "Ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Τ. Δ. Ε. Α. Ε. είμαι κάτοχος 27.499 μετοχών της εταιρίας Κ. Κ. Δ. Π. ΑΕ, τις οποίες έχω απωλέσει. Παράλληλα με απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τις ανωτέρω μετοχές είμαι υποχρεωμένος να τις παραδώσω στους Κ. Δ. και Π. Π. αντί τιμήματος περίπου 407.500 ευρώ τα οποία σήμερα παρέλαβα προς εξόφλησή μου από τους κυρίους Κ. Δ. και Π. Π.. Αναλαμβάνοντας την υποχρέωση ή εφόσον βρεθούν να παραδώσω τις πρωτότυπες μετοχές ή να καταθέσω αγωγή στα αρμόδια δικαστήρια της Θεσσαλονίκης μέσω του δικηγόρου ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΑΛΛΗ και να εκδώσω καινούργιους τίτλους. Προς εξασφάλισή τους καταθέτω στο λογιστικό γραφείο Ο. Θ. Ι. και συγκεκριμένα στο Θ. Χ. του Δ. ο οποίος υπογράφει την παρούσα προς επιβεβαίωση 200.000 € τα οποία και αναλαμβάνει να μου παραδώσει ο ίδιος ή με την παράδοση των πρωτοτύπων τίτλων ή με την κατάθεση της ανωτέρω αγωγής και την έκδοση των τίτλων". Κάτωθι της ανωτέρω δήλωσης έχει τεθεί η υπογραφή του εκκαλούντος, καθώς και η υπογραφή του λογιστή, Χ. Θ., υπό τον τίτλο "Ο λαβών την εγγύηση των 200.000 ευρώ". Την, αμέσως, επόμενη ημέρα, μεταξύ της εφεσίβλητης εταιρίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον εκκαλούντα, και των Δ. Κ. και Π. Π. υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών και στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν "Η ... εταιρεία με το δ.τ. ... ΑΕ κατέχοντας 27.499 μετοχές μετά των πάσης φύσεως επ' αυτών και εξ αυτών δικαιωμάτων τους, ήδη σήμερα με το παρόν παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει δια συμφωνίας περί μεταθέσεως της νομής και κατοχής τους, τηρουμένων και των διατυπώσεων του άρθρου 8 του Ν. 2190/1920, προς τους αφετέρου συμβαλλόμενους λήπτες των μετοχών και συγκεκριμένα στον μεν πρώτο εκ των ληπτών των μετοχών, κ. Κ. Δ., 13.750 ... μετοχές στον δε δεύτερο εκ των Ληπτών των Μετοχών κ. Π. Π. 13.749 ...μετοχές, ελεύθερες παντός εν γένει βάρους, φόρου, χρέους, μεσεγγυήσεως, ενεχυριάσεως, κατασχέσεως και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος και εκχωρεί τα πάσης φύσεως δικαιώματα του επί και εκ των μετοχών άνευ τιμήματος, σε εκτέλεση της με αριθμό 10.066/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαιτίας της μη υλοποίησης του από 15.12.2005 σχεδίου εξώδικου συμβιβασμού ανάμεσα στους παρόντες συμβαλλόμενους, που κατέστησε άκυρο το εν λόγω σχέδιο εξώδικου συμβιβασμού. ... 5. Οι "ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΝΤΕΣ" δηλώνουν ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα και εγγυώνται προς τους λήπτες των μετοχών τα ακόλουθα: - ότι μετά τη μεταβίβαση των μετοχών τους δεν έχουν ούτε διατηρούν καμία οικονομική ή άλλη απαίτηση/αξίωση κ.λπ. από οποιονδήποτε λόγο και αιτία, έναντι των "ΛΗΠΤΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ" και, σε κάθε, περίπτωση, παραιτούνται από οιαδήποτε αξίωση/ απαίτησή τους, - ότι το καταστατικό ιδρύσεως της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" είναι σε πλήρη ισχύ με όλες τις τροποποιήσεις που περιλαμβάνονται στα δημοσιευμένα τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ των ΦΕΚ. ...". Τέλος, την 30η Μαρτίου του έτους 2017, δυνάμει του από 30.03.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβασης οριστικών ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", νόμιμα εκπροσωπουμένης, το οποίο, ομοίως, επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, το σύνολο των μετοχών της τελευταίας, πωλήθηκαν, παραχωρήθηκαν, μεταβιβάσθηκαν και παραδόθηκαν, με συμφωνία περί μετάθεσης της νομής και κατοχής τους, στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, με την επωνυμία "D. B. Ξ. Ε. Ι..Κ..Ε..", έναντι αναγραφόμενου τιμήματος, ποσού 1.000.000 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, από το ποσό των 407.500 ευρώ, το οποίο εισέπραξε, κατά τα ανωτέρω, ο εκκαλών από τους Δ. Κ. και Π. Π., για λογαριασμό της εφεσίβλητης εταιρίας (δεδομένου ότι το ποσό των 200.000 ευρώ το κατέβαλε ως εγγύηση στον λογιστή, Χ. Θ. και το έλαβε πίσω μόλις ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες), απέδωσε, σε άμεσο χρόνο, μη επακριβώς προσδιοριζόμενο από τις αποδείξεις, πάντως πριν την 5η Απριλίου του έτους 2017, το ποσό των 190.000 ευρώ στον, Α. Π., πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης αμφοτέρων των διαδίκων, προς φύλαξη και με σκοπό, στο μέλλον και δη όταν ολοκληρώνονταν όλες οι διαδικασίες μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στην αγοράστρια αυτών εταιρία, με την επωνυμία "D. B. Ξ. Ε. Ι..Κ..Ε..", να το αποδώσει ο τελευταίος, με τη σειρά του, στην εφεσίβλητη όπως και, πράγματι, έγινε τη 18η Δεκεμβρίου του έτους 2018. Το γεγονός της είσπραξης εκ μέρους του αντιδίκου της του ποσού των 407.500 ευρώ και της απόδοσης του εξ αυτού ποσού των 190.000 ευρώ στον Α. Π., προς φύλαξη, περιήλθε σε γνώση της μοναδικής μετόχου της εφεσίβλητης εταιρίας αυτής, ... ..., άμεσα και πάντως προ της 05ης Απριλίου του έτους 2017, όπως, άλλωστε, συνομολογεί και η ίδια με την αγωγή της (σελίδες 6 και 7 αυτής), οπότε η τελευταία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, θορυβημένη από τη μη άμεσή απόδοσή του, προέβη, δυνάμει του με αριθμό ...2017 συμβολαιογραφικού εγγράφου, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γ. Χ., σε ανάκληση του με αριθμό .../...2005 πληρεξουσίου, λόγω ουσιώδους παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο εκκαλών έναντι αυτής. Έκτοτε ο εκκαλών ουδέποτε απέδωσε στην εφεσίβλητη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, το υπολειπόμενο, εκ του, συνολικώς, εισπραχθέντος για λογαριασμό της, ποσό των 217.000 ευρώ παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Πρέπει να σημειωθεί ότι, την 29η Μαρτίου του έτους 2018, η μοναδική μέτοχος της εφεσίβλητης, ... ..., προέβη σε εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, με προχρονολογημένη απόφαση της γενικής της συνέλευσης, φέρουσα ημερομηνία 30.06.2016, κατά την οποία και θα έπρεπε να είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο, αν δεν είχε παραταθεί η θητεία του προηγούμενου. Για τον λόγο αυτό στην υπηρεσία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας εμφανιζόταν ο Κ. Β. (όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2018 ανακοίνωση καταχώρισης της υπηρεσίας του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης), γεγονός, ωστόσο, μη αληθές, καθόσον νόμιμος εκπρόσωπός της παρέμενε, έως και την 30ή Ιουνίου του έτους 2017, ο εκκαλών (όπως το γεγονός της εκ μέρους του διατήρησης της ιδιότητας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αντιδίκου του και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, έως την 30° Ιουνίου του έτους 2017, συνομολογήθηκε από τον εκκαλούντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη σελίδα 4η των προτάσεών του, στίχοι 11-13 από το τέλος της σελίδας, και, ως εκ τούτου, θεωρείται, πλήρως, αποδεδειγμένοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ)..... Περαιτέρω όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών, ενεργών υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της αντιδίκου του, αν και έλαβε στην κατοχή του από τους Δ. Κ. και Π. Π., το παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 217.500 ευρώ, το οποίο δεν ανήκε στον ίδιο, ουδέποτε, απέδωσε αυτό στην αντίδικό του, αντίθετα, ενεργώντας με πρόθεση και δη δόλια, το ιδιοποιήθηκε, παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του. Η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου είναι αντισυμβατική (άρθρα 713 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22α τoυ κ.