ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 223/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 223/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 223/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 223 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ... του ..., 2. ... του ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7...., 8. ..., 9. .... του ... 10...., 11. ..., 12.... του ..., 13. ..., 14. ..., 15...., 16. ..., 17. ..., 18...., 19...., 20. ..., 21. ... του ..., 22...., 23...., 24..., 25. ... του ..., 26. ..., 27...., 28.... του ..., 29.... του ..., 30. ... του ..., 31..., 32...., 33. ... ..., 34. ..., 35...., 36. ... του ..., 37. ... του ..., 38.... του ..., 39.ΧΑΤΖΗ... ..., 40. ... του ..., 41. ... 42...., 43. ..., 44. ... του ..., 45. ... Μ...Σ του ..., 46...., 47. ... του ..., 48...., 49. ..., 50. ..., 51..., 52. ..., 53. ..., 54. ..., 55. ..., 56. ... του ..., 57. ..., 58. ..., 59. ... του ..., 60. ..., 61. ..., 62. ..., 63. ..., 64. ..., 65. ..., 66...., 67. ..., 68. ..., 69. ... ..., 70. ..., 71. ..., 72. ..., 73. ..., 74. ..., 75. ... του ..., 76. ... του ..., 77. ..., 78. ... του ..., 79. ... του ..., 80. ... 81. ... του ..., 82. ..., 83. ..., 84...., 85. ..., 86. ..., 87. ..., 88.... του ..., 89. ..., 90. ... του ..., 91. ... του ..., 92. ... του ..., 93. ..., 94. α) ... του ..., β) ... ... του ..., γ)... του ..., οι οποίοι υπεισέρχονται ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση της ... του ... που απεβίωσε, 95. ..., 96. ... του ..., 98. ..., 99. ... του ..., 100. ..., 101. ... του ..., 102. ..., 103.... του ..., και 104. ..., όλων κατοίκων Αθηνών. Οι 2η, 5η, 19η, 24η, 29η, 30η, 32η, 34η, 35η, 40η, 43η, 47η, 64η, 81η, 82η, 86η και 90η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Β., ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει: α)την 26η σελίδα της αίτησης αναίρεσης (14ος στίχος) από το εσφαλμένο "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2004 και 2005" στο ορθό "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2006 και 2007", β)το επώνυμο της 26ης αναιρεσείουσας Κ. Α. του Ε. στο ορθό Κ. Α. του Ε., και γ)το επώνυμο της 80ης αναιρεσείουσας Μ. Γ. του Γ. στο ορθό Μ. Γ. του Γ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Α. Κ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-03-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1859/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Αν δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ. Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 566/2022, ΑΠ 536/2020). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1691/2022, Α.Π. 518/2021, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 1374/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22-12-2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1721/26-10-2022 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Αθηνών Ν. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενες αναιρεσείουσες, η επίσπευση της συζήτησης της πιο πάνω ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειουσών, εκατόν τεσσάρων (104) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Χ. Ν. για επίδοση επίσημου αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο στις 31-1-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε, μετά από αίτημα των αναιρεσειουσών, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-9-2023). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο οι: δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), δέκατη ένατη (19η), εικοστή τέταρτη (24η), εικοστή ένατη(29η), τριακοστή (30η), τριακοστή δεύτερη (32η), τριακοστή τέταρτη (34η), τριακοστή πέμπτη (35η), τεσαρακοστή (40η), τεσαρακοστή τρίτη (43η), τεσαρακοστή έβδομη (47η), εξηκοστή τέταρτη (64η), ογδοηκοστή πρώτη (81η), ογδοηκοστή δεύτερη (82η), ογδοηκοστή έκτη (86η) και ενενηκοστή (90η) των αναιρεσειουσών, δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ οι λοιπές αναιρεσείουσες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Β... Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τις προαναφερόμενες απολιπόμενες αναιρεσείουσες, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτές παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτές επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, κλήτευση των ως άνω αναιρεσειουσών, προκειμένου να παραστούν αυτές, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενες δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), δέκατη ένατη (19η), εικοστή τέταρτη (24η), εικοστή ένατη (29η), τριακοστή (30η), τριακοστή δεύτερη (32η), τριακοστή τέταρτη (34η), τριακοστή Πέμπτη (35η), τεσαρακοστή (40η), τεσαρακοστή τρίτη (43η), τεσαρακοστή έβδομη (47η), εξηκοστή τέταρτη (64η), ογδοηκοστή πρώτη (81η), ογδοηκοστή δεύτερη (82η), ογδοηκοστή έκτη (86η) και ενενηκοστή (90η) αναιρεσείουσες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, κατά τη συζήτηση από τον αντιδίκο τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτές, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τις λοιπές αναιρεσείουσες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτές, ενώ για τις παριστάμενες νόμιμα λοιπές αναιρεσείουσες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την από 29-7-2020 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής. Με την από 21-3-2010 και με αριθμ. κατάθ. ... αγωγή τους οι ενάγουσες ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν τα εξής: Ότι προσλήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά τις αναφερόμενες για καθεμία ημερομηνίες και απασχολούνταν έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις, που το εναγόμενο, κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά, χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007, κατά τις αναφερόμενες για την κάθε μια διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι ύστερα από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, με τις υπ' αριθμ. ... και ... πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και στη συνέχεια, με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, αφενός να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει και αφετέρου να αναγνωρισθεί, ότι αυτό υποχρεούται να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο, τα αναλυτικά αναφερόμενα για την κάθε μία ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008, διαφορές αποδοχών και συγκεκριμένα τις διαφορές μεταξύ εκείνων των ποσών(μεγαλύτερων) που καταβάλλονταν από το εναγόμενο στους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και των μικρότερων καταβληθέντων σε αυτές ποσών. Ότι τις διαφορές αυτές, τις δικαιούνται, κυρίως, κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις αναφερόμενες στην αγωγή υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 περί ενιαίου μισθολογίου, οι οποίες εφαρμόζονται και στο προσωπικό που απασχολείται στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ'αριθμ.1859/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του εναγόμενου περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 30-3-2007, στη συνέχεια έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 1-4-2007 μέχρι 31-12-2008 και επιδικάσθηκαν στις ενάγουσες τα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν: α) η από 11-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1660/13-3-2015 έφεση των εναγουσών ήδη αναιρεσειουσών και β) η από 17-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1728/17-3-2015 αντίθετη έφεση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού συνεκδίκασε τις πιο πάνω εφέσεις και τις δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-3-2015 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 17-3-2015 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε, δίκασε την αγωγή και, αφού έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντένσταση διακοπής της παραγραφής που πρότειναν οι ενάγουσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναπροβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο, την απέρριψε (αγωγή), κάνοντας δεκτό ότι όλες οι επίδικες αξιώσεις των εναγουσών, είχαν παραγραφεί ήδη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο(1-10-2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής(ΑΠ 271/2023, ΑΠ 952/2019).
