Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 183 / 2024    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 183/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
A) Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. χήρας Χ. Α., το γένος Β. Μ., και 2) Π. Α. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Η. Κ., που διορίσθηκε με την 836/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του Ν.3226/2004 Περί Παροχής Νομικής Βοήθειας), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Κ. του Λ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
B) Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. χήρας Χ. Α., το γένος Β. Μ., και 2) Π. Α. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Η. Κ., που διορίσθηκε με τις 1553/2020 και 1554/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του Ν.3226/2004 Περί Παροχής Νομικής Βοήθειας) και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Κ. του Λ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 83/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1688/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι A) αναιρεσείοντες με την από 7-6-2022 αίτησή τους και οι Β) αναιρεσείοντες με την από 29-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεών τους, η Α και Β αναιρεσίβλητη την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (AΠ 19/2020, 182/2015, 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: Α) της από 28.4.2021 αίτησης αναίρεσης και των από 29.10.2021 προσθέτων λόγων αυτής και Β) της από 7.7.2022 αίτησης αναίρεσης με τις οποίες προσβάλλονται οι υπ' αριθ. 5618/2020 και 1688/2021 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της συμπροσβαλλόμενης με την υπό στοιχείο Α αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 83/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Α) Επί της από 28.4.2021 και με αριθ. κατάθ. 2599/323/28.4.2021 αίτησης αναίρεσης και των από 29.10.2021 και με αριθ. κατάθ. 120/29.10.2021 προσθέτων λόγων αυτής. Από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης αποφάσεως και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 483/2020, 1488/2018). Η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 Κ,Πολ.Δ., σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 406/20220). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπό στοιχείο Α, από 28.4.2021, αίτηση ζητείται αφενός η αναίρεση της με αριθ. 5618/2020, ερήμην απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ. 83/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και εξαφανίστηκε, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και αφετέρου η αναίρεση και της τελευταίας αυτής απόφασης (πρωτόδικης). Η αίτηση αυτή, η οποία κατατέθηκε στο δευτεροβάθμιο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά των ως άνω αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί των ασκηθεισών από 27.6.2016 και με αριθ. κατάθ. ΓΑΚ 37246/2016- ΑΚΔ 113/2016 αγωγής και από 18.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 47911/3697/29.5.2019 εφέσεως αντίστοιχα, της τότε ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της υπ' αριθ. 5618/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας ερήμην των αναιρεσειόντων- τότε εφεσιβλήτων, μετά την τελεσιδικία της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της ως άνω υπ' αριθ. 5618/2020 απόφασης, και συνεπώς είναι και αυτοί παραδεκτοί, και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένου προεχόντως ως απαραδέκτου του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι απαραδέκτως ασκείται η εν λόγω αίτηση αναίρεσης από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, επειδή το υπ' αριθ. Ν0000649/27.4.2021 Γραμμάτιο Νομικής βοήθειας, που προσκομίστηκε για την κατάθεσή της αφορά μόνο την πρώτη από τους αναιρεσείοντες και περαιτέρω ότι δεν αποδεικνύεται ότι άπαντες (αναιρεσείοντες) είναι δικαιούχοι δωρεάν παροχής νομικής βοήθειας και ως εκ τούτου για το παραδεκτό της έπρεπε να κατατεθούν τα αντίστοιχα γραμμάτια του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, διότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν την 18.11.2022, ήτοι μετά τη συζήτησή της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, συνεδρίαση (15.11.2022) και όχι είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτησή της. Είναι όμως η ένδικη αίτηση απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, καθ' ο μέρος ζητείται η αναίρεση και της υπ' αριθ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η, κατ' αυτής, ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή ως άνω απόφαση, στην οποία και ενσωματώθηκε και περατώθηκε οριστικά η δίκη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί δικηγόρων" (που έχει εφαρμογή λόγω του κρίσιμου χρόνου στην παρούσα περίπτωση), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του ΚΠΔ (ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι` εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό, συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) ο χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ) ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα, και ζ) ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 133/2018, 1309, 1310/2012). Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 396/2017, 730/2015, 1778/2013). Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται κατηργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και, συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (Ολ.ΑΠ 40/1988). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, 1388/2015). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 193/2008). Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 1309/2012). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 31/2022,133/2018). Στην περίπτωση δε αυτή, αν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 57 Α.Κ. ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου κώδικα, εκτός αν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 396/2017, 1388/2015, 328/2003). Ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 945/2019, 119/2014, 765/2008). Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση για αοριστία της ένδικης αγωγής, χωρίς να αναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο αυτής (αγωγής) είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Σε κάθε δε περίπτωση η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα υπό των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία. Και τούτο διότι ως προς την κύρια βάση της στο οικείο δικόγραφο α) για την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας με βάση τη σύμβαση εργολαβίας δίκης αναφέρονται: 1) η κατάρτιση της, από τον Ιανουάριο του έτους 2008, σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενό της, καθώς και η εκ μέρους της ενάγουσας δικηγόρου εκτέλεση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την άσκηση ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής αδικοπραξίας, που φέρεται ότι τελέστηκε εις βάρος του πρώτου εναγόμενου από τους προστηθέντες (ιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό κλπ) του Νοσοκομείου ΚΑΤ εξ αιτίας σοβαρού ιατρικού λάθους κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης στην οποία ο τελευταίος υποβλήθηκε στο ως άνω Νοσοκομείο την 26.11.2007, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος προφορικά όρου αυτής ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ενάγουσα δεν θα δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής, 2) το ύψος της αμοιβής με αναφορά στο συμφωνηθέν από 20% ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης, η καταβολή της οποίας θα λάμβανε χώρα με την επιτυχή ολοκλήρωση της ανατεθείσας ως άνω εργασίας με τη διενέργεια των λεπτομερώς αναγραφομένων στην αγωγή αναγκαίων προς τούτο πράξεων και ενεργειών εκ μέρους της ενάγουσας δικηγόρου για τη διεκπεραίωση της εντολής, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο που οι εναγόμενοι με την από 7.10.2008 εξώδικη δήλωσή τους, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, την ανακάλεσαν αδικαιολόγητα, και θα ολοκληρώνονταν πέραν πάσης αμφιβολίας επιτυχώς με βέβαιη κατάληξη την τελεσίδικη ευδοκίμηση εξ ολοκλήρου της ασκηθείσας ως άνω αγωγής κατά του Νοσοκομείου ΚΑΤ και 3) μνεία του ύψους της προκύπτουσας αμοιβής, βάσει του πιο πάνω ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης και β) για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη η ενάγουσα από την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής, επαρκώς εκτίθενται ότι αυτή έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας δικηγόρου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, 1318/2015). Εξάλλου, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 905/2018, 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, που ενδιαφέρουν τους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".......Η ενάγουσα τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα επί της οδού ..., συστεγαζόμενη με το δικηγόρο Η. Κ. Τον Ιανουάριο του 2008 ο πρώτος εναγόμενος Χ. Α. και ήδη αποβιώσας στις ... και η σύζυγός του, δεύτερη των εναγόμενων, επισκέφθηκαν την ενάγουσα στο γραφείο της και της ανέθεσαν με προφορική εντολή όπως διεξαγάγει τη δίκη (σύνταξη, κατάθεση, συζήτηση αγωγής) σε βάρος του ΚΑΤ, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για την διεκδίκηση αξιώσεων που διατηρούσαν και δη αποζημίωση για κάθε ζημία που είχαν υποστεί και θα υφίσταντο στο μέλλον εξαιτίας ιατρικού λάθους που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης στην οποία είχε υποβληθεί ο πρώτος εναγόμενος στις 26.11.2007 στο ΚΑΤ, στα πλαίσια της οποίας υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και δύο επεισόδια καρδιακών ανακοπών συνεπεία του σοκ, στο οποίο υπεβλήθη ο οργανισμός του από την χειρουργική επέμβαση, με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσο, την οποία οι θεράποντες ιατροί του ως άνω νοσοκομείου παρέλειψαν να διαγνώσουν και που αυτός αγνοούσε, με αποτέλεσμα την βαρύτατη καρδιολογική επιβάρυνσή του και την επιδείνωση του προβλήματος στο δεξιό γόνατό του και γενικά να προβεί σε κάθε δικαστική και εξώδικη ενέργεια κατά του ως άνω νοσοκομείου για την διεκπεραίωση της εντολής, ειδικότερα δε να ασκήσει και να συζητήσει αγωγή κατά του ως άνω Νοσοκομείου, σχετική με τις ως άνω αξιώσεις αυτών, οι οποίοι ενεργούσαν ατομικώς αλλά και υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Π.. Σε εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτήν εντολής, η ενάγουσα συνέταξε και κατέθεσε την από 30.11.2008 και με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης 50137/2008 