ν. 2190/1920, ως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο), δεδομένου ότι δια αυτής ο εκκαλών παραβίασε την αναληφθείσα έναντι της εφεσίβλητης υποχρέωσή του να της αποδώσει, υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, τα χρήματα που απέκτησε, στο πλαίσιο εκτέλεσης της εκ μέρους της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής (διοίκηση και διαχείρισή της) και των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου, εκ της αιτίας δε αυτής της προκάλεσε ισόποση ζημία, σε αποκατάσταση της οποίας και ενέχεται. Η συμβατική ευθύνη του εκκαλούντος από τη σχέση εντολής αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, αφού αποδείχθηκε η εν τοις πράγμασι εντολή σ'αυτόν της διαχείρισης των υποθέσεων της εφεσίβλητης, χωρίς να ενδιαφέρει το νομότυπο της εκλογής του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, κατ' άρθρο 22α του ν. 2190/1920, αφού εντολοδόχος της εφεσίβλητης μπορούσε να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο τα νόμιμα όργανα αυτού. Επομένως οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο της έφεσης του, ότι δεν φέρει συμβατική ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη για την υπεξαίρεση του παραπάνω ποσού, καθώς κατά τον χρόνο που το έλαβε δεν είχε νομότυπα την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ της εφεσίβλητης εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού δεν αποτελεί προϋπόθεση της ευθύνης του το νομότυπο της συμμετοχής του στο ΔΣ, αλλά αρκεί και η άτυπη ανάθεση σ'αυτόν της σχετικής εντολής, όπως εν προκειμένω. Επομένως απορριπτέος κρίνεται, κατά τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, η ανωτέρω συμπεριφορά του εκκαλούντος σε βάρος της εφεσίβλητης εταιρίας συνιστά και αδικοπραξία, ως πληρούσα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, και δη σε βαθμό κακουργήματος, χρηματικού ποσού υπέρτερου των 120.000 ευρώ, καθόσον, δια των ανωτέρω ενεργειών του, ιδιοποιήθηκε, παράνομα, το περιελθόν στην κατοχή του ποσό των 217.500 ευρώ, το οποίο ανήκε στην εφεσίβλητη, ιδιοποίηση η οποία εκδηλώθηκε, δια της μη συμμόρφωσής του με την υποχρέωση απόδοσής του σε αυτή, και αφετέρου ως πληρούσα το πραγματικό της διάταξης της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, δοθέντος ότι ο εκκαλών προέβη στις ανωτέρω εκτιθέμενες ενέργειες, κατά πλήρη κατάχρηση της ιδιαίτερης και μακρόχρονης εμπιστοσύνης της εφεσίβλητης προς το πρόσωπό του, συμπεριφορά αντικείμενη στις αρχές του χρηστώς και εμφρόνως, σκεπτόμενου μέσου κοινωνού. Με την κρινόμενη έφεσή και δη με τον τρίτο λόγο αυτής, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, ναι μεν περιήλθε στην κατοχή του το παραπάνω χρηματικό ποσό, πλην όμως μέρος αυτού (217.000 ευρώ) του παραδόθηκε όχι για λογαριασμό της εφεσίβλητης αλλά για άλλη αιτία. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ποσό 79.300 ευρώ καταβλήθηκε ως φόρος για τη μεταβίβαση των μετοχών της "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α." προς τους Π.. Π. και Δ.. Κ., ποσό 25.000 ευρώ καταβλήθηκε ως μεσιτική αμοιβή και ποσό 113.200 ευρώ καταβλήθηκε στον ίδιο προς αποκατάσταση ζημίας που είχε υποστεί από τη ... .... Ο παραπάνω ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πλην όμως παραδεκτώς, καθώς δεν αποτελεί ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο δεν έχει προσκομιστεί από τον εκκαλούντα οι δε καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε δεν είναι πειστικές καθώς δεν προέρχονται από άμεση γνώση των καταθεσάντων προσώπων. Αντίθετα οι μάρτυρες της εφεσίβλητης είναι σαφείς και κατηγορηματικοί ότι το σύνολο του παραπάνω ποσού δόθηκε για να καταβληθεί στην εφεσίβλητη εταιρία. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που όμοια έκρινε δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός λόγος της έφεσης ως αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 18, 22α, 22β, 23α § 2, 24 § 3 του ν. 2190/1920, 31 και 32 του ΕΝ, 68, 714, 731, 914, 919, 297 και 298 του ΑΚ, σε συνδ. με 375 § 2 του ΠΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων, ενώ εισέπραξε, υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, το ποσό των 217.500 ευρώ, δεν απέδωσε αυτό στην αναιρεσίβλητη, αλλά, ενεργώντας αντισυμβατικά, το ιδιοποιήθηκε, παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι ο αναιρεσείων διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης εταιρίας, έχοντας την αποκλειστική εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησής της, κατά τα χρονικά διαστήματα από 08.02.2005 έως και 30.06.2011 και από 30.06.2011 έως και 30.06.2016, ενώ, ακολούθως, η θητεία του παρατάθηκε, σιωπηρά, μέχρι την 30ή Ιουνίου του έτους 2017, το διοικητικό δε συμβούλιο της εταιρίας είχε μεταβιβάσει σ' αυτόν όλες τις αρμοδιότητές του για όλα τα θέματα που την αφορούσαν, β) ότι δυνάμει του από 14.04.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι Δ. Κ., Π. Π. και Ε. Τ., πώλησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στην αναιρεσίβλητη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον αναιρεσείοντα, το σύνολο των ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α..Ε..", και δη 27.500 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 133,96 ευρώ για κάθε μετοχή, υπό τη διαλυτική, όμως, αίρεση της μη αποπληρωμής του συμφωνηθέντος και πιστωθέντος τιμήματος, γ) ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε μέρος μόνον του τιμήματος, ενώ δεν υπήρξε συνεπής ως προς την καταβολή του υπολοίπου, και έτσι, πληρωθείσας της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, ανετράπη η ανωτέρω σύμβαση πώλησης των μετοχών και με την 6491/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την 10066/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίστηκαν οι πωλητές, προσωρινά, νομείς και κάτοχοι των μετοχών και διατάχθηκε η αποβολή της αναιρεσίβλητης από τη νομή τους, δ) ότι μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ αφενός των Δ. Κ. και Π. Π. και αφετέρου του αναιρεσείοντος, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της, επήλθε εξώδικος συμβιβασμός, συνταχθέντος προς τούτο του από 15.12.2005 ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος όμως δεν υλοποιήθηκε, αλλά στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 22-3-2017, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ.10066/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καταρτίστηκε νέος συμβιβασμός δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ αφενός του αναιρεσείοντος, ενεργούντος υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, και των Δ. Κ. και Π. Π., ε) στο πλαίσιο του νέου αυτού συμβιβασμού οι Δ. Κ. και Π. Π. κατέβαλαν στις 22-3-2017 στον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, το συνολικό ποσό των 407.500 ευρώ, για το οποίο συνυπογράφηκε από τους συμβληθέντες η με ιδία ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος, ενώ την επόμενη ημέρα, υπογράφηκε έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών μεταξύ αφενός της αναιρεσίβλητης εταιρίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα, και αφετέρου των Δ. Κ. και Π. Π., δυνάμει του οποίου η αναιρεσίβλητη παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε σ' αυτούς τις πιο πάνω μετοχές της εταιρείας "Κ. Κ. Δ. Π. Α.Ε.", στ) ότι ο αναιρεσείων, από το ανωτέρω ποσό των 407.500 ευρώ, που εισέπραξε, από τους Δ. Κ. και Π. Π., για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης εταιρίας, ποσό 190.000 ευρώ παρέδωσε στον Α. Π., για να το αποδώσει στην αναιρεσίβλητη, όπως και, πράγματι, έγινε στις 18 Δεκεμβρίου του 2018, ουδέποτε όμως απέδωσε σ' αυτή το υπόλοιπο ποσό των 217.500 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης, ζ) ότι, με τον τρόπο αυτό, ο αναιρεσείων, ενεργών υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, αν και έλαβε στην κατοχή του από τους Δ. Κ. και Π. Π., το παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 217.500 ευρώ, το οποίο δεν ανήκε στον ίδιο, ουδέποτε, απέδωσε αυτό στην αναιρεσίβλητη, αλλά, αντίθετα, ενεργώντας με πρόθεση και δη δόλια, το ιδιοποιήθηκε, παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του, η) ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος είναι αντισυμβατική, δεδομένου ότι αυτός παραβίασε την αναληφθείσα έναντι της αναιρεσίβλητης υποχρέωσή του να της αποδώσει, υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, τα χρήματα που απέκτησε, στο πλαίσιο εκτέλεσης της εκ μέρους της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής (διοίκηση και διαχείρισή της) και των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων ως προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου, εκ της αιτίας δε αυτής της προκάλεσε ισόποση ζημία, σε αποκατάσταση της οποίας και ενέχεται, θ) ότι υφίσταται συμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντος από τη σχέση εντολής, αφού αποδείχθηκε η εν τοις πράγμασι εντολή σ'αυτόν της διαχείρισης των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, χωρίς να ενδιαφέρει το νομότυπο της εκλογής του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, κατ' άρθρο 22α του ν. 2190/1920, αφού εντολοδόχος της αναιρεσίβλητης μπορούσε να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο τα νόμιμα όργανα αυτού και ι) ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρίας συνιστά και αδικοπραξία, ως πληρούσα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, και δη σε βαθμό κακουργήματος, χρηματικού ποσού υπέρτερου των 120.000 ευρώ, καθόσον, δια των ανωτέρω ενεργειών του, ιδιοποιήθηκε, παράνομα, το περιελθόν στην κατοχή του ποσό των 217.500 ευρώ, το οποίο ανήκε στην αναιρεσίβλητη, και αφετέρου ως πληρούσα το πραγματικό της διάταξης της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, δοθέντος ότι ο αναιρεσείων προέβη με δόλο στις ανωτέρω εκτιθέμενες ενέργειες, κατά πλήρη κατάχρηση της ιδιαίτερης και μακρόχρονης εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, συμπεριφορά αντικείμενη στις αρχές του χρηστώς και εμφρόνως, σκεπτόμενου μέσου κοινωνού. Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, για τη μη απόδοση και την παράνομη ιδιοποίηση από τον αναιρεσείοντα του ποσού των 217.500 ευρώ, δεν υπάρχει καμία ενδοιαστική, αντιφατική ή ελλιπής αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία σαφώς αποφαίνεται ότι το ποσό αυτό, που έπρεπε να δοθεί στην αναιρεσίβλητη, προέκυψε από τον συντελεσθέντα το έτος 2017 συμβιβασμό μεταξύ των Κ. και Π. και του αναιρεσείοντος, σε κάθε δε περίπτωση οι επικαλούμενες αντιφάσεις ή τα κενά που επισημαίνονται σ'αυτήν, δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στο διατακτικό της, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται ότι το ανωτέρω ποσό εισέπραξε ο αναιρεσείων για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης αλλά δεν το απέδωσε, ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα. Επομένως ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
ΙV.Σύμφωνα με τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1455/2009). Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 383/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η συμβατική ευθύνη του από τη σχέση εντολής θεμελιώνεται στην δοθείσα προς αυτόν εν τοις πράγμασι εντολή διαχείρισης των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, χωρίς να ενδιαφέρει το νομότυπο της εκλογής του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, κατ' άρθρο 22α του ν 2190/1920, καίτοι τούτο δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, η οποία με την αγωγή της επικαλέστηκε ότι αυτός κατήρτισε τον επίδικο συμβιβασμό ενεργώντας ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της και ως νόμιμος αυτής εκπρόσωπος, δηλαδή ως όργανο διοικήσεως αυτής, εκφράζων πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό, και όχι βάσει άτυπης εντολής που εκείνη του χορήγησε, και ότι έτσι, το Εφετείο έκανε δεκτή ανύπαρκτη αγωγική βάση, και συγκεκριμένα δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε βάσει άτυπης εντολής (βάση που δεν υπήρχε στην αγωγή) και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας (που ήταν η μόνη βάση της αγωγής), η παράβαση δε αυτή προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη, πέραν του ότι η έλλειψη νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος ως εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης είχε προταθεί από αυτόν τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις, όσο και στο Εφετείο με την έφεση και τις προτάσεις του. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αλυσιτελής και άρα απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη θεμελίωσε την ευθύνη του αναιρεσείοντος αφενός μεν στην παράβαση της σύμβασης εντολής, αφετέρου δε στην αδικοπραξία λόγω κακουργηματικής υπεξαίρεσης (ΑΚ 914 σε συνδ. με ΠΚ 375 § 2), αλλά και στην αδικοπραξία λόγω ανήθικης και δόλιας πρόκλησης ζημίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ΑΚ 919). Άρα, ακόμη και αν η συμβατική βάση της ευθύνης του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη, χωρίς να έχει προβληθεί από την αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα, το διατακτικό στηρίζουν επαρκώς οι δύο λοιπές βάσεις ευθύνης και συγκεκριμένα της αδικοπρακτικής (αφενός μεν ΑΚ 914 σε συνδ. ΠΚ 375 § 2 και αφετέρου ΑΚ 919) που είχε επικαλεστεί από την άσκηση της αγωγής της. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενήργησε κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού και έλαβε το ένδικο ποσό, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και δη υπό "υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου" της αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, είχε πράγματι προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό, η σχετική δε ως άνω παραδοχή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, όσον αφορά την ενδοσυμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντος. Επομένως, με τον προβαλλόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η επάλληλη αιτιολογία της απόφασης περί άτυπης εντολής και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη προσβληθείσα, και σε κάθε περίπτωση, πληγείσα ανεπιτυχώς πρώτη επάλληλη αιτιολογία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι η τότε ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη είχε επικαλεστεί ως νομική βάση της συμβατικής ευθύνης του ήδη αναιρεσείοντος και τις διατάξεις για την άτυπη σύμβαση της εντολής (ΑΚ 713 επ.).
V. Κατά το άρθρο 138 § 1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Η κατά τα ανωτέρω εικονική δήλωση είναι άκυρη διότι δεν αποδίδει την αληθή βούληση του δηλούντος. Την ακυρότητα αυτή, που είναι απόλυτη, μπορεί να επικαλεσθεί ο δηλών, οι διάδοχοί του, καθώς και κάθε ένας που έχει έννομο συμφέρον εκ της εικονικότητος. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 1427/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015). Ο επικαλούμενος την απόλυτη εικονικότητα φέρει το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεών της. Ο επικαλούμενος τη σχετική εικονικότητα φέρει το βάρος αποδείξεως: (α) της εικονικότητας και (β) της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της ΑΚ 138 § 2. Αν το ένα μέρος επικαλείται απόλυτη εικονικότητα και το άλλο σχετική εικονικότητα, τότε το πρώτο μέρος φέρει το βάρος αποδείξεως της εικονικότητας και το δεύτερο φέρει το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεων της ΑΚ 138 § 2. Στην περίπτωση αυτή για τη συνδρομή των όρων της ΑΚ 138 § 2 δεν τίθεται ιδιαίτερο θέμα αποδείξεως, αλλά αυτή αποτελεί αντικείμενο ανταποδείξεως. Η έννοια της εικονικότητας είναι καθεαυτή ορισμένη και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας αγωγικού ισχυρισμού, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ 28/2022, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 563/2016). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να αναφέρονται ο σκοπός ή τα αίτια, συνεπεία των οποίων καταρτίστηκε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη σε βάρος των δανειστών του ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως (ΑΠ 28/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 713/2006, ΑΠ 1247/2003). Η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας μπορεί να εξετασθεί παρεμπιπτόντως, κατά τα άρθρα 282 και 284 ΚΠολΔ, ακόμη και από αναρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο και με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει αυτό (ΑΠ 298/2016, ΑΠ 1054/2003, ΑΠ 1768/2001). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Εξάλλου, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1, 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε, ότι η ατύπως καταρτισθείσα το 2005 σύμβαση πωλήσεως από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "Ι. Γ. Η. η Α. του Χ." και υπό τον ειδικό τίτλο "..." μετοχών της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, των οποίων μέχρι τότε ήταν κύριος, ήταν άκυρη λόγω εικονικότητας και ότι υπό την φερόμενη ως εικονική σύμβαση υποκρυπτόταν σύμβαση διαχειρίσεως της περιουσίας της εφεσίβλητης και συνεπώς ό,τι αποκτήθηκε από την εκτέλεση της φερόμενης ανωτέρω εντολής πρέπει ν' αποδοθεί σε αυτήν κατά τις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ ( 713 και 720 ΑΚ), δεδομένου ότι α) η αγωγή δεν περιείχε αγωγική βάση περί ανατεθειμένης στον αναιρεσείοντα διαχειρίσεως, αλλά κατάρτισης από αυτόν, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, συμβάσεως β) η δεκτή γενόμενη ως ανατεθείσα διαχείριση, αν μεν αφορούσε τις μετοχές που κατείχε το "Ι. Γ. Η. η Α. του Χ." στην αναιρεσίβλητη εταιρία, δεν συνάπτεται με τυχόν διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του διακεκριμένου νομικού προσώπου της αναιρεσίβλητης γ) δεν αναφέρεται στην αγωγή, ότι ο αναιρεσείων εικονικά υπήρξε εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, που προϋπέθετε εικονικότητα και άλλων, πλην της πράξης μεταβίβασης μετοχών, πράξεων και αποφάσεων συλλογικών οργάνων, ενώ, περαιτέρω, η αγωγή δεν περιείχε α) περιγραφή συμφωνίας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης για την αποδοχή και εμφάνιση της εικονικότητας ήτοι την γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες, β) περιγραφή της μόνης έγκυρης κατά την προσβαλλομένη απόφαση, καλυπτόμενης κάτω από την εικονική σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως ονομαστικών μετοχών σύμβασης διαχειρίσεως μετοχών της ... ... στην αναιρεσίβλητη κατά τόπο χρόνο και περιεχόμενο και πάντως δεν περιέγραφε την σύμβαση διαχείρισης περιουσίας της τελευταίας που έκανε δεκτή η προσβαλλόμενη, αν αυτή η διαχείριση είχε συμφωνηθεί επ' αμοιβή και ποιοι οι όροι της. γ) Ρητό αίτημα αναγνωρίσεως της άνω εικονικότητας της πωλήσεως των προαναφερόμενων μετοχών της εφεσίβλητης και αίτημα αναγνωρίσεως της καταρτίσεως της υποκρυπτόμενης ως έγκυρης απλής συμφωνίας διαχειρίσεως των μετοχών αυτών και ιδίως της περιουσίας της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα. Ωστόσο, η αγωγή, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενό της, ήταν επαρκώς ορισμένη, τόσον από απόψεως εκθέσεως όλων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αξίωση της αναιρεσίβλητης και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του αναιρεσείοντος, όσον και από απόψεως πληρότητος των αγωγικών ισχυρισμών, αφού, ειδικότερα, αναφέρεται ότι από το 2005 έως το 2017 ο αναιρεσείων ενεργούσε ως εικονικός εταίρος της και εντολοδόχος-πληρεξούσιος της ... ..., του, πραγματικού δηλαδή μετόχου της, και ότι στην πραγματικότητα η ... έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο (υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία) να διαχειρίζεται τις μετοχές της για λογαριασμό της χωρίς αμοιβή. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 29η Μαρτίου του έτους 2018, η μοναδική μέτοχος της εφεσίβλητης, ... ..., προέβη σε εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, με προχρονολογημένη απόφαση της γενικής της συνέλευσης, φέρουσα ημερομηνία 30.06.2016, κατά την οποία και θα έπρεπε να είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο, αν δεν είχε παραταθεί η θητεία του προηγούμενου. Για τον λόγο αυτό στην υπηρεσία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας εμφανιζόταν ο Κ. Β. (όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2018 ανακοίνωση καταχώρισης της υπηρεσίας του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης), γεγονός, ωστόσο, μη αληθές, καθόσον νόμιμος εκπρόσωπός της παρέμενε, έως και την 30ή Ιουνίου του έτους 2017, ο εκκαλών (όπως το γεγονός της εκ μέρους του διατήρησης της ιδιότητας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αντιδίκου του και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, έως την 30° Ιουνίου του έτους 2017, συνομολογήθηκε από τον εκκαλούντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη σελίδα 4η των προτάσεών του, στίχοι 11-13 από το τέλος της σελίδας, και, ως εκ τούτου, θεωρείται, πλήρως, αποδεδειγμένοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αποδείχθηκε ακόμη ότι, δυνάμει του με αριθμό .../...2005 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Χ. Δ., το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Ι. Γ. Η. Η. Α. Τ. Χ." νόμιμα εκπροσωπούμενο από τη ..., Φ. Β. του Ν., το οποίο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, είχε στην κυριότητά του 495.000 μετοχές της ενάγουσας εταιρείας, παρείχε προς τον εκκαλούντα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως, αντί του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα νομικού προσώπου και για λογαριασμό αυτού, πωλεί, παραχωρεί, παραδίδει και μεταβιβάζει στον εαυτό του, ατομικά, το σύνολο των προαναφερόμενων (495.000) ονομαστικών μετοχών της εφεσίβλητης, μετά των πάσης φύσης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν εκ των εν λόγω τίτλων. Ως τίμημα της δια αυτοσύμβασης πώλησης ορίσθηκε το ποσό των 1.064.250 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 74.250 ευρώ ορίσθηκε ως αντιστοιχούν σε φόρους και βαρύνον το μεταβιβάζον νομικό πρόσωπο. Στο αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο η ..., ενεργώντας υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, δήλωσε ότι ο εντολοδόχος εκκαλών της παρέδωσε, εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου, τις ειδικότερα στο πληρεξούσιο αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, ποσού 990.000 ευρώ, προς εξόφληση του ορισθέντος τιμήματος πώλησης των μετοχών, επιπλέον δε, η ίδια δήλωσε ότι υποκαθιστά τον εντολοδόχο σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες μετοχές, ότι θα εκχωρήσει και μεταβιβάσει σε αυτόν τις μετοχές, ενώ, επιπρόσθετα, τον εξουσιοδότησε όπως παραστεί ενώπιον των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών, υπογράφοντας, καταθέτοντας και παραλαμβάνοντας κάθε έγγραφο που θα απαιτηθεί για τη διεκπεραίωση της ανατιθέμενης εντολής (μεταβίβασης μετοχών δια αυτοσύμβασης), αλλά και προβαίνοντας στη διενέργεια κάθε άλλης πράξης προς διεκπεραίωσή της, ακόμη και μη, ρητά, κατονομαζόμενης. Τέλος, η προαναφερόμενη δήλωσε ότι αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του εντολοδόχου νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές. Επισημαίνεται ότι στο επίμαχο πληρεξούσιο, αν και ο εκκαλών δεν συμβάλλεται, ούτε υπογράφει αυτό περιλαμβάνεται η ακόλουθη αναφορά "Ο εντολοδόχος δήλωσε ότι παρέλαβε τις μετοχές της εταιρείας, ότι γνωρίζει πλήρως το καταστατικό της εταιρείας και αποδέχεται όλους τους όρους αυτού ότι έλαβε γνώση των βιβλίων, ισολογισμών και λοιπών εγγράφων της εταιρείας, τα οποία σύμφωνα με ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση της εντολίδος ... απεικονίζουν την αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας και ότι αποδέχεται και τις αντίστοιχες προς τις μεταβιβαζόμενες μετοχές υποχρεώσεις". Όπως όμως αποδείχθηκε πλήρως η παραπάνω συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών με αυτοσύμβαση ήταν εικονική, στην πραγματικότητα δε η κυρία των μετοχών, ... ..., ουδέποτε αποξενώθηκε της κτήσης των 495.000 ονομαστικών τίτλων της εφεσίβλητης εταιρίας, ουδέποτε παρέδωσε τις μετοχές και ο εκκαλών ουδέποτε κατέβαλε το ορισθέν ποσό τιμήματος ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που η εφεσίβλητη προσκόμισε και δεν αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις που ο εκκαλών προσκομίζει, καθώς οι μάρτυρες που καταθέτουν σ'αυτές δεν είχαν ίδια γνώση των γεγονότων αλλά κατέθεσαν όσα ο εκκαλών τους μετέφερε. Ούτε από άλλα αποδεικτικά μέσα αναιρούνται, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι τα παραπάνω δεν αρνήθηκε ειδικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εκκαλών, αλλά αντίθετα σε διάφορα σημεία του δικογράφου των προτάσεών του επαναλάμβανε ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της ... ... ενημερωνόταν, συνεχώς, από τον ίδιο ως προς τις ενέργειες του, ενημέρωση η οποία δεν υπήρχε λόγος να λάβει χώρα, εάν το εν λόγω νομικό πρόσωπο είχε, πράγματι, αποξενωθεί του δικαιώματος κτήσης επί των επίμαχων μετοχών, ούτε άλλωστε ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είχε πράγματι καταστεί κύριος των μετοχών, του Δικαστηρίου συνάγοντος εκ της δικονομικής του στάσης αυτής έμμεση ομολογία του επίμαχου αγωγικού ισχυρισμού, με συνέπεια την πλήρη απόδειξη της ουσιαστικής του βασιμότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 261 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως ο αληθινός μέτοχος της εφεσίβλητης εταιρίας εξακολούθησε να είναι η παραπάνω ... ..., και έγκυρα αποφασίσθηκε στη γενική συνέλευση των μετόχων η συγκρότηση του ΔΣ της εφεσίβλητης καθώς και εν συνεχεία, από το ΔΣ, ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης εταιρίας ο Κ. Β.. Κατ' αποτέλεσμα όλες οι ενέργειες του ως άνω εκπροσώπου της εφεσίβλητης ήταν νομότυπες, η δε δικαστική παράσταση, η νόμιμη εκπροσώπηση και δικαστική πληρεξουσιότητα της εφεσίβλητης στη δίκη που ανοίχθηκε με την κρινόμενη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγωγή, δεν πάσχουν και τυγχάνουν παραδεκτές και νόμιμες. Η εικονικότητα δε της μεταβίβασης των μετοχών της εφεσίβλητης, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της δίκης αυτής, που μπορεί και πρέπει να ερευνηθεί από το δικαστήριο, για να διαπιστωθεί η νομότυπη εκπροσώπηση της εφεσίβλητης - ενάγουσας στη δίκη αυτή, χωρίς να απαιτείται να περιλάβει ειδικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω εικονικότητας της ως άνω μεταβίβασης, αφού το παραπάνω ζήτημα είναι, όπως προελέχθη προδικαστικό και δεν αποτελεί το κύριο αντικείμενο της αγωγής. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε παραδεκτή την παράσταση της εφεσίβλητης ενώπιον του, δεχόμενο την εικονικότητα, κατά τα παραπάνω, της μεταβίβασης των μετοχών της προς τον εκκαλούντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης,....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αγωγή, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της από το δικαστήριο, το οποίο ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, είναι, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, πλήρως ορισμένη και, στη συνέχεια, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η πιο πάνω σύμβαση ήταν εικονική και ότι αληθινός μέτοχος της αναιρεσίβλητης εταιρίας εξακολούθησε να είναι η ... ... και ότι υποκρυπτόταν, στην πραγματικότητα, εντολή διαχειρίσεως των μετοχών της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα, α) δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι ως άνω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους, η εικονικότητα δε ως προδικαστικό ζήτημα, στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, ορθά ερευνήθηκε από το δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη διατυπώσεως ειδικού περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας αιτήματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης β) δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν, και γ) δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατ' αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο ως άνω τέταρτος, από τους αριθ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. VI.Με τις διατάξεις των άρθρων 35α', 35β' και 35γ' του Ν. 2190/2020, όπως αυτές ίσχυσαν μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 42-44 του Ν. 3604/2007 και πριν καταργηθούν με το άρθρο 189 Ν. 4548/2018, και οι οποίες εφαρμόζονται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας, της ακυρωσίας και του ανυποστάτου των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων ανώνυμης εταιρίας, με τον επαναπροσδιορισμό των ελαττωμάτων, που επιφέρουν την ακυρότητα της απόφασης ή την ακυρωσία αυτής. Με τη νέα ρύθμιση περιορίστηκαν οι περιπτώσεις που η ελαττωματικότητα μίας απόφασης της Γ.Σ. μπορεί να συνίσταται στην ακυρότητά της και εντάχθηκαν σ` αυτήν οι μείζονος βαρύτητας περιπτώσεις, ενώ διευρύνθηκαν αντίστοιχα οι λόγοι, για τους οποίους μια τέτοια απόφαση μπορεί να είναι ακυρώσιμη. Δεν υπάρχει, πλέον, ο κανόνας ότι οι αποφάσεις είναι άκυρες και κατ` εξαίρεση ακυρώσιμες (όπως συνέβαινε μέχρι τώρα), αλλά τόσο οι μεν όσο και οι δε, έχουν τις δικές τους προϋποθέσεις. Έτσι, στο άρθρο 35 α' προβλέπονται πλέον τέσσερις (4) κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων και συγκεκριμένα: α) αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β) αποφάσεις που ελήφθησαν από Γ.Σ., που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1462/2023, ΑΠ 214/2022). Σύμφωνα με τις παρ.6 και 7 του ανωτέρω άρθρου 35α, "6. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. 7. Η ανωτέρω αγωγή στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώριση της στο Μητρώο". Επίσης, στο άρθρο 35β παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 ν. 3604/2007 "Ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης", ορίζεται, ότι "Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασης της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη". Εξάλλου, το άρθρο 35γ ν. 2190/1920, το οποίο εισήχθη με το άρθρο 44 ν. 3604/2007, όρισε ως ανυπόστατες αποφάσεις της γ.σ., όταν αυτές λαμβάνονται με τις ψήφους προσώπων τα οποία: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, δηλαδή όσων δεν συνδέονται με μετοχική σχέση με την εταιρία, όπως όταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν έχουν αποκτήσει εγκύρως τις μετοχές της εταιρίας (πρωτοτύπως ή παραγώγως), είτε επειδή λείπει ή είναι άκυρη η σύμβαση ανάληψης ή μεταβίβασης των μετοχών, είτε επειδή δεν είναι στην πραγματικότητα καθολικοί διάδοχοι του αρχικού μετόχου, είτε επειδή οι εκδοθείσες μετοχές είναι άκυρες, και β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η παράβαση διαδικαστικών διατάξεων, δηλαδή αν η απόφαση της γ.σ. έχει ληφθεί "με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό", επάγεται την ακυρωσία της απόφασης της γ.σ., ενώ, αντίθετα, αν "το περιεχόμενο της απόφασης είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό", η απόφαση είναι άκυρη. Η διαβάθμιση αυτή λόγο έχει τη βαρύτητα της κάθε παράβασης: Η παράβαση της διαδικασίας, ως παράβαση διατάξεων "τάξεως", δεν έχει τη σοβαρότητα που έχει το παράνομο περιεχόμενο της απόφασης και είναι καλύτερα να εξαρτάται από την πρωτοβουλία των θιγομένων. Η τροποποίηση αυτή του δικαίου έχει ως συνέπεια ότι εκεί όπου υπό το προϊσχύον δίκαιο τα ελαττώματα της απόφασης του δ.σ. για σύγκληση της γ.σ. επιδρούσαν στο κύρος της απόφασης της γ.σ. και αυτή ήταν άκυρη, με τις ως άνω νέες διατάξεις τα ελαττώματα αυτά αποτελούν λόγο ακυρωσίας της απόφασης της γ.σ., η οποία, δηλαδή, ισχύει μέχρι την τελεσίδικη ακύρωσή της και δεν προσβάλλεται ούτε με ένσταση ούτε παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1392/2014). Τούτο, δε, διότι το άρθρο 35α § 1 εδ. α` και β` ν. 2190/1920 ορίζει πλέον ρητά ως ακυρώσιμες τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, που δεν έχει νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί (ΑΠ 476/2014), και ο αποκλεισμός μετόχου, ο οποίος δικαιούνταν να συμμετάσχει στη γενική συνέλευση, συνιστά μη νόμιμη σύγκληση γ.σ., της οποίας η απόφαση καθίσταται ακυρώσιμη και όχι άκυρη, ανεξάρτητα από το αν η ψήφος του αποκλεισθέντος μετόχου ήταν κρίσιμη για τον σχηματισμό ή μη της πλειοψηφίας, ενώ και η απόφαση της γ.σ. να μην επιτρέψει σε μέτοχο τη συμμετοχή του στη γ.σ. παρά το γεγονός ότι δεν τίθεται θέμα νομιμοποίησης του μετόχου, επισύρει την ποινή της ακυρωσίας ως απόφαση που ελήφθη κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, το άρθρο δε 8β § 6 ν. 2190/1920, όπως αυτό ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 3604/2007, προβλέπει ως προς τη μεταβίβαση ήδη εκδοθεισών ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρίας μη εισηγμένης στο χρηματιστήριο τα ακόλουθα: "Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρείας, η οποία χρονολογείται και υπογράφεται από τον μεταβιβάζοντα μέτοχο και τον αποκτώντα ή τους πληρεξουσίους αυτών. Μετά από κάθε μεταβίβαση εκδίδεται νέος τίτλος ή επισημειώνονται από την εταιρεία επί του υπάρχοντος τίτλου, εφόσον έχει εκδοθεί, η μεταβίβαση που έγινε και η εταιρική επωνυμία ή τα ονοματεπώνυμα με την έδρα και τις διευθύνσεις αντίστοιχα, το επάγγελμα και την εθνικότητα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος. Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται και στο ειδικό βιβλίο του πρώτου εδαφίου. Ως μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο αυτό". Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνονται ρυθμίσεις και του προϊσχύσαντος δικαίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158 και 159 § 1 ΑΚ, προκύπτει ότι η μη τήρηση του ως άνω προβλεπόμενου νομίμου τύπου και ειδικότερα η μη εγγραφή της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο μετόχων της εταιρείας (η έκδοση νέων μετοχών κ.λ.π. αποτελεί συνέπεια της εγγραφής και συνιστά υποχρέωση της εταιρείας) για την κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας επάγεται ακυρότητα και για τον λόγο αυτό ανυπαρξία της μεταβιβάσεως έναντι της εταιρείας, όχι όμως και μεταξύ των μερών. Ως προς αυτά η μεταβίβαση της μετοχής, ως κινητού πράγματος και δη αξιόγραφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται, κατ` άρθρο 1034 ΑΚ, με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σ` αυτόν που την αποκτά και τη συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας (ΑΠ 153/2013, ΑΠ 1261/2003 ΕΕμπΔ 2004.68). Η εγγραφή της μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών στο βιβλίο μετόχων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προαναφερθέν άρθρο 8β ν. 2190/1920, απαιτείται προκειμένου να νομιμοποιείται, παθητικά και ενεργητικά, ο μέτοχος απέναντι στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας (ΟλΑΠ 62/1981, ΑΠ 153/2013). Απέναντι στην εταιρία η μεταβίβαση επέρχεται από την εγγραφή στο βιβλίο μετοχών. Η εγγραφή αυτή αποτελεί συνέπεια της μεταβιβάσεως της μετοχής και όχι προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της μετοχής. Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην εγγραφή, όπως υποχρεούται από τον νόμο, την πραγμάτωση της σχετικής υποχρέωσής της μπορούν να απαιτήσουν ο παλιός και ο νέος μέτοχος (ΑΠ 631/1995 ΕλλΔνη 1997.97). Πέραν του ότι οι ως άνω διατάξεις καθιερώνουν την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο (μετοχολόγιο) ως νόμιμο τύπο για την κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ονομαστικών μετοχών, προκειμένου αυτή να έχει ισχύ έναντι της εταιρείας, με το τελευταίο εδάφιο της παραπάνω παραγράφου του άρθρου 8β ν. 2190/1920 καθιερώνεται επίσης η ήδη γενόμενη εγγραφή στο βιβλίο αυτό ως νόμιμο, μαχητό βεβαίως, τεκμήριο για τη μετοχική ιδιότητα του εγγεγραμμένου έναντι της εταιρείας. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 40 § 2 ν. 3604/2007 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 32 ν. 2190/1920, η οποία μέχρι τότε όριζε ότι: "Εάν εις την συνέλευσιν παρίσταται είς μόνον μέτοχος, ταύτην παρακολουθεί αντιπρόσωπος του Υπουργού Εμπορίου ή συμβολαιογράφος της έδρας της Εταιρίας, όστις προσυπογράφει τα πρακτικά της συνελεύσεως", και με τη νέα αυτή διάταξη ορίζεται ότι: "Εάν στη συνέλευση παρίσταται ένας μόνο μέτοχος, είναι υποχρεωτική η παρουσία συμβολαιογράφου, ο οποίος προσυπογράφει τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης". Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, η μη παράσταση συμβολαιογοράφου στη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης, στην οποία παρίσταται ένας μέτοχος, δεν καθιστά άκυρη την απόφαση (βλ. και ΑΠ 916/2004 υπό το προ του ν. 3604/2007 καθεστώς), αλλά υφίσταται παράβαση της διαδικασίας της συνεδρίασης, οπότε και η απόφαση που θα ληφθεί με τον τρόπο αυτό, δύναται να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 35α § 1 ν. 2190/1920. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Αφορά ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 700/2019). Η περίπτωση του αριθ. 14 συντρέχει και όταν το δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή, παρά την έλλειψη νόμιμης δικαστικής εκπροσώπησης της ενάγουσας εταιρίας (ΟλΑΠ 42/2005) ή παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του διαδίκου περί απαράδεκτης παράστασης του αντιδίκου του (ΑΠ 1349/2017). Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 863/2010), να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε νομίμως το δικαστήριο της ουσίας ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 600/2010, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 566/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσής του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ τόσο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως πρωτοδίκως, όσο και με την έφεση του (πρώτος λόγος εφέσεως) και τις προτάσεις του στο Εφετείο προέβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως νόμιμης πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο της αντιδίκου του για την διεξαγωγή της δίκης, λόγω ανυπόστατου της αποφάσεως της ΓΣ της αναιρεσίβλητης με την οποία εξελέγη το ΔΣ αυτής, καθόσον η εμφανισθείσα στη ΓΣ αυτή ως μέτοχος ... ... δεν ήταν εγγεγραμμένη ως μέτοχος στο βιβλίο μετόχων της εταιρίας, παρ' όλα αυτά το Εφετείο, παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την παράσταση της αναιρεσίβλητης τόσον πρωτοδίκως όσο και στο εφετείο, καθώς α) ενώ αποφάνθηκε ότι στη ΓΣ εμφανίσθηκε και αποφάσισε μία και μόνη μέτοχος, με το σύνολο των μετοχών της αναιρεσίβλητης εταιρίας, δεν αποφάνθηκε, ότι στην Συνέλευση αυτή παρέστη αντιπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου ή συμβολαιογράφος της έδρας της Εταιρείας και β) δεν αποφάνθηκε ότι στο βιβλίο ονομαστικών μετόχων της εταιρίας, είχε καταχωρηθεί η φερόμενη ως μοναδική μέτοχος ... ..., στοιχείο αναγκαίο για τη νομιμοποίηση του μετόχου έναντι της εταιρίας, και για την ύπαρξη ιδιότητος του μετόχου έναντι της εταιρίας. Ο λόγος αυτός κατά αμφότερα τα σκέλη είναι και αβάσιμος, καθόσον η απόφαση της ΓΣ στην περίπτωση αυτή είναι ακυρώσιμη, σύμφωνα με τη μείζονα πρόταση, είχε δε παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρ. 35α § 7 ν.2190/1920, αφού η απόφαση ελήφθη τις 29-3-2018 και δημοσιεύθηκε στο ΓΕΜΗ στις 14-5-2018. Επί πλέον, αναφορικά δε με το δεύτερο σκέλος της μη αναφοράς στην προσβαλλομένη ότι η φερόμενη ως μοναδική μέτοχος ... ... είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο ονομαστικών μετόχων της εταιρίας, είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη, έκρινε ανελέγκτως ότι η μοναδική μέτοχος της αναιρεσίβλητης ήταν η ... .... Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο, ότι αληθινός μέτοχος της αναιρεσίβλητης εταιρίας εξακολούθησε να είναι η παραπάνω ... ... και ότι έγκυρα αποφασίσθηκε στη γενική συνέλευση των μετόχων η συγκρότηση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης εταιρίας και έγκυρα, εν συνεχεία, από το ΔΣ ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ο Κ. Β. και, συνακόλουθα, ότι υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση και νόμιμη παράσταση και πληρεξουσιότητα της αναιρεσεσίβλητης, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση της αναιρεσίβλητης και ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
VII. Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' ΚΠολΔ που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων. Επομένως, εφόσον υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1073/2021, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1236/2018). Όμως, ο ως άνω λόγος, από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται αν στην απόφαση του Εφετείου γίνεται επικουρικώς μνεία και ομολογίας, ενώ το δικαστήριο στηρίζει την κρίση του σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1620/2005), αφού, στην περίπτωση αυτή, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνο η επάλληλη αυτή αιτιολογία (ΑΠ 1130/2011, ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 858/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη δήθεν έμμεση ομολογία του για την αλήθεια του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού περί εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως των μετοχών της αναιρεσίβλητης, ενώ τέτοια ομολογία δεν υφίσταται στις προτάσεις του, ούτε και πρόθεση ομολογίας, ενώ αντίθετα υπάρχει αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής "εν τω συνόλω της" και η ρητή αναφορά του, ότι του χορηγήθηκε πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε η ... ... στον ίδιο (σελ. 4 των πρωτοδίκων προτάσεών του). Ο λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων αμφισβήτησε ειδικώς τον περί εικονικότητας σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, αλλά, αντίθετα, αναφέρει ότι υπήρξε γενική αιτιολογημένη άρνηση της βασιμότητος της αγωγής, ενώ η αναφορά του στις πρωτόδικες προτάσεις του περί χορηγήσεως πληρεξουσιότητος μεταβιβάσεως των μετοχών δεν αντικρούει ειδικά τον σχετικό ισχυρισμό. Ανεξαρτήτως αυτού, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ότι η συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών με αυτοσύμβαση ήταν εικονική και ότι στην πραγματικότητα κυρία των μετοχών εξακολούθησε να είναι η ... ..., δέχθηκε τα εξής: "Όπως όμως αποδείχθηκε πλήρως η παραπάνω συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών με αυτοσύμβαση ήταν εικονική, στην πραγματικότητα δε η κυρία των μετοχών, ... ..., ουδέποτε αποξενώθηκε της κτήσης των 495.000 ονομαστικών τίτλων της εφεσίβλητης εταιρίας, ουδέποτε παρέδωσε τις μετοχές και ο εκκαλών ουδέποτε κατέβαλε το ορισθέν ποσό τιμήματος ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που η εφεσίβλητη προσκόμισε και δεν αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις που ο εκκαλών προσκομίζει, καθώς οι μάρτυρες που καταθέτουν σ'αυτές δεν είχαν ίδια γνώση των γεγονότων αλλά κατέθεσαν όσα ο εκκαλών τους μετέφερε. Ούτε από άλλα αποδεικτικά μέσα αναιρούνται, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι τα παραπάνω δεν αρνήθηκε ειδικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εκκαλών, αλλά αντίθετα σε διάφορα σημεία του δικογράφου των προτάσεών του επαναλάμβανε ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της ... ... ενημερωνόταν, συνεχώς, από τον ίδιο ως προς τις ενέργειες του, ενημέρωση η οποία δεν υπήρχε λόγος να λάβει χώρα, εάν το εν λόγω νομικό πρόσωπο είχε, πράγματι, αποξενωθεί του δικαιώματος κτήσης επί των επίμαχων μετοχών, ούτε άλλωστε ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είχε πράγματι καταστεί κύριος των μετοχών, του Δικαστηρίου συνάγοντος εκ της δικονομικής του στάσης αυτής έμμεση ομολογία του επίμαχου αγωγικού ισχυρισμού, με συνέπεια την πλήρη απόδειξη της ουσιαστικής του βασιμότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 261 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο συνήγαγε την ανωτέρω κρίση του από τα άλλα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτίμησε ανελέγκτως, η αναφορά του δε στην ομολογία του αναιρεσείοντος είναι επάλληλη-επικουρική. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. VIΙI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Εξάλλου, από το άρθρο 353 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σύνθετη ομολογία είναι εκείνη, όταν ο διάδικος παραδέχεται τα θεμελιωτικά ισχυρισμών του αντιδίκου του περιστατικά, αλλά επικαλείται και άλλα που περιέχονται στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του και τα οποία συνθέτουν προσθήκη ή περιορισμό ωφέλιμο γι' αυτόν (ΑΠ 1759/2023, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 791/2017, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1747/2013). Στην περίπτωση της σύνθετης ομολογίας, αυτή παράγει πλήρη αποτελέσματα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό και δεν θίγεται από την παρεμβολή σ' αυτήν του αυτοτελούς ισχυρισμού, με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται ο ομολογών (ΑΠ 593/2021). Αν το πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί, δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία (ΑΠ 24/2008). Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εισαγωγή με το αγωγικό δικόγραφο γεγονότων που είναι επιβλαβή για τον ενάγοντα, χωρίς να τα έχει επικαλεσθεί ο εναγόμενος, (τα αποκαλούμενα επιζήμια γεγονότα), δεν πληρούν τον όρο της δικαστικής ομολογίας, αλλ'αυτόν της αποκαλούμενης προκαταβολικής ή αυθόρμητης ομολογίας, η οποία για να εξελιχθεί σε δικαστική ομολογία απαιτεί, κατά την ορθότερη άποψη, την προβολή αντίστοιχου ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου. Χωρίς αυτήν, η αναφορά στην αγωγή επιζήμιου για τον ενάγοντα πραγματικού γεγονότος, είναι ελεύθερα ανακλητή χωρίς τις προϋποθέσεις της 354 ΚΠολΔ.
IX
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 874/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του (ΑΠ 1264/2017) και ο πραγματικός ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν μ'αυτό (ΑΠ 354/2011), καθώς και να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 901/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 259/2007, ΑΠ 1023/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται :α)το αποδεικτικό μέσο , που λήφθηκε υπόψη, β)ο ουσιώδης ισχυρισμός, σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε (ή έπρεπε να χρησιμεύσει) και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ)η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ)το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης (ΑΠ 1271/2008, ΑΠ 462/2019), ε)ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1656/2010, ΑΠ 1038/2019), καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, από το οποίο προκύπτει το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου, το οποίο πρέπει για το ουσία βάσιμο να προσκομίζεται στον Αρειο Πάγο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.β' ΚΠολΔ με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Κριτήριο για τη διάκριση των ορίων του παραδεκτού της συμπλήρωσης, διευκρίνισης ή διόρθωσης των ισχυρισμών του ενάγοντος, ώστε να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, αποτελεί η διάκριση μεταξύ της νομικής και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας αυτής, με τη δυνατότητα του ενάγοντος να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την (πρώτη) συζήτηση της υπόθεσης μόνο την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία και όχι τη νομική αοριστία της αγωγής. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τους εκ των αριθ. 11γ και 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και ειδικότερα ότι, ενώ με την αγωγή της η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη ομολόγησε δικαστικά τον προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ'έφεση ισχυρισμό του, ότι από το ποσό των 217.000 ευρώ, που εισέπραξε ο αναιρεσείων, οι 79.300 ευρώ αντιστοιχούσαν στον φόρο μεταβίβασης μετοχών, η ενάγουσα απαραδέκτως διόρθωσε κατά το μέρος αυτό την αγωγή της, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, απαλείφοντας τη σχετική με το ποσό των 79.300 ευρώ πρότασή της, αφού η εν λόγω διαγραφή συνιστούσε μη παραδεκτή ανάκληση της αρχικής της ομολογίας, το δε εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτήν την ομολογία της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης υποπίπτοντας στην παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 11γ λόγο αναίρεσης, και επικουρικά, αν την έλαβε υπόψη της, απέδωσε σ'αυτήν αποδεικτική δύναμη μικρότερη από αυτήν που της προσδίδει ο νόμος, υποπίπτοντας στην παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 12 λόγο αναίρεσης. Από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της από 17-1-2019 αγωγής, που κατατέθηκε στις 17-1-2019 και των από 30-4-2019 πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατατέθηκαν στις 30-4-2019, προκύπτει ότι η ενάγουσα με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στις προτάσεις της, οι οποίες, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 237 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την 1-1-2022), διόρθωσε κατ'άρθ. 224 ΚΠολΔ την αγωγή της διαλαμβάνοντας ότι διορθώνει το αναγραφόμενο στην παράγρ. με τον αριθ. 24 και στους στίχους 5-7 αυτής από το εσφαλμένο "Αφαιρουμένων των 79.300 ευρώ , που καταβλήθηκαν ως φόρος μεταβίβασης των μετοχών της "Κ. Κ. Δ. Α. Π. Α." και αφαιρουμένων των 190.000 ευρώ που εισέπραξε η εταιρία μας από τον Α. Π...." στο ορθό "Αφαιρουμένων των 190.000 ευρώ που εισέπραξε η εταιρία μας από τον Α. Π....", διευκρινίζοντας παραδεκτά, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ότι το ποσό των 79.300 ευρώ καταβλήθηκε όχι από τον αντίδικό της (αναιρεσείοντα) αλλά από τους Κ. και Π.. Η ως άνω διόρθωση, όμως, ήταν παραδεκτή, κατ'άρθ. 224 ΚΠολΔ, και είχε ως συνέπεια να απαλειφθεί η σχετική αναφορά από το αγωγικό δικόγραφο, χωρίς να αποτελεί δικαστική ομολογία και, συνακόλουθα, ανάκληση αυτής δια των προτάσεων, χρήζουσα απόδειξης περί μη ανταπόκρισης στην αλήθεια κατ'άρθ. 354 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αφού αφ'ενός μεν η σχετική αναφορά θεωρείται ως μηδέποτε διατυπωθείσα, αφ'ετέρου δε ο νυν αναιρεσείων δεν είχε προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό πρωτοδίκως, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ούτως ώστε η ενάγουσα, ως επικαλούμενη με το αγωγικό της δικόγραφο το επιζήμιο γι'αυτήν τούτο πραγματικό γεγονός, το οποίο, όπως προεκτέθηκε στην υπό VIΙI μείζονα πρόταση, αποτελούσε προκαταβολική ή αυθόρμητη ομολογία, να έχει το βάρος απόδειξης με βάση το άρθ. 354 ΚΠολΔ, αφού αυτή δεν εξελίχθηκε σε δικαστική ομολογία. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι, κατά αμφότερα τα σκέλη αυτού (κύριο και επικουρικό), αβάσιμος.
IX. Σύμφωνα με το άρθρ. 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914 και 919 του ίδιου Κώδικα, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης) προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της μη περιουσιακού χαρακτήρα ζημίας. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 864/2014). Στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ' αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι όμως προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, και το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτό κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1543/2013, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 762/2007). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άϋλα αγαθά (ΑΠ 876/2022). Επομένως, στις περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, για το ορισμένο της αγωγής του, απαιτείται αυτό να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άϋλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, 1048/2020, 704/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής δικονομικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998), η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όπως προεκτέθηκε, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 9/2020, 78/2020, 1033/2019, 443/2011). Με τον έβδομο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, συνιστάμενης στην παράλειψη αναφοράς της οικονομικής περιουσιακής καταστάσεως του θιγομένου νομικού προσώπου χωρίς την παρεμβολή της φερόμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής, παρά το ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τόσον πρωτοδίκως με τις προτάσεις του όσον και στο Εφετείο με την έφεσή του, τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος, εφόσον δε εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, αλλά περιορισμένα και επιλεκτικά αποσπάσματα αυτής. Ανεξαρτήτως τούτου, τα ανωτέρω επικαλούμενα στοιχεία αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρηματικού ποσού για την ικανοποίηση του παθόντος (περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων) και κατά συνέπεια δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής και να τίθεται θέμα νομικής ή ποσοτικής αοριστίας της αγωγής. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και για τον πρόσθετο λόγο ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι η παράνομη ιδιοποίηση του αναφερομένου ποσού από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας (και νυν αναιρεσίβλητης) εταιρίας δημιούργησε την εντύπωση στους τρίτους περί αδυναμίας εσωτερικού ελέγχου της, μειωμένης αξιοπιστίας και αφερεγγυότητάς της, ενώ η έλλειψη του υπεξαιρεθέντος ποσού από το ταμείο της εταιρίας, οδήγησε στη στασιμότητα της επιχειρηματικής της δράσης, ο δε τρόπος που ενήργησε εναγόμενος (νυν αναιρεσείων) προσέβαλε βαρύτατα την εμπορική πίστη και υπονόμευσε την επιχειρηματική της δράση και το εμπορικό της μέλλον. Ότι περαιτέρω, αν ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, και πιο συγκεκριμένα η βαρύτατη και ανήθικη αδικοπρακτική προσβολή που μετήλθε ο εναγόμενος σε βάρος της, η βαρύτητα της προσβολής και συγκεκριμένα η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια τη βαρύτατη ηθική βλάβη της εταιρίας, κλόνισε την εν γένει επιχειρηματική δράση και τη φερεγγυότητά της. Επομένως, η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, αφού με πληρότητα εκτέθηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση της ενάγουσας για επιδίωξη της προκληθείσης σ'αυτήν ηθικής βλάβης.
Με τον ίδιο ως άνω, έβδομο, λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με το ζήτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, καθόσον δεν διέλαβε ποια ήταν η οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του θιγομένου νομικού προσώπου χωρίς την παρεμβολή της φερόμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, δηλαδή πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με το επιδικαστέο στην αναιρεσίβλητη χρηματικό ποσό για την εν λόγω αιτία. Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...αποδείχθηκε ότι (...) με την ανωτέρω εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκκαλούντος, προσεβλήθη η εμπορική πίστη της και υπονομεύθηκε η επιχειρηματική της δράση και το εμπορικό της μέλλον, προκαλώντας της και δη αιτιωδώς, πέραν της περιουσιακής ζημίας, και ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην πρόκληση της εντύπωσης σε τρίτους ότι τελεί σε αδυναμία εσωτερικού ελέγχου της διοίκησής της, ότι είναι μειωμένης αξιοπιστίας και φερεγγυότητας, ενώ η μη είσπραξη του ποσού των 217.500 ευρώ είχε ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα της επιχειρηματικής της δράσης. Με βάση την αιτία αυτή η εφεσίβλητη διατηρεί σε βάρος του αντιδίκου της, αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, η οποία πρέπει να ορισθεί στο εύλογο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ποσού των 5.000 ευρώ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της προκύπτει ότι για την καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα, προκειμένου να καθορίσει στο ανωτέρω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, το Εφετείο ρητά αναφέρεται στις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, στο είδος της προσβολής, στη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης της αναιρεσίβλητης, στο πταίσμα του υπαιτίου αναιρεσείοντος, εμμέσως δε πλην σαφώς, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και στην οικονομική κατάσταση των μερών και την κοινωνική κατάσταση του αναιρεσείοντος, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ενώ εξάλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση αυτό να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς έκαστο από τα στοιχεία αυτά. Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2022 αίτηση του Δ. Κ. και τον από 20-4-2023 πρόσθετο αυτής λόγο για αναίρεση της υπ' αριθ. 1116/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