Το άρθρο 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού - Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", το οποίο ίσχυε μέχρι 31-12-2014 (ήδη άρθρο 140 παρ.3 του Ν. 4270/2014, ο οποίος ισχύει, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 αυτού, από 1-1-2015), ορίζει ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της". Περαιτέρω, το άρθρο 93 περ. α' του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995, ( ήδη άρθρο 143 περ. α' του Ν. 4270/2014), ορίζει ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνον "Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών". Εξάλλου, το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α. 74/20.3.2013) όριζε ότι: " 1.Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε, με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Το αυτό άρθρο 261 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει από 20-3-2013, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή του ορίζει ότι: "1.Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε, με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Με το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, προβλέπεται με την άσκηση της αγωγής ταυτόχρονα διακοπή της παραγραφής και μία ιδιότυπη αναστολή αυτής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο( ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 148/2017). Η παραπάνω όμως διάταξη (261 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει από 20-3-2013), σύμφωνα με την οποία, η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, δεν τροποποίησε ούτε κατήργησε την ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του Ν. 2362/1995, (ήδη 143 περ. α' του Ν. 4270/2014) για τη διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και την εκ νέου έναρξη αυτής από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η οποία εξάλλου δεν περιλαμβάνει τέτοια περίπτωση(εκ νέου έναρξη της παραγραφής που διακόπηκε με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης,) και κατισχύει, ως ειδική, κάθε γενικότερης διάταξης. Ούτε άλλωστε αυτή η περίπτωση υπάρχει ως λόγος αναστολής στην επίσης ειδική διάταξη του άρθρου 92 του Ν. 2362/1995 για την αναστολή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, που προβλέπει ως μόνο λόγο αναστολής , ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας να εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Περαιτέρω, και οι μεταγενέστερες του υπό τη νέα μορφή άρθρου 261 του ΑΚ, διατάξεις των άρθρων 142 και 143 περ. α' του Ν. 4270/2014, έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις καταργηθείσες διατάξεις των άρθρων 92 και 93 περ.α' του Ν.2362/1995. Η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 94 εδ. δ' του Ν. 2362/1995,( ήδη άρθρο 144 εδ.δ' του Ν. 4270/2014), σε αντίθεση με την αναστολή ή τη διακοπή της παραγραφής, που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή τους με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 494/2022, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 2203/2014). Επιπλέον, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτή του άρθρου 92 του ανωτέρω Ν. 2362/1995, (ήδη 142 του Ν.4270/2014) σύμφωνα με το οποίο "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής" συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες είναι οι μοναδικές από τις περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται( ΑΠ 399/2021). Σε περίπτωση αξίωσης, η οποία έχει καταστεί επίδικη, αν ο διάδικος απρακτεί, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία δηλ., αν μεταξύ δύο, κατά σειρά, διαδικαστικών πράξεων παρέλθει διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Πλην όμως, μόνος ο ορισμός δικασίμου σε χρόνο πέραν του χρόνου παραγραφής, συνεπεία αδυναμίας να ορισθεί συντομότερη δικάσιμος εξ αιτίας του φόρτου εργασίας του δικαστηρίου, δεν συνιστά ανώτερη βία, αλλά πρέπει να ερευνάται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εάν, πράγματι, εξαντλήθηκε από τον διάδικο κάθε δυνατότητα για την αποτροπή της συμπλήρωσής της (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 611/2014 ). Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εμποδίστηκε από ανώτερη βία να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, αποτελεί αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται η προβολή της από τον ενάγοντα.
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο ,το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ241/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής), προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης των εφέσεων πριν την 1-1-2016 (άσκηση εφέσεων στις 13-3-2015 και 17-3-2015, αντίστοιχα), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 364/2018). Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός (αντένσταση) είναι και ο ισχυρισμός περί αναστολής της παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να προβάλλεται από τον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 261 και 255 του ΑΚ διότι: α) κατά το πρώτο σκέλος του, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι έχουν παραγραφεί όλες οι αξιώσεις τους που ασκήθηκαν με τις με αρ. καταθ. δικ. 