αγωγή, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα όπως καταβληθεί στους εναγόμενους, ως αποζημίωση (θετική, αποθετική, μέλλουσα κλπ), καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου Νοσοκομείου και των ιατρών του, το συνολικό ποσό των 3.340.780,49 ευρώ, ενώ για τον ορισμό σύντομης δικασίμου κατέθεσε αίτηση προτίμησης, οριζόμενης αρχικά για τη δικάσιμο της 11ης.6.2009 και μετ' αναβολή για εκείνη της 8.10.2009. Στις ..., ήτοι παραμονή εκδικάσεως της αγωγής, η ενάγουσα ενημερώθηκε τηλεφωνικά τόσο από τον προαναφερθέντα δικηγόρο Η. Κ. όσο και από τους εντολείς της, ότι δεν επιθυμούσαν πλέον να τους εκπροσωπεί η ενάγουσα στη συγκεκριμένη υπόθεση και ότι την επόμενη ημέρα θα δήλωναν παραίτηση από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής, προτιθέμενοι να ανακαλέσουν την προς αυτήν εντολή, ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιδόθηκε στο γραφείο της ενάγουσας στην παραπάνω διεύθυνση (...-Αθήνα) η, υπό την ίδια ημεροχρονολογία, εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία των εντολέων της, την οποία συνυπέγραψε και ο δικηγόρος Η. Κ., με την οποίαν αυτοί ανακαλούσαν την προς την ενάγουσα δοθείσα εντολή για το χειρισμό της υπόθεσης και της παράστασης κατά τη δικάσιμο της 8.10.2009 ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (δήλωση) επιδόθηκε επίσης στο εναγόμενο Νοσοκομείο ΚΑΤ, στη Νομική Υπηρεσία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, επικαλούμενοι "εξαιρετικές δυσχέρειες και προβλήματα στη μεταξύ τους επικοινωνία, διαφωνίες εκ μέρους τους ως προς τον εν γένει χειρισμό της υπόθεσης και ως προς το περιεχόμενο της αγωγής που θα συζητούνταν την επόμενη ημέρα και ακατανόητης έλλειψης ενδιαφέροντος από μέρους της", καλώντας την όπως εντός πέντε (5) ημερών από της κοινοποιήσεως της εξώδικης δήλωσής τους, τους παραδώσει το σχετικό φάκελο της δικογραφίας. Αναφορικά με την αμοιβή της ενάγουσας και τα έξοδα που θα ανέκυπταν, αποδείχθηκε ότι λόγο της οικονομικής αδυναμίας των εναγόμενων, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος δεν εργαζόταν για λόγους υγείας, μέχρι να είναι σε θέση να ξαναεργασθεί ή να συνταξιοδοτηθεί να μην μπορούν να καταβάλουν ούτε την ελάχιστη αμοιβή της, ούτε να της προκαταβάλουν τα έξοδα, οπότε συμφωνήθηκε προφορικά όπως η ενάγουσα αναλάβει εργολαβικά την υπόθεση και διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, η δε αμοιβή της συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% επί του αποτελέσματος της δίκης, χωρίς να λάβει αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, όσον αφορά δε στις δαπάνες και τα έξοδα διεξαγωγής της δίκης, συμφωνήθηκε ότι θα βαρύνουν τους εναγόμενους, εξαιτίας όμως του παραπάνω λόγου της οικονομικής αδυναμίας τους, θα προκαταβάλλονταν από την ενάγουσα, υπό τον όρο της άμεσης απόδοσής τους στην περίπτωση που ο πρώτος εναγόμενος εργαζόταν ή συνταξιοδοτούνταν.....Περαιτέρω είθισται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε υποθέσεις με οικονομικό αντικείμενο παρόμοιο της ένδικης διαφοράς, να συμφωνείται η αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί του αποτελέσματος της δίκης, πόσω μάλλον δε στην προκειμένη περίπτωση που οι εντολείς δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε άλλο τρόπο αμοιβής της δικηγόρου, δεδομένης της οικονομικής τους ανέχειας. ........ Ακολούθως οι εναγόμενοι κατέθεσαν στις 8.10.2009 (ημερομηνία της δικασίμου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου τη με γενικό αριθμό κατάθεσης 37369/8.10.2009 δήλωση παραίτησης από το με αριθμό κατάθεσης 50137/2008 δικόγραφο αγωγής, οπότε η Γραμματέας του αρμόδιου 29ου Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου απαγόρευσε στην ενάγουσα πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης, η τελευταία δε έλαβε γνώση της ως άνω εξώδικης δήλωσης των εναγόμενων περί ανάκλησης της χορηγηθείσας σε αυτήν εντολής την ίδια ημέρα, επιστρέφοντας στο γραφείο της, όταν τη βρήκε θυροκολλημένη στην εξώπορτα του γραφείου της. Λόγω όμως μη νομότυπης κατάθεσης της παραίτησης η συζήτησή της αναβλήθηκε και οι εναγόμενοι κατέθεσαν στη συνέχεια και δη στις 14.10.2009 τη με γενικό αριθμό κατάθεσης 38486/2009 δήλωση παραίτησης από το ως άνω δικόγραφο. Ακολούθως η ενάγουσα κατέθεσε εις βάρος του δικηγόρου Η. Κ. την από 12.10.2009 Συμπληρωματική Πειθαρχική Αναφορά της, ενώ με την από 12.10.2009 εξώδικη πρόσκλησή της προς τους εγκαλούντες, ζήτησε την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής της, ήτοι ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, πλέον εξόδων, άλλως ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής κατά του Νοσοκομείου ΚΑΤ. Σε απάντηση ο Η. Κ. υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας την από 26.11.2009 πειθαρχική αναφορά του, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του ΔΣΑ στις 11.2.2010, ενώ στη συνέχεια, ανοίχθηκαν μεταξύ των παραπάνω προσώπων αστικές δίκες για εκατέρωθεν προσβολές της προσωπικότητας και αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Ομοίως και οι εντολείς της ενάγουσας υπέβαλαν σε βάρος της την από 28.5.2010 αναφορά τους. Επί των παραπάνω πειθαρχικών αγωγών εκδόθηκαν οι με αριθμό 42/2011 και 44/2011 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με τις οποίες αυτό αποφάνθηκε ομόφωνα να μη γίνει κατηγορία κατά της ενάγουσας, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία επέδειξε αντιδεοντολογική και απρεπή συμπεριφορά σε βάρος των εντολέων της, ικανή να τους οδηγήσει στην ανάκληση της προς αυτήν εντολής τους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δικαιολογημένη η ανάκληση της εντολής προς την ενάγουσα από τους εναγόμενους, δεδομένου ότι δεν υπαγορεύθηκε από κανένα σοβαρό λόγο, καθόσον αυτή, ενήργησε, όπως αποδείχθηκε, με σύνεση, στα πλαίσια της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής προς διεκπεραίωση της υπόθεσης, με βάση το συμφέρον των εναγόμενων, συντάσσοντας πολυσέλιδη αγωγή, συλλέγοντας τα απαραίτητα έγγραφα, έχοντας πετύχει μάλιστα προτίμηση της δικασίμου, τα όσα δε αναφέρουν οι εναγόμενοι (οι οποίοι συμπεριφερόμενοι τελείως αντισυμβατικά, καρπώθηκαν την επιστημονική εργασία που τους παρείχε η ενάγουσα, χωρίς να της καταβάλουν την συμφωνηθείσα αμοιβή της, την οποία αρνούνται μέχρι σήμερα να της καταβάλουν) στην από ... εξώδικη ανάκληση εντολής δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ως ουσία αβάσιμη, αφού δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθη ατύπως εργολαβία δίκης, ήτοι ότι συμφωνήθηκε να αναλάβει η ενάγουσα την υπόθεσή τους εργολαβικά και να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι της τελεσιδικίας της, έσφαλε και πρέπει να γίνουν δεκτοί, και ως ουσία βάσιμοι, ο δεύτερος και έβδομος λόγοι της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της αυτό και να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα η κύρια βάση της αγωγής...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε προφορική συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή της αναιρεσίβλητης δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι οι αναιρεσείοντες ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτήν (αναιρεσίβλητη) και ότι υποχρεούνται να πληρώσουν την αμοιβή της τελευταίας δικηγόρου, που ανέρχεται στο 20% επί του αποτελέσματος της δίκης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα. Επομένως ο, από τον αρ. 1 α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης κατά το υπό στοιχείο Β.1.2.2 σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης με τον ίδιο λόγο κατά το υπό στοιχείο Β.1.3 σκέλος του προβάλλεται και η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την κρίση της για τη σύναψη εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων. Και τούτο διότι, "ένας δικηγόρος που δεν θα γνώριζε καθόλου αν και ποιες πιθανότητες επιτυχίας μπορεί να έχει μια υπόθεση ιατρικού σφάλματος (με τις ιδιαιτερότητες και υψηλές απαιτήσεις που εκ των πραγμάτων έχουν τέτοιες υποθέσεις), δεν προχωρεί σε εργολαβικό δίκης, παρά μόνο αν και όταν διαμορφώσει πεποίθηση περί ικανών και υψηλών πιθανοτήτων επιτυχίας", στην προκειμένη δε περίπτωση όπου η ενάγουσα δεν είχε έως τότε εμπειρία από υποθέσεις ιατρικών σφαλμάτων, δεν μπορεί από την πρώτη συνάντηση και γνωριμία της με τους αντιδίκους-εντολείς της να προβαίνει σε συμφωνία εργολαβίας δίκης, χωρίς προηγουμένως να έχει θεμελιώσει πεποίθηση ότι είναι προς το συμφέρον της να προχωρήσει σε τέτοια συμφωνία. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την ως άνω προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι η επικαλούμενη παραβίαση αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνα δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη. Οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου της αίτησης υπό στοιχείο Β.4.2 σκέλος του για την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα της σύναψης σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων με αμοιβή με βάση το αποτέλεσμα της δίκης και όχι το αντικείμενο αυτής, όπως ζητούσε η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της, περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον " ...δεν εξηγεί αν υπήρξε ασαφής ο συγκεκριμένος όρος (περί αμοιβής με βάση το αντικείμενο της δίκης) ούτε αν χρειάστηκε να προβεί σε ερμηνεία αυτού, και δη τέτοια που να επιτρέπει να επιδικάσει υπέρ της αντιδίκου ποσά που καθόρισε με βάση το εικαζόμενο αποτέλεσμα της δίκης και όχι με βάση το αντικείμενο αυτής, όπως ρητά ισχυρίζεται η αντίδικος....", είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καθότι τέτοιες διευκρινίσεις δεν απαιτούνται στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες γίνεται δεκτό ότι ρητά συμφωνήθηκε σύμβαση εργολαβίας δίκης με αμοιβή με βάση το αποτέλεσμα αυτής. Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω λόγο υπό στοιχεία Β.4.3, Β.4.4 και Β.4.5 ως προς την κρίση του Εφετείου περί αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής δεν συνιστούν πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ουσιαστικές εκ μέρους των αναιρεσειόντων προσεγγίσεις που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες-έγγραφα) και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιτυχούς έκβασης της δίκης μετά την ανάκληση της εντολής κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ως άνω αγωγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: ".....Περαιτέρω, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ανάκληση της δοθείσας στην ενάγουσα εντολής, η τελευταία με βεβαιότητα θα διεξήγαγε επιτυχώς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες αφορούσε η εντολή, με βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκού αποτελέσματος για τους εναγόμενους, συνεχίζοντας τη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Λόγω του αδικαιολόγητου της ανακλήσεως της εντολής, δικαιούται η ενάγουσα τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή της, ήτοι ποσοστό 20% επί του αποτελέσματος της δίκης. Περαιτέρω αναφορικά με την ευδοκίμηση των κονδυλίων της από 30.11.2008 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Το κονδύλιο αποζημίωσης για τα έξοδα νοσηλείας και αποθεραπείας του πρώτου εναγόμενου συνολικού ύψους 94.881,56 ευρώ, κρίνεται ουσία βάσιμο για το ποσό των 4.881,56 ευρώ, καθόσον το ποσό των 90.000 ευρώ, που αξιώνεται για κάλυψη της δαπάνης μετάβασης του πρώτου εναγόμενου μετά της δεύτερης εναγόμενης για θεραπεία και νέα επέμβαση στο πόδι του στο εξωτερικό, κρίνεται ως αόριστο, εφόσον δεν εξειδικεύεται το είδος της επέμβασης που θα υποβαλλόταν, ούτε το είδος και κόστος των επί μέρους ιατρικών ενεργειών που θα απαιτούνταν. Επίσης, το κονδύλιο της θετικής και αποθετικής ζημίας, που αξιώνει ο πρώτος εναγόμενος για το χρονικό διάστημα από 26.11.2007 (χρόνος κατά τον οποίον πραγματοποιήθηκε η χειρουργική επέμβαση) έως 30.11.2008 (χρόνος άσκησης της αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών), ύψους 82.765,24 ευρώ και για τις μελλοντικές στερήσεις για το χρονικό διάστημα από 1.12.2008 έως 31.12.2015, λόγω της αδυναμίας του να συνεχίσει τις επαγγελματικές δραστηριότητές του, ως οικοδόμος και ως σκαλωσατζής στα ναυπηγεία, καθώς και από ευκαιριακή εργασία του ως σερβιτόρος, κρίνεται βάσιμο για το ποσό των 1.019,87 ευρώ μηνιαίως και όχι κατά το αξιούμενο ποσό των 6.249,77 ευρώ, μηνιαίως. Επομένως, κατά το χρονικό διάστημα από 26.11.2007 έως 30.22.2008 ο πρώτος εναγόμενος απώλεσε το ποσό των 12.238,44 ευρώ (1.019,87 Χ 12 μήνες) και όχι το ποσό των 74.991,24 ευρώ (8.640 + 57.711,24 + 8.640), το οποίο αναφέρεται στην ως άνω αγωγή κατά του νοσοκομείου. Επιπλέον, όσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές του πρώτου εναγόμενου, αυτός εργαζόταν μέχρι τον Νοέμβριο του 2007 ως οικοδόμος (ασφαλισμένος στο ΙΚΑ) για 5 έως 8 ημέρες κάθε μήνα και παράλληλα, από το έτος 1999 εργαζόταν ως σκαλωσατζής, απασχολούμενος για 7 έως 10 ημέρες κάθε μήνα. Από την εργασία του ως οικοδόμος το ημερομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 72 ευρώ ημερησίως μικτά (πλέον εργοδοτικής εισφοράς 67,21 ευρώ, ημερησίως, που αναλύεται σε 52,21 ευρώ ασφαλιστική εισφορά + 15 ευρώ δωρόσημο), ενώ από την εργασία του ως σκαλωσατζής στα ναυπηγεία το ημερομίσθιο ανερχόταν στα 87 ευρώ ημερησίως (πλέον ασφαλιστικής εισφοράς 20,36 ευρώ, ημερησίως). Επομένως, οι εργοδοτικές του εισφορές ως οικοδόμου ανέρχονταν σε 336,05 ευρώ, μηνιαίως (67,21 ευρώ Χ 5 ημέρες ανά μήνα), ήτοι σε 4.032,60 ευρώ (336,05 Χ 12 μήνες) για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (26.11.2007 έως 30.11.2008) και οι εργοδοτικές του εισφορές ως σκαλωσατζή ανέρχονταν σε 142,52 ευρώ, μηνιαίως (20,36 ευρώ Χ 7 ημέρες ανά μήνα), ήτοι σε 1.710,24 ευρώ (142,52 Χ 12) για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου ο πρώτος εναγόμενος απώλεσε το ποσό των 5.742,84 ευρώ και όχι το αξιούμενο με την ως άνω αγωγή ποσό των 11.730 ευρώ (8.065,20 + 3.644,80) και συνολικά κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο πρώτος εναγόμενος απώλεσε το ποσό των 17.981,28 ευρώ (12.238,44 + 5.742,84) από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 10.920 ευρώ, το οποίο έχει λάβει από το ΙΚΑ, ως αποζημίωση για αναρρωτική άδεια, ήτοι απώλεσε το ποσό των 7.061,28 ευρώ και όχι το αξιούμενο με την ως άνω αγωγή ποσό των 86.721,24 ευρώ (74.991,24 + 11.730), από το οποίο αφαιρείται το ποσό των 10.920 και απομένει το ποσό των 75.801,24 ευρώ, ως αιτούμενο για τις ανωτέρω αιτίες. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2008 έως 31.12.2015, ήτοι μέχρι τη συνταξιοδότησή του σε ηλικία 60 ετών, ο πρώτος εναγόμενος θα αποκέρδαινε το ποσό των 86.688,95 ευρώ (85 μήνες Χ 1.019,87 ευρώ) και όχι το ποσό των 531.187,95 ευρώ (61.200 + 142.567,95 + 266.220 + 61.200), που αξιώνεται με την ως άνω αγωγή. Επιπλέον, οι εργοδοτικές του εισφορές ως οικοδόμου θα ανέρχονταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σε 336,05 ευρώ, μηνιαίως, ήτοι συνολικά σε 28.564,25 ευρώ (336,05 Χ 85 μήνες) και οι εργοδοτικές του εισφορές ως σκαλωσατζής σε 142,52 ευρώ, μηνιαίως, ήτοι συνολικά σε 12.114,20 ευρώ (142,52 Χ 85 μήνες) για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (1.12.2008 έως 31.12.2015) και συνολικά σε 40.678,45 ευρώ και όχι σε 83.087,50 ευρώ (57.128,50 + 25.959), το οποίο αξιώνεται με την ως άνω αγωγή. Επομένως, το σύνολο των μελλοντικών στερήσεων του πρώτου εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των 127.367,40 ευρώ (86.688,95 + 28.564,25 + 12.114,20), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 77.350 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε από το ΙΚΑ ως αποζημίωση αναρρωτικής άδειας, ήτοι ανέρχεται στο ποσό των 50.017,40 ευρώ (127.367,40 - 77.350) και όχι στο αξιούμενο με την ως άνω αγωγή ποσό των 536.925, 45 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας που υπέστη ο πρώτος εναγόμενος και οι μελλοντικές στερήσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 57.078,68 ευρώ (7.061,28 + 50.017,40) και όχι στο αξιούμενο με την ως άνω αγωγή ποσό των 612.726,64 ευρώ. Κατόπιν τούτου η διαφορά των ανωτέρω ποσών, ήτοι το ποσό των 555.647,96 ευρώ (612.726,64 - 57.078,68) πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικά αιτούμενο ποσό της ως άνω αγωγής, ως αβάσιμο. Επιπλέον, το κονδύλιο της χρηματικής αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ύψους 200.000 ευρώ, κρίνεται βάσιμο ως προς το ποσό των 30.000 ευρώ, οπότε η διαφορά των 170.000 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί από το αιτούμενο της ως άνω αγωγής. Περαιτέρω το κονδύλιο της δεύτερης εναγόμενης, ύψους 64.071,24 ευρώ για τις υπηρεσίες που στερήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο και αντιστοιχούν στην υποχρέωση συνεισφοράς του για την διατροφή της, καθώς και το κονδύλιο των 453.117,95 ευρώ για την απώλεια των μελλοντικών εισοδημάτων που αντιστοιχούν στην υποχρέωση συνεισφοράς του πρώτου εναγόμενου στη διατροφή της, ήτοι σύνολο 517.189,19 ευρώ, το οποίο στην ως άνω αγωγή θεμελιώνεται στα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι στον ισχυρισμό ότι ο πρώτος εναγόμενος από την εργασία του αποκέρδαινε το ποσό των 6.249,77 ευρώ, μηνιαίως, ενώ σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αποκέρδαινε το ποσό των 1.019,87 ευρώ, μηνιαίως, θα πρέπει να προσδιορισθεί στο ανάλογο με τα εισοδήματα αυτά ποσό και συγκεκριμένα στο ποσό των 48.178,86 ευρώ (517.189,19 Χ 57.078,68: 612.726,64). Επομένως, η διαφορά των ανωτέρω ποσών, ήτοι το ποσό των 469.010,33 ευρώ (517.189,19- 48.178,86) πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικά αιτούμενο ποσό της ως άνω αγωγής, ως αβάσιμο. Επιπλέον, τα κονδύλια των 1.500.000 ευρώ και 300.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόμενων, αντίστοιχα, κρίνονται βάσιμα για το ποσό των 100.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με βάση τα προαναφερθέντα το συνολικό ποσό της ανωτέρω αγωγής κατά του Νοσοκομείου πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των 386.122,20 ευρώ (3.340.780,49 - 90.000 - 555.647,96- 170.000 - 469.010,33 - 1.400.000 - 270.000), επί του οποίου θα υπολογισθεί η αμοιβή της ενάγουσας. Επομένως, η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 77.224,44 ευρώ (386.122,20 Χ 20%)...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σχετικά με το αν συντρέχει η κατά το νόμο, επί πλέον της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής, προϋπόθεση για να δικαιούται η ενάγουσα την εργολαβική αμοιβή της και δη ότι θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή, η οποία, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανακλήθηκε αδικαιολόγητα, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 ΚΔικ με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον δεν παρατίθενται συγκεκριμένα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να επιστηρίζουν την εφαρμογή της και δη τέτοια από τα οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα, αν δεν μεσολαβούσε η αδικαιολόγητη ως άνω ανάκληση της εντολής, θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη, η οποία αφορούσε τη διάπραξη αδικοπραξίας εις βάρος του πρώτου εναγόμενου από τους προστηθέντες (ιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό κλπ) του Νοσοκομείου ΚΑΤ και την επιδίκαση στους εναγόμενους του εικαζόμενου ποσού των 386.122,20 ευρώ από το Διοικητικό Δικαστήριο Αθηνών, με βάση τα ιατρικά σφάλματα που θεμελίωναν τις αξιώσεις τους και εκτίθεντο στην ασκηθείσα αγωγή αδικοπραξίας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, μη αρκούσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης της απλής αναφοράς των στοιχείων-προϋποθέσεων που θέτει η ως άνω νομική διάταξη για την εφαρμογή της. Η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη κοπίασε και επέδειξε επιμέλεια και σύνεση για τη σύνταξη της ως άνω πολυσέλιδης αγωγής προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών δεν συνδέεται με τη βεβαιότητα έκδοσης ευνοϊκής για τους εναγόμενους-εντολείς, απόφασης (εν όψει και του ότι η υπόθεση ακόμη εκκρεμεί ενώπιον του ως άνω αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου) αλλά με το αδικαιολόγητο της ανάκλησης της εντολής και επομένως, οι πρώτος κατά το, υπό στοιχείο Β.1.2 σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, και οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Προκειμένου όμως να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει είτε τα αποδεικτικά μέσα να τα έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων προς απόδειξη ισχυρισμού του που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είτε, σε περίπτωση προσκόμισης αυτών με επίκληση από τον αντίδικο του αναιρεσείοντος, να έχει επικαλεσθεί αυτά στη συνέχεια στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του ο αναιρεσείων. Εάν αντιθέτως ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 517/2017, 1967/2009, 1212/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι το Εφετείο για την απόδειξη της ύπαρξης ή μη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων εργολαβίας δίκης δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τις από 24.5.2012 προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που είχαν κατατεθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) στα πλαίσια άλλης δίκης, καθώς και το από 26.11.2019 υπόμνημά της ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, τα οποία οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, τα οποία ωστόσο απέκρυψε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η παριστάμενη αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν εκτίθεται ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση στο Εφετείο των εν λόγω εγγράφων, αλλά αντίθετα ότι αυτά απεκρύβησαν και δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για την απόδειξη του ίδιου ως άνω ουσιώδους ισχυρισμού τους την υπ' αριθ. 694/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως από αυτούς (αναιρεσείοντες) έφεσης κατά της υπ' αριθ. 84/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν στον ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι την ως άνω απόφαση που με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας η αντίδικός τους, στη συνέχεια την επικαλέστηκαν και οι ίδιοι προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τον ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας τόσο της ως άνω απόφασης όσο και των λοιπών αναφερομένων εγγράφων αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους τους προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 175/2017).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως περιεχόμενο το αντίθετο του αληθινού περιεχομένου της υπ' αριθ. 8122/... Εκθέσεως Επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ι. Μ., καταλήγοντας στην κρίση ότι η επίδοση του αναφερόμενου σ' αυτή εγγράφου (εξώδικης δήλωσης) έγινε στις ... στην υφιστάμενη διεύθυνση της αναιρεσίβλητης, οδός ... ..., και όχι στην οδό ..., με αποτέλεσμα να μην αχθεί σε ορθό συμπέρασμα ως προς το δικαιολογημένο ή μη της ανάκλησης της εντολής. Από την επισκόπιση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό (της ως άνω από ... Εκθέσεως Επιδόσεως), σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τούτου, αλλά απλώς, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, ενώ, εξ άλλου, τη σχετική του κρίση για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων, το Εφετείο δεν τη στήριξε αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, δεκτού καθισταμένου του πρώτου λόγου της αίτησης υπό στοιχείο Β.1.2 σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Β) Επί της από 7.7.2022 και με αριθ. κατάθ. 4477/489/7.6.2022 αίτησης αναίρεσης.
Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της υπ' αριθ. 1688/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανόμενου σ' αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένου προεχόντως ως απαραδέκτου του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι απαραδέκτως ασκείται η εν λόγω αίτηση αναίρεσης από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, επειδή το υπ' αριθ. ... Γραμμάτιο Νομικής βοήθειας, που προσκομίστηκε για την κατάθεσή της αφορά μόνο την πρώτη από τους αναιρεσείοντες και περαιτέρω ότι δεν αποδεικνύεται ότι άπαντες (αναιρεσείοντες) είναι δικαιούχοι δωρεάν παροχής νομικής βοήθειας και ως εκ τούτου για το παραδεκτό της έπρεπε να κατατεθούν τα αντίστοιχα γραμμάτια του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται για την υπό στοιχείο Α αίτηση αναίρεσης. Από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των (ισχυόντων) άρθρων 294, 295, 296, 299, 96, 98, 68, 73, 513, 552, 573 παρ.1, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 556 παρ.2, 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 495 παρ.1, 577 ΚΠολΔ προκύπτουν (και) τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η δικαστική απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 891/2014). Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ` όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ` όσον έχει έννομο συμφέρον. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης (ή μη), κρίνεται, κατά τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "1. α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους. β) Τα χρονικά διαστήματα ολικής αναστολής λειτουργίας κατά τόπους δικαστικών σχηματισμών, δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν για τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID 19 και αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 16.10.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες των άρθρων 215, 237 και 238 ΚΠολΔ, καθώς και στις προθεσμίες που ορίζονται στις διατάξεις του ν. 2915/2001 (Α'109), όπως τροποοιήθηκε με τον ν. 4055/2012 (Α'51). γ) Τα χρονικά διαστήματα τυχόν ολικής αναστολής λειτουργίας κατά τόπους δικαστικών σχηματισμών, δυνάμει των αντίστοιχων κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν για τη λήψη εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID 19 και αφορούν το χρονικό διάστημα από την 1η.12.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας, δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 4ΣΤ, 4Η, 4Θ, 4Ι, 4Ι Α, 4ΙΒ και 4ΙΣΤ του ν. 3869/2010 (Α'130). δ) Το χρονικό διάστημα από την 1η.12.2020 έως την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας, υπολογίζεται στις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ του ν. 3869/2010, όπως παρατάθηκαν με το άρθρο 62 του ν. 4765/2021 (Α' 6), όπου υπήρξαν ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα αναστολής προθεσμιών και ολικής αναστολής λειτουργίας κατά τόπους δικαστικών σχηματισμών συνεπεία των αποφάσεων που εκδόθηκαν για τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID 19. Οι προθεσμίες αυτές δεν συμπληρώνονται εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δεκαπέντε (15) ημέρες. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ του ν. 3869/2010, οι οποίες έληγαν στις 31.1.2021, 28.2.2021 και 15.3.2021, δεν συμπληρώνονται εάν δεν παρέλθουν επιπλέον πέντε (5) ημέρες. ε) Το χρονικό διάστημα από τις 18.1.2021 έως την ημερομηνία επαναλειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 68 επ. του ν. 4307/2014 (Α'246), κατά το οποίο επιτρέπονται και οι οριζόμενες στα άρθρα 68 επ. του ν. 4307/2014 διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες, με την εξαίρεση τυχόν ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων κατά τόπους ολικής αναστολής, συνεπεία σχετικών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων. Το ίδιο ισχύει και για τις οριζόμενες στο άρθρο 14α του ν. 3429/2005 (Α' 314) διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτές επιτρέπονταν συνεπεία σχετικών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρείται η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 69 του ν. 4307/2014 για την οποία ισχύουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του ν. 4783/2021 (Α' 38) " και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 23/2023, 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, οι αναιρεσείοντες της ως άνω υπό στοιχείο Β αναίρεσης άσκησαν κατά της υπ' αριθ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.5.2019 και αριθ. κατάθ. 48090/2019 έφεση και τους από 27.11.2020 και αριθ. κατάθ. 9107/2020 πρόσθετους λόγους αυτής, που συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 19.1.2021 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξέδωσε στις 29.3.2021 την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1688/2021 απόφασή του, με την οποίαν απορρίφθηκαν οι λόγοι εφέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως απαράδεκτοι μετά την υποβολή σχετικής ένστασης των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως δεδικασμένου από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 5618/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την αιτιολογία ότι: "....τόσο από την τιτλοφορία τους όσο και από την επισκόπιση αυτών, προκύπτει ότι έρχονται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση και σύγκρουση με το απορρέον από την υπ' αριθ. 5618/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεδικασμένο, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να επανακρίνεται διαφορά, η οποία έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα και με δύναμη δεδικασμένου. Η άσκηση της ένδικης έφεσης, καθώς και των προσθέτων λόγων αυτής και η εισαγωγή τους προς εκδίκαση, ενώ έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επ' αυτής, τυγχάνουν απαράδεκτοι και συνεπώς απορριπτέοι ως τέτοιοι, λόγω δεδικασμένου, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς κρίση ζητήματα, που έχουν εξεταστεί και κριθεί από το παρόν Δικαστήριο απορριπτομένων των αντιθέτων περί τούτου ισχυρισμών των εκκαλούντων, ως νόμω και ουσία αβασίμων". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ και ο μοναδικός λόγος της αίτησης για την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθότι από την υπ' αριθ. 5618/2020 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων επί της από 18.5.2019 και αριθ. κατάθ. 47911/3697/29.5.2019 ως άνω έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν παρήχθη δεδικασμένο. Και τούτο διότι έως τη συζήτηση των ως άνω έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, που έλαβε χώρα στις 19.1.2021, δεν είχε παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατ' αυτής (5618/2020 απόφασης), η παρέλευση της οποίας αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για να καταστεί μια οριστική απόφαση τελεσίδικη (άρθρο 321 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η ως άνω υπ' αριθ. 5618/2020 απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 30.10.2020. Από την επομένη (31.10.2020) άρχισε η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία ωστόσο ανεστάλη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, στις 7.11.2020 και επανεκκινήθηκε μετά την 6.4.2021 (άρθρο 83 Ν. 4790/2021), συμπληρωθείσα στις 14.4.2021, δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο της συζήτησης της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής (19.1.2021), αλλά και της έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 1688/2021 απόφασης (29.3.2021). Να σημειωθεί ότι οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας με την από 21.4.2021 δήλωση παραίτησης, που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 26.4.2021, οπότε και άσκησαν την κρινόμενη ως άνω υπό στοιχείο Β αναίρεσή τους, κατόπιν της υποβολής ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της από 21.4.2021 και αριθ. κατάθ. ΓΑΚ 2229/2021 και ΕΑΚ 6/2021 και νομίμως επιδοθείσας στην αναιρεσίβλητη τότε εκκαλούσα, δήλωσης παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 5618/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το σκεπτικό αναφερόμενο μέρος προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1688/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