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007, 494/2009, 109348/3051/2009 και 109370/3055/2009 αγωγές, από τις οποίες παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της από 21-3-2010 και με αρ. καταθ. δικ. 61500/2009/2011 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ένδικης αγωγής, με την αιτιολογία ότι "ο χρόνος της διετούς παραγραφής διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διέρρευσε μεταξύ της επίδοσης της τελευταίας αγωγής (12-5-2011) και της συζήτησής της (1-10-2013), χωρίς ενδιαμέσως να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 261ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεών τους διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής και θα άρχιζε πάλι με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, καθόσον μάλιστα οι εν λόγω αξιώσεις δεν είχαν παραγραφεί στις 20-3-2013, κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω άρθρου 261 ΑΚ, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 και β) κατά το δεύτερο, επικουρικά προβαλλόμενο, σκέλος του, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε την παραγραφή των ίδιων ως άνω αγωγικών αξιώσεών τους, αφού το γεγονός της μεσολάβησης μεταξύ των δύο προαναφερόμενων διαδικαστικών πράξεων (επίδοση αγωγής και συζήτηση αυτής) χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της διετίας οφειλόταν αποκλειστικά στον προσδιορισμό της δικασίμου από το δικαστήριο και τούτο αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας, που επέφερε την αναστολή της παραγραφής και εμπόδισε τη συμπλήρωσή της. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφαρμοστέα στην παρούσα περίπτωση, που αφορά σε αποδοχές εργαζόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, είναι η διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του Ν.2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του Ν.4270/2014), σύμφωνα με την οποία η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και όχι από την τελεσιδικία της απόφασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 261 παρ.1 ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Επομένως, αφού στην παρούσα περίπτωση, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, μεταξύ της επίδοσης της αγωγής στις 12-5-2011, η οποία διέκοψε τη διετή παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων των ήδη αναιρεσειουσών και της τελευταίας διαδικαστικής πράξης της συζήτησης της αγωγής την 1-10-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, χωρίς ενδιαμέσως να μεσολαβήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη, οι εν λόγω αξιώσεις υπέκυψαν στη διετή παραγραφή. Επισημαίνεται, ότι η υπ' αριθμ. 7/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την οποία επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, έκρινε επί του αχθέντος σ' αυτήν νομικού ζητήματος περί της συνταγματικότητας ή μη της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν.4139/2013 και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει, βάσει του προϊσχύσαντος δικαίου, έως τις 20-3-2013 (ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Ν.4139/2013) και δεν έκρινε επί του ζητήματος της σχέσης της διάταξης του άρθρου 93 περ. α' του Ν. 2362/1995 [και της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 143 περ. α' του Ν.4270/2014], με το άρθρο 261 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν.4139/2013 .
Ο ίδιος πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, εφόσον πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται στον οικείο αναιρετικό λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλούνται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτών ασκηθείσας αντίθετης έφεσης του αναιρεσίβλητου, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 άλλως 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, διότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι έχουν παραγραφεί όλες οι αξιώσεις τους που ασκήθηκαν με τις με αρ. καταθ. δικ. 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007, 494/2009, 109348/3051/2009 και 109370/3055/2009 προγενέστερες της ένδικης αγωγές, από τις οποίες παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της από 21-3-2010 και με αρ. καταθ. δικ. 61500/2009/2011 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ένδικης αγωγής, γιατί δεν έλαβε υπόψη της, ότι με τις πιο πάνω αναφερόμενες με αριθμούς κατάθεσης 109348/3051/2009 και 109370/3055/2009 αγωγές, διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών του για τα έτη 2004,2005,2005,2006,2007 και 2008. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής , γιατί και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι με τις ανωτέρω δύο αγωγές επήλθε πράγματι διακοπή της παραγραφής, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την ορθότητα του διατακτικού της προσαβαλλόμενης απόφασης, αφού οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις παραγράφηκαν στη συνέχεια, όπως αναλυτικά κατά την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, εκτίθεται. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως προς τις παριστάμενες αναιρεσείουσες. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενες αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της ... Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 597/2019).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις δεύτερη (2η), Πέμπτη (5η), δέκατη ένατη (19η), εικοστή τέταρτη (24η), εικοστή ένατη (29η), τριακοστή (30η), τριακοστή δεύτερη (32η), τριακοστή τέταρτη (34η), τριακοστή πέμπτη (35η), τεσαρακοστή (40η), τεσαρακοστή τρίτη(43η), τεσαρακοστή έβδομη (47η), εξηκοστή τέταρτη(64η), ογδοηκοστή πρώτη (81η), ογδοηκοστή δεύτερη (82η), ογδοηκοστή έκτη (86η) και ενενηκοστή (90η) αναιρεσείουσες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 29-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις παριστάμενες αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή